Ταξίδια στην άλλη Ελλάδα τόμος ΣΤ’ καλοκαίρι 2004

 Ενδεικτική βιβλιογραφία εργασιών τόμου ΣΤ’ 2004

Περισσότερες πληροφορίες για τις ΣΠΕΤΣΕΣ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Δημήτρης Ρ. Θεοχάρης / Αγία Μαρίνα Σπετσών / Αρχαιολογικό δελτίο 26 (1971): Χρονικά, 84, 93.
  • Θεοδ. Δημητριάδη / Το Καστέλλι, ο προ του 1800 οικισμός
  • Το Αιγαίο επίκεντρο Ελληνικού Πολιτισμού / εκδόσεις Μέλισσα / Αθήνα 1995
  • Ανδρέας Α. Κουμπής / Σπετσιώτες Ναυμάχοι τομ Α’ (Α – Κ) έκδοση Πολιτιστικού Συλ. Σπετσών / Αθήνα 2001
  • Φίλιππος Δεμερτζής Μπούμπουλης / Μουσείο Μπουμπουλίνας 2001
  • Ανδέας Α. Κουμπής / Οι Σπέτσες στον Αγώνα / έκδοση Πολιτιστικού Συλ. Σπετσών / Αθήνα 2001
  • Γ. Σταματίου / Ο Εθνικός Ευεργέτης Σωτήριος Ανάργυρος / έκδοση Πολιτιστικού Συλ. Σπετσών / Αθήνα 2001               
  • Γ. Σταματίου / Η Ξυλοναυπηγική τέχνη των Σπετσών / έκδοση Πολιτιστικού Συλ. Σπετσών / Αθήνα 2002
  • Παύλος Παρασκευαϊδης / Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα / έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών / Αθήνα 2002
  • Γ. Σταματίου / Αναργύρειος και Κοργιαλένειος Σχολή Σπετσών / έκδοση Πολιτιστικού Συλ. Σπετσών 2003
  • Ανδρέας Α. Κουμπής / Οι Παλιές Εκκλησίες των Σπετσών / έκδοση Πολιτιστικού Συλ. Σπετσών 2003
  • Ελένη Σιάτρα / Σπέτσες – Ύδρα / Εφημ. Καθημερινή / 3/4/97
  • Λίνα Γιάνναρου / IsoladiSpezzie / Εφημ. Καθημερινή / 19/5/02

Β’         Αφιερώματα περιοδικών 

  • Μυρτώ Μακρή / Σπέτσες / περιοδικό Κόσμος Τ1 / Μάιος 1994
    Σπέτσες / Αφιέρωμα 7 ημερών Εφημ. Καθημερινή 26/7/1998
    Αναστασία Γκολιομύτη / Σπέτσες / Αφιέρωμα του περιοδικού Οξυγόνο2 Τ9 / Ιούλιος – Αύγουστος 1998
    Γιάννης Παπαδόπουλος Τετράδης / Σπέτσες / Αφιέρωμα του περιοδικού ΓΕΩ Τ68 / 28/7/2001
    Θεόφιλος Μπασγιουράκης – Άννα Καλαϊτζή / Σπέτσες / Αφιέρωμα του περιοδικού Ελληνικό Πανόραμα Τ33 / Μάιος – Ιούνιος 2003

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Σπετσιώτικος Αντίλαλος / Αρμάτα 2003 / Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2003

Περισσότερες πληροφορίες για την ΗΡΑΚΛΕΙΑ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Joseph Pitton de Tournefort / Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους / Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης / Ηράκλειο 2003
  • Το Αιγαίο επίκεντρο Ελληνικού Πολιτισμού / εκδόσεις Μέλισσα / Αθήνα 1995
  • Κυκλάδες / εκδόσεις EXPLORER / Αθήνα 2002
  • Αντώνης Βεκρής / Αμοργός και Μικρές Κυκλάδες / εκδόσεις Αμοργός 2002

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Σειρήνες των Κυκλάδων / περιοδικό για τις Κυκλάδες / Τ4 1997
  • Ιωάννα Δεικτάκη – Γιώργος Αβαγιανός / Σπήλαιο Αγίου Ιωάννη Ηρακλειάς Νάξου / περιοδικό ΓΑΙΟΡΑΜΑ Τ50 Ιούλιος – Αύγουστος 2002
  • Θάλεια Αργίτη – Μιχάλης Κωσταράς / Ο Άθλος της Ηρακλειάς / περιοδικό ΓΕΩ Τ119 Ιούλιος 2002

Περισσότερες πληροφορίες για την ΠΑΡΟ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Ελλάδα – Τα νησιά / εκδόσεις Γιαλλελή / Αθήνα 1992.
  • Το Αιγαίο επίκεντρο Ελληνικού Πολιτισμού / εκδόσεις Μέλισσα / Αθήνα 1995
  • Β. Σφυρόερα – Α. Αβραμέα – Σ. Ασδραχά / Χάρτες και χαρτογράφοι του Αιγαίου / εκδόσεις Ολκός / Αθήνα 1985.
  • Κούλα Ξηραδάκη / Γυναίκες του ’21 / Εκδόσεις Δωδώνη / Γιάννινα 1995
  • Φωτεινή Ζαφειροπούλου / Πάρος / εκδόσεις Τ.Α.Π.Α. / Αθήνα 1998
  • Τα Ελληνικά νησιά / εκδόσεις Dorling Kindersley ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ / Αθήνα 1998.
  • Πάρος – Αντίπαρος / εκδόσεις Μ. Τουμπή / Αθήνα 1998
  • Αρχαιολογικός Άτλας του Αιγαίου / Υπουργείο Αιγαίου – Πανεπιστήμιο Αθηνών 1999
  • Βυζαντινά Μουσεία και Συλλογές στην Ελλάδα / εκδόσεις Τ.Α.Π.Α. / Αθήνα 1999
  • Θεολόγος Αλιπράντης / Η Εκατονταπυλιανή της Πάρου / Πάρος 2001
  • Γιώργος Τόλιας / Τα νησολόγια, η μοναξιά και η συντροφιά των νησιών / εκδόσεις Ολκός / Αθήνα 2002
  • Παναγιώτη Πατέλη / Ξενάγηση στην Εκατονταπυλιανή / Πάρος 2002
  • Κυκλάδες / εκδόσεις EXPLORER / Αθήνα 2002
  • Joseph Pitton de Tournefort / Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους / Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης / Ηράκλειο Κρήτης 2003
  • Ελληνική Γεωγραφική Εγκυκλοπαίδεια / Μιχαήλ Σταματελάτος – Φωτεινή Βάμβα Σταματελάτου / Εκδόσεις Τεγόπουλος – Μανιατέας Αθήνα 1997
  • Κυριακή Ραγκούση Κοντογιώργου / Πάρος – Αντίπαρος / Με τα μάτια των Χαρτογράφων και περιηγητών 15ος – 19ος αι. / Εκδόσεις Ανθέμιον / Πάρος 2000

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Πάρος / Αφιέρωμα 7 ημερών Εφημ Καθημερινή 8/9/96
  • Μαρία Τσιάντου – Νίκος Σωτηρόπουλος / Πάρος / περιοδικό Κόσμος Τ4 Αύγουστος – Σεπτέμβριος 1994
  • Κάλια Χυτήρογλου – Αντώνης Πουλίδης / Πάρος / περιοδικό Οξυγόνο Τ12 Ιούλιος 1999
  • Ιωάννης Ιωάννου / Παριανό Μάρμαρο / περιοδικό ΓΕΩ Τ18 Αύγουστος 2000
  • Θοδωρής Αθανασιάδης – Ζερμαίν Αλεξάκη / Πάρος Μαρμαρογέννητη / περιοδικό ΓΕΩ Τ75 Σεπτέμβριος 2001
  • Θάλεια Αργείτη – Μιχάλης Κωσταράς / Λεύκες κατάλευκες /  περιοδικό ΓΕΩ Τ139 Δεκέμβριος 2002

Περισσότερες πληροφορίες για την ΕΠΙΔΑΥΡΟ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Αγγελική Χαριτωνίδου / Επίδαυρος το ιερό του Ασκληπιού και το μουσείο / εκδόσεις ΚΛΕΙΩ / Αθήνα 1978
  • Μια Σκηνή για τον Διόνυσο / Σπύρος Μερκούρης – εκδόσεις ΚΑΠΟΝ 1998
  • Πελοπόννησος / εκδόσεις EXPLORER / Αθήνα 2002
  • Αρχαία Θέατρα / εκδόσεις Ε.Ο.Τ. / Αθήνα 1996

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Αντώνης Αναγνώστου / Αργολίδα / εκδόσειςAD & ED / Αθήνα 1997
  • Επίδαυρος / περιοδικό ΓΕΩ Τ111
  • Επίδαυρος / περιοδικό VITA Τ51

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Επίδαυρος: Η πόλις, το ιερό και το θέατρο / Αφιέρωμα 7 ημερών Εφημ. Καθημερινή 18/8/96
  • Τα Υπέροχα (και άγνωστα) Ελληνικά Θέατρα / Νίκος Χατζηαντωνίου Εφημ. Ελευθεροτυπία 25/8/97
  • Ο θαυμαστός Κόσμος των αρχαίων θεάτρων / Βασίλης Αγγελικόπουλος Εφημ. Καθημερινή 27/9/98
  • Τα αρχαία Ελληνικά Θέατρα / Αφιέρωμα 7 ημερών Εφημ. Καθημερινή 25/7/99
  • Φεστιβάλ Επιδαύρου / Αφιέρωμα 7 ημερών Εφημ. Καθημερινή 13/7/2003

Περισσότερες πληροφορίες για τα ΓΡΕΒΕΝΑ - ΚΟΥΠΑΤΣΟΧΩΡΙΑ και ΓΡΕΒΕΝΑ - ΜΑΣΤΟΡΟΧΩΡΙΑ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Φώτη Δ. Παπανικολάου / Γλώσσα και Λαογραφία Επαρχίας Βοΐου / Θεσσαλονίκη 1973
  • Πρακτικά Β’ συμποσίου Δυτικομακεδονικού Χώρου / Βοϊακή Εστία Θεσσαλονίκης 1979
  • Πρακτικά Γ’ συμποσίου Δυτικομακεδονικού Χώρου / Βοϊακή Εστία Θεσσαλονίκης 1982
  • Βασίλης Νιτσιάκος / Οι ορεινές κοινότητες της Β. Πίνδου / εκδόσεις Πλέθρον 1995
  • Γεώργιος Τσότσος /  Μακεδονικά Γεφύρια / / University Studio Press / Θεσσαλονίκη 1997
  • Ρίκη Βαν Μπουσχότεν / Ανάποδα χρόνια – Συλλογική μνήμη και Ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (1900 – 1950) / εκδόσεις Πλέθρον 1997
  • Γιώργος Δ. Μπατζής / Το Δοτσικό Γρεβενών / Μορφωτικός Σύλλογος ‘’Η Σκούρζια’’ 1999
  • Τριαντάφυλλος Αδαμακόπουλος – Πηνελόπη Ματσούκα / Γρεβενά / Νομ. Αυτοδιοίκηση Γρεβενών 2000
  • Τριαντάφυλλος Αδαμακόπουλος – Πηνελόπη Ματσούκα / Πίνδος – Γρεβενά / εκδόσεις ΚΑΠΟΝ / Αθήνα 2001

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Χρύσα Σκοπελίτη / Μίλτος Ζέρβας / Βόιο / περιοδικό Ανεβαίνοντας Τ3 Σεπτ – Οκτ 1998
    Ανεβαίνοντας / Βόιο / περιοδικό Ανεβαίνοντας / Τ20 Δεκ – Ιαν 2002 - 2003
    Θοδωρής Αθανασιάδης – Ζερμαίν Αλεξάκη / Βόιο / περιοδικό ΓΕΩ Τ136 / 16/11/02
    Λία Παπαθεοδώρου / Δοτσικό Γρεβενών / περιοδικό ΓΕΩ Τ196 / 19/1/04

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Ηλέκτρα Σαμοίλη / Μαστοροχώρια Γρεβενών / Καθημερινή 18/1/04

Περισσότερες πληροφορίες για ΑΧΕΡΟΝΤΑ – ΣΟΥΛΙ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Ουΐλλιαμ Πλόμαρ / Το διαμάντι των Ιωαννίνων – Αλή Πασάς 1741 – 1822 / Εκδόσεις Δωδώνη 1987
    Ήπειρος / Εκδοτική Αθηνών / Αθήνα 1997
    Βασίλη Νιτσιάκου / Σύγχρονη Πολιτιστική Γεωγραφία Νομού Ιωαννίνων / Νομαρχία Ιωαννίνων 1998
    Χριστόφορος Περραιβός / Ιστορία Σουλίου και Πάργας / Α’ ανατύπωση Αναστατικές εκδόσεις / Αθήνα 1990
    Δημήτρης Καμαρούλιας / Τα μοναστήρια της Ηπείρου / εκδόσεις Μπάστας – Πλέσσας Αθήνα 2000
    Σπύρου Γ. Μουσελίμη / Έρχομαι από το Σούλι / Αυτοέκδοση Παραμυθιά 1999
    Σπύρου Γ. Μουσελίμη / Ο Αρχαίος Άδης και το Νεκρομαντείο της Έφυρας / Γιάννινα 1971

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Ε.Ο.Σ. Πρέβεζας / Διάσχιση όλης της Χαράδρας του Αχέροντα / περιοδικό Κορφές Τ109, 1994
  • Άννα Στεργίου – Σπύρος Τσακίρης / Αχέροντας / περιοδικό ΓΕΩ Τ8 Ιούνιος 2000
  • Αντώνης Κάτανος / Το νεκρομαντείο του Αχέροντα / περιοδικό Ελληνικό Πανόραμα Τ26 Μάρ – Απρ 2002
    Λία Παπαθεοδώρου / Σούλι / περιοδικό ΓΕΩ Τ142 Δεκέμβριος 2002
    Αλέξανδρος Τσάκος – Γιάννης Σκουλάς / Αρχαία Πανδοσία / περιοδικό Γαιόραμα Τ48 Μαρτ - Απρ 2002
    Αλέξανδρος Τσάκος – Κώστας Βέργας / Νεκρομαντείο Αχέροντα / περιοδικό Γαιόραμα Τ59 Ιαν – Φεβ 2004
  • Ανάβαση / πεζοπορία Σκάλα Τζαβέλαινας – Σαμονίβα / περιοδικό Ανεβαίνοντας Τ25 Φεβ – Μαρτ 2004

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Σωτήρη Γοργογέτα / Μονή Σέλτσου / εφημερίδα Πρωινός Λόγος Τρικάλων 25/3/03
  • Γιώργος Λεκάκης / Σούλι – η πολιορκία / εφημερίδα Έθνος 21/12/03

Περισσότερες πληροφορίες για ΗΠΕΙΡΟ – ΜΑΣΤΟΡΟΧΩΡΙΑ και  ΗΠΕΙΡΟ – ΠΛΗΚΑΤΙ - ΑΕΤΟΜΗΛΙΤΣΑ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Ιωακείμ Μαρτινιανού (Μαρτιάνου) / Μοσχόπολις / Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών / Θεσσαλονίκη 1957
  • Ιωάννου Έξαρχου / Οικονομικός Προγραμματισμός εις τον Ηπειρώτικον Χώρον / Η.Ε.Α. Αθήνα 1963
  • Κίτσος Α. Μακρής / χιονιαδίτες ζωγράφοι / εκδόσεις Μέλισσα / Αθήνα 1981
  • Παύλος Τάττης / Η θαυματουργή εικόνα της Πληκατιώτισσας / Ιωάννινα 1981
    Βασίλης Νιτσιάκος / Οι Ορεινές Κοινότητες της Βόρεια Πίνδου / εκδόσεις Πλέθρον Αθήνα 1995
    Ήπειρος / Εκδοτική Αθηνών / Αθήνα 1997
  • Σ. Δαμιανάκος – Ε. Ζακοπούλου – Χ. Κασίμης – Β. Νιτσιάκος / Εξουσία, Εργασία και Μνήμη σε τρία χωριά της Ηπείρου / εκδόσεις Πλέθρον Αθήνα 1997
  • Νιτσιάκου / Αράπογλου / Καρανάτση / Σύγχρονη Πολιτιστική Γεωγραφία Ν. Ιωαννίνων / Νομαρχία Ιωαννίνων 1998
  • Χ. Κασίμης – Λ. Λουλούδης / Συλλογική εργασία - έρευνα ‘’η Ελληνική Αγροτική Κοινωνία στο τέλος του Εικοστού Αιώνα’’ / εκδόσεις Πλέθρον Αθήνα 1999
  • Φύση και έργα ανθρώπων / Κέντρο περιβαλλοντικής εκπαίδευσης Κόνιτσας / Κόνιτσα 2001
  • Βασίλης Νιτσιάκος / Αετομηλίτσα / Πολιτιστικός Σύλλογος Αετομηλίτσας / Γιάννινα 2003
  • Κώστας Σκούρτης / Ξυλόγλυπτες και Ζωγραφιστές Κασέλες από τους Χιονιάδες της Ηπείρου / Νομ. Αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων – Δήμος Μαστοροχωρίων / Αθήνα 2003

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Χρυσηίς Τσερώνη / Στόχος ο Γράμμος / περιοδικό Κορφές Τ115 Σεπτ – Οκτ 1995
  • Γιούλα Δρόλαπα / Με Αφορμή τον Γράμμο / περιοδικό Κορφές Τ127 Σεπτ – Οκτ 1997
  • Κώστας Τζιβελέκας / Γράμμος / περιοδικό ΓΕΩ Τ23 Σεπτέμβριος 2000
  • Γιώργος Δ. Τσίτσος / Παναγία Πληκατιώτισσα / περιοδικό Κόνιτσα Τ103 Μάρτιος – Απρίλιος 2002
  • ‘’εκ Χιονιάδων’’ / Περιοδική Πολιτιστική Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Χιονιαδιτών σε συνεργασία με την αδελφότητα Χιονιαδιτών ‘’ο Άγιος Αθανάσιος’’.
  • Αφιέρωμα στην Ήπειρο / Γεωγραφίες Τ5 εκδόσεις Εξάντας Καλοκαίρι 2003
  • Χάρη Δ. Σωτηρίου / Ηπειρώτες Αγωνιστές / περιοδικό Κόνιτσα Τ109 Μάρτιος – Απρίλιος 2003
  • Σωκράτη Οικονόμου / Αναμνήσεις από το Γοργοπόταμο / περιοδικό Κόνιτσα Τ109 Μάρτιος – Απρίλιος 2003
  • Χάρη Δ. Σωτηρίου / Ηπειρώτες Αγωνιστές / περιοδικό Κόνιτσα Τ110 Μάιος – Ιούνιος 2003

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Σωτήρης Γοργογέτας / Οδοιπορικό στο Γράμμο και τα μαστοροχώρια / σειρά 19 άρθρων στην εφημερίδα ‘’Πρωινός Λόγος’’ Τρικάλων από 2/3/99 – έως 23/3/99

Περισσότερες πληροφορίες για ΕΥΡΥΤΑΝΙΑ – ΚΕΡΑΣΟΧΩΡΙ – ΚΡΕΝΤΗΣ – ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Διονύσιος Κόκκινος / Η ελληνική Επανάσταση  του 1821
  • Π. Γκιόλιας / Ιστορία των Αρχαίων Ευρυτάνων / εκδόσεις Πορεία 1999
  • Π. Γκιόλιας / Ιστορία της Ευρυτανίας στους νεώτερους χρόνους (1393 – 1821) / εκδόσεις Πορεία 1999
  • Ένωση Αγραφιώτικων Χωριών / Άγραφα – λεύκωμα / Καρδίτσα 1999
  • Γεωργίου Κ. Χρυσικού / Το χωριό μου Μοναστηράκι Αγράφων Ευρυτανίας / Αθήνα 2000
  • Δημήτρη Σταμέλου / Κατσαντώνης – Η αποθέωση της παλικαριάς / Βιβλιοπωλείο της Εστίας / Αθήνα 1980

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Τάκης Ντάσιος / Επινιανά / περιοδικό Κορφές / Τ109 Σεπτ – Οκτ 1994
  • Μίλτος Ζέρβας / Mountain Bike στα Άγραφα / περιοδικό Cliff T4 χειμώνας 1995
  • Γιώργος Σαμπάνης – Κόντε Ιωάννα / Βουτσικάκι / περιοδικό Φυσιολατρικοί Ορίζοντες Τ9 Ιούλ – Δεκ 1995
  • Γιάννη Ιωακειμίδης / Άγραφα / περιοδικό cosmos Τ14 1995
  • Τάκης Ντάσιος / Άγραφα – χώρα των βουνών και των ανθρώπων / περιοδικό Ανεβαίνοντας Τ1 Άνοιξη 1998
  • Τοπογραφικοί οδηγοί για Χελιδόνα Τ129 Ιαν – Φεβ 1998
  • Θοδωρής Αθανασιάδης / Ευρυτανία / περιοδικό Vita T11 Μαρ 1998
  • Φάνης Βορεινάκης / Σπηλιά Κατσαντώνη / περιοδικό Κορφές Τ132 Ιούλ – Αυγ 1998
  • Νίκος Μαστροπαύλος / Στα μονοπάτια των Κυρατζήδων / περιοδικό Vita T11 Μαρ 1998
  • Μίλτος Ζέρβας / Άγραφα – τα σκληρά βουνά / περιοδικό Ανεβαίνοντας Τ11 Σεπτ – Οκτ – Νοε 2000
  • Νίκος Μοσχάκης / Λιάκουρα – Ρέμα Φτέρης / περιοδικό Κορφές Τ154 Μαρ – Απρ 2002
  • Κ. Τριανταφυλλίδη – Δ. Στάβαρη / Δυτικά Άγραφα / περιοδικό Κορφές Τ160 Μαρ – Απρ 2003
  • Γιώργος Φιλίππου / Το ρέμα της Φτέρης / περιοδικό Κορφές Τ166 Μαρ – Απρ 2004
  • Μίλτος Ζέρβας / Μπορλέρο / περιοδικό Ανεβαίνοντας / Τ25 Φεβ – Μαρτ 2004

Περισσότερες πληροφορίες για ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑ – ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ  αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία 

  • Αλεξανδροπούλου Σ. / Νότια Αιτωλία – το οδικό Δίκτυο /  Αθήνα 1993
  • Γιώργος Σφήκας – Γρηγόρης Τσούνης / Οικοτουριστικός Οδηγός Ελλάδας / Γ.Γ.Ν.Ε. – Ε.Ε.Π.Φ. Αθήνα 1993
  • Αιτωλοακαρνανία / Τόποι – Μνημεία – Ιστορία / έκδοση Ιστορικής – Αρχαιολογικής Εταιρείας Δυτικής Στερεάς Ελλάδας / Αγρίνιο 1995
  • Απογραφή Ελληνικών Υγροτόπων / εκδότης ΕΚΒΥ – Μουσείο Γουλανδρή / Θεσσαλονίκη Ιούνιος 1994
  • Ελληνικοί Υγρότοποι / Μουσείο Γουλανδρή – ΕΚΒΥ / εκδότης Εμπορική Τράπεζα Αθήνα 1996
  • Ακακία Κορδόση / Γνωρίστε το Μεσολόγγι / εκδόσεις Ασημακόπουλος / Μεσολόγγι 1999
  • Κωσταντίνου Παπαδόπουλου / Τουριστικός Οδηγός Αρχαίας Πλευρώνας / εκδόσεις ΑΛΦΑ / Αθήνα 2001
  • Λύντια Τρίχα / Ο γνωστός και ο άγνωστος Χαρίλαος Τρικούπης / Εκδόσεις Καπόν / Αθήνα 2002

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Παναγιώτης Κρήτας / Το επαναστατημένο Μεσολόγγι στην Ποίηση / περιοδικό Ελληνική Δημιουργία Τ125 / Αθήνα 1953
  • Μεσολόγγι / Αφιέρωμα 7 ημερών Εφημ Καθημερινή 24/4/94
  • Τάκη Ντάσιου / Μάζωξη στην Βαράσοβα / περιοδικό Κορφές / Τ115 Σεπτ – Οκτ. 1995
  • Κώστας Παπανδρέου / Με τη Γαΐτα / περιοδικό Ταξιδεύοντας (το μικρό) / 4 Τροχοί Νοέμβριος 1996
  • Ρούλα Χάιδου – Άγγελος Ρασιάς / Μεσολόγγι / περιοδικό Cosmos / Τ21 Απρίλιος – Μάιος 1997
  • Μνημεία της Αιτωλοακαρνανίας / Αφιέρωμα 7 ημερών Εφημ Καθημερινή 27/9/98
  • Γιώργος Ζαρκαδάκης – Γιάννης Σμαραγδής / Μεσολόγγι / περιοδικό Γαιόραμα / Τ34 Νοέμ – Δεκ.1999
  • Ιωάννα Σωτήρχου – Σπύρος Τσακίρης / Γεύση από Αλάτι / περιοδικό ΓΕΩ / Τ1 Απρίλιος 2000
  • Ντίνα Μπατζιά – Διονύσης Μοσχονάς / Αυγο-ταραχή Ουρανίσκου / περιοδικό ΓΕΩ / Τ88 Δεκέμβριος 2001
  • Μίρκα Παλιούρα / Ευγένιος Ντελακρουά / περιοδικό Γαιόραμα / Τ48 Μάρτιος – Απρίλιος 2002
  • Θάλεια Αργείτη – Μιχάλης Κωσταρής / Μνήμες Ιστορίας / περιοδικό ΓΕΩ / Τ161 Μάιος 2003
  • Θοδωρής Αθανασιάδης – Ζερμαίν Αλεξάκη / Ο αγιασμός των υδάτων / περιοδικό ΓΕΩ / Τ163 Μάιος 2003
  • Διονύσης & Σπυρογεράσιμος Δημητράτος / Μεσολόγγι / περιοδικό Κορφές / Τ164 Νοέμ – Δεκ 2003

Για τις παντοειδείς καταστροφές στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου – Αιτωλικού διαβάστε αναλυτικά , στο περιοδικό ‘’Νέα Οικολογία’’ Ιούνιος ’96 / Το δάσος Φραξιά κινδυνεύει, Οκτώβριος – Νοέμβριος ’99 / Λιμνοθάλασσα Αιτωλικού, Ιούνιος ’00 / Λιμνοθάλασσα Αιτωλικού, του Μεσολογγίτη Ιωάννη Λεονάρδου και τα δύο

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Ενεπεκίδη Π. / Στο πένθιμο Μεσολόγγι του 1824 / Εφημ Καθημερινή 12/9/1999
    Αλέξανδρος – Πηνελόπη Τσαντούλα / Στις εκβολές του Αχελώου / ένθετο Νο 10 2003 στην εφημερίδα Ημερησία.
    Ντίνος Κιούσης / Mezzolaghi / Εφημ Καθημερινή 12/5/02

Για τις παντοειδείς καταστροφές στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου – Αιτωλικού διαβάστε αναλυτικά, στις εφημερίδες, ‘’Καθημερινή’’ 18/9/99 άρθρο της Έφης Χατζηιωαννίδου / ‘’Βαριανασαίνει η λιμνοθάλασσα του Αιτωλικού’’, και ‘’Καθημερινή’’ 8/10/00, άρθρο των, Γιάννη Μακρή – Ελένης Ντινιά – Μπουντάλη / ‘’Έγκλημα στη λιμνοθάλασσα’’, επίσης, το ‘’Βήμα της Κυριακής’’ 21/1/01 άρθρο της, Παναγιώτας Μπίτσικα / ‘’το Υδρόθειο πνίγει το Αιτωλικό’’, και το ‘’Βήμα της Κυριακής’’ 29/9/02 άρθρο των, Παναγιώτας Μπίτσικα – Μάχης Τράτσα / ‘’Καταστρέφεται η λιμνοθάλασσα’’, για την παραπομπή στο ευρωδικαστήριο, δείτε την ‘’Καθημερινή’’ 30/1/04 άρθρο – ανταπόκριση από Βρυξέλες, του Κωνσταντίνου Καλλέργη.

 ΕΥΡΥΤΑΝΙΑ (5602 λέξεις)

ΚΕΡΑΣΟΧΩΡΙ – ΚΡΕΝΤΗΣ – ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ

(Άγραφα 3η εργασία από 6)

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Μάρτιος 2004

Μια Ανάσα μακριά από το Θεό

Τα Άγραφα, ο αγριωπός ορεινός χώρος της πατρίδας μας, εξακολουθεί ακόμα και στις μέρες μας, να είναι απροσπέλαστος πολλές φορές το χρόνο, και για αυτό, ανόθευτος κι’ αληθινός. Μαζί και οι άνθρωποι, αυτοί οι σοφοί, που έμαθαν να φιλοσοφούν τη ζωή, τις αντιξοότητες και την απομόνωση. Αυτός, ο πλούσιος πολιτισμικά τόπος, με τους κατοίκους του, έχει τη δυνατότητα ‘’να ανοίγει τα μάτια’’, σ’ αυτούς που μπορούν ακόμη να βλέπουν, και δίνει στην περιήγηση, διαφορετική οπτική. Ο τόπος και οι άνθρωποι, συγχρωτίζονται με τα ‘’επιτεύγματα’’ της εποχής, αλλά, περιέργως πώς, δεν κρατάνε τίποτε άλλο, παρά μόνο τα χρήσιμα.

Τα κριτήριά τους απλοϊκά κι’ αλάνθαστα, συμβαδίζουν με αυτά που έλειπαν όλα αυτά τα χρόνια. Χρήσιμα και απαραίτητα πια, θεωρούν την επικοινωνία, την ήπια ανάπτυξη, με βάση τους δικούς τους κώδικες, και την ύπαρξη υποδομών για τους ίδιους και για τους επισκέπτες. 

Πράγματα, που για τα περισσότερα μέρη της πατρίδας μας θεωρούνται αυτονόητα, εδώ, σ’ αυτή τη δυσπρόσιτη περιοχή έλειπαν. Σε αυτό συνέβαλε ο τόπος, που με την κυριαρχία των βουνών δυσκόλευε, την παραμονή, αφήνοντας χωρίς φροντίδα  τα δισεπίλυτα προβλήματα επικοινωνίας, υγείας, και μετακίνησης. Άλλαξαν τα χρόνια, άλλαξαν οι άνθρωποι, ήρθαν οι δρόμοι, (1982), και αντί μαζί τους να έρθει η ανάπτυξη, ήρθε η φυγή, ερημώνοντας τα χωριά. Στα βόρεια, οι κορυφές Βουτσικάκι (Καραμανώλη) 2.154 μ), Καράβα (2.184 μ) και Καραβούλα (1.862 μ), πίσω τους τα ξεχασμένα χωριά της Αργιθέας, ανατολικά το Μπορλέρο (Μπορλέρου) (2.032 μ), και εμπρός του η λαμπερή Τεχνητή λίμνη Νικολάου Πλαστήρα ή Ταυρωπού, η Κόψη (1.941 μ), η Σβόνι ή Μαραθιά, (2.042 μ). Δυτικά, το Ντεληδήμι ή Τσουρνάτα (2.163μ) η Φτέρη (2.128 μ), και πίσω τους τα ιστορικά χωριά του Βάλτου, με τους Απεράντιους και τα χρόνια άλυτα προβλήματά τους. 

Όλη αυτή η ορεινή περιοχή των βορείων, (θεσσαλικών) και νοτίων, (Ευρυτανικών) Αγράφων εντάσσεται στη νότια Πίνδο. Με μήκος, Ανατολή - Δύση 75 χλμ, Βορά - Νότου 60 χλμ και με έκταση 2.608.000 στρ, από τα οποία, τα 1.120.000 στρ σκεπάζονται από πανέμορφα δάση Ελάτης - Οξιάς και Βελανιδιάς. Σε αυτόν τον ενιαίο γεωγραφικά, ιστορικά και πολιτισμικά χώρο αναφερόμαστε όταν ονομάζουμε τα Άγραφα. Δυστυχώς, αυτοί οι ασφαλισμένοι από τα βράχια τόποι, ενώ η φυσικοί νόμοι τους θέλουν μαζί, οι ανθρώπινοι τους χωρίζουν σε τέσσερις νομούς, (Αιτωλοακαρνανίας, Ευρυτανίας, Καρδίτσας, Φθιώτιδας), με ότι αυτή η διοικητική διαίρεση, επιφέρει στους οικισμούς, και στην ανάπτυξη τους. Ο νομός Ευρυτανίας, που ανήκει το μεγαλύτερο και αγριότερο τμήμα του Αγραφιώτικου τοπίου, ‘’χωρίζεται’’ από την Ε.Ο. Λαμίας – Αγρινίου στο νότιο, (Καλιακούδα – Χελιδόνα – Παναιτωλικό) και τον βόρειο κλάδο των Αγράφων. 

Ανάλογα από που θα γίνει η είσοδός σας στον ορεινό όγκο, (δύσκολα από Λίμνη Πλαστήρα ή το Βλάσι - ευκολότερα από Αγρίνιο ή  Καρπενήσι), αρχίζει και το ταξίδι.  Θα ήταν άδικο να μην αναφερθεί, ότι ο καλύτερος τρόπος προσέγγισης των θαυμάσιων, φαινομενικά απροσπέλαστων ορεινών όγκων, είναι η πεζοπορία. Όλες οι κορυφές που αναφέρονται, όλες οι διαδρομές που θα αναφερθούν1, γίνονται κυρίως με τα πόδια από πολλούς φυσιολάτρες. Υπάρχει καλή σήμανση, ειδικά του μονοπατιού Ε-4 που διασχίζει απ’ άκρον εις άκρου τη χώρα. Ειδικότερα για τις πεζοπορικές διαδρομές ή τις αναρριχήσεις στις κορυφές, όλοι οι ορειβατικοί σύλλογοι της χώρας, σχεδόν κάθε μήνα διοργανώνουν κάποια εξόρμηση. Μην αποπειραθείτε μόνοι σας ή με παρέα την ‘’κατάκτηση’’ οποιασδήποτε διαδρομής ή κορυφής. Υπάρχουν δυσκολίες ή προκύπτουν πολύ γρήγορα, που και οι ‘’μυημένοι’’ καμιά φορά τα χάνουν.

Τη γνωριμία με τον χώρο από τη γέφυρα της Επισκοπής προς Κρέντη – Άγραφα την περιγράψαμε, (βλ. ‘’Λίμνη Κρεμαστών – Άγραφα’’ τομ Α’ 0-300 1999), από εκεί που ανοίγονται, οι ‘’καλύτερες’’ νότιες διαδρομές2 , προς Προυσό - Μεγάλο - Μικρό Χωριό, (βλ. ‘’Καρπενήσι – Προυσός – Μεγάλο χωριό – Στουρνάρα – Πανταβρέχει – Ροσκά’’ τομ Γ’ 0-300 2001). Η είσοδος από την σήραγγα Τυμφρηστού, προς Κερασοχώρι - Κρέντη – Μοναστηράκι – Άγραφα, είναι εξ’ ίσου εντυπωσιακή, με πολλές ευκαιρίες παράκαμψης, σε χωματόδρομους και διαδρομές, έξω από το ασφάλτινο οδικό δίκτυο. Μεταξύ τους, περνάτε από ξεχασμένους οικισμούς, απότομες ανηφοριές, ορεινά περάσματα, δάση με πλατάνια, ποτάμια, παλιά ξύλινα και πέτρινα παραδοσιακά γεφύρια, με κατεύθυνση τα Χωριά της Αργιθέας ή στα Ανατολικά - τη λίμνη Ν. Πλαστήρα. 

Εικοσιεπτά περίπου χλμ, όλο στροφές, από Καρπενήσι μέχρι την ομώνυμη του ποταμού, γέφυρα Μέγδοβα (310 μ. υψ), κάνουν σχεδόν αναγκαστική τη στάση. Εδώ υπάρχει καφενείο, (πρώην χάνι Μέγδοβα), και η ‘’βάση’’ της εταιρείας trekking Hellas, που κάνει κοινό κτήμα, τη χαρά του κανόε – καγιάκ, στους απανταχού εραστές του υδάτινου στοιχείου. Η κατάβαση του ποταμού διαρκεί περίπου δύο ώρες, ενώ στα μισά της διαδρομής γίνεται η καθιερωμένη στάση, στον μικρό καταρράκτη. Εκεί, όποιος επιθυμεί, παίρνει μαθήματα αναρρίχησης στους λείους υγρούς βράχους. Πριν τη γέφυρα, αλλά και μετά, έχει σκιερά πλατώματα για σκηνές, και ειδικά το καλοκαίρι το σημείο προσφέρεται για κολύμπι στα δροσερά νερά του ποταμού. Κάποια ερείπια πετρόχτιστων κτισμάτων, δίπλα, (το πιθανότερο θάλαμοι στρατιωτών & πολυβολείο), σας πάνε χρόνια πίσω, και θυμίζουν τη στρατιωτική παρουσία. Μια από τις κυριότερες διαβάσεις ήταν εδώ, προς Καρπενήσι και Βίνιανη, και ‘’έπρεπε’’ να ελέγχετε όλο το εικοσιτετράωρο. 

Μετά τη γέφυρα, φεύγει αριστερά σας, ανηφορικός στρωτός χωματόδρομος που παραλίμνια, βγάζει στην γέφυρα της Επισκοπής, σε μια εκπληκτικής ομορφιάς διαδρομή, όλο χρώματα, από τη λίμνη και το γύρω κατάφυτο τοπίο. Αυτή η διαδρομή, παρακάμπτει όλο το ορεινό ασφαλτοστρωμένο δίκτυο, συντομεύοντας κατά πολύ την άφιξη στο Αγρίνιο. Στον κεντρικό δρόμο τώρα, προς Κερασοχώρι, περνάτε από το καφενεδάκι του οικισμού Παρκιό (350 μ. υψ). Μικρότερο το κόστος των μεζέδων, από το προηγούμενο, και σαφώς πιο ντόμπρο το τσίπουρο. Η ‘’Ε.Ο.’’ συνεχίζει προς Φραγκίστες, αλλά ο δρόμος προς Κερασοχώρι σας φέρνει, από μια γενναία ανηφόρα, στη Νέα Βίνιανη.

Ανεβαίνοντας τον κεντρικό δρόμο υπάρχει παράκαμψη, με σήμανση που οδηγεί στο Πέτρινο γεφύρι της Βίνιανης, (2 χλμ 300μ), σε ένα φανταστικό τοπίο, με το ποτάμι να προκαλεί για βουτιές. Ο χωματόδρομος που κατεβήκατε έως εδώ, και το μονοπάτι, απέναντι από το γεφύρι, είναι τμήμα του Ε – 4, που συνεχίζει μέχρι τον οικισμό Στένωμα, περνά τον Άγιο Αθανάσιο και φτάνει στο Καρπενήσι. 

Στην Νέα Βίνιανη (560 μ. υψ), υπάρχει καφενείο – ταβέρνα πάνω στο δρόμο, ενώ απέναντι, στο ύψωμα, είναι η Κοίμηση της Θεοτόκου, με μεγάλο προαύλιο χώρο, για σκηνές. Η Νέα Βίνιανη, στη θέση ‘’λιβάδια’’, κτιζόταν από το 1968, έως το 1973, χρονιά που παραδόθηκαν στους δικαιούχους τα καινούργια σπίτια. Στις 5 Φεβρουαρίου του 1966 ήταν που έγινε ο μεγάλος σεισμός στη περιοχή, και κατέστησε την Ιστορική Παλιά Βίνιανη (620 μ. υψ), ακατοίκητη. Το παλιό χωριό, είναι ευρύτερα γνωστό από την απόφαση της ίδρυσης της Π.Ε.Ε.Α., (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης), που ελήφθη στο σπίτι του αγωνιστή, μέλους της κεντρικής επιτροπής του Ε.Α.Μ., αείμνηστου Σταύρου Κανελλόπουλου. 

Από τις 10 Μαρτίου 1944, και μετά, η Π.Ε.Ε.Α. στελεχώθηκε από χιλιάδες εθελοντές, που μετείχαν στα όργανα που καθιέρωσε η ‘’Κυβέρνηση του Βουνού’’, και η Βουλή των Κορυσχάδων. Στους νέους θεσμούς, όπως τα Λαϊκά δικαστήρια, η Λαϊκή δικαιοσύνη, και η Λαϊκή Τοπική Αυτοδιοίκηση, κ.α. συμμετείχαν όλοι. Επόμενο βήμα υπήρξε, ‘’η Βουλή του Βουνού’’ με την ίδρυση του Εθνικού Συμβουλίου των Κορυσχάδων, στις 14 Μαΐου του 1944. 

Το παλιό πετρόχτιστο χωριό με τα διώροφα αρχοντικά, τα πετρόχτιστα καλντερίμια, έχει μείνει να θυμίζει τη παλιά του αίγλη. Να την επισκεφθείτε, βλέποντας μεταξύ άλλων, το παλιό σχολείο, που αναστηλωμένο πια, στεγάζει το μουσείο Εθνικής αντίστασης. Πιο κάτω, μια εκπληκτικής ομορφιάς διαδρομή, οδηγεί στην παράμερη Χρύσω, τον απρόσιτο Αγ. Δημήτριο, και από εκεί, στον απροσπέλαστο ‘’δρόμο’’ που περνά σύρριζα, από την κορυφή ‘’Ουρανός’’ (1619 μ υψ.), καταλήγοντας ή (αριστερά) Κλοπουκίτσα – Κερασοχώρι ή (δεξιά) στο Μάραθο. Η συνέχεια του δρόμου, αν αγνοήσετε την δστ προς Χρύσω, σας φέρνει στη Μαυρομάτα, και στον ορεινό χώρο των Ανατολικών Αγράφων. 

Σαράντα ένα χλμ από Καρπενήσι, και φτάνετε στο Κερασοχώρι (παλιά Κεράσοβο στα 1000 μ. υψ), έδρα του Δήμου Βίνιανης που περιλαμβάνει τα χωριά Δάφνη, Χρύσω, Μαυρομάτα, Αγ. Δημήτριος, Βίνιανη, με συνολικό πληθυσμό 1436 κατοίκων. Ένα μεγάλο, παλιό κεφαλοχώρι, που συγκεντρώνει την κίνηση όλων των γύρω χωριών. Στο καφενείο, της πλατείας ο κυρ – Κώστας θα σας περιποιηθεί, αναλόγως την ώρα που θα φτάσετε, με μεζέδες ή δροσερό καφέ. Ότι πρέπει για ανασύνταξη, αφού από εδώ ή από τον Κρέντη, αρχίζει η ουσιαστική επαφή με τα Δυτικά Άγραφα. Αξιοθέατα του, εκτός από τα πολύ ωραία πετρόχτιστα αρχοντικά, που επιβάλλονται με τη παρουσία τους, είναι τα ερείπια του αρχαίου τείχους και η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής (1780), με πολύ ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες. 

Όλη η Επαρχία Αγράφων3, ανάμεσα από το όρος Τυμφρηστός και τον ποταμό Αχελώο, αποτελούσε στους προεπαναστατικούς χρόνους, αλλά και κατά τη διάρκεια του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα του 1821, βασικό δρόμο επικοινωνίας της Αιτωλοακαρνανίας με τη Θεσσαλία. Οι διεσπαρμένοι, (από τότε), κάτοικοι των Αγράφων, που δεν αποτελούσε ενιαίο οικιστικά χώρο, αλλά ενιαίο ιστορικά και πολιτισμικά, σήκωσαν τη σημαία της επανάστασης, εδώ, στο Κερασοχώρι, στις 10 Μαΐου 1821, αφού το Καρπενήσι είχε απαλλαχθεί από την Τούρκικη παρουσία. Όσοι Τούρκοι ήταν τότε στα χωριά της επαρχίας, διώχτηκαν χωρίς αιματοχυσία. Η επανάσταση όμως, δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, παρά τον ηρωισμό που έδειξαν οι αρχηγοί, Σταμούλης Γάτσος (που αργότερα άλλαξε  ιδέες), Λογοθέτης Ζώτος, Κωνσταντίνος Βελής4 (προσθήκη 27/3/07 δες Γκιόλια Ιστορία νεότερων χρόνων σελ 96) (από το Κερασοχώρι, μέλος της Φιλικής εταιρίας), Κωσταντίνος Βουλπιώτης, Χρήστος Σουλιώτης, Στουρνάρας, Γουδέλης, οι Γιολδασαίοι κ.α. 

Αποτέλεσμα ήταν, ο πασάς της Λάρισας Μαχμούτ (Δράμαλης), να απωθήσει τους επαναστάτες και να ‘’ανακαταλάβει’’ τα Άγραφα, τοποθετώντας μετά την υποταγή τους, ισχυρές δυνάμεις στην Ρεντίνα, (18 χλμ από Φουρνά), που έως τότε είχε μικρή φρουρά. Το ‘’αυτοδιοίκητο’’5 των Αγράφων, αναδεικνύεται στην απάντηση του Καποδίστρια σε επιστολή που έστειλε ο πρίγκιπας του Σαξ – Κοβούργ, Λεοπόλδος τον Φεβρουάριο του 1830, στον τότε κυβερνήτη της Ελλάδος, και καθόριζε, μεταξύ άλλων, τα σύνορα της Ελλάδος - Τουρκίας εκ νέου, στην ‘’γραμμή Ασπροποτάμου’’. 

Απαντώντας ο Καποδίστριας είπε ‘’ποτέ δεν θα παύσω να λέγω ότι οι οκτώ επαρχίαι που θα μείνουν πάλιστον οθωμανικό ζυγό η Ακαρνανία, η Βόνιτσα, ο Βάλτος, ο Βλοχός, τα Άγραφα, το Κράββαρι, το Καρπενήσι, και το Πατρατζίκι, κατοικούνται από 80.000 - 100.000 χριστιανούς και είναι γνωστό ότι αυτές οι επαρχίες ουδέποτε υπετάχθηκαν ολοτελώς εις την Πόρτα’’. Αυτό το ‘’ολοτελώς’’, συνδέεται με την συμφωνία που είχε κάνει ο Καραϊσκάκης, (ώστε να διατηρήσει το αρματολίκι του στα Άγραφα), με τον  Ρεσήτ πασά της Θεσσαλίας, που έλεγε ‘’να μην πατήσει Τούρκος ή Έλληνας ένοπλος στα Άγραφα’’, (βλ. και Αρσενίου ‘’το έπος των Θεσσαλών σελ 70 – 71).

Από το Κερασοχώρι ξεκινάει ο παμπάλαιος δρόμος που καταλήγει στα Άγραφα από μια άγρια, μεγαλοπρεπή διαδρομή, σαράντα πέντε χλμ, περνώντας από τον μικρό ποιμενικό συνοικισμό της Κλοπουκίτσας, τον Ιστορικό Μάραθο και την Παραμερίτα. Να την χρησιμοποιήσετε αυτή τη διαδρομή, γυρνώντας από το χωριό Άγραφα, ειδικά το καλοκαίρι που είναι σίγουρα ανοιχτή. Λίγο πριν τον συνοικισμό του Κερασοχωρίου, Κρέντη, υπάρχει το μοναδικό βενζινάδικο στην περιοχή, και καλό θα ήταν να γεμίσετε, εκτός το ντεπόζιτο, και κάποιο εύκαιρο τετράλιτρο, τουλάχιστον. Ο Κρέντης (740 μ. υψ), αποτελεί το ιδανικό ορμητήριο για τα χωριά των Δυτικών Αγράφων. Οδηγός σας ή πληροφοριοδότης αν προτιμάτε, για πεζοπορίες και διαδρομές στην περιοχή, είναι ο Αργύρης Μάκκας, ο οποίος, μαζί με τον αδελφό του Γιώργο, έχουν το φιλόξενο αγροτουριστικό ξενώνα του χωριού. 

Από εδώ η πρόσβαση στο μοναστήρι της Τατάρνας ή το πέτρινο, μισοβυθισμένο, γεφύρι του Μανώλη,είναι εύκολη κι’ αν υπάρχει χρόνος, απαραίτητη. (δες συνοπτική παρουσίαση ‘’Λίμνη Κρεμαστών – Άγραφα’’ τομ Α’ 0-300 1999). Από τον Κρέντη, περνά το διεθνές μονοπάτι Ε-4, που όπως και σε άλλα μέρη, σε αυτό το σημείο, (έως Κερασοχώρι), είναι ασφαλτοστρωμένο. Λίγο μετά το χωριό, συναντάτε ‘’του πουλιού τη Βρύση’’, με το ολόδροσο νερό. Εδώ έγινε μεγάλη μάχη τον Ιούλιο του 1806 μεταξύ του Κατσαντώνη και του δερβέναγα Χασάν Μπελούση. Η ασφάλτινη διαδρομή συνεχίζει, κατηφορίζοντας αριστερά. Αγνοείστε την δστ, αριστερά σας, (εκτός αν κατευθυνθείτε στα προαναφερθέντα μνημεία), και συνεχίστε ευθεία, στον κακοτράχαλο χωματόδρομο. 

Ταξιδεύοντας, όλο και περισσότερο θαυμάζετε, τα μεγαλειώδη τοπία, γεμάτα έλατα, πλατάνια, και πεύκα χαμηλότερα, τον φιδίσιο Αγραφιώτη, που τις περισσότερες ώρες περπατάτε ή οδηγείτε αντίθετα από την κατεύθυνσή του. Τα Άγραφα θεωρούνται από τις δύο – τρεις περιοχές της Ευρώπης, και της Ελλάδας με το καθαρότερο περιβάλλον, με το μεγαλύτερο μέσο όρο ετήσιας βροχόπτωσης (+ / - 1800 χιλιοστά). Ο πλούσιος σε νερό Αγραφιώτης τροφοδοτείται, ειδικά τον χειμώνα, από δεκάδες ρυάκια και παραπόταμους.

Διασχίζοντας τα Άγραφα, χωρίζοντάς τα σε Ανατολικά και Δυτικά, εκβάλει, μετά από μια διαδρομή τριάντα τέσσερα χλμ, μαζί με τον Αχελώο και τον Μέγδοβα, (Αρχ Καμπύλος) σχηματίζοντας την τεράστια, πανέμορφη, όσο και άγνωστη, λίμνη Κρεμαστών. Πριν την δημιουργία της λίμνης, η διαδρομή του ήταν εξήντα χλμ, και ενώνονταν με τον Αχελώο και τον Μέγδοβα. Συνταρακτικά τοπία, πολύμορφες σάρες, εκπληκτικό οικοσύστημα, απότομες χαράδρες, μονοπάτια, και παντελής έλλειψη ανθρώπων και κίνησης γενικότερα. Μοναδικός αμόλυντος τόπος, που η παρουσία σας ξενίζει τα πουλιά και τα ζώα που σίγουρα σας βλέπουν, απ’ τα δέντρα και τους θάμνους.

Από εδώ φαίνεται, αρχίζουν τα δύσκολα. Μια στροφή, αποκαλύπτει ξαφνικά την εκπληκτική θέα του Αγραφιώτη και την μικρή πετρώδη κοιλάδα του. Έχετε μπει στον Δήμο Αγράφων, (Φ.Ε.Κ. 244 Τεύχος Α’/4/12/1997) που περιλαμβάνει τα χωριά Μοναστηράκι, Άγραφα, Επινιανά, Μάραθο, Τρίδεντρο, Τροβάτο, Βραγγιανά και 52 συνοικισμούς (πληροφορία του Δημάρχου Χρήστου Μπούρα σε τηλεφωνική επικοινωνία 22/9/08 ω13:48). Αποτέλεσε την μεγάλη έκπληξη στην απογραφή του 2001 παρουσιάζοντας αύξηση, ούτε λίγο ούτε πολύ 266,3%!. Από 2278 κατοίκους την περασμένη δεκαετία, (ενδέκατος – τελευταίος, στην λίστα των δήμων) βρέθηκε με 3707 κατοίκους, δεύτερος πολυπληθέστερος δήμος στην Ευρυτανία, με πρώτο τον δήμο Καρπενησίου.

Η αίσθηση που αποκομίζετε είναι πρωτόγνωρη, κυρίως για τον περιβάλλοντα χώρο, με τα τεράστια πλατάνια και τον κρυστάλλινο Αγραφιώτη να κυριαρχεί στο τοπίο. Η κατάσταση του δρόμου, ίδια, δεν άλλαξε τίποτα, λακκούβες, νεροφαγώματα, πέτρες, ωραία. Λένε, ότι σύντομα θα ασφαλτοστρωθεί. Το συζητάνε εδώ και χρόνια, μάλλον πλησιάζει η ώρα, και το πιθανότερο είναι να απομυθοποιηθεί πλέον η πρόσβαση εδώ. Αν έχετε χρόνο εφέτος, κάντε μια βόλτα, γιατί μάλλον δεν θα είναι ποτέ το ίδιο. 

Χωρίς να το καταλάβετε, φτάνετε στην Βαρβαριάδα έναν μικρό οικισμό, περνώντας το ‘’κλεφτολήμερο’’. Μια στάση, στο παλιό καφενεδάκι και την βρύση με το δροσερό νερό, του κυρ Λάμπρου Κοντογούνη, επιβάλλεται. Εδώ, ήταν επί εβδομήντα (1937) και παραπάνω χρόνια, το παλιό χάνι Βαρβαριάδας, του αείμνηστου Γεωργίου Κ. Κοντογούνη, που εξυπηρετούσε και εξυπηρετεί ακόμα όλους τους κατοίκους του Δήμου Αγράφων. Αμέσως μετά, η διαδρομή μπαίνει για τα καλά στο Αγραφιώτικο τοπίο, περνά μια νέα τσιμεντογέφυρα, τον ‘’οικισμό’’ (3 σπίτια) της Κωνσταντίνας, και φτάνει στην δστ για Μοναστηράκι. Εκεί, στο συνοικισμό Κοτσίστα ή Κωστίτσα, είναι το δεύτερο καφενεδάκι – ταβέρνα – σπίτι, του κυρ Σπύρου Γαντζούδη, που ανάλογα την ώρα, θα σας φτιάξει κάτι νόστιμο, για να πορευθείτε μέχρι το χωριό. 

Πλησιάζοντας από τον απότομο, ανηφορικό χωματόδρομο, (ανοίχθηκε το 1983 και με προσωπική εργασία) σε ένα από τα πιο απομονωμένα χωριά του τέως, και νυν Δήμου Αγράφων, το Μοναστηράκι, πραγματικά σας πιάνει δέος. Από αριστερά σας χάσκει άγριος και απύθμενος θαρρείς, ο γκρεμός, και βαθιά κάτω, ακούγεται το ρέμα του ποταμού Μοναστηρακιώτη που τρέχει παφλάζοντας να ενωθεί με τον Αγραφιώτη. Λίγο πριν μπείτε στο χωριό, δεξιά σας, μια ‘’δύσκολη’’ αλλά εκπληκτική διαδρομή, στις ράχες της ‘’Λιάκουρας’’ (2040 μ. υψ), ανηφορίζει περίπου στα 1600 μ υψ, φτάνοντας στους κτηνοτροφικούς ‘’συνοικισμούς’’ (2 – 3 σπίτια), Λαγκάδα, Κοτρώνι, δστ για Πλατανιά (1000 μ υψ), και  Βλαχοπούλα, με την εκπληκτική θέα, πλησιάζοντας στο Προσήλι και τις πηγές των ρεμάτων της Φτέρης, και του Τριβαλορέματος. 

Με το ελαφρύ εντουράκι σας θα φτάσετε κοντά στο τελευταίο και μετά με τα πόδια προς το ρέμα. Σε αυτούς τους μικρούς συνοικισμούς, (όπως και στους άλλους, κάτω στον Αγραφιώτη), αναδείχθηκε όσο πουθενά αλλού, η αυτόνομη αγροτοκτηνοτροφική οικονομία. Κάθε σόι, είχε δικούς του πόρους, προερχόμενους από μικρούς κλήρους, όπου έσπερναν τα απαραίτητα για την οικογένεια. Λίγα οικόσιτα ζώα, (πρόβατα – γουρούνια), συμπλήρωναν το πενιχρό έτσι κι’ αλλιώς εισόδημα. Οι κακουχίες, η αδιαφορία, έφεραν αυτή την ερήμωση. Μόνο η Βλαχοπούλα, (1200 μ υψ), ‘’κατοικείται’’ στις μέρες μας, και αυτό, μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες (λεπτομέρειες και χάρτη βλ. περιοδικό Κορφές τ.127 σελ. 71). 

Κατηφορική πεζοπορία από τον Πλατανιά, σε μονοπάτι που αλλού φαίνεται και αλλού έχει ‘’σαρίσει’’, σας φέρνει στο θεϊκό ρέμα της Φτέρης. Η διαδρομή κρατά +/- 3ω και βγάζει στο συνοικισμό της Φτέρης Επινιανών, με τους ξακουστούς μεγαλοκτηνοτρόφους, (Κουτρουμανέοι, Αρωνιαδαίοι, Αποστολέοι κ.α.), και στο πέτρινο γεφύρι της Ανηφόρας, πάνω στη συμβολή του Ρέματος της Φτέρης με τον Αγραφιώτη, απ’ όπου ή ανεβαίνετε στα Επινιανά (βόρεια), ή συνεχίζετε τον Αγραφιώτη μέχρι τον Καρβασαρά, (νότια), στο καφενεδάκι του κυρ – Σπύρου Γαντζούδη.

Όλη η ορεινή περιοχή της Ευρυτανίας, (αυτό δεν είναι ευρύτερα γνωστό) χτυπήθηκε από καταστρεπτικούς σεισμούς στις 5 και 6 Φεβρουαρίου 1966, και οι πολλοί τότε κάτοικοι, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές εστίες τους. Η διοίκηση, αδιαφορώντας για τις πληγές που άνοιξαν οι σεισμοί, άφησε τα χωριά να ερημώσουν, και τους κατοίκους να μετακινηθούν και να εγκατασταθούν μονίμως πλέον σε άλλους τόπους, ενώ πολλοί ακολούθησαν τον δύσκολο δρόμο της μετανάστευσης. Για να αντιληφθείτε την κατάρρευση λόγω της σεισμικής δραστηριότητας, αρκεί να αναφέρουμε ότι από τις διακόσιες δεκαεπτά οικογένειες του χωριού Μοναστηράκι, (περίπου 900 κάτοικοι) μετά τους σεισμούς, έμειναν μόλις εικοσιτρείς!

Μπαίνοντας στο Μοναστηράκι (700 μ. υψ), δεξιά σας, είναι η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου, η Παναγιά, με μεγάλο πλακοστρωμένο προαύλιο. Αν έρθετε βράδυ, μπορείτε να στήσετε σκηνή, δίπλα, υπάρχει βοηθητικός χώρος, βρύση με νερό, κ.λπ. Πιο πέρα από την εκκλησία, (900μ.) είναι άλλη μικρότερη και ερειπωμένη, του Αγίου Αθανασίου. Εκεί, υπάρχουν και άλλα κτίσματα που οι ντόπιοι λένε ότι ήταν τα κελιά των καλόγερων από το μεγάλο μοναστήρι του Αγίου Αθανασίου, που λειτουργούσε και σαν ‘’κρυφό σχολειό’’. Ήταν η αγαπημένη όλων των οπλαρχηγών, και του ήρωα Κατσαντώνη.

Το χωριό, ειδικά τους χειμωνιάτικους μήνες, σας δίνει με την πρώτη ματιά, την αίσθηση της εγκατάλειψης. Αρκετά σπίτια είναι ερειπωμένα, όμως άλλα τόσα ξανακτίζονται, πράγμα που σημαίνει ότι οι κάτοικοι νοιάζονται. Μοναδικά σημάδια για να καταλάβει κάποιος αν είναι μόνος του ή όχι, είναι οι .... καμινάδες από τα τζάκια ή τα μπουριά από τις σόμπες, που καπνίζουν, και κάποια απλωμένη για να στεγνώσει κουρελού ή βελέντζα. Μετά την εκκλησία, αριστερά στο μεγάλο πλάτωμα, είναι ένα καινούργιο καφενείο (άνοιξε το 2003), με όμορφη θέα προς το χωριό. Πιο κάτω, προς το κέντρο, βρίσκεται το κλασικό παμπάλαιο λιθόχτιστο καφενείο, του Χρήστου Μπακογιάννη, ακόμα όρθιο. Τσιπουρομεζέδες και φαγητό πάντα υπάρχουν, να μην πείτε όχι. Το χειμώνα εν αντιθέσει, με το καλοκαίρι μένουν ελάχιστα άτομα εδώ. Το σχολείο, στην άκρη του χωριού, στον λόφο, φαίνεται από παντού, και μέχρι πριν λίγα χρόνια είχε αρκετά πιτσιρίκια. Μεγάλωσαν, έφυγαν, και αυτό ήταν. Σ’ ένα χωριό που το ρεύμα ήρθε το 1990, (10 Νοεμβρίου), τι περιμένει κανείς. 

Στο μέσο του οικισμού, είναι κτισμένη από Τζουμερκιώτες μαστόρους, με τη βοήθεια και την προσωπική εργασία των κατοίκων, η λαμπρή εκκλησία του Αγίου Δημητρίου (1908), πολιούχου του χωριού. Το καρυδένιο τέμπλο της, είναι σκαλισμένο από τον ξυλογλύπτη Ψυχογιό με καταγωγή τη γειτονική Δυτική Φραγκίστα. Από την κεντρική πλατεία, τον ‘’πλάτανο’’ των ντόπιων, ένα στρωτό καλντερίμι ανηφορίζει μέχρι το σχολείο, στη θέση ‘’Κάστρο’’. Εδώ, σύμφωνα με τα λεγόμενα των κατοίκων αλλά και τους μεγάλους λιθογκόλιθους που υπάρχουν στην πλαγιά του λόφου, υπήρχε αρχαίο κάστρο – παρατηρητήριο. Πολύ αργότερα κτίστηκε η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και στα ερείπια της θέσης της, το 1955, έγινε το λιθόκτιστο σχολείο. Σήμερα, με δαπάνες του Γεωργίου Κ. Χρυσικού ανοικοδομήθηκε στο ψηλότερο σημείο του λόφου η νέα εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, στολίδι του χωριού με την καλύτερη θέα. 

Στην πλατεία δεξιά, ο χωματόδρομος κατηφορίζει, μέχρι το ρέμα του Μοναστηριώτη. Εκεί υπάρχουν ακόμα, τα ερείπια του παλιού νερόμυλου (του Τόλη βλ. Ευρυτανικά χρονικά τ.29 σελ 36), το πέτρινο γεφύρι, και το σπιτάκι του ανάδοχου, για το υδροηλεκτρικό έργο (Μ.Υ.Κ. = Μικρά Υδροηλεκτρικά Έργα), από αυτά που σε λίγα χρόνια θα διαχειρίζονται την ‘’οικολογική’’ ενέργεια που παράγετε από το νερό. Από εκεί  η πεζοπορική διαδρομή, σας φέρνει σε +/- 6ω μέσω ‘’Παπαδιάς’’ (1750 μ. υψ), στην ψηλότερη κορυφή της περιοχής, ‘’Λιάκουρα’’ (2043 μ. υψ). 

Η διαδρομή που ενδιαφέρει, φεύγει από τον παλιό νερόμυλο και συνεχίζει κανονικά στον απαίσιο, στενό χωματόδρομο μέχρι που περνάει, το δεύτερο πέτρινο παραδοσιακό γεφύρι του χωριού, το ‘’ψηλό γεφύρι’’ των ντόπιων, όπου χειροτερεύει, (ο δρόμος). Ανεβαίνετε μια δύσκολη ανηφορική, όλο φουρκέτες διαδρομή, που σκαρφαλώνει με υπομονή στις πλαγιές της τοποθεσίας ‘’Πουρναράκι’’ και Παλιόρογκα. Πιο ψηλά το βουνό ‘’Νερούτσικο’’ και το ‘’Διάσελο’’. Στη ράχη, πάνω και αριστερά από το χωριό, στο βουνό Πύργος, με θέα στον Αγραφιώτη, υπάρχει η φημισμένη ‘’σπηλιά του Κατσαντώνη’’ όπου άρρωστος και ανήμπορος από ευλογιά, ο ‘’αετός των Αγράφων’’, κατέφυγε για να μην τον βρουν οι διώκτες του. Ανήμπορος πια, αυτός που δοξάστηκε, αποθεώθηκε και τραγουδήθηκε όσο κανένας άλλος. Χαρακτηριστικό το απόσπασμα: ‘’Ο Κατζαντώνης, και ο Λεπενιώτης αδελφός του κατετρόμαξαν τα εκλεκτότερα στρατεύματα, και τους ανδρειοτέρους αρχηγούς του Αλή Πασά, ώστε αν δεν συνελάμβανε δια προδοσίας τον πρώτον ασθενή όντα, και δεν εδολοφόνει τον δεύτερον, δυσκόλως ήθελε τους καταβάλει δια των όπλων, (Χ. Περραιβός – Ιστορία Σουλίου και Πάργας, σελ 24). Τελικά, βαριά άρρωστος, χωρίς να μπορεί να μετακινηθεί, μετά από παρακολούθηση; του μοναχού που του πήγαινε συχνά - πυκνά φαγητό, ο αγωνιστής – πολέμαρχος, (τιμητικός τίτλος που εδόθη από τον Καποδίστρια και τον Βαρνακιώτη) συνελήφθη, μαζί με τον αδελφό του Γιώργο Χασιώτη από το απόσπασμα του Άγου Μουχουρντάρη. 

Η σκληρή μάχη για τη σύλληψή τους, κράτησε επτά ώρες και σε αυτή χάθηκαν και οι πέντε σύντροφοι του αγωνιστή. Οι πολλαπλάσιοι διώκτες, τους μετέφεραν στα Γιάννινα όπου μαρτυρικά θανατώθηκαν το 1807 ή το 1808 (Σταμέλος,  186, 187, 188). Η δεύτερη εκδοχή αναφέρει ότι το απόσπασμα του Μουχουρντάρη μπήκε στο σπίτι του Γιάννη Γκούρλια για πλιάτσικο, και πήγε να πάρει και ένα μεγάλο καρπούζι, που ήταν για τον ‘’καπετάνιο’’. Ο μικρός γιος του Γκούρλια φώναξε ‘’μην το πειράζετε…. είναι για τον καπετάνιο’’. Αυτό ήταν. Οι Τούρκοι το ανέφεραν στον Μουχουρντάρη, και αυτός βασανίζοντας και απειλώντας την οικογένεια, απέσπασε την τοποθεσία του κρησφύγετου.

Εκεί που σήμερα τοποθετείται η ‘’σπηλιά’’, δεν υπάρχει παρά μια εσοχή ένα μικρό πλάτωμα, στο βράχο. Το να την εντοπίσετε είναι τουλάχιστον ευφάνταστο, το ίδιο ισχύει και για τη βρύση ‘’του Κατσαντώνη’’, μόνη λύση ο ντόπιος οδηγός. Εντυπωσιάζει πάντως η αδιαφορία. Τόσα χρόνια, όλοι οι επισκέπτες ψάχνουν, ρωτούν, και ενδιαφέρονται για το πώς θα πάνε στη σπηλιά, και ο ‘’μακάριος’’ Δήμος Αγράφων, ακόμα δεν έχει τοποθετήσει σήμανση. Ας ελπίσουμε, ότι η νέα Δημοτική αρχή, θα δει διαφορετικά το θέμα ‘’σήμανση’’. 

Από εκεί, η συνέχεια της διαδρομής, σπαρμένη θαρρείς όλο κοτρόνες, βγάζει στο συνοικισμό του χωριού Μοναστηράκι, Κεφαλόβρυσο (παλιό Σίχνικο), με τις δύο παλιές εκκλησίες, τον Άγιο Νικόλαο και τον Άγιο Παντελεήμονα και συνεχίζει προς το εγκαταλειμμένο Παλιό Παλιοκάτουνο, το Νέο, και το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη. Εκεί, προσεγγίζει τον κεντρικό προς Βούλπη ή προς το Κάστρο της Τσούκας, το γεφύρι του Μανώλη και τη Δ. Φραγκίστα ή τον Κρέντη. Μια μικρή διαδρομή + / - 25 χλμ (Μοναστηράκι – Γέφυρα Κρυονερίου), που ούτε στην φαντασία σας υπάρχει. 

Όλη η κατάφυτη παρθένα περιοχή, διαθέτει μοναδικά, άγρια τοπία που την χαρακτηρίζουν. Δεν είναι τυχαίο ότι κυρίαρχα στις παραδόσεις του τόπου είναι τα ξωτικά, οι νεράιδες και οι κρυμμένοι θησαυροί. Κάθε σημείο, η παραμικρή τοποθεσία, συνοδεύεται και από έναν θρύλο, μια μεταφυσική έκφραση. Από το Μοναστηράκι, αν δεν ακολουθήσετε τη διαδρομή προς τη σπηλιά του Κατσαντώνη, μπορείτε να γυρίσετε πίσω, στη διασταύρωση, ακολουθώντας τον κεντρικό δρόμο προς τον εγκαταλειμμένο πια Καρβασαρά, παλιό κόμβο των καραβανιών που διέσχιζαν την περιοχή. Από εδώ, υπάρχουν δύο βασικές διαδρομές

Η πρώτη, πεζοπορική, οδηγεί αριστερά στην κοίτη του Αγραφιώτη, φτάνει στο ασυντήρητο, (τέσσερα πέτρινα γεφύρια χάσαμε φέτος το χειμώνα – ’03 – ’04), πέτρινο παραδοσιακό γεφύρι της Ανηφόρας, το θαυμάσιο φαράγγι της Τρύπας με τους καταρράκτες του, ιδανικό για καλοκαιρινή διάσχισηκαι το ρέμα της Φτέρης, ανηφορικά αυτή τη φορά. Η συνέχεια της πεζοπορίας, (υπάρχει αραιή σήμανση), θα σας φέρει στα Επινιανά. Αυτή η ‘’στράτα’’ όπως την λένε οι ντόπιοι, ήταν ο μόνος δρόμος επικοινωνίας των Αγραφιώτικων χωριών με το Καρπενήσι. 

Η δεύτερη διαδρομή, οδική βγάζει στη Βαρβαριάδα, (που προσπεράσατε πηγαίνοντας στο Μοναστηράκι), και από εκεί στο Μάραθο, γενέτειρα του Κατσαντώνη. Το άγαλμα του, είναι στην πλατεία του χωριού, δίπλα στους Άγιους Ταξιάρχες, μια παμπάλαια εκκλησία (1760) με σπάνιες τοιχογραφίες, και περίφημο σκαλιστό τέμπλο. 

Ένας τέτοιος φυσικός - ιστορικός χώρος για να μην αποτελέσει εισβολή η παρουσία σας, χρειάζεται η επίσκεψή – περιήγησή, να συνοδεύετε με αγάπη για τον τόπο και τον απαραίτητο σεβασμό στους ανθρώπους που θα συναντήσετε, αλλά και στα πανταχού παρόντα μνημεία που - μην το ξεχνάμε ούτε στιγμή - αυτοί με κόπο, αγωνία, συντηρούν έτσι ώστε να τα χαιρόσαστε, έστω επιφανειακά.  Αλήθεια είναι, ότι όσες φορές και να ξεκινήσετε την περιήγηση στον ορεινό όγκο Αγράφων, άλλες τόσες θα ‘’αλλάξετε’’ τόπο ή χωριό προορισμού. Είναι τόσοι οι δρόμοι και τα μονοπάτια, που τις περισσότερες φορές δικαιολογημένα η περιέργεια οδηγεί αλλού. Είναι πολύ καλό, και επιμορφωτικό, να ‘’παρασυρθείτε’’ από μονοπάτια που ‘’ο Θεός ξέρει που βγάζουν’’, συνήθως στα Άγραφα βγάζουν σε μέρη παραμυθένια, πραγματικά από τους τελευταίους – μαζί με το Γράμμο, παράδεισους της χώρας.  

Σε λίγα χρόνια που οι δρόμοι θα είναι καλύτεροι, οι περιηγητές - ταξιδιώτες θα συνεχίσουν να φτάνουν εδώ. Τι θα βρίσκουν; Ίσως ένα ανεπτυγμένο χωριό. Το βέβαιο είναι, ότι αν δεν παρθούν μέτρα για τις τραγικές ελλείψεις, που έχει αυτό το θαυμάσιο, ίσως το ωραιότερο κομμάτι - παράδεισος της Ελληνικής γης, σύντομα, αντί της ανάπτυξης θα έρθει η ερήμωση, στα χνάρια άλλων οικισμών, όταν οι τελευταίοι γέροντες και γερόντισσες πάρουν την τελευταία τους ‘’στράτα’’, στα μονοπάτια των Αγράφων. 

Σημειώσεις:

(1)Τα Άγραφα είναι μια μεγάλη περιοχή, με πάρα πολλές ενδιαφέρουσες διαδρομές. Θα αναφερθούμε σε αυτές αναλυτικά, και κομμάτι - κομμάτι. Αν μαζευτούν όλα τα άρθρα θα έχετε έναν μοναδικό πιστεύουμε οδηγό. Τα στοιχεία υπάρχουν, αλλά μόνο με σειρά δημοσιευμάτων χωρούν στον τόμο. Αλλιώς, θα έπρεπε να αφιερώσουμε έναν ολόκληρο, και θα ήταν άδικο για τα άλλα σπάνια μέρη της Ελλάδας.

(2) Σε επόμενο άρθρο για να ‘’κλείσουμε’’ τις Νότιες διαδρομές, θα αναφερθούμε στην διαδρομή Λίμνη Κρεμαστών – Αγαλιανός – Αγ. Βλαχέρνα – Σελά – Φιδάκια – Χελιδόνα – Μικρό Χωριό – Καρπενήσι.

(3) Η ονομασία Άγραφα προϋπήρχε της Οθωμανικής κατάκτησης Στην περίοδο της εικονομαχίας συγκρούσθηκαν δύο αντιλήψεις, του ανεικονίστου ασιατικού πνεύματος και του εξεικονιστικού ελληνικού πνεύματος. Λέοντας ο Τρίτος ο Ίσαυρος ήταν ο Αυτοκράτορας που ξεκίνησε την εικονομαχία με πρώτο διάταγμα το 726 μ.Χ. Οι διάδοχοί του, επέβαλαν την απαγόρευση των χριστιανικών εικόνων, που διορθώθηκε και τελικά κατοχυρώθηκε η ορθόδοξη διδασκαλία περί εικόνων από την Ζ’ Οικουμενική σύνοδο. Την εποχή της διαμάχης μεταξύ εικονολατρών και εικονομάχων 726 - 843 / 867 μ.Χ. ο τότε Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε΄ (που οι φανατικοί καλόγεροι του κόλλησαν το παρατσούκλι Κοπρώνυμος) ή Πογωνάτος (741 – 775), γιος του Λέοντα, συγκάλεσε εικονομαχική σύνοδο, η οποία υιοθέτησε τις απόψεις των εικονομάχων, σαν επίσημες απόψεις της Εκκλησίας και του Κράτους.

Έτσι έστειλε σε όλη την επικράτεια, του τότε Βυζαντίου, διάταγμα, στο οποίο διάτασσε την καταστροφή των εικόνων. Για την πιστή τήρηση αυτής της εντολής έστειλε απεσταλμένους να διαπιστώσουν εάν η διαταγή, έχει εφαρμοσθεί. Σε όλους τους ελέγχους που έκαναν, διαπίστωναν (και έγραφαν) ποιες περιοχές είχαν εφαρμόσει την  διαταγή του Αυτοκράτορα. Προχωρώντας προς την ορεινή περιοχή, εν αντιθέσει με την Θεσσαλική πεδιάδα, έκπληκτοι διαπίστωναν ότι οι  κάτοικοι αυτών των απομονωμένων επαρχιών, πιστοί στα έθιμα και τις παραδόσεις, δεν είχαν αφαιρέσει τις εικόνες. Όταν οι απεσταλμένοι του Κωνσταντίνου τους σύστησαν να αφαιρέσουν τις εικόνες από τις πολυάριθμες εκκλησίες τους, εκείνοι  θεώρησαν ότι έχουν να κάνουν με ιερόσυλους, με αποτέλεσμα να συλληφθούν, να δικαστούν, και να καταδικαστούν σε θάνατο. Σε έναν χάρισαν τη ζωή για να μεταφέρει τα νέα στην Βασιλεύουσα. 

Ο Αυτοκράτορας εξοργίστηκε πολύ, αφ΄ ενός που δεν εφάρμοσαν την διαταγή, αφ΄ ετέρου, που θανατώθηκαν οι απεσταλμένοι. Έτσι έδωσε την εντολή ολόκληρη η περιοχή, να διαγραφεί από τον χάρτη της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Από εκείνη την περίοδο και μετά, ο χάρτης εμφάνιζε αυτές τις ορεινές επαρχίες ως ‘’ Άγραφτες ‘’, πολύ πριν την Οθωμανική κατάκτηση, που στη Θεσσαλία, έγινε 60 χρόνια πριν την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως.

(4)Ο οπλαρχηγός Κώστας Στεργιόπουλος ή Βελής ήταν αυτός που έστειλε στους άλλους αρχηγούς διακήρυξη, όπου τους καλούσε στον ξεσηκωμό. Συνελήφθη στη θέση ‘’Ταμπούρια’’ τον Αύγουστο του 1821, και εστάλη στην Κωνσταντινούπολη, όπου βασανίστηκε και θανατώθηκε χωρίς να αποκαλύψει άλλα μέλη της Φιλικής εταιρίας.

(5)Άλωση της Κωνσταντινούπολης 1453. Εξήντα χρόνια νωρίτερα (1393) ο σουλτάνος Βαγιαζίτ Α’ καταλαμβάνει οριστικά τη Θεσσαλία Στα χρόνια του Σουλτάνου Σουλεϊμάν (1520 - 1566), του επονομαζόμενου και μεγαλοπρεπή, τα Άγραφα αντιστέκονται και τελικά δέχονται την επικυριαρχία των Τούρκων κρατώντας σημαντικά προνόμια. Στην πραγματικότητα αναγνωρίστηκαν τα προνόμια που προϋπήρχαν από τη βυζαντινή εποχή. Έτσι, το 1525 στις 10 Μαΐου στην Νεβρόπολι (Τάμασι = Ανάβρα) υπεγράφη η συνθήκη του Ταμασίου μεταξύ του αρχιστράτηγου των Τούρκων Μπεηλέρμπεη της Ρούμελης και των Αγραφιωτών προυχόντων που έλεγε: α) όλα τα χωριά των Αγράφων αποτελούν αυτόνομη περιοχή που διοικείται από συμβούλιο με έδρα το Νεοχώρι (Νεβροπόλεως), β) απαγορεύεται να κατοικήσει Τούρκικη οικογένεια στην περιοχή των Αγράφων πλην του Φαναρίου, γ) οι κάτοικοι των πεδινών και ορεινών περιοχών επικοινωνούν ελεύθερα, δ) Κάθε κοινότητα των Αγράφων υποχρεούται να πληρώνει στην Υψηλή Πύλη (Κωνσταντινούπολη) 50.000 γρόσια τον χρόνο. Αυτά θα μεταφέρονται με έμπιστο πρόσωπο στην Κωνσταντινούπολη.

Βλ. σχετικά: Μάρκου Α. Γκιόλια, Ιστορία της Ευρυτανίας στους Νεότερους Χρόνους (1939 – 1821), εκδόσεις Πορεία, Αθήνα (1999) 118 με πλούσια βιβλιογραφία. Στο ίδιο βλ. αμφισβητήσεις για το ποσό: Γκιόλια (1999) 119. Επίσης Ιωάννη Α. Καρατζόγλου, Ναοί Αθωνίτικου τύπου στα Θεσσαλικά Άγραφα (16ος – 18ος αι.), διδ. Διατριβή, Αθήνα (2002) 36 με βιβλιογραφία. Η επανάσταση του μητροπολίτη Λαρίσης Διονυσίου Φιλόσοφου (1600), δεν κλόνισε τη συνθήκη, όμως τα Ορλωφικά (1769 – 1770) και οι πολεμικές αναταραχές που ακολούθησαν την αποσταθεροποίησαν. Διατηρήθηκε έως το 1775, (χρονιά που γεννήθηκε ο Κατσαντώνης βλ. Σταμέλου (1988, 32) τότε που άρχισε να κυριαρχεί ο Αλή Πασάς Τεπενενλής των Ιωαννίνων.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης 22370

ΔΙΑΜΟΝΗ: Κερασοχώρι Μήτσου Πηνελόπη 31214, Κρέντης Μάκκας Αργύρης & Γιώργος 31350, Μάκκα Θεοδώρα 31313, Επινιανά Γαντζούδης Κώστας 93212, 41349, Άγραφα: Κίτσος Γιώργος ‘’ο Πύργος των Αγράφων’’ 93200, 24082, Κώστας Κομπογιάννης 93209 –23239, Ξενώνας ‘’Τα Άγραφα ‘’ Κώστας Γατής 93220, Δυτ. Φραγκίστα ‘’ Ο Πλάτανος’’, Κώστας Στασινός 95316, 95018, ‘’ Η Δυτική Φραγκίστα’’ 95321. Καταφύγια: Όλα είναι μαζεμένα πάνω από τη λίμνη Πλαστήρα. Ο ‘’Ελατάκος’’ είναι πάντα ανοιχτός, δεν χρειάζεται κλειδί, φεύγοντας όμως, κλείστε την πόρτα, και μην αφήσετε σκουπίδια. Το καινούργιο στη θέση ‘’Κούλια’’, της περιοχής ‘’Καραμανώλη’’, κοιμίζει 30 άτομα, και διαθέτει νερό, ξυλόσομπες κ.λ.π. Ο.Χ.Ο. Καρδίτσας, Διαχειριστής κ. Βασίλης Τασιόπουλος 6932744194. Τηλέφωνο Καταφυγίου (απαντούν μόνο τα Σαββατοκύριακα) 2441094434. Στη διάθεσή σας 200 μ. πιο κάτω είναι και το παλιό καταφύγιο του Ο.Χ.Ο. Καρδίτσας. Πληροφορίες στα ίδια τηλέφωνα.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Στο Χάνι Μέγδοβα, απέναντι στην όχθη του ποταμού. Έξω από την εκκλησία της Νέας Βίνιανης, ή κάτω στο ποτάμι 1,5 χλμ από την Παλιά Βίνιανη προς Χρύσω δεξιά, και άλλα 2,5 κατηφορικά μέχρι το παλιό παραχωμένο γεφύρι. Στο Κερασοχώρι προς το δάσος και στο Μοναστηράκι, στο προαύλιο της εκκλησίας. Ελεύθερο, όπου σας εμπνέει, όμως φεύγοντας μην αφήσετε σκουπίδια. 

ΦΑΓΗΤΟ: Η περιοχή ξεχωρίζει με ταβέρνες και ψησταριές έξω από τα συνηθισμένα. Τοπικοί μεζέδες, παραδοσιακές χορτόπιτες, και φυσικά, σούβλες και ψητά (Σαββατοκύριακα) συνοδευόμενα πάντα από Αγραφιώτικα γαλακτοκομικά προϊόντα. Τυρί, μέλι, καρύδια, & τσιπουράκι αγοράστε οπωσδήποτε. Καφενεία για τσιπουράκι και μεζέδες: ‘’Χάνι Μέγδοβα’’ 31789, Νέα Βίνιανη ‘’ο βράχος’’ Γαζέτας Γιάννης & Αναστασία 31007, Κερασοχώρι καφενείο Ρίζος Κώστας 31237, Χάνι Βαρβαριάδας Λάμπρος Κοντογούνης 94039, Μοναστηράκι Χρήστος Μπακογιάννης 95221, Σπίτι – Ταβέρνα – Καφενείο στην Κοστίτσα Σπύρος Γανζούδης 95082. Πριν το χωριό Άγραφα, είναι η καινούργια ταβέρνα του Κίτσιου Δημήτρη ‘’0 Νερόμυλος’’ 93249, 6977702979, μπορείτε να παραγγείλετε σούβλα ή πίτα πριν φτάσετε. Στο χωριό Άγραφα, Κώστας Γατής 93220, Κίτσου Αγόρω, Νίκη Κομπογιάννη ‘’ η Κυρά Νίκη’’ 93209.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Βίνιανης 31888, Δήμος Αγράφων 93276, Αστυνομία Κερασοχώρι 31216, Α’ Βοήθειες Κερασοχώρι 31219, Δ. Φραγκίστα 95381 - 2 - 3, 95269.

ΧΡΗΣΙΜΑ: www.evrytan.gr www.oreivatein.com/intro/gr.htm Σε περίπτωση που η διαμονή σας γίνει στο ξενοδοχείο ‘’Άνεσις’’ στο Καρπενήσι υπάρχουν προγράμματα που περιλαμβάνουν περιήγηση με τζιπ στα ορεινά, ιππασία κ.ά. Info: 80700, 1. Trekking Hellas 2103310323 – 6. Ο Πρόεδρος του συλλόγου Αγράφων κ. Λάμπρος Γάτης είναι στη διάθεσή σας για πληροφορίες 93240, 6977695120. Βουλκανιζατέρ - συνεργεία: Moto Japan Κουτούμπας Γιάννης, Αγίου Νικολάου 40, Καρπενήσι 80480, 6974603378 καλύπτει όλη την περιοχή Ευρυτανίας, μεταφέροντας με φορτηγάκι τη μοτοσυκλέτα σας, στο συνεργείο του. Επίσης ο Κώστας Στασινός πρατήριο ΕΚΟ, Δυτική Φραγκίστα 95316, και ο Θεοφάνης Γκιόλας, ΕΚΟ & Βουλκανιζατέρ, Γρανίτσα 61284.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Κρέντης ΕΚΟ,  Γρανίτσα ΕΚΟ, Δ. Φραγκίστα ΕΚΟ, Μουζάκι πολλές εταιρείες.

ΧΑΡΤΕΣ: Μοναδική εργασία ακριβείας, με αποτέλεσμα, τον πλαστικοποιημένο Χάρτη, ‘’Ευρυτανία’’, από την ΑΝΑΒΑΣΗ, σε κλίμακα 1:100.000, θα τον βρείτε στην Στοά Αρσακείου 6 Α’ 105 64 Αθήνα, 2103218104, 3210152.

ΒΙΒΛΙΑ: Ιστορία της Ευρυτανίας στους νεώτερους χρόνους (1393 – 1821) & Ιστορία των Αρχαίων Ευρυτάνων / Π. Γκιόλιας / Πορεία 1999.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: Σ.ΜΟ.Κ. Σύλλογος Μοτοσυκλετιστών Καρδίτσας Δημ. Τερτίπη 22, Καρδίτσα, 2441027515, 21090, www.karditsa-net.gr/smok.htm Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων  - τ.κ. 42032  Πύλη, Τηλ - Fax: 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για ΕΥΡΥΤΑΝΙΑ – ΚΕΡΑΣΟΧΩΡΙ – ΚΡΕΝΤΗΣ – ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Διονύσιος Κόκκινος / Η ελληνική Επανάσταση  του 1821
  • Π. Γκιόλιας / Ιστορία των Αρχαίων Ευρυτάνων / εκδόσεις Πορεία 1999
  • Π. Γκιόλιας / Ιστορία της Ευρυτανίας στους νεώτερους χρόνους (1393 – 1821) / εκδόσεις Πορεία 1999
  • Ένωση Αγραφιώτικων Χωριών / Άγραφα – λεύκωμα / Καρδίτσα 1999
  • Γεωργίου Κ. Χρυσικού / Το χωριό μου Μοναστηράκι Αγράφων Ευρυτανίας / Αθήνα 2000
  • Δημήτρη Σταμέλου / Κατσαντώνης – Η αποθέωση της παλικαριάς / Βιβλιοπωλείο της Εστίας / Αθήνα 1980

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Τάκης Ντάσιος / Επινιανά / περιοδικό Κορφές / Τ109 Σεπτ – Οκτ 1994
  • Μίλτος Ζέρβας / MountainBike στα Άγραφα / περιοδικό Cliff T4 χειμώνας 1995
  • Γιώργος Σαμπάνης – Κόντε Ιωάννα / Βουτσικάκι / περιοδικό Φυσιολατρικοί Ορίζοντες Τ9 Ιούλ – Δεκ 1995
  • Γιάννη Ιωακειμίδης / Άγραφα / περιοδικό cosmos Τ14 1995
  • Τάκης Ντάσιος / Άγραφα – χώρα των βουνών και των ανθρώπων / περιοδικό Ανεβαίνοντας Τ1 Άνοιξη 1998
  • Τοπογραφικοί οδηγοί για Χελιδόνα Τ129 Ιαν – Φεβ 1998
  • Θοδωρής Αθανασιάδης / Ευρυτανία / περιοδικό VitaT11 Μαρ 1998
  • Φάνης Βορεινάκης / Σπηλιά Κατσαντώνη / περιοδικό Κορφές Τ132 Ιούλ – Αυγ 1998
  • Νίκος Μαστροπαύλος / Στα μονοπάτια των Κυρατζήδων / περιοδικό VitaT11 Μαρ 1998
  • Μίλτος Ζέρβας / Άγραφα – τα σκληρά βουνά / περιοδικό Ανεβαίνοντας Τ11 Σεπτ – Οκτ – Νοε 2000
  • Νίκος Μοσχάκης / Λιάκουρα – Ρέμα Φτέρης / περιοδικό Κορφές Τ154 Μαρ – Απρ 2002
  • Κ. Τριανταφυλλίδη – Δ. Στάβαρη / Δυτικά Άγραφα / περιοδικό Κορφές Τ160 Μαρ – Απρ 2003
  • Γιώργος Φιλίππου / Το ρέμα της Φτέρης / περιοδικό Κορφές Τ166 Μαρ – Απρ 2004
  • Μίλτος Ζέρβας / Μπορλέρο / περιοδικό Ανεβαίνοντας / Τ25 Φεβ – Μαρτ 2004

 ΜΙΚΡΕΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΕΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ (4978 λέξεις)

ΝΗΣΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΑ αρχ. Πέρινθος

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Φεβρουάριος 2004 

Μικρή Ελλάδα Μεγάλη Καρδιά

Η ανάπτυξη των θαλάσσιων συγκοινωνιών στις Κυκλάδες, είναι δεδομένη. Πιο πολλά, ταχύτερα, ασφαλέστερα πλοία συνδέουν την νησιωτική με την στεριανή Ελλάδα. Οι μυημένοι όμως, λένε ότι ‘’αν ταξιδέψεις στις Μικρές Κυκλάδες με άλλο πλοίο, εκτός από τον ‘’Σκοπελίτη’’ τότε το ταξίδι θα έχει χάσει …. τη μισή του γοητεία’'.

Έτσι λένε, και δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην εμπιστευτείτε το θαρραλέο αυτό δημιούργημα της ναυπηγικής, που ακόμη οργώνει τις ανεμοδαρμένες θάλασσες των Μικρών Ανατολικών Κυκλάδων, εξυπηρετώντας τα Κατάπολα Αμοργού (αφετηρία), την Αιγιάλη, τη Δονούσα, Άνω Κουφονήσι, Σχινούσα, Ηρακλειά, Νάξο με επιστροφή. 

Με απαλές κινήσεις μαέστρου ο καπετάνιος προσεγγίζει και δένει το φρεσκοβαμμένο σκαρί στην προβλήτα του νησιού. Οι κάτοικοι καλωσορίζουν τους παραθεριστές ή αποχαιρετούν κάποιον δικό τους άνθρωπο. Λιτό και καθαρό σας υποδέχεται και το λιμάνι της Ηρακλειάς. Το μικρό νησάκι είναι το δυτικότερο του συμπλέγματος των Μικρών Κυκλάδων και βρίσκεται ανάμεσα στην Ίο και τη Νάξο σε απόσταση 6 ν. μ. από τις ανατολικές ακτές τις πρώτης και 2,5 ν. μ. από τα ακρωτήρια Γαϊτάνι και Κατωμέρι της δεύτερης. 

Αυτό που αμέσως εντυπωσιάζει τον επισκέπτη μετά το βουητό της αναχώρησης του καραβιού είναι η ησυχία. Μια ηρεμία που δεν υπάρχει σε άλλα λιμάνια. Οι πρώτες εντυπώσεις επιβεβαιώνουν τους λόγους που έρχεται κάποιος εδώ. Λιγοστές παρέες στην παραλία του λιμανιού, τον Αι – Γιώργη, κάποια βλέμματα από τα ταβερνάκια και τα καφενεία, πιο μέσα στο χωριό, είναι οι μοναδικές ενδείξεις ότι εφέτος επιλέχθηκε το σωστό μέρος για ξεκούραση. Η τουριστική κίνηση εξαρτάται κατά ένα μέρος από τους επισκέπτες που δέχεται η Νάξος. Λίγοι είναι οι μυημένοι στην ηρεμία που προσφέρει για να ταξιδέψουν κατ’ ευθείαν για Ηρακλειά. Αυτή η ‘’αύξηση’’ της τουριστικής κίνησης έχει διαφοροποιήσει τη ζωή του χωριού, στο οποίο πλέον μπορείτε να βρείτε αρκετές ‘’παροχές’’.

Τα σπιτάκια στον μικρό παραλιακό οικισμό του Αγίου Γεωργίου απέχουν αξιοπρεπώς μεταξύ τους, διαθέτουν μικρούς κήπους για λαχανικά, λουλούδια, μικρές περιφράξεις για τα κοτόπουλα και τα λοιπά χρειαζούμενα. Οι κάτοικοι κτηνοτρόφοι, ψαράδες, και μελισσοκόμοι ασχολούνται τελευταία και με τον τουρισμό. Τα λίγα ενοικιαζόμενα δωμάτια, οι ταβέρνες, τα μίνι μάρκετ δεν λείπουν, όπως και τα στέκια για καφέ ή ποτό, όμως καμία σχέση με ότι γνωρίζετε. Υπάρχει μια, δυσεύρετη πλέον, αρμονία στον χώρο και τίποτα δεν φαίνεται να είναι ικανό να το αλλάξει αυτό. Και γιατί να το κάνει. 

Μέχρι πριν λίγα χρόνια οι άνθρωποι εδώ ζούσαν χωρίς το ενδιαφέρον της πολιτείας, και με όλα τα προβλήματα που έχουν τα δήθεν ‘’απομακρυσμένα’’ νησιά. Για παράδειγμα, το ρεύμα ήρθε στις 26 Νοεμβρίου 1983, κάτι πρωτόγνωρο για την Ηρακλειά, χωρίς όμως την απαιτούμενη τάση. Μετά από δεκατέσσερα χρόνια, (το 1997), επισκέφθηκε το νησί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Κωστής Στεφανόπουλος, και το ρεύμα, παρά τις επίμονες αξιώσεις, ακόμη δεν είχε την απαιτούμενη τάση, (220 V), με αποτέλεσμα, να μην δουλεύουν τα μικρόφωνα και τα μεγάφωνα. Οι εκδηλώσεις υποδοχής του προέδρου της Ηρακλειάς κ. Φάνη Γαβαλά έγιναν διά ζώσης. 

Φαντάζεστε την ζωή δίχως ηλεκτρικό ρεύμα; ε! εδώ ζούσαν κιόλας χωρίς αυτό το αγαθό. Για να γίνει το έργο είχαν προηγηθεί δεκάδες χρονοβόρα υπομνήματα, μελέτες με κόστος δυσβάσταχτο για την μικρή κοινότητα. Τελικά ‘’ανοίχτηκε’’ ο δρόμος από την Αγιασσό μέχρι τον όρμο ‘’Στοιβό’’ της Νάξου και τοποθετήθηκε εναέριο καλώδιο. Στις 2 Ιουνίου 1997 άρχισε η πόντιση του καλωδίου, και στις 16 Ιουνίου 1997, ολοκληρώθηκε η κατασκευή του μέχρι το Λιβάδι Ηρακλειάς. Με αυτό το υποβρύχιο καλώδιο, βελτιώθηκε η τάση, και εξυπηρετούνται άμεσα η γειτόνισσα, (μόλις 1 ν.μ.) Σχινούσα και το Άνω Κουφονήσι, αλλά 220 V υπάρχει σπάνια, με αποτέλεσμα, ακόμα και στην καλοκαιρινή σαιζόν, να υπάρχουν προβλήματα και συνεχείς ζημιές στον ηλεκτρικό - ηλεκτρονικό εξοπλισμό. Η Διοίκηση ακόμα άλλη μια φορά άργησε πολύ, αφού το σχολείο είχε ήδη κλείσει από το ’92 που είχε ένα μαθητή. Ήρθε το ρεύμα, ο πολιτισμός, έφυγαν οι άνθρωποι μετά την τόση κοροϊδία. 

Τα αξιοθέατα του νησιού είναι λιγοστά η ομορφιά όμως του τοπίου ανυπέρβλητη. Τα καλοκαίρια γίνονται τακτικές ημερήσιες εκδρομές με καϊκάκια για το γύρο της Ηρακλειάς και για παραλίες που δεν είναι προσιτές σε οχήματα και πεζοπόρους. Καλό είναι να ολοκληρώσετε τον περίπλου του νησιού. Αν όχι, τουλάχιστον να δείτε τα αξιόλογα μοναχικά αραξοβόλια – παραλίες, διασχίζοντας αυτή την μοναδικά κρυστάλλινη θάλασσα δίπλα από θαλασσοδαρμένους βράχους. Οι ακτές και οι παρθένες παραλίες εναλλάσσονται από ήπιες αμμώδεις (Αγ. Γεώργιος, Λιβάδι, Βορινή Σπηλιά, Αλιμιά) με βότσαλα (Τουρκοπήγαδο, Αμμούδι του Μέριχα, Καρβουνόλακος), χαμηλές βραχώδεις (Ξυλομπάτης, Τρίμπουνας) μέχρι απότομες και απόκρημνες (Μέριχας, Βάλα, Στρογγυλός, Κάβος του Θόδωρου, Καθρέπτης). 

Η βόλτα ξεκινά και ο ‘’Άνεμος’’ ξανοίγεται με ταχύτητα προς τον αθέατο προορισμό, παρακάμπτοντας το ακρωτήριο με νοτιοανατολική κατεύθυνση, που οδηγεί σύντομα σε ένα δεύτερο λιμανάκι το ‘’Πηγάδι’’, το στενολίμανο των ντόπιων, που συνήθως φιλοξενεί σκάφη αλλά είναι πολύ ωραίο για βουτιές αν δεν έχει ‘’καιρό’’. Στην συνέχεια ο όρμος Μέριχας που περιβάλλεται από θεόρατους κατακόρυφους βράχους με ύψος περισσότερο από 100 μέτρα, ο ‘’Καρβουνόλακος’’ και στο ‘’τέλος’’ της εντυπωσιακής ακτογραμμής η ‘’Αλιμιά’’ που είναι λίγο μικρότερη από του Αι Γιώργη με άμμο, βότσαλα και  παγωμένα νερά. Απέναντι τα μικρά βραχώδη αδελφάκια ο μεγάλος και ο μικρός Αβελάς τα ‘’Αβελονήσια’’ των ντόπιων. 

Αυτή η παραλία αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την ‘’ατραξιόν’’ του νησιού και εσείς για να συμμετέχετε, θα πρέπει να την επισκεφθείτε έχοντας μαζί σας και μάσκα που θα σας διευκολύνει να παρατηρήσετε (150 μέτρα μακρύτερα) το κουφάρι ενός Γερμανικού Πολεμικού αεροπλάνου - υδροπλάνου από την εποχή του Β’ Π.Π.. Ήταν μια από τις πολλές αερομαχίες πάνω από τα νερά του Αιγαίου που έλαβαν χώρα το ’41. Οι ντόπιοι παρακολουθούσαν την εξέλιξη έως ότου το γερμανικό αεροπλάνο χτυπήθηκε και προσθαλασσώθηκε κοντά στο νησί, όχι όμως στην θέση που βρίσκεται τώρα. Μετά από χρόνια κάποια ανεμότρατα το ‘’έπιασε’’ και το έσυρε ως εδώ στην Αλιμιά.

Το σημερινό αναποδογυρισμένο αξιοθέατο, είναι σε σχετικά καλή κατάσταση, αν και στο πέρασμα του χρόνου του αφαιρέθηκαν τα όπλα, και θα πρέπει οι φορείς της Ηρακλειάς να ενεργοποιηθούν με μια περαιτέρω έρευνα, με την βοήθεια της πολεμικής αεροπορίας. Αυτό το ιστορικό εύρημα που κάποτε σκόρπισε τον θάνατο πρέπει να πάρει την θέση του σε κάποιο μουσείο ή ακόμα να εκτεθεί στο νησί, παράγοντας πλέον πολιτισμό. Ας έρθει η κοινότητα σε επαφή με την Εφορεία Ενάλιων Αρχαιοτήτων, και με τον κ. Κώστα Θωκταρίδη, τον γνωστό ερευνητή του βυθού, που έχει εντοπίσει και καταγράψει με τον φακό του, δεκάδες ναυάγια και αεροσκάφη, ώστε να μπορέσει να αξιοποιήσει το εύρημα. Πρόσφατα μάλιστα έγινε κάτι αντίστοιχο στην Λέρο των Δωδεκανήσων (δες ‘’Λέρος’’ τομ Ε’ 2003 & Γαιόραμα – η ανέλκυση – Τ60 2004) και τελικά ανελκύστηκε από βάθος 34 μέτρων το ‘’JUNKERS - 52’’ που βρισκόταν μέσα στον κόλπο των Αλίντων.

Στον θαλασσινό δρόμο του γυρισμού οι βραχώδεις αιχμηρές εξάρσεις του νησιού δίνουν νόημα στις έννοιες δέος, υπέρτατη θέα, και μοναχικότητα, αφού όλοι οι επισκέπτες άφωνοι, θαυμάζουν το τοπίο προσπαθώντας να επωφεληθούν από το κάθε δευτερόλεπτο. Μετά την Αλιμιά και αρκετή ώρα πριν ολοκληρωθεί ο κύκλος ο ‘’Άνεμος’’ σας φέρνει κοντά στον όρμο ‘’Βουρκαριά’’. Από εδώ οι ντόπιοι, αλλά και οι επισκέπτες που δεν συμπαθούν την πεζοπορία, φτάνουν σε είκοσι περίπου λεπτά στο Σπήλαιο του Αγίου Ιωάννη, το καμάρι των ντόπιων.

Μόνο ο θόρυβος της μηχανής του σκάφους και τα κύματα ακούγονται μέχρι που ο ‘’Άνεμος’’ ελλιμενίζεται στον Αι - Γιώργη. Μετά από μια γεμάτη περιπέτεια μέρα, ξεκούραση και μεζέδες είναι το ζητούμενο. Η παραλία του Αγίου Γεωργίου δίπλα στο λιμανάκι είναι καλή επιλογή, η ταβέρνα ‘’το Περιγιάλι’’, το μεζεδοπωλείο ‘’Σύρμα’’, και σε απόσταση 350 μ. το εστιατόριο, ‘’ο Πεύκος’’ του Δημήτρη Γαβαλά, είναι από ώρα καθ’ όλα έτοιμα, όπως και το εστιατόριο – μπαρ ‘’Γιώργος’’ στην παραλία Λιβάδι.

Το πρωί, γαλήνιο και ανέφελο, ήρθε γρήγορα, οι ήρεμοι λόφοι του νησιού κοιτούν αγέρωχα, και η γνωριμία μαζί τους είναι αναπόφευκτη. Μετά τον πρωινό καφέ στην παραλία, γραμμή προς το Λιβάδι και την Χώρα πεζοπορώντας ή οδηγώντας, από τον μοναδικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο του νησιού. Η διαδρομή μέσα από το χωριό είναι εξ ‘ ίσου όμορφη. Ο Άγιος Γεώργιος, ομώνυμος του παραλιακού οικισμού χτίσθηκε το 1834. Το ανελέητο σφυροκόπημα του βοριά και της αλμύρας προκάλεσε ανεπανόρθωτη ζημιά στην οροφή του, που έσταζε, και έτσι ανακατασκευάστηκε το 1897. Στον οικισμό εκτός τον Άγιο Γεώργιο, είναι και οι Ταξιάρχες, λίγο πιο πάνω. Η ιδιόκτητη εκκλησία κτίστηκε πέτρα – πέτρα από τον παπά Μανόλη Σίμο στο τέλος του 19ουαι. Παλιές εικόνες κοσμούν το ξύλινο τέμπλο ενώ υπάρχει ειδική βιτρίνα όπου φυλάσσονται με ευλάβεια τα ιερά άμφια του κτήτορα. Ένα από τα μεγάλα πανηγύρια του νησιού γίνεται εδώ στις 8 Νοεμβρίου ημέρα της εορτής των παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ – Γαβριήλ με συμμετοχή όλων των κατοίκων. 

Διασχίζοντας το ολόλευκο χωρίο, το ιδιαίτερο άρωμα του τόπου μπερδεύεται με τις ευωδιές από τα λουλούδια, τα γινωμένα φραγκόσυκα και τα κέδρα ‘’σπάζοντας την μύτη’’ και πλημμυρίζοντας τον αέρα αγαλλίαση. Χωρίς ιδιαίτερο κόπο φτάνετε στην άτυπη κατασκήνωση – εστιατόριο – καφέ ενώ ήδη φαίνεται στο βάθος και αριστερά σας η παραλία ‘’Λιβάδι’’. Ο ‘’Μούρτος’’ των ντόπιων απλώνεται όσο πλησιάζετε και πράγματι είναι η ωραιότερη και μεγαλύτερη παραλία του νησιού. Αμμουδερή, πλατιά και αρκετά ρηχή για μπάνιο…ένα καλό βιβλίο για συντροφιά (από αυτά που μαζεύονται στο ράφι τον χειμώνα) και είστε στο κέντρο της ζωής του νησιού. 

Δεν υπάρχει επισκέπτης, που να περάσει από εδώ και να μην μπει στον πειρασμό να βουτήξει, και να κολυμπήσει στα γαλαζοπράσινα νερά του νησιού. Είναι χωρίς αμφιβολία η καλύτερη της Ηρακλειάς, και από τις ωραίες των Κυκλάδων, με εύκολη πρόσβαση, ησυχία, διάφανα νερά, ανεκμετάλλευτη τουριστικά χωρίς ομπρέλες και ‘’μαγαζιά’’. Με εξαίρεση τον δεκαπενταύγουστο, τους υπόλοιπους μήνες η γαλήνη σας δεν απειλείται.

Μπροστά στην παραλία Λιβάδι βρίσκεται η βραχονησίδα Βενέτικο – ανάμνηση λένε οι ντόπιοι, από την εποχή που είχαν εδώ οι Βενετοί το κάστρο τους - και πίσω ο Λόφος με το παλιό Κάστρο, μια αρχαία ακρόπολη, που περιτριγυρίζεται από πυκνούς θάμνους και βάτα. Ταφικά ανάγλυφα και επιγραφές, μαρτυρούν την κατοίκηση του νησιού στους ιστορικούς χρόνους. Φορέστε τις μπότες σας, παντελόνι και περπατήστε μέχρι εκεί, πλησιάστε κοντά του και θα δείτε το αλώνι, τις αυλές, και τα σπιτάκια που ήταν κτισμένα με μεγάλους λιθογκόλιθους.

Το Κάστρο στο Λιβάδι, ήταν κατοικημένο σε όλη τη διάρκεια του μεσαίωνα, και τα νεώτερα χρόνια. Αποτελούσε, μέχρι το 1920 που εγκαταλείφθηκε από επιδημία ελονοσίας, ο τέταρτος οικισμός του νησιού. Οι άλλοι τρεις, είναι ο Άγιος Γεώργιος στο λιμάνι, η Παναγία (Χώρα), και ο Άγιος Αθανάσιος πιο ψηλά. Το κάστρο υπήρξε κέντρο δράσης της αντίστασης στη διάρκεια του Β’ π.π. Μέχρι το 1940 ερχόταν εδώ, ο Νικόλαος Σίμος, που χειριζόταν τον ασύρματο του νησιού. Ο εν λόγω ασύρματος, συνδεόταν με το ‘’δίκτυο’’ μέσω των Φούρνων Ικαρίας, και έδινε πληροφορίες για το νησί, ή ζήταγε να καλυφθούν κάποιες ανάγκες, ίσως και επείγουσες υπηρεσίες, από το ‘’κέντρο’’, που βρισκόταν στην Αθήνα και τον Πειραιά. 

Η κ. Όλγα Φιλανιώτου, της ΚΑ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, με έδρα τη Νάξο, αναφέρει ότι: οι μέχρι σήμερα γνωστές αρχαιολογικές θέσεις της Ηρακλειάς, ανήκουν στην πρώιμη χαλκοκρατία (3η χιλιετία π.Χ.), και τους ιστορικούς χρόνους. Προϊστορικές θέσεις (οικισμοί και νεκροταφεία), έχουν επισημανθεί στον κάμπο Αγίου Αθανασίου και στον Άγιο Μάμα. Τα ευρήματα υποδηλώνουν μια νησιώτικη κοινωνία πολυάνθρωπη και ευημερούσα. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σπείρες, χαραγμένες με τη μέθοδο της επίκρουσης σε επίπεδες επιφάνειες βράχων, ανάλογες με αυτές που έχουν επισημανθεί στη Νάξο και σε άλλα νησιά, τις οποίες ο Μ. Μπαρδάνης ερμηνεύει ως αστρικά σύμβολα. 

Για την ιστορία όμως του κάστρου, λίγα είναι γνωστά. Σύμφωνα με τη χρονολόγηση του Λουδοβίκου Ρος ανήκει στην Ελληνιστική περίοδο, αλλά η ακριβής χρονολόγηση, δεν έχει ακόμα αποσαφηνιστεί. Κτισμένο με μέτρο, με λογική, καθόλου υπερφίαλο, ίσα – ίσα αρμονικά δεμένο με την φύση της Ηρακλειάς. Όλα τα δημιουργήματα αυτή τη χάρη αποπνέουν. Αρχαίοι ναοί και σκόρπια αγάλματα, Κούροι και ειδώλια, μοναστήρια και κάστρα, εκκλησίες και ξωκλήσια, λιθόστρωτα σοκάκια και πλατείες, αρχοντικά και αγροτόσπιτα, αψιδωτές καμάρες και πετρόχτιστες κρήνες, ξέφωτα, χαλάσματα και ερειπωμένοι μύλοι, όλα μαζί θυμίζοντας το χτες, μας προκαλούν σήμερα, με την ιδιαίτερη μαγεία τους. Να είστε σίγουροι δε, πως ‘’χτες’’ υπήρχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για όλα αυτά, με αποστολές τεραστίου κόστους, για τα μέτρα της εποχής, που είχαν σκοπό την καλλιέργεια της έμφυτης διάθεσης, των ανθρώπων και της επιστημονικής κοινότητας για γνώση.

Στις αρχές του 17ου αι. παρατηρείται μια αναγέννηση του ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος για την Ελλάδα. Πολλοί περιηγητές έρχονται στην χώρα μας με διάφορες ιδιότητες, ως έμποροι, διπλωμάτες, κληρικοί, αρχαιόφιλοι, ή λάτρεις της τέχνης, και ορισμένοι από αυτούς έχουν περιγράψει αναλυτικά τις περιπέτειες των ταξιδιών τους. Ένας από τους εξέχοντες και αξιόπιστους ταξιδιώτες των αρχών του 18ου αι. είναι και ο Ζοζέφ Πιττόν ντε Τουρνεφόρ (JoseptPittondeTournefort), ο οποίος αναχωρεί από την Μασσαλία τον Απρίλιο του 1700 με χρηματοδότηση του Γαλλικού Στέμματος για το περίφημο ταξίδι του στο Αιγαίο και την Εγγύς Ανατολή.

23 Σεπτεμβρίου του 1700: Διανυκτερεύσαμε στην Ηράκλεια στις εικοσιτρείς του μηνός με σκοπό να φύγουμε αμέσως για την Ίο. Υπήρχε όμως τέτοια τρικυμία, που αναγκαστήκαμε να παραμείνουμε σχεδόν τρεις μέρες. Υπάρχουν δύο μόνο όρμοι ή μικρά λιμανάκια στην Ηράκλεια, το ένα στον βορρά απέναντι από τη Νάξο και το άλλο στα βορειο – βορειοανατολικά.  Οι μοναχοί της Αμοργού, (σ.σ της Μονής Χοζοβιωτίσσης) στους οποίους ανήκει η Ρακλειά, εκτρέφουν εδώ 800 – 900 αιγοπρόβατα. Συνήθως συναντά κανείς μόνο δύο φτωχούς καλόγερους που τα φροντίζουν και που επιζούν με μαύρο παξιμάδι και οστρακοειδή. Μας προσφέρανε λίγο από το τυρί που φτιάχνουνε εδώ και είναι πολύ καλό. Οι μοναχοί κατοικούν ψηλά στο βουνό, δίπλα σε μια πηγή με άφθονο νερό και αναστατώνονται συνεχώς από τους κουρσάρους που έρχονται για να αρπάξουν μερικά γίδια. Οι δικοί μας, τις τρεις μέρες που μείναμε σκότωσαν επτά από αυτά τα ζώα και παρ’ όλο που ήταν μόνο τρεις τα έφαγαν μέχρι το κόκαλο. Εμείς όμως πήγαμε και τους πληρώσαμε ένα τέταρτο της κορώνας για το καθένα. Αυτοί ευχαριστήθηκαν από την πράξη μας και μας δώρισαν ένα τυρί και ένα κατσίκι…που έγινε αρκετά νόστιμο. 

Αυτή η αφήγηση συνεχίζεται με διάφορες περιπέτειες του Τουρνεφόρ, και στα άλλα νησιά του Συμπλέγματος των μικρών Κυκλάδων. Φέρνει ως τις μέρες μας το γεγονός, ότι και τα τέσσερα νησιά των μικρών Κυκλάδων υπάγονταν διοικητικά – ιδιοκτησιακά, στην Αμοργό. Ο λόγος ήταν οι ιδιοκτησίες της Μονής Χοζοβιωτίσσης που όσον αφορά την Ηρακλειά και τη Σχινούσα ήταν καθολική. Τα Κουφονήσια και η Δονούσα, είχαν κατοικηθεί από Αμοργιανούς, οι οποίοι ενοικίαζαν τα χωράφια, τα καλλιεργούσαν και με τον καιρό έφτιαξαν μικρά σπιτάκια στην αρχή, οικισμούς ολόκληρους στο τέλος. Αυτό, με διάφορες διοικητικές αλλαγές κράτησε μέχρι την απαλλοτρίωση των μοναστηριακών περιουσιών, από την κυβέρνηση Νικολάου Πλαστήρα και στα χρόνια μας (1986) επί Ανδρέα Παπανδρέου που εδόθησαν στους ενοικιαστές, αφήνοντας στην μονή, όσα χρειαζόταν για τις ανάγκες των μοναχών. 

Αυτό ήταν και το τέλος της ‘’δέσμευσης’’ των νησιών με την Αμοργό. Τα συμβούλια περιοχής κλήθηκαν να αποφασίσουν εάν ήθελαν να συμπεριληφθούν στα συμβούλια της Αμοργού ή της Νάξου. Στις 21/2/1985 (Φ.Ε.Κ. 21 τεύχος Α’) επιλέχθηκε η Νάξος, χωρίς να σημαίνει κάτι ιδιαίτερο, αφού οι ρίζες των περισσοτέρων κατοίκων είναι Αμοριανές, και η επικοινωνία μαζί της είναι καθημερινή.

Έχετε ανέβει πιο ψηλά τώρα κι’ ο άνεμος φέρνει από το ανοιχτό πέλαγος δροσιά διώχνοντας και την παραμικρή υποψία ζέστης. Η Ηρακλειά ωστόσο έχει και δεύτερο οικισμό, την ‘’πρωτεύουσά’’ του, την ‘’Χώρα’’. Συνεχίζοντας από το Λιβάδι, περνάτε τα ‘’Λαβουτάκια’’ και την δστ δεξιά που οδηγεί στον παλιό οικισμό του Αγίου Αθανασίου. Εκεί μένουν ακόμη δύο κάτοικοι, από τους παλιούς, που δεν εγκαταλείπουν τον τόπο που γεννήθηκαν για τις ‘’χάρες’’ του πολιτισμού.   

Όσο πλησιάζετε την Παναγία ή Πάνω Μέρη όπως λέγεται από τους ντόπιους, τόσο πιο έντονα διακρίνονται λεπτομέρειες ενός οικισμού που δεσπόζει σε ψηλό σημείο. Είναι σχετικό, αλλά περίπου δύο ώρες χρειάζονται από την παραλία (περιλαμβάνεται η επίσκεψη στο Λιβάδι και το Κάστρο) μέχρι το επάνω χωριό που αποτελείται από μια συστάδα σπιτιών πολλά εκ των οποίων είναι νεόκτιστα άλλα επισκευασμένα – αρμολογημένα, ορισμένα παλιότερα εκ’ των οποίων αρκετοί πετρόχτιστοι στάβλοι – στάνες που χρειάζονται άμεση επισκευή για να μην σωριαστούν. Διακρίνονται πάντως ορισμένα ενδιαφέροντα αρχιτεκτονικά στοιχεία ακόμη και σε αυτά τα απλοϊκά αγροτόσπιτα – παράσπιτα.

Η Χώρα είναι γεμάτη αυλές και χρώματα απ’ τα λουλούδια και τις πανταχού παρούσες μπουκαμβίλιες και κατιφέδες, ενώ η δστ στην έξοδο της οδηγεί δεξιά προς το διάσημο και ανεκμετάλλευτο Σπήλαιο του Αγίου Ιωάννου και αριστερά, προς το καινούριο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία,κτισμένο στα ερείπια του παλιού με την συνδρομή του Συλλόγου των εν Αθήναις Ηρακλειατών το 1960 με βασική δωρήτρια την Σοφία Βιδάλη.Από εδώ, πηγαίνουν οι επισκέπτες στην ψηλότερη κορυφή της Ηρακλειάς τον Πάππα.  Η θέα από την κορυφή είναι ασύγκριτη, με καλό καιρό φαίνεται και η Ικαρία. Φαίνονται όλα τα γύρω νησιά (Ίος, Πάρος, Αντίπαρος, Νάξος) ως πέρα στον ορίζοντα τα μικρότερα (Κουφονήσια, Κέρος, Δονούσα, Αμοργός).

Οι μυρωδιές που πλανώνται στον χώρο, κάνουν τους περιηγητές να προαισθάνονται ότι κάτι καλό υπάρχει εδώ, και ψήνεται. Πράγματι η όσφρηση δεν λανθάνει, και οδηγεί στον φούρνο, απ’ όπου ξεπετάγονται θαρραλέες οι ευωδιές του φρέσκου τραγανιστού  ψωμιού και των διαφόρων καλουδιών που ετοιμάζονται εδώ, με τον παραδοσιακό τρόπο. Παλιότερα, με τον ίδιο τρόπο και το γοητευτικό νησιώτικο μεράκι, φτιαχνόντουσαν και σε άλλα  νησιά, όμως το ‘’γρήγορα’’ και το ‘’πιο πολύ’’ τα κατέκτησαν πλέον, μην αφήνοντας περιθώρια να επιβιώσει το πάθος. Εξαίρεση, και όαση γεύσης αποτελεί πραγματικά, το γεμιστό κατσικάκι της Άννας στον παραδοσιακό ξυλόφουρνο, η σπέσιαλ φάβα και το νοστιμότατο τυρί στο ‘’Στέκι’’ της Χώρας. 

Η βόλτα στην Παναγία, θα φέρει τα βήματά σας στην εκκλησία των Εισοδίων της Θεοτόκου που για τα μέτρα του νησιού είναι πολύ μεγάλη. Χτιζόταν από το 1919 μέχρι το 1930 πλάι στην παλιότερη Παναγία, που μετονομάστηκε και σήμερα λέγεται Άγιος Νεκτάριος. Η θέα από τον αυλόγυρο που γίνονται τα πανηγύρια, απλώνεται σε όλο το ανάγλυφο της Ηρακλειάς, από τις απότομες πλαγιές, τις ράχες και τους αυχένες, ως κάτω τις ξερολιθιές και τα ανεκμετάλλευτα στις μέρες μας κτήματα. Η ζέστη του μεσημεριού οδηγεί τα βήματα πάλι στην σκιά που έχει το ‘’Στέκι’’, για καφεδάκι και κουβέντα, μέχρι που θα απελευθερωθεί από τα δεσμά του μπουκαλιού μια εξαίσια ευωδιά ούζου. Ο δεύτερος ‘’γύρος’’, με το ξεροψημένο χταποδάκι στο ξύδι, μόλις άρχισε, και το πιο πιθανό είναι να καθίσετε εδώ μέχρι αργά, που αρχίζει να σουρουπώνει και το κατακόκκινο χρώμα του ήλιου, πλημμυρίζει την θάλασσα και όλο το νησί.  

Στο μικρό αυτό νησί, υπάρχει ένα από τα πιο σημαντικά Σπήλαια της Ελλάδας με κατάλοιπα διαφόρων εποχών. Η ύπαρξή του, γνωστοποιήθηκε στην Σπηλαιολογική εταιρεία από το μέλος της Μ. Μπαρδάνη, από την Απείραθο της Νάξου, και το Φεβρουάριο του 1970 πραγματοποιήθηκε η μελέτη και η χαρτογράφησή του από την αείμνηστη Άννα Πετροχείλου, την Ι. Γκουρβέλου και τον Ν. Κατσιώρχη. Τα αποτελέσματα της αποστολής, πραγματοποιήθηκε με έξοδα του ΕΟΤ, δημοσιεύτηκαν στο δελτίο της Ε.Σ.Ε. τεύχος 3 – 4, Ιούλιος – Δεκέμβριος 1971.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει, η ανακάλυψη της εισόδου του σπηλαίου που σύμφωνα με την επικρατούσα παράδοση έγινε όταν: ‘’πριν από πολλά χρόνια ένας βοσκός που είχε βγάλει το κοπάδι για βοσκή αναζήτησε καταφύγιο κάτω από ένα φουντωτό σχίνο για να προφυλαχθεί από μια ξαφνική καταιγίδα. Εκεί έγειρε και κοιμήθηκε. Μόλις σταμάτησε η καταιγίδα και επέστρεψε στο χωριό οι συγχωριανοί του τον πλησίασαν, ξαφνιασμένοι με αυτό που έβλεπαν στην πλάτη του, και των ρώτησαν: ‘’τι είναι αυτό’’; Τότε μόνο διαπίστωσε και ο ίδιος, ότι στην πλάτη του ήταν αποτυπωμένη η εικόνα του Αι Γιάννη του Πρόδρομου. Θες από περιέργεια, θες από το θέλημα του αγίου, ξεκίνησαν την άλλη μέρα όλοι μαζί και πήγαν στο σημείο όπου ο χωριανός τους κοιμήθηκε για να ερευνήσουν. Ψάχνοντας τον τόπο, βρήκαν στην εικόνα του αγίου κάτω από τα κλαδιά του σχίνου και συγχρόνως την είσοδο της σπηλιάς. 

Από τότε, κάθε χρόνο στις 28 Αυγούστου, μαζεύονται όλοι εκεί για να γιορτάσουν. Ξεκινούν από την Παναγιά προς το σπήλαιο,με την εικόνα του Αγίου Ιωάννη, που βρέθηκε όταν ανακαλύφθηκε το σπήλαιο. Δεκάδες προσκυνητές ανεβαίνουν, κουβαλώντας άλλοι με τα χέρια, άλλοι με γαϊδουράκια, τα χρειαζούμενα για την λειτουργία και το γλέντι. Μετά την λειτουργία, ακολουθεί μικρό τσιμπούσι, σε μια κοντινή μικρότερη σπηλιά του βράχου, στην επονομαζόμενη και ‘’Σπηλιά του Κύκλωπα’’ αφού σύμφωνα με την παράδοση εδώ έμενε ο Πολύφημος όταν τον επισκέφθηκε ο Οδυσσέας. Και όταν ο ήρωας τον τύφλωσε, συνεχίζει η παράδοση, αυτός εκσφενδόνισε δύο μεγάλους βράχους προς την θάλασσα, εκεί που είχε ελλιμενιστεί το ‘’καράβι’’. Αυτοί οι δύο βράχοι είναι τα ‘’Αβελονήσια’’ των ντόπιων, απέναντι από την παραλία της Αλιμιάς.

Από την Χώρα του νησιού χρειάζεται περπάτημα περίπου μιάμισης ώρας για να φτάσει ο επισκέπτης στην χαράδρα σε υψόμετρο περίπου 100 μ. Η είσοδος του Σπηλαίου έχει ένα μέτρο φάρδος και περίπου εβδομήντα πόντους ύψος. Για να μπει ο επισκέπτης, χρειάζεται (εκτός από ισχυρό φακό και διπλές μπαταρίες) να συρθεί, σε ένα διάδρομο έξι μέτρων, ώστε να βγει στην πρώτη τεράστια αίθουσα 40Χ20Χ10 μέτρα ύψος, στην οποία, εκτός από τους ογκώδεις σταλαγμίτες και τις τεράστιες κολώνες, υπάρχουν σε πολλά σημεία εικόνες του Αγίου Ιωάννη και κεριά, κατάλοιπα από την λειτουργία που κάνουν οι κάτοικοι κατά τον εορτασμό του.Δυστυχώς η κάπνα από τα κεριά έχει σε μεγάλο βαθμό μαυρίσει το σταλακτιτικό διάκοσμο και στις δύο μεγάλες αίθουσες.

Όπως σε όλο το Αιγαίο έτσι και εδώ γιορτάζουν την Παναγία τον δεκαπενταύγουστο. Στις 28 Αυγούστου όμως, παραμονή της αποτομής της κεφαλής του Άγιου Ιωάννου Πρόδρομου, είναι η καλύτερη περίοδος για επίσκεψη αφού όλοι οι κάτοικοι είναι στο νησί. Τότε γίνεται μέγας εσπερινός μέσα στην μεγάλη αίθουσα του ομώνυμου σπηλαίου. Συρρέει πλήθος κόσμου και από τα γύρω νησιά. Το θέαμα είναι φαντασμαγορικό και η αργή καταστροφή του σπηλαίου τέλεια. Μάλλον, αντί να προσπαθούν να πείσουν τους επισκέπτες να το σέβονται (πράγμα που έτσι και αλλιώς γίνεται), πρέπει πρώτα να πεισθούν οι ίδιοι, αφού κάθε χρόνο, το επιβαρύνουν ίσως χωρίς αναστροφή. 

Αν πραγματικά επιθυμούν αυτή η φαντασμαγορία να συνεχιστεί, το Σπήλαιο πρέπει να αξιοποιηθεί όπως του αρμόζει και όπως η σπηλαιολογία καθιστά δυνατό. Για την αξιοποίηση του η κοινότητα έχει αγωνιστεί εδώ και τριάντα χρόνια με τελευταία προσπάθεια την αξιόλογη μελέτη και ένταξη στο Γ’ Κοινοτικό πλαίσιο στήριξης σαν έργο πρώτης προτεραιότητας. Σαν συνέχεια λοιπόν αυτής της αξιόλογης προσπάθειας – διεκδίκησης πρέπει αργά ή γρήγορα να προβληματιστούν, να το πάρουν απόφαση και την θεία λειτουργία να την μεταφέρουν έξω από το Σπήλαιο.  

Ένα από τα link της περιεκτικής ιστοσελίδας του ΣΠ.ΕΛ.Ε.Ο. (Σπηλαιολογικός Ελληνικός Εξερευνητικός Όμιλος), πληροφορεί ότι το Σπήλαιο έχει συνολική έκταση δύο χιλιάδες τ.μ. και αναπτύσσεται σε δύο πλευρές. Η πρώτη, έχει διεύθυνση Β – Ν και μήκος ογδονταπέντε μέτρα ενώ η δεύτερη, ΒΑ – ΝΔ και έχει μήκος ογδόντα μ. Το Σπήλαιο είναικαρστικό, (έχει δημιουργηθεί μέσα σε ασβεστόλιθο) και οι ποικίλες διακλάσεις που υπάρχουν στον ασβεστόλιθο του Α. Κρητιδικού έχουν συμβάλει στην δημιουργία του. Το Σπήλαιο του Αι – Γιάννη  με πλούσιο και εντυπωσιακό διάκοσμο από σωληνοειδείς σταλακτίτες, σταλαγμίτες, κολώνες, κουρτίνες, ενώ υπάρχει και σε αρκετή ποσότητα σπηλαιογάλα, θεωρείται από τα πιο όμορφα, μεγάλα, και αμόλυντα σπήλαια των Κυκλάδων, ένα από τα πολλά ανεκμετάλλευτα φυσικά μνημεία της Ελλάδος.

Απέναντι από την Ηρακλειά είναι η Σχινούσα με τους τρεις οικισμούς. Καταφύγιο πειρατών κάποτε, σημερινός παράδεισος με χρυσές αμμουδιές. Το Μερσίνη, το λιμάνι του νησιού βρίσκεται στα δυτικά και φημίζεται σαν ένα απο τα καλύτερα καταφύγια μικρών σκαφών στο Αιγαίο . Στη Σχινούσα ή Παναγιά υπάρχει το ομώνυμο εκκλησάκι της Παναγίας της Ακάθης, και στην Μεσσαριά η Ευαγγελίστρια. Ανατολικά της Νάξου βρίσκεται η Δονούσα ενώ Νότια το Κουφονήσι το κάτω Κουφονήσι και η Κέρος.  Τρία νησιά με καταπληκτικές παραλίες και μοναχικούς ορμίσκους. Η χρυσαφένια άμμος και τα διάφανα νερά τους προσδίδουν μαγικό χρώμα. Το Κουφονήσι είναι το πλέον πυκνοκατοικημένο. Οι θαλάσσιες σπηλιές, οι μικρές αμμουδιές και οι όμορφοι κολπίσκοι θα κεντρίσουν το ενδιαφέρον σας για εξερεύνηση. Το κάτω Κουφονήσι είναι σχεδόν έρημο, εκτός του δεκαπενταύγουστο που γεμίζει από προσκυνητές λόγω της μικρούλας εκκλησίας της Παναγίας. 

Το πιο νότιο είναι η Κέρος. Πουθενά αλλού σε όλο τον ελλαδικό χώρο η μουσική δε γνώρισε μέσα στους αιώνες τόσο πλούτο και τόση ποικιλία όσο στο Αρχιπέλαγος του Αιγαίου. Εκτός από τις γραπτές πηγές, την πλούσια μουσική ζωή στο Αιγαίο της Αρχαιότητας, μαρτυρούν και ένα πλήθος από αρχαιολογικά ευρήματα. Ήδη από την εποχή του χαλκού χρονολογούνται τα γνωστά κυκλαδικά ειδώλια - σύμβολα του κυκλαδικού πολιτισμού - του αρπιστή και του αυλητή, κατασκευασμένα από λευκό παριανό μάρμαρο που ανακαλύφθηκαν στην Κέρο, (μπορείτε να τα θαυμάσετε στο αρχαιολογικό μουσείο της Αθήνας). Στην νότια πλευρά του άγονου και ηλιοψημένου νησιού υπάρχει ένα μικρό λιμανάκι που αγκυροβολούν, εκεί ακριβώς που ο βυθός συνδυάζει άμμο και βράχια.

Σπαρμένα στα ανατολικά της Κυκλαδίτικης θαλασσινής πολιτείας, τα νησάκια των μικρών Κυκλάδων αποτελούν τον ορισμό του παραδεισένιου τοπίου και της χαλάρωσης. Βουτηγμένα στην ηρεμία με την γαλάζια θάλασσα πανταχού παρούσα, έτσι μικροσκοπικά που είναι, με αμμουδερές παραλίες, και γαλαζοπράσινη γη, αγκαλιάζονται από το βαθύ γαλάζιο των νερών του αιγαίου. Από την Ηρακλειά, εύκολα μπορείτε να επισκεφθείτε και τα διπλανά νησάκια που μοιάζουν να κολυμπούν στο πέλαγος. 

Η Σχινούσα απέχει μόλις 1 ν.μ., το Κουφονήσι 5 ν. μ. και τα Κατάπολα της Αμοργού ‘’πιο μακριά’’ 19 ν. μ και Ζητήστε αυτή την διαδρομή από τον Δημήτρη με τον καλοτάξιδο ‘’Άνεμο’’ (σαν ημερήσια εκδρομή) ή σκεφθείτε την λύση του πλοίου της γραμμής και τον Σκοπελίτη αν είναι να μείνετε μέρες. Με τον πρωινό καφέ στο Λιβάδι ή στην παραλία διαπιστώνεται για άλλη μια φορά το πολύ φιλικό κλίμα που επικρατεί. Οι μέρες κύλησαν γρήγορα, οι νύχτες υγρές, μουσκεμένες με ουζάκι και ξεροψημένο χταπόδι το ίδιο, βόλτες, πεζοπορίες και κολύμπι, σε μέρη του νησιού εύκολα προσπελάσιμα αλλά και δύσκολα – μόνο με το καΐκι ή τη βάρκα.    

Η Ηρακλειά, ευτυχώς, μέχρι σήμερα κρατάει και ‘’πουλάει’’ ένα διαφορετικό ύφος και ήθος που έχει σαν επίκεντρο τον άνθρωπο. Δεν αλώθηκε και δεν καθυποτάχθηκε από τον τουρισμό όσο άλλες περιοχές. Είτε η καθυστερημένη ‘’ανάπτυξη’’, είτε το ενδιαφέρον των κατοίκων της, που είδαν τι έγινε τις προηγούμενες δεκαετίες στον μικρόκοσμο των Κυκλάδων, τους έκαναν πιο προσεκτικούς.  

Σήμερα δικαιώνονται, αποδεικνύοντας την αγάπη τους για τον τόπο με πράξεις, φροντίζοντάς τον, για να μπορούν αυτοί αλλά και οι επισκέπτες, να μυρίζουν τις αμόλυντες ευωδιές του Αιγαιοπελαγίτικου αέρα.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Έκταση: 18, 078 τ.χ., Ακτογραμμή: 29 χλμ, Υψόμετρο: 0 – 418 μ. κορυφή Πάπας, Πληθυσμός: 151 κατ (’01), Πρωτεύουσα: Παναγία, Νομός: Κυκλάδων, Απόσταση από Πειραιά 121 ν. μ. (103 για Νάξο) από Νάξο 18 ν.μ. από  Κατάπολα Αμοργού 19 ν.μ. Διάρκεια ταξιδιού 8ω, 1ω 20’, 1ω 30’ αντίστοιχα.

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 22850

ΔΙΑΜΟΝΗ: Νίκος ‘’το Μαϊστράλι’’ 71807, 71648, e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. Συνοδινός Αντώνης & Μαρία 71485, ‘’Αλεξάνδρα’’ 71482, ‘’Άγγελος’’ και  ‘’Ηλιοβασίλεμα’’ 71569, 71486, Αθήνα 2104520260, 4531059, ‘'Anna’s Place’’ 71145, 74234, ‘’Δημήτρης’’ 71484, 2109933894, Villa Glafkos 71892, 2104516910, ‘’Μαριέτα’’ 71252, ‘’Πανόραμα Ηρακλειάς’’ 71991, 71569 e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. ‘’Sohoro’’ 71565, 6977189903, Villa Zografos στα Λαβουτάκια Λιβαδιού 71946, e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.  Κρατήσεις δωματίων για Ηρακλειά, Αμοργό, Δονούσα, Σχινούσα, Koufonissia Tours 71671 – 2.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ:. Πριν την παραλία Λιβάδι υπάρχει καφετέρια με ιδιωτικό χώρο κατασκήνωσης, σκίαστρα για τις σκηνές,  αλλά σε κάθε περίπτωση όχι οργανωμένο κάμπινγκ. Ο Γιώργος και η Στέλλα θα αναλάβουν τα υπόλοιπα. Ποτά – καφέδες - μεζέδες 71226, 29034. 

ΦΑΓΗΤΟ: Το νησί φημίζεται για την μέθοδο ‘’απ’ τη θάλασσα στο τηγάνι’’, όσον αφορά τα ψάρια. Βεβαίως υπάρχουν δικής τους παραγωγής κατσίκια – αρνιά, ντόπια ξυνομυζήθρα, ανθότυρο και κατσικίσιο τυρί. Σπέσιαλ χειροποίητο παστέλι, ξεροτήγανα και δίπλες. Φυσικά δεν λείπουν και τα μαγειρευτά, στον Αι – Γιώργη ‘’ο Πεύκος’’ 71568 και ‘’το Περιγιάλι’’ της καπετάνισσας Ακαθής στην παραλία για ψάρια, χταποδάκι και ουζομεζέδες 71118, στο Λιβάδι ‘’Γιώργος Place 71226 και στη Χώρα του νησιού (Παναγιά) ‘’το Στέκι’’ 71579, και το παραδοσιακό καφενείο ‘’Η Δροσιά’’ 71578. 

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Κοινότητα Ηρακλειάς 71545, 74184, Fax 74183, η μοναδική αρχή του νησιού, Α’ Βοήθειες 71388. Φαρμακείο στη Νάξο.

ΧΡΗΣΙΜΑ: www.iraklia.gr Σπήλαιο Αγίου Ιωάννη www.geocities.com/irakliagr/greek.htm Δείτε το πολύ καλό site του ΣΠΕΛΕΟ για το θέμα σπήλαια www.speleo.gr/en/Links_en.html . Τράπεζες με Α.Τ.Μ. στην Νάξο. Στο Bar Aki της Ηρακλειάς καθαρά ποτά και μουσική 71487. ΝτόπιοΘυμαρίσιο μέλι από την Κα Φανή στον Άγιο Γεώργιο 71565. Με την γρήγορη λάντζα ‘’ο Άνεμος’’, ο Δημήτρης θα σας γυρίσει στις δυσπρόσιτες παραλίες 74234, 6977310427. Συνεργείο δεν υπάρχει, όμως ο Αντώνης Βλαβιανός, νοικιάζει σκούτερ ‘’Rent a scooter – Iraklia’’ 71564, 6974397580 αν τύχει κάτι, θα σας βοηθήσει πολύ. Για κάτι σοβαρό Πολυκρέτης Γιώργος, Χώρα Νάξου, Συνεργείο – Βουλκανιζατέρ – Ανταλλακτικά 24872.

ΠΡΟΣΒΑΣΗ:  Από Νάξο για Ηρακλειά με το τοπικό Σκοπελίτης κάθε Δευτ – Τετ – Πέμ – Σαβ ώρα 15:00 τον χειμώνα. Από 16 Ιουλίου καθημερινά. Από Πειραιά για Ηρακλειά 4 φορές την εβδομάδα το καλοκαίρι, 2 τον χειμώνα με τα Blue Star του Στρίντζη 2108919800 www.bluestarferries.com. Εισιτήρια: Κόστος (Φεβ 04) 19,80 EUR το άτομο, 9,00 EUR η μοτοσυκλέτα έως 250 cc & 13,50 EUR πάνω από 250 cc. Λιμεναρχείο Πειραιά 2104226001 - 4, δρομολόγια πλοίων info ΟΤΕ 1440, www.yen.gr/main.htm Διάρκεια ταξιδιού από Πειραιά 8ω – 120 ν.μ., από Νάξο 1ω – 18 ν.μ. Λιμεναρχείο Θεσσαλονίκης (ανταπόκριση για Πάρο ή Νάξο) 2310531504 – 5, διάρκεια ταξιδιού 15ω – 250 ν.μ. Η συντομότερη επιλογή είναι Πειραιάς - Πάρος ή Νάξος με τα highspeed I, II, III, IIII, διάρκεια ταξιδιού 2ω30’ και με την πρώτη ανταπόκριση για Νάξο. Από εκεί αναλαμβάνει ο Σκοπελίτης. Πρακτορεία Ηρακλειάς ‘’Αιγαίο’’ – ‘’Μέλισσα’’ Ευάγγελος Γαβαλάς 71561, 71539, ‘’Αγιάζι’’ Δημήτρης Ρούσσος 74236, 71788.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Δεν έχει. Ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος είναι 4 χλμ, και οδηγεί από το Λιμάνι, στην Χώρα του νησιού, την Παναγιά. Συν 2,5 οι χωματόδρομοι για τον Άγιο Αθανάσιο και τον Πρφ Ηλία σύνολο 6,5. Αν γεμίσετε στον Πειραιά ή την Νάξο δεν θα αντιμετωπίσετε πρόβλημα. Γεμίστε όμως, γιατί μετά την Ηρακλειά (που είναι το πρώτο λιμάνι) μπορεί να θέλετε να πάτε και στα υπόλοιπα νησιά (Σχινούσα, Κουφονήσια, Δονούσα). 

ΧΑΡΤΕΣ: Όλος ο Νομός Κυκλάδων σε έναν μοναδικό πλαστικοποιημένο χάρτη που χωράει στο tang Bag. Εκδόσεις ‘’Ελλάδα’’ χάρτης Νο 29 ‘’Κυκλάδες’’, Κολοκοτρώνη 11 Αθήνα 2103222573, 3235241, Βενιζέλου 3 Θεσσαλονίκη 2310223063.

ΒΙΒΛΙΑ: Καταπληκτικό αφιέρωμα του περιοδικού Γαιόραμα για το Σπήλαιο του Αγίου Ιωάννη Ηρακλειάς / Τ50 Ιούλιος – Αύγουστος 2002.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax: 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για την ΗΡΑΚΛΕΙΑ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Joseph Pitton de Tournefort / Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους / Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης / Ηράκλειο 2003
  • Το Αιγαίο επίκεντρο Ελληνικού Πολιτισμού / εκδόσεις Μέλισσα / Αθήνα 1995
  • Κυκλάδες / εκδόσεις EXPLORER / Αθήνα 2002
  • Αντώνης Βεκρής / Αμοργός και Μικρές Κυκλάδες / εκδόσεις Αμοργός 2002

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Σειρήνες των Κυκλάδων / περιοδικό για τις Κυκλάδες / Τ4 1997
  • Ιωάννα Δεικτάκη – Γιώργος Αβαγιανός / Σπήλαιο Αγίου Ιωάννη Ηρακλειάς Νάξου / περιοδικό ΓΑΙΟΡΑΜΑ Τ50 Ιούλιος – Αύγουστος 2002
  • Θάλεια Αργίτη – Μιχάλης Κωσταράς / Ο Άθλος της Ηρακλειάς / περιοδικό ΓΕΩ Τ119 Ιούλιος 2002

 ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ (2294 λέξεις)

ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ 

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Ιανουάριος 2004

Λίκνο Πολιτισμού

Τόπος ιστορικός όπου διαδραματίστηκαν μύθοι, έδρασαν ημίθεοι και ήρωες, Χώρος προνομιακός όπου δημιουργήθηκαν πολιτισμοί με οικουμενικές διαστάσεις και σημασία. Η ιερή επιδαύρια γη, έχει σφιχταγκαλιάσει τα εναπομείναντα ερείπια του λαμπρού παρελθόντος που βρίσκεται σε μια κατάφυτη πεδιάδα της Αργολίδας τριγυρισμένη από βουνά. 

Από το Ναύπλιο ακολουθείστε τις πινακίδες ‘’Επίδαυρος – Αρχαίο Θέατρο’’ με κατεύθυνση το Λυγουριό. Όμορφη διαδρομή, με γεωργικές εκτάσεις οπωροφόρων και τα πανταχού παρόντα αρώματα της φύσης, αλλά προσέξτε, ο δρόμος είναι στενός, όλο απότομες στροφές, ‘’εσάκια’’ και ‘’πέταλα’’, τουλάχιστον μέχρι το πρώτο αξιοθέατο της διαδρομής, άξιο στάσης, την Μυκηναϊκή Λιθόκτιστη Γέφυρα του Αρκαδικού ένα από τα παλαιότερα αρχαιολογικά ευρήματα της Αργολίδας κομμάτι πολύτιμο της Αργείας οδού. Αν και δεν έχει αρχιτεκτονική σχέση με πέτρινο γεφύρι (οι προϊστορικές και αρχαϊκές γέφυρες δεν ήταν παρά τοίχοι με τριγωνικές διόδους – οπές παροχέτευσης, κτισμένες με το εκφορικό σύστημα1, η χρησιμότητα ήταν η ίδια. Ευκολία στην μεταφορά αγαθών και διευκόλυνση του εμπορίου. 

Σύντομα θα φτάσετε στο Λυγουριό, έδρα του Δήμου Ασκληπιείου. Γνωστός πόλος έλξης επισκεπτών από όλο τον κόσμο, με τους πλούσιους αρχαιολογικούς Θησαυρούς αλλά και το φημισμένο ετήσιο φεστιβάλ Επιδαύρου εξιδανικεύει την επίσκεψη έστω για ημερήσια εκδρομή (τουλάχιστον για τους κατοίκους της Αττικής). Στην ευρύτερη περιοχή του Δήμου Ασκληπιείου, υπάρχει μεγάλος αριθμός εκκλησιών, περίπου 300, μικρές και μεγάλες, ορισμένες από τις οποίες είναι μεγάλης ιστορικής και θρησκευτικής αξίας, καθώς και το αξιόλογο μουσείο Φυσικής Ιστορίας της πόλης. 

Στην αρχαιότητα, η Επίδαυρος ήταν τόπος λατρείας του Ασκληπιού, οργάνωσης αθλητικών αγώνων, εορτών και θεατρικών παραστάσεων, με το ιερό του θεού, που ερείπια του υπάρχουν οκτώ χλμ στα ανατολικά της, να παίζει πρωτεύοντα ρόλο σε αυτές. Η λατρεία του Ασκληπιού, γιου του θεού Απόλλωνα και της θνητής Κορωνίδας, ήρθε από την Θεσσαλία και στην Αργολίδα απέκτησε χιλιάδες πιστούς που προσδοκούσαν θεραπεία από ασθένειες. Από τον 6ο αι. αρχίζει η λατρεία του αρχαίου θεού και προς τιμή του αργότερα ιδρύθηκε ο μεγαλύτερος και κομψότερος ναός του Ασκληπιού.Κτίστηκε στην ορεινή περιοχή του  Κυνόρτιου όρους, με δωρικό ρυθμό σε σχέδια του αρχιτέκτονα Θεόδοτου το διάστημα από 385 π.Χ. έως 380 π.Χ. Ο γλύπτης Τιμόθεος φιλοτέχνησε τον διάκοσμο και ο Πάριος γλύπτης Θρασυμήδης σκάλισε σε ελεφαντοστό το περίφημο λατρευτικό άγαλμα.

Γρήγορα το ιερό απέκτησε πανελλήνια φήμη δίνοντας το έναυσμα για την δημιουργία και άλλων σε όλη την Ελλάδα. Στην γύρω περιοχή έχουν βρεθεί λίθινα εργαλεία της νεολιθικής εποχής, ευρήματα μυκηναϊκής προέλευσης καθώς και τα ερείπια του ναού του Απόλλωνα Μαλεάτα, που έκτισε τον 7ο αι. π.Χ. ο τύραννος της Επιδαύρου Προκλής.  Η μεγάλη εποχή του ιερού της Επιδαύρου είναι ο 4ος και ο 3ος π.Χ. αιώνας. Ο Ασκληπιός, ως ο περισσότερο φιλάνθρωπος θεός, είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη των ανθρώπων και αυτοί συνέρεαν κατά εκατοντάδες για να θεραπευτούν.

Την εποχή αυτή, ο τεράστιος πλούτος που συγκεντρώνει η πόλη στο ιερό επιτρέπει την μνημειώδη ανάπτυξη του. Ο ναός του Ασκληπιού που στέγαζε το χρυσελεφάντινο άγαλμα του θεού αποτελεί ένα από τα πιο προοδευτικά δείγματα δωρικής ναϊκής αρχιτεκτονικής. Η Θυμέλη, το κυκλικό κτήριο που σήμερα είναι γνωστό σαν Θόλος, ήταν το πιο κομψό μετά το Ερεχθείο κτίσμα των κλασικών χρόνων. Το Άβατον δίπλα σε αυτά τα κεντρικά κτήρια ήταν η μεγάλη στοά που είχε περιλάβει το ιερό πηγάδι και δεχόταν τους ασθενείς οι οποίοι κοιμόντουσαν και περίμεναν την θεραπεία τους από την επίσκεψη του θεού – ιατρού στον ύπνο τους. Πάνω στις στήλες (αναθηματικές επιγραφές) ήταν γραμμένα τα θαύματα του Ασκληπιού ώστε η παράδοση να ενισχύει την πίστη των ασθενών. Κάπου εβδομήντα γραμμένα θαύματα έχουν σωθεί ως σήμερα. 

Το ομορφότερο κόσμημα του ιερού, θεωρείται το μεγάλο θέατρο της Επιδαύρου,από τα πιο λαμπρά δείγματα θεατρικής αρχιτεκτονικής του αρχαίου κόσμου, ένα από τα ωραιότερα και καλύτερα σωζόμενα θέατρα της Ελλάδας. Αμέτρητοι είναι οι τύποι κτηρίων που σκέφθηκε ο άνθρωπος στην ιστορική διαδρομή του. Ελάχιστες από τις αρχιτεκτονικές αυτές ιδέες δεν ξεπεράστηκαν με το πέρασμα των αιώνων. Σε αυτή την διαπίστωση υπάρχει η εξαίρεση της αρχιτεκτονικής των θεάτρων. Σήμερα, δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά την ανακάλυψη του, στην αρχαία Αθήνα αρχικά και σε όλον τον γνωστό κόσμο αργότερα, συνεχίζουν να κτίζονται σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης θέατρα που λιγότερο ή περισσότερο αντιγράφουν το αρχαίο ελληνικό πρότυπο. 

Το θέατρο της Επιδαύρου σχεδιάστηκε από τον Αργείο αρχιτέκτονα Πολύκλειτο τον νεότερο, που σχεδίασε και την Θόλο, και κτίστηκε στην πρώτη φάση τα τέλη του 4ου αι. π.Χ. με χωρητικότητα έξι χιλιάδων θεατών σε τριάντα τέσσερις σειρές. Οι είκοσι μία επιπλέον σειρές του πάνω διαζώματος προστέθηκαν τον 2ο αι. π.Χ. και ανέβασαν την χωρητικότητα σε δεκατέσσερις χιλιάδες θεατές σε πενήντα πέντε σειρές.

Το θέατρο, που ήταν πάντοτε ορατό, αποκαλύφθηκε πλήρως από τον αρχαιολόγο Π. Καββαδία με εργασίες που άρχισαν το 1881 και μέχρι το 1928 είχαν αποκαλυφθεί όλα τα κτίσματα του ιερού όπως τα βλέπει σήμερα ο περιηγητής. Ήταν περίφημο για την τελειότητά του ήδη από την αρχαιότητα και επίσης φημισμένο για την εκπληκτική ακουστική του, που επιτρέπει ακόμα και στον θεατή που κάθεται στην τελευταία σειρά να ακούει όσα λέγονται στην σκηνή. 

Ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στον κόσμο είναι το καλοκαιρινό φεστιβάλ αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου. Η πρώτη παράσταση έγινε το 1938 με την Ηλέκτρα του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη. Η επόμενη παράσταση που παρουσίασε ο σκηνοθέτης για πρώτη φορά στην Επίδαυρο, ήταν ο Ιππόλυτος του Ευριπίδη, που παίχτηκε τον Αύγουστο του 1954 και αποτέλεσε το έναυσμα. Από την επόμενη χρονιά το φεστιβάλ καθιερώθηκε εμπλουτίζοντας με παραστάσεις αρχαίου δράματος την σύγχρονη θεατρική πρακτική. Τα ‘’Επιδαύρια’’, σαν θεσμός πλέον, οφείλουν σε μεγάλο μέρος την φήμη τους ακριβώς σε αυτό το θέατρο. 

Τα αρχαιολογικά αυτά μνημεία είναι λίγα λεπτά οδήγησης από το Λυγουριό. Ο εξωτερικός χώρος είναι ένα τεράστιο επίπεδο πλάτωμα – πάρκινγκ, των αυτοκινήτων και των πούλμαν κατά την διάρκεια των παραστάσεων, που γίνονται στο αρχαίο θέατρο τους καλοκαιρινούς μήνες. Το Φθινόπωρο, αλλά και η Άνοιξη, είναι πραγματικά μια υπέροχη εποχή, παρ’ όλο που περιλαμβάνει και μερικές μέρες από τον ευμετάβλητο Μάρτιο, είναι ιδανική για κατασκήνωση, αρκεί να ρωτήσετε πρώτα και να ‘’στήσετε’’, στην άκρη ώστε να μην προκαλείτε. 

Δίπλα σχεδόν από το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου υπάρχει το μουσείο που ιδρύθηκε το 1905 – 1909 από τον αρχαιολόγο που ανέσκαψε το ιερό Π. Καββαδία, στο οποίο εκτίθενται αξιόλογα ευρήματα και αντικείμενα από τα ιερά του Ασκληπιού και του Απόλλωνα Μαλεάτα, καθώς και κατάλοιπα της Ρωμαϊκής εποχής. Το μικρό αλλά πλούσιο σε ευρήματα μουσείο αξίζει να το επισκεφθείτε πριν την περιήγησή σας στον αρχαιολογικό χώρο, ώστε να πάρετε χρήσιμες πληροφορίες για αυτόν και να κατανοήσετε καλύτερα τα οικοδομήματα που θα συναντήσετε στο Ασκληπιείο. 

Σημαντικές είναι οι επιγραφές που έχουν αφιερωθεί στο ιερό από ασθενείς που θεραπεύτηκαν, στις οποίες περιγράφονται με λεπτομέρειες τα θαύματα του θεού – γιατρού. Αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός ότι η πάροδος των ετών και η πρόοδος της αρχαίας ιατρικής δεν άφηνε ανεπηρέαστο το Ασκληπιείο. Έτσι, εκτός από τις επικλήσεις στο θεό, την θεία επέμβαση, γίνονταν και ιατρικές πράξεις με ανθρώπινη επέμβαση όπως αποδεικνύουν και τα ιατρικά εργαλεία που εκτίθενται στον προθάλαμο. 

Οι τρεις οικισμοί – Παλιά Επίδαυρος, Νέα, και Ασκληπιείο απλώνονται κάτω από τον ίσκιο του Αραχναίου όρους που χωρίζει την Κορινθία από την Αργοναυπλία καταλήγοντας ανατολικά στον κόλπο – χερσόνησο της Επιδαύρου και δυτικά στον Αργολικό κόλπο. Οι οικισμοί είναι γνωστοί από τα προϊστορικά χρόνια σε μικρή απόσταση (21 χλμ) μεταξύ τους. Μια κοντινή βόλτα στην Παλιά (Αρχαία) Επίδαυρο, (τα παλιότερα Πίδαυρα), ένα ήρεμο πλούσιο χωριό χωρίς τις καλοκαιρινές εξάρσεις της Νέας, με έσοδα που προέρχονται κυρίως απο τα φημισμένα πορτοκάλια της εύφορης Αργολικής γης και δευτερευόντως από τον τουρισμό. 

Είναι κτισμένη αμφιθεατρικά πάνω σε λόφο με έναν καταγάλανο όρμο στα πόδια της. Στον χώρο της Παλιάς Επιδαύρου υπάρχει το ‘’Μικρό’’ μαρμάρινο αρχαίο θέατρο κτισμένο τον 4ο αι. π.Χ. αφιερωμένο στον θεό Διόνυσο. Χωράει έξι χιλιάδες θεατές και υπήρξε κέντρο των πολιτικών και πολιτιστικών γεγονότων της περιοχής στην αρχαιότητα. Σήμερα και κάθε καλοκαίρι γίνεται το πρόσφατα καθιερωμένο (1995) ετήσιο φεστιβάλ ‘’Μουσικός Ιούλιος’’, που συνοδεύεται απο το μεγάλο υπαίθριο παζάρι του Αγροτουρισμού. Απο το μικρό θέατρο ακολουθήστε το στενό μονοπάτι προς την χερσόνησο ‘’Νησί’’ που φτάνει μέχρι ψηλά τον λόφο στο εκκλησάκι της Παναγίας κτισμένο πάνω στα υπολείμματα της αρχαίας ακρόπολης. Από αυτό το μικρό φυσικό λιμανάκι γίνονται δρομολόγια, τους καλοκαιρινούς μήνες, στα απέναντι νησιά Αίγινα και Αγκίστρι. Σε περίπτωση που ταξιδεύετε από μακριά και έχετε τουλάχιστον μια μέρα στην διάθεσή σας είναι καλή ευκαιρία να γνωρίσετε και αυτά τα προικισμένα νησιά. 

Στην διαδρομή της επιστροφής κάντε μια στάση στην Νέα Επίδαυρο (Αρχαία Πιάδα), που είναι ένα μεγάλο όμορφο χωριό με το βυζαντινό κάστρο της, και τις όμορφες παραλίες. Αναφέρεται ανάμεσα στις 449 περιοχές ιδιαίτερου κάλλους της Ελλάδας που έγινε από το Ε. Μ. Πολυτεχνείο. Εδώ έγιναν κατά την Επανάσταση του 1821 οι δύο Εθνικές Συνελεύσεις2, που έχουν το όνομα ‘’Συνελεύσεις της Επιδαύρου’’. Τότε το μικρό χωριό λεγόταν ‘’Πιάδα’’ ή κατ’ άλλους ‘’Πηγάδα’’ ή και ‘’Πεδιάδα’’. Λίγες εβδομάδες μετά την πρώτη συνέλευση έγινε η μετονομασία σε Νέα Επίδαυρος, οι δε κάτοικοι Επιδαύριοι. 

Στις 20 Δεκεμβρίου 1821, συνήλθε η Πρώτη Εθνική Συνέλευση, των απελευθερωμένων Ελλήνων, έχοντας μεγάλη σημασία για το νεοσύστατο έθνος, το οποίο μετά από τέσσερις αιώνες σκλαβιά κήρυξε την πολιτική του, και την ανεξαρτησία του,  χωρίς την φυσική παρουσία αυτών που αγωνίστηκαν για αυτό. Εξήντα πληρεξούσιοι από την Πελοπόννησο, τη Στερεά και πολλά νησιά που είχαν αποτινάξει τον τούρκικο ζυγό συγκεντρώνονται και συντάσσουν το ‘’Προσωρινό Πολίτευμα της Επιδαύρου’’, το οποίο αποτελεί το πρώτο σύνταγμα της Ελεύθερης Ελλάδος. Μεταξύ άλλων, καθορίστηκαν τα δύο διοικητικά σώματα, (Βουλευτικό – Εκτελεστικό), τα χρώματα της εθνικής σημαίας, (τότε ήταν, η της Φιλικής εταιρείας, μαύρη), που από τότε είναι το κυανόλευκο, και την Εθνική σφραγίδα που φέρει πλέον την θεά Αθηνά. Ο γενικός αρχηγός της επανάστασης Δημήτριος Υψηλάντης όπως και οι αρχηγοί του αγώνα Κολοκοτρώνης, Νικηταράς, Ανδρούτσος, καθώς και όλοι οι οπλαρχηγοί δεν παίρνουν μέρος, γιατί πολεμούσαν. Ακόμα και έτσι όμως χρειάστηκαν διάφορες μηχανορραφίες για να αναδειχτεί κορυφαίος πολιτικός ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. 

Στον ίδιο χώρο της Επιδαύρου συνήλθε και η Τρίτη Εθνική Συνέλευση, τον Απρίλιο του 1826, με κύριο έργο την αναθεώρηση του Συντάγματος, και τον συμβιβασμό της Ελλάδας με την Πύλη με διαπραγματευτές, τις ‘’Μεγάλες δυνάμεις’’. Κατά τη διάρκεια των πρώτων ωρών, της συνέλευσης, ήρθαν τα μαντάτα για την ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου, (δες στον ίδιο τόμο – Επαρχία Μεσολογγίου), με αποτέλεσμα, να διακοπούν οι εργασίες, οι οποίες συνεχίστηκαν αργότερα, (19 – Μαρτίου – 5 Μαΐου 1927) στην Τροιζήνα. 

Προς το βουνό, βρίσκεται η Ι. Μονή Αγνούντος (11ου  αι.) ένα σημαντικό μοναστικό κέντρο, το αρχαιότερο της Επιδαύρου. Από εκεί όλα αυτά τα χρόνια ‘’αγνάντευε’’ τα δρώμενα των καιρών. Επιδαύρια χώρα, μια καταπράσινη, εύφορη και ιερή κοιλάδα, γεμάτη θρύλους και ιστορία, ιδανικό θέρετρο ξεκούρασης ακόμα και για ένα Σαββατοκύριακο.

Σημειώσεις:

 (1) Εκφορικό σύστημα δόμησης έχουμε όταν η κάθε πέτρα προεξέχει όλο και περισσότερο προς το εσωτερικό της ‘’Καμάρας’’.

(2)Ιδιαίτερα μελετήματα γι’ αυτές δείτε: 1) Σαριπόλου Ν. – Η Πρώτη Εθνοσυνέλευσις και το πολίτευμα της Επιδαύρου του 1822, Αθήνα 1907, 2) Αννίνου Μπάμπη – Η εν Επιδαύρω Πρώτη Εθνική Συνέλευσις (‘’Ημερολόγιο της Μεγάλης Ελλάδος’’ Α’, 1922, σελ 334 – 345) και 3) Δραγούμη Ν. – Επεισόδια του Ελληνικού Αγώνος. Τρίτη Εθνική Συνέλευσις (περιοδικό ‘’Πανδώρα’’ τομ ΚΒ’ (1871 – 1872, φύλλο 528, σελ 567 – 575). 

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 27530

ΔΙΑΜΟΝΗ: Λυγουριό: Ξενία 22005 - 3, Άβατο 22178, Αλκυών 22002, Αρχαία Επίδαυρος: Χριστίνα 41451 www.ancientepidavros.com  Verdelis Inn 41332, Μαριαλλένα 41090, 41138, Πάολα 41397, Ποσειδών 41211.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Νέα Επίδαυρος το ομώνυμο 31296, Διαμαντής 31181, 31240, Στην Παλιά Επίδαυρο ‘’Νικόλας’’ σκιερό και με γρασίδι 41218, Βερδελής 41425, 41322, Μπέκας με ευκάλυπτους για σκιά 41714, 41333 όλα στο Γαλάση. 

ΦΑΓΗΤΟ: Στο Λυγουριό οι ψησταριές είναι όσες και τα σπίτια. Παϊδάκια, μπριζόλες και ότι έχει να κάνει με Κρεατικά. Στην παλιά Επίδαυρο αγοράστε από τους φούρνους πεντανόστιμο ψωμί και πίτες. Στο Αδάμι (5 χλμ από το θέατρο) ο κυρ’ Νίκος Σμυρλής στην εξοχική του ταβέρνα θα σας περιποιηθεί δεόντως. 

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Ασκληπιείου (Λυγουριό) 22238, 23281, Δήμος Επιδαύρου 41250, Α’ Βοήθειες 22222, Αστυνομία 22213, Αρχαίας Επιδαύρου 41203, Συνεργεία – Βουλκανιζατέρ: Γρίβας Αθανάσιος 23306 (Moto), Ξυπολιάς Βασίλειος (Auto) 23252.

ΧΡΗΣΙΜΑ: www.culture.gr Αρχαιολογικός Χώρος Επιδαύρου 22009, 4η Εφορεία Ναυπλίου 2752027502, είσοδος 6 EUR για όλο τον χώρο και το μουσείο. Ανοιχτά από Απρίλιο έως Οκτώβριο 08:00 – 19:00, από Νοέμβριο έως Μάρτιο 08:00 – 17:00, κλειστά 25/26 Δεκεμβρίου, 1η κάθε έτους, 25η Μαρτίου, 1η Μαΐου, Πάσχα.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Μέσα στο Λυγουριό και στην δστ για τον αρχαιολογικό χώρο.

ΧΑΡΤΕΣ: Παλιός, Καλός, πιθανόν εξαντλημένος ο χάρτης ‘’Αργολίδα – Κορινθία’’ σε κλίμακα 1:200.000 των εκδόσεων Μποζινάκη.Πλαστικοποιημένοι χάρτες ανά νομό που χωρούν στο tang Bag. Αγοράστε τον χάρτη Νο 2 ‘’Νομός Αργολίδας’’, εκδόσεις  ‘’Ελλάδα’’ Κολοκοτρώνη 11 Αθήνα 2103222573, 3225241, Βενιζέλου 3 Θεσσαλονίκη 2310223063.

ΒΙΒΛΙΑ: Πελοπόννησος / εκδόσεις EXPLORER, στο Μουσείο της Επιδαύρου θα βρείτε την ενδιαφέρουσα έκδοση ‘’το ιερό του Ασκληπιού και το μουσείο’’, ‘’Μια σκηνή για τον Διόνυσο’’ / εκδόσεις ΚΑΠΟΝ, ‘’Αρχαία Θέατρα’’ / εκδόσεις ΙΤΑΝΟΣ.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: ΦΙΛ.Μ.Α (Φίλοι Μοτοσυκλέτας Αργολίδας) Θερμογιάννη 19, Ναύπλιο 26830, Γ. Γραμματέας Σοφοκλής Παπαγεωργόπουλος 6977649796, e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. Ανοιχτά κάθε Τετάρτη τον χειμώνα από τις 20:00 και το καλοκαίρι από τις 21:00. Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax: 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για την ΕΠΙΔΑΥΡΟ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Αγγελική Χαριτωνίδου / Επίδαυρος το ιερό του Ασκληπιού και το μουσείο / εκδόσεις ΚΛΕΙΩ / Αθήνα 1978
  • Μια Σκηνή για τον Διόνυσο / Σπύρος Μερκούρης – εκδόσεις ΚΑΠΟΝ 1998
  • Πελοπόννησος / εκδόσεις EXPLORER / Αθήνα 2002
  • Αρχαία Θέατρα / εκδόσεις Ε.Ο.Τ. / Αθήνα 1996

Β’         Αφιερώματα περιοδικών 

  • Αντώνης Αναγνώστου / Αργολίδα / εκδόσειςAD & ED / Αθήνα 1997
  • Επίδαυρος / περιοδικό ΓΕΩ Τ111
  • Επίδαυρος / περιοδικό VITA Τ51

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Επίδαυρος: Η πόλις, το ιερό και το θέατρο / Αφιέρωμα 7 ημερών Εφημ. Καθημερινή 18/8/96
  • Τα Υπέροχα (και άγνωστα) Ελληνικά Θέατρα / Νίκος Χατζηαντωνίου Εφημ. Ελευθεροτυπία 25/8/97
  • Ο θαυμαστός Κόσμος των αρχαίων θεάτρων / Βασίλης Αγγελικόπουλος Εφημ. Καθημερινή 27/9/98
  • Τα αρχαία Ελληνικά Θέατρα / Αφιέρωμα 7 ημερών Εφημ. Καθημερινή 25/7/99
  • Φεστιβάλ Επιδαύρου / Αφιέρωμα 7 ημερών Εφημ. Καθημερινή 13/7/2003

 ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (3156 λέξεις)

ΓΡΕΒΕΝΑ – ΔΟΤΣΙΚΟ – ΜΕΣΟΛΟΥΡΙ - ΠΡΟΣΒΟΡΟ (2ο άρθρο από 2)

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Φεβρουάριος 2003

Στα χωριά των Κουπατσαραίων

Το ορεινό συγκρότημα της βόρειας Πίνδου αποτελεί ένα ευρύτερο οικολογικό τοπίο που απλώνεται από τον Βενέτικο ποταμό, μέχρι την Ήπειρο και τον Αώο με τους παραποτάμους του, Βοϊδομάτη και Σαραντάπορο. 

Σε αυτόν τον ποικιλόμορφο γεωγραφικό χώρο, στις υπώρειες του ανατολικού ορεινού όγκου της, οι ανάγκες για επιβίωση δημιούργησαν μικρούς οικισμούς που υπολείμματα τους, σώζονται ακόμα. ‘’Παλιοχώρι’’, ‘’Κιάφα’’, ‘’Τσέρος’’, ‘’Καλύβια’’, ‘’Μαυρομάτι’’. Μαζί με δεκάδες άλλους στην ευρύτερη περιοχή, εγκαταλείφθηκαν από τους κατοίκους τους μέσα στην ανασφάλεια που προκαλούσαν τότε οι ορεινές διαβάσεις εκτεθειμένες όπως ήταν, στις επιδρομές κάθε λογής στοιχείων. 

Από το χωριό Καλλονή, που ήταν ο προορισμός στα ‘’Μαστοροχώρια των Γρεβενών’’ δρασκελίζετε την υπο-περιοχή του Βοίου και εισέρχεστε στην αγριωπή, ορεινή νερομάνα ‘’Σκούρτζα’’ (1799 μ), μια από τις κορυφές του δεύτερου σε ύψος βουνού της Ελλάδας, του Σμόλικα (2637 μ). Μεγάλο ενδιαφέρον, στην διαδρομή, παρουσίαζε το παλιό εκκλησάκι του Αγ. Αθανασίου και το ‘’κελί’’, το μικρό σπιτάκι δίπλα του, στο οποίο διανυκτέρευαν οι αγωγιάτες που πήγαιναν προς Σαμαρίνα και Επταχώρι. Στα χρόνια της ‘’μεγάλης εισόδου’’ διανυκτέρευαν λαθρομετανάστες, που προκάλεσαν μεγάλες, ανεπανόρθωτες φθορές, και τώρα, που έγινε ο ασφαλτόδρομος, από το ‘’κελί’’ υπάρχουν μόνο οι πέτρες της θεμελίωσης, και αυτές σκορπισμένες.  

Ο δρόμος σύντομα θα σας φέρει στην περιοχή των Κουπατσαραίικων χωριών και την, πρώτη στη διαδρομή, ιστορική κοινότητα Δοτσικού (παλιό Δούσικο στα 1060 μ Υ). Το μοναδικό χωριό του νομού Γρεβενών με πέτρινο γεφύρι στο κέντρο του, σαν στολίδι που παραμένει χρήσιμο και λειτουργικό, συνδέοντας τους δύο συνοικισμούς του χωριού, Τσιγκέλ και Κιατσαβίκ Μαχαλά. Το Δοτσικό είναι η βορειότερη κοινότητα του νομού Γρεβενών και θεωρείται, όχι άδικα, πολιτιστικό σταυροδρόμι, αφού εδώ συναντώνται οι κτηνοτροφικές πρακτικές των Βλάχων με τις δεξιότητες των μαστόρων και τις συνήθειες των Κουπατσαραίων1. Άλλα Κουπατσαρέϊκα χωριά είναι: Φιλιππαίοι, Αλατόπετρα,  Μαυρανέοι, Πολυνέρι, Λάβδας, Πανόραμα, Ζιάκας, και Καλλιθέα.

Μια θαυμάσια, κατ’ εξοχήν ποιμενική κοινότητα, που πριν το 1920 διατηρούσε όλο τον πληθυσμό μόνιμα στο χωριό. Μετά, πέρασε στην εποχή που υπήρχαν μόνιμοι, και μετακινούμενοι κάτοικοι. Αρκετοί από αυτούς, άσκησαν την μαστορική τέχνη. Οι μόνιμοι, εκτός από τα λίγα οικόσιτα ζώα, καλλιεργούσαν με βόδια, μικρούς ιδιόκτητους αγρούς, καλύπτοντας με αυτό τον τρόπο, τις καθημερινές ανάγκες της οικογένειας. Η πλειονότητα όμως των κατοίκων, όπως συμβαίνει σε όλα τα κτηνοτροφικά χωρά των ορεινών μας όγκων, μετακινούνταν κάθε χειμώνα, ακολουθώντας ένα κυκλικό ρυθμό ζωής και μια σταθερότητα, που προσδιορίζεται από την απουσία μηχανισμών διεύρυνσης των παραγωγικών δυνατοτήτων. Στα τέλη Οκτωβρίου του Αγίου Δημητρίου φεύγουν προς τα χειμαδιά του Θεσσαλικού κάμπου, και κάθε Άνοιξη, στα τέλη Απριλίου του Αγίου Γεωργίου, ξαναγυρνούν τα δροσερά βοσκοτόπια του χωριού. Η ίδια διαδικασία ακολουθείται και σήμερα, με τη διαφορά ότι οι κάτοικοι έρχονται μόνο το καλοκαίρι, και τα κοπάδια (16 – 17.000 ζωντανά) μεταφέρονται στην πλειοψηφία τους με φορτηγά. 

Στο Δοτσικό, άλλο ένα επάγγελμα που γνώρισε μεγάλη άνθιση, ήταν οι κυρατζήδες. Υπήρχαν δεκάδες επαγγελματίες αγωγιάτες που ταξίδευαν με τα καραβάνια τους ως την Κωνσταντινούπολη, Βεράτι, Αυλώνα, Πρέβεζα. Αυτό το διαμετακομιστικό εμπόριο απέφερε μεγάλα κέρδη και οικονομική ευρωστία σε όλη την περιοχή, πράγμα που αντικατοπτρίζεται στα αρχοντικά, και στις εκκλησιές του χωριού. Αργότερα η μετανάστευση και οι κακουχίες του εμφυλίου έπληξαν και αυτό το χωριό που από 444 κατοίκους έμεινε το ’51 με τρεις, και στην απογραφή του ’71 με έναν!. 

Γύρω του, υψώνονται οι κορυφές "Σκούρτζα", "Μελίσσι" (1.600 μ.) και "Αγλύστρες" (1.300 μ.), με χαρακτηριστικό τους στοιχείο, τα ασβεστολιθικά πετρώματα και το έδαφος που μοιάζει με ψιλή σκόνη. Από αυτές τις κορφές, η θέα προς τις περιοχές Επταχωρίου, Βασιλίτσας, Πεντάλοφου, Καστοριάς και Βοΐου είναι υπέροχη. Στην τοποθεσία "Ογλάς" διακόσια μ. από το χωριό, υπάρχουν χαρακώματα, απ' όπου, σύμφωνα με μαρτυρίες των κατοίκων της περιοχής, γινόταν η αναχαίτιση των ιταλογερμανών προς τη "Σκούρτζα". 

Επίσης εδώ, γυρίστηκε η ταινία "Μεγαλέξανδρος" του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Αφανής ήρωας της μεταφοράς του τεράστιου γερανού μέσα από τα χιόνια στάθηκε ο Θανάσης Ρόβας, μεγάλη καρδιά, κάτοικος Καληράχης σήμερα, απ’ όπου έλκει την καταγωγή του. Μέχρι πριν λίγα χρόνια ήταν ο αλύγιστος χειμωνιάτικος φύλακας του χωριού. Όσοι επισκέπτες είχαν έρθει εδώ χειμώνα - η επιβλητικότερη εποχή - τον είχαν συναντήσει, παρέα με τ’ άλογά του, και είχαν γευθεί τη φιλοξενία και το καθαρό, σαν τον ίδιο, τσιπουράκι στο κονάκι του. 

Η θαυμάσια ορεινή κοινότητα, μέσα στην απομόνωση της από τα μεγάλα αστικά κέντρα, διατήρησε το παραδοσιακό της χρώμα που δεν συναντάται πλέον εύκολα, στην χώρα μας. Από τους ελάχιστους πραγματικά παρθένους, αμόλυντους τόπους, με λουλούδια και πουλιά, βοσκότοπους και βουνά, με δεκάδες επιλογές για πεζοπορία, ή βόλτες με την μοτοσυκλέτα. Υπάρχουν κοντινοί χιλιοβαδισμένοι από τους Δοτσικιώτες δρόμοι - μονοπάτια, που οδηγούν Σαμαρίνα και Κόνιτσα, ή Φούρκα και Επταχώρι – Γράμμο. Από έναν τέτοιο μονοπάτι έρχονταν, το 1775, ο Αλβανός Ισμαήλ Αγάς (Ντάμσης), για να καταπνίξει τις τοπικές εξεγέρσεις. Όμως, οι κάτοικοι τον περίμεναν, στην τοποθεσία ‘’Σκάλα’’. Στην μάχη που ακολούθησε, σκοτώθηκε ο ίδιος και η συνοδεία του. Από τότε, το περιστατικό αυτό πέρασε στην ιστορία του χωριού, φτάνοντας στις μέρες μας με το δημοτικό τραγούδι, του ‘’Σμαήλ Αγά’’, γνωστό σε όλη την περιοχή, και ‘’εθνικό’’ για τους Δοτσικιώτες. 

Όλη η ζωή τον βαρύ σκοτεινιασμένο και υγρό, χειμώνα γυροφέρνει το καφενείο - ταβέρνα και τον μικρό ξενώνα του Γιάννη. Η καταλληλότερη περίοδος για επίσκεψη, είναι όλοι οι καλοκαιρινοί μήνες, εποχή που επιστρέφουν σιγά – σιγά οι πρώτοι κτηνοτρόφοι, ανοίγουν τα καφενεία – ταβερνάκια, (τρία στην πλατεία και ένα – του Γιάννη – στον απέναντι μαχαλά, μετά το γεφύρι) και το χωριό ζωντανεύει. Τότε ανοίγουν όλοι οι δασικοί και μια καταπληκτική φύση περιμένει όλους τους επισκέπτες. Στο σημερινό Δοτσικό τα περισσότερα σπίτια είναι ολοπέτρινα παραδοσιακά, χτισμένα γύρω στο 1900. Υπάρχουν βέβαια, όπως σε όλα τα χωριά της περιοχής, και τα ερειπωμένα, αλλά από ότι φαίνεται οι ρυθμοί ανοικοδόμησης δεν θα τα αφήσουν για πολύ έτσι. Τον θεαματικό οικισμό συμπληρώνουν η βρύση αλλά και ο τεράστιος πλάτανος που σκεπάζει τη λιθόστρωτη πλατεία, με τα φιλόξενα καφενεδάκια της που το καλοκαίρι, σφύζουν από ζωή. 

Δίπλα από το καφενεδάκι του μπάρμπα Δημήτρη Τσότσα, βρίσκεται το μονότοξο πέτρινο γεφύρι, σήμα κατατεθέν του χωριού, διατηρητέο μνημείο από το ‘91, που γεφυρώνει τον χείμαρρο Δοτσικιώτη. Ο χείμαρρος είναι ακόμα στην αρχή του, και δεν έχει πολύ νερό, όμως, λίγο πιο κάτω, που ονομάζεται Βελονιάς, τα νερά που έχει μαζέψει πληθαίνουν και με βουητό καταλήγουν σε λίγα χιλιόμετρα να γίνονται βασικός τροφοδότης, παραπόταμος του Βενέτικου. Συνολικά, φτάνει να γεφυρώνεται ακόμα, με άλλα τέσσερα γεφύρια (βλ. Γεφύρια των Γρεβενών 0 –300 τόμος Β’). 

Δείτε στην μεσαία πέτρα, ‘’το κλειδί’’, το σκαλισμένο λιθανάγλυφο κεφάλι, πράγμα συνηθισμένο στην αρχιτεκτονική των σπιτιών του Δοτσικού. Η πρώτη επαφή με ένα παραδοσιακό πέτρινο γεφύρι δημιουργεί, πάντοτε, μια αίσθηση που φέρνει την σφραγίδα του χρόνου πάνω της. Ενός χρόνου που συχνά χάνεται ανάμεσα σε θρύλους και παραδόσεις. Ο ακαταπόνητος ερευνητής της Μακεδονικής υπαίθρου, Γεώργιος Τσότσος, αναφέρει στο βιβλίο του, ότι οι κάτοικοι του χωριού, βεβαιώνουν πως το γεφύρι έχτισαν μαστόροι από την γειτονική Καλλονή και το Δοτσικό, μετά την εκκλησία (1865). Συνεπώς το κτίσιμο του γεφυριού τοποθετείται γύρω στο 1870 – 1880.

Η άλλη άποψη, του καθηγητή της Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ. κ. Παντερμαλή, αναφέρει ότι το γεφύρι ήταν χτισμένο από το 1804 και αργότερα επισκευάστηκε. Κάλφας του, ήταν ο Γιώργος Τζιούφας, από το Δίλοφο, και συμμετείχε ως μάστορας ο Γεώργιος Μυτάκος από την Καλλονή (που πέθανε 110 ετών περί το 1960), και μερικοί από το Δοτσικό. Αυτά τα ερωτήματα, εξαλείφονται ευθύς μόλις περπατήσετε πάνω στο τόξο του. Στην απέναντι πλευρά του χωριού, αφού περάσετε μέσα από το ρηχό ποτάμι ή το γεφύρι, υπάρχουν τα περισσότερα παλιά σπίτια το καφενεδάκι ‘’η μπάμπω’’ του Γιάννη Τσότσα και πιο πάνω η γραφική βρύση ‘’Σιώποτος’’ κτισμένη το 1935 πάνω στον δρόμο για Σαμαρίνα ή Μεσολούρι. 

Εκτός από τη γραφικότητα, το Δοτσικό διαθέτει και φυσική ομορφιά, με το γειτονικό κοινοτικό δάσος να είναι κατάφυτο από μαύρη πεύκη, βελανιδιές και οξιές. Υπεύθυνα γι' αυτό το καταπράσινο τοπίο, είναι τα άφθονα νερά που καταλήγουν στο ποτάμι, που το διασχίζει για 400 μ. Τα νερά του εμπλουτίζονται από τις πηγές στις βραχώδεις θέσεις ‘’Μελίσσι’’, ‘’Κιάφα’’ (2 χλμ. Δ), ‘’Σοφάς’’, ‘’Σακί’’, ‘’Χριστόφορος’’ (2 χλμ. Β) και τις πηγές "Βίγλα" και "Καλύβια". Αντίθετα με ότι ισχύει στα άλλα χωρία, η έκταση των τριάντα χιλιάδων στρ που περιβάλει το Δοτσικό, δεν είναι δημόσια, αλλά ανήκει στην κοινότητα από το 1859, έτος που αγοράστηκε επίσημα, από τους Μπέηδες της Νεάπολης.

Η εκκλησία του Αγ. Αθανασίου (1865) διατηρητέο μνημείο, στην είσοδο του χωριού, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον λόγω των παλιών εικόνων και των τοιχογραφιών, από Σαμαρινιώτες αγιογράφους. Ειδικά μετά την επέμβαση και τις αναστηλωτικές εργασίες της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, η κατάσταση της είναι πολύ ικανοποιητική. Το μεγαλύτερο πανηγύρι, υπό την αιγίδα του πολιτιστικού συλλόγου, διεξάγεται με την ευκαιρία της γιορτής της Αγ. Παρασκευής, είναι τριήμερο, και γίνεται στην πλατεία 26 – 27 – 28 Ιουλίου. 

Φεύγοντας από τον ορεινό χωματόδρομο προς Μεσολούρι, λίγο έξω από το Δοτσικό, υπάρχει δστ που σας επιτρέπει να αποκλίνετε από την διαδρομή, (πηγαίνοντας ευθεία), γνωρίζοντας το ψηλότερο κατοικημένο χωριό της χώρας, την Σαμαρίνα, (1450 μ. Υ) απ’ όπου μέσω Φιλιππαίων θα πάτε στα Γρεβενά (45’) ή μέσω Αρμάτων στην Ιστορική Κόνιτσα (δες 0 –300 τόμος Α’ 1999). Υπάρχει και εναλλακτική διαδρομή προς Επταχώρι (21 χλμ) – Κόνιτσα – Μαστοροχώρια, αν στρίψετε, δεξιά στα τελευταία σπίτια του Δοτσικού και ακολουθήσετε το ρέμα, προς ‘’Γκαγκαράτσα’’ - ‘’Ντέτσου(2) Καλύβια’’ - ‘’Ρέντες’’ (με λιγοστά ερείπια και ένα εκκλησάκι) – Ι. Μονή Αγ – Γεωργίου – Επταχώρι σύνολο 21 χλμ. ‘’Πάνω’’ σε αυτή τη διαδρομή, σας συνοδεύει το Ζουζουλιώτικο ρέμα, μέχρι να δείτε αριστερά σας, απέναντι, (βορειοδυτικά) τη Ζούζουλη πάνω στο κεντρικό ‘’δρόμο’’ που συνέδεε τα Γρεβενά με το Επταχώρι. Εδώ μπορείτε να περπατήσετε μέχρι το ομώνυμο πέτρινο γεφύρι και μέσω αυτού, να φτάσετε στο χωριό. 

Τέσσερα χλμ εντουροδιαδρομής μέσα στο δάσος και συναντάτε τον όμορφο μικρό οικισμό στα (1.020 μ. Υ). Το Μεσολούρι κατοικείται μόνο το καλοκαίρι ενώ τα τελευταία χρόνια υπάρχει έντονη οικοδομική δραστηριότητα, επισκευάζονται πολλά σπίτια, και οι κάτοικοι φαίνεται να επιθύμησαν καλά συντάξιμα χρόνια. Η παράδοση αναφέρει ότι επί τουρκοκρατίας υπήρξε τσιφλίκι του Αλή Πασά, ενώ στη θέση "Παλιόσπιτα" υπάρχουν ερείπια παλιού οικισμού που πιθανόν να ανήκε σ' αυτό. 

Ο χωματόδρομος σας φέρνει γρήγορα στο λιτό κέντρο του χωριού, με την παμπάλαια (ίσα με το χωριό) πετρόχτιστη βρύση, το καφενείο του με την ξυλόσομπα και γνήσιο τσιπουράκι. Αξιόλογο μνημείο ολόκληρης της περιοχής αποτελεί η σπουδαία τρίκλιτη βασιλική με νάρθηκα, του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτη, στρατιωτικού άγιου των πρωτοχριστιανικών χρόνων. Η εκκλησία είναι κτισμένη το 1778 και αγιογραφήθηκε από τον Σαμαριναίο Αδάμο Χρ. Κράγια και τον μαθητή του Ζήση Ζόβα το 1867, (θα τρομάξετε με την κόλαση), με χορηγία των οπλαρχηγών Τόσκα και Γώγου. Πεντακόσια μέτρα από το ‘’κέντρο’’, προς τον ‘’βελονιά’’ υπάρχουν ερείπια νερόμυλων που λειτουργούσαν μέχρι τον εμφύλιο.

Η περιοχή εδώ, όπως και του Δοτσικού, είναι μνημειώδης όσον αφορά το περιβάλλον. Πραγματικό καταφύγιο – υπάρχει και ξενώνας - για ανθρώπους ζώα και πουλιά (αετοί, γεράκια, κιρκινέζια). Στα δάση της περιοχής, που αποτελούνται από μαύρη πεύκη, βελανιδιά, σφενδάμια, κρανιές κρύβονται από τα αδιάκριτα μάτια, αρκούδες, λύκοι, ζαρκάδια, αλεπούδες, λαγοί, μέχρι και αγριογούρουνα. Μέσα από το χωριό ξεκινά εύκολα, μια περιπετειώδης εντουροδιαδρομή, που περνά δίπλα από πολλές πηγές και με λίγη πεζοπορία φτάνει σε μικρή δολίνη (περιοδική λιμνούλα). Αν συνεχίσετε θα φτάσετε στον κεντρικό δρόμο, στις κατασκηνώσεις ‘’Κουρούνα’’, εκεί που έγινε από τον Μ.Ο.Γ. η 12η συνάντηση Enduro. Η διαδρομή από εκεί συνεχίζει, προς Σαμαρίνα (δεξιά) ή προς Φιλιππαίους (αριστερά). 

Από το Μεσολούρι, έχοντας κάνει έναν μεγάλο κύκλο στα Μαστοροχώρια, (δες και Μαστοροχώρια Γρεβενών στον ίδιο τόμο) κατηφορίστε (το ’04 – ’05 θα ασφαλτοστρωθεί) από την τελευταία δασική διαδρομή προς Πρόσβορο – Καληράχη – Έλατος – Γρεβενά. Μπαίνοντας στο Πρόσβορο (παλιό Δέλνο στα 980 μ. Υ), θα δείτε το παλιό πέτρινο σχολείο του 1924, σε αίθουσα του οποίου φυλάγεται μικρή συλλογή από παραδοσιακές στολές και ξυλόγλυπτα είδη λαϊκής τέχνης. Στο κέντρο του χωριού βρίσκεται η εκκλησία του Αγ. Δημητρίου (1840), με το περίτεχνο πετρόχτιστο καμπαναριό (1933), ένα από τα ωραιότερα της ορεινής περιοχής. Η πέτρινη βρύση στην πλατεία καθώς και οι υπόλοιπες βρύσες του χωριού, "Καρυά", "Λαγονίκα", συμπληρώνουν επάξια την πρώτη καλή εντύπωση του οικισμού. 

Οι πιο πολλοί κάτοικοι είναι κτηνοτρόφοι, που μετακινούνται από τα χειμαδιά στα θερινά βοσκοτόπια, στα πλαίσια της ποιμενικής ζωής που εδώ, έχει τον χαρακτήρα της παράδοσης. Ελάχιστα άτομα ασχολούνται με τη γεωργία και κάποιοι είναι μελισσοκόμοι. Κάθε χρόνο στις 20 Ιουλίου, όλοι οι ντόπιοι ανεβαίνουν και γιορτάζουν στο ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία. Στο δροσερό μικρό πλάτωμα που φιλοξενεί το ξωκλήσι, μπορεί να δει κανείς υπολείμματα παλιών οχυρώσεων, και να στήσει τη σκηνή του. Η τελευταία εμπειρία, έρχεται με το τσίπουρο στις ψησταριές του χωριού που διαθέτουν όλων των ειδών τα κρεατικά στα κάρβουνα. Ιδανικό στέκι για ξεκούραση, ανασύνταξη της παρέας, και χάραξη νέων διαδρομών. 

Οι χωματεροί θα εκτιμήσουν ιδιαίτερα την παράκαμψη από Πρόσβορο προς Αλατόπετρα. Μια θαυμάσια, και σύντομη διαδρομή, (στο ύψος της γέφυρας Μπέλεϋ αριστερά) που περιλαμβάνει, προαιρετικά, μικρή πεζοπορία σε ένα εκπληκτικό καταπράσινο τοπίο, με τον Βενέτικο ποταμό να κυλά αργά συναντώντας το πέτρινο γεφύρι στο ‘’Νιδρούζι’’. Το γεφύρι είναι ένα ακόμα έργο του περίφημου λαϊκού αρχιτέκτονα και λιθογλύπτη (έπαιζε και βιολί) Γιώργου Λάζου (… 1933) περισσότερο γνωστός σαν ‘’κάλφας’’ Βράγγας, έργα του οποίου άφησαν εποχή στο Βόιο και τις γύρω περιοχές. Μπορείτε να πάτε και οδηγώντας από το ίδιο μονοπάτι, χωρίς φορτίο, προσέξτε όμως στην αρχή, γιατί το ψιλό χαλικάκι δεν είναι σταθερό….ενώ από κάτω, έχει ανοίξει την αγκαλιά του το ποτάμι…..και το χωριό, έχει ανηφόρα για να γυρίσετε πίσω. Σε αυτή την σπουδαία, σπάνια περιοχή απο άποψη φυσικού περιβάλλοντος, έγινε ο δεύτερος διεθνής αγώνας trial του Μ.Ο.Γ. και της Λ.Ε.Μ. το ’96.

Από τους τέσσερις νομούς της δυτικής Μακεδονίας, τα Γρεβενά, διαθέτουν το μεγαλύτερο ποσοστό δασοκάλυψης με 43,3 %. Την τελευταία δεκαπενταετία, οι χρήσεις της γης έχουν αλλάξει και η γεωργία πλέον απασχολεί πολύ μικρό ποσοστό (1%), η κτηνοτροφία παραπαίει με δήθεν ‘’προγράμματα’’, που όχι μόνο δεν βοηθούν, αλλά παραπλανώντας, εξανεμίζουν τα όποια επενδυτικά κεφάλαια των τοπικών επενδυτών. Το μόνο που μένει ανέγγιχτο είναι το δάσος, οι εκτάσεις του οποίου παραμένουν ίδιες. Αυτές οι απέραντες, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους παρθένες, εκτάσεις αναβαπτίζουν την έννοια του ταξιδιού. Μακροπρόθεσμα όμως, αν συνεχιστεί η εγκατάλειψη, είναι βέβαιο ότι θα αλλοιωθεί ο χαρακτήρας του. Αυτό είναι κρίσιμο, με δεδομένο (και κατοχυρωμένο με νόμο πλέον), ότι η διοίκηση, (αν και με την δική της ανεπάρκεια μετακινήθηκαν οι κάτοικοι στα μεγάλα αστικά κέντρα), δεν θα αφήσει ανεκμετάλλευτο το πλούσιο δασικό τοπίο. 

Τελικά, τα προβλήματα του σήμερα (δημογραφική συρρίκνωση, κοινωνική και οικονομική υποχώρηση) θα είναι, δυστυχώς, προάγγελοι ‘’τομών’’ με επιπτώσεις στο ορεινό οικοσύστημα. Εμείς, εσείς, δεν είναι σίγουρο ότι μπορούμε να αλλάξουμε την πορεία των πραγμάτων, που ίσως, φορούν τον μανδύα ‘’επενδύσεων’’. Αυτός είναι ο λόγος που προτείνουμε, ειδικά αυτή την περιοχή, να την επισκεφθείτε σύντομα. 

Είναι βέβαιο ότι οι άνθρωποι, σε συνδυασμό με τον φυσικό πλούτο θα σας ενθουσιάσουν, οι διαδρομές και τα μεθυστικά αρώματα των δασών, θα ‘’χαραχθούν’’ για πολλά χρόνια στη μνήμη σας. Τόσα, ώστε κάποτε  αυτές οι διαδρομές θα αποτελούν το δικό σας παρελθόν. 

Σημειώσεις:

(1) Από το ‘’Κουπάτς’’ τουρκική λέξη που δηλώνει την πρεμνοφυή (κούτσουρα - πρέμνα), μορφή των δρυοδασών που απλώνονται σε όλα τα χαμηλότερα μέρη. Βλάχικη λέξη kupatsi δηλώνει βελανιδιά και επομένως θαμνώδη τόπο μεταξύ βουνού και κάμπου. Το συμπλήρωσα 11/3/06 από το βιβλίο τσελιγκάτα 380 του Γκιόλια.

(2)  Τα ‘’καλύβια Ντέσιου ή Ντέτσου φαίνεται ότι κάποια εποχή ήταν χάνι όπου ξεκουραζόντουσαν και κοιμόντουσαν αγωγιάτες και μπουλούκια μαστόρων. ‘’…φύγαμε από τη Ζέρμα (μαστοροχώρι της Κόνιτσας), για δουλειά. Ξημερώσαμε στα καλύβια του Ντέσιου. Φύγαμε για τον Ξυρόλακκο. Κοιμηθήκαμε στην Καλαμπάκα και πήγαν δύο μαστόροι στο Καστράκι να αγοράσουν κρασί. Έπιναν οι μαστόροι και τα μαστορόπουλα κοίταζαν. Έφυγαν οι μαστόροι με το τραίνο και τα μαστορόπουλα έμειναν με τα μουλάρια να πάνε στο Δομοκό…’’. Από διήγηση του μάστορα Γρηγορίου Τσουμάνη που γεννήθηκε το 1917 στη Ζέρμα =Πλαγιά Κόνιτσας, στον Ιωάννη Β. Τσάγκα. (Βλ. Κονιτσιώτικα – Ζερματινά, Αθήνα (2004) 105. 

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 24620

ΔΙΑΜΟΝΗ: Γρεβενά: ‘’Μηλιώνης’’ 28190, 84092, 23223, ‘’Αίγλη’’ 85019, Μητρόπολη 28085, 23251 – 2, Αχίλλειον 2ο χλμ Γρεβενών - Κοζάνης 85600,  ΞΕΝΩΝΕΣ: Δοτσικό Γιάννης Τσότσας ‘’η Μπάμπω’’ 81100 Μεσολούρι: Κανιά Παναγιώτα 81117, 84185, Πρόσβορο: Κόττας Περικλής 85622, Αλατόπετρα : Καραγιάννης Στέλιος  81022, Γούλας Λευτέρης 81015, Φιλιππαίοι: ‘’Φιλιππείον’’ 82674 www.fora.gr/filippeion Άφοι Μότσιου 85333, Μπακόλα Ευρυδίκη 85339, 93379.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ:. Μελλοντικά στους σκοπούς της Νομαρχίας Γρεβενών είναι να δημιουργηθεί χώρος κατασκήνωσης. Εσείς, στήστε στα ερημικά ξωκλήσια (στον Προφήτη Ηλία στο Πρόσβορο) ή στο δάσος ανάμεσα από Δοτσικό και Μεσολούρι, και φεύγοντας μην αφήσετε σκουπίδια.

ΦΑΓΗΤΟ: Γρεβενά: Στην πλατεία 25ης Μαρτίου, ίσως η μοναδική στην Ελλάδα ταβέρνα που διαθέτει την μεγαλύτερη ποικιλία μεζέδων αποκλειστικά, από εκλεκτά άγρια μανιτάρια Πίνδου. Οι ‘’Αυλαίς’’ 25402 ζητήστε το Θοδωρή. Ονομαστές, από παλιά οι ταβέρνες της πλατείας Αιμιλιανού ‘’Τάκας’’ & ‘’Γκέκας’’. Δοκιμάστε το τοπικό μαλακό τυρί ‘’ανεβατό’’, και την κόκκινη πιπεριά Φλωρίνης. Δοτσικό: Γιάννης Τσότσας ‘’η Μπάμπω’’ 81100 και για ύπνο, Καφενεδάκι δίπλα στο γεφύρι του Δοτσικού, Δημήτρης Τσότσας 81075, Τσιανάκας Παύλος, Παπαϊωάννου Γιάννης 85046, Μεσολούρι: Γιάννης Καραΐσκος 81125, Πρόσβορο: ‘’ο Πλάτανος’’ Περικλής Κόττας 85622.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Αναπτυξιακή Γρεβενών 87382, 87004, Κοινότητα Δοτσικού 81067 (το χειμώνα 25630 στα Γρεβενά), Κοινότητα Μεσολουρίου 81122, (το χειμώνα 22046 στα Γρεβενά), Δήμος Θεοδώρου Ζιάκα (για το Πρόσβορο) 83110, Αστυνομική Διεύθυνση Γρεβενών 22407, Α’ βοήθειες 22222, 22464. Συνεργείο – Βουλκανιζατέρ: Αφοί Παυλίδη 83250.

ΧΡΗΣΙΜΑ: www.fora.gr-grevena www.pamegrevena.gr www.grevena.gr Σαλέ Βασιλίτσας : 84100, Καταφύγιο : ΧΟΣ Γρεβενών 28602, Γραφείο Οικοτουρισμού Γρεβενών Αγίου Αχίλλειου 77, Απόστολος Διανέλος 85032.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Στο κέντρο της πόλης τέσσερα και το μοναδικό στα ορεινά στους Μαυραναίους.

ΧΑΡΤΕΣ: Απεικόνιση με ακρίβεια στον οδικό χάρτη ‘’Νομός Γρεβενών’’ 1:125.000, και ο επίσης αναλυτικός ‘’ΒΑΛΙΑ ΚΑΛΝΤΑ’’ σε κλίμακα 1:50.000. Και οι δύο εκδόσεις από την ΑΝΑΒΑΣΗ Στοά Αρσακείου 6 Α’, 105 64 Αθήνα, 2103218104, 3210152. Στέλνονται με αντικαταβολή και από το ‘’λίκνο’’ Ελάτη Τρικάλων 2434071826.

ΒΙΒΛΙΑ: Πολύ ενδιαφέρον το Δοτσικό Γρεβενών του Γεωργίου Μπατζή. Εκδόθηκε από τον Μορφωτικό Σύλλογο Δοτσικού ‘’Η Σκούρζια’’. Επίσης του Βασίλη Νιτσιάκου, ’’οι Ορεινές κοινότητες της Βόρειας Πίνδου’’.

ΛΕΣΧΗ ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΑΣ: Μ.Ο.Γ. Μοτοσυκλετιστικός όμιλος Γρεβενών: Λυκούργου 10 Τηλ & Fax 80436, www.mog.gr Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων  2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για τα ΓΡΕΒΕΝΑ - ΚΟΥΠΑΤΣΟΧΩΡΙΑ και ΓΡΕΒΕΝΑ - ΜΑΣΤΟΡΟΧΩΡΙΑ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Φώτη Δ. Παπανικολάου / Γλώσσα και Λαογραφία Επαρχίας Βοΐου / Θεσσαλονίκη 1973
  • Πρακτικά Β’ συμποσίου Δυτικομακεδονικού Χώρου / Βοϊακή Εστία Θεσσαλονίκης 1979
  • Πρακτικά Γ’ συμποσίου Δυτικομακεδονικού Χώρου / Βοϊακή Εστία Θεσσαλονίκης 1982
  • Βασίλης Νιτσιάκος / Οι ορεινές κοινότητες της Β. Πίνδου / εκδόσεις Πλέθρον 1995
  • Γεώργιος Τσότσος /  Μακεδονικά Γεφύρια / / UniversityStudioPress / Θεσσαλονίκη 1997
  • Ρίκη Βαν Μπουσχότεν / Ανάποδα χρόνια – Συλλογική μνήμη και Ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (1900 – 1950) / εκδόσεις Πλέθρον 1997
  • Γιώργος Δ. Μπατζής / Το Δοτσικό Γρεβενών / Μορφωτικός Σύλλογος ‘’Η Σκούρζια’’ 1999
  • Τριαντάφυλλος Αδαμακόπουλος – Πηνελόπη Ματσούκα / Γρεβενά / Νομ. Αυτοδιοίκηση Γρεβενών 2000
  • Τριαντάφυλλος Αδαμακόπουλος – Πηνελόπη Ματσούκα / Πίνδος – Γρεβενά / εκδόσεις ΚΑΠΟΝ / Αθήνα 2001

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Χρύσα Σκοπελίτη / Μίλτος Ζέρβας / Βόιο / περιοδικό Ανεβαίνοντας Τ3 Σεπτ – Οκτ 1998
  • Ανεβαίνοντας / Βόιο / περιοδικό Ανεβαίνοντας / Τ20 Δεκ – Ιαν 2002 - 2003
  • Θοδωρής Αθανασιάδης – Ζερμαίν Αλεξάκη / Βόιο / περιοδικό ΓΕΩ Τ136 / 16/11/02
  • Λία Παπαθεοδώρου / Δοτσικό Γρεβενών / περιοδικό ΓΕΩ Τ196 / 19/1/04

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Ηλέκτρα Σαμοίλη / Μαστοροχώρια Γρεβενών / Καθημερινή 18/1/04

 ΝΗΣΟΣ ΣΠΕΤΣΕΣ αρχ. Πιτυούσσα (5559 λέξεις)

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Ιανουάριος 2004

Ναυτοσύνη και Αρχοντιά

Η πολύ όμορφη διαδρομή Κρανίδι – Πόρτο – Χέλι (ή Ερμιόνη - Αγ. Αιμιλιανός) φτάνει σύντομα στο μικρό λιμάνι της Κόστας που είναι σε σχετικά κοντινή απόσταση από την Αθήνα, μόλις 188 χλμ. Απέναντι, ήδη φαίνεται ο πυκνός πευκόφυτος παράδεισος των Σπετσών και η πόλη, κατάλευκη από την έντονη ηλιοφάνεια, που σκαρφαλώνει και περιζώνει με αρχοντικά και κοινά σπίτια τα δυο λιμάνια. 

Προσεγγίζουμε για τρίτη φορά από τις αρχές του περασμένου χειμώνα τούτη την ασύγκριτη αρχόντισσα του Αργολικού κόλπου που απλώνεται νωχελικά μπροστά στα έκθαμβα μάτια μας. Φυσικές ομορφιές, γνωστές και άγνωστες, σε συνδυασμό με την ιστορική προσφορά του νησιού των Σπετσών, το έχουν αναγορεύσει σε τόπο ‘’ζωντανής’’ ιστορικής μνήμης και ξεχωριστής γοητείας.

Οι Σπέτσες, που στην αρχαιότητα λεγόταν Πιτυού(σ)σα, δηλ. πευκόφυτη (από το πίτυς – υος = πεύκη), σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα, κατοικήθηκαν για πρώτη φορά κατά την Πρωτοελλαδική εποχή, περί τα 2.300 π.χ. Ο πρώτος οικισμός του νησιού πιθανολογείται στους Ομηρικούς χρόνους, αποτελώντας τμήμα του βασιλείου του Άργους. Την εποχή αυτή μεγάλη άνθηση γνωρίζει το εμπόριο εξαιτίας και της πολύτιμης γεωγραφικής θέσης, (δίπλα στην είσοδο του Αργολικού κόλπου), που επιβεβαιώνεται σε τρία τουλάχιστον σημεία των ακτών της, Αγία Μαρίνα, Αγία Παρασκευή και Ζογεριά, ισάριθμα λιμάνια - σταθμούς. 

Στην εποχή της Φραγκοκρατίας, υπάγεται στους Ενετούς (1200 – 1460) και μετά στους Τούρκους. Τον 17ο αι. ο πληθυσμός άρχισε να αυξάνεται κυρίως με την αθρόα εγκατάσταση στο νησί εποίκων από την Ερμιονίδα και την Κυνουρία, φτάνοντας το 1808 τους είκοσιμία χιλιάδες πεντακόσιους, εξελισσόμενο πλέον σε σημαντικό κέντρο. Από πληροφορίες και διάφορα ευρήματα ο πρώτος μεσαιωνικός οικισμός κτίστηκε στην βορειοανατολική πλευρά του νησιού σε υπερκείμενους λόφους, στο σημερινό ‘’Καστέλι’’. Ο οικισμός ήταν τοιχισμένος, με ακρόπολη στον λόφο, όπου σήμερα βλέπουμε τον ακριτικό ναΐσκο του Αγίου Βασιλείου,μία από τις τέσσερις εκκλησίες του οικισμού. Μετά το 1800, οι πιο μεγάλοι άρχοντες των Σπετσών ξεθάρρεψαν και άρχισαν να κτίζουν τα σπίτια τους, αληθινά φρούρια, έξω από τις οχυρώσεις του Καστελιού. Έτσι, αρχές του 19ου αι. σχηματίστηκε ο νέος οικιστικός ιστός, που, όσο πέρναγε ο καιρός, πύκνωνε, μιας και οι λιγότερο ισχυροί οικονομικά, ξεθάρρεψαν κι αυτοί, κι έχτισαν τα σπίτια τους ανάμεσα στα αρχοντόσπιτα.

Σήμερα ό,τι σώζεται από το Καστέλι είναι ένα – δύο σπίτια με εξαιρετικές βοτσαλωτές αυλές και οι τέσσερις εκκλησίες του, ο προαναφερθείς Άγιος Βασίλειος, η Αγία Τριάδα, οι Ταξιάρχες, η Παναγία Κοίμηση ο παλιότερος ναός του νησιού κτισμένος με την εργασία των ντόπιων. Μέσα στο ναό υπάρχουν μισοκατεστραμμένες, μετά την φωτιά που έβαλαν οι τουρκαλβανοί κατά τα Ορλωφικά, τοιχογραφίες της Κρητικής σχολής. Τα άλλα κτίσματα παραχώρησαν τη θέση τους σε διώροφες και τριώροφες κατασκευές. Ένα πολύτιμο και σπάνιο βιβλίο που αποτύπωσε με την βοήθεια του Βύρωνα Κεσσέ τον παλιό οικισμό, είναι του γιατρού και ιστοριοδίφη Θεόδωρου Δημητριάδη με τίτλο ‘’Το Καστέλλι, ο προ του 1800 οικισμός’’. 

Η μεγάλη ακμή του νησιού αρχίζει στις αρχές του 19ου αι. και φτάνει στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, που οι Σπέτσες με την πλούσια ναυτική παράδοση, την ευημερία, τον ισχυρό στόλο, (ο πρώτος που προσχώρησε στην Επανάσταση με 54 μεγάλα και καλά εξοπλισμένα σιτοκάραβα), και τα κατορθώματα των ηρωικών ναυμάχων τους αναδεικνύονται σε πρωταγωνιστές του Αγώνα της Παλιγγενεσίας. Μαζί με την Ύδρα(1) και τα Ψαρά δεν γνώρισαν καταδυναστευτική την τούρκικη σκλαβιά, συμμετείχαν αποτελεσματικά στον θαλάσσιο αγώνα, συγκροτώντας τον τρινήσιο στόλο, και συνέβαλαν καταλυτικά στην απελευθέρωση του Γένους των Ελλήνων. Σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς η συμμετοχή στα έξοδα της επανάστασης μόνο των τριών νησιών, Ύδρας, Σπέτσες, και Ψαρών, ισοδυναμεί σχεδόν με τη συμβολή ολόκληρου του επαναστατημένου ελληνικού χώρου.

Οι Σπέτσες ανέδειξαν μια σειρά από ηρωικούς ναυμάχους (καπετάνιους και πυρπολητές) που πρωτοστάτησαν στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα με τα αήττητα καράβια τους. Μονάχα η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα αυτή η πρόωρα χειραφετημένη γυναίκα με την αδάμαστη λεβεντιά, βρέθηκε το 1821 με ένα οικογενειακό στολίσκο από πέντε πλοία, βαριά εξοπλισμένα και με δικό της στρατιωτικό σώμα. Μετά τον εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα, η ναυτική δύναμη των Σπετσών παρήκμασε, με μια μικρή αναλαμπή στην εικοσαετία 1850 – 1870. 

Η αδυναμία των Σπετσιωτών να αντικαταστήσουν τα ιστιοφόρα με άλλα πλοία ατμοκίνητα (μοναδική εξαίρεση οι Κούτσηδες και οι Γουδήδες), επιτάχυνε τη ναυτιλιακή πτώση που συμπαρέσυρε και τη ναυπηγική τέχνη σε μείωση της παραγωγικότητας. Το νησί συνέχισε τη ναυτική δραστηριότητά του, ως τις παραμονές του Β’ Π. Π. όχι όμως σε επίπεδο εφοπλιστικό (τελευταίοι εφοπλιστές μέτριας όμως δυναμικότητας ο Σωτήριος Ανάργυρος, οι Κουφοί, οι Γκουμαίοι και, τελευταίος χρονολογικά, ο Μπαλτατζής), αλλά σε επάνδρωση ξένων πλοίων με άξια πληρώματα, κατώτερα και ανώτερα. Στο ξεκαθάρισμα των εκλογικών καταλόγων (1924), οι άρρενες του νησιού, σε ποσοστό 50%, είναι ναυτικοί. Απ’ αυτούς, αν και οι Σπέτσες δεν είχαν Σχολή Εμποροπλοιάρχων, ένα σημαντικό ποσοστό ήταν αξιωματικοί. 

Μετά τον Α’ Π. Π, όταν ο παραθερισμός και ο περιηγητισμός αναβαθμίζεται σε τουριστική βιομηχανία, οι Σπέτσες, χάρη στα έργα τουριστικής υποδομής που δημιούργησε ο μεγάλος τοπικός καιεθνικός ευεργέτης Σωτήριος Ανάργυρος (ξενοδοχείο ‘’Ποσειδώνιο’’, δρόμοι, υδραγωγείο, ανάπλαση του πευκόφυτου δάσους κ.α.), έστρεψε την οικονομία του νησιού προς τον τουρισμό.  Μεταπολεμικά η τουριστική ανάπτυξη σημείωσε έξαρση, με κορύφωση τις δεκαετίες 1960 – 1980. Οι Σπέτσες, τοποθετούνται τουριστικά σε μια από τις δέκα πρώτες θέσεις της Χώρας μας. Χαρακτηρίζονται δε από έναν κοσμοπολιτισμό, που αποτελεί μετεξέλιξη της μεταπολεμικής μεγαλοαστικής παραθεριστικής ακμής. 

Σήμερα οι Σπέτσες θεωρούνται και είναι κοσμοπολίτικες, συνώνυμες με τις διακοπές επωνύμων Ελλήνων και ξένων, πράγμα φυσικό μια που το νησί αποτελεί πλέον ωραιότατο προορισμό και περιζήτητο θέρετρο. Πριν καλά – καλά το καταλάβετε (η απόσταση από την Κόστα είναι μόλις 1,3 μίλια), το μικρό φέρυ προσεγγίζει το λιμάνι, την Ντάπια. Ο ζωοδότης Ήλιος έχει αντικαταστήσει τις μουντές – ευτυχώς όχι βροχερές – μέρες του Νοέμβρη και με λαμπρότητα φωτίζει όλο τον οικισμό. Η γαλήνια εικόνα δεν είναι και τόσο συνηθισμένη για λιμάνι, αν εξαιρέσει κανείς τα τρίκυκλα που περιμένουν να μεταφέρουν εμπορεύματα και αποσκευές, άλλωστε οι περισσότεροι επισκέπτες της καλοκαιρινής περιόδου έχουν ήδη αναχωρήσει. 

Η μικρής διάρκειας αναστάτωση που δημιουργεί η άφιξη του πλοίου γρήγορα σταματά με την αναχώρηση του. Στο νέο λιμάνι δεσπόζει με την παρουσία του το θαυμάσιο ανακαινισμένο δίπατο κτήριο που στέγασε το δημαρχείο από το 1902 και, στα μεταπολεμικά χρόνια, το λιμεναρχείο των Σπετσών. Δίπλα, η ιστορική πλατεία της Ντάπιας – το επίκεντρο της τουριστικής κίνησης – με το κανονιοστάσιό της, η εκκλησία του Αγίου Αντωνίου, τα πρώτα θαυμάσια βοτσαλωτά δάπεδα, τα παραδοσιακά καφενεδάκια, καφετέριες, η πιάτσα των θαλάσσιων ταξί, και παραδίπλα η μικρή ψαραγορά. Διαβαίνοντας τα στενά σοκάκια του κεντρικού οικισμού διαπερνά την ψυχή η αίσθηση ότι ξεφυλλίζεις ένα μεγάλο βιβλίο Ιστορίας και Τέχνης, που απλώνεται από την ακροθαλασσιά, εκεί που το κύμα φιλάει θαρρείς τα αρχοντικά, μέχρι ψηλά στους δασωμένους καταπράσινους λόφους. Τα περισσότερα νεοκλασικά στολίζονται με κομψές καμινάδες, στρογγυλές, χωρίς μεγάλο όγκο. Σχεδόν στο κέντρο του οικισμού βρίσκεται η πλατεία του Ρολογιού πλαισιωμένη από δεκάδες καταστήματα κάθε είδους. Στη νοτιοδυτική πλευρά της είναι το Ρολόι της πόλης, χτισμένο στις αρχές του περασμένου  αιώνα, (1915), με χρήματα του τότε βουλευτή Ιωάννη Γ. Λεωνίδα. 

Στα στενορρύμια της ‘’ανακαλύπτει’’ ο περιηγητής ιστορικές εκκλησίες, πέτρινα γεφυράκια, συμπαθητικά καταστήματα και πάντως όχι αυτό το κραυγαλέο που έχει πλημμυρίσει άλλα, δήθεν ‘’ανεπτυγμένα’’ νησιά. Τα στενά δρομάκια απλώνονται και αγκαλιάζουν τις τέσσερις συνοικίες της πόλης, την Κουνουπίτσα (βορειοδυτικά), το Καστέλλι (ο ψηλότερος και παλιότερος οικισμός στο νησί), τα Κοκκινάρια (νότια) και το Παλιό Λιμάνι. Ο περίπατος – γνωριμία με την πόλη είναι το καλύτερο που έχει να κάνει ο επισκέπτης, ειδικά αν έχει προβλέψει για μια – δυο διανυκτερεύσεις. 

Καθώς από την Ντάπια κατευθύνεστε προς το Παλιό Λιμάνι (και Μπάλτιζα, τόπος δηλ. που βαλτώνει) συναντάτε την πλαζ και το ομώνυμο εκκλησάκι του Αγίου Μάμαντα, μερικά από τα επιβλητικότερα αρχοντικά του νησιού, κάποια κτισμένα από τον 18 αι., αψευδείς μάρτυρες της πολιτιστικής και οικονομικής ανάπτυξης που υπήρχε τότε στο νησί.. Κοιτώντας δεξιά, απο την παραλία (για κολύμπι) αντικρύζετε και το κανονιοστάσιο του Αγίου Νικολάου. Το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου, ένα εκκλησιαστικό σύνολο με πολυσήμαντη θέση στον οικισμό, η μητρόπολη του νησιού, στη βοτσαλωτή αυλή της οποίας βρίσκεται το μνημείο των ηρώων, έργο και αυτό του αείμνηστου καλλιτέχνη - γλύπτη Βύρωνα Κεσσέ.

Είναι από τις παλαιότερες εκκλησίες των Σπετσών μεταβυζαντινού σταυροειδούς ρυθμού. Το μαρμάρινο κωδωνοστάσιο της μονής κτίστηκε, σύμφωνα με την ανάγλυφη επιγραφή, το 1805. Αποτελεί σύμβολο των Σπετσών με ιδιαίτερη ιστορική και καλλιτεχνική αξία. Πρόκειται για ένα από τα ωραιότερα δείγματα της Κυκλαδίτικης λαϊκής λιθουργικής τέχνης του περασμένου αιώνα. Με την ανακαίνιση μάλιστα που δέχθηκε τα έτη 1998 – 2000 ανέδειξε όλη του τη μεγαλειώδη λεπτομέρεια. Στο βοτσαλωτό προαύλιο του ναού, το πρωί της 3ης Απριλίου 1821 οι Σπετσιώτες ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης. Απέναντι από τη μητρόπολη υπάρχει η εκκλησία των Τριών Σπετσιωτών Νεομαρτύρων με τον μπλε τρούλο (παλιότερα ήταν λευκός) και το περίφημο αρχοντικό Σέκερη,ενώ ο δρόμος οδηγεί λίγο πιο πάνω στο αρχοντικό Γ. Πάνου, σημερινή οικία Κριεζή. 

Συνεχίζοντας πάντα ανατολικά εμφανίζεται το Παλιό Λιμάνι με τους γνωστούς ‘’ταρσανάδες’’ ή ‘’καρνάγια’’ που πραγματικά ενθουσιάζει τον επισκέπτη. Στο βάθος ξεχωρίζουν οι ‘’τρεις καμάρες’’ που τα παλιά χρόνια ήταν εργαστήρια κεραμικής – λαϊνάδικο και έφτιαχνε τα περίφημα ‘’τσανάκι καλεσί’’. Ενδέχεται η μία καμάρα για μικρό διάστημα να ήταν καρνάγιο. Τα μικρά σπιτάκια με τις τετράριχτες στέγες, τα όμορφα ταβερνάκια και τα κάθε λογής καταστήματα πάνω στον δρόμο, οι δεκάδες μικρές και μεγαλύτερες ψαρόβαρκες, τα καΐκια, τα μικρά και μεγάλα γιοτ, πλημμυρίζουν το οπτικό πεδίο. Είναι πραγματικά ευχάριστο να διασχίζεις όλη αυτή την ζωντάνια, να μυρίζεις τις μπογιές και το κατράμι και να ακούς τους ήχους των σφυριών.

Εδώ γύρω από το παλιό λιμάνι των Σπετσών η πατροπαράδοτη ναυπηγική τέχνη δεν έχει σβήσει ακόμη, παρά τον ανελέητο ανταγωνισμό. Κατά τον μελετητή της ιστορίας του νησιού, φιλόλογο καθηγητή Γιώργο Σταματίου ξεκίνησε μετά τον εποικισμό των Σπετσών από τους αρβανιτόφωνους Έλληνες της Πελοποννήσου, που παράλληλα με τις τότε ενασχολήσεις τους, που δεν απέφεραν σοβαρή ανάπτυξη (ψάρεμα, κτηνοτροφία, λαχανόκηποι), ναυπήγησαν με ντόπια ξυλεία πεύκης τα πρώτα μικρά πλοιάρια. Αργότερα όταν έμαθαν καλά την τέχνη και πάντως μετά τα Ορλωφικά(2) (1769 – 1770) ήρθε να κατοικήσει στο νησί κάποιος ονόματι, Μήλιος Μιχελής. Αυτός ναυπήγησε τα πρώτα καΐκια που έγιναν προάγγελοι της μεγάλης ναυτικής δραστηριότητας. Μετά το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης (1789) ξεκινά η δεύτερη ναυπηγική περίοδος που ξεπέρασε γρήγορα όλες τις αντιξοότητες του παρελθόντος μέχρι το τέλος του 18ου αι. Η συνθήκη του Κιουτσούκ – Καϊναρτζή(3) (1774) επιτρέπει στους Σπετσιώτες να ταξιδεύουν με ρωσική σημαία μέχρι τα λιμάνια της Γαλλίας, της Ισπανίας, της Αγγλίας και της Αμερικής! Τότε ‘’κτίζονται’’ τα μεγαλύτερα ιστιοφόρα μέχρι 80 τόνους. Η τρίτη ναυπηγική περίοδος, η χρυσή εποχή της ναυπηγικής τέχνης για τις Σπέτσες, οριοθετείται ανάμεσα στα πρώτα χρόνια του 19ου αι. και τις αρχές της Ελληνικής Επανάστασης. 

Οι Έλληνες ναυπηγοί ταξιδεύουν με τα πλοία των Ελλήνων καραβοκύρηδων στα μεγάλα ναυπηγικά κέντρα της Ευρώπης και κυρίως τη Νάπολη, Λιβόρνο, Γένοβα, Βενετία άπ’ όπου αντλούν πολύτιμες γνώσεις από την προηγμένη τεχνολογία τους. Κατά το τέλος της τρίτης ναυπηγικής περιόδου (1810 – 1820) ναυπηγούνται στους ταρσανάδες του νησιού τριάντα πέντε μεγάλα ιστιοφόρα, ό,τι εκλεκτότερο από άποψη ναυπηγικής κατασκευάστηκε ποτέ στα ναυπηγεία του νησιού. Ήταν σκάφη που διέθεταν την ευρυθμία και στερεότητα των Ευρωπαϊκών πολεμικών και χρησιμοποιήθηκαν στον υπέρ της Ανεξαρτησίας θαλάσσιο αγώνα του 1821.

Στις μέρες μας, και μετά τους κλυδωνισμούς που υπέστη η ιστιοφόρος ναυτιλία, έχει υποχωρήσει η ξυλοναυπηγική  δραστηριότητα. Ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν στις Σπέτσες έξι μικρά ναυπηγεία από τα εκατόν σαράντα περίπου όλης της χώρας. Οι ξυλοναυπηγοί του νησιού είναι από τους καλύτερους στην Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν το γεγονός ότι πάρα πολλά αλιευτικά σκάφη, ‘’κτίστηκαν’’ πάνω στο νησί από Σπετσιώτες καραβομαραγκούς. Επίσης δεν είναι τυχαίο ότι το καθ’ ολοκληρίαν ξύλινο ομοίωμα της αρχαίας ‘’Αργώς’’ κατασκευάστηκε σε καρνάγιο των Σπετσών, από τον ξυλοναυπηγό Βασ. Δελημήτρο. 

Σε αυτούς τους ταρσανάδες φτιάχνεται κάθε χρόνο και η Αρμάτα, το ‘’καράβι’’ που πυρπολείται την πρώτη Κυριακή μετά τις οκτώ Σεπτεμβρίου (Γενέσιον της Υπεραγίας Θεοτόκου) σε ανάμνηση της νικηφόρας ναυμαχίας αλλά και του θαύματος της Παναγίας που έσωσε τις Σπέτσες στις 8 Σεπτεμβρίου του 1822. Την άμυνα της νήσου είχε αναλάβει ο πρώτος άρχοντας του νησιού Χατζηγιάννης Μέξης και εκείνου ιδέα ήταν η τοποθέτηση φεσιών πάνω στους ασφόδελους (τα καραμπούσια των ντόπιων) της περιοχής, για να παρέχεται στους Τούρκους η εντύπωση ότι οι υπερασπιστές του νησιού ήταν εκατοντάδες. 

Για να ευχαριστήσουν την Αγία Μητέρα και για να περάσει στη συλλογική μνήμη η σπουδαία νίκη του νησιού κατά των Τούρκων οι κάτοικοι έχτισαν, κοντά στον φάρο, την εκκλησία της Παναγίας της Αρμάτας (1850) με χρηματοδότηση από τον Ιωάννη Γ. Κούτση. Κάθε χρόνο τα πλοία, τα ιπτάμενα δελφίνια, τα θαλάσσια ταξί μέχρι και τα καΐκια από την Κόστα φέρνουν προσκυνητές. Λίγα λεπτά πριν την αναπαράσταση της πυρπόλησης τα πάντα ησυχάζουν, το κάθε λεπτό έχει την ιδιαίτερη σημασία του, ενώ τα πάντα είναι χρονομετρημένα με ακρίβεια δευτερολέπτου. Η συγκίνηση πλημμυρίζει την ατμόσφαιρα και η πυρπόληση της ‘’ναυαρχίδας’’ του Τούρκικου στόλου είναι σαν να σταματάει τον χρόνο. Ξαφνικά, πυροτεχνήματα, και ένας πραγματικός ορυμαγδός θορύβων από κόρνες και σφυρίχτρες ταράζουν τον αγέρα και την θάλασσα. Το τοπίο μεταβάλλεται σε πραγματική ναυμαχία, και θαρρείς ότι όλα ….ανατινάζονται, όλα φλέγονται και καταυγάζουν τον ουρανό. Η τηλεόραση κάθε χρόνο δείχνει εικόνες από την εκδήλωση, που όλοι έχουμε δει, αλλά πάντα η φυσική παρουσία είναι καταλυτική.

Φεύγοντας από τον κυρίως οικισμό για τον γύρο του νησιού ακολουθούμε τον παραθαλάσσιο δρόμο που οδηγεί στις εξοχές και τις ανεξερεύνητες μυρωδιές του τόπου. Μοσχοβολά πράγματι το νησί με την καθαρή φύση, τα πεύκα, τη ρίγανη, το θρούμπι και τα λουλούδια. Το κατάφυτο χαρούμενο τοπίο συντροφεύει μαζί με την θάλασσα την περιήγηση μας, μην αφήνοντάς μας να πάρουμε ανάσα. Μας κατακλύζουν οι όμορφες εικόνες, ειδικά αν κινηθούμε προς την βορειοανατολική πλευρά του οικισμού (προς Αγ. Μαρίνα) και νοτιοδυτικά (προς Αγ. Αναργύρους). Η πρώτη παραλία, που συναντάμε, της Αγίας Μαρίνας,είναι η πιο καλά οργανωμένη του νησιού, συνδυάζοντας το μπάνιο, τις βουτιές στην καταγάλανη θάλασσα, τα σπορ, και φυσικά το καλό φαγητό (που δεν λείπει από πουθενά στο νησί). 

Στο ακρωτήρι της Αγίας Μαρίνας, στα ‘’πόδια’’ του φερώνυμου ξωκλησιού, το 1969 – 70 ο αείμνηστος Δημήτριος Θεοχάρης (1919 – 1977) ερεύνησε και έφερε στο φως αξιόλογα δείγματα της πρωτοελλαδικής και της υστεροελλαδικής εποχής και διατύπωσε την εκτίμηση της καίριας γεωγραφικής θέσης των Σπετσών ως σταθμού διαμετακομιστικού εμπορίου προς την Αργολίδα, κατά την περίοδο της χαλκοκρατίας. Η ανασκαφή αποκάλυψε τοίχους οικημάτων, θραύσματα αγγείων, ανεπίγραφα αγγεία παρόμοια με τα κυκλαδικά, λεπίδες, σκεύη και άλλα λίθινα και κεραμικά αντικείμενα που εκθέτονται στο Ιστορικό Μουσείο Σπετσών. 

Συνεχίζοντας την περιήγηση βγαίνουμε από τα όρια του οικισμού συναντώντας την παραλία Κουζουνός που προτιμούν για το μπάνιο τους όσοι από τους ντόπιους – και είναι πολλοί αυτοί – διαθέτουν δίκυκλο. Η ιδιοκτησίας Νιάρχου κατάφυτη Σπετσοπούλα και το ομώνυμο στενό της, αυτή η μικρή (μόλις 2 τ.χ.) και διάσημη νησίδα, γρήγορα κάνει την εμφάνιση της στην αγκαλιά του Μυρτώου πελάγους. Απέχει από τις Σπέτσες μόλις 750 μ. και ανάλογα την ώρα που θα περάσετε, ‘’δίνει’’ ωραία κάδρα. Μετά τον Γκουζουνό ή Κουζουνό που τείνει να εξελιχθεί σε οικισμό εξοχικών κατοικιών – επαύλεων, ανταμώνουμε τις Αγριόπετρες (σκουπιδότοπος του νησιού, μια από τις ελάχιστες ασχήμιες του) και το αγρόκτημα του Νίκου Μοσχοβίτη. 

Στο σημείο αυτό, αρχίζει μια εντουράδικη διαδρομή (δεξιά) από τον ανηφορικό δύσβατο χωματόδρομο που φτάνει στην κορυφογραμμή του νησιού (κατεύθυνση από ανατολή προς δύση). Η απέριττη ομορφιά του τοπίου θα σας υποχρεώσει να σταθείτε στο ξωκλήσι της Απάνω Παναγιάς της Έλωνας, αφιερωμένο στην Ζωοδόχο Πηγή, και στην αγροικία Σαββόπουλου – Μιμηκόπουλου. Έπειτα, από ομαλότερο δρόμο, θα κινηθείτε βόρεια προς τη βίλα ‘’Χαρά’’ (ιδιοκτησία Μπόταση – Γέροντα), όπου βρίσκεται ο τάφος της ποιήτριας Μαρίας Μπόταση και το ξωκλήσι των Τριών Σπετσιωτών Νεομαρτύρων. Από το πλάτωμα της εκκλησίας η θέα προς Σπετσοπούλα, νησάκι Άγιος Γιάννης, Τρίκερι, Ύδρα, Δοκός, ακτές Ερμιόνης ως το βουνό Δίδυμα είναι πανοραμική. Όμως ακόμα πιο εντυπωσιακή είναι η θέαση από τον Προφήτη Ηλία (300 μ. υψ περίπου), την ψηλότερη του νησιού. Συνεχίστε μετά τον Προφήτη Ηλία στον χωματόδρομο, ανάμεσα στο καμένο δάσος και στα μισογκρεμισμένα – αριστοτεχνικά πέτρινα γεφύρια (έργα και αυτά του εθνικού ευεργέτη Σωτ. Ανάργυρου), και θα ‘’πέσετε’’ στην Ζωγεριά και τον Βρέλλο. Αυτές οι θαυμάσιες, όσο και φημισμένες τοποθεσίες του νησιού, προσεγγίζονται φυσικά και από τον ασφαλτοστρωμένο παράκτιο – περιφερειακό δρόμο. 

Η συνέχεια της διαδρομής παραλιακά είναι πιο συναρπαστική με την παραλία Ξυλοκέριζα πολύ κοντά  και ταυτόχρονα μοναχικά. Θα πάτε, εγκαταλείποντας τον περιφερειακό, στρίβοντας αριστερά, και μετρώντας δύο χλμ στον βατό χωματόδρομο. Ένα από τα ωραιότερα τοπία είναι ο ευρύστερνος κόλπος των Αγίων Αναργύρων  με τα δύο εκκλησάκια τους, τους απάνω και κάτω Αγίους Αναργύρους, την ομώνυμη μεγάλη παραλία τους, τον μικρό και παλιό παραθεριστικό οικισμό τους και τα καλά οργανωμένα εστιατόρια τους. Μέχρις εδώ υπάρχει τακτική συγκοινωνία – με λεωφορεία – από τον Μάιο μέχρι τέλος Σεπτεμβρίου. 

Όλο τον χρόνο όμως μπορείτε να έρθετε με θαλάσσιο ταξί και το καλοκαίρι με ημερήσια εκδρομή από την πόλη των Σπετσών. Ένα από τα ομορφότερα αξιοθέατα όλου του νησιού βρίσκεται εδώ. Είναι η περίφημη και ιστορική ‘’Σπηλιά του Μπεκίρη’’ όπου, κατά τα Ορλωφικά, κρύφτηκαν τα γυναικόπαιδα στα σπλάχνα της για να γλιτώσουν τους διωγμούς των Τούρκων. Η πρόσβαση (10’ – 200μ) είναι πανεύκολη ενώ η σπηλιά διαθέτει χερσαία και θαλάσσια είσοδο. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή κυκλική αίθουσα περίπου 50 μέτρων, ενώ στο βάθος υπάρχει αμμουδιά. Ένα θαυμάσιο δημιούργημα της φύσης με μικρούς σταλακτίτες και χαρακτηριστική λεία οροφή που δεν πρέπει να  προσπεράσετε χωρίς να το δείτε. 

Επιστρέφοντας στον περιφερειακό, πραγματοποιείστε την επόμενη στάση σας στην πευκόφυτη δημοτική παραλία της Αγ. Παρασκευής στον ομώνυμο κολπίσκο. Το περιβάλλον γύρω αλλά και πιο μακριά από την εκκλησία είναι από τα ωραιότερα του νησιού, χωρίς να διαταράσσεται από σπίτια ή ταβέρνες. Η βλάστηση και τα μεγάλα πεύκα που, τιθασευμένα από τον άνεμο, στέκουν λυγισμένα, φτάνοντας σχεδόν ως την αμμουδερή και με χοντρά βότσαλα παραλία, συνθέτουν ένα από τα μαγευτικότερα τοπία.

Ολοκληρώνοντας σχεδόν τον κύκλο φτάνετε στο σημείο του περιφερειακού δρόμου (1,5 χλμ περίπου), όπου προβάλλει ανάμεσα στο πευκοδάσος και τους ελαιώνες με απαράμιλλη ομορφιά, η παραδεισένια παραλία της Ζογεριάς με τους δύο ορμίσκους - αγκυροβόλια, το ταβερνάκι, και την ωραία θέα προς τις απέναντι Πελοποννησιακές ακτές. Είναι η πιο εύκολη και γρήγορη επιλογή του καλοκαιριού για εκατοντάδες επισκέπτες. Παλιά στην Ζογεριά (Ζωγιωργιά των ντόπιων) υπήρχε και το Λοιμοκαθαρτήριο, που έμεινε γνωστό με την ιταλική ονομασία του ‘’Λαζαρέττο’’, από τον Άγιο Λάζαρο που θεωρείται ο προστάτης των ασθενών. Τα λιγοστά ερείπια του βρίσκονται στο μυχό του δυτικού κόλπου. Εδώ άραζαν τα καράβια, μετά από τα μακρινά ταξίδια τους, και λίγο πριν μπουν στην χώρα, για να γίνει η απολύμανση.

Ο γύρος του νησιού ολοκληρώνεται σε είκοσι τρία χλμ, με την θλίψη που προκαλεί το καμένο δάσος από τις φωτιές του Ιουλίου - Αυγούστου του 2000, αλλά και τον θαυμασμό για το ολάνθιστο μαγευτικό περιβάλλον του Λιγονερίου, όπου ο ‘’δακρύων’’ βράχος και το κουκλίστικο εκκλησάκι της Κάτω Παναγιάς της Έλωνας, (ιδιοκτησίας Μαρίας Βουδουράκη και Ευαγγελίτσας Τσαπάρα).  Ο χωματόδρομος κατεβαίνει ομαλά μέχρι τη θάλασσα και την ωραία παραλία, με τα πεύκα να προσφέρουν την σκιά τους στους ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες. 

Το Λιγονέρι και η Κάτω Έλωνα ήταν ο αγαπημένος περίπατος του Γιώργου Σεφεριάδη (Σεφέρη), του Κωνσταντίνου Τσάτσου τα προπολεμικά, ειρηνικά, καλοκαίρια. Στο πεζούλι της εκκλησίας, σε αυτή την γλυκύτητα και την ηρεμία του τοπίου, καθόταν τη δεκαετία του πενήντα, ο Οδυσσέας Ελύτης και στοχαζόταν. Όλη η περιοχή αλλά και όλη η περιφερειακή διαδρομή με τα πεύκα να σκεπάζουν το νησί, με τις ευωδιές να πλημμυρίζουν την ατμόσφαιρα, δίνουν δίκιο στους Ενετούς που σαν κατακτητές επισκέφθηκαν το νησί, και εντυπωσιάστηκαν τόσο πολύ από τα αρώματα του αέρα και από τα αμέτρητα αρωματικά φυτά και του έδωσαν την ονομασία izola di Spezzie (νησί των αρωμάτων). 

Λίγο πριν εισχωρήσετε πάλι στα στενά σοκάκια της πόλης με τους ολάνθιστους κήπους και τις βοτσαλόστρωτες αυλές, περνάτε έξω από την Αναργύρειο και Κοργιαλένειο Σχολή Σπετσών, έδρα σήμερα επιστημονικών συνεδρίων κατά τους θερινούς κυρίως μήνες, που συγκροτείται από πέντε τριώροφα κτήρια. Όταν το 1899 ο Σωτήριος Ανάργυρος εγκατέλειπε για πάντα την Αμερική μετά από μια άκρως επιτυχημένη επιχειρηματική πορεία, (ήταν ο μεγαλύτερος Έλληνας καπνοβιομήχανος της Βόρειας Αμερικής) και επέστρεψε στην Ευρώπη, έφερε μαζί του το μυθικό ποσό των εξακοσίων πενήντα χιλιάδων δολαρίων, που κατέθεσε σε τράπεζες του Λονδίνου και της Αιγύπτου. Αμέσως μετά την εγκατάστασή του στην Αθήνα και κατόπιν στις Σπέτσες (1900) βάλθηκε να βοηθήσει τους κατοίκους του γενέθλιου νησιού που βυθίζονταν καθημερινά στην φτώχεια, μετά μάλιστα τη ναυτιλιακή παρακμή των Σπετσών. Κυρίως όμως ασχολήθηκε με έργα υποδομής που ανέδειξαν τις φυσικές ομορφιές του νησιού. Για παράδειγμα αγόρασε μια τεράστια έκταση στο βουνό των Σπετσών μόνο και μόνο για να την αναδασώσει, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο στην καλυτέρευση του φυσικού περιβάλλοντος της νήσου.

Το 1914 ανέγειρε το πολυτελέστατο ξενοδοχείο ‘’Ποσειδώνιο’’, το μεγαλύτερο τότε επαρχιακό ξενοδοχείο των Βαλκανίων, που και σήμερα ακόμη συνεχίζει τη λειτουργία του, προκαλώντας τον θαυμασμό με το μέγεθός του και την ‘’ρυτιδωμένη’’ αρχοντιά του. Έτσι προσέλκυσε τους μεγαλοαστούς της πρωτεύουσας και τους πλούσιους ομογενείς του εξωτερικού. Όμως θέλει να κάνει το μεγάλο βήμα. Κάτι που να έχει πανελλήνια εμβέλεια σε συνδυασμό με την υποβοήθηση της υλικής και πολιτιστικής προαγωγής του νησιού του. Τότε ο Ελευθέριος Βενιζέλος του ζητάει να συμβάλει στην ίδρυση ενός ‘’σχολείου  ηγητόρων’’ κατά τα πρότυπα των αγγλικών κολεγίων αλλά αυτό να μην κτισθεί στην Αθήνα. Το αίτημά του γίνεται δεκτό. Τον Σεπτέμβριο του 1918 προσφέρει τα πρώτα χρήματα, σαράντα χιλιάδες χρυσές λίρες Αγγλίας (1.000.000 δρχ), όσα είχε διαθέσει και ο μεγάλος εθνικός ευεργέτης από την Κεφαλονιά Μαρίνος Κοργιαλένιος για τον ίδιο σκοπό. Προσφέρει επίσης το κατάλληλο παραθαλάσσιο οικόπεδο χιλίων περίπου στρ. στα βόρεια του νησιού. Η Αναργύρειος και Κοργιαλένειος Σχολή Σπετσών, θα πρωτολειτουργήσει το σχολικό έτος 1927 – 1928 με πρώτο διευθυντή τον Άγγλο Ερρίκο Σλόμαν. Όμως ο εθνικός ευεργέτης Σωτήριος Ανάργυρος έφυγε από τη ζωή ξαφνικά το σχολικό έτος 1928 – 1929 και δεν πρόλαβε να χαρεί ολοκληρωμένο το έργο του. 

Η Αναργύρειος και Κοργιαλένειος Σχολή Σπετσών ‘’Μητέρα Τροφός’’ εκατοντάδων προσωπικοτήτων του πολιτικού, επιχειρηματικού, δημοσιογραφικού και καλλιτεχνικού δυναμικού της χώρας ανέστειλε την λειτουργία της, το 1983. Σήμερα περιμένει την πολιτεία να την κάνει να ξαναζωντανέψει. Κατά καιρούς έχουν ακουστεί πολλά, όμως αυτό που πρόσφατα επιμένει σαν φήμη είναι ότι η Σχολή θα στεγάσει από το επόμενο ακαδημαϊκό έτος σπουδαστές των Τ.Ε.Ι. Πειραιά.

Κοντά στο κεντρικό λιμάνι του νησιού, την ‘’Ντάπια’’, τους γεμάτους ζωή καλοκαιρινούς μήνες, εκτός από τα κουδουνάκια από τα μόνιππα και το ρυθμικό θόρυβο από τα πέταλα των αλόγων που τραβούν τις άμαξες κάνοντας ρομαντικές βόλτες τους επισκέπτες, υπάρχει η αμμουδερή παραλία του Αγ. Μάμμα που διαθέτει – εκτός από την κοσμοβριθή πλαζ – ένα κοσμικό χαρακτήρα, μια πολυκοσμία, με τα μπαράκια, τις καφετέριες, και τα εστιατόρια γεμάτα νεολαία και πρόθυμους ‘’κριτές’’ του γυναικείου σώματος και των νέων μοντέρνων μαγιό που φορούν αιθέριες υπάρξεις. Μπροστά στο ‘’Ποσειδώνιο’’ εκτείνεται η τεράστια πλατεία, τόπος περιπάτου τους καλοκαιρινούς μήνες. Εκεί στέκει από τις 31/3/1985 το ορειχάλκινο άγαλμα της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, της μεγάλης Κυράς των Σπετσών και πρώτης καπετάνισσας του Αγώνα. Το γλυπτό είναι έργο της γνωστής γλύπτριας Ναταλίας Μελά - Κωνσταντινίδη που τα ζωομορφικά έργα της μαζί με τη ‘’γοργόνα’’ και τον ανδριάντα του πυρπολητή Κοσμά Μπαρμπάτση κοσμούν και την περιοχή του φάρου κοντά στο κανονιοστάσιο. 

Μια άλλη, κατά πολύ παλιότερη, Σπετσιώτικη καλλιτεχνική παρουσία, παρά το γεγονός ότι δεν είναι γνωστά τα έργα της, έχουμε με την πρώτη Ελληνίδα Ζωγράφο, την Ελένη Αλταμούρα – Μπούκουρα (1821 – 1900), που γεννήθηκε στο νησί, κι ήταν μητέρα ενός από πιο σημαντικούς θαλασσογράφους μας, μαθητή του Νικηφόρου Λύτρα, του Ιωάννη Αλταμούρα (1852 – 1878). Με σπουδές στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης, η Ελένη Αλταμούρα, που για να σπουδάσει ζωγραφική μεταμφιέστηκε σε άνδρα, είναι η τραγική μητέρα που , μετά τον θάνατο του γιου της Ιωάννη σε ηλικία 26 χρονών από φυματίωση, κατέστρεψε τα περισσότερα και πιο ολοκληρωμένα έργα της. Δείτε το αρχοντικό του πατέρα της Γιάννη Μπούκουρα ή Χρυσίνα, γενναίου αρβανίτη Ναυμάχου του ’21 και ατρόμητου θαλασσοπόρου που η καρδιά του ήταν γεμάτη καλλιτεχνικές ανησυχίες (ήταν ο πρώτος θιασάρχης της Οθωνικής Αθήνας με το ξακουστό τότε ‘’Θέατρο Μπούκουρη’’).

Στην κορυφή της Ντάπιας ορθώνονται το αρχοντικό του Σωτ. Ανάργυρου (σε ρυθμό αρχαιοελληνικό – αιγυπτιακό) και το απέριττο αρχοντικό της ηρωίδας του ’21 Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας (κατασκευασμένο το 1670, με πολύ μεταγενέστερες προσθήκες) που στεγάζει το ομώνυμο μουσείο, πασίγνωστο ανά το Πανελλήνιο. Η όλη κατασκευή υποδηλώνει αρχοντική καταγωγή και οικονομική ευμάρεια, έχει ισόγειο και δύο ορόφους στο σύνολο 670 τ.μ. Στα πολλά και σημαντικά εκθέματά του περιλαμβάνονται προσωπικά αντικείμενα της ηρωίδας, έπιπλα και αντικείμενα του 18ου, έως και τις αρχές του 20ου αι. Συλλογές όπλων, εικόνων, πορσελάνες, πίνακες που μαζί με το αριστουργηματικό φλωρεντιανό σκαλιστό ταβάνι της μεγάλης σάλας μεταφέρουν τον επισκέπτη σε άλλες εποχές. Την ξενάγηση στους χώρους του σπιτιού – μουσείου αναλαμβάνει ο ίδιος ο δημιουργός του, Φίλιππος Δεμερτζής – Μπούμπουλης τετρασέγγονός της ηρωίδας και ιδιοκτήτης του αρχοντικού.

Το δεύτερο μουσείο που πρέπει να επισκεφθείτε είναι το περίφημο Ιστορικό Μουσείο Σπετσών, που στεγάζεται στο παλιό Αρχοντικό Χατζηγιάννη Μέξη, του πρώτου άρχοντα του νησιού κατά τον πόλεμο της Ανεξαρτησίας, κτισμένο μεταξύ 1795 – 1798. Στην αίθουσα αρχαιολογίας ο επισκέπτης θα συναντήσει τα παλαιότερα ευρήματα από τον πρωτοελλαδικό οικισμό της Αγίας Μαρίνας, και τα ευρήματα του Δοκού που, ενώ διοικητικά ανήκει στην Ύδρα, αποφασίστηκε να εκτεθούν στις Σπέτσες αφού το μουσείο του νησιού κάλυπτε τις ανάγκες προβολής και ασφάλειας των ενάλιων ευρημάτων. Στα δεκάδες κειμήλια της Επανάστασης μπορείτε να θαυμάσετε αυθεντικές επιστολές του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και του Αθανασίου Διάκου, πορτραίτα καραβιών, συλλογή όπλων, τη σημαία της Σπετσιώτικης εξέγερσης, ακρόπρωρα ιστιοφόρων του 19ου αι, κ.ά. Συνολικά τα εκθέματά του, αντιπροσωπεύουν περισσότερα από 4.000 χρόνια πολιτιστικής ιστορίας του νησιού και καλύπτουν όλες τις μορφές εκδήλωσης της τέχνης. Κεραμική, μαρμαρογλυπτική, ξυλογλυπτική, ζωγραφική, μικροτεχνία, μεταλλουργική, υφαντική, κεντητική.

Το νησί των αρωμάτων κρύβει επιμελώς πολλές εκπλήξεις στον ταξιδευτή που θέλει να γνωρίσει τον τόπο. Νότες από το παρελθόν συναντούν το μέλλον σε μια αρμονική συνύπαρξη που σαγηνεύει τον κάθε περιηγητή. Είναι πανέμορφη η φύση του, ενώ σε κάθε γωνιά του αναδύεται η ελληνικότητα και οι μνήμες απο σημαντικές στιγμές της ιστορίας της χώρας μας. Δεν είναι τυχαίο, που ολόκληρο το νησί, στην έρευνα του πολυτεχνείου αναφέρετε σαν περιοχή ιδιαίτερου φυσικού κάλλους (ΤΙΦΚ)(4). Η φύση απλόχερη έδωσε το τεράστιο δάσος των είκοσι χιλιάδων στρεμμάτων (τα μισά περίπου ανήκουν στο Ίδρυμα της Α.Κ.Σ.Σ.), ο χρόνος και οι άνθρωποι έφτιαξαν και διατηρούν εξήντα πέντε εκκλησίες και ξωκλήσια. Όλα αυτά, σε ένα τόσο δα νησάκι, δίνουν την ευκαιρία για περιπάτους σε ανεξερεύνητα από τους πολλούς μονοπάτια.

Ταξιδέψτε στις Σπέτσες (οι αρχές του χειμώνα, πιστεύω, είναι μια θαυμάσια εποχή) και ανακαλύψτε ότι υπάρχουν μέρη που, χωρίς να έχουν ‘’δυναμική’’ ή κραυγαλέα εμφάνιση, στολίζουν με το παραπάνω την χώρα μας. 

Ευχαριστώ τον Γ. Σταματίου για τις παρατηρήσεις και τις προτάσεις που έκανε για αυτό το άρθρο.

Σημειώσεις:

(1) Ύδρα: Για διαφορετικούς λόγους αφού οι Υδραίοι πλούσιοι καπετάνιοι και προύχοντες είχαν άριστες σχέσεις με τους Τούρκους και τεράστιες περιουσίες για να εξαγοράσουν (αν χρειαζόταν) την εύνοιά τους.

(2) Ορλωφικά: Οι μικρές επιτυχίες των επαναστατημένων Ελλήνων, με την υποκίνηση και τη βοήθεια των Ρώσων, στην Κρήτη, την Πελοπόννησο και τα Επτάνησα σταμάτησαν βίαια μετά την οργάνωση των Τούρκων και τις συνεχείς αντεπιθέσεις τους. Οι αδελφοί Ορλώφ πριν φύγουν κατάφεραν ισχυρό πλήγμα στον τούρκικο στόλο έξω από την Χίο (Τσεσμέ). Οι Σπετσιώτες είχαν πάρει μέρος στην επανάσταση με τον εμπορικό στόλο τους που μετετράπη σε πολεμικό.       Η τιμωρία για την συμμετοχή ήταν καταστροφική. Στρατιά Τουρκαλβανών αποβιβάστηκε στο νησί το 1770, πυρπόλησε το Καστέλι, σκοτώνοντας τους περισσότερους κατοίκους και αφήνοντας πίσω την ερήμωση μέχρι την συνθήκη του Κιουτσούκ – Καϊναρτζή (1774) που επέτρεψε σε όσους είχαν απομείνει να γυρίσουν και να ξαναρχίσουν τη ζωή τους στο νησί των προγόνων τους.

(3) Κιουτσούκ – Καϊναρτζή: Ιδιαίτερη σημασία για την ναυτιλιακή ανάπτυξη της περιοχής έχουν οι ρωσοτουρκικοί πόλεμοι της Αικατερίνης Β’, ο πρώτος του 1768 – 1774 και ο δεύτερος του 1787 – 1792. Η συμμετοχή των Νησιωτών στην δράση του ρώσικου στόλου στην ανατολική Μεσόγειο ενισχύει το ελληνικό νησιωτικό στόλο. Ιδιαίτερη σημασία έχει εδώ η συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζή στην οποία καταλήγει ο πρώτος ρωσοτουρκικός πόλεμος, η συμφωνία του Αιναλή Καβάκ (1779) και η εμπορική συμφωνία της Κωνσταντινούπολης (1783) που την διασαφηνίζουν και τη συμπληρώνουν. Η συνθήκη οδήγησε στην αναγνώριση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία του δικαιώματος της Ρωσίας στην προστασία των Ορθοδόξων και την παραχώρηση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στις τουρκικές θάλασσες σε πλοία με ρώσικη σημαία. Από αυτή την κατάληξη επωφελούνται κυρίως οι Έλληνες ναυτιλλόμενοι του Αιγιακού χώρου. Από το 1792 η Γαλλία υποχρεώθηκε, για να αντιμετωπίσει τον Αγγλικό αποκλεισμό, να καταφύγει στα ουδέτερα πλοία για να εξασφαλίσει την διπλωματική αλληλογραφία με τα γαλλικά προξενεία της Μεσογείου, να διατηρήσει ό,τι μπορούσε από την Γαλλική εμπορική κίνηση και κυρίως τον ανεφοδιασμό των μεσογειακών της περιοχών σε τρόφιμα, κυρίως σιτηρά. Τα υδραϊκά και σπετσιώτικα καράβια, καθώς και των άλλων ελληνικών νησιών και οι έμποροι της Σμύρνης ανέλαβαν αυτή την επικίνδυνη και κερδοφόρα αποστολή που για να την φέρουν σε πέρας, έπρεπε να παραβιάζουν τον αγγλικό αποκλεισμό των γαλλικών Παραλίων. Με αυτόν τον τρόπο συγκεντρώθηκε όλος αυτός ο πλούτος των νησιών και των καραβοκύρηδων (το 1794 – 1769 η ελληνική ναυσιπλοΐα στη Μασσαλία κατέχει τη δεύτερη και τρίτη θέση) που μετά από λίγα χρόνια διατέθηκε στην Επανάσταση και τη δημιουργία του νέου Ελληνικού Κράτους.

(4) Τ.Ι.Φ.Κ.: Τα τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλους της χώρας προστατεύονται από τις ανθρώπινες επεμβάσεις. Με το πρόγραμμα του ΕΜΠ διατηρούνται τα 190 παλιά ΤΙΦΚ και προτείνονται 259 νέα. Για περισσότερα δες ‘’Καθημερινή’’ 4/7/99 και Περιοδικό Μετρό Αύγουστος 1999. 

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Έκταση: 22,5 τ.χ., Ακτογραμμή: 29 χλμ, Υψόμετρο: 0 – 285 Προφήτης Ηλίας, Πληθυσμός: 3.982 κάτ. (’01), Πρωτεύουσα: Σπέτσες, Νομός: Αττικής, Απόσταση από Πειραιά 53 ν.μ - Διάρκεια ταξιδιού 02.00ω, Ραφήνα 60 ν.μ. Κόστα 1,3 ν.μ.

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 22980

ΔΙΑΜΟΝΗ: Παραδοσιακό Ξενοδοχείο ‘’Ποσειδώνιο’’ 72308, 72006, Ξενοδοχείο ‘’Ρουμάνης’’ 72244 www.hotelroumani.gr  ‘’Zoes Club’’ 74447 – 8,  www.zoesclub.com, ‘’Lefka Palace’’ 72311 – 3 e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   ‘’Σπέτσες’’ 72602, Παραδοσιακή Πανσιόν ‘’Βίλλα Χριστίνα’’ 72147, ‘’Βίλλα Ειρήνη’’ 73137. Ενοικιαζόμενα δωμάτια και διαμερίσματα υπάρχουν πολλά, μέλη του συλλόγου ‘’η Πιτυούσα’’ είναι πάνω από πενήντα επαγγελματίες. Επικοινωνήστε με την γραμματέα κυρία Μαρία Μπή στα τηλ. 74339, 73585 & για αναλυτικές πληροφορίες. 

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Απαγορεύεται σε όλο το νησί.

ΦΑΓΗΤΟ: Στις Σπέτσες τα ενδιαφέροντα δεν είναι μόνο ιστορικά αλλά και γευσιγνωστικά. Το ψάρι ‘’αλα-σπετσώτα’’ που ψήνεται στο φούρνο με μπόλικη ντομάτα, λάδι ελιάς, σκόρδο και αλατοπίπερο ξυπνάει τις αισθήσεις. Λουκουμάδες και Μιλφέιγ από τον ‘’Κλήμη’’ στην Ντάπια, δοκιμάστε τα περίφημα Αμυγδαλωτά Σπετσών στου ‘’Πολίτη’’ στην Ντάπια 72248,  προς το Παλιό λιμάνι ουζομεζεδοπωλείο το ‘’Βυζαντινό’’ (νέα ονομασία ‘’Ορλώφ’’) 72870. Φρέσκα ψάρια στον‘’Ταρσανά’’ των Αφων Καλοσκάμη (στο Παλιό λιμάνι) 74490, στου ‘’Πατράλη’’ των Αφών Πατράλη στην Κουνουπίτσα 72134, στην Αγορά ‘’Μανταλένα’’ 72288. ‘’Λιοτρίβι’’ 72269, ‘’Τρεχαντήρι’’ 72112, Σιώρα ή Εξέδρα 73497, όλα στο Παλιό λιμάνι. Ψησταριές, στην Αγορά του ρολογιού. Καφέ ‘’Πορτολάνος’’ 73504, ‘’Μπρατσέρα’’, ‘’Θρούμπι’’, ‘’Φιγκαρό’’ 74451, όλες στο Παλιό Λιμάνι.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Σπετσών 72225, 74517, e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. , Δ.Ε.Π.Α.Σ. (Δημοτική επιχείρηση Ανάπτυξης Σπετσών) 75211, e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. , Α’ Βοήθειες 72472, Αστυνομία & Τουριστική Αστυνομία  73100, Συνεργεία – Βουλκανιζατέρ – Ενοικιάσεις: Εξουσιοδοτημένο Piaggio – Yamaha Γιώργος Σταματόπουλος 74581, Άλλες επιλογές Δημήτρης Πάνου 74969, Κώστας Δελαπόρτας 72088.

ΧΡΗΣΙΜΑ: www.spetses.gr, www.saronictravel.gr. Στο νησί δεν επιτρέπονται τα αυτοκίνητα από τον Μάιο έως τον Σεπτέμβριο (από το Πάσχα μέχρι την Αρμάτα). Εξαιρούνται όσοι έχουν ειδική άδεια. Οι μοτοσυκλέτες κυκλοφορούν ελεύθερα χωρίς περιορισμό. Ιστορικό Μουσείο Χατζηγιάννη Μέξη 72994, Μουσείο Μπουμπουλίνας 72416, ξενάγηση κάθε 45’  www.greekislandspetses.gr/Bouboulina-History.htm Υπάρχουν τριάντα μόνιππα για τις ρομαντικές καλοκαιρινές βόλτες σας. Θα τα βρείτε στην Ντάπια 73171 και στην πλατεία Ποσειδωνίου 73170.

ΠΡΟΣΒΑΣΗ: Λιμεναρχείο Πειραιά 2104226001 - 4, 4511311, Δρομολόγια πλοίων info ΟΤΕ 1440, www.yen.gr/main.htm Με πλοίο από Πειραιά 4ω με ‘’Δελφίνι’’ 1ω 40’. Κόστος διαδρομής (Φεβ 04’) Κόστα – Σπέτσες 1,70 EUR η μοτοσυκλέτα 0,74 λεπτά το άτομο.Φέρρυ – μπωτ στη διαδρομή Κόστα – Σπέτσες τέσσερα δρομολόγια την ημέρα χειμώνα – καλοκαίρι, 08:00, 10:30, 13:30, και 17:00. Λιμεναρχείο Σπετσών 72245, Πρακτορείο Σπετσών 73141, Θαλάσσια ταξί όλο το 24ωρο, 74885, όμως αν πάτε σε κάποια παραλία του νησιού εκτός από την τιμή συμφωνήστε πότε θα σας φέρει πίσω.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Δύο, στο κέντρο της Ντάπιας το πρώτο και προς Αγ. Μαρίνα το δεύτερο.

ΧΑΡΤΕΣ: Τουριστικός Χάρτης ‘’Σπέτσες’’ σε αδιευκρίνιστη κλίμακα Greco card 2109248293, Χάρτης ‘’Σπέτσες’’ TOUBIS 2109923874 - 6.

ΒΙΒΛΙΑ: Τα Ελληνικά νησιά / εκδόσεις Dorling Kindersley εκδόσεις ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ / Αθήνα 1998, Νησιά Αργοσαρωνικού / εκδόσεις Explorer Φειδίου 18, 2103811815, 3306392 Αθήνα 2002.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: Σ.Μ.Α.Σ. (Σύλλογος Μηχανοκίνητου Αθλητισμού Σπετσών). Μια αξιόλογη κίνηση νέων ανθρώπων των Σπετσών, με συμμετοχές στους Πανελλήνιους αγώνες Moto Cross. Έχουν δημιουργήσει και πίστα για όσους ενδιαφέρονται. Υπεύθυνος είναι ο Γιώργος Σταματόπουλος 75364 στην Ευαγγελίστρια (πιο πάνω από την Ντάπια). Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax: 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για τις ΣΠΕΤΣΕΣ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Δημήτρης Ρ. Θεοχάρης / Αγία Μαρίνα Σπετσών / Αρχαιολογικό δελτίο 26 (1971): Χρονικά, 84, 93.
  • Θεοδ. Δημητριάδη / Το Καστέλλι, ο προ του 1800 οικισμός
  • Το Αιγαίο επίκεντρο Ελληνικού Πολιτισμού / εκδόσεις Μέλισσα / Αθήνα 1995
  • Ανδρέας Α. Κουμπής / Σπετσιώτες Ναυμάχοι τομ Α’ (Α – Κ) έκδοση Πολιτιστικού Συλ. Σπετσών / Αθήνα 2001
  • Φίλιππος Δεμερτζής Μπούμπουλης / Μουσείο Μπουμπουλίνας 2001
  • Ανδέας Α. Κουμπής / Οι Σπέτσες στον Αγώνα / έκδοση Πολιτιστικού Συλ. Σπετσών / Αθήνα 2001
  • Γ. Σταματίου / Ο Εθνικός Ευεργέτης Σωτήριος Ανάργυρος / έκδοση Πολιτιστικού Συλ. Σπετσών / Αθήνα 2001              
  • Γ. Σταματίου / Η Ξυλοναυπηγική τέχνη των Σπετσών / έκδοση Πολιτιστικού Συλ. Σπετσών / Αθήνα 2002
  • Παύλος Παρασκευαϊδης / Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα / έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών / Αθήνα 2002
  • Γ. Σταματίου / Αναργύρειος και Κοργιαλένειος Σχολή Σπετσών / έκδοση Πολιτιστικού Συλ. Σπετσών 2003
  • Ανδρέας Α. Κουμπής / Οι Παλιές Εκκλησίες των Σπετσών / έκδοση Πολιτιστικού Συλ. Σπετσών 2003

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Μυρτώ Μακρή / Σπέτσες / περιοδικό Κόσμος Τ1 / Μάιος 1994
    Σπέτσες / Αφιέρωμα 7 ημερών Εφημ. Καθημερινή 26/7/1998
    Αναστασία Γκολιομύτη / Σπέτσες / Αφιέρωμα του περιοδικού Οξυγόνο2 Τ9 / Ιούλιος – Αύγουστος 1998
    Γιάννης Παπαδόπουλος Τετράδης / Σπέτσες / Αφιέρωμα του περιοδικού ΓΕΩ Τ68 / 28/7/2001
    Θεόφιλος Μπασγιουράκης – Άννα Καλαϊτζή / Σπέτσες / Αφιέρωμα του περιοδικού Ελληνικό Πανόραμα Τ33 / Μάιος – Ιούνιος 2003

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Ελένη Σιάτρα / Σπέτσες – Ύδρα / Εφημ. Καθημερινή / 3/4/97
  • Λίνα Γιάνναρου / IsoladiSpezzie / Εφημ. Καθημερινή / 19/5/02
  • Σπετσιώτικος Αντίλαλος / Αρμάτα 2003 / Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2003

 ΗΠΕΙΡΟΣ (5686 λέξεις)

ΠΛΗΚΑΤΙ – ΑΕΤΟΜΗΛΙΤΣΑ

(Γράμμος 2η εργασία από 8)

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Μάρτιος 2004 

Γραμμουστιανό Σταυροδρόμι

Μετά τη μικρή κοιλάδα του Δ.Δ. Γοργοπόταμου, ξετυλίγετε η μοναδική παραμεθόρια διαδρομή προς τις απόκρημνες, δαντελωτές παρυφές του Γράμμου. Μια ‘’άγνωστη’’ ενδοχώρα, με εξαιρετικά φυσικά θέλγητρα σας αποκαλύπτετε, όταν από το στενό ασφάλτινο δίκτυο φτάσετε στο πιο απομακρυσμένο από τα μπουκέτα των χωριών της πέτρας. Το γειτονικό στο Γοργοπόταμο, Πληκάτι, (1240 μ. υψ. 48 χλμ από Κόνιτσα – 17 από Πυρσόγιαννη), κρατάει ακόμα την αυθεντική του, παραδοσιακή αρχιτεκτονική φυσιογνωμία που φανερώνεται στον επισκέπτη, μετά τις στροφές του ανηφορικού δρόμου που σας οδηγούν κατ’ ευθείαν στην πλατεία.

Η τουριστική ‘’κίνηση’’ εδώ πάνω, είναι περιορισμένη και σίγουρα θα γίνετε το θέμα της ημέρας για τους θαμώνες του καφενείου της πλατείας. Ανάλογα την ώρα, είναι ιδανική για δροσερούς καφέδες και βόλτες ή για βράδυνα τσιπουράκια, χωρίς γλυκάνισο, με τους ντόπιους να αφηγούνται παλιές περιπέτειες της ζωής τους. Το χωριό, με την ανάσα μια άλλης εποχής φαίνεται ότι έχει σπουδαία ιστορία, που έρχεται από μακριά. Ίσως αποτέλεσε σταθμό μεταφόρτωσης εμπορευμάτων. 

Οι επαφές, (όπως σε όλα τα Μαστοροχώρια) με την Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη ή την εγγύς Ανατολή ήταν συνεχείς και κάθε άλλο παρά προσέκρουαν σε αδιαπέραστα φυσικά εμπόδια και εθνικά σύνορα. Υπάρχει, λένε, σε καλή κατάσταση, μονοπάτι – καλντερίμι ακόμα και σήμερα, που οδηγεί στην Αλβανική Ερσέκα, (πρωτεύουσα της Κολώνιας) σε τρεις ώρες, στη Ράχοβα, που είχαν στενές σχέσεις, (Νιτσιάκος – Μάντζος 2003 – Γεωγραφίες Τ5 σελ 90) και στο Λεσκοβίκι, όπως πηγαινοερχόντουσαν παλιά, με ωραίες πετρόχτιστες κρήνες στη διαδρομή,  με παγωμένο νερό.

Την ίδια εποχή, πήγαιναν και με τα μουλάρια στην Κόνιτσα, περνώντας από το, γκρεμισμένο σήμερα, πέτρινο γεφύρι του Βουρμπιανίτικου, σε εννέα ώρες. Ο Gustav Weigand που ταξίδεψε στα βλαχοχώρια (δεν έφτασε εδώ), γράφει στο βιβλίο του, που εκδόθηκε το 1895, ότι κατοικούσαν 250 ψυχές. Με δεδομένο ότι οι Τούρκοι έγραφαν μόνο τον αντρικό πληθυσμό (με βασικό κριτήριο το θρήσκευμα) συμπεραίνουμε ότι ήταν τουλάχιστον οι διπλοί. (Οι Αρωμούνοι – Βλάχοι – τομ Α’, Αφοι Κυριακίδη σελ 322). 

Η προέλευση των σημερινών κατοίκων, είναι από χριστιανικά μαστοροχώρια, κατά μια εκδοχή από τη Μοσχόπολη(1) της Β. Ηπείρου, την οποία εγκατέλειψαν το 1769 ύστερα από τις ανεπανόρθωτες καταστροφές που προκάλεσαν εκεί οι Τουρκαλβανοί. Η άλλη, ισχυρότερη και σχεδόν βεβαιωμένη άποψη, αναφέρει ότι είναι Αρβανίτικη(2) αποικία των χωριών της Κολώνιας, σε μια μετοικεσία που έγινε περί τον 18ο αι. Ακολούθησε, και ανέπτυξε την μαστορική – οικοδομική τέχνη, στους δρόμους και τα μονοπάτια, που χάραξαν τα ‘’μπουλούκια’’ της περιοχής. Πληκαδίτες μαστόροι της πέτρας ταξίδεψαν μακριά, κτίζοντας. Αντίς Αμπέμπα, Γαλλία (μαζί τους και ένας Βουρμπιανίτης), Αμερική, και στο Ιρκούτσκ όπου δούλεψαν 12 άτομα εκ΄ των οποίων 2 Ιταλοί όπου εργάστηκαν στα πετρόχτιστα τεχνικά έργα του υπερσιβηρικού. Μερικοί μάλιστα, από εκεί, έφτασαν με διαφορετικό επάγγελμα μέχρι το ακραίο Βλαδιβοστόκ, στην Ιαπωνική θάλασσα. Οι Θεολογέοι και οι Τατέοι, έχτισαν το σπίτι του Μακρυγιάννη στην Αθήνα, (συμβολή Μακρυγιάννη – Διάκου), και με τα χρήματα που πήραν, αγόρασαν μεγάλη έκταση στο σημερινό κέντρο της Αθήνας – λέγεται ότι η έκταση περιελάμβανε τη σημερινή πλατεία Ομονοίας, τα ‘’Βορεία Άκρα’’ τότε – την οποία πούλησαν αργότερα σε Αρβανίτες.

Στις αρχές του 19ου αι. το βρίσκουμε με 400 σπίτια, ενώ κάμποσα χρόνια μετά, ο πληθυσμός έχει φτάσει τους δύο χιλιάδες, διακόσιους κατοίκους. Αρχικά, η αγροτική παραγωγή επαρκούσε για τη διατροφή ολόκληρου του πληθυσμού, αργότερα, οι εκτάσεις που καλλιεργούσαν δεν επαρκούσαν για να θρέφονται όλοι, και όπως σε άλλα ορεινά χωριά έγινε μετοικεσία. Πολυπληθή συνεργεία μαστόρων, μετακινήθηκαν ομαδικά προς τα νοτιοανατολικά του όρους Βέρνον (Βίτσι), ιδρύοντας την Μπελκαμένη(3), (1841) σημερινή παλιά Δροσοπηγή, και τη Νεγόβανη, Νεγκοβάνη ή Νεχόβανη, (1861), το σημερινό Φλάμπουρο.

Η πολυπληθής ανθρώπινη παρουσία αποτελεί έκπληξη εδώ πάνω. Συνηθισμένοι από την έλλειψη κατοίκων, αντικρίσαμε ένα ζωντανό χωριό με πολύ κόσμο, καινούργια σπίτια, που απ’ ότι μας είπαν, ασχολούνται λίγο με τη κτηνοτροφία, τη γεωργία, την υλοτόμηση και οι περισσότεροι, είναι εργολάβοι οικοδομών και εργάτες – ‘’πετράδες’’, που παίρνουν δουλειές στα γύρω χωριά. Οι μικρές παραδοσιακές καλλιέργειες που εναλλάσσονται με τη θαμνώδη βλάστηση, συνθέτουν ένα άριστο αγροτικό τοπίο και ταυτόχρονα έναν σημαντικό βιότοπο για τα πουλιά. Βορειοδυτικά του χωριού, κοντά στα σύνορα με την Αλβανία, έχει παρατηρηθεί μικρός πληθυσμός αγριόγιδου, είδος σπάνιο στη χώρα μας. Στα απόκρημνα βράχια πάνω από τον οικισμό φωλιάζει ο χρυσαετός που κυνηγάει στις υποαλπικές εκτάσεις του βουνού. 

Πραγματικά, ο επισκέπτης προκαταλαμβάνεται θετικά με το Πληκάτι, που φαίνεται, ότι διαφύλαξε ζωντανό το παραδοσιακό του χρώμα, μαζί με τα πολύ καλά, και όμορφα διατηρημένα οικοδομήματα - σπίτια, ορισμένα εκ’ των οποίων φαντάζουν – και πρέπει να είναι, παμπάλαια. Το πιο ουσιαστικό στοιχείο της αρχιτεκτονικής των μαστοροχωρίων, είναι τα σπίτια, ιδιαίτερα τα λαϊκά, που συνδέονται με τον άνθρωπο σε όλες τις δραστηριότητες της ζωής του. Σε αυτά, βρίσκονται αποτυπωμένες οι αντιλήψεις του, οι αξίες, οι βιοτικές του ανάγκες, η συνήθειές του καθώς και ο τρόπος με τον οποίο τις ικανοποιεί, χρησιμοποιώντας τα υλικά που του παρέχει η φύση. 

Η κατασκευή τους, σε πολλές περιπτώσεις, απαιτούσε νέες μεθόδους κατασκευής, και η εφαρμογή αυτών των μεθόδων, αποτελούσε σταθμό στην εξέλιξη των κατασκευών. Ιδιαίτερα προσεγμένο ήταν το δούλεμα της πέτρας, το πελέκημα, (από εκεί και το πελεκάνος) που χρειαζόταν απίστευτο μεράκι, ειδικά στην τοιχοποιία της πρόσοψης, που στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι μοναδικό, προκαλώντας, από τότε, τον ανυπόκριτο θαυμασμό. Τα σπίτια διώροφα ή τριώροφα (δίπατα ή τρίπατα) επιβάλλουν τη παρουσία τους, ακόμα και σήμερα.

Στο Πληκάτι, παλιότερα, μεταξύ των γυναικών, ήταν ανεπτυγμένη η υφαντουργία και η πλεκτική, πράγμα που φαίνεται αν μπείτε σε κάποιο από τα νοικοκυρεμένα, στολισμένα θα έλεγε κανείς, σπίτια. Δείγματα των όμορφων παλιών υφαντών, συνήθως προίκες κοριτσιών, αλλά και νεώτερα, καλύμματα καναπέδων, κεντητά τραπεζομάντιλα, μαξιλάρες, κοσμούν κάθε γωνιά του, και με δικαιολογημένη περηφάνια, πολλά από αυτά είναι σε μεγάλες κορνίζες κρεμασμένα στον τοίχο, ή μικρότερα κάδρα πάνω στα τραπέζια. Επίσης έφτιαχναν βελέντζες και είχαν γενικά ανεπτυγμένη, την τέχνη της υφαντουργίας και της πλεκτικής. Υπάρχει πιθανότητα, το όνομα του χωριού, να προέρχεται ακριβώς από αυτή την βιοτεχνική παραγωγή πλεκτών. 

Αξιόλογα θρησκευτικά μνημεία, του χωριού, αλλά και όλης της περιοχής, είναι η νεότερη εκκλησία της Παναγίας, η παλιά του Αγίου Αθανασίου(4), και η ‘’Παναγιοπούλα’’ αφιερωμένη στο Γενέσιον της Θεοτόκου. Στην Παναγία, μεταξύ άλλων κειμηλίων, φυλάσσεται η σπάνια και θαυματουργή εικόνα, της Παναγίας Πληκατιώτισσας, όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι, προστάτιδας του χωριού, και όλων των Γραμμοχωρίων. Η εικόνα βρέθηκε από βοσκούς στην τοποθεσία ‘’Πεστηλέπι’’, νότια της Αετομηλίτσας, και τοποθετήθηκε αρχικά στον ναό του Αγίου Αθανασίου. Η παράδοση,  αναφέρει ότι μετακινήθηκε, φτάνοντας στο μέσο του χωριού, όπου υπήρχαν ερείπια παλιότερου ναού. Τότε, οι κάτοικοι έκτισαν ναό, ρυθμού βασιλικής, αφιερώνοντάς τον στην Κοίμηση της Θεοτόκου (1775). Αυτό το μοναδικό μνημείο της λαϊκής αρχιτεκτονικής, κατάγραφο τοιχογραφιών, καταστράφηκε από τους βομβαρδισμούς του χωριού, και ξεθεμελιώθηκε κατά τη διάρκεια των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του ’48 – ’49. Ξαναχτίστηκε ανάμεσα στα έτη 1951 – ‘53 με έξοδα της 8ης Μεραρχίας Ηπείρου και με τη βοήθεια και συνδρομή των κατοίκων. Στις 16 Φεβρουαρίου, κάθε χρόνο, γίνεται μεγαλόπρεπη θρησκευτική γιορτή, αφιερωμένη στη Παναγία τη Πληκατιώτισσα, που την παρακολουθούν και την γιορτάζουν εκατοντάδες προσκυνητές που έρχονται ακόμη απ’ τη Κόνιτσα και τα Γιάννινα. 

Το χωριό, είναι κτισμένο στο ψηλότερο σημείο, στην αρχή της κοιλάδας ή Λάκκας Σαραντάπορου, σε καταπληκτική περίκλειστη τοποθεσία. Από εδώ φαίνεται, η ανώνυμη κορφή 2520 (είναι το υψόμετρο), που παλιότερα λεγόταν και Τσιούκα (αλ) Πέτση ή Τσιούκα Ρέσκα, η ψηλότερη του Γράμμου, και η κορφή Περήφανο (2442 μ). Και για τις δυο κορφές, υπάρχει πρόσβαση(5) από το χωριό Γράμμος, αλλά οι περισσότεροι πεζοπόροι – ορειβάτες, προτιμούν το Πληκάτι γιατί είναι πιο κοντά, και πιο εύκολα. Απέναντι από το χωριό, στην μικρή καταπράσινη κοιλάδα, σμίγουν τα νερά τους τρεις μεγάλες ρεματιές, του Ξηροποτάμου, του Μεσοποτάμου και του Ντέντσ(ι)κου για να γεννήσουν το Γοργοπόταμο που δυναμωμένος στην πορεία του, μετά από λίγα χιλιόμετρα, ονομάζεται Σαραντάπορος. Εκεί, σε ένα μεγάλο πλάτωμα, στη θέση ‘’Πριόνια’’, υπάρχει ο παλιός ερειπωμένος πετρόχτιστος νερόμυλος, ωραίο σημείο για κατασκήνωση, πάνω στη διαδρομή για Αετομηλίτσα. 

Μακαρίστε την τύχη σας, που βρίσκεστε εδώ, προβλέψτε να έχετε μαζί σας πέντε λίτρα βενζίνες, και ξεκινήστε προς την Αετομηλίτσα, (δες στο τέλος, αναλυτικό ‘’road book’’) από τον καλό δασικό δρόμο που περνά από τις σχεδόν απρόσιτες, πυκνοδασωμένες πλαγιές του Γράμμου ανεβαίνει ψηλότερα, στις ‘’σπανούρες’’, συνθέτοντας μερικές, (οι άλλες είναι από την μεριά του χωριού Γράμμος), από τις ομορφότερες χωμάτινες διαδρομές που έχετε κάνει ποτέ. 

Ο δρόμος για Αετομηλίτσα, φεύγει από το χωριό με κατεύθυνση κάτω, στον νερόμυλο, και από εκεί, στριφογυρίζει στις πλαγιές της τοποθεσίας ‘’Οχυρό’’ μέσα στις οξιές. Νωρίς το καλοκαίρι ‘’κρατάει’’ νερό και παχιά – βαριά λάσπη, μόνο σε ένα - δύο σημεία για 100 – 120 μέτρα. Όσο ανεβαίνετε το βουνό ‘’Καρδάρι – Σταυρός’’, τόσο η θέα ομορφαίνει, και το Πληκάτι, ο τελευταίος σας σταθμός, φαίνεται τώρα πίσω σας, σε όλο του το μεγαλείο, αμφιθεατρικά κτισμένος με τις κόκκινες στέγες μες το καταπράσινο περιβάλλον, και τις τεράστιες γραμμώσεις του τοπίου, που έχουν δημιουργηθεί από τα ρέματα και τα άφθονα νερά τους. 

Τα πολλά νερά της Λάκκας Σαραντάπορου, και της πολύομβρου Ηπείρου γενικότερα, είναι ευλογία, αλλά κατά καιρούς, δημιούργησαν πολλά προβλήματα, ρήγματα, καθιζήσεις, (πρόσφατα – 2003 - και στην Αετομηλίτσα) και σοβαρές κατολισθήσεις. Βοηθούν και τα σαθρά εδάφη, (θυμηθείτε στο άρθρο ‘’Μαστοροχώρια Κόνιτσας’’ τη Βούρμπιανη). Στα στοιχεία των ζημιών του έτους 1963, του νομού Ιωαννίνων, διαβάζουμε ότι σημειώθηκαν κατολισθήσεις σε 58 κοινότητες, με αποτέλεσμα να πάθουν σοβαρές ζημιές τετρακόσια σπίτια, να καταστραφούν άλλα πενήντα επτά, δύο δημοτικά σχολεία, μία εκκλησία και δύο υδραγωγεία, (Ιωάννης Έξαρχος – Οικονομικός Προγραμματισμός στην Ήπειρο – Αθήνα 1963).   

Ο Γράμμος, παλιότερα, λειτούργησε σαν συνδετικός κρίκος στο εμπόριο, και την ανταλλαγή πολιτισμικών στοιχείων. Έπαιξε καθοριστικό ρόλο, και εξελίχθηκε σε μεγάλο ορεινό σταυροδρόμι εμπορίου και πολιτισμών, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην ανάπτυξη ολόκληρης της περιοχής, μέχρι κάτω, τα Γιάννινα από την μια, και την Καστοριά από την άλλη. Οι εμπορικές σχέσεις, οι εμπορικοί δρόμοι και η κίνηση της εποχής, έφταναν εκτός από το φυσικό χώρο της σημερινής Αλβανίας, ακόμα πιο μακριά, στις Βαλκανικές ιστορικές πόλεις, την Κωνσταντινούπολη και τις Ρώσικες μεγαλουπόλεις. Στα χρόνια μας, οι μνήμες του εμφυλίου, τον σφράγισαν ανεξίτηλα κρατώντας μακριά αρκετούς επισκέπτες, παρόλο που δεν ισχύουν σήμερα, οι απαγορεύσεις του παρελθόντος.  Ξέρετε, παλιότερα για να πλησιάσεις τα χωριά του ή τις κορφές του, έστω σαν ορειβάτης, ή φυσιολάτρης, έπρεπε να ζητήσεις την άδεια της ασφαλείας, που με τη σειρά της, σε έστελνε στην 8η Μεραρχία στα Γιάννινα ή την 15η στην Καστοριά (ανάλογα από πού επιθυμούσες να μπεις).

Σήμερα, μετά την κατάρρευση του πρώην κομμουνιστικού καθεστώτος της Αλβανίας, έχει αρκεστεί στον άχαρο ρόλο του ‘’μεθοριακού βουνού’’ καθορίζοντας τα σύνορα με την γειτονική Αλβανία, στέκοντας δυσπρόσιτος ψηλός φύλακας. Μακροπρόθεσμα όμως, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε, (ήδη λειτουργεί στην Μέρτζανη ολοκαίνουργιο τελωνείο) την αποκατάσταση των ιστορικών δεσμών του χώρου με τη γείτονα, και την αναβίωση των παλιών ‘’δρόμων’’ επικοινωνίας και εμπορίου, έστω σε διαφορετική μορφή.

Βλέπετε, στο πέρασμα αυτών των χωριών, ότι οι πόροι κάθε περιοχής ήταν περιορισμένοι. Αυτό ανάγκασε ένα ποσοστό από τον αντρικό πληθυσμό να ασχοληθεί με τεχνικά επαγγέλματα, μάλιστα με ειδικότητες. Οι Πυρσογιαννίτες οι Βουρμπιανίτες και οι Πληκατιώτες γίνονται άριστοι πετράδες, και ασχολούνται με την οικοδομική, οι Χιονιάδες δίνουν άλλον αέρα στην λαϊκή ζωγραφική διακόσμηση, οι Τουρνοβίτες προκόβουν σαν ξυλουργοί - ‘’ταγιαδόροι’’. Τα προσυμφωνημένα, έργα που ‘’έκλειναν’’ οι πρωτομάστορες, καθόριζαν τις ειδικότητες και τη σύνθεση του κάθε μπουλουκιού. Από αυτή την άποψη, ο τρόπος δουλειάς τους μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε, ότι ήταν πρωτοποριακός.

Όμως για όλα, υπάρχει η ακμή και η παρακμή. Με το κλείσιμο των συνόρων το 1913, συνέχισε εντονότερα, η αλλαγή, σε όλα τα δεδομένα. Έτσι, δομή του ‘’μπουλουκιού’’ που διατηρήθηκε για περισσότερο από τέσσερις αιώνες, αλλάζει ριζικά γύρω στο 1930. Άλλαξαν τα ταξίδια άλλαξαν και οι μαστόροι. Τη δεκαετία του ’60, (μέσο κατά κεφαλή εισόδημα 120 US.D έναντι 320 US.D της χώρας, Πηγή: Ιωάννης Έξαρχος – Οικονομικός Προγραμματισμός στην Ήπειρο – Αθήνα 1963), υπάρχουν ακόμα λίγοι που εξακολουθούν να εργάζονται σε παρέες. 

Η γρήγορη εισβολή του τσιμέντου, σαν βασικού υλικού, (γρήγορες και φθηνές κατασκευές), τα καινούργια μηχανήματα για την ξυλογλυπτική κ.α. έδωσαν το τελευταίο ‘’χτύπημα’’ στις τέχνες των μαστόρων. Τα επόμενα είκοσι χρόνια εξαφανίζονται και οι τελευταίοι. Συνοψίζοντας, και απλοποιώντας θα λέγαμε ότι η μορφή των ‘’μπουλουκιών’’ της εποχής εκείνης έχουν φτάσει στις μέρες μας, με τη μορφή των μεγαλοεργολάβων, που αναλαμβάνουν τα πάντα, από τις διαμορφώσεις χώρων, το κτίσιμο, βάψιμο, ακόμα και τη διακόσμηση των χώρων που επιλέγουμε να ζήσουμε, καλώντας κάθε φορά το ‘’συνεργείο’’ που χρειάζεται. Η άλλη άποψη όμως, που είναι η σωστή, λέει, ότι ξεχάσαμε την κατασκευή σε σχέση με τη φύση, τα υλικά, και τη σοφία της λαϊκής αρχιτεκτονικής που ασυναίσθητα τις περισσότερες φορές ονομάζουμε και παραδοσιακή. Και είναι, αφού η σοφία της παράδοσης, διαμορφώθηκε μέσα από τις πραγματικές ανάγκες και σε σχέση πάντα, με τη φύση και τα ‘’υλικά’’ που αυτή έδινε. Τώρα επιλέγουμε διαφορετικά δομικά υλικά, ‘’ξεχωριστά’’ σχέδια ‘’ειδικών’’ για να ζήσουμε, τότε ζούσανε, με βάση τις πραγματικές ανάγκες τους, με λιτότητα, προεκτείνοντας τον χώρο μέσα στη φύση.  

Σήμερα, βλέπουμε όσα από τα έργα τους απόμειναν, με θαυμασμό. Μην ρωτάτε τι γίνονται και πως επισκευάζονται όλα αυτά τα πετρόχτιστα, σπίτια, εκκλησίες, καμπαναριά, κρήνες κ.λ.π. Αν και έχουν περάσει πολλά χρόνια, από την κατασκευή τους, δεν χρειάζονται μεγάλη συντήρηση. Αν χρειαστεί να γίνει κάποια πιο σοβαρή εργασία, τότε αναλαμβάνουν οι πετράδες της Αλβανίας να τα φέρουν βόλτα. Και τα καταφέρνουν καλά, αν προσέξουμε τις επισκευές που έχουν γίνει στα αρχοντικά της Κόνιτσας, των Μαστοροχωρίων, και πιο μακριά, Νυμφαίο, Συράκο, Καλαρρύτες, Χωριά Ασπροποτάμου κ.α. Από το ’89 και μετά όλες οι δουλειές, γίνονται από αυτούς, που απασχολούμενοι μόνιμα ή εποχιακά αποδεικνύονται άξιοι συνεχιστές…..ίσως των Ελλήνων δασκάλων τους.

Χωρίς να το καταλάβετε καλά – καλά, θα φτάσετε στην δστ με το μικρό πέτρινο εικονοστάσι, όπου ο δρόμος, (ανοίχτηκε από το Α΄ Σώμα στρατού) χωρίζει, δεξιά για την Αετομηλίτσα, και αριστερά, ίσως από τον ψηλότερο ‘’δρόμο’’ της επικράτειας, προς το Μνημείο – Ηρώο του Α’ Σώματος στρατού στην κορυφή ‘’Γκέσος’’ (2166 μ.). Η ψυχή πιάνετε, δρασκελίζοντας τους λόφους, όσο ανεβαίνετε, προς το μνημείο, τόσο αγριεύει το τοπίο, και σεις όσο περνά η ώρα, τόσο συνειδητοποιείτε τη θέα και το μεγαλείο των ορεινών όγκων. Αυτά που ξέρετε, μπερδεύονται με αυτά που βλέπετε.

Μπαρουτοκαπνισμένοι λόφοι και αγριολούλουδα. Επικρατούν τα δεύτερα. Οι κοτρόνες, προμαχώνες, του ματωμένου τόπου, σωστά ερείπια, όπως τους πρέπει. Πάνω τους μούσκλια, από την υγρασία και πολλά άνθη, σαν τα λάθη. Σαν στεφάνια στους ανδρείους, και των δύο, γελασμένων πλευρών. 

Σταματήστε στο επιβλητικό Μνημείο των μαχών του ’48 – ’49, και μακάρι να έχετε μαζί σας ένα ζευγάρι κιάλια. Η θέα, ξεφεύγει από τα όρια του εντυπωσιακού καθώς επιβάλλεται με τρόπο πρωτόγνωρο και απόλυτο. Στοιχεία της φύσης. ‘’Υπάρχουν υψηλαί  κορυφαί, εις την ανάβαση των οποίων αποκαλύπτετε η ιστορία, και είναι τότε, ο θρύλος, ο οποίος διηγείται την δόξα των’’, έγραψε, και έχει απόλυτο δίκιο. Λίγο πιο πάνω από το Μνημείο, (υπάρχει σήμανση) ξεκινά το απότομο, χορταριασμένο και σαθρό μονοπάτι, (‘’σκάλα’’ των ντόπιων), δίπλα από τον γκρεμό, που οδηγεί στην κορφή Περήφανο (2442 μ.). Στο πίσω μέρος του μνημείου, έχει μια ‘’κρύπτη’’ που κατεβαίνετε με σκαλοπάτια, και ένα μικρό εκκλησάκι. Ανάψτε το καντηλάκι,….. και κατηφορίστε προς την διασταύρωση που αφήσατε πίσω σας. 

Το εκπληκτικό συγκρότημα του Γράμμου, αργά η γρήγορα, θα ‘’καθαριστεί’’, έστω επιφανειακά, μια που οι μνήμες δεν σβήνουν. Είναι αδύνατον να μείνει άλλο έτσι. Τα μέρη εδώ πάνω, έχουν άλλο αέρα, εντυπωσιάζουν με την τόση ομορφιά τους, και αργά η γρήγορα, θα γίνουν πρότυπο ανάπτυξης για την περιοχή.

Κατηφορίζοντας προς την Αετομηλίτσα, από αυτό το θείο βουνό, συναντάτε παντού αγριολούλουδα, ρυάκια, βότανα, μυριάδες πουλιά, λιμνούλες, ανθισμένο τσάι σιδερίτη, (σαν αυτό που πουλάνε στα παζάρια), χίλιες μυρωδιές, χίλια δώρα της φύσης. Το καλοκαίρι….δεν μπορεί, σ’ αυτούς τους περίφημους βοσκότοπους, θα διασταυρωθείτε, με Αλβανούς βοσκούς, που εγκατεστημένοι, και εξοικειωμένοι πλήρως με τις ελληνικές συνήθειες, λιάζονται αμέριμνοι στον ήλιο, με το ραδιόφωνο στ’ αυτί, με πρόβατα που βόσκουν το ίδιο αμέριμνα ….και με ελληνικούς ποιμενικούς που κυνηγάνε να φάνε, τις ολοκαίνουργιες μπότες σας.

Σε εννιά περίπου χλμ από την δστ, θα μπείτε στον πυρήνα της Αετομηλίτσας, (παλιά Ντένισκο ή Ντέντσ(ι)κο 1430 μ. υψ 71 χλμ από Κ, - 40 χλμ από Π,  - 23 χλμ από Πληκάτι), του βορειότερου μεθοριακού χωριού της μέσα Πατρίδας, (επαρχία Κόνιτσας). Παλιό κεφαλοχώρι, ένα απο τα ψηλότερα κατοικημένα ορεινά βλαχοχώρια της Ελλάδας, μαζί με τη Σαμαρίνα, (1450 μ. υψ.) στα Γρεβενά, το Πισοδέρι Φλώρινας (1420 μ. υψ.) τη Φούρκα, (1360 μ. υψ.) στο Σμόλικα, το Στεφάνι, (1380 μ. υψ) στον Ασπροπόταμο και το Νυμφαίο (1350 μ. υψ.) στη Φλώρινα. Το χωριό, προήλθε από συνένωση οικισμών, που προϋπήρχαν στη περιοχή μέχρι τον 17ο αι. Η ονομασία του, Ντένισκο, ήταν Σλάβικη και σημαίνει προσήλιο. 

Απέχει 61 χλμ από Κόνιτσα (απ’ την κεντρική Ε.Ο.), πρόσβαση όμως υπάρχει, και από Δοτσικό ή τη Σαμαρίνα Γρεβενών (χώμα) μέσω Φούρκας ή Ζούζουλης – Επταχωρίου ή από την Ε.Ο. Κοζάνης - Κόνιτσας. Στην πλατεία του χωριού, υπάρχουν δύο καφενεία από δύο συνονόματους Αποστόληδες. Μετά τον καθαρό αέρα της διαδρομής, θα σας περιποιηθούν αναλόγως. Λουκάνικα και κρεατικά ντόπια είναι μια καλή αρχή. Τσίπουρα επιβάλλονται, αν όχι, δεν σας ψήνουν τίποτα. Ζητήστε τους σε κάθε περίπτωση μανούρι ντόπιο, από τα σπέσιαλ προϊόντα της Αετομηλίτσας. Στο κέντρο σχεδόν του οικισμού, υπάρχει θαυμάσια πετρόχτιστη κρήνη και η καινούργια ντριστέλα, για το πλύσιμο των βαριών μάλλινων κλινοσκεπασμάτων, που εξυπηρετεί σήμερα όλες τις νοικοκυρές. Παλιότερα, στην ευρύτερη περιοχή υπήρχαν πέντε ντριστέλες. 

Από την πλατεία, η θέα κάτω, προς την κοιλάδα, ανοίγει νέους ορίζοντες στο ταξίδι σας. Επιβάλλοντας την ομορφιά της, υπαγορεύει την περαιτέρω γνωριμία με τον τόπο, που δεν είναι, παρά μικρό κομμάτι, μιας άλλοτε ευημερούσας, τοπικής οικονομίας. Ο Gustav Weigand που ταξίδεψε στα βλαχοχώρια (δεν έφτασε εδώ), αναφέρει στο βιβλίο του, που εκδόθηκε το 1895, ότι κατοικούσαν 400 ψυχές. Με δεδομένο ότι οι Τούρκοι έγραφαν μόνο τον αντρικό πληθυσμό, συμπεραίνουμε ότι ήταν τουλάχιστον οι διπλοί, (Οι Αρωμούνοι – Βλάχοι – τομ Α’, Αφοι Κυριακίδη, σελ 322). Επίσης ‘’ ..στην εντελώς βόρεια άκρη της Πίνδου στις πλαγιές του Γράμμου, κοντά στα εθνογραφικά όρια των Ελλήνων, και των Αλβανών, υπάρχουν μερικά βλαχοχώρια. Τα σπουδαιότερα από αυτά είναι η Γράμμοστα (το χωριό Γράμμος) και το Ντένσικο (Αετομηλίτσα), που βρίσκονται έξι ώρες από τη Φούρκα (σ.σ από εκεί πέρναγε η κεντρική οδός, που σύνδεε τη Κόνιτσα με τα Μπιτώλια (Μοναστήρι), (A. Wace – M. Thompson – Οι νομάδες των Βαλκανίων –  πρώτη έκδοση Λονδίνο 1914 – Αφοι Κυριακίδη, σελ 212). ‘’….εδώ εβγαίνουν και αι καλές ούρδες (τυρί ωσάν κεφάλια, παχύτατο) οπού είναι περίφημες, προϊόν σπάνιον, γίνονται εις το χωρίον Δένζικο και χωρίον Γράμοστη βλαχοχώρια, του Πίνδου, πλησίον Κολόνιας…’’. Κοσμά Θεσπρωτού – Αθανασίου Ψαλίδα, Γεωγραφία Αλβανίας και Ηπείρου, Προλεγόμενα και σημειώσεις Αθαν. Χ. Παπαχαρίση, Ιωάννινα 1(1964), 2(2005) 8, 63, και Χ. Γκούτος περιοδικό Κόνιτσα τ.100, (2001) 295. σ.σ. Η ούρδα είναι υπόλειμμα κατεργασίας του γάλακτος, αφού βράσουν το τυρόγαλο. Θυμίζει έντονα κρητική ‘’στάκα’’. Εδώ την βάζουν σε πίτες, την τηγανίζουν με αυγά κ.α. 

Ο πόλεμος, και ύστερα ο εμφύλιος, άφησαν ανεξίτηλα σημάδια. Πριν το ’40 είχε τριακόσια σπίτια, και πολλά κοπάδια από ζώα (λένε για 45.000). Στο πέτρινο παραδοσιακό κτήριο του παλιού σχολείου, που εδώ και χρόνια ήταν κλειστό, αφού έλειψαν τα παιδιά, έγινε το σημερινό ζεστό καταφύγιο – ξενώνας. Πριν τον πόλεμο είχε δέκα δασκάλους, και πεντακόσιους μαθητές!. 

Σήμερα η Αετομηλίτσα έχει με τριακόσιους έξι κατοίκους (’01), και δεκάδες καινούργια ή αναπαλαιωμένα σπίτια. Χαρακτηριστική περίπτωση ημινομαδικού οικισμού, με πενήντα κτηνοτροφικές οικογένειες που συνεχίζουν να μετακινούνται κάθε χειμώνα του Αγίου Δημητρίου, προς τα χειμαδιά της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, επιστρέφοντας κάθε άνοιξη του Αγίου Γεωργίου, στα δροσερά, αλπικά βοσκοτόπια της περιοχής, (60 χιλ στρέμματα), μαζί με δεκαέξι χιλιάδες ζώα. Ο μερικός εκσυγχρονισμός, της παραγωγής και της μετακίνησης (π.χ. τριαξονικά μεταφέρουν τα κοπάδια), έχει μεταβάλει τις σταθερές κάποτε ημερομηνίες, αλλά η παράδοση, παρ’ όλες τις αλλαγές, παραμένει σχεδόν αναλλοίωτη. Έτσι ορίζει, από παλιά η κτηνοτροφία, σε όσους συμμετέχουν σ’ αυτόν στον κυκλικό ρυθμό ζωής, (βλάχοι και Σαρακατσάνοι κατά το πλείστον) βιώνοντας με τον δικό τους τρόπο, το χρόνο και τις εποχές. 

Άλλωστε, δεν έχει υπάρξει κάποια προσπάθεια διεύρυνσης των δυνατοτήτων της περιοχής, όσον αφορά τα σπορ περιπέτειας ή τα νέα πρότυπα και μορφές, βιώσιμης ανάπτυξης, ώστε να αλλάξει κάτι. Πιο σωστά, οι κάτοικοι (οι νεώτεροι τουλάχιστον), δεν είχαν την ευκαιρία να διαλέξουν ανάμεσα στην τουριστική ανάπτυξη και την κτηνοτροφία. Μια προσπάθεια, που έφερε τη δημιουργία του μοντέρνου καταφυγίου, αμέσως βρήκε φανατικούς φίλους, που ανεβαίνουν το καταχείμωνο για πεζοπορία στο Γράμμο. Γιατί όχι, ο Θοδωρής είναι εκεί, φαγητό και ύπνος είναι εξασφαλισμένα, και μελλοντικά, ίσως είναι ένας από τους δρόμους για να αναδειχθεί το μοναδικό φυσικό περιβάλλον, και το χειμώνα.  

Όπως τα περισσότερα βλαχοχώρια, είναι και αυτό, κτισμένο ψηλά, πάνω απ’ τα χίλια μέτρα, σε θέση επιλεγμένη με σοφία, από ανθρώπους που είχαν περίσσευμα από αυτή. Τοποθετημένη στο χαμηλότερο σημείο της αλπικής ζώνης, εξασφαλίζει πλούσια βόσκηση για τα κοπάδια, το καλοκαίρι, που συνεχίζουν με τα παραγόμενα προϊόντα να προσφέρουν πολλά, στις κοινωνίες της Χώρας. Το χειμώνα, τα πολλά νερά και τα χιόνια, πλουτίζουν τον υδροφόρο ορίζοντα, ο οποίος, με τη σειρά του, αναζωογονεί τη φύση, που είναι έτοιμη, φρέσκια το καλοκαίρι, για ακόμα ένα κύκλο ζωής. Ο ημινομαδικός βίος, η σχέση ανθρώπου – ζώου, και ανθρώπου – φύσης, δημιουργεί μέσα από μια σοφή μίξη, έναν ιδιαίτερο ποιμενικό πολιτισμό, με ιδιαίτερες αξίες, οι οποίες έχουν αποτυπωθεί στο χώρο, ξυπνώντας τις μνήμες από παλιότερα χρόνια.

Ο τόπος, ανήκει στο ευρύτερο πλέγμα της αναπαλλοτρίωτης αντίληψης και σχέσεων, που είχαν, και συνεχίζουν να αναπτύσσουν, μέσω των συλλόγων ή των αδελφοτήτων, οι βλάχοι. Οι βλάχοι με τα μεγάλα καραβάνια τους, που έκαναν τρεις και τέσσερις μέρες να ‘’περάσουν’’ απ’ τις στράτες και τα χωριά, τα κοπάδια τους. Οι κυρατζήδες που μετέφεραν με κινδύνους προϊόντα και ανθρώπους, στα πέρατα, των Βαλκανίων. Οι βλάχοι που γέμιζαν τα παζάρια της Κόνιτσας (βιλαέτι Ιωαννίνων) και του Μαυρονόρους (βιλαέτι Μοναστηρίου), με χειροποίητα έργα προβιομηχανικού πολιτισμού, φλοκάτες, βελέντζες, κάπες, υφαντά, κάθε τι, μάλλινο και κάθε τι, τυροκομικό. Οι βλάχοι που με την ιδιότυπη οικονομική στρατηγική τους, γέμισαν την ορεινή Ελλάδα έργα πολιτισμού, λαμπρά κτήρια, βιβλιοθήκες, γεφύρια, εκκλησιές, μοναστήρια, τάματα, χάνια, και τόσα άλλα. Όλα αυτά, αποτελούν ένα σημαντικό κεφάλαιο του λαϊκού πολιτισμού μας, παρουσιάζοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον, βλέποντάς το, σα συνέχεια της φύσης, αφού τα πάντα φτιαχνόντουσαν με τα υλικά της.

Μιας φύσης, που ‘’παίζει’’ θα έλεγε κανείς, με την χιονισμένη ανάσα της Πίνδου, που εδώ, δεν είναι πια ρομαντικό φόντο, δίπλα από γυαλισμένες τζαμαρίες, κοντά στο τζάκι, αλλά παγερή πραγματικότητα. Στο χωριό, υπάρχουν οι εκκλησίες του Αγίου Νικολάου, που καταστράφηκε με τους σεισμούς του ’96. Είναι η παλιότερη της κοινότητας, με άγνωστη ημερομηνία πρώτης θεμελίωσης που ξανακτίστηκε το 2002. Το καινούργιο ξωκλήσι των Αγίων Αποστόλων (1994), προς τιμή φυσικά των αγίων, αλλά και των δεκάδων οικογενειών του χωριού που διαθέτουν Αποστόληδες και το παλιό ξωκλήσι των Ταξιαρχών

Αυτή που ξεχωρίζει στις καρδιές των κατοίκων, η ‘’κεντρική’’ του χωριού, είναι της Παναγίας, που την γιορτάζουν τον δεκαπενταύγουστο με μεγάλο πανηγύρι. Κτίστηκε τον 18ο αι., καταστράφηκε ολοσχερώς τη δεκαετία του ’40 και ξανακτίσθηκε, όπως ήταν, το 1974 με δαπάνες των κατοίκων. Η εικόνα της Παναγίας που διασώθηκε από παλιά απεικονίζει την Παναγία Μελαχρινή, Σουμουλάϊα, όπως την αναφέρουν, στη βλάχικη, οι ντόπιοι. Πρόσφατα, (2003) ολοκληρώθηκε το καμπαναριό και το χαγιάτι με τις επτά καμάρες. Μεγάλο γλέντι, γίνεται και το ‘’τριήμερο της κτηνοτροφίας’’ ή των κτηνοτρόφων που γιορτάζεται το τελευταίο Σαββατοκύριακο του Ιουλίου ή το πρώτο του Αυγούστου. Τότε συγκεντρώνεται κόσμος από όλη την Ελλάδα, αποτελώντας πραγματική ευκαιρία για τον περιηγητή να νοιώσει μουσικές, που δύσκολα θα ακούσει αλλού, επηρεασμένες όπως είναι, από το ‘’αλβανικό’’ στοιχείο και όχι μόνο. Λόγω της θέσης της, αλλά και επειδή οι κάτοικοι πηγαινοέρχονται προς Θεσσαλία και Μακεδονία, η μουσική και τα τραγούδια της Αετομηλίτσας είναι επηρεασμένα απ’ την Ήπειρο, την Αλβανία, τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία. 

Νότια της Αετομηλίτσας είναι ο βράχος ‘’Κιάτρα Ντισικάτα’’, (πέτρα σχισμένη – η παράδοση αναφέρει από σεισμό), δίπλα στο ‘’άσπρο ποτάμι’’, παραπόταμο του Σαραντάπορου. Στις δασωμένες πλαγιές των βουνών, ανοίγονται διαδρομές προς το Γράμμο ή Γράμμουστα (το χωριό), κυρίως από τις ‘’Αρένες’’ και τη ‘’Τρακοσάρα’’ (χώμα) ή από τη Χρυσή, (άσφαλτος), ακόμα και προς το δύσκολο Σμόλικα, (17 χλμ απέχει η Ε. Ο.), με κατεύθυνση Φούρκα. Και από εδώ ξεκινά μονοπάτι6, με σήμανση, η οποία ενδιάμεσα χωρίζεται και κατευθύνεται προς τη Γράμμουστα, του οποίου οι κάτοικοι έχουν ακριβώς την ίδια προέλευση αλλά και ιστορική διαδρομή με τους Αετομηλιτσιώτες, ή προς τη κορφή 2520, προς τον αυχένα ‘’Κιάφα’’, (Διάσελο στα Αρβανίτικα), ανάμεσα στις κορφές Κιάφα (2398 μ) και Περήφανο (2442 μ) σε 2ω30’. 

Αν το χειμώνα οι χιονισμένες βουνοκορφές, είναι για αθλήματα περιπέτειας ή για 4Χ4, το καλοκαίρι, είναι ιδανικό για ατελείωτες βόλτες. Περίπου τρία χλμ από το χωριό, (άσφαλτος), προς την Ε.Ο., αριστερά σας η πρώτη δστ, φεύγει μες το δάσος χωματόδρομος πλέον, (υπάρχει μία διχάλα που βγαίνει πάλι στον ‘’κεντρικό’’, με την ίδια κατεύθυνση), που πάει προς τα αλπικά λιβάδια του Γράμμου στην ισοϋψή των 2000 μ, περνά χαμηλότερα από την κορυφή ‘’Κανελοπούλου’’ (2171 μ), και σταματά μετά από 17 - 18 χλμ στη ‘’Στάνη Λάμπρη’’. Από εδώ συνεχίζει, μονοπάτι πλέον που φτάνει στο ‘’Λιανοτόπι’’, όπου υπήρχε, μέσα σε σπηλιά, το νοσοκομείο του Δημοκρατικού Στρατού, καθώς και το πεδίο βολής. Υπάρχει αίτημα της κοινότητας Αετομηλίτσας να ανοιχθεί ο δρόμος, λίγο ακόμα, και να φτάσει στο χωριό Γράμμος. Αν γίνει κάτι τέτοιο η διαδρομή συντομεύει πάρα πολύ. Επίσης, θα γίνει εκ νέου χάραξη, και σήμανση, στα έξι μονοπάτια που ξεκινούν από το χωριό, συνδέοντάς το με το ορεινό συγκρότημα του Γράμμου και με όλες τις γύρω περιοχές.

Λίγο πιο κάτω από την πρώτη δστ, υπάρχει δεύτερη δστ (+/- 200 μ, διαφορά), που φεύγει πάλι ‘’περίεργος’’ χωματόδρομος, προς την τοποθεσία ‘’Κιάτρα Μούκα’’, (πέτρα του Μούκα – σκοτώθηκε, λέει η παράδοση, κάποιος Τούρκος ονόματι Μούκας). Εδώ, ήταν η έδρα του Δημοκρατικού Στρατού, και της κυβέρνησης του βουνού με το στρατηγείο του Μάρκου Βαφειάδη, στον εμφύλιο. Ο δρόμος περνάει από κάτω, και συνεχίζει προς ‘’Αρένες’’ (λιμνούλα – μία από τις τρεις του Γράμμου) και ‘’Τρακοσάρα’’ (πηγή). Από εκεί, όλος ο Γράμμος είναι ‘’δικός σας’’……...

Στο καταφύγιο της Αετομηλίτσας, (από εκεί, κάτω στο ρέμα της Αετομηλίτσας, φαίνονται οι Άγιοι Ταξιάρχες), θα πιείτε το δροσερό σας καφέ το καλοκαίρι, ενώ το χειμώνα, αφού τηλεφωνήσετε, θα σας περιμένει το τζάκι ‘’με μια θράκα, που ψήνει και αρνί’’, όπως λέει ο Θοδωρής, που έχει τα κλειδιά του παραδείσου, και ψήνει κιόλας. 

Ευχαριστώ τον Γ. Παπανώτη και τον Χ. Νιτσιάκο για τις παρατηρήσεις και τις προτάσεις που έκαναν για αυτό το άρθρο.

ΔΙΑΔΡΟΜΗ - Πληκάτι Αετομηλίτσα

Μηδενίστε στο Πληκάτι, 

1) 1ο χλμ δστ δεξιά Νερόμυλος – αριστερά λιβάδια & στάνες,

2) 2ο χλμ δστ δεξιά Γοργοπόταμος - αριστερά μνημείο

3) 5,6    δστ δεξιά ;; ευθεία εσείς

4) 8,6    δστ δεξιά πιθανά Αετομηλίτσα; - αριστερά μνημείο (υπάρχει μπλε βέλος & σημάδι Π.Μ. (Προς Μνημείο)

5) 8,8    δστ δεξιά μνημείο και μπλε βέλος, αριστερά δρόμος προς στάνες

6) 11,7  δστ δεξιά;; αριστερά μνημείο

7) 13,4  δστ δεξιά Αετομηλίτσα - αριστερά μνημείο

8) 15,8  Μνημείο

Γυρίστε πάλι στην δστ που αφήσατε για να ανεβείτε στο μνημείο και μηδενίστε

1) 2,6    δστ δεξιά Αετομηλίτσα - αριστερά σε 2 χλμ σταματάει,

2) 6,2    δστ δεξιά;; (μάλλον είναι η κατάληξη της δστ Νο4) αριστερά Αετομηλίτσα

3) 7,8    δεξιά άλογα και στάνη, αριστερά Αετομηλίτσα, ξύλινη πεζογέφυρα, επικίνδυνο ποτάμι

4) 9,7    δεξιά Αετομηλίτσα, αριστερά δρόμος για σπίτια – στάνες

5) 10,8 Αετομηλίτσα

Σημειώσεις:

(1) Μοσχόπολη (Voscopoja - Βοσκόπολη): (1330 - ίδρυση, 1769 1η καταστροφή, 1792 2η καταστροφή, 1916 3η καταστροφή – 1930) η οποία από κτηνοτροφικό βλαχοχώρι το 1684, εξελίχθηκε (18ος αι) σε πνευματικό, εμπορικό και βιοτεχνικό κέντρο της τάξης των εξήντα χιλιάδων κατοίκων (12.000 οικογένειες) και δεκατεσσάρων συντεχνιών. Μια μεγάλη πόλη, σε ένα ανεπτυγμένο πνευματικά, αστικό περιβάλλον, ένα αυτόφωτο αστέρι που φώτισε και επηρέασε όλες τις μεγάλες πόλεις της εποχής. Η οικονομική ευμάρεια των αποδήμων Μοσχοπολιτών (η οικογένεια Σίνα είχε καταγωγή από τη Μοσχόπολη) στην Βενετία, Βιέννη, Ουγγαρία, Οδησσό και τις Παραδουνάβιες ηγεμονίες έφερε σχολές, (‘’Νέα Ακαδημία’’) το δεύτερο τυπογραφείο στον ελληνικό χώρο, (μέχρι τότε είχε μόνο η Κωνσταντινούπολη) επιβλητικούς ναούς, με αξιόλογες τοιχογραφίες κ.λ.π.

(2) Αρβανίτικη: Χρήστος Γεωργίου (Κίτσος Γιαγγιώργος) ‘’Μπελκαμένη’’ εκατό χρόνια ζωή, εκδόσεις Διογένης Αθήνα 2000, σελ 22. Αρβανίτικη ή Αλβανική που αναφέρεται, αφορά δίγλωσσους Έλληνες Βορειοηπειρώτες.

(3) Μπελκαμένη: Στην ‘’Ιστορία του Πλικάτι’’ με ποίημα του παπά – Χριστόφορου Νεγοβάνη, αναφέρεται (σελ 7) ότι έφυγαν το 1824. Έφυγαν άραγε για να ιδρύσουν την Μπελκαμένη; Η βιβλιογραφία της σημερινής Δροσοπηγής αναφέρει ότι, τα πρώτα τζάκια άναψαν το 1844, άρα είναι πιο κοντά στην αλήθεια ότι έφυγαν το 1841.

(4 )Αγίου Αθανασίου: Η τοπική παράδοση αναφέρει ότι η εκκλησία, χτίστηκε πάρα πολύ παλιά (900) και ότι η χρονολόγηση αυτή, βρίσκεται σε πινακίδα; εντός του Ναού, (χτισμένη όμως), στον γυναικωνίτη. Φαντάζει, και είναι απίστευτο, όπως ότι το χωριό υπάρχει από το 1000, από κάποιους Βησανέους; που προέρχονται από τη Μάνη.

(5) Πρόσβαση: (Αν δεν έχετε καλό χάρτη μην αποπειραθείτε την προσέγγιση). Στην κορυφή (2520 μ) υπάρχει ένα γκρεμισμένο, εκκλησάκι; Η θέα από εκεί πάνω είναι καταπληκτική σε όλη τη επονομαζόμενη και ‘’Λάκκα Σαραντάπορου’’, αποζημιώνοντας, ειδικά την τελευταία προσπάθεια, από εκεί που σβήνει το μονοπάτι, και ανηφορίζει στο σαθρό έδαφος. Προς τα βορειοδυτικά, φαίνονται οι ομαλές πλαγιές που καταλήγουν μέσα στην Αλβανία, Βορειοανατολικά το χωριό Γράμμος, από εκεί που πηγάζει ο Αλιάκμονας, Νοτιοδυτικά με τη ματιά σας στο Πωγώνι η Νεμέρτσικα ή Ντούσκο, η αρχαία Μερόπη, ένα μεγαλόπρεπο βουνό με τις κορφές του στην Αλβανία. Η Κιάφα (2393 μ.) ο Σούφλικας (2146 μ.), η Πάνω (2192 μ.) και Κάτω Αρένα (2075 μ.).

(6) Μονοπάτι: (Αν δεν έχετε καλό χάρτη μην αποπειραθείτε την προσέγγιση αν και υπάρχει σήμανση). Από ‘’Κιάφα’’ το μονοπάτι έχει δυτική κατεύθυνση. Μετά από 30’ συναντά δρόμο, που έρχεται από την κορυφή Γκέσος (2166 μ), περνά το Περήφανο (2442 μ.), τις δυτικές πλαγιές στα 2300 μ. Βαδίζοντας άλλα 45’ πάνω στο δρόμο συναντάτε τη βρύση με ντεκόρ μια κάνη από οπλοπολυβόλο (αν υπάρχει ακόμα). Από εδώ το μονοπάτι ανηφορίζει προς την κορυφή 2381 μ. όπου μια σειρά πολυβολεία και βοηθητικά κτίσματα χάσκουν στο πέρασμα του χρόνου, για να καταλήξει στην ψηλότερη κορφή 2520.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης:  26550

ΔΙΑΜΟΝΗ: www.mastorohoria.gr www.konitsa.gr Ξενώνας στο Πληκάτι Λάζαρος Θεολόγου 31414. Αετομηλίτσα: Στο καταφύγιο με τζάκι 24 + 12 άτομα, και στον σύντομα προστιθέμενο ξενώνα. Και για τα δύο υπεύθυνος ο Θοδωρής Φερφέλης 6974389788, 31345. Αν έρθετε ή φεύγετε προς Αετομηλίτσα από Επταχώρι βολεύει και ο ξενώνας στο Κεφαλοχώρι Φασούλης Δημήτριος 81481 πριν την Δστ για Λυκόρραχη. Καταφύγιο το ‘’Μιτσικέλι’’ του Ε.Ο.Σ. Ιωαννίνων στα 1400 μ. Χωρητικότητα 28 άτομα, Ξυλόσομπα, Τζάκι, κουζίνα, υδροδότηση. Ορειβατικός Ιωαννίνων καθημερινά 19:00 – 21:00 Καννής Λευτέρης 2651022138. Καταφύγιο στην ‘’Γκαμήλα’’ (Πάπιγκο) ανήκει στην Ομοσπονδία, διαχειριστής Ροκκάς Γιώργος 2651046818, 6973223100.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Ανάλογα την εποχή που θα πάτε. Άνοιξη και φθινόπωρο δεν υπάρχει πρόβλημα όπου και να ‘’στήσετε’’. Στους Χιονιάδες στην εκκλησία ή στο Πληκάτι κάτω στον Νερόμυλο. Σε κάθε περίπτωση ρωτήστε πρώτα, μια που η περιοχή ελέγχετε αυστηρά από την αστυνομία και τους συνοριοφύλακες λόγω λαθρομεταναστών. Μην αφήσετε σκουπίδια.

ΦΑΓΗΤΟ: Στην κεντρική πλατεία στο Πληκάτι όλα τα καλά της ώρας και νόστιμοι τσιπουρομεζέδες (το τσίπουρο είναι χωρίς γλυκάνισο), Βρόϊκος Βασίλης 31419 (σημείωση: 9/3/07 ο Μπασγιουράκης αναφέρει κάποιον Βασίλη Νάτση και τη γυναίκα του Φιλαρέτα). Νόστιμα ντόπια κρεατικά και λουκάνικο στα κάρβουνα στα καφενεία – ταβέρνες, στην πλατεία της Αετομηλίτσας, Νιτσιάκος Απόστολος 31056, Καϊμακάμης Απόστολος 31036, (Μάιος – Σεπτ), Καταφύγιο Αετομηλίτσας Θοδωρής Φερφέλης 6974389788, 31345.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Κόνιτσας: 22191, Δήμος Μαστοροχωρίων: 31269, 31111, Fax: 31112, Κοινότητα Αετομηλίτσας 31063, το Χειμώνα 2410622061, Αστυνομία: Κόνιτσας 22202, Πυρσόγιαννη 31216, Συνοριακή φύλαξη 31100, Α’ Βοήθειες Κόνιτσας 23111, Πυρσόγιαννης23111, 22222, Βούρμπιανης 31330.

ΧΡΗΣΙΜΑ: Ορειβατικός Σύλλογος Κόνιτσας 22464, Δασαρχείο 22498, Καταφύγιο στην Αετομηλίτσα 6974389788, Συνεργεία: Τούσιας Θωμάς 1ο χλμ, Ε.Ο. Κόνιτσας – Κοζάνης 22904, Ζώτος Νικόλαος 22910. Βουλκανιζατέρ: Αντωνίου Ευάγγελος, Κιλελέρ 1, 23081, Βαγενάς Σωτήρης 22818, Ντελής Σπύρος 22939. Τα συνεργεία & τα βουλκανιζατέρ που εντοπίσθηκαν είναι για αυτοκίνητα. 

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Στην Κόνιτσα όλες οι εταιρείες και στο Επταχώρι BP.

ΧΑΡΤΕΣ: Πλαστικοποιημένοι χάρτες ανά νομό που χωρούν στο tang Bag. Αγοράστε τον χάρτη Νο 20 ‘’Νομός Ιωαννίνων’’ & Νο 18 ‘’Νομός Θεσπρωτίας εκδόσεις  ‘’Ελλάδα’’ Κολοκοτρώνη 11 Αθήνα 2103222573, 3225241, Βενιζέλου 3 Θεσσαλονίκη 2310223063. Ο Ε.Ο.Τ. έχει βγάλει, (με την συνεργασία του Ε.Ο.Σ. Αχαρνών), 12 χάρτες για την οροσειρά της Πίνδου. Μεταξύ αυτών, είναι δύο που ενδιαφέρουν, ο Σμόλικας και ο Γράμμος σε κλίμακα 1:50.000. Αν δεν βρείτε εκεί (στον Ε.Ο.Τ. ή στον Ε.Ο.Σ. Αχαρνών) δεν υπάρχει άλλη λύση, Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, Πεδίον Άρεως 2108842811 άλλαξε 8206632 κέντρο 8206600. Αγοράστε 2 φύλλα 1:250.000 (1:50.000 δεν δίνουν εκτός και αν ζητηθούν από δημόσια υπηρεσία), Κοζάνη, Ιωάννινα.

ΒΙΒΛΙΑ: Ένα σωρό λαογραφικά στοιχεία για την Αετομηλίτσα θα βρείτε στο ομώνυμο βιβλίο του Βασίλη Νιτσιάκου, έκδοσης του Πολιτιστικού συλλόγου του χωριού. Υπάρχει στο βιβλιοπωλείο ‘’Σκάλα’’ στη Λάρισα 2410624352. Ήπειρος της Εκδοτικής Αθηνών, Σύγχρονη Πολιτιστική Γεωγραφία Νομού Ιωαννίνων, έκδοση Νομαρχίας Ιωαννίνων, Φύση και έργα ανθρώπων, έκδοση Κέντρου περιβαλλοντικής εκπαίδευσης Κόνιτσας.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: ΛΕ.ΜΙ. (Λέσχη Μοτοσυκλετιστών Ιωαννίνων) Ανεξαρτησίας 130, Γιάννινα τηλ Fax: 2651048501, http://lemimoto.freeshell.org  Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax: 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για ΗΠΕΙΡΟ – ΜΑΣΤΟΡΟΧΩΡΙΑ και  ΗΠΕΙΡΟ – ΠΛΗΚΑΤΙ - ΑΕΤΟΜΗΛΙΤΣΑ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Ιωακείμ Μαρτινιανού (Μαρτιάνου) / Μοσχόπολις / Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών / Θεσσαλονίκη 1957
  • Ιωάννου Έξαρχου / Οικονομικός Προγραμματισμός εις τον Ηπειρώτικον Χώρον / Η.Ε.Α. Αθήνα 1963
  • Κίτσος Α. Μακρής / χιονιαδίτες ζωγράφοι / εκδόσεις Μέλισσα / Αθήνα 1981
  • Παύλος Τάττης / Η θαυματουργή εικόνα της Πληκατιώτισσας / Ιωάννινα 1981
  • Σ. Δαμιανάκος – Ε. Ζακοπούλου – Χ. Κασίμης – Β. Νιτσιάκος / Εξουσία, Εργασία και Μνήμη σε τρία χωριά της Ηπείρου / εκδόσεις Πλέθρον Αθήνα 1997
  • Νιτσιάκου / Αράπογλου / Καρανάτση / Σύγχρονη Πολιτιστική Γεωγραφία Ν. Ιωαννίνων / Νομαρχία Ιωαννίνων 1998
  • Χ. Κασίμης – Λ. Λουλούδης / Συλλογική εργασία - έρευνα ‘’η Ελληνική Αγροτική Κοινωνία στο τέλος του Εικοστού Αιώνα’’ / εκδόσεις Πλέθρον Αθήνα 1999
  • Φύση και έργα ανθρώπων / Κέντρο περιβαλλοντικής εκπαίδευσης Κόνιτσας / Κόνιτσα 2001
  • Βασίλης Νιτσιάκος / Αετομηλίτσα / Πολιτιστικός Σύλλογος Αετομηλίτσας / Γιάννινα 2003
  • Κώστας Σκούρτης / Ξυλόγλυπτες και Ζωγραφιστές Κασέλες από τους Χιονιάδες της Ηπείρου / Νομ. Αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων – Δήμος Μαστοροχωρίων / Αθήνα 2003

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Χρυσηίς Τσερώνη / Στόχος ο Γράμμος / περιοδικό Κορφές Τ115 Σεπτ – Οκτ 1995
  • Γιούλα Δρόλαπα / Με Αφορμή τον Γράμμο / περιοδικό Κορφές Τ127 Σεπτ – Οκτ 1997
  • Κώστας Τζιβελέκας / Γράμμος / περιοδικό ΓΕΩ Τ23 Σεπτέμβριος 2000
  • Γιώργος Δ. Τσίτσος / Παναγία Πληκατιώτισσα / περιοδικό Κόνιτσα Τ103 Μάρτιος – Απρίλιος 2002
  • ‘’εκ Χιονιάδων’’ / Περιοδική Πολιτιστική Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Χιονιαδιτών σε συνεργασία με την αδελφότητα Χιονιαδιτών ‘’ο Άγιος Αθανάσιος’’.
  • Αφιέρωμα στην Ήπειρο / Γεωγραφίες Τ5 εκδόσεις Εξάντας Καλοκαίρι 2003
  • Χάρη Δ. Σωτηρίου / Ηπειρώτες Αγωνιστές / περιοδικό Κόνιτσα Τ109 Μάρτιος – Απρίλιος 2003
  • Σωκράτη Οικονόμου / Αναμνήσεις από το Γοργοπόταμο / περιοδικό Κόνιτσα Τ109 Μάρτιος – Απρίλιος 2003
  • Χάρη Δ. Σωτηρίου / Ηπειρώτες Αγωνιστές / περιοδικό Κόνιτσα Τ110 Μάιος – Ιούνιος 2003
  • Βασίλης Νιτσιάκος / Οι Ορεινές Κοινότητες της Βόρεια Πίνδου / εκδόσεις Πλέθρον Αθήνα 1995
  • Ήπειρος / Εκδοτική Αθηνών / Αθήνα 1997

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Σωτήρης Γοργογέτας / Οδοιπορικό στο Γράμμο και τα μαστοροχώρια / σειρά 19 άρθρων στην εφημερίδα ‘’Πρωινός Λόγος’’ Τρικάλων από 2/3/99 – έως 23/3/99

 ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (4039 λέξεις)

ΓΡΕΒΕΝΑ – ΑΓ. ΚΟΣΜΑΣ – ΚΑΛΛΟΝΗ (1ο άρθρο από 2)

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Φεβρουάριος 2003

Στα Μαστοροχώρια των Γρεβενών

Εκεί που οι απολήξεις του Βοίου, συναντούν το δυτικό τμήμα του νομού Γρεβενών, πλησιάζοντας προς το όριο με τον νομό Κοζάνης, βρίσκονται φωλιασμένα, τα σχεδόν άγνωστα Μαστοροχώρια του Βοΐου

Οι περισσότεροι ταξιδιώτες στο άκουσμα τους, νομίζουν ότι πρόκειται περί λάθους, αφού η μνήμη τους οδηγεί, προς τα ομώνυμα χωριά της Ηπείρου. Ολόκληρη η περιοχή αποτελεί ξάφνιασμα για τον επισκέπτη. Όμως αυτές οι εκπλήξεις είναι, που κάνουν τα Γρεβενά, και την ευρύτερη ορεινή περιοχή της Βόρειας Πίνδου, αγαπητή στους περιηγητές, που συνεχώς ανακαλύπτουν νέα τμήματα, συναρπαστικές διαδρομές, μιας άγνωστης Ελληνικής ενδοχώρας.

Στις αρχές του 19ου αι. στα χωριά του νοτιοανατολικού τμήματος του Βοίου, οι χτίστες, που μέχρι τότε εξυπηρετούσαν τοπικές ανάγκες ανοικοδόμησης, συγκρότησαν τα πρώτα μπουλούκια – ισνάφια μαστόρων με διάφορες, εξειδικευμένες κατά περίπτωση ειδικότητες, όπως θα δούμε πιο κάτω, που μετακινούνταν σε διάφορες περιοχές. Χρησιμοποιώντας την πέτρα που αφθονούσε στα βουνά της Πίνδου, ύψωσαν σπίτια, εκκλησίες, και λαμπρά δημόσια κτήρια. Για τα δυτικότερα χωριά, Δασύλλιο, Τρίκορφο, Καλλονή, Άγιο Κοσμά, όπου τα φτωχά εδάφη δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν το σιτάρι, και οι ρεματιές δεν ευνοούσαν την κτηνοτροφία, η μαστορική, ήταν και για αυτούς, η μόνη διέξοδος επιβίωσης. Οι οικοδομικές συντεχνίες που δημιουργήθηκαν εκείνη την εποχή, έδωσαν ώθηση στην οικονομία και τον πολιτισμό ολοκλήρου του τόπου. 

Χαρακτηριστικά της τέχνης τους, είναι τα μεγάλα τετράγωνα σπίτια που, πληθωρικά, τα συναντάτε σε όλη την περιοχή. Οι έως τότε άσημοι αγρότες έμελλε να επιδοθούν με μεγάλη επιτυχία στην οικοδομική, έγιναν ξακουστοί ως τεχνίτες της πέτρας, και τα χωριά που κατοικούσαν, πέρασαν στην ιστορία σαν Μαστοροχώρια.

Δύο, από τις τρεις κύριες εισόδους για να φτάσετε στα μαστοροχώρια, είναι πάνω στην Εθνική οδό που συνδέει, την Κόνιτσα με τα Γρεβενά περνώντας μέσα από εκπληκτικά τοπία, διασχίζοντας μεγάλα δάση πάνω στις κυματιστές ράχες του Βοίου. Ο Πεντάλοφος, και βορειότερα το Τσοτύλι, τα δύο παλιά ιστορικά κεφαλοχώρια, είναι οι είσοδοι στον ορεινό χώρο, αποτελώντας ταυτόχρονα τα κέντρα που παλιότερα είχαν τις μεγαλύτερες σχέσεις, και συναλλαγές με τα μαστοροχώρια. 

Η ‘’κλασσική’’ όμως διαδρομή φεύγει από την πόλη των Γρεβενών, ακολουθώντας τον δρόμο προς τα χωριά Οροπέδιο, Λείψι, Εκκλησιές χαρακτηριστικούς οικισμούς με πολλά πέτρινα σπίτια. Πιο μακρινή, αλλά πολύ πιο γραφική είναι η διαδρομή που προσεγγίζει τα χωριά από το Μεγάλο Σειρήνι, προς τις Αμυγδαλιές και τα Αηδόνια1. Εκεί, ο δρόμος διακλαδώνεται, και εσείς πάτε αριστερά προς Κυδωνιές, Αγ. Κοσμά, Κυπαρίσσι, Τρίκορφο, Καλλονή στην ενδοχώρα του Βοίου στα βόρεια ‘’σύνορα’’ του νομού.  Τα προαναφερθέντα φροντισμένα χωριά μαζί με το Δασύλλιο, Καλλονή, Εκκλησιές, Λείψι, Δασάκι, Κριθαράκια, Κληματάκι, Κριμίνι, Δίλοφο, αποτελούν μια ενιαία ενότητα με ίδια ήθη και έθιμα αλλά κυρίως ασχολίες, με άφθονα δείγματα της μαστορικής τέχνης του Βοίου. 

Οι κάτοικοι των πρώτων οικισμών μοίραζαν με κόπο το ενδιαφέρον τους, ανάμεσα στην γεωργία και την κτηνοτροφία. Αν η γεωργία ήταν περιορισμένη, εξ’ αιτίας του ορεινού εδάφους, δεν συνέβαινε το ίδιο με την κτηνοτροφία, που αναπτύχθηκε σημαντικά, όταν τον 18 αι. οι οικισμοί μεγάλωσαν, και έγιναν κεφαλοχώρια. Αρκετοί τσελιγκάδες έγιναν πολλοί πλούσιοι, από τα τυριά και κυρίως το μαλλί. Είναι γνωστό, ότι τον 17ο - 18ο αι. τα Γρεβενιώτικα καραβάνια διέσχιζαν τα χιονισμένα βουνά για να μεταφέρουν στην Ευρώπη τα πλεονάσματα σε μαλλί, δέρματα, και υφαντά.

Τότε άνθισε και το επάγγελμα των κυρατζήδων. Αυτοί ταξίδευαν τέσσερις φορές το χρόνο από τα χωριά τους στην Πόλη, και αλλού, μεταφέροντας εκτός των εμπορευμάτων, γράμματα, και χρήματα με το σύστημα της ‘’πόλτσας’’2. Το εμπόριο μαλλιών, γινόταν στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία, τόσο από ξένους αντιπροσώπους, όσο και από Έλληνες. Τα μαλλιά συγκεντρώνονταν στη Θεσσαλονίκη και από εκεί μετακομίζονταν, με καραβάνια, προς της χώρες της Ευρώπης, και με πλοία κυρίως προς τη Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία.

Η επανάσταση του Διονυσίου Σκυλόσοφου, το 1611, είχε σαν αποτέλεσμα, φοβερούς διωγμούς Ηπειρωτών από τους Τουρκαλβανούς. Το κύμα μετακίνησης που έγινε από την Ήπειρο, προς τα ανατολικά σε όλη τη διάρκεια του 17ου έως τον 18ο Αι, (με τα Ορλωφικά εγκαταστάθηκαν και Πελοποννήσιοι) ενίσχυσε σημαντικά τον πληθυσμό, που στρέφεται στα επαγγέλματα που συνδέονται με την οικοδομική. Στις αρχές του 20ουαι, ο πληθυσμός τονώθηκε ακόμη μια φορά από τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Οι νέοι κάτοικοι έφεραν μαζί τους νεωτερισμούς, γνώσεις, και με την εμπειρία τους ανανέωσαν τις καλλιεργητικές μεθόδους που εφαρμόζονταν χρόνια στην περιοχή. Η παραγωγή αυξήθηκε και τα χωριά μεγάλωναν. Από κει και μετά, ασκούσαν παραδοσιακά το επάγγελμα του κτίστη δημιουργώντας, και αυτοί, όπως και οι Ηπειρώτες, οργανωμένα περιπλανώμενα μαστορικά μπουλούκια, τα περίφημα ισνάφια των κουδαραίων ή καλφάδων. 

Το κάθε ισνάφι αποτελούνταν από κτίστες, μαραγκούς, πελεκάνους, ξυλογλύπτες, μαρμαρογλύπτες, ζωγράφους, τσιράκια. Με τον καταμερισμό της δουλειάς, γινόταν το έργο γρήγορα και συντονισμένα από τον αρχηγό του ισναφιού, το πρωτομάστορα. Η περιοχή του Βοίου, είναι η σημαντικότερη κοιτίδα μαστόρων της Μακεδονίας, και οι κτίστες αυτοί, όπως και οι Ηπειρώτες, ξενιτευόταν χρόνια ολόκληρα στις μεγάλες πολιτείες της Ανατολικής Ρωμυλίας, της Μικράς Ασίας, την Ανατολή όπως την έλεγαν, φτάνοντας στα πέρατα της Καππαδοκίας. Πέρασαν τον Τίγρη και τον Ευφράτη, κι έφτασαν πέρα από την Τεχεράνη, βαθιά στην Περσία, ανεγείροντας όλων των ειδών τα κτήρια, δημόσια και ιδιωτικά, σπίτια, εκκλησίες και γεφύρια. Αργότερα με την τέχνη τους κατέκτησαν την Αμερική, τον Καναδά, και την απόμακρη Αυστραλία. 

Τις βαλκανικές χώρες τις θεωρούσαν γειτονικές, Σερβία, Ρουμανία, Ουγγαρία, Αυστρία κ.λ.π. Αυτοί όμως που έκτιζαν, στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες ή στην Κωνσταντινούπολη και το Άγιο Όρος είδαν και υιοθέτησαν νέους τρόπους, νέα σχέδια, νέα θέματα ζωγραφικών παραστάσεων, δηλαδή όλες τις νέες Ευρωπαϊκές τάσεις. Σήμερα, όλα αυτά τα χωριά διασώζουν δεκάδες τέτοια κτίσματα και λεπτομέρειες, π.χ. το τέμπλο του Αγίου Ευσταθίου στο Κριμίνι, με εξαιρετικά λεπτοδουλεμένες ελισσόμενες γιρλάντες, ενώ πολλά από τα έργα τους, έχουν ακόμα τις λιθανάγλυφες χρονολογήσεις του ιδιοκτήτη ή του πρωτομάστορα.

Οι νομάδες κτηνοτρόφοι στο μεταξύ, εξακολουθούσαν στο αέναο πέρασμα του χρόνου, να μετακινούν τα κοπάδια τους από την Θεσσαλία στον ορεινό όγκο της βόρειας Πίνδου από τα αρχέγονα μονοπάτια. Από τα μονοπάτια αυτά,  περνώντας από τη γέφυρα του ποταμού Βενέτικου, κατηφόρισαν τα μπουλούκια των μαστόρων, πηγαίνοντας στις οικοδομές του θεσσαλικού κάμπου.

Από το μεσοπόλεμο, μέχρι τον Β’ Π. Π. η περιοχή άνθησε, και ο πληθυσμός έφτασε στα ανώτερα επίπεδα από ποτέ. Τα ορεινά Γρεβενά ανοικοδομήθηκαν με την εισροή χρημάτων από τους μαστόρους, τα μπουλούκια και τους πρώτους μετανάστες. Η τελευταία αναλαμπή ήρθε μετά την λήξη του πολέμου. Τότε προέκυψε ο εμφύλιος, και τα πάντα κατέρρευσαν. Αργότερα η αστικοποίηση και κυρίως το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα ερήμωσαν κυριολεκτικά την περιοχή. 

Στις μέρες μας, έχοντας πια συνηθίσει να κοιτάμε τα ένδοξα, ξεχασμένα και παραμελημένα ερείπια, όπως τα περισσότερα ορεινά μέρη της χώρας μας, τα πλάνα του περιηγητή γεμίζουν από εγκατάλειψη και η ψυχή από παράξενα συναισθήματα. Τα χωριά, συνεχίζουν να περιμένουν το στοργικό χέρι της πολιτείας για κάποιο έργο, κάποια σπίθα ζωής και ανάπτυξης, ώστε να αποφύγουν τον επερχόμενο θάνατο. Όμως, είναι βέβαιο ότι κάτι τέτοιο δεν θα γίνει, όχι τουλάχιστον στην μορφή που οι κάτοικοι περιμένουν και σίγουρα όχι, αυτές τις εποχές της σπάταλης διαχείρισης και των υπερβολικών εργολαβικών χρεώσεων. Πού θα βγει; ίσως το δούμε κι εμείς, η επόμενη γενιά όμως θα το ζήσει σίγουρα. 

Με την καινούργια διοικητική μεταβολή, τα περισσότερα Γρεβενιώτικα Μαστοροχώρια που αναφέραμε, υπάγονται στον Δήμο Αγίου Κοσμά Αιτωλού με έδρα το ηλιόλουστο Μέγαρο, (παλιά Ροδοσίνιστα σε 950 μ. Υ) και έχουν μόλις χίλιους οκτακόσιους κατοίκους. Ο Άγιος Κοσμάς, (παλιό Τσιράκι στα 950 μ Υ) ήταν, μαζί με την Καλλονή, το σπουδαιότερο μαστοροχώρι της περιοχής, με τους κατοίκους του, να διατρέχουν την Ελλάδα φτάνοντας στη Θεσσαλία, τη Ρούμελη και το Μοριά. Ακόμα και σήμερα, τα πετρόχτιστα σπίτια του, αποπνέουν έναν αρχοντικό αέρα, φωτίζοντας με μαεστρία το φόντο της εποχής, πλέκοντας γοητευτικά σενάρια και αναπαριστώντας την καθημερινή ζωή. Πήρε το νεότερο όνομά του από τον Πατροκοσμά που επισκέφθηκε και δίδαξε και σε αυτά τα μέρη. Μάλιστα στο  Μέγαρο περαστικός καθώς ήταν, είπε στους κατοίκους: ‘’Κάμετε υπομονή, γιατί σε λίγα χρόνια θα γίνει ρωμέϊκο, και θα ανάψει μεγάλη πυρκαγιά από την Αυλώνα, προφητεύοντας την απελευθέρωση από τους Τούρκους.

Από τον Άγιο Κοσμά καταγόταν, ο περίφημος λαϊκός αρχιτέκτονας και λιθογλύπτης (έπαιζε και βιολί) Γιώργος Λάζος, (1867 – 1933) περισσότερο γνωστός σαν ‘’κάλφας’’ Βράγγας, τα έργα του οποίου άφησαν εποχή στο Βόιο, στις γύρω περιοχές, και υπάρχουν ακόμα για να τα θαυμάσετε. Θεωρούταν ειδικός στο να κατασκευάζει εικονοστάσια, όμως όλοι οι ‘’απλοί’’ μαστόροι, είχαν εξαιρετικά αναπτυγμένο το καλλιτεχνικό γούστο. Με πολύ μεράκι και επιμέλεια, ωραιοποίησαν το ξύλο ή το μάρμαρο και με ευαισθησία τα έκαναν κομψοτεχνήματα, μικρά αριστουργήματα, που τα βλέπετε στα τέμπλα των εκκλησιών, στα σχολεία και στα καμπαναριά, στα ταβάνια και τα τζάκια, στα σεντούκια και τις ‘’μουσάντρες’’ (επικράτησε το ‘’μεσάντρες’’), ‘’ντουλάπια’’ – ξύλινα ερμάρια, με δύο όψεις που ‘’χώριζαν’’ τα δωμάτια λόγω του μικρού μεγέθους των οικοδομημάτων. 

Ένα ρέμα χωρίζει τον Αγ. Κοσμά από τον οικισμό Εκκλησιές (παλιό Βιβίστι στα 940 μ Υ), όνομα που παραπέμπει στις πολλές εκκλησίες με πιο ενδιαφέρουσες τον Αγ. Αθανάσιο και την Αγ. Παρασκευή. Ο οικισμός δημιουργήθηκε όταν οι κάτοικοι της θέσης "Παλαιοχώρι" μετακινήθηκαν στη σημερινή θέση, μέσα σε δάσος από βελανιδιές, για να προφυλαχθούν από επιθέσεις Τουρκαλβανών. Το 1970 οι κάτοικοι των Εκκλησιών, έφτιαξαν ένα παρακλάδι του οικισμού κοντά στον κεντρικό δρόμο που έρχεται από τα Γρεβενά, και έτσι δημιουργήθηκε η Άνω Εκκλησιά

Στη διαδρομή προς Καλλονή, ακριβώς στην καινούργια γέφυρα πριν το Κυπαρίσσι υπάρχει ένα μικρό ερειπωμένο πέτρινο γεφυράκι κτισμένο πάνω σε έναν μικρό χείμαρρο. Σύμφωνα με την εργασία του Γεωργίου Τσότσου (Μακεδονικά Γεφύρια) ήταν δίτοξο με μεγάλο συγκριτικά πλάτος. Όλες οι μαρτυρίες συγκλίνουν ότι κατασκευάστηκε από τον κάλφα Βράγγα χωρίς να διευκρινίζεται το πότε. Το μόνο που μπορεί ο επισκέπτης του να σκεφθεί, είναι, το τι θρύλοι και παραδόσεις, συνοδεύουν την κάθε πέτρα της λιθοδομής του.

Το Κυπαρίσσι (παλιό Δύσβατο και Μπίσοβο στα 940 μ Υ.), στην συνέχεια της διαδρομής, κατορθώνει ακόμα να συγκρατεί περίπου τριάντα κατοίκους, κυρίως, συνταξιούχους κτηνοτρόφους. Στο καφενείο της κ. Βενετίας, (νύφη από την άλλη μαστορομάνα, τη Κάρπαθο), υπάρχει πιθανότητα να γνωρίσετε τον παλιό αγροφύλακα του τόπου, τον κ. Παπαδόπουλο Τριαντάφυλλο, εβδομήντα ενός ετών σήμερα. Είναι από τους κατάλληλους ανθρώπους για να σας μιλήσει για τα παλιά μεγαλεία. Το χωριό, βρισκόταν κτισμένο στην ίδια θέση και δεν έγιναν ποτέ μεταβολές στον πληθυσμό του. Εδώ, στέκουν ακόμα σε καλή κατάσταση, όμορφα πετρόχτιστα, ψηλά δίπατα, και μεγαλοπρεπή τρίπατα σπίτια, δείγματα των θαυμάτων που έκαναν τους ντόπιους δεξιοτέχνες μάστορες, ξακουστούς. 

Στο Κυπαρίσσι υπάρχουν τρεις θαυμάσιες εκκλησίες. Την πρωτοκαθεδρία όμως στις καρδιές των κατοίκων, κρατάει αυτή του Αγ. Γεωργίου, στην άκρη του χωριού, καμάρι των κατοίκων, που τη διατηρούν σε καλή κατάσταση. Το τέμπλο της είναι ξυλόγλυπτο ενώ το εσωτερικό διαθέτει ενδιαφέρουσες αγιογραφίες. Στο δρόμο, πριν μπείτε στον μεγάλο περίβολο της εκκλησίας, υπάρχει ένα πρόχειρο στέγαστρο που προφυλάσσει; το περίτεχνο εικονοστάσι, με λιθανάγλυφα του αγίου και αποτρεπτικά σύμβολα, παλιά συνήθεια τον μαστόρων της πέτρας στο Βόιο & αλλού. 

Το γλυπτό λιοντάρι, είναι ένα έργο του 1922 του σμιλευτή της πέτρας ‘’κάλφα’’ Βράγγα, που δημιουργήθηκε σε μονοκόμματη πέτρα ύψους δύο μέτρων!. Λένε μάλιστα, πως την μετέφεραν από μακρινή απόσταση με μανέλες, (μακριά ξύλα) τέσσερις άντρες, και χρειάστηκαν τρεις μέρες για τη μεταφορά της. Αν προσέξετε καλύτερα το γλυπτό, θα δείτε τη σχισμή στο στόμα του. Από εκεί έριχναν ‘’τον όβολό τους’’ οι προσκυνητές για το λάδι του καντηλιού, και μέσα από το λαξεμένο ‘’σώμα’’ του λέοντος κατέβαιναν στο παγκάρι, κάτω, χαμηλά, εκεί που είναι η κλειδαριά. Πάνω από το σώμα του λιονταριού υψώνονταν καμάρα, όπου τοποθετούσαν την εικόνα και το καντήλι. Ο ίδιος έκτισε το εικονοστάσι κοντά στη γέφυρα Χρυσαυγής με κεφάλι λιονταριού στην κορυφή. Το κεφάλι εκείνου του γλυπτού έγερνε προς τα πίσω και ‘’άνοιγε’’ χώρο για την εικόνα και το καντήλι. 

Αναφέρεται, ότι στο μέρος που έκανε το αυτό το έργο, τον είχαν συλλάβει ληστές, τον έψαξαν και του πήραν τις δύο λίρες που είχε πάνω του. Όταν όμως αυτός τους είπε ότι αυτές προέρχονται από κατασκευές εικονοστασίων, οι ληστές του άφησαν τα χρήματα, τον υποχρέωσαν όμως, να κτίσει το εικονοστάσι. Στον περίβολο της εκκλησίας υπάρχει ένα αξιόλογο δημόσιο κτίριο, το παλιό σχολείο. Σε αυτή την κατασκευή μπορεί ο επισκέπτης να διακρίνει μια επιτυχημένη μίξη, μνημειακής αρχιτεκτονικής με την παραδοσιακή τέχνη και τα υλικά του τόπου. Μέχρι πριν τον πόλεμο, έφτασε, όπως όλα τα χωριά εδώ πάνω, να έχει εκατόν είκοσι μαθητές, σε δύο ‘’βάρδιες’’, πρωινή και απογευματινή. 

Από το Κυπαρίσσι και πάνω, τα χωριά είναι περισσότερο ορεινά, με μεγάλα δάση βελανιδιάς και βοσκοτόπια, χωρίς γεωργικές εκτάσεις, όμορφα και γραφικά. Αυτό πάντως που επιβάλλεται, και ταυτόχρονα προβληματίζει, άσχετα από την διάθεση ή τα αισθήματα του επισκέπτη, είναι η εγκατάλειψη, που παντού, κάνει αισθητή την παρουσία της. Σπίτια κλειστά, άλλα ερειπωμένα, σκοτεινιασμένα, στα όρια της κατάρρευσης και άλλα αναστηλωμένα και φρεσκοβαμμένα. Στον δρόμο κανείς, εκτός από κάποιους γέροντες και γερόντισσες που κοιτούν από τα παράθυρα, με πείσμα. 

Η Καλλονή (παλιό Λούντζι στα 980 μ Υ), στην σκιά της κορυφής ‘’Ογλάς’’, όπως φανερώνει και το όνομά της, είναι ένα από τα πιο όμορφα, γραφικά και άγνωστα χωριά του νομού. Τα σπίτια είναι ολοπέτρινα, πολλές φορές δίπατα και τρίπατα, χτισμένα παραδοσιακά από τους ντόπιους τεχνίτες, υπάρχει και λαογραφικό μουσείο που δημιούργησε ο δραστήριος Εξωραϊστικός σύλλογος. Τα περισσότερα παλιά καλντερίμια διατηρούνται, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της κοινότητας είναι πνιγμένο στο πράσινο από τις βελανιδιές που την περιτριγυρίζουν. Τα ολάνθιστα ψηλά μπαλκόνια και τα λουλούδια που ξεπετάγονται από παντού δίνουν μια ξεχωριστή ευαισθησία και καθαρότητα στον χώρο. Λες και κάθε πρωί κάποιες νοικοκυρές βγαίνουν και τα ποτίζουν, κόβουν τα ξερά άνθη και τα περιποιούνται. Το ίδιο συμβαίνει και με τις πλακόστρωτες αυλές, λες και ακούγονται ψίθυροι από τα ‘’νέα’’ της γειτονιάς, και κάποιες γυναίκες με το κέντημα στο χέρι ή τις μεγάλες βελόνες για τα πλεκτά, μιλούν για τα περασμένα και τα μελλούμενα. 

Ο στενός δρόμος περνά από την πλατεία με την πετρόχτιστη βρύση και το καφενεδάκι, για τσιπουράκι και κάποιο νόστιμο ντόπιο μεζέ, τουρσί ή ομελέτα με λουκάνικο. Αυτό που εντυπωσιάζει στις κουβέντες αυτών των ανθρώπων, είναι οι συζητήσεις, που αν τύχει και τις ακούσετε, μιλούν για τα παλιά, λες και δεν έχει περάσει ούτε μέρα. Συζητήσεις για περιπέτειες που έχουν ακούσει από τους παλιούς μαστόρους, για μακρινά ταξίδια, βροχές, δυσκολίες και καθυστερήσεις από αναποδιές, που φτάνουν ως τις μέρες μας, διανθισμένα με μια ανεπτυγμένη αίσθηση αλληλοβοήθειας – αλληλεγγύης, λες, και δένονται ακόμη οι ίδιοι, με τα δεσμά των ‘’μπουλουκιών’’ - συντεχνιών, έστω και αν οι τελευταίες έχουν από χρόνια διαλυθεί. Τους ξεφεύγει, και κανένα ‘’κουδαρίτικο’’3 κατάλοιπο, από την παράξενη συνθηματική γλώσσα που μιλούσαν οι μαστόροι – κουδαραίοι, που στην μεγάλη ιστορία τους, αναδεικνύονται και γλωσσοπλάστες. Μύθοι και θρύλοι, ζωντανεύουν στα στενά καλντερίμια δίπλα στα χαρακτηριστικά μακεδονίτικα, πετρόχτιστα σπίτια, ορισμένα εκ των οποίων, μετρούν δεκάδες χρόνια παρουσίας.

‘’Λένε ότι κάποτε ήταν ένας Κοντσιώτης (σ.σ. Γαλατινή), υποψήφιος παπάς (σ.σ. πιθανόν μάστορας). Μπήκε ευλαβικά στην Μητρόπολη Σιατίστης και προσκύνησε με πολύ σέβας το Δεσπότη. Εκείνος με πειραχτική διάθεση και για να ιδεί, τάχα τι ξέρει ο υποψήφιος, τον ρώτησε: Τώρα Κοκόλη θέλω και λίγα θρησκευτικά.

-  Ποιος έκτισε την Αγιά Σοφιά;

Σκέφθηκε λίγο ο Γαλατινιώτης κι απάντησε με αυταρέσκεια:

-  Οι Κουντσιώτες την έκτισαν Δέσποτά μου…….

-  Μόνοι τους; τον ρώτησε ο Δεσπότης,

-  Ά, ναι.. είχαν και λίγους Ζουπανιώτες (σ.σ. Πεντάλοφος),

-  Μα τότε εσύ θα ξέρεις και ποιος έκτισε τον Κόσμο, τον ξαναρώτησε ο Δεσπότης,

-  Χάιδεψε λίγο τα μικρά του γένια ο υποψήφιος, πήρε θάρρος από τα χαμόγελα του δεσπότη και είπε δυνατά, κουνώντας χέρια και πόδια:

-  Μα οι Κουντσιώτες, δεσποτά μου, δεν είπαμε;

Γέλασε ο Δεσπότης, γέλασε και ο Κουντσιώτης, κοκκινίζοντας και λίγο……’’ (Ευθυμίου Λαζόγκα – από τα πρακτικά του Β’ Συμποσίου Ιστορίας - Λαογραφίας – Γλωσσολογίας – Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής Δυτικής Μακεδονίας. Θεσσαλονίκη 4 – 5 Νοεμβρίου 1978).

Αυτό το περιστατικό, που με διάφορες παραλλαγές, συναντάμε σε πολλά μέρη της πατρίδας μας, π.χ. στην Αθήνα λέγανε παλιότερα, ποιος την έχτισε; οι Μυκονιάτες, ήταν η απάντηση ή κατ’ άλλους, οι Ανδριώτες και οι Σκοπελίτες, ποιοι χτίσανε τη Σάμο; οι Καρπαθιώτες, ποιοι την Πελοπόννησο; οι Λαγκαδιανοί κ.τ.λ. Αυτά, δείχνουν με αδιάψευστο τρόπο, την αυτοπεποίθηση των μαστόρων, στην αξιοσύνη τους και στα εργαλεία τους. 

Παλιότερα η Καλλονή, αποτελούσε ένα από τα ακμαία μαστοροχώρια των Γρεβενών. Από τον εκλογικό κατάλογο του 1914 σε σύνολο 160 ψηφισάντων ξεχωρίζουμε 66 κτίστες και 40 εργάτες (με διάφορες ειδικότητες στο σκάλισμα της πέτρας), δύο δάσκαλοι, ένας γιατρός πρακτικός, και ένας υποδηματοποιός. Το ορεινό ανάγλυφο της περιοχής Γρεβενών έπαιξε τον δικό του ρόλο στην απομόνωση των χωριών, μακριά από κάθε ξένη επιρροή, με εξαίρεση τα μαστοροχώρια. Οι κάτοικοι ήταν ανέκαθεν ταξιδιώτες, κοσμογυρισμένοι, σωστοί κοσμοπολίτες και – κυρίως – περιζήτητοι ξυλουργοί ‘’ταγιαδόροι’’ και κτίστες. Όργωναν με τα μουλάρια τους τόπους, φέρνοντας πίσω εκτός από χρήματα και ιδέες, σχέδια για καινούργια χτισίματα και την πνοή από τις πολιτείες που έζησαν. Το σήμερα βρίσκει τους είκοσι κατοίκους του χειμώνα, να προσπαθούν μέσα στις αντιξοότητες, να επιβιώσουν. 

Αξιόλογη είναι η εκκλησία του Αγ. Νικολάου (1864), με τις εικόνες και τις αγιογραφίες της. Υπάρχουν ακόμα η εκκλησία του Προφήτη Ηλία (1 χλμ. Δ) και η εκκλησία της Παναγίας στο ύψωμα ‘’Ογλάς’’. Μέσα στο χωριό υπάρχει άλλος ένας ναός της Παναγίας, αρκετά παλιός, με χαρακτηριστικό του, την πηγή "Αγιονέρι", που σύμφωνα με τους κατοίκους έχει θαυματουργό νερό που πολλοί το πίνουν για ιατρικούς σκοπούς.

Όπως σε όλη την ορεινή Ελλάδα, κάθε καλοκαίρι που γυρνούν στα πάτρια οι κάτοικοι και οι ξενιτεμένοι, έτσι και εδώ, γίνονται πανηγύρια. Όχι σαν και αυτά που τα τελευταία χρόνια έχουν πλημμυρίσει τον τόπο σαν κακέκτυπα, του στυλ, ‘’γιορτή κρασιού, σαρδέλας, τσίπουρου’’ κ.λπ. Σε αυτά τα μέρη κρατούν, και κρατιούνται, ακόμη γερά από την παράδοση, που σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής τους οδηγεί. Οι ορχήστρες εδώ, παίζουν με τα εντυπωσιακά Χάλκινα όργανα. Εκπληκτικό, μεγαλειώδες άκουσμα όσο και σπάνιο, μια που μαζί με τις κομπανίες χάνονται και οι αυθεντικοί αυτοί ήχοι.

Καρσ’ ί – καρσ’ ί στο Λούντζι,  (Καρσί = αντίκρυ – Λούντζι το παλιό όνομα της Καλλονής),

Βαρούνε τα βιολιά!

Χορεύ ο Κωσταντάκης

Με παρδαλά βρακιά….

Σκωπτικό τραγούδι.

Ιστορία άφησε σε όλα τα χωριά της Επαρχίας Βοΐου, ο γνωστός για τη ‘’τρέλα’’ του Τέγος που έπαιζε νταϊρέ. Επίσης, την ευρύτερη περιοχή Γρεβενών - Κοζάνης η ξακουστή ορχήστρα ‘’Σκύλα’’ του παππού Τζιμόπουλου, οι ‘’μουζίκοι’’ από τη Σιάτιστα, που έπαιζαν από το 1920 μέχρι τα τέλη του ‘70. Ο δυνατός, γεμάτος ήχος των χάλκινων κρίθηκε απολύτως κατάλληλος για διασκέδαση σε εξωτερικούς χώρους. Κάποτε με τέτοιες κομπανίες ήταν γεμάτες οι πόλεις και τα χωριά της Μακεδονίας.Στην Φλώρινα, Καστοριά, Κοζάνη, Σιάτιστα, Πεντάλοφο, Γρεβενά, δεν γινόταν εκδήλωση χωρίς την παρουσία των συγκεκριμένων οργάνων. Στο Τσοτίλι Γρεβενών μάλιστα, θεωρούν τους εαυτούς τους επαγγελματίες, ζουν δηλαδή από την μουσική που παίζουν - σε γάμους, γιορτές, πανηγύρια. Πρέπει, για μια φορά να βρεθείτε την παραμονή της γιορτής του Προφήτη Ηλία, (19/7) και ανήμερα, (20/7) στο μεγάλο γλέντι στην πλατεία του χωριού.  Τα τελευταία χρόνια στα Γρεβενά, ο δραστήριος Μ.Ο.Γ, στήνει το μεγάλο τριήμερο πανηγύρι, τα ‘’ανακατωσάρια’’, όπου κομπανίες, ξαναζωντανεύουν αυτά τα θρυλικά γλέντια, κάθε αποκριά.

Αν ο τελικός σας προορισμός είναι η Κόνιτσα, εδώ είναι το πρώτο κατάλληλο σημείο. Μια παράκαμψη περνάει από το μονότοξο πέτρινο γεφύρι της Μαέρης, φτάνει στο Δασύλλιο4 (παλιά Μαγέρι και Μάγερ στα 1000 μ Υ), από τα ψηλότερα χωριά της περιοχής, και συνεχίζει από μια εξ’ ίσου ωραία διαδρομή προς Πεντάλοφο. Η όλο στροφές διαδρομή διασχίζει, απαράμιλλης ομορφιάς τοπία. Το γεφύρι της Μαέρης, στην αρχή περίπου της διαδρομής, κατασκευάστηκε από τον κάλφα Γιώργο Τζιούφα, το 1910, με την συνδρομή των ξενιτεμένων στην Αμερική Δασυλλιωτών. Όμως, η καταλληλότερη συνέχεια, είναι περιοχή του Δοτσικού. (βλ. στον ίδιο τόμο ‘’Κουπατσοχώρια Γρεβενών).

Σημειώσεις:

(1) Τα Αηδόνια (παλιό Στεχάζι) ιδρύθηκαν στα χρόνια του Αλή των Ιωαννίνων. Είναι η πατρίδα του ηρωικού οπλαρχηγού Αθανασίου Μπρούφα, που είναι ο πρώτος αρματολός που διέγνωσε τον κίνδυνο της Μακεδονίας από τους Βούλγαρους και πολέμησε επί μια εικοσιπενταετία τα κατακτητικά τους σχέδια.

(2) Οι κυρατζήδες, έδιναν πρώτα στην οικογένεια του ξενιτεμένου χρήματα, και κατόπιν, όταν πήγαιναν στην πόλη που εκείνος δούλευε, τα εισέπρατταν με τόκο, πέντε γρόσια την λίρα.

(3)Ο καθηγητής Νικόλαος Μουτσόπουλος γράφει ότι οι Πυρσογιαννίτες έπλασαν αυτή τη γλώσσα, όμως, δεν πρέπει να προσπεράσουμε αδιάφορα την δημιουργία πολλών λέξεων, εντελώς διαφορετικών, από τους κουδαραίους του Βοίου, που ακούγονται πιο ποιητικοί. Σε κάθε περίπτωση, η γλώσσα εφευρέθηκε γιατί οι ορεσίβιοι μαστόροι μας, νοιώθανε ξένοι στους τόπους που βρίσκανε πραχάλνα1, χτίζοντας κούφια2, και έπρεπε, να πάρουν τα μέτρα τους. Η πρώτη τους άμυνα, ήταν η γλώσσα. Μην νομίζετε ότι μιλάμε για γλώσσα τέλεια, με γραμματική, κανόνες κ.τ.λ. Αναφερόμαστε κυρίως σε λέξεις, συνθηματικές, που δεσπόζουν στο νόημα της πρότασης με δυσνόητο αποτέλεσμα για τον μπαρό3
1Δουλειά, 2 Σπίτια,  3Αφεντικό.

(4)Στο χωριό υπάρχει το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, που κάποτε (1910) είχε απ’ έξω κρεμασμένες φουστανέλες!. Από στόμα σε στόμα λέγεται η πιο κάτω ιστορία. Όταν οι Αρβανίτες κατά την επανάσταση του 1821 κατέστρεψαν τη Νάουσα, γυρίζοντας στον τόπο τους με πλούσια λάφυρα και σκλάβους, έμειναν ένα βράδυ έξω από το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής. Οι σκλάβοι, δεμένοι καθώς ήταν, παρακάλεσαν την Αγία να τους ελευθερώσει. Η Αγία τους λυπήθηκε και έτσι νοιώσανε τα χέρια τους λυτά και έφυγαν. Το πρωί, οι Αρβανίτες δεν βρήκαν τους σκλάβους και από το θυμό τους μπήκαν στην εκκλησία, και με τα μαχαίρια τους σούβλισαν τα μάτια της εικόνας της Αγίας Παρασκευής. Δεν πρόλαβαν όμως να απομακρυνθούν, και τυφλώθηκαν. Προχωρώντας μετά κουτσά στραβά, βρήκαν ένα παππού και του είπαν για το πάθημά τους. Τότε ο γέροντας τους είπε: να πάρετε λάδι και να το προσφέρετε στην εκκλησία. Γύρισαν πίσω οι Αρβανίτες, βρήκαν τον επίτροπο της εκκλησίας και του άφησαν εκτός από τα χρήματα για πολλές οκάδες λάδι και τις φουστανέλες τους, που οι ίδιοι κρέμασαν έξω από την Αγία Παρασκευή. 

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 24620

ΔΙΑΜΟΝΗ: Γρεβενά: ‘’Μηλιώνης’’ 28190, 84092, 23223, ‘’Αίγλη’’ 85019, Μητρόπολη 28085, 23251 – 2, Αχίλλειον 2ο χλμ Γρεβενών - Κοζάνης 85600,  ΞΕΝΩΝΕΣ: Μέγαρο: Μερόπη Λιάκου 73286, Χρυσάνθη Κακαρίκα 73229. ΚΑΜΠΙΝΓΚ:. Μελλοντικά στους σκοπούς της Νομαρχίας Γρεβενών είναι να δημιουργηθεί χώρος κατασκήνωσης. Εσείς, στήστε στα ερημικά ξωκλήσια, και φεύγοντας μην αφήσετε σκουπίδια.

ΦΑΓΗΤΟ: Γρεβενά: Στην πλατεία 25ης Μαρτίου, ίσως η μοναδική στην Ελλάδα ταβέρνα που διαθέτει την μεγαλύτερη ποικιλία μεζέδων αποκλειστικά, από εκλεκτά άγρια μανιτάρια Πίνδου. Οι ‘’Αυλαίς’’ 25402 ζητήστε το Θοδωρή. Ονομαστές, από παλιά οι ταβέρνες της πλατείας Αιμιλιανού ‘’Τάκας’’ & ‘’Γκέκας’’. Δοκιμάστε το τοπικό μαλακό τυρί ‘’ανεβατό’’, και την κόκκινη πιπεριά Φλωρίνης. Στα μαστοροχώρια το καλοκαίρι, δοκιμάστε πρόβειο κρέας στα κάρβουνα, τοπικό τσιπουράκι, και νόστιμο ‘’κεμπάπ’’ στις ψησταριές, και τα καφενεία στις πλατείες των χωριών. Εκκλησιές Τζιαμπίρης Χρήστος 82469, Άγιος Κοσμάς Παπαβασιλείου Ευαγγελία 82814, Κυπαρίσσι Σταυροπούλου Βενετία 28643, Καλλονή Μητάκου Δήμητρα 82725, 82695.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Αναπτυξιακή Γρεβενών 87382, 87004, Δήμος Γρεβενών 87843, 4, 74230, Δήμος Αγίου Κοσμά Αιτωλού 73364, Αστυνομική Διεύθυνση Γρεβενών 22407, Α. Τ. Πολυνερίου 81357, Α’ βοήθειες 22222, 22464. Συνεργείο – Βουλκανιζατέρ: Αφοί Παυλίδη 83250.

ΧΡΗΣΙΜΑ: www.fora.gr-grevena www.pamegrevena.gr www.grevena.gr Για το μικρό, λαογραφικό μουσείο Καλλονής απευθυνθείτε στο καφενείο του χωριού που έχει τα κλειδιά. Σαλέ Βασιλίτσας : 84100, Καταφύγιο : ΧΟΣ Γρεβενών 28602, Γραφείο Οικοτουρισμού Γρεβενών Αγίου Αχίλλειου 77, Απόστολος Διανέλος 85032.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Στο κέντρο της πόλης τέσσερα και το μοναδικό στα ορεινά στους Μαυραναίους.   

ΧΑΡΤΕΣ: Απεικόνιση με ακρίβεια στον οδικό χάρτη ‘’Νομός Γρεβενών’’ 1:125.000, και ο επίσης αναλυτικός ‘’ΒΑΛΙΑ ΚΑΛΝΤΑ’’ σε κλίμακα 1:50.000. Και οι δύο εκδόσεις από την ΑΝΑΒΑΣΗ Στοά Αρσακείου 6 Α’, 105 64 Αθήνα, 2103218104, 3210152. Στέλνονται με αντικαταβολή και από το ‘’λίκνο’’ Ελάτη Τρικάλων 2434071826.

ΒΙΒΛΙΑ: Το βιβλίο των Αδαμακόπουλου – Ματσούκα ‘’Πίνδος – Γρεβενά’’ θα σας δώσει μια ολοκληρωμένη άποψη του νομού. Από τις εκδόσεις ΚΑΠΟΝ.

ΛΕΣΧΗ ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΑΣ: Μ.Ο.Γ. Μοτοσυκλετιστικός όμιλος Γρεβενών: Λυκούργου 10 Τηλ & Fax 80436, www.mog.gr Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων  2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για τα ΓΡΕΒΕΝΑ - ΚΟΥΠΑΤΣΟΧΩΡΙΑ και ΓΡΕΒΕΝΑ - ΜΑΣΤΟΡΟΧΩΡΙΑ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Φώτη Δ. Παπανικολάου / Γλώσσα και Λαογραφία Επαρχίας Βοΐου / Θεσσαλονίκη 1973
  • Πρακτικά Β’ συμποσίου Δυτικομακεδονικού Χώρου / Βοϊακή Εστία Θεσσαλονίκης 1979
  • Πρακτικά Γ’ συμποσίου Δυτικομακεδονικού Χώρου / Βοϊακή Εστία Θεσσαλονίκης 1982
  • Βασίλης Νιτσιάκος / Οι ορεινές κοινότητες της Β. Πίνδου / εκδόσεις Πλέθρον 1995
  • Γεώργιος Τσότσος /  Μακεδονικά Γεφύρια / / University Studio Press / Θεσσαλονίκη 1997
  • Ρίκη Βαν Μπουσχότεν / Ανάποδα χρόνια – Συλλογική μνήμη και Ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (1900 – 1950) / εκδόσεις Πλέθρον 1997
  • Γιώργος Δ. Μπατζής / Το Δοτσικό Γρεβενών / Μορφωτικός Σύλλογος ‘’Η Σκούρζια’’ 1999
  • Τριαντάφυλλος Αδαμακόπουλος – Πηνελόπη Ματσούκα / Γρεβενά / Νομ. Αυτοδιοίκηση Γρεβενών 2000
  • Τριαντάφυλλος Αδαμακόπουλος – Πηνελόπη Ματσούκα / Πίνδος – Γρεβενά / εκδόσεις ΚΑΠΟΝ / Αθήνα 2001

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Χρύσα Σκοπελίτη / Μίλτος Ζέρβας / Βόιο / περιοδικό Ανεβαίνοντας Τ3 Σεπτ – Οκτ 1998
    Ανεβαίνοντας / Βόιο / περιοδικό Ανεβαίνοντας / Τ20 Δεκ – Ιαν 2002 - 2003
    Θοδωρής Αθανασιάδης – Ζερμαίν Αλεξάκη / Βόιο / περιοδικό ΓΕΩ Τ136 / 16/11/02
    Λία Παπαθεοδώρου / Δοτσικό Γρεβενών / περιοδικό ΓΕΩ Τ196 / 19/1/04

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Ηλέκτρα Σαμοίλη / Μαστοροχώρια Γρεβενών / Καθημερινή 18/1/04

 ΚΥΚΛΑΔΕΣ (9030 λέξεις)

ΝΗΣΟΣ ΠΑΡΟΣ αρχ. Μινωίς

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Φεβρουάριος 2004

Της Ιστορίας και της Παράδοσης

Μεστό καλοκαίρι. Ο ήλιος σκληρός φωτίζει, καίει, λες και θέλει να λιώσει τα πάντα γύρω. Τα ημίγυμνα σώματα των ‘’ξένων’’ λιάζονται στο κατάστρωμα αναζητώντας λες, λύτρωση από την μόνιμη συννεφιά των χωρών τους. Οι ‘’δικοί’’ μας… ξεχωρίζουν, αποφεύγουν την κάψα ψάχνοντας καταφύγιο, σκιά, με την δροσιά ενός παγωμένου αναψυκτικού ή μπύρας στο χέρι. 

Οι ‘’Πόρτες’’, δύο τεράστιες κάθετες, αγριωπές, βραχονησίδες, και το εκκλησάκι του Αγίου Φωκά είναι η πρώτη εικόνα, λίγο πριν το πλοίο αγκυροβολήσει στο λιμάνι. Η ανεπτυγμένη τουριστικά Πάρος, εντυπωσιάζει τον επισκέπτη που πρώτη φορά έρχεται στο νησί, και δικαιολογημένα. Οι επί εικοσιτετραώρου βάσεως αφίξεις και αντίστοιχες αναχωρήσεις, κάνουν την Παροικιά ένα από τα πιο πολύβουα, πολυσύχναστα, και ανεπτυγμένα λιμάνια του Αιγαίου. 

Η Πάρος, χαρακτηρίζεται από πολλούς γραφική, με μαγευτικά παράλια, και επαγγελματισμό στο προϊόν που προσφέρει. Σίγουρα έχει πολλές τέτοιες εικόνες να χαρίσει στους επισκέπτες, όμως, δεν θα πάψει ποτέ να συγκεντρώνει ένα μεγάλο αριθμό περιηγητών, λόγω του αρχαιολογικού ενδιαφέροντος που, σε πείσμα των αιώνων, των αλμυρών βοριάδων, και των καιρών στέκουν εκεί ριζωμένα. Η ιστορία της αρχίζει από τα προϊστορικά χρόνια. 

Κατοικήθηκε για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της Νεολιθικής περιόδου γύρω στο 4.000 π.Χ. (οικισμός νησίδας Σάλιαγκου – δες ‘’Αντίπαρος’’ - ταξίδια στην άλλη Ελλάδα - τόμος Ε’ 2003) η ανάπτυξη της όμως, άρχισε δέκα αιώνες μετά, γύρω στο 3.000 π.Χ. Την 2η χιλιετία π.Χ. η Πάρος συνδέθηκε με τον Μινωικό πολιτισμό και την Μινωική Κρήτη.  Ναύσταθμος σημαντικός των Κρητών του Μίνωα, με πρώτο οικιστή τον Αλκαίο. Στο γεγονός αυτό οφείλεται και η αρχική ονομασία του νησιού, Μινωίς. Στην μακρά της πορεία προστέθηκαν και άλλα: Καβαρνίς, Υρία, Αγκόστα, Παναιτία που βαθμιαία και σταθερά την εξέλιξαν σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του κυκλαδικού πολιτισμού.

Στην Πάρο έχουν αφήσει τα ίχνη τους Ίωνες, Δωριείς, Πέρσες, Ρωμαίοι, Αρκάδες, Αθηναίοι, Σλάβοι, Γότθοι και Βυζαντινοί. Οι Ίωνες κυριάρχησαν, στην στρατηγική του Μίνωα, και στους χρόνους που οι Δωριείς θριαμβεύουν στην Πελοπόννησο, άποικοι Αρκάδες με επικεφαλής τον Πάρο συνεχίζουν την πορεία του νησιού στην ιστορία με το όνομά του πλέον. Η εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου και οι καλλιέργειες της γης, δίνουν εξαιρετική δύναμη συμβάλλοντας στην ανάπτυξη αποικιοκρατικού πνεύματος που υλοποιείται στην Θράκη, ιδρύοντας κατά σειρά αποικίες στην Θάσο, την Γαλυψό στο Παγγαίο, την Αισύμη, το Δάτον και την Στρύμη, στην Μαρώνεια, το Πάριον στον Ελλήσποντο, και άλλες στις Δαλματικές ακτές. 

Η καταστροφή έρχεται από τους Γότθους το 267 μ.Χ. και τους Σλάβους το 675 μ.Χ.  Αργότερα, οι Βυζαντινοί χτίζουν με αρχαία μέλη το ναό της Εκατονταπυλιανής και οι πάροικοι, αναβιώνουν την Παροικιά. Οι Φράγκοι είναι οι κατοπινοί αφέντες, μέχρι το 1537, που η Πάρος περνά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.  Οι βενετοτουρκικοί πόλεμοι επιφέρουν μεγάλες καταστροφές, ενώ κατά την περίοδο των ρωσοτουρκικών πολέμων (1768 – 1774) και (1787 – 1792), η Πάρος γίνεται ναύσταθμος των ρώσων με έδρα την Νάουσα γνωρίζοντας μεγάλη ανάπτυξη. 

Την τιμή των Κυκλάδων, στη σκοτεινή για αυτές περίοδο του Εθνικοαπελευθερωτικού 1821, υπεραμύνθηκε επάξια η Μαντώ Μαυρογένους (1796; – 1848), γεννημένη στην Τεργέστη, που πρόσφερε όλη της την περιουσία στον Αγώνα. Ήταν η μοναδική γυναίκα που της απονεμήθηκε το αξίωμα του επίτιμου αντιστράτηγου, κατά τη διάρκεια του αγώνα, πράξη που επικύρωσε επίσημα ο Καποδίστριας το 1828 στο Ναύπλιο. Μετά την Ανεξαρτησία, έζησε με την πενιχρή σύνταξη που της χορήγησε η πολιτεία, ανάμεσα σε συγγενείς της στην Μύκονο, (απ’ όπου έλκει την καταγωγή της), στη Σύρο, τη Τήνο και την Πάρο όπου τον Ιούλιο του 1840 άφησε την τελευταία της πνοή. Σήμερα ο τάφος της δεν υπάρχει, το πέρασμά της από την Πάρο θυμίζει μόνο το λιτό μνημείο δίπλα από το παλιό κτήριο της κοινότητας, αντίστοιχο της προτομής της στην Μύκονο, και η ονομασία του δρόμου δίπλα από την πλατεία Εκατονταπυλιανής. 

Ο πάταγος από τις άγκυρες σταματάει απότομα τις σκέψεις για το παρελθόν. Στην ‘’Παρκιά’’ των ντόπιων γίνεται ο συνηθισμένος συνωστισμός, όπως τους περισσότερους μήνες του χρόνου. Πλήθος ανθρώπων, άλλοι για να υποδεχθούν, άλλοι για να ταξιδέψουν. Ο ανεμόμυλος σταθερά εκεί, διαχρονικό σύμβολο καλωσορίσματος ή αποχωρισμού. Το πρώτο που αντικρίζει ο επισκέπτης όταν βγαίνει από το καράβι, το τελευταίο που βλέπει από το κατάστρωμα, σκεπτόμενος πότε θα ξανάρθει πίσω, πως πέρασε, ποιους, και τι γνώρισε σ’ αυτό το ταξίδι.

Η Πάρος, δεμένη άρρηκτα με τρεις έννοιες που γέννησε και έθρεψε, το αμίμητα λευκό μάρμαρο, τον ιαμβογράφο Αρχίλοχο και τον παλαιοχριστιανικό ναό της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής, υποδέχεται κάθε χρόνο χιλιάδες επισκέπτες από όλο τον κόσμο, που ευχαριστημένοι έρχονται και ξανάρχονται. Περπατήστε προς την Παναγία μέσα από τα στενά δρομάκια της πόλης, πάνω στα παλιά πλακόστρωτα. Δεκάδες καταστήματα δίνουν το στίγμα και το μέγεθος της ανάπτυξης που έχει επιτελεσθεί την τελευταία δεκαπενταετία. Στην Πάρο όμως, η ανάπτυξη συμβαδίζει με την πίστη. Στο νησί υπάρχουν περισσότερες από τριακόσιες εκκλησίες, πολλές από αυτές ιδιωτικές, όλες όμως με μια λιτότητα που χαρακτηρίζει γενικά τις εκκλησίες στο Αιγαίο. 

Μοναδική σε μέγεθος, ιστορία... και τύχη, αφού στο πέρασμα του χρόνου το κτήριο σώθηκε σχεδόν ακέραιο, είναι η Παναγία η Εκατονταπυλιανή ή Καταπολιανή. Ένα από τα πρώτα μνημεία που επισκέπτονται όλοι όσοι έρχονται  εδώ. Πλησιάστε την φρουριακής κατασκευής περιτείχιση – περίβολο και μπείτε από την βαριά σιδερένια πόρτα στους κήπους και το αίθριο. Εδώ η παράδοση και η ιστορία σφιχταγκαλιάζονται σε ένα πανορθόδοξο σύμβολο, από τα μεγαλύτερα της Ελλάδας. Η μεγαλόπρεπη Παναγία η Εκατονταπυλιανή θεωρείται το τρίτο κατά σειρά σπουδαιότητας παλαιοχριστιανικό μνημείο της χώρας μετά την Αχειροποίητο και τον Άγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης. 

Περιτριγυρίζεται από δεκάδες θρύλους και παραδόσεις(1) για την ίδρυσή της, όμως η επικρατέστερη αναφέρει ότι οικοδομήθηκε τον 4ο αι., μεταξύ των ετών 328 και 337. Στην εποχή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, (527 - 565) πέρα από την κατά μεγάλο μέρος ανακατασκευή της μεγάλης εκκλησίας πάνω στο αρχικό σχέδιο, υπέστησαν και τα τρία παλαιοχριστιανικά κτίσματα μια ουσιώδη μετατροπή. Η ξυλόστεγη σκεπή τους αντικαταστάθηκε από τρούλλους και θόλους, και έτσι, από σταυρικές ξυλόστεγες βασιλικές μετεβλήθησαν σε τρουλλαίες βασιλικές. 

Πολύ σημαντικό, γεγονός στην ιστορία της υπήρξε η στερέωση και αναπαλαίωση των ετών 1959 – 1964. Το σπουδαίο αυτό έργο πραγματοποιήθηκε από τον καθηγητή και γενικό γραμματέα της Αρχαιολογικής Εταιρείας αείμνηστο, Αναστάσιο Ορλάνδο, χάρις στην αποφασιστικής σημασίας χρηματοδότηση και το προσωπικό ενδιαφέρον του τότε πρωθυπουργού αειμνήστου Κωνσταντίνου Καραμανλή, και την ιδιαίτερη αγάπη, του εκ Πάρου, αειμνήστου Δημητρίου Αλιπράντη, υφυπουργού τότε Οικονομικών, προς την γενέτειρά του. 

Κόσμημά για όλους η Εκατονταπυλιανή, με το ολόλευκο μαρμάρινο τέμπλο της και την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας με την ήρεμη μορφή που ακολουθεί το βλέμμα σας σε όποιο σημείο της εκκλησίας και αν σταθείτε. Το συγκρότημα περιλαμβάνει στην πραγματικότητα μια σύνθεση τεσσάρων βασιλικών, που ενώνονται σχηματίζοντας σταυρό. Ο επισκέπτης απ’ έξω δεν το αντιλαμβάνεται, όμως εισχωρώντας στον κυρίως ναό της Παναγίας, με τους εντυπωσιακούς θόλους, τον τεράστιο τρούλο, βλέπει εκτός από το σύνθρονο και το βαπτιστήριο, τα άλλα τρία μεγάλα παρεκκλήσια, των Αγίων Φιλίππου, Νικολάου, Αναργύρων, και το μικρότερο της Οσίας Θεοκτίστης. (12ος αι).

Στον εξωτερικό περίβολο, υπάρχουν τα παρεκκλήσια της Αγίας Θεοδοσίας και του Αγίου Δημητρίου. Επίσης τα ανακαινισμένα κελιά που πλέον στεγάζουν το Επισκοπείο, γραφεία, πωλητήριο βιβλίων, και το Εκκλησιαστικό Μουσείο με συλλογές από παλιά άμφια, εκκλησιαστικά σκεύη, βυζαντινές και μεταβυζαντινές εικόνες. Πρόκειται ίσως για τη σημαντικότερη συλλογή του είδους της στις Κυκλάδες, επισκέψιμη από το Πάσχα έως τον Οκτώβριο. 

Φεύγοντας από τον κατανυκτικό χώρο της Παναγίας, ο χαρακτηρισμένος παραδοσιακός οικισμός της Παροικιάς (παλιά Παροικία σε 10 μ. υψ.) έχει αρχίσει να βρίσκει τους γνώριμους απογευματινούς ρυθμούς του. Είναι η καλύτερη ώρα για να ανεβείτε στο κάστρο της Παροικιάς, περπατώντας δίπλα από πολυάριθμα καταστήματα, περνώντας κάτω από σκιερές καμάρες φορτωμένες με μπουκαμβίλιες και γεράνια. Ένας λαβύρινθος είναι η πρωτεύουσα, που φιδοσέρνεται και παρασύρει. Ακολουθήστε την οδό Μαντώς Μαυρογένους σε μια αρχιτεκτονική περιπλάνηση και γνωρίστε ορισμένα από τα αρχοντόσπιτα της Παροικιάς.

Τα ίχνη της ζωής μέσα στον χρόνο οδηγούν στην ολόλευκη, από τα ασβεστωμένα σπίτια συνοικία, ‘’του Κάστρου’’, που βρίσκεται σε αυτή τη θέση ήδη από την αρχαιότητα. Μια ιδιαίτερη φρουριακή παρουσία καθώς ανάμεσα στις στιβαρές πέτρες ξεχωρίζουν ολόλευκα, αρχαία μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη. Το 1207 ο Ενετός Μάρκος Σανούδος κατακτά τις Κυκλάδες και με έδρα την Νάξο ιδρύει το Δουκάτο του Αιγαίου. Το Κάστρο κτίσθηκε απο τους βενετούς κατακτητές στα 1260, (σώζεται μέρος του τείχους και ένας αναστηλωμένος πύργος), ‘’πάνω’’ στα ερείπια της  αρχαίας ακρόπολης της Πάρου. Στην ακρόπολη υπήρχε το ιερό και τρεις τουλάχιστον μαρμάρινοι ναοί. 

Κεντρική θέση στην κορυφή του λόφου είχε ιωνικός ναός αφιερωμένος στη θεά Αθηνά, (530 – 520 π.Χ.) προστάτιδα της πόλης. Εκεί, βρίσκονται σήμερα μέρος από τα απομεινάρια (θεμέλια), του ναού, μέχρι πρότινος κάτω από ένα σπιτάκι!!, που μετά από χρονοβόρες δικαστικές περιπέτειες γκρεμίστηκε, και έτσι οι αρχαιολόγοι είναι πλέον ελεύθεροι να κάνουν τις εργασίες που απαιτούνται, για την πλήρη αποκατάσταση και ανάδειξη του μνημείου. Η θέα από εδώ, αγκαλιάζει όλο το λιμάνι μέχρι πέρα στον Άγιο Φωκά, τον αρχαίο προστάτη των Ναυτικών, και τα ιερά του Απόλλωνα Δηλίου και της Άρτεμης. Αξίζει πράγματι να έρθετε εδώ, αργά το απόγευμα, την ώρα που βασιλεύει ο ήλιος, και αυτό το πορφυρό χρώμα πλημμυρίζει τα πάντα. Δίπλα σχεδόν από τα πρώτα θεμέλια που βλέπει ο επισκέπτης είναι ο ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης κτισμένος στη μεταβυζαντινή περίοδο, με λεπτοδουλεμένο, επιχρυσωμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο, επίσης κτισμένος πάνω στα θεμέλια του αρχαίου ναού της Αθηνάς. Από τα σκαλιά δίπλα του, κατεβαίνετε δεξιά στην παραλία, περνώντας από τη δροσερή βεράντα ενός παλιού, και καλού Jazz Bar ή αριστερά προς το κέντρο της πόλης, από έναν όχι τόσο πολυσύχναστο δρόμο. Τα καφέ και τα μπαράκια, όλα ανοιχτά, γεμάτα με νεαρόκοσμο προϊδεάζουν για το νυχτερινό γλέντι που….συνήθως σταματάει το πρωί. 

Ξημερώνει άλλη μια ηλιόλουστη, φωτεινή ημέρα, και η Πάρος ξεμουδιάζει διώχνοντας τον ύπνο από πάνω της. Η ευεξία της φύσης είναι μεταδοτική και στους ανθρώπους. Το πρωινό καφεδάκι τελειώνει γρήγορα ενώ η μοτοσυκλέτα περιμένει. Από την Παροικία μια ωραία, ασφάλτινη, πλέον, διαδρομή – περιήγηση, από την αρχή του περιφερειακού θα σας φέρει πάνω, ψηλά στο βουνό, στους Αγίους Αποστόλους που φαίνονται από παντού. Το ολόλευκο μοναστήρι, κτισμένο σε πλεονεκτική θέση, στέκει πραγματικός βιγλάτορας ατενίζοντας την πόλη. 

Στο λόφο, ακριβώς απέναντι από το λιμάνι είναι ο αρχαιολογικός χώρος που λατρευόταν ο θεός Απόλλωνας, και η θεά Άρτεμις. Από το ιερό στο Δήλιο σώζονται τα θεμέλια. Για να πάτε εκεί κατευθυνθείτε από το λιμάνι προς τον Κριό και το Καλάμι λίγο πριν τον μικρό οικισμό, θα πάτε αριστερά στον ανηφορικό ασφαλτόδρομο – σύνολο τρεισήμισι χλμ για τον αρχαιολογικό χώρο, που είναι επισκέψιμος με πολύ ωραία θέα της Παροικιάς και του λιμανιού, που ακόμη περιμένει την επέκτασή του. Πιο κάτω από το Καλάμι, προς Νάουσα, είναι οι Καμάρες (10 μ Υ) και εδώ φιλοξενεί, σε έκταση τριών στρ, τα ζώα και τα πουλιά η ‘’Αλκυόνη’’(2).Ο χώρος είναι επισκέψιμος καθημερινά 10:00 με 13:00. 

Θυμούνται όσοι έχουν ξανάρθει, τους τεράστιους γερανούς εκσκαφείς που είχαν αρχίσει το έργο της επέκτασης του λιμανιού. Όλη η Πάρος είναι γεμάτη αρχαία. αλλά αυτό που συνέβη κατά τη διάρκεια των εργασιών δεν το περίμενε κανείς, αφού μάλιστα είχε προηγηθεί σωστική ανασκαφή, κατά την διάρκεια της οποίας δεν προέκυψαν αρχαιολογικά ευρήματα. Μόλις λοιπόν άρχισαν οι εργασίες, ανασύρθηκαν από το βυθό τα πρώτα, σπάνια μάλιστα, ευρήματα. Δύο κιονόκρανα οκτώ τόνων το καθένα, 330 μαρμάρινες τεφροδόχοι, αγάλματα, γλυπτά, το πόδι μαρμάρινου λιονταριού, διάφορα αρχιτεκτονικά μέλη, μεγάλος αριθμός κεραμικής, δύο επίχρυσα ρωμαϊκά νομίσματα, επιτύμβιες στήλες και άλλα. Όπως ήταν φυσικό προκλήθηκε σάλος, οι εργασίες διαπλάτυνσης σταμάτησαν, και η αποσυμφόρηση της κυκλοφορίας έμεινε στα χαρτιά. 

Ο περιφερειακός δρόμος οδηγεί παντού, όμως η ιστορία του νησιού καταγράφεται με μοναδικό τρόπο στο αρχαιολογικό μουσείο ανάμεσα από την Εκατονταπυλιανή και το Λύκειο. Πρέπει να σημειωθεί ότι το μουσείο της Πάρου, είναι από τα λίγα μουσεία αρχαίας ελληνικής τέχνης που περιλαμβάνει στις συλλογές του πρωτότυπα έργα της λεγόμενης μεγάλης πλαστικής, της αρχαϊκής και της κλασικής εποχής. Έξω από το μουσείο, υπάρχουν αρκετές Μαρμάρινες σαρκοφάγοι, και στην αυλή εκτίθενται κυρίως ταφικά - αναθηματικά μνημεία, και ψηφιδωτό δάπεδο με παραστάσεις από τους άθλους του Ηρακλή. Η επίσκεψη στις αίθουσες αρχίζει χρονολογικά από τα προϊστορικά ευρήματα, συνεχίζεται στα νεότερα, υστεροελληνιστικά - ρωμαϊκά καταλήγοντας πάλι σε έργα του 6ου – 5ου αι.  

Στην αίθουσα Β,  εκτίθενται τα ευρήματα από τις ανασκαφές στις νησίδες Σάλιαγκος και Δεσποτικό Αντιπάρου και στην αίθουσα Γ, το περίφημο Πάριο Χρονικό,ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της ελληνικής αρχαιότητας. Πρόκειται ένα από τα τρία τμήματα, μαρμάρινης ενεπίγραφης πλάκας με τριάντα δύο στίχους, που βρέθηκε το 1897 στην περιοχή Θόλος της Παροικιάς. Οι πρώτες δύο πλάκες με τους υπόλοιπους στίχους, μετά από περιπέτειες, που ξεκίνησαν το 1627, κατέληξαν μετά από δωρεά (1667) στο Ασμολιανό μουσείο της Οξφόρδης. Η σπουδαιότητα της επιγραφής, έγκειται στο ότι περιλαμβάνει 134 στίχους, στο σύνολό της, καταγράφοντας με λεπτομέρειες ιστορικά και μυθικά γεγονότα από το 1582 π.Χ. έως το 264 – 3 π.Χ. που συνέβησαν στην Ελλάδα και τις αποικίες.

Εκτός όμως από την ιστορία αιώνων του τόπου, υπάρχει και ένα εξ’ ίσου ενδιαφέρον σήμερα, που ενθουσιάζει τους επισκέπτες. Μέσα στην Παροικιά, θα δείτε την μεγάλη πλατεία πινακίδες με διάφορες κατευθύνσεις και χωριά. Ακολουθήστε αυτές που λένε Λεύκες – Νάουσα. Ο ασφαλτόδρομος φτάνοντας στο βενζινάδικο χωρίζεται, ο ένας με ανατολική - δεξιά - κατεύθυνση ανηφορίζει προς Λεύκες και ο άλλος - αριστερά - προς Νάουσα.

Ακολουθήστε την διαδρομή προς Νάουσα και σύντομα (3,0 χλμ) θα δείτε τις πινακίδες Μονή Λογγοβάρδας. Κατευθυνθείτε προς το επιβλητικό φρουριακό συγκρότημα της μονής που είναι αφιερωμένη στην Ζωοδόχο Πηγή (160 μ Υ). Η ίδρυσή της ανάγεται το 1638 από τον Χριστόφορο Παλαιολόγο από τη Νάουσα, πιθανώς στην θέση παλιότερης, ενώ το 1652, επί Οικουμενικού Πατριάρχη Παϊσίου, έγινε πατριαρχικό σταυροπήγιο, φάρος της Ορθοδοξίας στο Αιγαίο. Είναι ανδρική μονή, (ισχύει το Άβατο για τις γυναίκες) με μεγάλη φιλανθρωπική δράση, φημισμένη στα νεώτερα χρόνια από την παρουσία του γέροντα Φιλόθεου Ζερβάκου(3).

Το αξιόλογο μοναστήρι έχει θαυμάσιο ξυλόγλυπτο τέμπλο με εικόνες εξαιρετικής τέχνης, πλούσια βιβλιοθήκη και εργαστήρια αγιογραφίας και βιβλιοδεσίας. Από τις δράσεις που ξεχωρίζουν στις μέρες μας, και έμμεσα μας αφορούν, είναι η παραχώρηση δωδεκάμισι στρεμμάτων, στην θέση ‘’Καμάρες’’, στον σύλλογο Περίθαλψης και προστασίας Αγρίων Ζώων  ‘’η Αλκυόνη’’, που εδρεύει στην Παροικιά. Ένας σύλλογος που ιδρύθηκε το 1995 και λειτουργεί σε εθελοντική βάση σκοπό την περισυλλογή, θεραπεία και επανένταξη στη φύση των αγρίων ζώων και πουλιών της ελληνικής πανίδας που για κάποιο λόγο, (και είναι πολλοί), βρέθηκαν σε θέση να χρειάζονται περίθαλψη. 

Στον κεντρικό δρόμο και πάλι, για την συναρπαστική συνέχεια. Μετά από τρεις ασφάλτινες διασταυρώσεις στρίψτε αριστερά προς Κολυμπήθρες, (υπάρχουν πινακίδες) και τον μεγάλο κόλπο της δεύτερης σε ανάπτυξη Νάουσας. Άξια προσοχής και στάσης, τα τεράστια στρογγυλεμένα βράχια, που μοιάζουν γλυπτά βγαλμένα από την έμπνευση πρωτοποριακού καλλιτέχνη. Ο μεγάλος όρμος φιλοξενεί τις παράξενες, διάσημες σε όλο τον κόσμο από παλιά, Κολυμπήθρες (10 μ Υ), με την λευκή σχεδόν, ψιλή άμμο. Μια βραχώδης, ανοιχτού γκρίζου χρώματος, γεωλογική ιδιοτροπία, ένα θαλασσινό στολίδι για όλο το νησί, εισχωρεί στην θάλασσα δημιουργώντας αλλεπάλληλους ορμίσκους. Στον χώρο υπάρχει υπαίθριο πάρκινγκ, ταβέρνα και το καλό, παλιό, κάμπινγκ ‘’Νάουσα’’. Όλη η περιοχή είναι όνειρο, αλλά, με πολυκοσμία σχεδόν όλο το καλοκαίρι. Να έρθετε όμως έτσι και αλλιώς να δείτε από κοντά αυτό το καπρίτσιο της φύσης. Τώρα, αν αυτή η επίσκεψη γίνει αρχές άνοιξης ή Σεπτέμβρη ακόμα καλύτερα.   

Η διαδρομή συνεχίζει με πρώτο στο πλάνο το νησάκι της Αγίας Καλής με το ξωκλήσι της Ανάληψης, ένα από τα τρία νησάκια που φιλοξενεί ο όρμος. Τα άλλα δύο είναι του Οικονόμου και ο Άγιος Αρτέμιος. Απέναντι απλώνεται η Νάουσα και το λιμάνι της. Μόνο δυόμισι χλμ από τις κολυμπήθρες είναι η αμμώδης παραλία του Αγ. Ιωάννου του Δέτη. Θαυμάσια θέα προς την Νάουσα, νόστιμοι μεζέδες στην ταβέρνα ενώ, ο χωματόδρομος πλέον, συνεχίζει λίγο ακόμα φτάνοντας στην βόρεια εσχατιά του νησιού, στο ακρωτήριο Κόρακας, με θέα το πέλαγος και τον φάρο στον οποίο πηγαίνετε από το πετρώδες μονοπάτι σε δέκα λεπτά. 

Η Νάουσα,(10 μ. υψ. – 97 ν.μ. από Πειραιά) είναι φημισμένο λιμάνι από παλιά με άνοιγμα εισόδου περίπου ένα ν. μ ενώ στο εσωτερικό έχει πλάτος 2 – 2,5 ν.μ. και σήμερα συγκροτεί τον δεύτερο σε μέγεθος πυρήνα ανάπτυξης του νησιού. Το τοπίο, αλλά και η πόλη, είναι πιο γραφική από την πρωτεύουσα, έχοντας κρατήσει περισσότερα παραδοσιακά στοιχεία (έχει κηρυχθεί παραδοσιακός οικισμός) που την κάνουν ξεχωριστή και πιο ‘’φιλική’’ στους περιηγητές. Τα κάτασπρα σπίτια, οι ασπρισμένες εκκλησίες, τα παλιά σοκάκια, τα σκεπαστά περάσματα και το ειδυλλιακό λιμάνι με τις λιλιπούτειες παραλίες, ‘’Μικρό’’ και ‘’Μεγάλο Πιπέρι’’ δίνουν έμφαση στην παλιά μορφή του χωριού. Η οικοδομική δραστηριότητα μεγάλη, όμως ο τόπος έχει  διαφορετική ποιότητα, αποπνέοντας ηρεμία και γαλήνη. Μπροστά από το λιμάνι της Νάουσας, είναι το μισογκρεμισμένο κάστρο κτίσμα των Βενετών αρχόντων Σομμαρίπα (1389 – 1521), γνωστής ηγεμονικής οικογενείας στο Αιγαίο. 

Κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768 – 1774, που συνοδεύτηκε από τα Ορλωφικά (δες τις Παραπομπές των Σπετσών στον ίδιο τόμο) και την αποτυχημένη εξέγερση στην Πελοπόννησο, οι Ρώσοι κατέλαβαν για ένα διάστημα τις Κυκλάδες. Έστησαν το στρατηγείο τους στο νησάκι της Αγίας Καλής, απέναντι από το λιμάνι της Νάουσας, και από εδώ εξορμούσαν, στις θάλασσες του Αιγαίου επί μια τετραετία. Σύμμαχοι τους, οχτακόσιοι περίπου Ηπειρώτες – Σουλιώτες, υπό τον Λευκαδίτη Λουίτζη Σωτήρη – απεσταλμένο του Αλεξίου Ορλώφ - που ενίσχυσαν τις ναυτικές επιχειρήσεις. Ο στόλος των Ορλώφ, συμπαρέσυρε σε αυτή την κυριαρχία και τη Νάουσα, που εκείνη την εποχή γνώρισε μεγάλες δόξες. 

Στην πόλη, λειτουργεί Λαογραφικό Μουσείο και στη Μονή Αγίου Αθανασίου Εκκλησιαστικό,από το 1963 παρακαλώ, με βυζαντινές και μεταβυζαντινές εικόνες Κρητικών και άλλων αγιογράφων, που αποτελεί τμήμα μια ευρύτερης συλλογής, (χαλκογραφίες, ξυλόγλυπτα), που οργανώθηκε με ιδιωτική πρωτοβουλία. Παλιότερα, φιλοξενείτο στο ναό του Αγίου Νικολάου, στο κάστρο της Νάουσας. Στον ίδιο χώρο υπάρχουν οι θαυμάσιες τοιχογραφίες από βυζαντινό Ναό στα Πρωτόρια Νάουσας, η αποτοίχιση και συντήρηση των οποίων έγινε, από την Αρχαιολογική υπηρεσία το 1969 – ’70. Επίσης, η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου που ξεχωρίζει για τις λαϊκότροπες τοιχογραφίες. Τους καλοκαιρινούς μήνες με βάρκα ή καΐκι (υπάρχει και δρόμος από το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής) περάστε απέναντι στον όρμο ‘’Λάγγερη’’ και την ομώνυμη απόμερη σχετικά παραλία. 

Προς βορρά είναι η άγνωστη ‘’Πλατειά Άμμος’’. Αν δεν φυσάει, είναι καλή μοναχική επιλογή. Από το λιμανάκι της Νάουσας, το ‘’Μαντράκι’’(4) ξεκινά η διαδρομή που περνά από την παραλία ‘’Άγιοι Ανάργυροι’’ (με ταβερνάκι), τον αμμουδερό όρμο Ξιφαρά, που διασταυρώνεται καταλήγοντας μετά απο επτά χλμ στην γνωστή Σάντα Μαρία ή στην Αλυκή (1,6 χλμ). Σάντα Μαρία, μια υπέροχη γαλαζοπράσινη παραλία με ψιλή χρυσή άμμο, καλαμένιες ομπρέλες, ξαπλώστρες, μπαράκι με σωστά ποτά, καλή μουσική και τουριστικό ταβερνάκι παραδίπλα. Στην μεγάλη ακτή ο κόσμος σκορπίζεται και δεν γίνεται ‘’χαμός’’. 

Αν σας απογοήτευσε η πολυκοσμία στα χωριά, εδώ έχετε τουλάχιστον άλλες δύο προσιτές επιλογές, την ‘’Αλυκή’’ στα δεξιά σας, με την βραχώδη άκρη που εισχωρεί στην θάλασσα φτάνοντας σχεδόν μέχρι το νησάκι Φιλίτζι, και την μοναχική του ‘’Ζευλογιάννη’’ πίσω από το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, και τον ομώνυμο οικισμό, αριστερά από την Σάντα Μαρία. Ακόμα πιο ερημικά τοπία, με εξαιρετική θέα, είναι οι συνεχόμενες δαντελένιες ακτές του ‘’Άργιακα’’, ‘’Γλυφάδες’’, ‘’Τσουκαλά’’, ‘’Μώλος’’, ‘’Βίγλα’’ (Καλόγερας). Τις συναντάτε στον χωμάτινο βατό ακροθαλάσσιο δρόμο από το κάμπινγκ της Αλυκής, προς το ωραίο χωριό του Αμπελά, (10 μ. υψ.) έως και τη Μάρπησσα. Τους καλοκαιρινούς μήνες από το μικρό λιμανάκι του Αμπελά, υπάρχει τακτική συγκοινωνία και ημερήσιες εκδρομές προς Νάξο, Ίο, Σαντορίνη, Μύκονο, Δήλο, Αντίπαρο και Κουφονήσια.

Η Πάρος, με τις πέντε γαλάζιες σημαίες του 2003, για την ποιότητα την καθαρότητα των ακτών και της θάλασσας της, έχει αρχίσει να αποκαλύπτεται, όσο πλησιάζετε στο όρμο του Κέφαλου, από τον παράκτιο χωματόδρομο. Τα Κυκλαδονήσια χαρακτηρίζονται για τη λιγοστή τους βλάστηση, όμως αυτό, δημιουργεί μια μοναδική αντίθεση με την χρυσαφιά καλοκαιρινή ξεραΐλα των χωραφιών, που χύνονται να ανταμώσουν το αστραφτερό γαλάζιο της θάλασσας, και του ουρανού. Το αναστηλωμένο, παλαιοχριστιανικό εκκλησάκι, του Σταυρού, δεξιά σας, και ο Άγιος Νικόλαος ‘’ο πλούσιος’’ πιο κάτω αριστερά, σας υποδέχονται σε αυτή την ιδανική, γαλήνια γωνιά, για κολύμπι. Δίπλα είναι η παραλία του Μώλου και η μεγαλύτερη του Κέφαλου. Ιδανικός χώρος για να χαλαρώσετε με την ησυχία σας και να δροσιστείτε στα πεντακάθαρα νερά. Στην απέναντι μεριά, κάτω από την σκιά του λόφου Αντικέφαλος (Δικέφαλος των ντόπιων) είναι ο Άγιος Νικόλαος ‘’ο φτωχός’’, ο μόλος, οι ψαρόβαρκες, και τα καΐκια που στριμώχνονται να χωρέσουν, ενώ η προκυμαία είναι γεμάτη τραπέζια από τη διπλανή ταβέρνα. 

Ανεβαίνοντας προς τους χαρακτηρισμένους παραδοσιακούς, οικισμούς Μάρμαρα (20 μ. υψ.) και Πρόδρομος (Παλιά Δραγουλάς – Τραγουλάς 30 μ. υψ.) θα περάσετε έξω από την πόρτα της μικρής εκκλησίας του Αγίου Σάββα (16ος αι.) δίπλα στο γυμνάσιο Αρχίλοχου. Δείτε το παμπάλαιο περίτεχνο καμπαναριό και περπατήστε στο μικρό αγροτικό οικισμό με τα παλιά αρχοντόσπιτα και τους βασιλικούς, μέσα από στους χρωματιστούς ντενεκέδες. Από τον Πρόδρομο, αρχίζει το βυζαντινό πλακόστρωτο καλντερίμι που κατευθύνεται στις Λεύκες και είναι για τον επισκέπτη, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εξόρμηση. Ξεκινά από τον κεντρικό δρόμο, δίπλα από το κοιμητήριο, περνά από την οικία Ιωάννη Βραχωρίτη και ανεβαίνει στις Λεύκες. Υπάρχουν πινακίδες της Αρχαιολογικής, (οι κλασικές, με το καφέ χρώμα και τα κίτρινα γράμματα) που βοηθούν. Η διαδρομή δεν είναι πάνω από μια ώρα. Περισσότερες πληροφορίες στα Δ.Δ. Πρόδρομου και Λευκών. 

Το κεφαλοχώρι της Μάρπησσας (παλιά Τσιπίδος στα 40 μ Υ) αστράφτει στον Ήλιο γύρω από την παλιά εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα. Στο χωριό, εκτός από την Βυζαντινή Πινακοθήκη που στεγάζετε δίπλα από την νέα εκκλησία της Μεταμόρφωσης, με εκθέματα κυρίως παλιές ενδιαφέρουσες βυζαντινές εικόνες, διαθέτει και ένα φροντισμένο Λαογραφικό Μουσείο από τα πιο ωραία του νησιού.Το δυσεύρετο πλεονέκτημα του, είναι ότι στεγάζεται σε ένα παραδοσιακό σπίτι εξοπλισμένο με όλο το νοικοκυριό της εποχής, ξαναζωντανεύοντας με ακρίβεια το παρελθόν. Πραγματικά οι επισκέπτες βλέποντας αυτή την πλούσια, πρωτόγνωρη παρουσίαση, μεταφέρονται σε άλλη χρονική περίοδο. Αυτό όμως που δεν πρέπει να ‘’χάσετε’’, είναι το περίφημο Μουσείο Νίκου Περαντινού που έχει φιλοτεχνήσει τα περισσότερα έργα που βλέπουμε σε διάφορα σημεία του νησιού, της Ελλάδος, και του εξωτερικού. Στον Νίκο Περαντινό απενεμήθη από την Ακαδημία Αθηνών, τον Μάρτιο του 1991, το σημαντικό ‘’Αριστείο καλών Τεχνών στον Τομέα της Γλυπτικής’’. 

Ο δεξιοτέχνης γλύπτης δούλεψε και με τον Παριανό Λυχνίτη και δημιούργησε, μεταξύ των άλλων, την ‘’Κόρη της Πάρου’’. Τα περισσότερα έργα του - κυρίως προτομές - είναι από Πεντελικό μάρμαρο, γιατί, την εποχή που τα φιλοτέχνησε ήταν όχι μόνο δύσκολη, αλλά και εξαιρετικά ασύμφορη η εξόρυξη από το βάθος των λατομείων. Έργα του πολυβραβευμένου καλλιτέχνη εκτίθενται σε κτίριο που έχει παραχωρηθεί από το δημοτικό διαμέρισμα Μάρπησσας. Παράλληλα, έχει δωρίσει το εργαστήριό του στην Παροικιά – στην Αγία Άννα – όπου κάθε καλοκαίρι πραγματοποιούνται σεμινάρια, σε δύο κύκλους, Μαρμαρολατίπα (ψηφιδωτό) και – Μαρμαρογλυπτική. Τα σεμινάρια είναι ανοιχτά σε όλους όσους θα ήθελαν να μάθουν αυτές τις τεχνικές. Ενόψει δε, του 2004, θα εκτεθούν Εικοσιεννέα έργα μικρογλυπτικής στο εργαστήριό του στην Παροικιά.  

Τρεις πολύ όμορφες διαδρομές ξεκινούν από την Μάρπησσα, μέσα από το χωριό. Η πρώτη σκαρφαλώνει ανατολικά στον διπλανό λόφο του Κέφαλου, που έτσι κι’ αλλιώς, δεν περνά απαρατήρητος λόγω ύψους. Από αυτό το σημείο έχετε πολύ ωραία θέα προς τον κάμπο τον όρμο του Κέφαλου και την Νάξο. Εδώ υπάρχουν ακόμα τα ερείπια της βενετικής οχύρωσης του 1260, (την ίδια περίοδο έγιναν τα κάστρα στην Παροικιά στην Νάουσα και στον Κέφαλο), ενισχυμένα από τον Βενιέρη (1521), και τον τελευταίο των ηγεμόνων Βερνάρδο Σαγρέδο (1536) ο οποίος, διατήρησε την διοίκηση εδώ, όπως είχε εγκατασταθεί από την εποχή του Νικολάου Σομμαρίπα, (1462 – 1505). Τα τείχη όμως, όσο ψηλά και αν ήταν δεν τον προφύλαξαν και παρά την ηρωική άμυνα, το κάστρο και μαζί του η Πάρος, (1537) έπεσε στα χέρια του διαβόητου Έλληνα εξωμότη, πειρατή από τη Μυτιλήνη, Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, ερημώθηκε και με το πέρασμα του χρόνου μετεβλήθη, (όπως πολλά νησιά του Δουκάτου του Αιγαίου) σε πειρατικό κρησφύγετο. 

Σε όλη την διάρκεια του 17ου αι. ο μοναχισμός γνώρισε ιδιαίτερη ακμή στην Πάρο. Ήδη, από τον 16ο αι. είχαν δημιουργηθεί αξιόλογα μοναστικά κέντρα, ένα από αυτά, η Μονή Αγίου Αντωνίου στην κορφή σχεδόν του λόφου. Μαζί με τον Άγιο Χαράλαμπο ανήκει στις μονές που σημείωσαν αξιόλογη ανάπτυξη και πρόσφεραν πολλά στο νησί. Τόσο ο Άγιος Αντώνιος όσο και ο Άγιος Χαράλαμπος ανήκαν στην ιδιοκτησία του βοεβόδα της Μολδοβλαχίας Νικολάου Π. Μαυρογένη (1735 – 1790), που καταγόταν από την Πάρο (θείος της εξέχουσας μορφής του αγώνα της Ανεξαρτησίας Μαντώς Μαυρογένους), στην οποία έκανε πολλά έργα και δωρεές. 

Η δεύτερη κατευθύνεται προς το σχεδόν έρημο τον χειμώνα παραθεριστικό οικισμό Πίσω Λιβάδι, (10 μ Υ) που εκτός από την ωραία παραλία και το λιμανάκι σώζεται ακόμη ο Άγιος Γεώργιος ο Θαλασσίτης μια από τις πιο αξιόλογες εκκλησίες του νησιού. Η αρχαιολογική του αξία είναι αντιστρόφως ανάλογη του μεγέθους του. Δέσποζε στην κορυφή ενός λόφου και έβλεπε το Αιγαίο και το μικρό γραφικό κάποτε λιμανάκι. Κατά τον βυζαντινολόγο καθηγητή Αναστάσιο Ορλάνδο, (Οι μεταβυζαντινοί ναοί της Πάρου) το ξωκλήσι αυτό είναι του 13ου αι. και οι τοιχογραφίες του από τα μέσα του 14ου αι. δηλαδή είναι οι αρχαιότερες της Πάρου. Δυστυχώς θα πρέπει ψάξετε να το βρείτε πίσω από το ξενοδοχείο! και τις εξοχικές κατοικίες. Πάλι καλά που δεν τον γκρέμισαν για να κάνουν πάρκινγκ. Αλλά επειδή τίποτα δεν αποκλείεται, να το δείτε τώρα, και να το φωτογραφίσετε. 

Η τρίτη και καλύτερη διαδρομή, ξεκινά με νοτιοανατολική κατεύθυνση, περνά έξω από τον ερειπωμένο και πολυφωτογραφημένο  Τούρλο, με τις μακριές ξερολιθιές, και ανεβαίνει στην πλαγιά της οροσειράς της Μάρπησσας περίπου στα 400 μ. Υ, όπου βρίσκεται το αντρικό μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου. Ο δρόμος, με τις πολλές διασταυρώσεις θα προσπαθήσει να σας μπερδέψει, όμως εσείς δείτε το μοναστήρι που κρέμεται γαντζωμένο στον βράχο, όπως επίσης διακρίνεται και ο δρόμος που φτάνει ως εκεί, ‘’χαράξτε’’ την διαδρομή και πηγαίνετε, είναι εκπληκτικά, και δεν θα κάνετε πάνω από είκοσι λεπτά. 

Η ίδρυση της Μονής ανάγεται στο πρώτο μισό του 17ου αι. Ανακαινίστηκε το 1682 και το 1691, επί Οικουμενικού Πατριάρχη Καλλίνικου και έγινε πατριαρχικό σταυροπήγιο. Έχει καλοδουλεμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο, που αργότερα επιχρυσώθηκε, ενώ οι εικόνες του ναού φιλοτεχνήθηκαν το 1699 από τον Νικόδημο Γεράρδη. Από εκεί, όπως και από τον Άγιο Αντώνιο, κατοπτεύετε ολόκληρο το ανατολικό μέρος της Πάρου από τον Άργιακα μέχρι τον Δρυό και το Δρυονήσι.

Ο έφορος κάμπος των χωριών Μάρπησσα, Πρόδρομος, Μάρμαρα που απλώνεται εμπρός σας υπήρξε από παλιά ο κυριότερος τροφοδότης αγροτικών προϊόντων του νησιού. Λένε ότι ο μαζικός τουρισμός έσωσε του Κυκλαδίτες και αυτό είναι, εν μέρει, σωστό αλλά δεν ισχύει για όλα τα νησιά. Ισχύει για όσα δεν είχαν πολλές καλλιέργειες και δεν παρήγαγαν κάτι αξιόλογο. Αυτά τα νησιά, έδωσαν το βάρος τους στον μαζικό τουρισμό καταστρέφοντας το φυσικό τοπίο, ‘’ξεχνώντας’’ τις οικογενειακές εκμεταλλεύσεις της γης, και τις συνέπειες της αλόγιστης τουριστικής ‘’ανάπτυξης’’. Και η Πάρος παρασύρθηκε από αυτόν τον οικονομικό – οικοδομικό οργασμό, εν μέρει όμως από τις επενδύσεις των ξένων προς τον τόπο, και όχι των Παριανών. Δεν άφησαν οι γεωργοί την γη τους ακαλλιέργητη. Υπάρχουν, όπως παντού, και τέτοιες περιπτώσεις όμως, είναι οι εξαιρέσεις εδώ. Εξήντα χιλιάδες στρέμματα που αποτελούν το 28% της έκτασης των νησιών Πάρου και  Αντιπάρου καλλιεργούν οι γεωργοί των νησιών αυτών, από τα οποία τα 25 – 30.000 στρ είναι σιτηρά. Το σύνολο των βοσκοτόπων που εκμεταλλεύονται για την κτηνοτροφία εκτιμάται ότι είναι 88.000 στρ. 

Εύκολα από αυτά τα στοιχεία, συνάγεται ότι η Πάρος δεν είναι μόνο τουρισμός. Αξίζει να σημειωθεί ότι το νησί θεωρείται παραγωγικό, όχι μόνο γιατί είναι ζώνη που εξάγει ντόπια κρασιά ονομασίας προέλευσης ανωτέρας ποιότητος, (6,5 – 7.000 στρ αμπέλια), που υπάρχουν πλέον σε όλη την Ελλάδα, αλλά και γιατί έχει δικά του γαλακτοκομικά, λάδι (8 – 10.000  ελαιόδεντρα), άφθονα λαχανικά, κηπευτικά (6.000 στρ), και φρούτα, τόσο από μικρές καλλιέργειες όσο και από οργανωμένες με ελαιουργείο, οινοποιείο, και τυροκομείο. Βέβαια, το καλοκαίρι που το νησί κατακλύζεται από κόσμο, που να φτουρήσουν μόνο τα τοπικά προϊόντα. Επισκεφθείτε στην Παροικιά, την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Πάρου για να ψωνίσετε πραγματικά τοπικά προϊόντα.

Το βοριαδάκι εδώ πάνω φαίνεται να δυναμώνει, τα λευκά σύννεφα ‘’τρέχουν’’ γρηγορότερα στον γαλάζιο ουρανό, ομορφαίνοντας τον, προσθέτοντας γοητεία σε όλη την Νότια πλευρά της Πάρου. Παρά την τουριστική ανάπτυξη της παραλίας, αυτή η πλευρά είναι πιο κοντά στον επισκέπτη κρατώντας, σε πολλά θέματα, την παράδοση και την απλότητα που λείπει από τα τουριστικά ανεπτυγμένα βορειοδυτικά παράλια. 

Ακολουθώντας τον κεντρικό δρόμο προς τον Δρυό,(20 μ. υψ) περνάτε τον σχεδόν εγκαταλειμμένο, τον χειμώνα, οικισμό του Λογαρά με την ομώνυμη παραλία, (με πολύ κόσμο τα καλοκαίρια) τη ‘’Μεσάδα’’, και τα ‘’Τσερδάκια’’ μπαίνοντας σιγά – σιγά στον μαγικό κόσμο του surfing. ‘’Αγκάλη Χρυσής Ακτής’’, ‘’Χρυσή Ακτή’’, μία κρυφή, ‘’Δρυός’’, ‘’Πυργάκια’’, ‘’Λωλαντώνη’’ (διάσημη από παλιά – αλλά τελευταία δεν έχει κόσμο), ‘’Πούτ’’, ‘’Ιταλός’’ (με τα πόδια), ‘’Γλύφα’’, ‘’Πετρή’’ (Τρυπητή). Όλο αυτό το κομμάτι της Πάρου είναι από τα πιο αξιόλογα. Οι περισσότερες παραλίες έχουν εύκολη πρόσβαση, ενώ ορισμένες επικοινωνούν με στενά τσιμεντοστρωμένα δρομάκια. Η τεράστια αμμουδερή παραλία της Χρυσής ακτής (Golden Beach) αλλά και τα νησάκια Δρυονήσι, Μακρονήσι, Πρασονήσι, προσθέτουν στο φυσικό περιβάλλον και συγκεντρώνουν πολλούς surfers και μη, από όλον τον κόσμο. 

Εδώ ξεκίνησε να πραγματοποιείται γύρω στον Δεκαπενταύγουστο, σε πανελλήνιο επίπεδο αρχικά, παγκόσμιο λίγα χρόνια αργότερα, το μεγαλύτερο ετήσιο πρωτάθλημα windsurf στην χώρα. Αυτό, στάθηκε έναυσμα οικοδομικής δραστηριότητας για όλη την παραλιακή ζώνη. Υπάρχουν πολλά καταστήματα που θα καλύψουν κάθε ανάγκη όπως υπάρχουν και ωραίες ορεινές διαδρομές για όσους δεν τους ενθουσιάζουν αυτά. 

Αμέσως μετά τον Δρυό θα δείτε την πινακίδα που λέει  Άσπρο Χωριό (160 μ Υ). Μηδενίστε και οδηγήστε προς τα εκεί. Μόλις φτάσετε στο χωριό το κοντέρ θα γράφει περίπου 3, 2 χλμ. μηδενίστε πάλι και διαλέξτε διαδρομή ή προς Αγίους Θεοδώρους (3,0 χλμ), ή προς Λαγκάδα (4,3 χλμ) το ψηλότερο χωριό της Πάρου (400 μ. υψ.) με τρεις κατοίκους (‘01) από δεκαπέντε (‘91) που είχε. Και οι δύο, καταλήγουν στον ‘’κεντρικό’’ προς Λεύκες ή Άγιους Πάντες (κορυφή). Στην πρώτη επιλογή θα ανεβείτε τον χωματόδρομο προς την μεριά του βουνού της Μάρπησσας φθάνοντας στην μοναδική δστ, όπου δεξιά, σε λιγότερο από ένα χλμ, είναι το πανέμορφο Μοναστήρι των Αγίων Θεοδώρων. Συνολικά 6,2 χλμ από τον Δρυό, και έχετε βρεθεί πάνω στο βουνό σε ένα περιβάλλον που κάθε άλλο παρά νησί θυμίζει. Από εδώ έχετε δύο εξ’ ίσου ωραίες επιλογές.

Η πρώτη είναι να συνεχίσετε δεξιά προς τον ανηφορικό χωματόδρομο διασχίζοντας τοπία απέριττα, ξωκλήσια ξεχασμένα, βαθιές χαράδρες, να αγνοήσετε την πρώτη δστ αριστερά, και να βγείτε στον ‘’κεντρικό’’ δρόμο που δεξιά πάει στην Μονή Αγίου Ιωάννου Καπαρού, καταλήγοντας στις Λεύκες για καφέ στον Λουκά, και αριστερά σε δυόμισι χλμ, πηγαίνει στο πιο ψηλό σημείο της Πάρου – 771 μ. υψ. - τους Αγίους Πάντες, με το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, πνιγμένο στις αντιαισθητικές κεραίες. Από εδώ, η θέα είναι απεριόριστη. Ειδικά αν ανεβείτε πρωί με διαύγεια, το πανόραμα από τα νησιά που θα αντικρίσετε είναι έξω από κάθε περιγραφή. Ολόκληρη η Πάρος, η Νάξος, η Αντίπαρος με όλα τα μικρονήσια τριγύρω, Σίφνος, Ίος κ.α.

Η άλλη επιλογή είναι να κατηφορίσετε τον τσιμεντόδρομο από τους Αγίους Θεοδώρους να περάσετε μέσα από το όμορφο ορεινό Καμάρι,(350 μ. υψ.),στην παραδοσιακή Αγκαιριά (40 μ. υψ.) για ζυμωτό ψωμί, καταλήγοντας στην παραλία της ανεπτυγμένης Αλυκής, (10 μ. υψ.), με την απαράμιλλη θέα στα απέναντι νησάκια - που είναι ψαρότοποι - Τηγάνι, Παντερονήσι, Γλαρόμπι. Στο χωριό, υπάρχουν από τα ομορφότερα εστιατόρια - ψαροταβέρνες του νησιού, και η ατμόσφαιρα, ειδικά το βράδυ, είναι πολύ ζεστή και βέβαια πολύ ρομαντική. Στην Αλυκή επίσης είναι και ο όμορφος ξενώνα ‘’Βίλα Κονιτόπουλου’’ στο εσωτερικό της οποίας μπορείτε να θαυμάσετε το πορτρέτο του αξέχαστου βάρδου της νησιώτικης μουσικής μας παράδοσης, Γιώργου Κονιτόπουλου, καθώς και τους χρυσούς και πλατινένιους δίσκους επιβράβευση της δισκογραφικής του δουλειάς.

Λίγο έξω από την Αλυκή, στην τοποθεσία ‘’Σκορπιός’’, δίπλα από το αεροδρόμιο αξίζει με το παραπάνω να επισκεφθείτε το λαογραφικό μουσείο (Κυκλαδίτικη Λαογραφία το ονομάζει ο ίδιος) του Μπενέτου Σκιαδά. Γιος ψαρά ο Μπενέτος, εργάτης της Θάλασσας και πλοιομοντελίστας όπως αποδείχθηκε, ξεφόρτωσε τις εμπειρίες του σε αυτόν τον φιλόξενο χώρο. Και τι εμπειρίες!! αντίγραφα ακριβείας από Γριγρί, ανεμότρατες, ατμόπλοια, τρεχαντήρια, σφουγγαράδικα, σε μορφή μινιατούρας. Στον περίβολο του μουσείου συμπληρώνουν τις γνώσεις των νεοτέρων ο θαυμάσιος ανεμόμυλος και νερόμυλος σε τομή (για να φαίνονται πως δουλεύουν), περιστερώνες, το μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας Αμοργού, και άλλα που έχουν μετατρέψει αυτόν τον  πολυχώρο, σε οικομουσείο και ναυπηγείο ταυτόχρονα. Μεγάλη η προσφορά του Μπενέτου Σκιαδά στην λαϊκή παράδοση της Πάρου, και έχει βραβευθεί για αυτό, από τον πρόεδρο του Δημοτικού Διαμερίσματος Αγκαιριάς. 

Ο κύκλος του νησιού μοιάζει να τελειώνει αλλά η Πάρος έχει αμέτρητες ομορφιές. Μετά την Αλυκή ο δρόμος συνεχίζει και εύκολα ο επισκέπτης φτάνει στην Παροικιά, (12,9 χλμ) ή την Πούντα, (8, 9 χλμ), (5 μ. υψ.)  γνωστή στους surfers, με όμορφη παραλία, αν αυτός είναι ο προορισμός.  Όμως, μετά το αεροδρόμιο ξεκινά δεξιά σας, μια ασφαλτοστρωμένη άγνωστη διαδρομή που οδηγεί σε ένα μαγευτικό ξεχασμένο μικρό οικισμό. Περάστε το λατομείο που πληγώνει τον χώρο, και ανεβείτε μέχρι εκεί που ο δρόμος στενεύει, κοντά στην εκκλησία του Άγιου Χαράλαμπου. Μην συνεχίσετε ευθεία γιατί είναι αδιέξοδο, αλλά δεξιά. Θα περάσετε τον Άγιο Κωνσταντίνο φτάνοντας στην μοναχική Ανερατζά με τις σπάνιες Παριανές αγροικίες ενώ λίγο πιο πάνω, εκεί που σταματά ο δρόμος, είναι οι Δάφνες. Ωραίος τόπος, ορεινός και δύσβατος με τα παραδοσιακά αυτόνομα αγροτόσπιτα - κατοικίες ‘’κατοικιές’’ των ντόπιων, τις αναβαθμίδες που εξοικονομούν χώρο και που παλιότερα χρησίμευαν για πληθώρα καλλιεργειών. 

Μέσα στα πολλά δείγματα μιας άφθαστης πλαστικότητας, που χαρακτηρίζει όλα τα παλιότερα αλλά και τα καινούργια κτήρια – κατοικίες, θα συναντήσετε αρχιτεκτονικά στοιχεία υψηλής αισθητικής, που αποτελούν χαρακτηριστικά της λαϊκής αρχιτεκτονικής του νησιού. Αυτό υποστηρίχθηκε, από την ανάγκη κατασκευής σπιτιών όχι χάριν εντυπωσιασμού, αλλά σύμφωνα με τις πραγματικές, επιβεβλημένες ανάγκες, και τα υπάρχοντα υλικά. Ξεχωρίζουν δύο κύριες κατηγορίες οικισμών. Αυτές που κτίσθηκαν συγκροτημένα, όπως οι Λεύκες, και εκείνες που έχουν δημιουργηθεί από μεμονωμένες αυτόνομες αγροτικές κατοικίες, τις περίφημες ‘’κατοικιές’’.

Στην παραθαλάσσια επιστροφή σας προς Παροικιά υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα διαδρομή που παρακάμπτει όλη την παράκτια ζώνη και μπαίνει κατ’ ευθείαν στον περιφερειακό της. Εξυπακούεται, ότι μπορείτε να την χρησιμοποιήσετε εξ’ ίσου καλά για να βγείτε από την πρωτεύουσα του νησιού. Λίγο μετά την δστ για Πούντα και κοντά στην ωραία παραλία της Αγίας Ειρήνης με το ομώνυμο εκκλησάκι, τη σκιά από τα θαλασσινά πεύκα (αρμυρίκια), και τους τεράστιους φοίνικες, φεύγει δεξιά σας – ανατολικά – ο δρόμος που οδηγεί στο μοναστήρι της Μεταμορφώσεως του Χριστού ή του Αγίου Αρσενίου (2,3 χλμ). 

Ο Άγιος Αρσένιος υπήρξε Πνευματικός του γυναικείου μοναστηριού και απεβίωσε εδώ στις 31 Ιανουαρίου 1877. Οι ντόπιοι το λένε μονή Χριστού στο Δάσος ή του Αγίου Αρσενίου, αφού εδώ βρίσκεται το μνήμα του, πάνω στο οποίο ανεγέρθη ο Ναός. Πλήθος πιστών από την Πάρο και από τα γύρω νησιά συρρέει εδώ και γιορτάζει εκτός από την Μεταμόρφωση, και στις 31 Ιανουαρίου ημερομηνία που κοιμήθηκε ο Άγιος, και στις 18 Αυγούστου. Ο Άγιος Αρσένιος ο νέος (1800 – 1877) ανακηρύχθηκε Άγιος από την Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου το 1969. Ακριβώς στην γωνία του μοναστηριού, ο δρόμος κατηφορίζει ή προς τις Πεταλούδες (1,0 χλμ), έναν εξαιρετικό κατάφυτο τόπο που πάνω στα δέντρα του και τις φυλλωσιές, φιλοξενούνται μεγάλοι πληθυσμοί νυχτοπεταλούδων ή πάλι κατηφορικός προς Άγιο Νικόλαο (900 μ) - Κακάπετρα (2,4) – Παροικιά (3,4). Και σε αυτή την ωραία παράκαμψη περνάτε μέσα από μια πράσινη κοιλάδα, οικισμούς, καλλιεργημένες εκτάσεις, εκκλησάκια, ‘’παίρνοντας’’ εικόνες από μιαν άγνωστη Πάρο, ένα νησί που ξέρει να γοητεύει όσους ζητούν και ψάχνουν κάτι παραπάνω από αυτό που διαφημίζεται. 

Το τέλος της παραθαλάσσιας διαδρομής, σας βρίσκει πάλι στην αδιαμφισβήτητη βασίλισσα του νησιού την Παροικιά. Αυτή τη φορά φύγετε στην διασταύρωση του βενζινάδικου ανατολικά – δεξιά – προς Λεύκες και το καθαρό ορεινό τμήμα της Πάρου. Θα περάσετε τον Έλητα, και στο πέμπτο χλμ στο Μαράθι (180 μ Υ) θα στρίψετε δεξιά προς τα αρχαία λατομεία μαρμάρου. Το πρώτο εκκλησάκι που βλέπετε δεξιά σας είναι η Αγία Παρασκευή και μετά από ένα χλμ πάνω στον λόφο ο Άγιος Μηνάς. Λίγο μετά, αριστερά σας, είναι οι τρεις είσοδοι, (η τρίτη είσοδος – η μεσαία – δεν είχε αναφερθεί, μέχρι που χαρτογραφήθηκε από μέλη της Σπηλαιολογικής εταιρείας), του αρχαίου λατομείου που φέρει το όνομα των Νυμφών από το λιθανάγλυφο με την παράσταση Πάνα και Νυμφών που είναι στην δεξιά του είσοδο.

Να έχετε φακό μαζί σας και να μπείτε μέσα στις παλιές στοές, στους αρχαίους και νεότερους διαδρόμους με χαραγμένα ονόματα στους τοίχους που οδηγούν σε βαθιές ανήλιαγε σπηλιές. Τα λατομεία στο Μαράθι ανοίχθηκαν κατά την Αρχαϊκή εποχή (7ος αι π.Χ.) και μεταξύ των άλλων τύπων μαρμάρου εξήγαγαν και τον μοναδικό ‘’λυχνίτη’’ ή φεγγίτη λίθο. Μια φημισμένη ποικιλία με μοναδικές ιδιότητες, που έγιναν γρήγορα αντιληπτές από τους διάσημους γλύπτες, λευκότητα, λάμψη και εντυπωσιακή διαφάνεια. Το φως διεισδύει και διαχέεται σε βάθος 3,5 χιλιοστών ενώ στο μάρμαρο της Ιταλικής Καράρα (Απουανές Άλπεις) σε 2,5 χλστ, και στο Πεντελικό στα 1,5 χλστ. Αυτές οι ιδιότητες ήταν που το κατέστησαν απαράμιλλο στην λάξευση μνημείων και ιδίως αγαλμάτων. Εκτός της ανάπτυξης σε οικονομικό επίπεδο (η Πάρος έγινε κέντρο εξαγωγής της Πάριας Λίθου), συνέβαλε καθοριστικά στην ανάπτυξη της γλυπτικής τέχνης και στην εξύψωση της αρχιτεκτονικής ιδιαίτερα στους κλασσικούς χρόνους, 5ος – 4ος αι. π.Χ., που θεωρούνται η χρυσή εποχή της Πάρου.

Μοναδικά αριστουργήματα της αρχαιότητας και μνημεία, όπως οι αετωματικές συνθέσεις του ναού του Διός στην Ολυμπία, η Αφροδίτη της Μήλου, ο Ερμής του Πραξιτέλη, η Νίκη της Σαμοθράκης ο ναός του Απόλλωνα στην Δήλο, ο ναός του Ποσειδώνα στο Σούνιο, η αρχαία Αγορά της Αθήνας, η Νίκη του Παιωνίου και πολυάριθμα άλλα δημιουργήθηκαν με το μοναδικό αυτό είδος μαρμάρου. Στο νησί διέπρεψαν πολλοί Πάριοι καλλιτέχνες. Από τους γνωστότερους για τα έργα τους, με παριανό μάρμαρο, είναι οι κορυφαίοι γλύπτες (Σκόπας, Θρασυμήδης, Αριστίωνας, Αγοράκριτος), που γλυπτά τους βρέθηκαν διάσπαρτα από τη Μαύρη θάλασσα μέχρι την Αίγυπτο, και από τα ιωνικά παράλια της Μικρά Ασίας μέχρι τις Στήλες του Γιβραλτάρ. Επίσης γνωστοί καλλιτέχνες υπήρξαν οι ζωγράφοι (Νικάνορας, Αρκεσίλαος) ενώ στην λυρική ποίηση ο Αρχίλοχος(5), τον οποίο οι αρχαίοι θεωρούσαν ισάξιο με τον Όμηρο. Πρόσφατες ανασκαφές και συνέδρια(6), επιβεβαίωσαν την οικονομική ευρωστία της Πάρου στην αρχαιότητα, καθώς και την παρουσία αριθμού σημαντικών εγχώριων εργαστηρίων γλυπτικής. 

Μπορείτε εύκολα να γυρίσετε πίσω, στον κεντρικό δρόμο, και να πάτε μέσα από τον καταπράσινο πευκώνα στα στενά δρομάκια του Κώστου,(160 μ. υψ) ενός όμορφου παραδοσιακού χωριού, και από εκεί να βγείτε στον δρόμο για τις Λεύκες. Όμως, υπάρχει μια εντουράδικη διαδρομή που ξεκινά από τα λατομεία, περνά κοντά από την Πέρα Παναγιά φτάνει στα Πάνω Βουνιά όπου διακλαδώνεται και ευθεία πάει στην Αγία Κυριακή ενώ αριστερά – ανατολικά – βγαίνει στον κεντρικό δρόμο – πάνω στο πέταλο – λίγο πριν τις Λεύκες

Δεύτερη, ωραία, άγνωστη και φυσικά χωμάτινη διαδρομή συνεχίζει από την προαναφερθείσα Αγία Κυριακή, (μονοπάτι βατό με ελαφρύ εντουράκι χωρίς φορτίο) και βγάζει στην γυναικεία Ι. Μ. Παναγίας της Μυρτιδιώτισσας περισσότερο γνωστής ως Μονής Θαψανών, (Θαψανά - τοπωνύμιο της περιοχής) και κατηφορίζει προς τον Έλητα. Ο αείμνηστος ηγούμενος της μονής Λογγοβάρδας Φιλόθεος Ζερβάκος ανακαίνισε το μοναστήρι (1935), που παλιότερα, ήταν μετόχι της Νέας Μονής Χίου και ήταν αφιερωμένη στην Υπαπαντή του Κυρίου (17ος αι.). Πιο πάνω από τη μονή υπάρχουν επίσης θέσεις αρχαίων λατομείων. Στο μεγαλύτερο από αυτά, ανακαλύφθηκαν κάτω από τεράστιους βράχους τρεις ανθρώπινοι σκελετοί μαζί με σιδερένια σφήνα. Οι ερευνητές αρχαιολόγοι είναι σίγουροι ότι πρόκειται για αρχαίους λατόμους, που σκοτώθηκαν εξαιτίας της πτώσης βράχων. 

Οι αρχοντικές Λεύκες, (200 μ. υψ.) στα ορεινά του βουνού της Μάρπησσας, είναι στην πορεία σας μετά τον Κώστο. Ο οικισμός προστατεύεται από δύο λόφους, απ’ όπου η θέα στην θάλασσα είναι απολαυστική. Το χωριό, πιθανώς ιδρύθηκε το 16ο αι. από πρόσφυγες που ήρθαν από την Κρήτη και την Πελοπόννησο, αλλά και από Παριανούς που ήθελαν να βρουν καταφύγιο από τους πειρατές που έκαναν επιδρομές στους παραθαλάσσιους οικισμούς. Η λευκή εκκλησία που δεσπόζει στον χώρο είναι η Αγία Τριάδα (1830), με τα περίτεχνα μαρμάρινα καμπαναριά της, αποτελεί  το καμάρι των κατοίκων. Το τέμπλο και το ιερό είναι περίτεχνα σκαλιστά σε μαρμάρινες επιφάνειες από τους εξαιρετικούς Παριανούς τεχνίτες. 

Ξύλινα αντικείμενα, οικιακά σκεύη και εργαλεία έχουν συγκεντρωθεί με την βοήθεια των κατοίκων και την φροντίδα του πολιτιστικού συλλόγου στο Λαογραφικό Μουσείο Λευκών. Στις ήσυχες γωνιές των Λευκών, θα βρείτε υφαντά από ντόπιες υφάντρες με παραδοσιακά τοπικά σχέδια και εργαστήρια κεραμικής. Το καφεδάκι στο υπεραιωνόβιο παραδοσιακό καφενείο του Λουκά θα τελειώσει γρήγορα αναζητώντας τον δρόμο, (λίγο πριν το κέντρο του χωριού δεξιά) προς τον Άγιο Στέφανο και το Μοναστηράκι του Αι – Γιάννη Καπαρού. Αυτή η διαδρομή βγάζει πιο εύκολα στην κορυφή του βουνού, και είναι κατά ένα μεγάλο μέρος της, ίδια με αυτή που ξεκινά από το Άσπρο Χωρίο, την Λαγκάδα ή τους Αγίους Θεοδώρους. Σίγουρα όμως, είναι αυτή που σας ξεναγεί μεγαλόπρεπα την ορεινή Πάρο, βγάζοντάς σας στην πίσω μεριά του νησιού (Αγκαιριά – Αλυκή) από τον συντομότερο δρόμο ικανοποιώντας ταυτόχρονα όλες τις αισθήσεις. 

Ο ήλιος αρχίζει να χαμηλώνει, οι περίπατοι σταματούν σε κάποιο ακρογιάλι, και η γνωριμία με το νησί της Πάρου σταματά για σήμερα. Οι διαδρομές, και οι περιγραφές που προαναφέρθηκαν είναι απόσταγμα δεκαετιών, όμως το νησί, διαθέτει τεράστια αρχαιολογικά και πολιτιστικά αποθέματα. Ανάλογα την παρέα, η Πάρος δείχνει το αντίστοιχο πρόσωπο, πάντα σε αρμονία όμως με την εποχή. Αυτό που θα προσέξετε και εσείς είναι, ότι για να ολοκληρωθεί μια διαδρομή, παίρνουμε υπ’ όψιν μας τα δεκάδες εκκλησάκια που βρίσκονται παντού, και με τον τρόπο τους λειτουργούν σαν ‘’οδοδείκτες’’, στους παλιούς κακοτράχαλους δρόμους, εκεί που ακόμα ταξιδεύει η παράδοση. Είναι αυτό που επισημάνθηκε στην αρχή της γνωριμίας με το νησί. Ότι η ανάπτυξη και η παράδοση είναι πιασμένες χέρι – χέρι με την πίστη. Αυτό είναι το νησί, αρχαιολογικοί χώροι, χρωματιστά πορτοπαράθυρα, ασπρισμένες αυλές, μοναστήρια και καμάρες, ξωκλήσια και μαρμάρινες κρήνες, δαντελωτές παραλίες, κάτασπρες εκκλησιές. Η ενδοχώρα με τα ορεινά της περάσματα, τις καλλιεργημένες κοιλάδες και τα γραφικά χωριά, τα αμπέλια, οι αγριοσυκιές και τα μποστάνια. 

Μέσα από τους ίσκιους που γεννά το πρώτο φως στο ήρεμο τοπίο, γλιστρήστε από άκρη σε άκρη στο νησί γνωρίζοντας μιαν γνήσια αιγαιοπελαγίτικη κόρη, ένα από τα πιο φωτεινά κοσμήματα των Κυκλάδων. Και να θυμάστε ότι πάντα θα υπάρχουν ήσυχες γωνιές, και γιορτές για να γιορτάσετε και να χαρείτε, μαζί με τους Παριανούς, την φιλοξενία. 

Σημειώσεις:

(1)  Παραδόσεις για την Εκατονταπυλιανή: Η πρώτη αναφέρει ότι: το πλοίο που ταξίδευε η Αγία Ελένη προς τα Ιεροσόλυμα για την εύρεση του Τιμίου Σταυρού, λόγω θαλασσοταραχής, έπιασε λιμάνι στην Πάρο. Εκεί η Αγία Ελένη προσευχήθηκε στην Παναγία να βρει τον σταυρό, και έταξε την ίδρυση ναού στην περίπτωση που αυτό επιτευχθεί. Επικρατέστερη έτσι, είναι η εκπλήρωση του τάματος της Αγίας Ελένης μετά τον θάνατό της, το 328, από τον γιο της Μέγα Κωνσταντίνο ασφαλώς πριν τον δικό του θάνατο, το 337. Ο αείμνηστος Ακαδημαϊκός, Αρχιτέκτων, και επιφανής καθηγητής Αρχαιολογίας Αναστάσιος Ορλάνδος, αναφέρει σχετικά με την ιστορία του χώρου και το κτίσιμο του ναού : ‘’Συνοψίζοντες δυνάμεθα τον μεν ναό του Αγίου Νικολάου (σ.σ. τότε της Παναγίας που προσευχήθηκε η Αγία Ελένη) να θεωρήσωμεν ως τον πρώτον εκεί ναόν (σ.σ. μετά το 313, γιατί τότε υπεγράφη το διάταγμα των Μεδιολάνων και άρχισαν να κτίζονται αυτοτελείς ναοί, και πριν του 326, χρόνος μεταβάσεως της Αγίας Ελένης στους Άγιου τόπους) και παρά τον ναόν τούτον, ανακαινισθέντα εκτίσθη επί Μ. Κωνσταντίνου, δια βασιλικής χορηγίας, μεγάλη σταυρική ξυλόστεγος βασιλική και παρ’ αυτή το βαπτιστήριον με την ωραίαν σταυρόσχημον κολυμβήθραν’’.

Η Δεύτερη παράδοση συνδέει άμεσα τον ναό της Εκατονταπυλιανής με την Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης αναφέροντας ότι: κάποιος τεχνίτης Ιγνάτιος, μαθητής του πρωτομάστορα της Αγίας Σοφίας στάλθηκε από τον Ιουστινιανό για να χτίσει την Εκατονταπυλιανή, ναό μεγαλοπρεπή όπως το Εκατόπυλον της Αρχαίας Αιγύπτου. Μόλις τέλείωσε το έργο, ήρθε ο πρωτομάστορας να επιβλέψει, θαμπώθηκε όμως από την τελειότητα του ναού και ζήλεψε αφόρητα, καλώντας τον Ιγνάτιο να του δείξει, δήθεν, κάποια ατέλεια. Μόλις έσκυψε ο μαθητής να δει το λάθος του, ο δάσκαλος τον έσπρωξε στο κενό, αλλά ο μαθητής, πρόλαβε να κρατηθεί από τον δάσκαλο παρασύροντάς τον. Έτσι και οι δύο γκρεμίστηκαν βρίσκοντας τραγικό θάνατο μπροστά στην είσοδο του ναού. Ο θρύλος λέει ότι έχει 100 πύλες, αλλά έχουν βρεθεί μόνο οι 99 και αν βρεθεί η εκατοστή θα παρθεί η Πόλη.

(2) Αλκυόνη: Ο σύλλογος περίθαλψης και προστασίας Άγριων Ζώων ιδρύθηκε το 1985, με σκοπό την περισυλλογή, θεραπεία, και επανένταξη στην φύση των αγρίων ζώων της πατρίδας μας. Η περιβαλλοντική εκπαίδευση, καθώς και διάφορες άλλες κοινωνικές δραστηριότητες, προστέθηκαν άμεσα στις ενέργειες του συλλόγου με στόχο, την ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση ώστε μέσα από αυτή, να υπάρξει και στην χώρα μας ουσιαστική και πλήρης προστασία της πανίδας. Ο σύλλογος λειτουργεί σε εθελοντική βάση παρουσιάζοντας αξιόλογο έργο, στο πεδίο δράσης του. Ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός ζώων που δεχόταν και φιλοξενούσε η ‘’Αλκυόνη’’ στα πρώτα χρόνια λειτουργίας της, έφερε αναπόφευκτα και την ανάγκη επέκτασης σε νέες μεγαλύτερες εγκαταστάσεις. Την λύση στην ανεύρεση οικοπέδου έδωσε ευγενικά και με αγάπη, η ιερά Μονή Λογγοβάρδας της Πάρου.

(3) Φιλόθεος Ζερβάκος (1884 – 1980): Αρχιμανδρίτης της μονής Λογγοβάρδας από το χωριό Πάνια Λακωνίας, που διακρίθηκε για την αγιότητα, και πνευματικότητά του. Στα χρόνια της κατοχής συνδέθηκε με την σωτηρία 125 νέων του νησιού από βέβαιο θάνατο, στον οποίο τους είχαν καταδικάσει οι Γερμανοί. Διατηρούνται ακόμη στο νησί, με αισθήματα ευγνωμοσύνης, οι μνήμες από την εξασφάλιση φαγητού κάθε μέρα επί τρεισήμισι χρόνια σε χίλιους πεντακόσιους νησιώτες. 

(4) Παραδόσεις για την Νάουσα: Το ‘’Μαντράκι’’ το μικρό λιμανάκι της Νάουσας όπως και τα σοκάκια της καλλωπίζονται κάθε χρόνο στις 2 Φεβρουαρίου, στην γιορτή της Υπαπαντής, για να υποδεχτούν την στολισμένη με λουλούδια εικόνα ‘’η πάντων Χαρά’’.  Την περιφερόμενη εικόνα οι ντόπιοι την θεωρούν θαυματουργή και ως προστάτιδα της Νάουσας, η Παναγία η Πεντάνουσα, τιμάται ιδιαιτέρως. Τη κωμόπολη την επισκέπτονται από κάθε σημείο του νησιού, και είναι τοπική αργία. Η λαογράφος Υπαπαντή Ρούσσου αναφέρει ότι οι γεροντότεροι: είδαν ένα απόγευμα ένα αντικείμενο στην θάλασσα που έπλεε, και δύο φλόγες μικρές να σιγοκαίνε. Παραξενεύτηκαν αλλά όταν πλησίασε την παραλία του Αγίου Δημητρίου είδαν ότι επρόκειτο για μια εικόνα και δύο ανάμενες λαμπάδες. Χτύπησαν τότε τις καμπάνες του χωριού και μαζεύτηκαν όλοι, και μεταξύ αυτών και ιερείς. Ένας ιερέας πρόθυμος, προσπάθησε να πιάσει την εικόνα, αλλά όσο πλησίαζε, τόσο αυτή απομακρυνόταν προς τα βαθιά. Το ίδιο συνέβαινε και με άλλους ιερείς που επιχείρησαν το εγχείρημα. Τελικά, πλησίασε ο γεροντότερος, ο παπά – Λαμπρινός. Ήταν ο μόνος στον οποίο η εικόνα στάθηκε, για να την πάρει στα χέρια του. Όλοι μαζί οι κάτοικοι μετά, πήραν την εικόνα και την άφησαν στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου.

Την άλλη ημέρα, η εικόνα βρέθηκε πάνω σε βούρλα, στο εκκλησάκι του Αγίου Βασιλείου. Έφεραν ξανά την εικόνα στον Άγιο Δημήτρη και την κλείδωσαν με 14 κλειδαριές και κάθε ιερέας πήρε από ένα. Το βράδυ μια ηλικιωμένη είδε στον ύπνο της την παναγία που της είπε ‘’Να πεις στους παπάδες, ότι δεν ήρθα να με φυλάξουν, αλλά να φυλάξω την Νάουσα, κι εκεί που βρίσκομαι κάθε πρωί, να μου φτιάξουν το σπιτάκι μου. Το άλλο πρωί, η εικόνα ξαναβρέθηκε πάνω στα ίδια βούρλα, και τότε, οι Ναουσαίοι έχτισαν ένα μικρό εκκλησάκι δίπλα στον Άγιο Βασίλη και αργότερα ένωσαν τα δύο εκκλησάκια, στην κεντρική πλατεία της κωμόπολης. Ο ακαταπόνητος βυζαντινολόγος Αναστάσιος Ορλάνδος, υποστηρίζει πως η εικόνα προέρχεται από την Κρήτη και χρονολογείται περί τα τέλη του 17ου ως 18ου αι.. Φαίνεται ότι σε κάποια από τις Κρητικές επαναστάσεις, οι κάτοικοι, φεύγοντας από το νησί, επιβιβάστηκαν στα πλοία με τα ιερά τους κειμήλια, μεταξύ των οποίων και η εικόνα της Παναγίας.

(5) Αρχίλοχος: Έναν αιώνα περίπου μετά τον Όμηρο εμφανίζεται, στην περιοχή του Αιγαίου, η λυρική ποίηση. Η άνθηση της ποίησης και της σκέψης στα νησιά ‘’το λίκνο της λογοτεχνίας’’ έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη του πολιτισμού της Αθήνας κατά τον 5ο αι. Από τους πρώτους λυρικούς είναι ο Πάριος Αρχίλοχος (7ος αι.). Η οικογένειά του ήταν αριστοκρατική και ο πατέρας του, ο Τελεσικλής, ήταν ο ιδρυτής της πρώτης αποικίας στην Θάσο. Μαζί με άλλους αποίκους ήταν και ο πολυταξιδεμένος Αρχίλοχος ο οποίος σαν ανήσυχο πνεύμα δεν άντεξε και γύρισε πίσω. Μόνο λίγα αποσπάσματα από το έργο του έχουν διασωθεί, επιβεβαιώνουν, όμως, αυτά ότι πράγματι πρόκειται για μεγάλο ποιητή.

Είναι ο πρώτος που μιλά για τον εαυτό του, πράγμα που ποτέ δεν έκανε ο Όμηρος. Ο Αρχίλοχος ήταν δύστροπος χαρακτήρας, παθιασμένος και ενθουσιώδης και το ύφος του ήταν συχνά δηκτικό. Σατίρισε βίαια την φαυλότητα φίλων και εχθρών, την αδικία, και για τον λόγο αυτό ονομάστηκε ‘’Σκορπιός’’. Θεωρείται ο πατέρας της σάτιρας και του ρεαλισμού, πρωτοπόρος της προσωπικής δηκτικής ποίησης. Επίσης η παλιότερη αναφορά του όρου Έλληνες προέρχεται από τον Αρχίλοχο. Οι Αλεξανδρινοί θα τον περιλάβουν στον κανόνα των Ιαμβικών ποιητών, ενώ στην Πάρο, τον 1ο αι. π.Χ. τον τίμησαν με ενεπίγραφο αξιόλογο μνημείο. Μετά το 480 π.Χ. και τους μηδικούς πολέμους, παύει ο πρωταρχικός ρόλος των νησιών, καθώς η Αθήνα γίνεται το κέντρο της δύναμης στην πολιτική, την λογοτεχνία και των καλών τεχνών. Αρχίζουν πλέον τα χρόνια του ‘’Ελληνικού Θαύματος’’ όμως αυτό δεν θα ήταν δυνατό αν δεν είχε προϋπάρξει η άνθηση της ποίησης της λογοτεχνίας και της σκέψης στην περιοχή του Αιγαίου. 

(6) Συνέδρια: Στην Πάρο, έγινε το Α’ διεθνές Συνέδριο Αρχαιολογίας Πάρου και Κυκλάδων, με τίτλο ‘’Παρία Λίθος – Λατομεία – Μάρμαρο και εργαστήρια Γλυπτικής της Πάρου’’ τον Οκτώβριο του 1997. Το διεπιστημονικό συνέδριο συγκέντρωσε εβδομήντα εισηγητές (αρχαιολόγους, αρχιτέκτονες, γεωλόγους, ιστορικούς, αρχαιομέτρες και φυσικούς επιστήμονες) από δεκαπέντε χώρες. Ακολούθησε στις 7 – 10 Σεπτεμβρίου 1998, διεθνές συνέδριο  με θέμα την ‘’αρχαϊκή πλαστική στις Κυκλάδες’’ με  οργανωτή την Εφορεία Κυκλάδων, σε συνεργασία με την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Έκταση: 194,5 τ.χ., Ακτογραμμή: 118 χλμ, Υψόμετρο: 0 –  771 μ. κορυφή Προφήτης Ηλίας, Πληθυσμός: 12.783 κατ (’01), Πρωτεύουσα: Παροικιά (5812 κατ ‘01), Νομός: Κυκλάδων, Απόσταση από Πειραιά 95 ν.μ. - 4ω 30’, από Θεσσαλονίκη 250 ν.μ – 15ω, από Ραφήνα 82 ν.μ. - 6.30’.

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 22840

ΔΙΑΜΟΝΗ: www.aegeanstyle.com/paros/paros-apartments.html Οι τουριστικές υπηρεσίες της Πάρου χαρακτηρίζονται άψογες. Πληθωρική προσφορά με 9.500 + κρεβάτια σε ξενοδοχεία, και 16000 + στα νόμιμα δωμάτια. Προσοχή: Στο λιμάνι θα σας ‘’καμακώσουν’’ αρκετοί για δωμάτια, με τιμές δελεαστικές. Ανοίξτε απαλά το γκάζι και ξεφύγετε. Σύλλογος Ξενοδόχων 28140, Σύλλογος Ενοικιαζομένων Δωματίων 24528, 28428, Σύλλογος Ενοικιαζομένων Δωματίων & Διαμερισμάτων Νάουσας 52158. Κατηγορίες τρεις: Χλιδάτα, Πολυτελείας, Οικονομικά. Parian Village 23187 22524, Ritz Bungalows 21268, Νάουσα: Αστέρας Πάρου 51975, Δημήτρης Studios 51944, Christina Hotel 51755, 51017, ‘’Πέτρες’’ 52467, ‘’Καλλίστη’’ 22218, 9, Μάρπησσα Afentakis Hotel 41141, 41993, Λεύκες Lefkes Village 41827, Ξενία Λευκών 2284041646. ‘’Βίλα Κονιτόπουλος’’ στην Αλυκή 91202, ‘’Έλενα’’ στο Πίσω Λιβάδι 41082. Η Ι. Μ. Λογγοβάρδας έχει παροιμιώδη φιλοξενία, η είσοδος απαγορεύεται σε γυναίκες 22476.  

ΚΑΜΠΙΝΓΚ:. Παροικιά, ‘’Παρασπόρος’’ 21100, ‘’Κούλα’’ 22081 – 2, ‘’Κριός’’ 21705, ‘’Αγ. Ειρήνη’’ 22340, 91496, Νάουσα ‘’Κολυμπήθρες’’ 51595, 51565 Σάντα Μαρία ‘’Surfing Beach’’ 51013, 52490 – 1, Πίσω Λιβάδι ‘’Κάπταιν Καφκής’’ 41392, 41479, Αλυκή 91303.

ΦΑΓΗΤΟ: Ισχύουν τα ίδια με την διαμονή σε τέσσερις κατηγορίες: Χλιδάτα, Πολυτελείας, Οικονομικά, στο πόδι, Στην Νάουσα το ‘’Λιμανάκι’’ του Χρήστου έχει πάνω από 20 χρόνια λειτουργίας, στις Λεύκες στην πλατεία του χωριού το καφενεδάκι του Λουκά Λουκή πάνω από έναν αιώνα λειτουργίας. Από το κοινοτικό τυροκομείο της Μάρπησσας ψωνίστε γαλακτοκομικά. Στον Πρόδρομο να πάτε στην ταβέρνα του ‘’Τσιτσάνη’’ 41375, Το θαλάμι στον Λογαρά ουζερί ψαροταβέρνα με θέα την παραλία του Λογαρά 43050,41296.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Πάρου 21200, 22079, 21333, Δ.Δ. Πρόδρομου 41173, Δ.Δ. Λευκών 41990. Α’ Βοήθειες Παροικιάς 22500, 5, Μάρπησσας 41205, Νάουσας 51220, Αγκαιριάς 91277, Ιατρικό Πάρου 24410 – 2, Τουριστική αστυνομία 21673, Αστυνομία Παροικιάς 23333, Νάουσας 51202,Μάρπησσας 41202, Συνεργεία: Παροικιά, Λούκης Κώστας 22488, Ρούσος Στράτος 22746, Ιωαννίδης Νικόλαος 25135, Λούπης Δημήτρης (Yamaha) 24852 Auto: Πατέλης Μανώλης 21729, Σιδίκα Α.Ε. 28459, Αλιφιέρης Νίκος 24093 Βουλκανιζατέρ: Παροικιά, Παντελαίος Πέτρος, 22636, Καλακώνας Χρήστος 23250, Νάουσα: Μπαρμπαρήγος Δημήτρης 51934, Μάρπησσα: Άγουρος Ιωάννης 43214, Auto: Γιαννάκης Δημήτρης 41079, Τζιώτης Ιωάννης 41142.

ΧΡΗΣΙΜΑ: www.aegeanstyle.com/paros/paros-info-gr.html‘’Αλκυόνη’’ 22931, www.alkioni.gr e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   2107488501, 6944741616. Υπεύθυνος: Μάριος Φούρναρης. Αρχαιολογικό Μουσείο – Παροικιά 21231, www.culture.gr Κυκλαδίτικη Λαογραφία Μπενέτου Σκιαδά - Αλυκή από το Πάσχα μέχρι τέλος Σεπτέμβρη 91129, Εκκλησιαστικό Μουσείο Νάουσας 51455 κος Χατζόπουλος, 2η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων 2103218075, Λαογραφικό μουσείο Νάουσας 53453, Μουσείο Νίκου Περαντινού στην Μάρπησσα 41217,  εργαστήριο στην Παροικιά 23851. Παναγία Εκατονταπυλιανή 21243 e- mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.    Τράπεζες με Α.Τ.Μ. Εθνική, Εμπορική, Αγροτική, Alpha στην Παροικιά. Βόλτες με άλογα στην Τσουκαλιά Koukou Riding Center – Ιβάν Λεφέβρ 51818. Ατομικά πλυντήρια ρούχων White Laundry Περιφερειακός Παροικιάς 22409. Ενοικιάσεις Παροικιά 21057, Parai 21771, 23681, Παναγιώτης Κονδύλης 22514, Νάουσα Moto Center 52068. Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Πάρου - Παροικιά 22235, 22179.

ΠΡΟΣΒΑΣΗ: Δρομολόγια πλοίων info ΟΤΕ 1440, www.yen.gr/main.htm Λιμεναρχείο Πειραιά 2104226001 - 4 διάρκεια ταξιδιού 4ω 30’ - 95 ν.μ., Λιμεναρχείο Θεσσαλονίκης 2310531504 – 5, διάρκεια ταξιδιού 15ω –250 ν.μ, Λιμεναρχείο Ραφήνας 2294028888 διάρκεια ταξιδιού 6ω 30’- 82 ν.μ, Λιμεναρχείου Πάρου 21240. Η συντομότερη επιλογή είναι από Πειραιά με τα high speed I, II, III, IIII, 2ω30’, ή με τα Blue Star του Στρίντζη www.bluestarferries.com. 2108919800. Εισιτήρια: Κόστος (Φεβ 04) 21,50 EUR το άτομο, 13,00 EUR η μοτοσυκλέτα έως 250 cc & 19,50 EUR πάνω από 250 cc. Τους καλοκαιρινούς μήνες από τον Αμπελά υπάρχει τακτική συγκοινωνία με Νάξο, Ίο, Σαντορίνη, Μύκονο, Δήλο, Αντίπαρο, Κουφονήσια.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Υπάρχουν 12 σχεδόν παντού. Ενδεικτικά αναφέρω στην Παροικιά (Περιφερειακός), στην Νάουσα στην είσοδο και στην έξοδο (Αι – Γιώργης), κατηφορίζοντας από Λεύκες προς Πρόδρομο με βουλκανιζατέρ Auto – Moto (Άγιος Ελευθέριος), Μέσα στον Πρόδρομο, Στα Μάρμαρα με βουλκανιζατέρ Auto – Moto, στον Άγιο Γεώργιο  λίγο πριν τον Δρυό, στο Αεροδρόμιο (όρια Αλυκής).

ΧΑΡΤΕΣ: Εργασία, με μοναδική ακρίβεια στον Χάρτη ‘’Πάρος - Αντίπαρος’’ της εταιρείας ΑΝΑΒΑΣΗ σε κλίμακα 1:40.000, Στοά Αρσακείου 6 Α’ 105 64 Αθήνα. 2103218104, 3210152. Όλος ο Νομός Κυκλάδων σε έναν μοναδικό πλαστικοποιημένο χάρτη που χωράει στο tang Bag. Εκδόσεις ‘’Ελλάδα’’ χάρτης Νο 29 ‘’Κυκλάδες’’, Κολοκοτρώνη 11 Αθήνα 2103222573, 3235241, Βενιζέλου 3 Θεσσαλονίκη 2310223063.

ΒΙΒΛΙΑ: Πάρος – Αντίπαρος εκδόσεις Τουμπής 2106645548, Κυκλάδες, εκδόσεις EXPLORER 2103811815, Τα Νησιά μας, εκδόσεις Γιαλλελή 2103641249.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax: 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για την ΠΑΡΟ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία 

  • Ελλάδα – Τα νησιά / εκδόσεις Γιαλλελή / Αθήνα 1992.
  • Το Αιγαίο επίκεντρο Ελληνικού Πολιτισμού / εκδόσεις Μέλισσα / Αθήνα 1995
  • Β. Σφυρόερα – Α. Αβραμέα – Σ. Ασδραχά / Χάρτες και χαρτογράφοι του Αιγαίου / εκδόσεις Ολκός / Αθήνα 1985.
  • Κούλα Ξηραδάκη / Γυναίκες του ’21 / Εκδόσεις Δωδώνη / Γιάννινα 1995
  • Φωτεινή Ζαφειροπούλου / Πάρος / εκδόσεις Τ.Α.Π.Α. / Αθήνα 1998
  • Τα Ελληνικά νησιά / εκδόσεις Dorling Kindersley ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ / Αθήνα 1998.
  • Πάρος – Αντίπαρος / εκδόσεις Μ. Τουμπή / Αθήνα 1998
  • Αρχαιολογικός Άτλας του Αιγαίου / Υπουργείο Αιγαίου – Πανεπιστήμιο Αθηνών 1999
  • Βυζαντινά Μουσεία και Συλλογές στην Ελλάδα / εκδόσεις Τ.Α.Π.Α. / Αθήνα 1999
  • Θεολόγος Αλιπράντης / Η Εκατονταπυλιανή της Πάρου / Πάρος 2001
  • Γιώργος Τόλιας / Τα νησολόγια, η μοναξιά και η συντροφιά των νησιών / εκδόσεις Ολκός / Αθήνα 2002
  • Παναγιώτη Πατέλη / Ξενάγηση στην Εκατονταπυλιανή / Πάρος 2002
  • Κυκλάδες / εκδόσεις EXPLORER / Αθήνα 2002
  • Joseph Pitton de Tournefort / Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους / Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης / Ηράκλειο Κρήτης 2003
  • Ελληνική Γεωγραφική Εγκυκλοπαίδεια / Μιχαήλ Σταματελάτος – Φωτεινή Βάμβα Σταματελάτου / Εκδόσεις Τεγόπουλος – Μανιατέας Αθήνα 1997.
  • Κυριακή Ραγκούση Κοντογιώργου / Πάρος – Αντίπαρος / Με τα μάτια των Χαρτογράφων και περιηγητών 15ος – 19ος αι. / Εκδόσεις Ανθέμιον / Πάρος 2000

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Πάρος / Αφιέρωμα 7 ημερών Εφημ Καθημερινή 8/9/96
  • Μαρία Τσιάντου – Νίκος Σωτηρόπουλος / Πάρος / περιοδικό Κόσμος Τ4 Αύγουστος – Σεπτέμβριος 1994
  • Κάλια Χυτήρογλου – Αντώνης Πουλίδης / Πάρος / περιοδικό Οξυγόνο Τ12 Ιούλιος 1999
  • Ιωάννης Ιωάννου / Παριανό Μάρμαρο / περιοδικό ΓΕΩ Τ18 Αύγουστος 2000
  • Θοδωρής Αθανασιάδης – Ζερμαίν Αλεξάκη / Πάρος Μαρμαρογέννητη / περιοδικό ΓΕΩ Τ75 Σεπτέμβριος 2001
  • Θάλεια Αργείτη – Μιχάλης Κωσταράς / Λεύκες κατάλευκες /  περιοδικό ΓΕΩ Τ139 Δεκέμβριος 2002

ΗΠΕΙΡΟΣ (6107 λέξεις)

ΚΟΝΙΤΣΑ - ΜΑΣΤΟΡΟΧΩΡΙΑ

ΠΥΡΣΟΓΙΑΝΝΗ – ΒΟΥΡΜΠΙΑΝΗ – ΑΣΗΜΟΧΩΡΙ – ΧΙΟΝΙΑΔΕΣ – ΓΟΡΓΟΠΟΤΑΜΟΣ

(Γράμμος 1η εργασία από 8)

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Μάρτιος 2004  

 Στα Μαστοροχώρια της Κόνιτσας 

Η επαρχία Κόνιτσας εκτείνεται στον γεωγραφικό χώρο, που περικλείουν οι ορεινοί όγκοι του Γράμμου (βόρεια), του Σμόλικα (ανατολικά), της Τύμφης ή Γκαμήλας (νότια), της Νεμέρτσικας ή Ντούσκο (αρχ. Μερόπης) και του Κάμενικ (δυτικά). Η ομώνυμη επαρχία βρίσκεται στην αγκαλιά του ορεινού όγκου της Βόρειας Πίνδου και περιλαμβάνει σαράντα δύο χωριά αποτελώντας μια από τις βασικές, ιστορικές και πολιτισμικές ενότητες του νομού Ιωαννίνων. Συνορεύει βορειοανατολικά με το νομό Καστοριάς και Γρεβενών, δυτικά με την Αλβανία, νότια με τα Ζαγοροχώρια, και το Πωγώνι. Αρκετά μακρύτερα, από εκεί που άνθισε το τουριστικό ρεύμα του νομού, με πρότυπο το Μέτσοβο, τα Ζαγοροχώρια και τα Γιάννινα.  

Η περιοχή της, χαρακτηρίζεται κέντρο της Ηπείρου, όσον αφορά τις ήπιες δραστηριότητες περιπέτειας, (καταβάσεις ποταμών, κανόε – καγιάκ, παραπέντε, διασχίσεις φαραγγιών κ.τ.λ.). Είναι μοναδική, γιατί ταυτόχρονα, μπορεί να μετρά και να αναμοχλεύει στο πέρασμα του χρόνου, τις μνήμες και το παρελθόν, από μια ενότητα ολοπέτρινων χωριών που γέννησαν και έδωσαν στη Χώρα, πλήθος καλλιτεχνών της πέτρας - κουδαραίους, ξυλογλύπτες – ‘’ταγιαδόρους’’, και λαϊκούς ζωγράφους.   

Μια από τις ωραιότερες και λιγότερο γνωστές γωνιές της Ηπείρου, αντιπροσωπεύονται στο βόρειο τμήμα του νομού, πολύ κοντά στα σύνορα με την Αλβανία. Η περιοχή του Δήμου Μαστοροχωρίων της Κόνιτσας, (δες και συνοπτική παρουσίαση στον τομ Α’ 0-300 1999 ‘’Κόνιτσα – Μαστοροχώρια’’), περιλαμβάνει δώδεκα, από τις πιο καλοφτιαγμένες ορεινές κοινότητες, φωλιασμένες σαν αετοφωλιές, στις δασωμένες παρυφές του Γράμμου(1), ενός από τα λίγα εναπομείναντα παρθένα ορεινά συγκροτήματα της Χώρας. Το έντονο γεωγραφικό ανάγλυφο, και ο ρους του ποταμού Σαραντάπορου που μαζί με τον Βοϊδομάτη, καταλήγουν στον Αώο, πλουτίζει την περιοχή και καθορίζει την  ιστορική πορεία του τόπου, αποτελώντας την ίδια στιγμή, σημαντικό, οικολογικό, οικονομικό, πολιτισμικό παράγοντα. 

Τα μαστοροχώρια, είναι κτισμένα σε μεγάλο ύψος, αριστερά και δεξιά του ποταμού, πνιγμένα σε μεγάλα, υγιή δάση βελανιδιάς -  οξιάς. Αποτελεί ιστορικό πρόβλημα, το πότε ιδρύθηκαν τα χωριά και οι μικρότεροι συνοικισμοί τους, το πιθανότερο, είναι τον 15ο – 16ο  αι., κυρίως μετά το 1600. Ο Γράμμος, αποτέλεσε τον ζωτικό τους χώρο, εκεί δηλαδή που αναπτύχθηκαν οι εμπορικές σχέσεις και ο πλούτος, αφού στο ίδιο βουνό, συναντάμε τα μαστοροχώρια της Κολώνιας (Kolonje), γύρω από την Ερσέκα. Ο λόγος που βρήκαν καταφύγιο πάνω στα απόκρημνα βουνά, στις περισσότερες των περιπτώσεων, ήταν η ίδια η Τουρκική κατάκτηση και τα δεινά που αυτή συσσώρευε. 

Αυτή η κατάκτηση, επεκτεινόταν πολύ πιο πέρα από τα, σχετικά πρόσφατα, Εθνικά μας σύνορα(2), (που καθορίστηκαν με το Πρωτόκολλο ανεξαρτησίας της Αλβανίας – Λονδίνο 29/7/1913), στον χώρο της σημερινής Αλβανίας, (η Βόρειος Ήπειρος ανήκε στο Βιλαέτι Ιωαννίνων), και της σημερινής Π.Γ.Δ.Μ.). Όπου έφτανε, το χριστιανικό στοιχείο υπέφερε. Οι βίαιες εξισλαμίσεις, οι ομόφυλη εχθρότητα για αυτές, οι τρομοκρατία των κατακτητών, οι δολοφονίες και οι κάθε είδους εκβιασμοί, εξανάγκασαν το ελληνικό στοιχείο, να εγκαταλείψει τα εδάφη που μέχρι τότε αναπτυσσόταν η γεωργία. Συνοικισμοί αρχικά, χωριά ολόκληρα αργότερα, ερημώθηκαν. Ειδικότερα μετά τις πιέσεις και τις επιδρομές, των Καραμουρατάτων και διαφόρων άλλων αρνησιθρήσκων του Αργυροκάστρου, του Τεπελενίου, της Κολώνιας, και της Πρεμετής, οι κυριότερες ανεπτυγμένες πόλεις της εποχής, ερημώθηκαν.  

Πρόσθετος λόγος ήταν η ιδιορρυθμία ή η ανικανότητα της τουρκικής οικονομίας που, μετά το 1600, στρέφεται στην εκμετάλλευση των εσόδων της γης, κάνοντας όσους είχαν απομείνει στον κάμπο να αναζητήσουν με τη σειρά τους καταφύγιο προς τα ορεινά μέρη, στην αγκαλιά των βουνών και στα άγονα νησιά. Εκεί κάθε σόι (φάρα ή σειριά) θα αναπτύξει, τους λίγους αρχικά, στη συνέχεια όλους τους πόρους, ώστε να εξασφαλιστεί η ζωή των οικογενειών σε μεγάλο βάθος χρόνου, όσο γίνεται πιο μακριά από τους δυνάστες τους.  

Σιγά – σιγά οι Έλληνες, σε αυτούς τους νέους οικισμούς, με αυτές τις εκμεταλλεύσεις, ολοένα και ποιο έντονα, ειδικά μετά την επέκταση των προνομίων(3), (για τα προνόμια βλ. και ‘’Συράκο – Καλαρρύτες’’ & Ματσούκι Ιωαννίνων τομ Ε’ 0-300 2003), και του οδικού δικτύου επικοινωνίας, οδηγούνται στην αύξηση της πρωτογενούς παραγωγής σε μεγαλύτερα επίπεδα, αρχίζοντας το εξαγωγικό εμπόριο, πάνω στην παρακμή της πολυεθνικής οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το διάστημα 1774 – 1822 η βιοτεχνική και εμπορική οικονομία παρουσιάζει μια εξαιρετικά δυναμική στροφή προς την δευτερογενή παραγωγή που απογειώνει τα κέρδη, με την ταυτόχρονη ανάπτυξη εμπορικών σχέσεων με το εξωτερικό, την επέκταση των χερσαίων δρόμων επικοινωνίας, την αύξηση του πληθυσμού, και του κοινοτικού (συντεχνίες) πνεύματος. 

Η Ήπειρος, και ειδικότερα τα Γιάννινα, έγιναν σχεδόν αυτόνομη πολιτεία, που περιλάμβανε εκτός τη Νότια και τη βόρεια Ήπειρο, την Αλβανία, τη Θεσσαλία, τη Στερεά και μέρος της Μακεδονίας. Το εμπόριο, στο σύνολό του, έχει περάσει στα χέρια του χριστιανικού στοιχείου, και μικρό τμήμα στους Εβραίους των μεγαλουπόλεων (Γιάννινα). Τότε, αρχίζει να φαίνεται στις πόλεις και τα ορεινά χωριά, μια αυξανόμενη συνεχώς, τάση, για πνευματική και καλλιτεχνική δραστηριότητα, που δεν είναι άσχετη με τις επαφές που έχουν εν’ τω μεταξύ αναπτυχθεί, με την φωτισμένη Ευρώπη. Είναι η εποχή, που στα ορεινά κεφαλοχώρια, οι ξένοι περιηγητές εντυπωσιάζονται από τα μεγάλα οικοδομήματα, τις γνώσεις, την πληθώρα των αγαθών και των ακριβών διακοσμήσεων, τον πλούτο των βιβλιοθηκών, που διαθέτουν δεκάδες ξενόγλωσσους τίτλους, ενώ την ίδια στιγμή, μπορούν να μάθουν τα νέα, από τις εφημερίδες της πατρίδας τους. 

Εικοσιοκτώ χλμ πανέμορφης διαδρομής από την Κόνιτσα, (για τα αξιοθέατά της, βλ. Κόνιτσα – Επαρχία Πωγωνίου τομ Α – 0 – 300 1999), ανάμεσα από καταπράσινα βουνά, ποτάμια, πέτρινα γεφύρια και έρχεστε στην δστ που οδηγεί στα χωριά της πέτρας. Δεν υπάρχει αμφιβολία, από μόνος του αυτός ο δρόμος, και τα μέρη που περνάει, εμπνέουν για αυτά που ακολουθούν. Στα τρία πρώτα χλμ εισέρχεστε στον πεντακάθαρο οικισμό της μαστορομάνας Πυρσόγιαννης (840 μ. υψ. – 31 χλμ από Κόνιτσα – από Κ. στο υπόλοιπο κείμενο), έδρας του Δήμου (2076 κάτοικοι ’01) Μαστοροχωρίων.

Είναι ανεξακρίβωτο το πότε ιδρύθηκε. Υποστηρίζεται ότι κατοικείτο ήδη το 1600 – 1650 χωρίς οι πηγές να φωτίζουν περισσότερο. Οι Πυρσογιαννίτες, αυτόφωτοι ειδικευμένοι τεχνίτες της πέτρας, (η πρώτη αναφορά για τα ‘’μπλούκια’’ γίνεται 1815), όχι μόνο φώτισαν την περιοχή, αλλά με τα έργα τους, διακρίθηκαν, και καταχωρήθηκαν στην ιστορία του Ηπειρώτικου λόγου και τη λαϊκή μούσα, σαν τους ‘’μαστόρους που έκτισαν τον κόσμο όλο’’. Οργανωμένοι σε μπουλούκια, ή μαστορικά ‘’ισνάφια’’, με αυστηρή ιεράρχηση σε  πρωτομάστορες, μαστόρους και νεαρά μαστορόπουλα ή καλφόπουλα άλλα για το κουβάλημα της λάσπης και άλλα για τις βοηθητικές δουλειές, εξελίχθηκαν σε εξαίσιους τεχνίτες, καλλιτέχνες στο πελέκημα και το χτίσιμο της πέτρας. Γρήγορα η φήμη τους εξαπλώνεται και στα δύο πέρατα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, στα αστικά κέντρα της Ελλάδας, της Βαλκανικής, ακόμα και τη Ρωσία. Μέχρι τα μέσα του 19ο αι. έχουν φτάσει στο απόγειο της τέχνης τους, και πλέον  ταξιδεύουν ακόμα και σε άλλες Ηπείρους. 

Φτάνουν στο Σουδάν, την Αίγυπτο, Αιθιοπία, Ταγκανίκα, το Κογκό, ως τα βάθη της Περσίας, στα σύνορα με την Ινδία και τη μακρινή Αμερική, κατασκευάζοντας τα πάντα. Εκκλησίες, τζαμιά, καμπαναριά, νερόμυλους, κρήνες, γεφύρια. Την ίδια εποχή στην περιοχή τους, αλλά και αλλού, (Πελοπόννησο) φτιάχνονται πολλές κατασκευές και οικοδομήματα που φέρουν τη ‘’σφραγίδα’’ τους. Το μεγάλο γεφύρι της Κόνιτσας σχεδιάστηκε και κτίστηκε το 1870 από τον Πυρσογιαννίτη πρωτομάστορα Ζιώγα Φρόντζο, επίσης το αρχοντικό του Τούρκου διοικητή της Κόνιτσας, (μέσα 19ου αι.) αλλά και άλλα αρχοντικά, σχολεία, εκκλησίες και μιναρέδες. Πετρόχτιστες καμάρες και γέφυρες της σιδηροδρομικής γραμμής Τεχεράνης – Κασπίας θάλασσας (1935). Πολλές εκκλησίες (και τοιχογραφίες των αδελφών Αστραπά), στο Κόσοβο και τη Σερβία γενικότερα, καταστράφηκαν από τον πόλεμο αλλά και από την τελευταία, (Μάρτιος 2004) έξαρση βίας. Σιγά – σιγά, οι μαστόροι αποδεικνύονται και εξαιρετικοί γλωσσοπλάστες, αφού, στο πέρασμα των χρόνων, δουλεύοντας στα ξένα, έπρεπε να δημιουργήσουν μια γλώσσα συνεννόησης που να μην γίνεται αντιληπτή από τα αφεντικά, πράγμα που ισχύει, για όλα τα τεχνικά επαγγέλματα. 

Έτσι φτιάχτηκε η συνθηματική τους γλώσσα, τα ‘’μαστόρ’κα’’ ή ‘’κουδαρίτικα’’, για να προστατεύουν τα μυστικά της δουλειάς τους (δες και ‘’Μαστοροχώρια Γρεβενών – Βοίου’’ στον ίδιο τόμο).Βεβαίως, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι υπήρχαν και άλλα, άγνωστα μαστοροχώρια, που στις μέρες μας έχουν χαθεί. Η Λαγκάδα, (παλιά Μπλίσ(δ)ιανη), στην περιοχή των μαστοροχωρίων της Κόνιτσας, αν και δεν είναι τόσο γνωστή σαν την Πυρσόγιαννη έδωσε άξιους μαστόρους που έφτιαξαν μεγάλα αρχοντικά στη Σιάτιστα, το 1740, και έχουν βρεθεί και πέντε επιγραφές που πιστοποιούν τις κατασκευές αυτές. Τι συνέβη εκείνη την εποχή, και προτίμησαν τους  Μπλιζιανίτες από τους άλλους; Επίσης ο Πεντάλοφος (παλιό Ζουπάνι), τι ώθησε τους κατοίκους του Τσεπέλοβου (που θεωρείται η φωλιά των μαστόρων της Πυρσόγιαννης) να επιλέξουν το 1740 τους Ζουπανιώτες για να κτίσουν κάποια από τα αρχοντικά; 

Αυτά τα ερωτήματα, σβήνουν ευθύς μόλις περπατήσετε στην Πυρσόγιαννη, (δες και συνοπτική παρουσίαση στον τομ Α’ 0-300 1999 ‘’Κόνιτσα – Μαστοροχώρια’’) και αντιληφθείτε την έκταση των διαφορών από άλλα χωριά. Ένα τέλειο σύνολο από πέτρινα καλντερίμια, άψογες στέγες, πετρόχτιστα σπίτια, λαϊκά & αρχοντικά, με ξυλοδεσιές και υπέρθυρα λες και έγιναν χτες.  Και ορισμένα πράγματι, επισκευάστηκαν μετά τους σεισμούς του ’96, (26 Ιουλίου – της Αγ. Παρασκευής – 5,2 & 5,9 Ρίχτερ) που έπληξαν την περιοχή της Κόνιτσας, και άλλα ξανακτίστηκαν από την αρχή. 

Το σημερινό επιβλητικό σχολείο, κτίσμα του 1926 στην θέση παλιότερου που κάηκε το 1914, έχει διαμορφωθεί κατάλληλα, για να δεχθεί το νεότευκτο Μουσείο Ηπειρωτών Μαστόρων και ίσως σχολή μαστόρων, για να διδαχθούν και να αναβιώσουν ει δυνατόν, την παλιά αυτή τέχνη οι νεώτεροι. Σκοπός ζωής εδώ και χρόνια, του δραστήριου Πολιτιστικού Συλλόγου ‘’Προοδευτική Ένωση Πυρσόγιαννης’’, που ιδρύθηκε το 1926, με πρόεδρο τον Βασίλη Παπαγεωργίου δικηγόρο, και τελευταίο κοινοτάρχη του χωριού, πριν τον Καποδίστρια. Χρόνια περιμένουν αυτό το έργο στην Πυρσόγιαννη, τα χρήματα έχουν βρεθεί, και πλέον, είναι ζήτημα χρόνου να ολοκληρωθεί. Στις δύσκολες μέρες μας, πραγματικά θα βοηθήσει, και θα αναδείξει σε όλο της το μεγαλείο την περιοχή, και τα έργα των ανθρώπων της. 

Στη βιβλιοθήκη της Προοδευτικής Ένωσης, οι Πυρσογιαννίτες έχουν συγκεντρώσει αξιόλογο ανέκδοτο υλικό (γράμματα & φωτογραφίες) καθώς και εργαλεία της τέχνης τους. Επίσης πολλές μελέτες και πνευματικά ευρήματα για τη περιοχή, του Πυρσογιαννίτη Λαογράφου, Ευριπίδη Σούρλα (1890 – 1984) που δημοσιεύτηκαν στα ‘’Ηπειρώτικα Χρονικά’’. Αρκετές πληροφορίες για τους μαστόρους, τα έργα τους, και το χωριό ιδιαίτερα, υπήρχε στο περιοδικό ‘’Αρμολόι‘’ που έβγαζε από το 1976 - 1980 η Προοδευτική Ένωση, και που δυστυχώς, στο 10ο τριμηνιαίο τεύχος σταμάτησε. 

Στην ολόδροση πάνω πλατεία, είναι το καφενείο -  ξενοδοχείο ‘’το Αρμολόι’’, ότι πρέπει για ξεκούραση και ανασυγκρότηση, κάτω από τον υπεραιωνόβιο πλάτανο (λένε ότι είναι 500 χρόνων) και την πετρόχτιστη βρύση με το παγωμένο νερό. Στο κέντρο του χωριού, δεσπόζει ο μεγαλοπρεπής ναός του Αγ. Γεωργίου, κτισμένος από Πυρσογιαννίτες μαστόρους το 1905, στη θέση παλιότερου (1712). Στην δυτική του πλευρά επιβλητικά, ενσωματωμένα στο ναό, τα δύο πέτρινα καμπαναριά. Για το ιερό του ναού, τον ‘’Άγιο Δήμο’’ ή αϊδήμους (ού) όπως τον ονομάζει ο γηγενής πληθυσμός σε πολλά μέρη της Ελλάδας, λένε ότι είναι κτισμένος πάνω τεράστιους κορμούς δέντρων που παίζουν τον ρόλο θεμελίων. Αυτή ήταν μια πάγια τακτική των μαστόρων σε μέρη που υπήρχαν κατολισθήσεις και σαθρά εδάφη. Μέσα στο χωριό, πέντε λεπτά από την πλατεία, είναι ο διατηρητέος ναός του Αγίου Νικολάου (1772 η ανακαίνιση). Μια πολύ όμορφη, πέτρινη τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική, με τετράριχτη στέγη σκεπασμένη με εγχώρια σχιστόπλακα, και εξωνάρθηκα (χαγιάτι) που στηρίζεται σε πέτρινες κολώνες.  

Κάτω από τον Άγιο Μηνά, το θρυλικό τόπο αποχωρισμού των μπουλουκιών και των ξενιτεμένων, υπήρχε το πέτρινο γεφύρι της Σιάνιστα δίπλα στον Παπαλαμπρέϊκο νερόμυλο. Σήμερα δεν υπάρχει τίποτα, εκτός από τις αναμνήσεις του ξενιτεμού των μπουλουκιών. Στο περιοδικό Κόνιτσα (τ.90 Ιαν – Φεβ 2000) διαβάζουμε «Στα 1909 χτίστηκε το γεφύρι της Σιάνιστα στην Πυρσόγιαννη, κάτω από τον Αι – Μηνά, δίπλα στον Παπαλαμπρέϊκο Μύλο. Χορηγοί της δαπάνης ήταν οι Πυρσογιαννίτες της Αμερικής (που μόλις είχαν δημιουργήσει το σωματείο τους ‘’Ο Άγιος Μηνάς’’ 1909). Δουλέψανε συνολικά περί τους 25 μαστόρους. Χάρη στα στοιχεία και τις έρευνες του Βασίλη Παπαγεωργίου γνωρίζουμε τα μπλούκια και τους δυο πρωτομαστόρους. Μαζί τους εργάστηκαν και μαστόροι από το σόι των Τσουβαλάδων. Το γεφύρι ανατινάχτηκε την πρώτη κρίσιμη μέρα 28 Οκτωβρίου του μεγάλου πατριωτικού πολέμου του 1940».Για την ανατίναξη του γεφυριού διαβάζουμε στην έκδοση της Διευθύνσεων Ιστορίας Στρατού (Γ.Ε.Σ. / Δ.Ι.Σ.): Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος 1940 – 1941 - Η Ιταλική Εισβολή 28 Οκτωβρίου μέχρι 13 Νοεμβρίου 1940, Αθήνα (1960) 123: «Αι γέφυραι επι του ποταμού Σαρανταπόρου, Στράτσανης και Αγίου Μηνά καταστρέφονται κατόπιν διαταγής του Αποσπάσματος Πίνδου». 

‘’Ανάθεμα το βασιλιά, καλή ρούσα μου

και το βεζύρη αντάμα, κρίμα πόκαμες αφέντη!

Που έδωκαν τον ορισμό να φύγουν οι μαστόροι,

Να φύγ(ει) κι ο γυιός μ’ ο μοναχός στην ξενιτιά να πάει’’. 

Στην καρδιά της κοιλάδας του Γράμμου είναι κτισμένη η Βούρμπιανη, (900 μ. υψ. - 37 χλμ από Κ, – 5 χλμ από  Πυρσόγιαννη, Π. στο υπόλοιπο κείμενο), το αμέσως επόμενο χωριό. Αν και νωρίς, δεν έχει τόσο κόσμο όπως η Πυρσόγιαννη. Αυτό που σήμερα αντικρίζει ο επισκέπτης, δεν είναι ούτε το ένα τέταρτο του παλιού, πολυάριθμου και δυνατού χωριού. Αιτία της ‘’εξαφάνισης’’ είναι τα σαθρά εδάφη και οι κατολισθήσεις.  

Γνωστό, θρυλικό μαστοροχώρι από παλιά, φημίζεται για τα πολλά γραφικά ξωκλήσια της, τους ονομαστούς μαστόρους και πρωτομαστόρους. Οι Βουρμπιανίτες ήταν σπουδαίοι, και με τη λαϊκή καλλιτεχνική τους έκφραση, θα φτιάξουν με τη σειρά τους εξαιρετικές κατασκευές και μεγάλα έργα, αρχικά κοντά στον τόπο τους, κι’ έπειτα σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Κτίζουν το μοναστήρι της Ζέρμας, (1802) και αργότερα το επισκευάζουν. Επίσης, επισκευάζουν το αγνώστων κτιστών, γεφύρι της Ζέρμας ή Καντσιώτικο.  

Ακολουθώντας άλλους ή φτιάχνοντας τα δικά τους μπουλούκια, γύρισαν τα Βαλκάνια κατασκευάζοντας καμπαναριά, σπίτια και αρχοντικά, περίτεχνες θύρες που συμφωνούσαν, (όπως όλοι), ξεχωριστή τιμή για αυτές, εξαίρετα λιθανάγλυφα, κυμάτια και έλικες, ιδιαίτερης τέχνης. Δούλεψαν στη Βουλή, στο Δημοτικό θέατρο Πειραιά, σε πολλά νεοκλασικά, στο Λαύριο, το Μαντούδι, το Μεσολόγγι, τις μητροπόλεις στα Γιάννινα, και τη Κόνιτσα και αρκετοί έφτασαν στην Αιθιοπία και το Σουδάν. Μικρότερος αριθμός ήταν εγκατεστημένος στη Σμύρνη και τη Κωνσταντινούπολη.  

Η Βούρμπιανη είναι γενέτειρα των Κώστα Γραμματικού (μαστορόπουλο αρχικά) σύμβουλου και γραμματέα του Αλή των Ιωαννίνων, και του Αναστασίου Ευθυμίου λαμπρού ιστορικού, μελετητή και λαογράφου, που κατέγραψε και πρόβαλε την Βούρμπιανη μέσα από το ογκώδες συγγραφικό του έργο. Εδώ γεννήθηκε ο Σωτήρης Μπεηζαδές καπετάνιος των ‘’Σωτηραίων’’, που έδωσαν το παρόν σε πολλές μάχες του Εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821, και βγήκαν νικητές στην τρίμηνη πολιορκία της Βόνιτσας (Δεκ 1828 – Μαρ 1829). 

Στην μεγάλη πλατεία, στο κέντρο του χωριού, η πελώρια εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου δεσπόζει στο χώρο με το ψηλό πέτρινο καμπαναριό και το ηλιακό ρολόι στην πλευρά που βρίσκεται ο κήπος. Τον δεκαπενταύγουστο γίνεται εδώ, το καθιερωμένο μνημόσυνο, υπέρ των μεγάλων ευεργετών Β. Μελά, Χ. Ψύλλα, Ζ. Κατσαντώνη, Α. Τράντα, Β. Τζόγια και δωρητών της Βούρμπιανης. Ένας από αυτούς τους ξενιτεμένους Βουρμπιανίτες, ο Χαρίσης Ζήκος (… 1882), άφησε την περιουσία του για να ιδρυθεί το σχολείο. Το βλέπετε λίγο πιο κάτω, με την γαλάζια πινακίδα που γράφει, ‘’Γυμνάσιον Βούρμπιανης’’. 

Το παλιό σχολαρχείο, ξακουστό στην ευρύτερη περιοχή, διέθετε και οικοτροφείο. Εδώ στην γενέτειρα του, επί σειρά ετών δίδαξε ο ακούραστος εργάτης της παιδείας, δάσκαλος, Χαράλαμπος Ν. Ρεμπέλης (1887 – 1947), απόφοιτος της Ζωσιμαίας σχολής Ιωαννίνων και του Μαράσλειου Διδασκαλείου Αθηνών (1909). Τα πρώτα χρόνια δίδαξε στην Βήσσανη Δελβινακίου (1910 – 1911), αλλά μετά, και επί 37 χρόνια, τον απορρόφησε η Βούρμπιανη. Εκτός ότι υπήρξε πραγματικός πνευματικός φωτοδότης για τους μαθητές του, πρόσφερε τον πρώτο ακριβέστατο χάρτη της περιοχής Κονίτσης και την βραβευμένη πλέον εργασία του, ‘’Κονιτσιώτικα’’, που εκτός του πλήθους των λαογραφικών στοιχείων που περιέχει αποτελεί, ακόμα και σήμερα, πρότυπο για την φωνητική ακρίβεια της λαϊκής προφοράς. Σκοτώθηκε από τους μαχητές του Δ.Σ.Ε. στα γεγονότα του Μαΐου 1947.  

Μαζί με τα αξιόλογα σχολεία και τους δασκάλους της Πυρσόγιαννης των Χιονιάδων και της Καστάνιανης βοήθησε στην πνευματική ανάπτυξη περιοχής, και στάθηκε ακοίμητος φρουρός, ειδικά μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου το 1913. Τα σχολεία σε αυτή την περιοχή, όπως τα περισσότερα στην επαρχία Κόνιτσας, έπαιξαν μεγάλο παιδευτικό ρόλο και στάθηκαν προπύργια του Ελληνισμού, βοηθώντας με τη γνώση και τα γράμματα να διατηρηθούν τόσο η Εθνική υπόσταση, η γλώσσα και η θρησκεία όσο και οι Ελληνικές παραδόσεις, σε όλη την περιοχή. Ακόμα ένας ακρίτας της μόρφωσης, που έδωσε τόσα πολλά, στα δύσκολα χρόνια, χωρίς μαθητές τώρα, αφού οι περισσότερες οικογένειες, έχουν οδεύσει στα μεγάλα αστικά κέντρα, και στα πάτρια έρχονται μόνο στις καλοκαιρινές διακοπές. 

Αμέσως μετά την έξοδο του χωριού, υπάρχει η δστ για Οξυά, (παλιά Σέλτση), που ήδη φαίνονται απέναντι, ανάμεσα στις οξιές, τα σπίτια της. Κατηφορίστε προς τα εκεί, και στη γέφυρα που οδηγεί στο χωριό, να πάτε αριστερά, πεζοπορώντας πλέον, ακολουθώντας παρόχθια διαδρομή προς την θέση ‘’Πύργος’’. Μετά από λίγο, (20’) θα φτάσετε στο παλιό γκρεμισμένο σήμερα (σώζονται τα δύο του βάθρα ) πέτρινο γεφύρι που συνέδεε την Βούρμπιανη με την Οξυά και τα άλλα χωριά του Γράμμου. Αυτός ήταν ο παλιός δρόμος, έτσι για να φανταστείτε τις δυσκολίες που παρουσίαζε η πιο απλή μετακίνηση, που σε πείσμα των μειονεκτημάτων, γνώρισε μια ξεχωριστή άνθηση τόσο στο οικονομικό, το κοινωνικό και το πολιτισμικό πεδίο, όσο και στο πεδίο της δημογραφίας. 

Στην απέναντι όχθη υπάρχουν σκόρπια ερείπια, από τον πρώτο νερόμυλο της περιοχής. Πιο κάτω, πάντα από την δεξιά όχθη του Βουρμπιανίτικου, φτάνετε στον δεύτερο μεγάλο νερόμυλο, τον ‘’Σωτηρέϊκο’’ που τον δούλευε μέχρι το τέλος, ο προαναφερθείς Σωτήρης Μπεηζαδές. Τα ερείπια τους σήμερα, μόνο θλίψη προκαλούν έχοντας πλέον χάσει για πάντα την αίγλη του παρελθόντος. Τα στοιχεία λένε ότι αυτοί οι δύο νερόμυλοι κάλυπταν όλες τις ανάγκες της Βούρμπιανης, (420 οικογένειες – 2000 κάτοικοι το 1883) στο άλεσμα σιτηρών, καλαμποκιού και άλλων γεννημάτων. Είναι ίσως ουτοπία να προταθεί η αναστήλωσή τους, όμως τι θα μείνει στις γενιές που έρχονται, αν όχι η ιστορία του τόπου, μέσα από τα ενθυμήματα; Προτείνεται η επίσκεψη στην Οξυά και θυμηθείτε ότι ο δασικός, συνεχίζει μέχρι το εικονοστάσι του Προφήτη Ηλία, περίπου στα 1400 μ. υψ. Το χωριό από παλιά γιορτάζει με μεγάλο πανηγύρι στις 20 Ιουλίου του προφήτη Ηλία τ’ Αη- Λιώς όπως λένε.  

Με κατεύθυνση τους Χιονιάδες, αγνοείτε την δστ που οδηγεί στον Γοργοπόταμο και συνεχίζοντας, αντικρίζετε το  Ασημοχώρι (παλιά Λεσκάτσι ή Λισκάτσι στα 970 μ υψ – 42 χλμ από Κ, – 7 χλμ από Π.). Είναι κτισμένο σε μια βορινή δασωμένη πλαγιά του ‘’Ιζερού’’ ανάμεσα σε δυο λάκκους τον Μέγα ή Τρανό Λάκκο και το Μικρό Λάκκο. Το 1924 το χωριό μετονομάστηκε σε Ασημοχώρι, λόγω κάποιων ευρημάτων που μαρτυρούσαν παλιότερη ενασχόληση των κατοίκων με την αργυροχοία. Τα σπίτια του παλιού χωριού όπως όλα στην περιοχή ήταν πέτρινα. Με τα γεγονότα του εμφύλιου, το μισό καταστράφηκε, (Αύγουστος του 1949), από δυνάμεις του στρατού. Χτίστηκε από την αρχή το 1954, και μεταλλάχθηκε από τη χρήση υλικών της καινούργιας εποχής, χάνοντας παντοτινά, και στο μεγαλύτερο μέρος του, την παλιά του αίγλη.  

Η αναντικατάστατη ομορφιά της φύσης όμως, παρέμεινε στη θέση της κατακλύζοντας τον ευρύτερο χώρο, πιο πλούσια από ποτέ, βοηθούμενη από την εγκατάλειψη της κτηνοτροφίας, που όσο πάει, γίνεται πιο αισθητή. Στο χωριό, υπάρχει η Κοίμηση της Θεοτόκου, και ο παλιός νερόμυλος. Κοντινέςτοποθεσίες για πεζοπορία, είναι ο δασόδρομος προς τη βλάχικη στάνη, (1540 μ. υψ.) και η περιοχή, ‘’Βαρτζιομπάν’’ (μνήμα του τσοπάνη στα Αρβανίτικα). Μια αξιόλογη προσπάθεια του εν Αθήναις συλλόγου Ασημοχωριτών είναι η έκδοση του περιοδικού ‘’τα Ασημοχωρίτικα’’. 

Επόμενος αξέχαστος σταθμός οι γειτονικοί, ακριτικοί Χιονιάδες, (1100 μ υψ. 45 χλμ από Κ,12 χλμ από Π.), λίγο πριν την γραμμή των Αλβανικών συνόρων. Χωμένο μέσα στη δασώδη πλαγιά που κατεβαίνει από την ‘’Μπάντρα’’, το χωριό είναι κτισμένο σε σχεδόν αθέατη θέση μέσα στις πυκνές φυλλωσιές από τις Οξιές. Το πρώτο σημάδι ότι φτάσατε, είναι το μικρό ομώνυμο του χωριού πέτρινο γεφύρι στη θέση ‘’παρασπόρι’’ στην είσοδό του, κτισμένο σύμφωνα με τη παράδοση ‘’στα 1800’’. Δυστυχώς, είναι εντελώς ασυντήρητο, τόσο, που αν παραμείνει έτσι, είναι βέβαιο ότι ο χρόνος δεν θα το σεβαστεί.  

Η παρουσία του στρατού και των συνοριοφυλάκων ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες είναι εμφανής. Σ’ αυτή την ακριτική γωνιά του Γράμμου, την χειμωνιάτικη περίοδο δεν μένει σχεδόν κανείς, εκτός λίγους ηλικιωμένους, και ο παλιός  δάσκαλος, Πρόεδρος των Χιονιάδων, κύριος Ευριπίδης Ζωγράφος, ανοιχτό βιβλίο ιστορίας της περιοχής. Η ονομασία του χωριού, προήλθε ακριβώς από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, από τους πολλούς ‘’χιονιάδες’’ που πλήττουν αυτό το δυσπρόσιτο άκρο των Ελληνικών συνόρων. 

Η οικονομία4 του χωριού ήταν κτηνοτροφική, όπως και αλλού σ’ αυτά τα μέρη. Αργότερα, οι περιορισμένοι πόροι ανάγκασαν και εδώ, τον αντρικό πληθυσμό να αναζητήσει την τύχη του κυρίως, μέσα από τεχνικά επαγγέλματα. Ακολουθώντας τα μπουλούκια των μαστόρων την βρήκαν, μέσα από την ξεχωριστή δραστηριότητά τους, περνώντας το κατώφλι της ιστορίας, δια μέσου της απαράμιλλης ζωγραφικής τέχνης τους. Οι Χιονιαδίτες, διέτρεξαν όλη την Ελλάδα, την Αλβανία, τα Σκόπια και αλλού, ζωγραφίζοντας αρχοντικά, σαράγια ή αγιογραφώντας εκκλησίες, με σπάνιο ταλέντο και μεράκι, συνεχίζοντας την βυζαντινή παράδοση, εντάσσοντας την, στην τέχνη τους.  

Ειδικότερα στην Ήπειρο, η τέχνη της ζωγραφικής ασκήθηκε κυρίως από τους Χιονιαδίτες, (οι ανταγωνιστές Σαμαριναίοι κρατήθηκαν στα μέρη τους, και τη Θεσσαλία), που στόλιζαν με την ευαισθησία, τη ζωντάνια και τα σπινθηροβόλα πινέλα τους, τα πάντα. Στην εξαιρετικά επίπονη έρευνά του, ‘’Χιονιαδίτες ζωγράφοι’’ (1981), ο Κίτσος Α. Μακρής βρίσκει εξήντα δύο από αυτούς, ενώ οι νεώτεροι ερευνητές έχουν μεγαλώσει τον αριθμό και τα διασωθέντα έργα. Διακρίθηκαν για τις πανέμορφες τοιχογραφίες, τις λεπτομερείς προσωπογραφίες, τα σπάνια και δύσκολης τεχνικής ζωγραφιστά ταβάνια, τεράστια ποικιλία δροσερών φυτικών διακοσμητικών συνθέσεων, μέχρι και ποικιλόμορφα σεντούκια – κασέλες, βρέθηκαν ζωγραφισμένα από αυτούς. 

Όλα γινόντουσαν με μοναδική καλλιτεχνική αρτιότητα και επιμέλεια, μέσα σε μια πανδαισία χρωμάτων, και πολύ γρήγορα έγιναν περιζήτητοι δημιουργώντας τις δικές τους ομάδες. Οι ευκατάστατοι έμποροι από το Ζαγόρι και το Πήλιο, τους καλούσαν να διακοσμήσουν τα μεγάλα αρχοντικά και να εικονογραφήσουν τις εκκλησίες τους. Πολλές δημιουργίες τους σώζονται, σε όλη την Ήπειρο στα χωριά του Ζαγορίου, και του Πηλίου. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει μια στο Τσεπέλοβο, στο σπίτι του Ράδου, που σήμερα ανήκει στην οικογένεια Κέντρου. Ανάμεσα στα πολλά έργα ζωγραφικής υπάρχει και μια τοιχογραφία που παριστάνει τους γάμους του Ναπολέοντα. Είναι έργο του Χιονιαδίτη ζωγράφου Αναστασίου Παπακώστα – Μαρινά, γύρω στο 1850, από τα ωραιότερα δείγματα της λαϊκής ζωγραφικής του 19ου αι, με το συνηθισμένο στους Χιονιαδίτες μοτίβο, της τραβηγμένης με κορδόνια κουρτίνας, πλαισιωμένο από πολύχρωμο σχηματοποιημένο ουράνιο τόξο. 

Το καλλιτεχνικό παρελθόν του χωριού, παραπέμπει στην πολύ όμορφη χωροθέτησή του στο δάσος. Η θέση που είναι χτισμένο, θα ενθουσιάσει τους φυσιολάτρες μια που διαθέτει, εκτός της ωραίας θέας στις γύρω κορφές, και άφθονους χώρους για σκηνές. Ειδικά την πλούσια, λουλουδιασμένη και αρωματοφόρα άνοιξη, ή τον θλιμμένο Σεπτέμβρη – Οκτώβρη είναι πραγματικά, για διήμερη διαμονή. Έτσι θα σας δοθεί η δυνατότητα να γυρίσετε σχεδόν σε όλη τη περιοχή, την οποία γνωρίζει σαν τη τσέπη του, ο δάσκαλος (συνταξιούχος τώρα), και Πρόεδρος των Χιονιάδων κ. Ευριπίδης Ζωγράφος, φροντίστε να συναντηθείτε μαζί του.  

Στους Χιονιάδες υπήρχαν τέσσερις, (φανταστείτε πόσους κατοίκους είχε) νερόμυλοι. Πριν τη κατοχή, λειτουργούσαν οι δύο, ενώ μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο έμεινε ένας, της ‘’Φώναινας’’, που στα τελευταία της, τον δούλεψε για λίγο, ο γαμπρός της, Γεραβέλης Μιλτιάδης. Σήμερα έχει καθαριστεί το μονοπάτι που οδηγεί στον μύλο, αλλά ο επισκέπτης αντικρίζει μόνο τα ερείπια. Επίσης από παλιά, υπήρχε σχολείο, που είχε γίνει ονομαστό και στα γύρω χωριά, από τα οποία συνέρεαν πολλοί μαθητές ‘’υπό την στέγην της παλαιάς εκκλησίας αγ. Αθανασίου’’ (οι πληροφορίες κάνουν λόγο για το 1826). Η ‘’Ελληνική σχολή Χιονιάδων’’ που υπάρχει σήμερα, λειτούργησε επίσης ως παρθεναγωγείο, και χτίστηκε το 1905 στην ίδια θέση που ήταν παλιότερο, πιθανά του 1855. Στους Χιονιάδες εκτός από την αγιογραφημένη εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, δεν υπάρχει κάτι άλλο που να θυμίζει την μεγάλη ζωγραφική παράδοση του χωριού. Όμως, μπορείτε να δείτε εργασίες τους, σε όλες τις εκκλησίες της περιοχής, όπου και να κοιτάξετε. Στον Άγιο Γεώργιο στην Πυρσόγιαννη (το τέμπλο), ενώ στην Βούρμπιανη υπάρχει η παλιότερη υπογεγραμμένη εικόνα, (Κώνστας Θεοδόσι - 1747).   

Κάποτε το χωριό έσφυζε από ζωή. Η πυκνότητα των εσωτερικών και εξωτερικών επικοινωνιών ήταν αντιστρόφως ανάλογη με τις δυσκολίες πρόσβασης και το ανώμαλο του εδάφους. Σήμερα οι τελευταίες φωνές και τα υπομνήματα προς τη διοίκηση έχουν σταματήσει. Όλοι κάτι έχουν να διηγηθούν από τα παλιά, στον μοναδικό τόπο συνάντησης, το μικρό εποχιακό καφενεδάκι, που είναι ανοιχτό από 20 Ιουνίου έως 30 Αυγούστου, και κάποιες γιορτινές μέρες του χειμώνα. Όλες οι κουβέντες με τους γέροντες, μετατρέπονται σε κατάθεση ψυχής, ανάμεσα στα τσιπουράκια. Κουράστηκαν οι άνθρωποι να απευθύνονται σε όσους έχουν πάρει ήδη τις αποφάσεις τους, και τόσα χρόνια, δεν έχουν κάνει τίποτα και δεν έχουν αλλάξει, ούτε στο ελάχιστο την πορεία του τόπου. 

Ενός τόπου, που αρκετά ευρήματα ερευνών(5), (Δαμιανάκος – Ζακοπούλου – Κασίμης – Νιτσιάκος – ‘’Εξουσία, Εργασία και Μνήμη σε τρία χωριά της Ηπείρου’’ – Πλέθρον σελ 14), εκπλήσσουν για την απίστευτη ικανότητα αντίστασης στην εξαφάνιση, πιο σωστά, αρνούνται πεισματικά να σβηστούν από το χάρτη αντίθετα με την πληθυσμιακή συρρίκνωση, (αν και τα τελευταία χρόνια ο πληθυσμός σταθεροποιήθηκε) οι οποία φαίνεται να προκαλεί κάθε ορθολογισμό, αμφισβητώντας ακόμη και την εγκυρότητα της ‘’υπαρκτής στατιστικής’’, και τον τρόπο κατασκευής των στατιστικών κατηγοριών. Η αξιοπρέπεια παραμένει γνώρισμα τους, άσχετα αν η πίκρα από τα λόγια όσων έμειναν, περισσεύει. Η ερήμωση των χωριών, και η εξαφάνιση κάθε παραγωγικής δραστηριότητας έφερε το τέλος στην ενεργή πολιτισμική παρουσία των Χιονιάδων. Αυτά που διασώθηκαν, είναι πλέον ανεκτίμητα, αντικείμενα μελέτης, μια που δεν ξαναφτιάχνονται. 

Κάτι τέτοιο κάνει, μελετά και παρουσιάζει από τις σελίδες του, ένα μοναδικό για τα δεδομένα της χώρας, περιοδικό, το ‘’εκ Χιονιάδων’’. Πρόκειται για μια σπάνια και αξιότιμη συλλογή λαϊκής ζωγραφικής, (εικόνες, πίνακες, κασέλες, φωτογραφίες, έγγραφα) κ.ά. Ο διευθυντής του, Κώστας Σκούρτης, ζωγράφος ο ίδιος, και εκδότης του εξαιρετικού βιβλίου, ‘’ξυλόγλυπτες και ζωγραφιστές κασέλες’’, μαζί με την συντακτική επιτροπή του περιοδικού, μας έχει προσφέρει έως τώρα επτά τεύχη, όπου παρουσιάζονται αυτές οι ξεχωριστές εργασίες και οι ιστορίες των περίφημων Χιονιαδιτών ζωγράφων. Μαζί με το Δήμο Μαστοροχωρίων, που έχει ήδη διαθέσει, (+73000 EUR - εικοσιπέντε εκατομμύρια δρχ) πρωτοστατούν στην ίδρυση του ‘’Μουσείου Χιονιαδιτών Ζωγράφων’’, που μαζί με το Μουσείο Ηπειρωτών Μαστόρων, στην Πυρσόγιαννη, είναι βέβαιο ότι θα αποτελέσουν δύο εργαλεία υψηλής ποιότητας και ανάκαμψης για όλη τη περιοχή. Αποδεικνύεται, και αναδεικνύεται ταυτόχρονα, ότι μια ομάδα νέων ανθρώπων, που στηρίζει αυτές τις προσπάθειες, μπορεί όχι μόνο να αντισταθεί στη φθορά των ορεινών μικροκοινωνιών, αλλά μπαίνοντας δυναμικά στο χώρο, να τον αναπτύξει και να του προσδώσει νέες χρήσεις και λειτουργίες. 

Πιο κάτω στην κοιλάδα, στο δρόμο για το Πληκάτι, βρίσκεται η δεύτερη είσοδος για τον Γοργοπόταμο (παλιά Τούρνοβο, 940 μ. υψ. 44 χλμ από Κ, – 11 χλμ από Π.). Το χωριό είναι κτισμένο στα ριζά της Όρλας προς τα ανατολικά, και απλώνεται ως κάτω, στο ποτάμι Γοργοπόταμο που χύνεται στον Σαραντάπορο, σε ένα απαράμιλλης φυσικής ομορφιάς τοπίο. Παλιά, με τη δύναμη του νερού, δούλευαν δύο νερόμυλοι και ταυτόχρονα ποτίζονταν ο ‘’κάμπος’’, με τους μικρούς κλήρους, μπροστά από το χωριό, δίνοντας ζωή και σώνοντας κόσμο από την πείνα, στα δύσκολα χρόνια του πολέμου και της κατοχής, με το καλαμπόκι και τους ξακουστούς γίγαντες που και σήμερα καλλιεργούν οι λιγοστοί κάτοικοί του. Μια στάση, θα σας θυμίσει όλες τις αγαπημένες μελωδίες της φύσης, τον ξεχασμένο ήχο των ρεμάτων, τα κελαηδίσματα των πουλιών και τα βελάσματα των κοπαδιών. Ιδανικός προορισμός για όσους θέλουν να γνωρίσουν απ’ την αρχή τα άπειρα, δροσερά χρώματα, του δάσους, τα μονοπάτια και τις ξεχασμένες πυγολαμπίδες κοντά στο ποτάμι, το βράδυ.

Σε αυτό το χωριό, σε όλη τη διάρκεια του 18ου – 19ου αι. αναπτύχθηκαν, όλοι οι κλάδοι της ιδιαίτερα ευαίσθητης τέχνης, της ξυλογλυπτικής. Οι Τουρναβίτες ‘’σκαλιστές – ταγιαδόροι’’ απέκτησαν τεράστια φήμη και ήταν περιζήτητοι στην Ελλάδα  την Αλβανία, αλλά και τη Βαλκανική. Οργανωμένοι σε ξεχωριστές ομάδες ‘’ισνάφια’’ όπως και οι Χιονιαδίτες ζωγράφοι όργωσαν κυριολεκτικά την Χώρα, δημιουργώντας έργα απαράμιλλης τέχνης, σε πολλές εκκλησίες, π.χ. το τέμπλο της μητρόπολης στα Γιάννινα έργο του 1830 της οικογένειας Σκαλιστή. 

Μετά τα γεγονότα του πολέμου, και του εμφυλίου λιγοστοί κάτοικοι επέστρεψαν. Αλλά όπως σε όλα τα Γραμμοχώρια, ήταν αργά ‘’για να πάρουν τα πάνω τους’’, οικονομικά. Ο αδελφοκτόνος, καθαρτήριος σπαραγμός, είχε ήδη αποδομήσει την περιοχή, (και όλα γενικά τα ορεινά της Χώρας(6) ) που μέσα σε ένα περιβάλλον τραγικών, πολλές φορές, αλλαγών, έπρεπε να ορθοποδήσει, και να ξαναβρεί τον τρόπο ζωής του. Το 1961 το σχολείο, είχε τριάντα μαθητές και ο αγαπητός στους κατοίκους δάσκαλος, Σωκράτης Οικονόμου, είχε οργανώσει εκτός από τα μαθητικά συσσίτια, και νυχτερινό σχολείο, ώστε να πάρουν απολυτήριο οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, όσοι τέλος πάντων απόφυγαν τη μετανάστευση, που και εδώ άφησε βαρύ σημάδι. Την πενταετία 1956 – 1961 μετανάστευσαν, (κυρίως στη Γερμανία), 9515 άτομα δηλαδή 1903 άτομα το χρόνο, (Ιωάννης Έξαρχος – Οικονομικός Προγραμματισμός στην Ήπειρο – Αθήνα 1963).   Όπου ‘’μπουλούκι’’ και αποχωρισμός. Πολλοί, κυρίως πολιτικοί, αδιαφορώντας για τις μελλοντικές συνέπειες (βλ. Editorial), την ονόμασαν ευλογία θεού, επειδή βρήκαν δουλειά και μάλιστα καλοπληρωμένη. Αυτοί, φαίνεται ότι δεν έζησαν, όπως αυτά τα χωριά που τώρα επισκέπτεστε, την ιεροτελεστία του ξενιτεμού από την ορεινή πατρίδα. Όσοι την έζησαν, δεν την ξέχασαν ποτέ.  

Είναι πολύ δύσκολο να τιθασεύσεις τον πειρασμό, και να μην αναφερθεί, ότι για άλλη μια φορά η ανικανότητα της διοίκησης να δώσει διέξοδο, στην ανθηρή κάποτε οικονομία, στα ήδη φτασμένα κεφαλοχώρια, (που θα μπορούσαν να βοηθήσουν τα μικρότερα), έφερε την παρακμή όλων, και αυτή με τη σειρά της, το αποτέλεσμα της αναχώρησης – φυγής. Γιαυτό ο λαός μας την ονόμασε, και την θεωρεί ως τις μέρες μας, κατάρα και εθνική αιμορραγία. Στο πέρασμα του χρόνου η λαϊκή μούσα δημιούργησε ανάλογα τραγούδια που βεβαιώνουν τον πόνο του αποχαιρετισμού. Δυστυχώς, τα αποτελέσματα αυτής της μαύρης εποχής, και των πολιτικών μπακαλικής, που ακολουθήθηκαν από όλες τις πολιτικές ηγεσίες στη συνέχεια, τα βλέπουμε σήμερα, σαράντα – πενήντα χρόνια μετά. Μοναδική διέξοδος στις μέρες μας, και φωτεινό παράδειγμα για όλη την Ελλάδα, αποτελούν οι νέοι άνθρωποι, που αγαπούν και γυρίζουν στον τόπο τους, οι δραστήριοι σύλλογοι, που πέρα από τα μικροσυμφέροντα και τα ευχολόγια θα επαναπροσδιορίσουν και θα διαχειριστούν το μέλλον των ορεινών χώρων. 

Η συνέχεια της εξαιρετικής γνωριμίας με τη δυσπρόσιτη ορεινή πατρίδα (βλ. ‘’Γραμμουστιανό Σταυροδρόμι’’, στον ίδιο τόμο), θα σας φέρει στο τελευταίο μαστοροχώρι, αυτής της περιοχής, το Πληκάτι. Από εκεί, η χωμάτινη πλέον διαδρομή, σας ανεβάζει για τα καλά στο Γράμμο, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον, σ’ ένα από τα δύο πιο γνωστά και παλιά βλαχοχώρια, την Αετομηλίτσα. Δύο πανέμορφα ζωντανά χωριά, που με την παρουσία τους στολίζουν το Γράμμο, τις ρίζες της παράδοσης και του πολιτισμού μας.  

Ευχαριστώ τον Β. Παπαγεωργίου και τον Ε. Ζωγράφο για τις παρατηρήσεις και τις προτάσεις που έκαναν για αυτό το άρθρο. 

Σημειώσεις:

(1) Ο επόμενος τόμος, θα περιέχει την συνέχεια των διαδρομών και την αναλυτική παρουσίαση των χωριών, από την Αετομηλίτσα μέχρι το Νεστόριο Καστοριάς.

(2)Μετά το 1913 που έκλεισαν τα ‘’εθνικά σύνορα’’, η περιοχή στερήθηκε την επικοινωνία την ανταλλαγή τεχνογνωσίας, (και από εκεί μαστόροι – πετράδες ήταν) και το εμπόριο (άρα, της ανάπτυξης), με τον φυσικό της χώρο, και σαν ντόμινο, άρχισε η αποδιοργάνωση του χώρου των Μαστοροχωρίων, του Πωγωνίου, και γενικά όλων των χωριών της νέας συνοριακής γραμμής, ένθεν – και ένθεν, μέχρι κάτω τη Σαγιάδα, στη Θεσπρωτία. 

(3) Προνόμια ήταν: 1) Καθεστώς Αυτοδιοίκησης, εξέλεγαν δημογέροντες, υδρονόμους, αγροφύλακες, επιτρόπους εκκλησιών, εισπράκτορες φόρων, εφόρους σχολείων και τους οπλαρχηγούς, 2) Διατήρηση της γλώσσας, 3) Ελεύθερη άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων και χωρίς προβλήματα ανακαίνιση των ναών,  4) Κανένας Τούρκος υπάλληλος δεν παρέμενε στα κεφαλοχώρια, 5) Τα Τουρκικά στρατιωτικά αποσπάσματα δεν μπορούσαν να παρατείνουν τη παραμονή τους. Στον χώρο της Βορείου Ηπείρου, τα μεγάλα βλαχοχώρια Σιπίσχα, Νικολίτσα, Μοσχόπολη υπαγόταν στην προστασία της βασιλομήτορος (δες Ζαγόρι – Συράκο – Καλαρρύτες - Ματσούκι). Ειδικά τα προνόμια της περιοχής Χειμάρας ήταν τόσα πολλά (απαλλαγή από φόρους – τελωνιακούς δασμούς, δικαίωμα οπλοφορίας στους καπεταναίους) που ουσιαστικά τα χωριά αυτά παρέμειναν απάτητα από τους Τούρκους.

(4)  Σε παλιότερη συνοπτική μας περιγραφή, (τομ Α’ 1999) είχαμε αναφέρει, ότι οι Χιονιαδίτες είχαν διακριθεί σε ένα είδος εμπορίου, που είχε να κάνει με την εκμετάλλευση του χιονιού. Σύμφωνα με νεότερες πληροφορίες κάτι τέτοιο δεν έχει τεκμηριωθεί. Βλέπετε, και η έγκυρη κατά τα άλλα βιβλιογραφία, όσο και αν διασταυρώνεται ενδέχεται να πέφτει σε σφάλματα.

(5) ‘’Πριν από τριάντα χρόνια είχαμε έντονη την αίσθηση ότι η Πυρσόγιαννη αργόσβηνε και ότι την αντικρίζαμε λίγο πριν την εξαφάνισή της. Όμως τριάντα χρόνια μετά είναι πάντα ετοιμοθάνατη και πάντα ζωντανή, πάντα αναζωογονημένη από την αμερικανική, αυστραλιανή, αθηναϊκή διασπορά της’’. Με αυτά τα λόγια ο Henri Mendras, ο οποίος είχε ηγηθεί της ερευνητικής αποστολής ‘’έξι χωριά της Ηπείρου’’ το 1958, ‘’χαιρετίζει’’ τα ευρήματα της νέας έρευνας που πραγματοποίησαν ο Σ. Δαμιανάκος και οι συνεργάτες του σε τρία χωριά της Ηπείρου. (Λεωνίδας Λουλούδης - ‘’Γεωγραφίες’’ καλοκαίρι 2003 Τ5 - εκδόσεις Εξάντας σελ 37).

(6)Στον Εμφύλιο 700000 – 800000 κάτοικοι των ορεινών περιοχών μετακόμισαν βιαίως στις πόλεις για να μην έχουν οι αντάρτες πηγές ανεφοδιασμού, στρατολογίας και υπηρεσιών. Λίγοι από αυτούς επέστρεψαν στα χωριά τους το 1950, με τον επαναπατρισμό, όπως είχε ονομαστεί. (Λεωνίδας Λουλούδης - ‘’Γεωγραφίες’’ καλοκαίρι 2003 – Τ5 - εκδόσεις Εξάντας σελ 39). 

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης 

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης:  26550

ΔΙΑΜΟΝΗ: www.mastorohoria.gr www.konitsa.gr Ξενοδοχείο ‘’το Αρμολόι’’  στην Πυρσόγιαννη 31297, Τσούβαλης Γεώργιος. Αν έρθετε ή φεύγετε προς Αετομηλίτσα από Επταχώρι βολεύει και ο ξενώνας στο Κεφαλοχώρι Φασούλης Δημήτριος 81481 πριν την Δστ για Λυκόρραχη. Καταφύγιο το ‘’Μιτσικέλι’’ του Ε.Ο.Σ. Ιωαννίνων στα 1400 μ. Χωρητικότητα 28 άτομα, Ξυλόσομπα, Τζάκι, κουζίνα, υδροδότηση. Ορειβατικός Ιωαννίνων καθημερινά 19:00 – 21:00 Καννής Λευτέρης 2651022138. Καταφύγιο στην ‘’Γκαμήλα’’ (Πάπιγκο) ανήκει στην Ομοσπονδία, διαχειριστής Ροκκάς Γιώργος 2651046818, 6973223100.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Ανάλογα την εποχή που θα πάτε. Άνοιξη και φθινόπωρο δεν υπάρχει πρόβλημα όπου και να ‘’στήσετε’’. Στους Χιονιάδες στην εκκλησία, και στον Γοργοπόταμο κάτω στο ποτάμι. Σε κάθε περίπτωση ρωτήστε πρώτα, μια που η περιοχή ελέγχετε αυστηρά από την αστυνομία και τους συνοριοφύλακες λόγω λαθρομεταναστών. Μην αφήσετε σκουπίδια.

ΦΑΓΗΤΟ: Στην κεντρική πλατεία της Πυρσόγιαννης, όλα τα καλά της ώρας και νόστιμοι τσιπουρομεζέδες (το τσίπουρο είναι χωρίς γλυκάνισο). Τσούβαλης Γεώργιος εστιατόριο – καφενείο 31297, Γκάσιος Χρυσόστομος καφενείο 31680. Από εκεί και μετά, κάτι πρόχειρο (μπριζόλες, λουκάνικα) στα καφενεία των χωριών.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Κόνιτσας: 22191, Δήμος Μαστοροχωρίων: 31269, 31111, Fax: 31112, Γραφείο Δ. Δ. Χιονιάδων

31169, 31696. Αστυνομία: Κόνιτσας 22202, Πυρσόγιαννη 31216, Συνοριακή φύλαξη 31100, Α’ Βοήθειες Κόνιτσας 23111, Πυρσόγιαννης23111, 22222, Βούρμπιανης 31330.

ΧΡΗΣΙΜΑ: ‘’εκ Χιονιάδων’’ Περιοδική έκδοση, θα το βρείτε στην Αθήνα ‘’Δωδώνη’’: Ανδρέου Μεταξά 28, 2103825485. Επίσης στην Κόνιτσα: Βασίλης Σκούρτης τ.κ. 44 100 Χιονιάδες, 24945. Ορειβατικός Σύλλογος Κόνιτσας 22464, Δασαρχείο 22498. Κάθε χρόνο τον Ιανουάριο συνήθως στις 16 ή 17 - ανάλογα πότε ‘’πέφτει’’ Σαββατοκύριακο - γίνεται η ετήσια συνάντηση Πυρσογιαννιτών και φυσικά ανάμεσά τους είναι παλιοί, (όσοι έχουν μείνει) και νεώτεροι τεχνίτες της πέτρας. Συνεργεία: Τούσιας Θωμάς 1ο χλμ, Ε.Ο. Κόνιτσας – Κοζάνης 22904, Ζώτος Νικόλαος 22910. Βουλκανιζατέρ: Αντωνίου Ευάγγελος, Κιλελέρ 1, 23081, Βαγενάς Σωτήρης 22818, Ντελής Σπύρος 22939. Τα συνεργεία & τα βουλκανιζατέρ που εντοπίσθηκαν είναι για αυτοκίνητα. 

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Στην Κόνιτσα όλες οι εταιρείες και στο Επταχώρι BP.

ΧΑΡΤΕΣ: Πλαστικοποιημένοι χάρτες ανά νομό που χωρούν στο tang Bag. Αγοράστε τον χάρτη Νο 20 ‘’Νομός Ιωαννίνων’’ & Νο 18 ‘’Νομός Θεσπρωτίας εκδόσεις  ‘’Ελλάδα’’ Κολοκοτρώνη 11 Αθήνα 2103222573, 3225241, Βενιζέλου 3 Θεσσαλονίκη 2310223063. Ο Ε.Ο.Τ. έχει βγάλει, (με την συνεργασία του Ε.Ο.Σ. Αχαρνών), 12 χάρτες για την οροσειρά της Πίνδου. Μεταξύ αυτών, είναι δύο που ενδιαφέρουν, ο Σμόλικας και ο Γράμμος σε κλίμακα 1:50.000. Αν δεν βρείτε εκεί (στον Ε.Ο.Τ. ή στον Ε.Ο.Σ. Αχαρνών) η μόνη λύση είναι η Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, Πεδίον Άρεως 2108842811. Αγοράστε 2 φύλλα 1:250.000 (1:50.000 δεν δίνουν εκτός και αν ζητηθούν από δημόσια υπηρεσία), Κοζάνη, Ιωάννινα.

ΒΙΒΛΙΑ: Διαβάστε το εξαίρετο ‘’Εξουσία, Εργασία και Μνήμη σε τρία χωριά της Ηπείρου’’, εκδόσεις Πλέθρον 2103645057, Μοναδική έκδοση για τους Χιονιαδίτες Ζωγράφους το ομώνυμο βιβλίο του Κίτσου Μακρή από τις εκδόσεις Μέλισσα 2103611692. Ήπειρος της Εκδοτικής Αθηνών, Σύγχρονη Πολιτιστική Γεωγραφία Νομού Ιωαννίνων, έκδοση Νομαρχίας Ιωαννίνων, Φύση και έργα ανθρώπων, έκδοση Κέντρου περιβαλλοντικής εκπαίδευσης Κόνιτσας.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: ΛΕ.ΜΙ. (Λέσχη Μοτοσυκλετιστών Ιωαννίνων) Ανεξαρτησίας 130, Γιάννινα τηλ Fax: 2651048501, http://lemimoto.freeshell.org  Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax: 2434071826. 

Περισσότερες πληροφορίες για ΗΠΕΙΡΟ – ΜΑΣΤΟΡΟΧΩΡΙΑ και  ΗΠΕΙΡΟ – ΠΛΗΚΑΤΙ - ΑΕΤΟΜΗΛΙΤΣΑ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Ιωακείμ Μαρτινιανού (Μαρτιάνου) / Μοσχόπολις / Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών / Θεσσαλονίκη 1957

  • Ιωάννου Έξαρχου / Οικονομικός Προγραμματισμός εις τον Ηπειρώτικον Χώρον / Η.Ε.Α. Αθήνα 1963
  • Κίτσος Α. Μακρής / χιονιαδίτες ζωγράφοι / εκδόσεις Μέλισσα / Αθήνα 1981
  • Παύλος Τάττης / Η θαυματουργή εικόνα της Πληκατιώτισσας / Ιωάννινα 1981
  • Σ. Δαμιανάκος – Ε. Ζακοπούλου – Χ. Κασίμης – Β. Νιτσιάκος / Εξουσία, Εργασία και Μνήμη σε τρία χωριά της Ηπείρου / εκδόσεις Πλέθρον Αθήνα 1997
  • Νιτσιάκου / Αράπογλου / Καρανάτση / Σύγχρονη Πολιτιστική Γεωγραφία Ν. Ιωαννίνων / Νομαρχία Ιωαννίνων 1998
  • Χ. Κασίμης – Λ. Λουλούδης / Συλλογική εργασία - έρευνα ‘’η Ελληνική Αγροτική Κοινωνία στο τέλος του Εικοστού Αιώνα’’ / εκδόσεις Πλέθρον Αθήνα 1999
  • Φύση και έργα ανθρώπων / Κέντρο περιβαλλοντικής εκπαίδευσης Κόνιτσας / Κόνιτσα 2001
  • Βασίλης Νιτσιάκος / Αετομηλίτσα / Πολιτιστικός Σύλλογος Αετομηλίτσας / Γιάννινα 2003
  • Κώστας Σκούρτης / Ξυλόγλυπτες και Ζωγραφιστές Κασέλες από τους Χιονιάδες της Ηπείρου / Νομ. Αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων – Δήμος Μαστοροχωρίων / Αθήνα 2003

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Χρυσηίς Τσερώνη / Στόχος ο Γράμμος / περιοδικό Κορφές Τ115 Σεπτ – Οκτ 1995
  • Γιούλα Δρόλαπα / Με Αφορμή τον Γράμμο / περιοδικό Κορφές Τ127 Σεπτ – Οκτ 1997
  • Κώστας Τζιβελέκας / Γράμμος / περιοδικό ΓΕΩ Τ23 Σεπτέμβριος 2000
  • Γιώργος Δ. Τσίτσος / Παναγία Πληκατιώτισσα / περιοδικό Κόνιτσα Τ103 Μάρτιος – Απρίλιος 2002
  • ‘’εκ Χιονιάδων’’ / Περιοδική Πολιτιστική Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Χιονιαδιτών σε συνεργασία με την αδελφότητα Χιονιαδιτών ‘’ο Άγιος Αθανάσιος’’.
  • Αφιέρωμα στην Ήπειρο / Γεωγραφίες Τ5 εκδόσεις Εξάντας Καλοκαίρι 2003
  • Χάρη Δ. Σωτηρίου / Ηπειρώτες Αγωνιστές / περιοδικό Κόνιτσα Τ109 Μάρτιος – Απρίλιος 2003
  • Σωκράτη Οικονόμου / Αναμνήσεις από το Γοργοπόταμο / περιοδικό Κόνιτσα Τ109 Μάρτιος – Απρίλιος 2003
  • Χάρη Δ. Σωτηρίου / Ηπειρώτες Αγωνιστές / περιοδικό Κόνιτσα Τ110 Μάιος – Ιούνιος 2003
  • Βασίλης Νιτσιάκος / Οι Ορεινές Κοινότητες της Βόρεια Πίνδου / εκδόσεις Πλέθρον Αθήνα 1995
  • Ήπειρος / Εκδοτική Αθηνών / Αθήνα 1997

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Σωτήρης Γοργογέτας / Οδοιπορικό στο Γράμμο και τα μαστοροχώρια / σειρά 19 άρθρων στην εφημερίδα ‘’Πρωινός Λόγος’’ Τρικάλων από 2/3/99 – έως 23/3/99

ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑ (5505 λέξεις)

ΕΠΑΡΧΙΑ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙOY

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.  

© Φεβρουάριος 2004 

Μεσολόγγι, Πατρίδα Ποιητών και Πρωθυπουργών

Ανάμεσα στον Εύηνο, τον Αχελώο και τις βόρειες ακτές του Πατραϊκού κόλπου, μέχρι τα ορεινά της Ευρυτανίας, απλώνεται νωχελικά η Αιτωλία, μια σπουδαία περιοχή με μοναδική μορφολογική ποικιλία. Συγκεντρώνει στο έδαφός της απόκρημνα βουνά, όπως η Βαράσοβα, γνωστή για τα δεκάδες αναρριχητικά πεδία, φαράγγια σαν τη Κλεισούρα, ορθοπλαγιές και εύφορους κάμπους. 

Στο τοπίο κυρίαρχο και πρωτεύοντα ρόλο έχει το υγρό στοιχείο με μια σπάνιας ποικιλίας παραλιακή ζώνη, με πανέμορφους όρμους, εκτεταμένες αμμουδιές και δεκάδες νησίδες. Ποτάμια, λίμνες και λιμνοθάλασσες δίνουν σε αυτή την πολυπρόσωπη περιοχή τη χαρά της εξερεύνησης, πάντα σαν την πρώτη φορά. Και για πολλούς, ίσως είναι η πρώτη φορά που την εξερευνούν, αφού αυτή η γωνιά είναι από τις λιγότερο ανεπτυγμένες τουριστικά, γεγονός, που της προσθέτει γοητεία και αυθεντικότητα. 

Ο νομός Αιτωλοακαρνανίας είναι ο μεγαλύτερος της χώρας, και ίσως, ο πλουσιότερος από πλευράς φυσικού περιβάλλοντος, με έκταση 5.500 περίπου τ.χ. και πληθυσμό 223.000 (‘01) κατοίκους. Χωρίζεται σε πέντε επαρχίες Ναυπάκτου, Μεσολογγίου, Βόνιτσας – Ξηρομέρου, με ομώνυμες πρωτεύουσες, Τριχωνίδας με πρωτεύουσα το Αγρίνιο, και Βάλτου με πρωτεύουσα την Αμφιλοχία. Ένας νομός που το μεγαλύτερο μέρος του είναι βιότοπος και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν απέραντο ανοιχτό μουσείο, που καλύπτει με τα μνημεία και τα εκθέματά του, όλη την ιστορική πορεία του τόπου μας. Περισσότεροι από εκατό αρχαίοι οικισμοί, τουλάχιστον δέκα αρχαία θέατρα, και περίπου εκατόν σαράντα βυζαντινοί και μεταβυζαντινοί ναοί, μεταξύ τους και είκοσι παλαιοχριστιανικές εκκλησίες, περιμένουν τον επισκέπτη αποκαλύπτοντας στο βλέμμα του τα μυστικά του παρελθόντος.

Η Αιτωλία και η Ακαρνανία αποτελούσαν στην αρχαιότητα, δύο ξεχωριστές χώρες με όχι τόσο καλές σχέσεις μεταξύ τους. Το φυσικό σύνορο του θεοποιημένου ποταμού Αχελώου δεν εμπόδισε να γίνουν εκστρατείες, συγκρούσεις, πόλεμοι και καταστροφές. Λόγω της γεωγραφικής διαμόρφωσης, και της πολυτάραχης ζωής της, η Αιτωλοακαρνανία είναι ο μόνος νομός της χώρας που έχει να επιδείξει τόσες πολλές οχυρές θέσεις. 

Περνώντας από το Ρίο στο Αντίρριο, δίπλα ακριβώς από το λιμάνι, προβάλλει το κάστρο του Αντιρρίου (της Ρούμελης) κτισμένο στα τέλη του 15ου αι. Μαζί με το ‘’κάστρο του Μοριά’’, στο Ρίο, έλεγχαν το στενό πέρασμα στον Κορινθιακό, και ήταν γνωστά ως ‘’μικρά Δαρδανέλια’’. Η γνωστή ωραία διαδρομή σας φέρνει να ανηφορίζετε, με συνεχή εσάκια, τις πλαγιές του κώνου της Κλόκοβας, (αρχ. Ταφιασσός), ένας από τους τρεις γιγάντιους οροφύλακες της Αιτωλίας, περνώντας τις ψαροταβέρνες, στα ‘’Χάνια Γαβρολίμνης’’. 

Μόλις δύο χλμ έξω από τη Γαυρόλιμνη υπάρχει ο θαυμάσιος βυζαντινός ναός της Παναγίας Παναξιώτισσας (10ος αι). Αριστερά σας ο δρόμος οδηγεί στον όρμο της Κάτω Βασιλικής (2,5 χλμ) το επίνειο και λιμάνι της αρχαίας αιτωλικής Χαλκίδας. Από έρευνες της ΣΤ’ Εφορείας (Ε.Π.Κ.Α.) σε συνεργασία με το Δανικό Ινστιτούτο, ήρθαν στο φως η οχύρωση (Πύργος στη θέση ‘’Πάγκαλη’’) και τα κατάλοιπα του οικιστικού ιστού της κλασικής και ελληνιστικής πόλης. Από την Κάτω Βασιλική μπορείτε να παραπλεύσετε τον όγκο της  Βαράσοβας, φτάνοντας στο Σπήλαιο του Αγίου Νικολάου. Ο φυσικός όρμος, που θα σας αφήσει το καΐκι, ενδείκνυται, ειδικά τις ζεστές καλοκαιρινές μέρες, για μοναχικό κολύμπι. Εδώ, η συστηματική ανασκαφή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, το 1991, υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Αθανασίου Παλιούρα, έφερε στο φως τεράστια παλαιοχριστιανική Βασιλική φρουριακού χαρακτήρα (περιβάλλεται από τείχος), όπου ησύχαζε μια μικρή αδελφότητα, στη διάρκεια δέκα αιώνων (9ος – 18ος).  

Αμέσως μετά τη Γαβρόλιμνη, ο δρόμος δεξιά σας, παρακάμπτει για λίγο την εθνική οδό, και δίνει ωραία πλάνα του Εύηνου ή Φίδαρηποταμού, του αρχαίου Λυκόρμα. Γιος του Άρη και της Δημονίκης, βασιλέας των Αιτωλών, είχε ένα...μικρό ελάττωμα, μια κακή συνήθεια καλύτερα. Όποιον μνηστευόταν την κόρη του Μάρπησσα ‘’Καλλίσφυρον’’ – είχε ωραία πόδια, κατά τον Όμηρο, μετά από λίγο καιρό τον σκότωνε. Γνωρίζοντας αυτή την...συνήθεια, ο πρώην Αργοναύτης Ίδας – γιος του Ποσειδώνα, την έκλεψε, χωρίς να δώσει…λογαριασμό. Ο Εύηνος έψαχνε με αγωνία να βρει την κόρη του, και μέσα στην απελπισία του, αφού η καταδίωξη δεν έφερνε αποτέλεσμα, έπεσε στον Λυκόρμα ποταμό που από τότε φέρει το όνομά του. Πηγάζει από τα Βαρδούσια όρη, την Οξιά και τα όρη της Ναυπακτίας και μαζί με τον Αχελώο, έχει συμβάλει τα μέγιστα, στη δημιουργία της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου. Οι φερτές του ύλες, σχημάτισαν τον κάμπο, που σήμερα ‘’θρέφει’’ τα Δ. Δ. Ευηνοχωρίου και Γαλατά.

Η παράκαμψη συναντάει πάλι την Εθνική, στο ύψος του Περιθωρίου. Ο μονοκόρυφος (Σφυρί (914 μ.), ορεινός όγκος Βαράσοβας ή και Βουνό, (αρχ. Χαλκίς), το ‘’Άγιον Όρος’’ της Αιτωλοακαρνανίας, με τα δεκάδες εκκλησάκια και ασκηταριά του, και τις γνωστές, στους λάτρεις της αναρρίχησης, ορθοπλαγιές, συντροφεύει το ταξίδι σας, απ’ όπου και να περάσετε. Μια διακλάδωση όμως, λίγο πριν την γέφυρα του Ευήνου, οδηγεί πολύ κοντά της, στον Γαλατά,και από εκεί στον όρμο του Κρυονερίου (6χλμ),ένα λιτό χωριό με λίγα ενοικιαζόμενα δωμάτια, και ταβερνάκια στο λιμάνι. Δεν υπάρχει κάμπινγκ, όμως, μπορείτε να ‘’στήσετε’’ τη σκηνή σας στην παραλία. Όλο και κάποια παρέα αναρριχητών θα είναι εκεί κοντά. 

Εδώ ήταν ο τελευταίος σταθμός του ατμοκίνητου σιδηρόδρομου της γραμμής Αγρινίου – Κρυονερίου. Υπάρχουν ακόμη οι σκουριασμένες σιδηροτροχιές και ο μισογκρεμισμένος τερματικός σταθμός. Την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, ο λιμένας Κρυονερίου, έπαιξε το δικό του σημαντικό ρόλο αφού, από εδώ, φορτώνονταν σε καραβάκι και διακινούνταν στην απέναντι Πατραϊκή ακτή, όλα τα αγαθά του εύφορου Αιτωλικού κάμπου. Από αυτό το σημείο, υπάρχει προσπέλαση στα αναρριχητικά πεδία, (άνω των εκατό, όλων των δυσκολιών και στυλ), της Βαράσοβας. 

Πέρα από αυτά τα βουνά, προς τον βορρά, η ματιά απλώνεται μακριά στην πλατιά πεδινή έκταση της Αιτωλίας, με τις λίμνες Τριχωνίδα και Λυσιμαχία. Η συνέχεια θα σας φέρει από την, κατ’ ευφημισμό, ‘’εθνική οδό’’ στη μεγάλη γέφυρα του Ευήνου, και πολύ σύντομα, εκεί που χτυπά η καρδιά του Ιστορικού Μεσολογγίου, πρωτεύουσας της ομώνυμης επαρχίας με τους δεκαεπτά χιλιάδες κατοίκους. Η Ιερά Πόλη, όπως καθιερώθηκε να λέγεται, χωρίς να είναι καμιά αρχαία πόλη, ανέπτυξε τόσο πολύ την Εθνική της Συνείδηση, το Χρέος, χαρίζοντας στην Ελλάδα, πέντε Πρωθυπουργούς, τον Σπυρίδωνα (1788 – 1873), και τον Χαρίλαο Τρικούπη (1832 – 1896), τον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη (1829 – 1879), τον Ζηνόβιο – Ζαφείριο (1800 – 1886) και τον Δημήτριο Βάλβη (1814 – 1892). 

Ταυτόχρονα, η ψυχική και ηθική της υπόσταση, ανέπτυξε το πνεύμα και τη νόηση, που γέννησε με τη σειρά της, μεγάλους ποιητές όπως, ο Κωστής Παλαμάς (1859 – 1943), ο Μιλτιάδης Μαλακάσης (1869 – 1943), ο Γεώργιος Δροσίνης (1859 – 1951), Αντώνης Τραυλαντώνης (1867 – 1943), Ρήγας Γκόλφης (1886 – 1957), Μίμης Λυμπεράκης (1880 – 1967), προσφέροντας στον εαυτό της, εκτός από τα στεφάνια της δόξας και της Ιερότητας, και τον τίτλο του ευλογημένου δωρητή, στην Πατρίδα πλέον, Ποιητών και Πρωθυπουργών.

Μπαίνοντας από την πύλη της ηρωικής εξόδου στην πόλη, δεξιά σας, συναντάτε το νεοκλασικό κτήριο του παλιού νοσοκομείου, κτισμένο από κουδαραίους μαστόρους και αρχιτέκτονες, όπως και το κτήριο της Εθνικής Τράπεζας οι παλιοί στρατώνες κ.α. Αμέσως μετά, το κατάφυτο Ηρώο των Πεσόντων ή ο Κήπος των Ηρώων. Το τείχος του Μεσολογγίου την εποχή της εξόδου, ήταν πολυγωνικό και μακρύτερο από το σημερινό, σχεδιασμένο από τον Μιχαήλ Π. Κοκκίνη. Ο μεγάλος αυτός χώρος άρχισε να δημιουργείται την δεκαετία του 1860, από τον λοχαγό Κουρκουτσάκη, αφού είχε μεσολαβήσει το κτίσιμο μέρους του γκρεμισμένου τείχους, από τον Καποδίστρια (1830) σχεδόν αμέσως, μετά την παράδοση του Μεσολογγίου στους Έλληνες, με συνθήκη (Μάιος 1829). Συνέχεια στις επισκευές δόθηκε και από τον βασιλιά Όθωνα (1838). 

Σε μικρό τύμβο συγκεντρώθηκαν τα οστά των ανώνυμων νεκρών, και σε ιδιαίτερους χώρους – μνημεία εκείνα των ηγετών. Στο κέντρο του Κήπου των Ηρώων, υπάρχει το μαρμάρινο μνήμα του Μάρκου Μπότσαρη, και ο ανδριάντας του Άγγλου ποιητή και φιλέλληνα Λόρδου Βύρωνα, στη θέση που υπήρχε η εκκλησία του Αγ. Νικολάου. Ενός ποιητή, του οποίου το όνομα έχει περάσει στην ιστορία ως του ανθρώπου που έδωσε τα πάντα στον ιερό Αγώνα των Ελλήνων για ελευθερία. Στους δαιδαλώδεις διαδρόμους, που στολίζονται από πανύψηλους φοίνικες, θα συναντήσετε αρκετά μνημεία, φρεσκάροντας την ιστορική σας μνήμη, διαβάζοντας τις σχετικές πινακίδες. Περπατήστε σε αυτόν τον υποβλητικό τόπο, στον Τύμβο των αγνώστων Ηρώων, το μνημείο των Φιλελλήνων, έτσι, σαν χρέος.

Το Μεσολόγγι, ιδρύθηκε πάνω σε τρεις νησίδες, που αργότερα, ενοποιήθηκαν από τις προσχώσεις των ποταμών Ευήνου και Αχελώου, δημιουργώντας τρεις γραφικές λιμνοθάλασσες. Μετά τις σταυροφορίες, (1204) οι Βενετοί, που τους είχαν επιδικαστεί όλες οι βυζαντινές χώρες, αναζήτησαν μικρούς κόλπους, που θα τους παρείχαν κάλυψη και ασφάλεια. Τις προϋποθέσεις τις βρήκαν στο ασταθές, επικίνδυνο, και απροσπέλαστο ελώδες περιβάλλον της σημερινής πόλης, και των γειτονικών ‘’Αιτωλικού - Οινιάδων’’ . Η ιδιόμορφη φυσική οχύρωση βρέθηκε, ταυτόχρονα λύθηκε και το πρόβλημα της διατροφής, με τα άφθονα ψάρια, και έτσι ξεκίνησε η πρώτη εγκατάσταση. Η στρατηγική του θέση μνημονεύεται και ανδεικνύεται, για πρώτη φορά, με τη ναυμαχία της Ναυπάκτου, το 1571. Μέχρι τότε αναφέρεται στις πηγές σαν ιχθυοτροφείο με μικρό συνοικισμό ψαράδων.

Η εποχή της μεγάλης ακμής του χωριού, είναι το χρονικό διάστημα 1740 – 1770. Εκείνη την περίοδο, το Μεσολόγγι, διακρίνεται ως το σημαντικότερο εμπορικό και ναυτικό κέντρο της Στερεάς. Το ανεπτυγμένο εμπόριο φουντώνει την κερδοφορία, που με τη σειρά της φτιάχνει εβδομήντα πέντε καράβια, απογειώνοντας τον συναγωνισμό, που πλέον, με τόλμη, ανταγωνίζεται τους βενετούς και τους γάλλους. Η διανόηση και το πνεύμα της εποχής, βρίσκει έκφραση με την ίδρυση της Παλαμαϊκής σχολής, από τον Παναγιώτη και τον Γρηγόριο Παλαμά το 1760. Την δεκαετία που λειτούργησε (το 1770 κάηκε με τα Ορλωφικά) πρόλαβε να εξελιχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά κέντρα της Ελλάδας. Όλα αυτά κατέρρευσαν στον πρώτο ρωσοτουρκικό πόλεμο της Αικατερίνης Β’ (1768 – 1774) και ό,τι έμεινε, περιήλθε στους Τούρκους. 

Η δεύτερη αναγέννηση της πόλης, πλέον, γίνεται στις αρχές του 19ου αι., έχοντας σαν σταθερή βάση την αξιοποίηση του φυσικού πλούτου της περιοχής. Μέχρι το 1804, η πολιτεία, εκτός της σημαντικής πνευματικής ζωής, διαθέτει εξήντα καράβια και εξάγει λάδι, σταφίδα, στάρι, αλάτι κ.ά, αναθερμαίνοντας ταυτόχρονα τις ναυπηγικές δραστηριότητες που βοηθούν στην ανοικοδόμηση των αλυκών. Μετά από λίγα χρόνια, η πόλη μπήκε στην υπηρεσία του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα, με πρωτεργάτες τον Φιλικό Αναστάση Παλαμά, και τον οπλαρχηγό του Αράκυνθου Δημήτριο Μακρή. Οι Μεσολογγίτες, ήσαν άνθρωποι μορφωμένοι και έδιναν με το γραπτό τους λόγο, υψηλό νόημα στον Ξεσηκωμό. Αυτή η μικρή πόλη, έμελλε να γράψει μια από τις ενδοξότερες σελίδες της Ελληνικής Επανάστασης, αναδεικνύοντας τους κατοίκους της σε πρότυπα ‘’Ελεύθερων Πολιορκημένων’’.  

Είναι 178 χρόνια περασμένα, από τότε. Μα, αν παρακολουθήσετε μια φορά τις γιορτές στην Ιερή Πόλη (Κυριακή των Βαΐων κάθε χρόνο) θα είναι, σαν όλα αυτά να έγιναν χτες. Λες και κάποια γεγονότα είναι πάνω από το χρόνο, και δεν σβήνουν από τη συλλογική μνήμη. Πραγματικά, τότε ήταν μια δύσκολη εποχή, κοντά στην τρίτη χρονιά του Εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, και το επαναστατημένο Μεσολόγγι πέρναγε τις τελευταίες μέρες της δεύτερης πολιορκίας, που άρχισε στις 15 Απριλίου 1825, και έληξε στις 12 Απριλίου 1826. Όλη η δύναμη του εχθρού αυτά τα τέσσερα χρόνια, προσπαθούσε να το υποτάξει, να το αφανίσει, γιατί γνώριζε τι άξιζε η πτώση του, καθώς και τις συνέπειες από την Υψηλή Πύλη, αν αυτό δεν γινόταν. Έτσι: ‘’Ανατολίτες Τούρκοι Αλβανοί, και τακτικοί Άραβες εβάλθηκαν όλοι δια ένα Μεσολόγγι!’’, όπως μαρτυρεί ο Ψύλλας.

Πάνω από δύο χιλιάδες πέθαναν από πείνα, αφού είχε εξαφανιστεί κάθε είδους τροφή από τον αποκλεισμό. Εκατό χιλιάδες μπόμπες – όπως γράφει ο Ιακ. Μάγερ εκδότης των ‘’Χρονικών’’ και του ‘’Ελληνικού Τηλέγραφου’’ – είχαν καταστρέψει προμαχώνες και σπίτια. Ο Σπετσιώτης Ναύαρχος Ανδρούτσος, που περιπολεί έξω από το νησί Σκροφάκι, γράφει από το καράβι του ‘’Παγκρατίων’’, πέντε μέρες πριν την έξοδο, ‘’Το Μεσολλόγγιον ευρίσκεται εις την εσχάτην στεναχώριαν, έχει πέντε ημέρας σήμερον άσιτον, άλογα, γαϊδάρους, τα πάντα ετελείωσαν, ελπίδα να εισέλθουν από κανέν μέρος ζωοτροφίαι δεν υπάρχει, όλα τα μπογάζια και νησίδια τα έχουν πιασμένα, ώστε δεν μπορεί να εισέλθει ούτε μονόξυλον’’.

Πολιορκημένες πολιτείες και αγωνιστές που αντιστάθηκαν γενναία στον κατακτητή δεν λείπουν από την Ελληνική ιστορία. Τα ολοκαυτώματα της Κάσου, (βλ. Νήσος Κάσος, τομ. Δ’ 0-300, 2002) των Ψαρών, και της Χίου αντιμετωπίστηκαν ηρωικά. Αλλά το Μεσολόγγι δεν είναι μόνο αυτό, απλώνεται παραπέρα όπως το αίμα και η φωτιά. Σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα, έδειξε απαράμιλλη ανδρεία, και αυτοθυσία. Αυτά τα σκελετωμένα κορμιά, που μόλις μπορούσαν να κρατήσουν το όπλο, στάθηκαν απέναντι σε πολυάριθμους και καλύτερα εξοπλισμένους στρατιώτες του Κιουταχή, και στο τέλος του Ιμπραήμ, νικώντας και εξευτελίζοντας τον εχθρό. Τη νύχτα της 10ης Απριλίου 1826, ενώ έξω από το ‘’γελοίο φράχτη’’ και το ‘’καλυβάκι’’, όλοι περίμεναν να παραδοθούν, αυτοί σαν γνήσιοι Έλληνες, με το σπαθί στο χέρι, τόλμησαν και έκαναν πράξη το αφάνταστα ηρωικό κατόρθωμα της εξόδου.

Οι αριθμοί των σκοτωμένων στον τελικό απολογισμό, και αυτών που σύρθηκαν σκλάβοι, ανατριχιάζουν και τους πιο ψύχραιμους. Τα ‘’κατορθώματα’’ των νικητών, και τα ‘’ζωντανά’’ τεκμήρια της ‘’νίκης’’ ακόμα περισσότερο. Όμως η ιδέα του ελεύθερου ανθρώπου σώθηκε, ο κόσμος συγκλονίστηκε από το κατόρθωμα, και ήταν η έξοδος τελικά, η σπίθα, που ξεσήκωσε τον μέχρι τότε μάλλον αδιάφορο χριστιανικό κόσμο, να πάρει θέση υπέρ της Ελλάδος, αποθεώνοντας, την οικουμενική πλέον έννοια, του αγώνα των Ελλήνων. Η ηρωική έξοδος των πολιορκημένων, αποτέλεσε πρόσθετη πηγή έμπνευσης, για την ποίηση του Διονυσίου Σολωμού και του λόρδου Βύρωνα, που ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, και την ζωγραφική, με τον Ευγένιο Ντελακρουά να ζωγραφίζει τη δύναμη, και τον πόθο της ελεύθερης ψυχής, αφήνοντας με το εμπνευσμένο έργο του, αιώνια υποθήκη στις ανθρώπινες αξίες. 

Νοιώστε τη δύναμη αυτού του αγώνα, στο παλιό δημαρχείο, στην κεντρική πλατεία, όπου στεγάζεται η Πινακοθήκη και το Μουσείο της Πόλης. Τα έργα της Πινακοθήκης του Δήμου εικονογραφούν την αντίσταση και την ηρωική έξοδο. Εκεί βρίσκεται η συλλογή πορτραίτων, όπλων, προσωπικών αντικειμένων των πρωτεργατών της επανάστασης στη Δυτική Ελλάδα. Επίσης, αντίγραφο του περίφημου πίνακα της εξόδου του Θ. Βρυζάκη, ‘’Η υποδοχή του Byron στο Μεσολόγγι’’, και αντίγραφο (το αυθεντικό βρίσκεται στην γαλλική πόλη Μπορντό), του πίνακα του Ντελακρουά (1823) ‘’Η Ελλάς αναδύεται μέσα από τα ερείπια του Μεσολογγίου’’. 

Η πόλη βρίθει πολιτιστικής και πολιτικής κληρονομιάς, δείχνοντας υπερήφανη τα μουσεία και τις συλλογές της.     Το Μουσείο Τρικούπη, στο σπίτι που γεννήθηκε και έζησε ο πρώτος πρωθυπουργός της Ελλάδας, Σπυρίδων Τρικούπης, και ο γιος του Χαρίλαος Τρικούπης, επίσης μεγάλος πολιτικός και καινοτόμος πρωθυπουργός γεννημένος στο Ναύπλιο στις 11 Ιουλίου 1832. Το νεοσύστατο Λαογραφικό Μουσείο, με έπιπλα και χρηστικά αντικείμενα αστικών κυρίως νοικοκυριών, το Μουσείο Κωστή Παλαμά, συνυφασμένο με την τοπική ιστορία, (Παλαμαϊκή σχολή). Η Δημοτική ΒάλβειοςΒιβλιοθήκη, με είκοσι χιλιάδες τόμους,  στο σπίτι του Πρωθυπουργού Ζηνόβιου Βάλβη, και το Κέντρο Λόγου και Τέχνης, που στεγάζεται στο σπίτι του Θανάση Ρατζή – Κότσιρα, το Τρικούπειο Πολιτιστικό Κέντρο στο παλιό αμαξοστάσιο του σιδηροδρομικού σταθμού, είναι αυτά που κεντρίζουν το ενδιαφέρον, και αναδεικνύουν το πνευματικό – ποιητικό και πολιτικό επίπεδο της Ιερής Πόλης.

Όμως το Μεσολόγγι, δεν είναι μόνο φάρος της ποίησης1, και της νεότερης ιστορίας μας, αλλά και μια μοναδικού φυσικού κάλλους λιμνοθάλασσα, η μεγαλύτερη στην Ελλάδα, και η δεύτερη στην Ευρώπη. Συγκαταλέγεται, ανάμεσα στους έντεκα διεθνούς σημασίας υγρότοπους της χώρας μας, και προστατεύεται από τη ‘’Σύμβαση Ραμσάρ’’2. Επιπροσθέτως αναφέρεται, στην έρευνα του πολυτεχνείου για τις 449 περιοχές ιδιαίτερου κάλλους της χώρας μας, μαζί με το Όρος Βαράσοβα, τη Κλεισούρα, τη λιμνοθάλασσα Κλείσοβας και τις Νησίδες Κλείσοβα και Οξειά.  

Οι λιμνοθάλασσες Μεσολογγίου – Κλείσοβας, μαζί με τη γειτονική του Αιτωλικού3, το δέλτα του Αχελώου, και τις εκβολές του Εύηνου,καλύπτουν μια έκταση4 258.000 στρ, από τις μεγαλύτερες της Μεσογείου, με πλουσιότατη αλιευτική παραγωγή. Η έκτασή τους στην πραγματικότητα, μετά τις απερισκεψίες του ανθρώπου, δεν ξεπερνά τα 150.000 στρ. Συμβαίνει ακριβώς, (όσον αφορά τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις) ότι έχει πάθει η λίμνη Βεγορίτιδα (δες Κοζάνη – Βεγορίτις τομ Δ’ 0-300, 2002), λες και εφαρμόζεται το ίδιο ‘’πρόγραμμα’’5. Σε κάθε περίπτωση, η σπουδαία θέση του, τον ταξινομεί στους σημαντικούς σταθμούς πουλιών, τόσο για μόνιμη διαμονή ή ξεκούραση, όσο και για λήψη τροφής κατά την διάρκεια της αποδημίας. 

Από τα στενά δρομάκια της πόλης, κατευθυνθείτε προς την Λιμνοθάλασσα της Κλείσοβας, που σε λίγα λεπτά, θα πλημμυρίσει το οπτικό σας πεδίο. Ο δρόμος, το ‘’ράμμα’’ των ντόπιων, που κατασκευάστηκε από το 1870 μέχρι το 1884, για να διευκολύνει τους ψαράδες, αποτελεί για έξι χλμ. μοναδική οδηγική εμπειρία, (προσέξτε μόνο, μην λοξοδρομήσετε). Η Κλείσοβα, με έκταση περίπου 22.000 στρ, δεν αποτέλεσε μόνο την φυσική οχύρωση της πόλης κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, αλλά, και την σπουδαιότερη πλουτοπαραγωγική πηγή, από παλιά. Στάθηκε μάλιστα αφορμή και αιτία της εγκατάστασης, εδώ, των πρώτων αλιέων.

Το διάσημο, πολυφωτογραφημένο πασσαλόπηκτο σπιτάκι, (πελάδα), που αφήνετε αριστερά σας, σε λίγο καιρό θα γίνει κέντρο ενημέρωσης επισκεπτών, ενώ η ιστορική νησίδα Βασιλάδι, με τον παραδοσιακό φάρο, θα συντηρηθεί με σκοπό την μετατροπή του, σε χώρο υποδοχής επισκεπτών6. Στα τέσσερα χλμ, υπάρχει δρομάκι, που οδηγεί κοντά στο ιστορικό, από τις ένδοξες μάχες, νησάκι Τουρλίδα, με το εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας,ενώ ο κεντρικός, συνεχίζει για άλλα δύο χλμ, μέχρι την ονειρική Τουρλίδα, ένα λιμναίο ψαροχώρι, με ‘’παραδοσιακές’’ ξύλινες πασσαλόπηκτες καλύβες, στην κυριολεξία, πάνω στο νερό. ‘’Λόφοι’’ με απλωμένα δίχτυα, νησιώτικοι ρυθμοί και τραγούδια, ακούγονται κατά τη διάρκεια του ξεψαρίσματος.

Ο χώρος παλιότερα ήταν γεμάτος ‘’πελάδες’’, οι πραγματικές, αυθεντικές ψαράδικες καλύβες, φτιαγμένες από καλάμια και ντόπιο χορτάρι (ρένα) που προϋπήρχαν της πόλης. Σήμερα αποτελούν παρελθόν. Μετά τις καταστροφικές αποξηράνσεις της δεκαετίας του ’70 τα πάντα άλλαξαν, και μαζί με αυτά και τα σπίτια, που ναι μεν καλύπτονται από καλάμια (για να ‘’κόβει’’ η ζέστη), αλλά, από κάτω, έχουν τσίγκο. Ευτυχώς, στο λιμανάκι της θα δείτε Σαΐτες, Σταφνοκάρια, Πρυάρια, τα γραφικά παλιά σκαριά, δίχως καρίνα, των λιμνοθαλασσιτών ψαράδων, και μεγάλη  ποικιλία μοντέρνων σκαφών, με μηχανές. Μια καλή, ρομαντική ιδέα, (ειδικά αν είστε δύο), αφού δεν υπάρχει πρόσβαση παντού, είναι να εξερευνήσετε την λιμνοθάλασσα, και τα δεκάδες νησάκια, με κάποιον ντόπιο οδηγό και βάρκα. Υπάρχουν αρκετοί, και είναι βέβαιο ότι γρήγορα θα καμφθούν οι τυχόν πρώτες αντιρρήσεις.

Τα ηλιοβασιλέματα σε αυτό το μαγευτικό τοπίο, αποκτούν μαγικές προεκτάσεις, και η φυσική ομορφιά, γοητεύει τους επισκέπτες, τονίζοντας τη διαφορετικότητα του χώρου. Οι δύο λιμνοθάλασσες, οι δεκάδες νησίδες, εναλλάσσονται με τους αλμυρόβαλτους, τους καλαμιώνες, τις λουρονησίδες, και τα φυλλοβόλα δάση, από ιτιές, λεύκες και φράξους. Όλο αυτό το ‘’σύστημα’’, επικοινωνεί με ‘’δρόμους’’ που δίνουν μια εντελώς διαφορετική άποψη του φυσικού στοιχείου. Στα πεντακάθαρα νερά μεγαλώνει μια απίστευτη ποικιλία ψαριών. Αθερίνες, γοβιοί, κεφαλοειδή, γλώσσες, σουπιές, καλαμαράκια, χταπόδια, γαριδούλες, καβουράκια μικρά και μεγάλα, ιφάδες (σαν αχιβάδες), χέλια, μέχρι και πίνες, που γίνονται νοστιμότατες τηγανιτές ή μαγειρευτές με ντομάτα. 

Η πολυειδής  βλάστηση, η συνακόλουθη πανίδα που αναπτύσσονται στους λασπώδεις αλμυρόβαλτους, δρα σαν ένα τεράστιο βιολογικό φίλτρο, απορροφώντας ρύπους από τη μια, προστατεύοντας τη λίμνη από την άλλη, και δημιουργώντας, ταυτόχρονα, τροφή για χιλιάδες πουλιά. Τα (δ)ιβάρια ‘’λειτουργούν’’ με τους φυσικούς νόμους της παλίρροιας και της άμπωτης. Αυτή η διεργασία, έχει σαν αποτέλεσμα να τονώνεται η παραγωγή, και το ‘’προϊόν’’, (δόλωμα) να είναι πεντακάθαρο. Έτσι προσελκύονται ψάρια από το Ιόνιο, οδηγούνται, στην ελεγχόμενη πορεία τους, από τους ατέλειωτους φράχτες και τις καλαμωτές, μπαίνουν στα ιβάρια (φυσικά ιχθυοτροφεία) για να βρουν τροφή, παχαίνουν, νοστιμίζουν….και παγιδεύονται σε ειδικούς χώρους. Μετά, πριν ακόμα ανατείλει ο ήλιος, οι ψαράδες του αλιευτικού συνεταιρισμού πιάνουν δουλειά, πλουτίζουν το τραπέζι τους, την κεντρική ψαραγορά και τα γεύματά μας, με πλούσια αλιεύματα. Από όλα τα ψάρια της λιμνοθάλασσας, από αρχές Αυγούστου μέχρι τέλος Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου, ξεχωριστή θέση στο εισόδημα των ψαράδων, και στα ορεκτικά υψηλής γαστρονομίας, αποτελούν οι ‘’μπάφες’’, ο θηλυκός κέφαλος, απ’ όπου βγαίνει το διάσημο στο εξωτερικό, αβγοτάραχο Μεσολογγίου. Μεγάλο μέρος της φήμης, αυτής της εκλεκτής λιχουδιάς, προέρχεται από την πικάντικη γεύση και την φυσική παραγωγή.   

Λίγο βορειότερα από την Κλείσοβα, και την Ιερή Πόλη, στον δρόμο για Αιτωλικό, είναι οι φημισμένες Αλυκές Μεσολογγίου, σπάνια παραγωγικά οικοσυστήματα, που καλύπτουν σχεδόν εντεκάμισι χιλιάδες στρ. Οι ‘’Ελληνικές Αλυκές ΑΕ’’, οριοθετούν τολμηρά ένα παράξενο ολόλευκο τοπίο. Τα παλιά χρόνια όλοι οι απομονωμένοι κάτοικοι των ορεινών χωριών των Αγράφων, των Τζουμέρκων ακόμα και της μακρινής νότιας και βόρειας Πίνδου, έφταναν μέχρις εδώ, οι φτωχότεροι με τα πόδια, άλλοι με ζώα, και οι επαγγελματίες αγωγιάτες με τα δεκάδες μουλάρια τους. Αγόραζαν το πολύτιμο αλάτι, απαραίτητο για το ξεχειμώνιασμα της οικογένειας, την συντήρηση των τροφίμων, και την ανεπτυγμένη εκείνα τα χρόνια κτηνοτροφία και στην συνέχεια επέστρεφαν στη γενέτειρά τους, με στάση και διανυκτέρευση σε χάνια που ήταν στους δρόμους, αλλά και στις ορεινές διαβάσεις. Κόπος και ιδρώτας…για ένα σακί αλάτι, τότε, που τα αγαθά ήταν μετρημένα και πολύτιμα, τότε, που η απόκτησή τους, προϋπέθετε ηρωικές προσπάθειες, και ξεπέρασμα κάθε είδους αντιξοοτήτων. Σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής έχει εκμηχανισθεί (με χειρονακτική εργασία βγαίνει στη δημοτική αλυκή) και η εταιρεία, καλύπτει το 50% της πανελλήνιας παραγωγής, που ανέρχεται σε εκατόν είκοσι χιλιάδες τόνους το χρόνο.

Πιο κάτω, (8ο χλμ Μεσολογγίου – Αιτωλικού), υπάρχει το αξιόλογο Κέντρο Πληροφόρησης Υγροβιότοπων, απ’ όπου μπορείτε να πάρετε πληροφορίες, χάρτες και φυλλάδια, για την πανίδα και τη χλωρίδα του οικοσυστήματος των λιμνοθαλασσών. Στα σχέδια, παράλληλα με τις δραστηριότητες αυτές, περιλαμβάνεται η απόκτηση πλοιαρίων, με τα οποία, γίνεται η γνωριμία και η ξενάγηση των επισκεπτών και μαθητών, στις λιμνοθάλασσες. 

Στο Αιτωλικό φτάνετε, περνώντας πάνω από το πολύτοξο ομώνυμο γεφύρι του, έργο των κουδαραίων από τα μαστοροχώρια της Κόνιτσας. Και εδώ τα περίφημα ‘’μπουλούκια’’, έφτιαξαν εκκλησίες, καπναποθήκες, και αρχοντικά. Από εδώ ξεκινούν, ωραίες, απόμερες διαδρομές, που σας φέρνουν σε επαφή με το υγρό στοιχείο, το πλουσιότατο φυσικό περιβάλλον, και τον ποταμό Αχελώο, που πλέον, κυλάει τα τελευταία από τα 213 χλμ, ταπεινωμένος, σε τσιμεντένιο αυλάκι.

Προς Νεοχώρι, απ’ όπου η δστ για την λουρονησίδα ‘’Λούρος’’ (3,5 χλμ) σας φέρνει (αριστερά) στην ‘’παραλία’’ (6χλμ). Από το Λούρο, η εναλλακτική διαδρομή, (δεξιά) σας φέρνει σε 10 χλμ στις εκβολές Αχελώου, (με πολλές δστ είναι αλήθεια – να έχετε χάρτη) από την μεριά του όρμου της Οξειάς. Από την ‘’εξωτερική διαδρομή’’, την ‘’παράκτια’’ φτάνετε στο ‘’τέλος’’, στον Ναό των Ταξιαρχών, που φημίζεται για το ξυλόγλυπτο τέμπλο, του 18ου αι. Πίσω από το ιερό όμως, είναι η έκπληξη για τον ανυποψίαστο επισκέπτη. Το μνήμα της Βασιλικής Κονταξή, πιο γνωστής σαν ‘’κυρά – Βασιλική’’, της ευνοούμενης του Αλή Πασά των Ιωαννίνων που έφυγε εδώ, στο Μεσολόγγι. Απέναντι, φαίνονται οι δεκάδες νησίδες, και τα ιχθυοτροφεία, της λιμνοθάλασσας Θολή επιβάλλοντας τη, πανέμορφη έτσι κι’ αλλιώς, παρουσία του υγρού στοιχείου. 

Άλλη διαδρομή, από το Νεοχώρι (δεξιά), περνάει τη γέφυρα προς Κατοχή – Αστακό - Λεσίνι, ή την περιοχή Τρικαδόκαστρο με το αρχαίο θέατρο Οινιάδων, ένα ακόμη κέντρο πολιτισμού για τη Δυτική Ελλάδα, φτάνοντας στο Διόνι, στον ομώνυμο όρμο, δίπλα από τις εκβολές του Αχελώου. Απέναντι φαίνονται οι νότιες Οινιάδες νήσοι.

Στο πληγωμένο, από τις ανθρώπινες δραστηριότητες, δάσος,‘’Μνημείο της Φύσης’’, του Φράξου ή Φραξιά στο Λεσίνι, και στις αμμοθίνες της λιμνοθάλασσας, παρά την ανεξέλεγκτη υλοτομία, καταφέρνουν ακόμη, να παρέχουν φωλεά σε πολλά είδη πουλιών, σε υψηλούς αριθμούς. Φαλαρίδες, καλαμοκανάδες, κυνηγόπαπιες, μπεκατσίνια, αργυροπελεκάνοι, λευκοπελαργοί, και αρπακτικά πουλιά. Όρνια, και θαλασσαετοί, σπάνια είδη για την Ευρώπη, εδώ συναντιούνται σε μεγάλους αριθμούς.

Βορειοδυτικά, του Μεσολογγίου, επί της ‘’εθνικής οδού’’, βρίσκεται η δστ. προς Νέα Πλευρώνα, το ‘’κάστρο της κυρά Ρήνης’’ των ντόπιων, μια από τις σπουδαιότερες πόλεις – συμμάχους της Αιτωλικής Συμπολιτείας7, που μαζί με την αρχαία Καλυδώνα,στο Ευηνοχώρι, και την Αλίκυρνα, στον Άγιο Θωμά Μεσολογγίου, θα έλεγε κανείς, ότι ‘’κυκλώνουν’’ την περιοχή. Η αρχαία πόλη είναι κτισμένη ψηλά στον Αράκυνθο, (υπάρχει πινακίδα της αρχαιολογικής) λίγο πριν το Αιτωλικό δεξιά, όπως έρχεστε από Μεσολόγγι. Είναι επισκέψιμη, και στον χώρο σώζεται η μοναδική  οχύρωσή της, με μεγάλο τμήμα των τειχών, και δεκάδες πύργους, το θέατρο, η μεγάλη υδατοδεξαμενή, και η αγορά της. Για την πόλη αυτή, έχουν γίνει μεγαλεπήβολα σχέδια ανάδειξής της.

Από εδώ, η θέα του Μεσολογγίου, και της ευρύτερης περιοχής των αλυκών και των λιμνοθαλασσών στο βάθος, είναι εξαίσια. Καθ’ οδό προς το Αγρίνιο, προτείνεται η στάση στο Φαράγγι της Κλεισούρας – υπάρχει και αναψυκτήριο – στην Ζωοδόχο Πηγή, σε ένα ολόδροσο σκιερό περιβάλλον κατάλληλο για ξεκούραση και ανασύνταξη. Ο Σπυρίδων Τρικούπης αναφέρει στην ιστορία του, ότι στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου η πόλη σώθηκε, από κάποιον Ηπειρώτη, από τα Γιάννινα μάλιστα, και δίνει την πληροφορία ότι αυτός ο σωτήρας έγινε8 κατόπιν καλόγερος, σ’ ένα ξωκλήσι που βρίσκεται στην είσοδο της Κλεισούρας. Αυτό το ξωκλήσι, είναι το σημερινό μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής, που είναι αφιερωμένο στην Αγία Ελεούσα.

Μια παράξενη διαδρομή, που δεν μοιάζει με ο,τιδήποτε έχετε κάνει ως τώρα, ξεκινά σχεδόν πάνω απ’ τη γέφυρα Ευηνοχωρίου, εννέα χλμ από Μεσολόγγι, και, ακολουθώντας τα τελευταία από τα 92 χλμ του Εύηνου ποταμού, φτάνει ως τη θάλασσα, στην ‘’Μπούκα’’ των ντόπιων. Οι χάρτες αναφέρουν ‘’Βαμβακούλα’’, αλλά δεν υπάρχουν πινακίδες για να επιβεβαιωθεί, παρά μόνο ένα υπερυψωμένο ανάχωμα, μια χωμάτινη ευθεία έντεκα χλμ. 

Τα πλατάνια, οι λόχμες και οι καλαμιές, καλύπτουν όλο τον τόπο αριστερά σας εκεί που κυλάει ο ποταμός, κρύβοντας στα σίγουρα, φωλιές άγριων πουλιών. Δεξιά κάποιες μικρές περιποιημένες καλλιεργήσιμες εκτάσεις, διαφοροποιούν το τοπίο που όσο πάει απογυμνώνεται. Τα τελευταία μέτρα αυτής της πανέμορφης διαδρομής θα σας λαχταρίσουν, αφού δεν υπάρχει τίποτα, και ταυτόχρονα υπάρχουν τα πάντα. Ανάλογα πως θα ‘’σας πάρει’’ η μυστηριώδης ατμόσφαιρα. Η περιοχή δεν έχει παρά μόνο, απέραντες ευθείες, απροσμέτρητες εκτάσεις, βάλτους (οδηγείτε στο ‘’πατημένο’’), και αλυκές με πολλά βούρλα και αρμυρίκια. Στο βάθος, δύο ξύλινες μεγάλες πασσαλόπηκτες καλύβες, προσθέτουν έμπνευση στον χρωστήρα του ζωγράφου, και άλλον αέρα στην εξερεύνηση. Λες, υπάρχει ζωή, όμως φευ…το παντέρημο μεταφυσικό τοπίο, ισορροπεί, μόνο και μόνο, επειδή πριν έχετε δει την λιμνοθάλασσα, και οι απέραντες ευθείες είναι κάτι συνηθισμένο στην οπτική σας, αλλιώς…….

Το Μεσολόγγι, αναδεικνύεται μέσα από μια μυθική, σκοτεινή και συνάμα γαλήνια, αχλύ, που συχνά τυλίγει την πόλη. Σίγουρα είναι θαλασσινή πολιτεία, όλη του η ιστορία άλλωστε αξιολογείται, από το θαλασσινό στοιχείο. Έτσι είναι και οι κάτοικοι. Πιο πολύ θαλασσινοί. Δίπλα όμως υψώνονται χαμηλοί, ήπιοι λόφοι, και βουνά. Ο Αράκυνθος, και η Βαράσοβα, μοιάζουν να προφυλάσσουν το θαλασσινό Μεσολόγγι, από τα χούγια και τις συνήθειες των ορεινών. 

Έτσι η Ιερά Πόλη, μέσα στη μοναξιά του μύθου της και της διαμορφωμένης εδώ και χρόνια κουλτούρας, αποπνέει διαφορετικό αέρα, ομολογώντας, σ’ αυτούς που ακούν, τη διαφορετικότητά της από τις άλλες παραθαλάσσιες πόλεις.

Σημειώσεις:

(1)  Όταν βρέθηκε στο δίλημμα να πεθάνει ή να παραδοθεί, προτίμησε το δεύτερο, υπερβαίνοντας τον ηρωισμό, κατακτώντας ταυτόχρονα το ανώτερο ιδανικό, την Ελευθερία. Ακολουθούν δεκάδες δημοτικά τραγούδια, που περιγράφουν την ζωή ‘’μέσα στο φράχτη’’, αλλά και μετά την ηρωική έξοδο. Οι πρώτοι Μεσολογγίτες ποιητές που ύμνησαν τον άθλο ήταν οι: Στασινός ‘’ο Μικρός’’, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Κωστής Παλαμάς. Πολλοί όμως είναι οι ποιητές, (αρκετοί ανώνυμοι) και ακόμα περισσότερα τα ποιήματα που γράφτηκαν με θέμα την ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου. Ο Στασινός, του οποίου ο αδελφός σκοτώθηκε στην πρώτη πολιορκία, σύνθεσε μεγάλο ποίημα, πάνω από 100 στίχους. Δημοτικά τραγούδια, αλλά και μοιρολόγια που θρηνούν το Μεσολόγγι, είναι πολλά στις συλλογές του Χασιώτη, Αραβαντινού, Πάσσωβ (‘’CarminaGreca’’), Λελέκου, κ.α.

Στην έντεχνη ποίηση, εκείνος που πλησίασε περισσότερο τη δόξα του Μεσολογγίου, ήταν ο μεγάλος Εθνικός μας ποιητής Δ. Σολωμός,ο ιδρυτής της λεγόμενης Επτανησιακής σχολής, με το ποίημα ‘’Μεσολόγγι’’ ή ‘’Ελεύθεροι Πολιορκημένοι’’ ή ‘’Το Χρέος’’, όπως το ονομάζει ο ίδιος. Επίσης ο Γ. Ζαλοκώστας που βραβεύθηκε ιδιοχείρως, από τον βασιλιά Όθωνα, το Μάιο του 1851, για το ποίημά του ‘’το Μεσολόγγιον’’. Ο Σπ. Τρικούπης, ύμνησε τους αγώνες του Μεσολογγίου με πολλά ποιήματα, όπου ξεχωρίζει, ‘’η Λίμνη του Μεσολογγίου’’. Ο Αλέξ. Πάλλης έπλεξε το εγκώμιο του Μεσολογγίου με το ποίημα ‘’Ο Μεσολογγίτης’’. Ο Συρακιώτης τραγουδιστής ‘’του βουνού και της στάνης’’, Κ. Κρυστάλλης δεν έμεινε ασυγκίνητος, γράφοντας τον ‘’Καλόγερο’’ της Κλεισούρας’’.

Από τους νεότερους, ξεχωρίζει ο μεγάλος μας ποιητής Κ. Παλαμάς, με τις συλλογές του, ‘’Τραγούδια της Πατρίδας μου’’ και ‘’Καημοί της Λιμνοθάλασσας’’. Στο δεύτερο, περιέχεται το ποίημα ‘’Μια παράδοση’’, όπου διαφαίνεται όλη η ιστορία του Μεσολογγίου. Ο επίσης Μεσολογγίτης Μ. Μαλακάσης, με πολλές εμπνεύσεις, και δύο ομότιτλα ποιήματα ‘’Το Μεσολόγγι’’. Τέλος, ο σύγχρονος ποιητής, Σ. Σκίπης, με ποίημα που αναφέρεται στη μεγάλη απόφαση των πολιορκημένων, και την ‘’Ωδή στο Λόρδο Βύρωνα’’. 

(2)  Το είδος της ‘’προστασίας’’ που απολαμβάνει, δεν είναι τόσο ευχάριστο για τους φορολογούμενους, αφού για πολλοστή φορά η χώρα μας θα βρεθεί κατηγορούμενη, και για τη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, επειδή δεν λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα προστασίας, στον διεθνούς σημασίας βιότοπο. Πρέπει να αναφερθεί, ότι η Διεθνής Σύμβαση Ραμσάρ, έχει περιφρονηθεί στον έσχατο βαθμό από την διοίκηση. Οι υγρότοποι κινδυνεύουν από την έλλειψη διαχειριστικών προγραμμάτων, που θα έθεταν στόχους, αλλά και θα υποδείκνυαν ταυτόχρονα, τις μεθόδους προστασίας τους. Η Ελλάδα δεν έκανε απολύτως τίποτα.  

Οι υπόλοιποι ‘’υπεύθυνοι’’, από τους δημάρχους ή τις ‘’επιτροπές τουρισμού’’ των δήμων, τους Νομάρχες, και όλους τους εμπλεκόμενους, αγνοώντας τις συνέπειες, αρκούνται στις ενέργειες του τύπου: η περιοχή μας προστατεύεται κ.λπ. Ο αρνητικός αντίκτυπος που, ήδη, έχει σχηματίσει η Ε.Ε, ανακοινώνεται κατά καιρούς με βαριά πρόστιμα, και κυρίως, με αναστολή υλοποίησης προτάσεων για χρηματοδότηση έργων που έχουν να κάνουν με δράσεις ανάδειξης και ανάπτυξης, αναγκάζοντας τη διοίκηση, αφού χάνει τους πόρους από την Ε.Ε., να τα ‘’βάζει από τη τσέπη της’’, ενώ θα μπορούσε να τα διοχετεύσει αλλού. 

(3)  Θα αποτελέσει αντικείμενο επόμενης αναφοράς, ‘’Επαρχία Μεσολογγίου 2’’ Αιτωλικό – Δέλτα Αχελώου – Οινιάδες. 

(4)  Το νούμερο 258.000 στρ, εδόθη από τη δικτυακή πύλη ενημέρωσης Αιτωλοακαρνανίας, τον Μάρτιο του 2004, και δεν συμβαδίζει με τις δραματικές αλλαγές που έχουν συντελεσθεί. Σύμφωνα με την απογραφή των Ελληνικών Υγροτόπων του 1994 που έγινε από το Ε.Κ.Β.Υ. και το Μουσείο Γουλανδρή – Φυσικής Ιστορίας οι εκτάσεις ήταν οι ακόλουθες: Λιμνοθάλασσα Αιτωλικού (Λ/Θ) 26.000 στρ, Λ/Θ Μεσολογγίου 100.000 στρ, Λ/Θ Κλείσοβας 30.000 στρ, Εκβολές Ευήνου 2.500 στρ, Δέλτα Αχελώου 66.500 στρ σύνολο 225.000 (1994). Το 1996 στην αξιόλογη έκδοση της Εμπορικής Τράπεζας, ‘’Ελληνικοί Υγρότοποι’’, που έγινε πάλι από το Μουσείο Γουλανδρή, και το Ε.Κ.Β.Υ, διαβάζουμε ότι η έκταση ’’ξεπερνά τα 220.000 στρ’’ ενώ μόνο η Λ/Θ Μεσολογγίου – Αιτωλικού έχει ‘’έκταση 140.000 στρ’’.

Ο φορέας διαχείρισης των λιμνοθαλασσών, με έδρα το Μεσολόγγι, το 2004 δηλώνει ότι, ‘’η έκταση των Λ/Θ Μεσολογγίου – Αιτωλικού είναι 150.000 στρ’’. Το μόνο βέβαιο, για να δικαιολογήσουμε τα διαφορετικά νούμερα στις εκτάσεις, είναι αυτό που γνωρίζουμε ήδη. Η Δεκαετία που πέρασε ήταν καταστροφική, και ουσιαστικά ο άνθρωπος περιόρισε την έκταση, με αποξηράνσεις, μπαζώματα, επιχώσεις (για τη δημιουργία καλλιεργήσιμης γης, αφού η υπεραλίευση έχει αρχίσει να δείχνει τα δόντια της – μείωση της παραγωγής – φυγή των νέων), αυθαίρετη δόμηση, καταπατήσεις, χωματερές, σκουπιδότοποι κ.λ.π. Η μόνη εξήγηση που φαντάζει, (προς το παρόν δεν είναι), λογική, είναι ότι ετοιμάζονται, να γίνουν αγρότες! αφού το φράγμα Μεσοχώρας, έτσι και αλλιώς θα μειώσει, (τότε θα είναι λογικό), την παροχή νερού προς τις λιμνοθάλασσες. Αλλά το φράγμα δεν έχει κλείσει ακόμα, οπότε προς τι η ανάπτυξη των καλλιεργειών εις βάρος του υγρότοπου; Προετοιμάζονται άραγε;

(5)  Η λίμνη Βεγορίτιδα ήταν, η βαθύτερη στην Ελλάδα, με μέγιστο βάθος 75 μ. και η τρίτη σε μέγεθος με 72,5 τ.χ. Η ΔΕΗ λεηλάτησε τον υδροφόρο ορίζοντα (όπως όταν θα ‘’κλείσει’’ το φράγμα Μεσοχώρας, στην περίπτωσή μας). Τότε λοιπόν ‘’δώρισαν’’, (μέσω του Υπ. Οικονομικών), στρέμματα για καλλιέργεια, (στην περίπτωση του Μεσολογγίου δεν δωρίζουν, αλλά μπαζώνουν και πουλάνε). Αυτά τα στρέμματα όμως ….για να αποδώσουν, θέλαν και ….πότισμα. Όσο λοιπόν, πότιζαν, τόσο μίκραινε η λίμνη, όσο μεγάλωναν οι καλλιέργειες, τόσο μειωνόταν το μέγεθος της. Τελικά από 3,5 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα νερό έμειναν τα 500 εκατομμύρια κυβικά.

(6)  Η προσαρμογή αυτή θα περιλαμβάνει πλήρη συντήρηση του κτίσματος και του παραδοσιακού φάρου, εκθεσιακό χώρο, που θα αναφέρεται στην ιστορικότητα της θέσης, σε σχέση με την πολιορκία του Μεσολογγίου, στη σημασία και λειτουργία του φάρου, στο ιδιαίτερο περιβάλλον των νησίδων, στο μέτωπο της λιμνοθάλασσας, και στην οργάνωση της παραδοσιακής αλιείας (ιβαριών) εκεί. Επίσης, θα διαμορφωθεί ο εξωτερικός χώρος, και θα κατασκευαστεί μικρή ξύλινη προβλήτα προσέγγισης και πρόσδεσης παραδοσιακών!! Σκαφών.

(7)  Τα χρόνια της ακμής της Αιτωλικής συμπολιτείας αρχίζουν μετά το 279 π.Χ., όταν αυτοί κυρίως ήταν, που απέκρουαν τους Γαλάτες επιδρομείς στις Θερμοπύλες και τελικά στους Δελφούς όπου και τους σύντριψαν. Τα μέχρι το 220 π.Χ. χρόνια είναι τα καλύτερα της Συμπολιτείας αφού έχει αναπτύξει καλές σχέσεις τόσο με τους Ηπειρώτες, όσο και με τους Μακεδόνες του βασιλιά Αντίγονου Γονατά. Το τέλος, έρχεται μετά από πολέμους και καταστροφές, το 189 π.Χ, με την σύναψη της Αιτωλορωμαϊκής συνθήκης ειρήνης, πράξη τέλους για τη Συμπολιτεία.

(8) Στην πρώτη πολιορκία το 1822, ο Ομέρ Βρυώνης έκανε ένα ‘’κόλπο’’, αφού έβλεπε ό,τι δεν μπορούσε να κατακτήσει το Μεσολόγγι. Πήρε όλο του το στρατό και έφυγε, με την σκέψη να ξαναγυρίσει, παραμονές Χριστουγέννων, όταν όλοι θα ήταν στις εκκλησιές. Ίσως να το είχε καταφέρει, αν δεν υπήρχε ο καλόγερος της Κλεισούρας, που άκουσε τον στρατό να έρχεται, και έτρεξε στη πόλη, ειδοποίησε τους Μεσολογγίτες και έτσι γλίτωσαν. 

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 26310

ΔΙΑΜΟΝΗ: ‘’Θεοξένια’’ 28098 στο δρόμο για Τουρλίδα, ‘’Liberty’’ 28050, ‘’Αγάπη’’ 28801, ‘’Αύρα’’22284, ‘’Ηλιοβασίλεμα’’ 25360.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Στην παραλία του Κρυονερίου ελεύθερο. Φεύγοντας μην αφήσετε σκουπίδια.

ΦΑΓΗΤΟ: Δοκιμάστε αυγοτάραχο ή πάρτε για το σπίτι. Φτιάχνεται από τα αυγά του θηλυκού κέφαλου, ο ‘’Μπάφος’’ των ντόπιων. Τα εστιατόρια και οι ψησταριές ειδικεύονται στα ψαρικά, κέφαλοι, χέλια και λοιπά φρέσκα προϊόντα της λιμνοθάλασσας. Στη ρομαντική Τουρλίδα ‘’το ηλιοβασίλεμα’’. Με το ουζάκι, στην πλατεία πρωθυπουργών, δοκιμάστε γαριδούλες. ‘’Καρβέλης’’ 51532, ‘’Μαρόκια’’ 26832, ‘’Τα Ρεμπάκια’’ στο Αιτωλικό 2632023588, 23377.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Νομαρχία Μεσολογγίου 59602, www.aitoloakarnania.gr Δήμος Μεσολογγίου 55120, 55128, Α’ Βοήθειες 26331, Αστυνομία 22222, Τροχαία 23117, Τουριστική Αστυνομία 27220, Συνεργεία – Βουλκανιζατέρ: Κατσαρός Οδυσσέας, συνοικία Ανατολικά Αλίπεδα, 28467, Μαντέλος Γιώργος, Ναυπάκτου 41, 25058, Ζοχιός Σωτήριος, Κατσή 2, 25575, Μανθάτης Νίκος, Πολυτεχνείου 3, 22312.

ΧΡΗΣΙΜΑ: www.29dytika.gr/main/travel/mesologi.htm www.29dytika.gr/main/nav/history/oikosysthmata.htm www.ornithologiki.gr Η πόλη είναι επίπεδη. Μια καλή πρόταση για άλλου είδους γνωριμία είναι αυτή του ποδηλάτου. Νοικιάζουν παντού. Ο Κήπος των Ηρώων είναι ανοιχτός μέχρι τις 18:00. Μουσεία: Πινακοθήκη – Ιστορίας της Ιεράς Πόλης 22134, Λαογραφικό 22134, Τρικούπη 26283, Κωστή Παλαμά 51767, Κέντρο ενημέρωσης υγροτόπων Μεσολογγίου – Αιτωλικού 8 χλμ από το Μεσολόγγι προς Αιτωλικό 2632022110.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Στην Ιερά Πόλη όλη όλες οι μάρκες, στα περίχωρα στο Ευηνοχώρι, και από την μεριά του Αιτωλικού στο Νεοχώρι και τη Κατοχή.

ΧΑΡΤΕΣ: Μοναδική εργασία ακριβείας, με αποτέλεσμα, τον Χάρτη ‘’Αιτωλία’’, από την ΑΝΑΒΑΣΗ, σε κλίμακα 1:100.000, θα τον βρείτε στην Στοά Αρσακείου 6 Α’ 105 64 Αθήνα, 2103218104, 3210152.

ΒΙΒΛΙΑ: Αιτωλοακαρνανία: Τόποι – Μνημεία – Ιστορία, Αγρίνιο 1995, Νότια Αιτωλία – το οδικό Δίκτυο ως τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, Αθήνα 1993, ‘’Γνωρίστε το Μεσολόγγι’’ της Ακακίας Κορδόση, εκδόσεις Ασημακόπουλος 1999 Μεσολόγγι.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax: 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑ – ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ  αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Αλεξανδροπούλου Σ. / Νότια Αιτωλία – το οδικό Δίκτυο /  Αθήνα 1993
  • Γιώργος Σφήκας – Γρηγόρης Τσούνης / Οικοτουριστικός Οδηγός Ελλάδας / Γ.Γ.Ν.Ε. – Ε.Ε.Π.Φ. Αθήνα 1993
  • Αιτωλοακαρνανία / Τόποι – Μνημεία – Ιστορία / έκδοση Ιστορικής – Αρχαιολογικής Εταιρείας Δυτικής Στερεάς Ελλάδας / Αγρίνιο 1995
  • Απογραφή Ελληνικών Υγροτόπων / εκδότης ΕΚΒΥ – Μουσείο Γουλανδρή / Θεσσαλονίκη Ιούνιος 1994
  • Ελληνικοί Υγρότοποι / Μουσείο Γουλανδρή – ΕΚΒΥ / εκδότης Εμπορική Τράπεζα Αθήνα 1996
  • Ακακία Κορδόση / Γνωρίστε το Μεσολόγγι / εκδόσεις Ασημακόπουλος / Μεσολόγγι 1999
  • Κωσταντίνου Παπαδόπουλου / Τουριστικός Οδηγός Αρχαίας Πλευρώνας / εκδόσεις ΑΛΦΑ / Αθήνα 2001
  • Λύντια Τρίχα / Ο γνωστός και ο άγνωστος Χαρίλαος Τρικούπης / Εκδόσεις Καπόν / Αθήνα 2002

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Παναγιώτης Κρήτας / Το επαναστατημένο Μεσολόγγι στην Ποίηση / περιοδικό Ελληνική Δημιουργία Τ125 / Αθήνα 1953
  • Μεσολόγγι / Αφιέρωμα 7 ημερών Εφημ Καθημερινή 24/4/94
  • Τάκη Ντάσιου / Μάζωξη στην Βαράσοβα / περιοδικό Κορφές / Τ115 Σεπτ – Οκτ. 1995
  • Κώστας Παπανδρέου / Με τη Γαΐτα / περιοδικό Ταξιδεύοντας (το μικρό) / 4 Τροχοί Νοέμβριος 1996
  • Ρούλα Χάιδου – Άγγελος Ρασιάς / Μεσολόγγι / περιοδικό Cosmos / Τ21 Απρίλιος – Μάιος 1997
  • Μνημεία της Αιτωλοακαρνανίας / Αφιέρωμα 7 ημερών Εφημ Καθημερινή 27/9/98
  • Γιώργος Ζαρκαδάκης – Γιάννης Σμαραγδής / Μεσολόγγι / περιοδικό Γαιόραμα / Τ34 Νοέμ – Δεκ.1999
  • Ιωάννα Σωτήρχου – Σπύρος Τσακίρης / Γεύση από Αλάτι / περιοδικό ΓΕΩ / Τ1 Απρίλιος 2000
  • Ντίνα Μπατζιά – Διονύσης Μοσχονάς / Αυγο-ταραχή Ουρανίσκου / περιοδικό ΓΕΩ / Τ88 Δεκέμβριος 2001
  • Μίρκα Παλιούρα / Ευγένιος Ντελακρουά / περιοδικό Γαιόραμα / Τ48 Μάρτιος – Απρίλιος 2002
  • Θάλεια Αργείτη – Μιχάλης Κωσταρής / Μνήμες Ιστορίας / περιοδικό ΓΕΩ / Τ161 Μάιος 2003
  • Θοδωρής Αθανασιάδης – Ζερμαίν Αλεξάκη / Ο αγιασμός των υδάτων / περιοδικό ΓΕΩ / Τ163 Μάιος 2003
  • Διονύσης & Σπυρογεράσιμος Δημητράτος / Μεσολόγγι / περιοδικό Κορφές / Τ164 Νοέμ – Δεκ 2003

Για τις κάθε είδους καταστροφές στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου – Αιτωλικού διαβάστε αναλυτικά , στο περιοδικό ‘’Νέα Οικολογία’’ Ιούνιος ’96 / Το δάσος Φραξιά κινδυνεύει, Οκτώβριος – Νοέμβριος ’99 / Λιμνοθάλασσα Αιτωλικού, Ιούνιος ’00 / Λιμνοθάλασσα Αιτωλικού, του Μεσολογγίτη Ιωάννη Λεονάρδου και τα δύο.

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Ενεπεκίδη Π. / Στο πένθιμο Μεσολόγγι του 1824 / Εφημ Καθημερινή 12/9/1999
  • Αλέξανδρος – Πηνελόπη Τσαντούλα / Στις εκβολές του Αχελώου / ένθετο Νο 10 2003 στην εφημερίδα Ημερησία.
  • Ντίνος Κιούσης / Mezzolaghi / Εφημ Καθημερινή 12/5/02

Για τις παντοειδείς καταστροφές στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου – Αιτωλικού διαβάστε αναλυτικά, στις εφημερίδες, ‘’Καθημερινή’’ 18/9/99 άρθρο της Έφης Χατζηιωαννίδου / ‘’Βαριανασαίνει η λιμνοθάλασσα του Αιτωλικού’’, και ‘’Καθημερινή’’ 8/10/00, άρθρο των, Γιάννη Μακρή – Ελένης Ντινιά – Μπουντάλη / ‘’Έγκλημα στη λιμνοθάλασσα’’, επίσης, το ‘’Βήμα της Κυριακής’’ 21/1/01 άρθρο της, Παναγιώτας Μπίτσικα / ‘’το Υδρόθειο πνίγει το Αιτωλικό’’, και το ‘’Βήμα της Κυριακής’’ 29/9/02 άρθρο των, Παναγιώτας Μπίτσικα – Μάχης Τράτσα / ‘’Καταστρέφεται η λιμνοθάλασσα’’, για την παραπομπή στο ευρωδικαστήριο, δείτε την ‘’Καθημερινή’’ 30/1/04 άρθρο – ανταπόκριση από Βρυξέλες, του Κωνσταντίνου Καλλέργη.

 EDITORIAL Τόμου ΣΤ’ 2004 (1023 λέξεις)

Ορεινές Περιοχές και Τουριστική Ανάπτυξη Α’

Πόσο καλύτερα θα ήταν τα πράγματα για την Ελλάδα αν με τα χρήματα που εισέπραξε και συνεχίζει να εισπράττει από την Ε.Ε. μπορούσε να προμηθευτεί κάμποση ακέραιη πολιτική λογική, για να την εφαρμόσει στην ορεινή ταλαιπωρημένη Ελλάδα. 

Την τελευταία δεκαπενταετία, οι χρήσεις της γης έχουν αλλάξει και η γεωργία, πλέον, απασχολεί πολύ μικρό ποσοστό. Η κτηνοτροφία σε άλλες περιπτώσεις αναπτύσσεται με πλεονεκτήματα, (σχεδόν βιολογική κτηνοτροφία) ενώ αλλού παραπαίει με δήθεν ‘’προγράμματα’’, που όχι μόνο δεν βοηθούν, αλλά παραπλανώντας, εξανεμίζουν τα όποια επενδυτικά κεφάλαια των τοπικών επενδυτών – κτηνοτρόφων. Ο ιστός της χώρας, φυλλορροεί και αποδομείται με προεξάρχον πρόβλημα, την εξαφάνιση των γεννήσεων σε αγροτικές περιοχές, και την εν γένει ελλειμματική ανανέωση των γενεών. 

Το όραμα για ανάπτυξη της ορεινής Ελλάδας, που απέσπασε σεβαστά ευρωπαϊκά σχόλια και κατόπιν δυσθεώρητα κονδύλια, κινδυνεύει να μείνει ανενεργό και απραγματοποίητο. Μόνο με τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία μπορεί να συγκριθεί το ελληνικό δίκτυο υποδομών στην περιφέρεια, (Δ. Καδδά, Ελευθεροτυπία 10 – 11 Απριλίου 04, σελ 10) κατόπιν μάλιστα, δεκαπενταετούς πακτωλού επιδοτήσεων και δήθεν, (όπως αποδεικνύεται) μεγάλων έργων.

Και είναι φυσικό, αφού τα εκατό δις + δρχ του Γ’ ΚΠΣ που εκταμιεύτηκαν δεν φτάνουν να αναθερμάνουν τον καθοριστικό παράγοντα της ανάπτυξης. Το πολύτιμο, όπως αποδεικνύεται, έμψυχο υλικό που στις μέρες μας απουσιάζει, γιατί στερείται σοβαρών κινήτρων.

Το μόνο που μένει ανέγγιχτο είναι το δάσος, οι εκτάσεις του οποίου παραμένουν ίδιες. Αυτές οι απέραντες, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους παρθένες, εκτάσεις αναβαπτίζουν την έννοια του ταξιδιού. Μακροπρόθεσμα όμως, αν οι τοπικές κοινωνίες δεν ενεργοποιηθούν, είναι βέβαιο ότι θα αλλοιωθεί ο χαρακτήρας τους. Αυτό είναι κρίσιμο, με δεδομένο, και κατοχυρωμένο με νόμο πλέον, (Ν. 3208 γνωστός σαν δασοκτόνος) ότι η διοίκηση, αν και με τη δική της ανεπάρκεια μετακινήθηκε όλο το παραγωγικό μέρος του πληθυσμού, στα μεγάλα αστικά κέντρα της Ελλάδος και του εξωτερικού, δεν θα αφήσει ανεκμετάλλευτο το πλούσιο δασικό τοπίο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι βρίσκεται σε εξέλιξη ένα νέο πρότυπο χρήσης ή ‘’κατανάλωσης’’ των ορεινών τοπίων, των ‘’ορεινών και μειονεκτικών περιοχών’’ όπως ονομάζονται επίσημα. Των μεγάλων χαμένων, των πόρων και των προγραμμάτων βιώσιμης ανάπτυξης που ξεκίνησαν με την ένταξη στην τότε Ε.Ο.Κ. το 1981, και σήμερα βρίσκονται στο έσχατο όριο. Κινητήριος δύναμη για αυτού του είδους την ανάπτυξη, αποτελεί η αναζήτηση μια ειδικού τύπου βιωματικής εμπειρίας της ζωής και των ‘’καινούργιων’’ δραστηριοτήτων στα βουνά, που ειδικά σε αυτές τις περιοχές διαθέτουν το μεγαλύτερο ποσοστό δασοκάλυψης στη χώρα. 

Υπάρχει πάντοτε το ερώτημα σε αυτού του είδους την χρήση. Από ποιους θα γίνει; Η απογοητευτική εμπειρία του παρελθόντος δείχνει την πλήρη άγνοια της διοίκησης για το θέμα, (βλ. αναθεώρηση της ΚΑΠ, δασικό νομοσχέδιο – δασικά χωριά (η πληγή) – τροπολογίες, ‘’ανάπτυξη’’ Κυκλάδων, ρυμοτομία Σπάτων, αποκαλύψεις για επίορκους δασικούς υπαλλήλους κ.ά.). Μια λύση υπάρχει, με την προϋπόθεση του αισιόδοξου ελέγχου από τις τοπικές ευνομούμενες κοινωνίες.

Η ιδιωτική πρωτοβουλία επιχειρηματιών του τόπου, η παρουσία εμπνευσμένων νέων που θα φέρει την επιθυμία δημιουργίας, και το δυνάμωμα των τοπικών συλλόγων που θα φέρει την ανανέωση σπάζοντας το απόστημα της άνισης κατανομής των πόρων, και της ακόμη μεγαλύτερης ανισότητας στην εκπαίδευση. Αυτά είναι ικανά να στηρίξουν και να αποτελέσουν ισχυρά σημεία αναφοράς που μπορεί να έχουν σαν συνέπεια τη ρήξη, όμως σίγουρα θα φέρουν και την υλοποίηση της, ωριμότατης πλέον, ανάπτυξης. 

Δεν πρέπει να δίνεται η εντύπωση ότι τα προβλήματα μπορεί να λυθούν μόνο μέσω της Διοίκησης. Αυτό δημιουργεί ψευδαισθήσεις για το πώς, και από ποιους διοικούμεθα. Σε ένα περιβάλλον που ευνόησε και εξακολουθεί να ευνοεί τη μετανάστευση, που διεύρυνε με ανόητα και επικίνδυνα προσχήματα τις κοινωνικές, περιφερειακές ανισότητες και που διαμορφώθηκε από τις υψηλές μονομερείς επιδοτήσεις της εντατικής πεδινής γεωργίας, η φυσιολογική αξιοποίηση δεν πρέπει να περιμένει τίποτα. Καμία κυβέρνηση, και κανένα διοικητικό σχήμα, δεν αντιμετώπισε σε βάθος χρόνου με ήπιο και εύλογο τρόπο, τα πλεονεκτήματα των ‘’ορεινών και μειονεκτικών περιοχών’’. Πάντοτε το πολιτικό κόστος στεκόταν αξεπέραστο εμπόδιο ακόμα και για μοναδικές ευκαιρίες, (βλ. διατήρηση και προστασία του φυσικού περιβάλλοντος μέσω της πρόσφατης αναθεώρησης της ΚΑΠ).  

Τελικά, τα προβλήματα του σήμερα (δημογραφική συρρίκνωση, κοινωνική και οικονομική υποχώρηση, ανασφαλές επενδυτικό περιβάλλον, ανύπαρκτη ανταγωνιστικότητα, σχεδόν πλήρης απώλεια του Γ’ Κ.Π.Σ., υπαρκτός κίνδυνος προστίμων από την Ε.Ε.) θα είναι, δυστυχώς, προάγγελοι επώδυνων ‘’τομών’’ με επιπτώσεις στα ορεινά οικοσυστήματα. Και εδώ η διοίκηση, στάθηκε ανώριμη και ανίκανη να τα καθορίσει και κατόπιν να τα θωρακίσει θεσμικά, (δουλειά της είναι η προστασία τους) με αποτέλεσμα, να υπάρχει συνεχώς ο κίνδυνος για αλλότριες ‘’επενδύσεις’’. Προετοιμάζονται μεγάλα τουριστικά πάρκα στα βουνά, αγνοώντας την κτηνοτροφία, μελετώνται μεγάλες τουριστικές μονάδες, ‘’ξεχνώντας’’ τις ήδη υπάρχουσες, ιδιωτικοποιήσεις, αποκρατικοποιήσεις, ενοικιάσεις εκτάσεων του δημοσίου για τουριστική αξιοποίηση 30 – 50 ετών, επέκταση φορολογικών κινήτρων κ.ά. 

Υπάρχει άραγε πρόγραμμα για αυτές τις επενδύσεις; Θα έχουν αισθητική και ιδεολογική αντίληψη αυτές οι προσπάθειες; Εμείς, εσείς, δεν είναι σίγουρο ότι μπορούμε να αλλάξουμε ή έστω να απαλύνουμε την πορεία των πραγμάτων, εκτός ίσως, από τη δραστηριοποίησή μας μέσα από τοπικούς ή πανελλήνιας εμβέλειας συλλόγους. Σίγουρα όμως, μπορούν και πρέπει να το κάνουν, μέσα από συνεχή επαγρύπνηση οι τοπικές κοινωνίες. 

Γράφοντας, επί πολλούς χειμωνιάτικους μήνες για έναν κόσμο που δεν μου έχει απευθυνθεί, θέλω να επιμείνω σε κάτι που έχω αναφερθεί ξανά στο παρελθόν. Διαβάστε προσεκτικά, και αυτές τις διαδρομές που κάποτε χαράχθηκαν από ανθρώπους και ζώα. Σε κάμποσα χρόνια, τίποτα δεν θα είναι το ίδιο. Είναι βέβαιο, ότι ο συνδυασμός, άνθρωποι - φυσικός πλούτος θα σας ενθουσιάσουν. Τα μεθυστικά αρώματα των δασών, αλλά και της θάλασσας θα χαραχθούν για πολλά χρόνια στη μνήμη σας. 

Τόσα, ώστε κάποτε  αυτές οι διαδρομές θα αποτελούν το δικό σας παρελθόν……… 

Ταξιδεύοντας και αναβοσβήνοντας τα φώτα

Άγγελος Σινάνης  

Υ/Γ: Το ταξιδιωτικό άρθρο, οι περιηγήσεις σε τόπους που δεν γνωρίζουμε την κουλτούρα που επικρατεί, δίνει τις περισσότερες φορές λανθασμένες εντυπώσεις, μεταφέροντας με κακό τρόπο στον αναγνώστη, τη ζωή στα χωριά. Δεν είναι σωστό να γράφουμε χωρίς να έχουμε σε πραγματική βάση επαφή με αυτόν. Να μην τον έχουμε επισκεφθεί επανειλημμένα ώστε η ματιά μας στο πεδίο, να έχει τεκμηριώσει και να έχει κατασταλάξει στην αντίληψη που έχουν οι κάτοικοι, και το συγκεκριμένο υπό έρευνα στις πλείστες των περιπτώσεων, αγροτικό τοπίο. Γνωρίζω τμήμα μόνο των δυσκολιών του εγχειρήματος, και γι’ αυτό πάντα υπάρχουν περιθώρια βελτιώσεων, που είναι ορατά, αν δείτε με προσεκτική ματιά τις προσεγγίσεις του τόμου ΣΤ’ που κρατάτε στα χέρια σας.

 ΗΠΕΙΡΟΣ (6475 λέξεις)

ΠΡΕΒΕΖΑ – ΘΕΣΠΡΩΤΙΑ – ΝΕΚΡΟΜΑΝΤΕΙΟ ΑΧΕΡΟΝΤΑ – ΣΟΥΛΙ

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Μάρτιος 2004

Από τον Αχέροντα στο Σούλι 

Από την Πρέβεζα, που αποτελεί το νοτιότερο σημείο της Ηπείρου, μέχρι το χωριό Αμμουδιά, οι παραλίες είναι απέραντες και συνεχόμενες, τόσο, ώστε μετά από λίγη ώρα οδήγησης, οι όμορφες τοποθεσίες κατακτούν το οπτικό πεδίο, κυριολεκτικά, ξεσηκώνοντας τις αισθήσεις. Αραιά και πού, κάποια συστάδα δέντρων ή βράχων, που και αυτές σχηματίζουν μικρές παραλίες, διακόπτουν την οπτική πανδαισία. 

Είναι μια ήσυχη παραθαλάσσια διαδρομή, σαράντα πέντε περίπου χλμ, που εφάπτεται στην αρχή, με την πλούσια σε καλλιέργειες εσπεριδοειδών, πεδιάδα, που ποτίζεται από τον Λούρο, λίγο πριν αυτός χυθεί στον Αμβρακικό. Η κατεύθυνση είναι προς τις εκβολές του Αχέροντα και την Αμμουδιά, λίγο πριν τη κοσμοπολίτικη, κοσμοβριθή, αλλά εσαεί καλλονή, Πάργα. Στη διαδρομή, οι μεγάλες ακρογιαλιές, ‘’Καστροσυκιά’’ – ‘’Βράχος’’ – ‘’Λούτσα’’ - η μεγαλύτερη και με ‘’Μπλε σημαία’’ για την καθαρότητά της - και τέλος, ο φιλικός όρμος της Αμμουδιάς με την λαμπερή παραλία της είναι οι πιο γνωστές, όμορφες και με υποδομή. Η εναλλακτική προσέγγιση γίνεται μέσω Άρτας με κατεύθυνση τον Λούρο, το ιστορικό Ζάλογγο, και το κομβικό Καναλλάκι, έδρα του Δήμου Φαναρίου. Από εκεί φτάνετε εύκολα στο Μεσοπόταμο (παλιά Λυκούρσι 10 μ. υψ.) και στην παραλιακή, ανεπτυγμένη πλέον, αλλά εξ’ ίσου συμπαθητική Αμμουδιά (παλιά Σπλάντζα 5 μ υψ), δίπλα από τις εκβολές του Αχέροντα. 

Στην αξιοποίηση της παράκτιας περιοχής, που πλέον διαθέτει αρκετές υποδομές φιλοξενίας και φαγητού, συνέβαλε η ύπαρξη του νεκρομαντείου και του ποταμού Αχέροντα, όπου στο σημείο αυτό, είναι πλωτός. Η σταθερή στάθμη του, εξασφαλίζεται από τις πολλές βροχοπτώσεις και την ήπια κλίση του εδάφους, προσφέροντας μια θαυμάσια ευκαιρία για βόλτα. Από τις εκβολές, ξεκινούν πλοιάρια ή βάρκες, ‘’ανεβαίνοντας’’ σχεδόν μέχρι το νεκυομαντείο, (αρχ. Νέκυς = νεκρός) της αρχαίας Εφύρας, (το Ξυλόκαστρο των ντόπιων), δίνοντάς σας τη δυνατότητα να απολαύσετε πραγματικά τη διαδρομή, και την πλούσια παραποτάμια βλάστηση. Στο κέντρο πληροφόρησης της Αμμουδιάς, θα ενημερωθείτε για την σπουδαία αξία του ποταμού, τα μονοπάτια, και θα έρθετε σε επαφή με τους βαρκάρηδες για την ρομαντική μηχανοκίνητη διαδρομή.  

Οδικώς, από την Αμμουδιά μέχρι το Μεσοπόταμο, και τον λόφο που βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος είναι περίπου πέντε χλμ. Πιο παλιά, δεν υπήρχε ούτε φύλακας ούτε είσοδος, τίποτα. Τα τελευταία χρόνια ο χώρος καθαρίστηκε, έγινε το πάρκινγκ, επισκευάστηκε η περίφραξη, προσλήφθηκαν μόνιμοι φύλακες – ξεναγοί, και ο αρχαιολογικός χώρος, λειτουργεί κανονικά, σύμφωνα με τα ωράρια που ισχύουν σε όλη την Ελλάδα.

Οι ξένοι περιηγητές, από τις αρχές του 20ου αι. προσπαθούσαν να εντοπίσουν την θέση του νεκρομαντείου, σύμφωνα με τη θέση της αρχαίας Έφυρας, (στη θέση της Κίχυρου της πρώτης Θεσπρωτικής πόλης) που ήκμασε εδώ τον 5ο – 4ο αι, ορμώμενοι από τις περιγραφές του Ομήρου, και των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. ’’Εκεί που σμίγουν τα άλλα δύο ποτάμια ο Πυριφλεγέθων, ο πύρινος,(ο σημερινός Κάκαβας, που πηγάζει από τα όρη Σουλίου), και ο Κωκυτός, (αρχ. Σελλήεντας, ο σημερινός Βουβός ή Βουβοπόταμος), αυτός που θρηνεί. Εκεί στη συμβολή των τριών ποταμών είναι η σκοτεινή σπηλιά, εκεί που τα βήματα των θνητών σταματούν, εκεί αρχίζει η κάθοδος στον Κάτω Κόσμο, η πορεία που δεν έχει επιστροφή’’.

Εδώ ακριβώς οι άνθρωποι ίδρυσαν ιερό, το νεκρομαντείο του Αχέροντα (άχος = λύπη, Αχέρων = χωρίς χαρά, ποταμός της λύπης), το αρχαιότερο και το πιο φημισμένο όλων, επειδή ακριβώς, τους μετέδιδε την φοβερή αίσθηση ενός ποταμού, που αποτελούσε το όριο μεταξύ του επάνω και του κάτω κόσμου. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν, ότι ο Αχέροντας ήταν μία, η σημαντικότερη, από τις Πύλες του Άδη. Υπήρχαν όμως και άλλες, όπως και άλλα νεκρομαντεία, όπως αυτό του Ταίναρου, (δες Δυτ. Μάνη – Ταίναρο τομ Ε’ 2003), της Ερμιόνης στην Αργολίδα, του Αιγιαλού στη Σικυώνα, της Κορώνειας στη Βοιωτία, της Ιταλικής Κύμης, της Ηράκλειας στον Πόντο κ.α. 

‘’Εκεί που ο ωκεανός συναντάει τα τρομερά βράχια, με τις σκοτεινές σπηλιές, εκεί που τα καράβια κινδύνευαν να τσακιστούν σπρωγμένα από την άσπλαχνη μανία του Ποσειδώνα, εκεί σμίγει  ο φοβερός Αχέρων με τη Θάλασσα’’. Εκεί λοιπόν, κάποτε, στον ανοιχτό κάμπο, τα νερά σταματούσαν για λίγο το ορμητικό τους ταξίδι προς τη θάλασσα, και σχημάτιζαν ένα δύσοσμο έλος, την Αχερουσία λίμνη. Πρέπει να ήταν ένα απόκοσμο και θλιβερό τοπίο τότε, χωρίς ζωή. Λένε, ότι ούτε πουλιά πετούσαν πάνω από τη λίμνη, τίποτα, παρά μόνο εκατομμύρια κουνούπια. Τα κουνούπια μάλιστα, ήταν φορείς ελονοσίας που μόλυνε τους κατοίκους πριν την αποξήρανση, και αποτελούσαν την πρώτη αιτία θανάτου στην περιοχή.

Οι ανασκαφικές εργασίες που πραγματοποίησε στην κορυφή του βραχώδους λοφίσκου, για λογαριασμό της Αρχαιολογικής εταιρείας, με την προτροπή του αείμνηστου Σπύρου Μουσελίμη, (1897 – 1984) Θεσπρωτού Δασκάλου – Λογοτέχνη και Ερευνητή, ο αείμνηστος καθηγητής του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων, Σωτήρης Δάκαρης, (1916 – 1996) τα έτη 1958 – 1964 και 1976 – 1977, έφεραν στο φως τα πολύτιμα ερείπια ιερού, του τρίτου προχριστιανικού αιώνα, κάτω και δίπλα, από τη μονή Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου (18ος Αι.). Υπάρχουν πολλά, που πρέπει να μνημονευτούν για τη συμβολή του Σπύρου Μουσελίμη, και για τις ιστορίες της ανασκαφής. Θα το κάνουμε με την πρώτη ευκαιρία, ίσως στο αφιέρωμα των χωριών της Λάκκας Σουλίου, που ετοιμάζεται. 

Αυτά τα μυστηριώδη ερείπια, μας μιλούν, ξυπνώντας με τον τρόπο τους το παρελθόν. Ο Ηρόδοτος βεβαιώνει τη λειτουργία του ιερού στον 8ο αι. π.Χ. που επιβεβαιώνεται και από τα ειδώλια της Περσεφόνης και τη ‘’Νεωνια’’ της Οδύσσειας. Για αιώνες ολόκληρους, οι επισκέπτες - προσκυνητές που ήθελαν να εξευμενίσουν τους νεκρούς, να δουν τα είδωλα τους, τις ‘’χλωμές σκιές’’, να μιλήσουν με τις ψυχές, να μάθουν τα μελλούμενα, και κυρίως, να βεβαιωθούν για αυτό που επιθυμούσαν. Την ύπαρξη κάποιου ‘’κόσμου’’, πέρα από τον κόσμο των ζωντανών.  Έφταναν ως εδώ, στον ιερό βράχο του νεκρομαντείου, διασχίζοντας τον Αχέροντα και την Αχερουσία λίμνη. Μετά, αναλάμβαναν τη μύηση οι ιερείς. 

Σε αυτά τα αινιγματικά ερείπια, που κάποτε αποτελούσαν την μεγάλη σκοτεινή αίθουσα της κάθαρσης, ο χρηστηριαζόμενος παρέμενε κλεισμένος, για έναν ολόκληρο σεληνιακό μήνα, εικοσιεπτά έως εικοσιεννέα μερόνυχτα. Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι της πρώτης αίθουσας υποβαλλόταν σε νηστεία και πράξεις εξαγνισμού. Έτρωγε φαγητά που φέρνουν παρενέργειες και ζάλη. Θαλασσινά στρείδια και χοιρινό κρέας κριθαρένιο ψωμί, λούπινα και κουκιά, και έπινε νερό, γάλα και μέλι. Άκουγε από τους ιερείς μυστηριώδεις διηγήσεις και έκανε λουτρά για να παραμείνει αμόλυντος από την επαφή του με τους ‘’νεκρούς’’. Και όταν ερχόταν η κρίσιμη μέρα, η στιγμή της συνάντησης, ο ιερέας τον οδηγούσε στον ανατολικό διάδρομο. Η διάρθρωση του οικοδομήματος, έδινε στον χρηστηριαζόμενο - προσκυνητή, τη ζοφερή ιδέα του Κάτω Κόσμου.

Περνώντας τον εξωτερικό κυκλώπειο πολυγωνικό περίβολο, με τους μεγάλους ογκόλιθους, εισέρχεστε στον χώρο του ιερού. Μέρος του ανοιχτού πλέον, διάδρομου - λαβύρινθου, αίθουσες καθαρμών και εγκοίμησης, βοηθητικές αίθουσες, δωμάτια προσφορών, διασχίζουν και σήμερα όσοι επισκέπτονται τον χώρο, για φθάσουν στο πιο αξιόλογο σημείο του νεκρομαντείου, στην ‘’αίθουσα των νεκρών’’, στο Άδυτο. Να αναφερθεί εδώ, ότι τα συναισθήματα και σήμερα, είναι ανάμικτα, ειδικά όταν κατεβαίνετε τη σιδερένια σκάλα και είστε μόνοι. Η αίθουσα υποβάλει, αν και είναι άριστα φωτισμένη με ένα πορτοκαλί - κόκκινο φως. Πραγματικά, οι άνθρωποι της εποχής, χωρίς ηχώ, (είναι τέτοια η κατασκευή, που δεν αναπαράγει οποιοδήποτε ίχνος  θορύβου) με μοναδικό φωτισμό τα κεριά, έπρεπε να ήταν κατατρομοκρατημένοι με αυτά που έβλεπαν και άκουγαν ή νόμιζαν, ότι έβλεπαν και άκουγαν. 

Η επίσκεψη στην αίθουσα για τον αρχαίο προσκυνητή, γινόταν μέσα στην απόλυτη σιωπή. Έριχνε στα δεξιά του, τον αποτρόπαιο λίθο, για να αφήσει πίσω τον κακό εαυτό, και κατόπιν έπλενε τα χέρια σε ένα πιθάρι με νερό, στα αριστερά του. Μετά, πέρναγε τη στενή Πύλη που οδηγούσε στους ‘’νεκρούς’’. Με τον ιερέα δίπλα, να επικαλείται συνεχώς τις ψυχές, τη νυχτερινή Εκάτη και την Περσεφόνη, προχωρούσε αργά στο διάδρομο και κάπου εκεί, μέσα σε ένα λάκκο, θυσίαζε ένα μικρό πρόβατο. Πιο κάτω, πρόσφερε (τα άλφιτα) κριθάλευρο ή άλλες προσφορές, λυχνάρια, για να εξευμενίσει τις ψυχές. Στρίβοντας πάντα προς τα δεξιά, ο προσκυνητής μαζί με τον ιερέα, έμπαινε στον λαβύρινθο, έναν σκοτεινό διάδρομο όλο στροφές που έδινε την εντύπωση της περιπλάνησης. Η δοκιμασία τόσων ημερών στα σκοτεινά δωμάτια του νεκρομαντείου, ήταν για προετοιμάσει τον προσκυνητή για αυτό που θα συναντούσε. Στα δεξιά του, ο φοβερός σκύλος Κέρβερος, με τα τρία κεφάλια, ο άγρυπνος φρουρός της σιδερένια πύλης που οδηγούσε στον Άδη, και απέναντί του στο ημίφως, ακίνητος, ένας ιερέας. Στο πάνω μέρος της αίθουσας αόρατοι μέσα στο σκοτάδι, άλλοι ιερείς, περιφέρονταν αργά λέγοντας ακατάληπτα λόγια με απόκοσμες ψιθυριστές φωνές. 

Και τότε τα είδωλα των νεκρών εμφανίζονταν στο βάθος. Εδώ ήταν η αρχαία σπηλιά, η μυστική τοξωτή κρύπτη, η κατοικία των θεών του Κάτω Κόσμου. Εδώ κανένας θνητός δεν είχε το δικαίωμα να κατέβει, ήταν η κατοικία του φοβερού Αηδωνέα, (Πλούτωνας) και της Περσεφόνης. Ο Αηδωνέας, πιθανόν, εξελίχθηκε σε Άϊδη – Άδη, ή και το  χριστιανικό Αϊδωνάτος – Άγιος Δονάτος. Πολλοί προσπάθησαν να κατέβουν εδώ, αλλά ελάχιστοι γύρισαν πίσω. Βέβαια, η μυθολογία, αναφέρει για τον άθλο του ήρωα Ηρακλή, που ανέβασε στη γη αλυσοδεμένο, τον τρομερό κέρβερο, και για τη λεύκα που κουβάλησε ο ίδιος από τον Άδη, ειδικά για να ανάβουν με το ξύλο της, στην Ολυμπία, οι φωτιές για τις θυσίες στους θεούς. Όπως και για άλλους ήρωες που κατέβηκαν στον Κάτω Κόσμο και κατάφεραν να επιστρέψουν, σαν τους Αινεία, Ορφέα, Θησέα, Οδυσσέα. 

Πάρα πολλά είναι τα τελετουργικά και λατρευτικά ευρήματα της υπόγειας αίθουσας. Μεταξύ άλλων, ξεχωρίζουν τα υπολείμματα μιας ‘’μηχανής’’, ενός είδους γερανού – καταπέλτη του 3ου αι. π.Χ, που το χρησιμοποιούσαν για την εμφάνιση των ειδώλων στους προσκυνητές. Αυτό το τέχνασμα;, σε συνδυασμό με την διατροφή, δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για την επικοινωνία με τις ψυχές των νεκρών. Φεύγοντας ο επισκέπτης, αμίλητος για να μην χάσει τη φωνή του, είχε ακούσει σαφείς εντολές και είχε δώσει όρκο, πως δεν θα μιλήσει ποτέ για όσα είδε και άκουσε εδώ, δεν έπρεπε να δει κανέναν βγαίνοντας, δεν έπρεπε να κάνει πάλι την ίδια διαδρομή, από την οποία ήρθε, αλλιώς, επέσυρε πάνω του την ποινή του θανάτου με τη κατηγορία της ασέβειας. 

Δεν ξέρουμε αν είχε πάρει απαντήσεις στα ερωτήματα που έθεσε, το σίγουρο όμως είναι, ότι όλη η διαδικασία επηρέαζε τον ίδιο, κάνοντας ταυτόχρονα διάσημο σε όλο τον αρχαίο κόσμο το νεκρομαντείο. Τα περισσότερα ευρήματα αντιπροσωπεύουν την εποχή της μεγάλης ακμής του, στον 3ο και 4ο αι. π. Χ, και εκθέτονται στις αίθουσες του πρόσφατα ανακαινισμένου, αρχαιολογικού μουσείου Ιωαννίνων, (πλατεία 25ης Μαρτίου 6, 2651025490).

Οι αιώνες πέρναγαν, αλλάζοντας και την Ήπειρο, που πλέον βγαίνει από την απομόνωση τόσων αιώνων, ζώντας τη βασική της περίοδο, με τις μεγάλες πόλεις τα λαμπρά κτήρια, τα αγάλματα, τα θέατρα. Το ιερό του νεκρομαντείου προσαρμόζεται και αυτό στην δόξα των νέων καιρών. Το πάνω μέρος του βράχου με το αρχαίο ιερό και τη σπηλιά ισοπεδώνεται και εκεί χτίζεται το ογκώδες οικοδόμημα που σώζεται και βλέπουμε μέχρι σήμερα. Πολυάριθμοι ιερείς, πολυάριθμοι προσκυνητές, φήμη και πλούτος ήταν η συνέχεια, μέχρι το 167 π.Χ που  καταστράφηκε από τους ρωμαίους, ακολουθώντας την μοίρα της υπόλοιπης Ηπείρου. 

Το πώς η περιοχή έφτασε στις μέρες μας, και τι μεταφυσικοί θρύλοι υπήρχαν μέχρι ‘’πρόσφατα’’, το αναφέρει εύγλωττα, σε μια αδημοσίευτη συνέντευξή του ο Σπύρος Μελετζής, ο φωτογράφος της Εθνικής Αντίστασης, που την επισκέφθηκε την εποχή που έκανε περιοδεία στην Ήπειρο. (σ.σ. 1938) ‘’συνέχιζα την εργασία μου κανονικά, παρά τις αντιξοότητες. Πήρα φωτογραφίες από τον Αχέροντα, το Ζάλογγο, το Σούλι. Ειδικά όμως στον Αχέροντα, υπήρχε μεγάλη προκατάληψη, αφού οι ντόπιοι πίστευαν πως το ποτάμι ήταν στοιχειωμένο και όποιος πήγαινε προς τα εκεί εξαφανιζόταν’’. Πηγή: http://users.forthnet.gr/ath/notiayboia/meletzis_syne.htm

Πρόκειται για τις πρώτες φωτογραφίες του Αχέροντα, στην ιστορία. Τον Ιούλιο του 1938, βρέθηκε εκεί ‘’με φόβο και τρόμο – όπως ο ίδιος γράφει, να διασχίσει ένα τμήμα του Αχέροντα, ‘’ η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει από φόβο, ήμουνα μόνος σ’ αυτή την ερημιά και πάλευα με υπερφυσικές δυνάμεις’’. Εκεί έβγαλε, τις πρώτες ασπρόμαυρες φωτογραφίες του, οι οποίες δια μέσου των αθηναϊκών εφημερίδων, κάνουν το γύρο του κόσμου. Πηγή: Χαράλαμπος Γκούβας www.oreivatein.com

Η θλίψη και η προκατάληψη, ίσως βασίλευε κάποτε στο ποτάμι που οδηγούσε τις ψυχές στον Άδη. Σήμερα ο Αχέροντας συμβολίζει τη ζωή. Η Αχερουσία λίμνη, ο βαλτότοπος, το ‘’δύσοσμο έλος’’ με τα εκατομμύρια κουνούπια, αποστραγγίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’50, δίνοντας τη θέση της, στον κάμπο ανάμεσα στον Βουβοπόταμο και το Καστρί. Όλη η περιοχή, συμπεριλαμβανομένης και της εύφορης κοιλάδας μετά το Μεσοπόταμο, προς Πάργα, ποτίζεται από τα πλούσια νερά του, που διατρέχουν την περιοχή αναβλύζοντας από τα 1600 μ υψ. ασταμάτητα εδώ και εκατομμύρια χρόνια. Πηγάζει από το νότιο τμήμα του βουνού Τόμαρος, κοντά στα χωριά Σιστρούνι και Ρωμανό, της Λάκκας Σουλίου Ιωαννίνων, και εκβάλει μετά από πενήντα οκτώ χλμ (Ε.Κ.Β.Υ.), στην Αμμουδιά.  

Στο πέρασμά των, επιφανειακών πάντα, παγωμένων νερών του, από τα φοβερά βράχια, που στέκουν, φύλακες λες, στο τρομερό φαράγγι, δημιουργούν μια εκπληκτική ποικιλία από τοπία με ιδιαίτερο οικολογικό ενδιαφέρον. Το δέλτα του ποταμού, όπως και τα στενά του, έχουν ενταχθεί στις περιοχές προστασίας του δικτύου ‘’Φύση 2000’’ και ‘’προστατεύονται’’. Επίσης προτάσσονται σαν τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους (Τ.Ι.Φ.Κ.)(1) από την έρευνα του πολυτεχνείου.

Μετά το Καστρί, ο κεντρικός δρόμος οδηγεί στο Καναλάκι, έδρα του Δήμου Φαναρίου, για προμήθειες αν πρόκειται να κατασκηνώσετε. Αλλιώς, αμέσως μετά το Καστρί, στρίψτε αριστερά στην δστ που σας φέρνει γρηγορότερα στην εύφορη περιοχή Φαναρίου, στους μικρούς οικισμούς Αηδόνι, Μουζακέϊκα, Βουβοπόταμος, στο μοναδικό φυσικό περιβάλλον των ‘’στενών του Αχέροντα’’. 

Πάνω ακριβώς στο ‘’σύνορο’’, είναι η Γλυκή (80 μ. υψ) που οριοθετεί την είσοδό σας, στην Θεσπρωτία. Η νότια όχθη του ποταμού ανήκει στο Νομό Πρεβέζης και η βόρεια στο Νομό Θεσπρωτίας. Πληροφοριακό υλικό, και Χάρτη των πεζοπορικών διαδρομών, που ξεκινούν ή καταλήγουν εδώ, θα βρείτε στο κέντρο πληροφόρησης που υπάρχει στο Θεσπρωτικό τμήμα της περιοχής που ανήκει στον Δήμο Αχέροντα, με έδρα το Γαρδίκι Παραμυθιάς. Μετά, ακολουθήστε τις πινακίδες ‘’πηγές Αχέροντα’’ που δεν οδηγούν φυσικά στις πηγές, αλλά στο βατό, με τα πόδια, τμήμα του ποταμού, στο μεγάλο πλάτωμα με τα τεράστια υπεραιωνόβια πλατάνια, και στο εστιατόριο – καφετέρια ‘’πηγές Αχέροντα’’. Λίγο πριν το πλάτωμα, ένας παράδρομος φεύγει ανηφορικά δεξιά (κοντά στο γκρεμισμένο μεγάλο πέτρινο γεφύρι), ανεβαίνοντας προς το παλιό μονοπάτι των Σουλιωτών, τη ‘’Σκάλα της Τζαβέλαινας’’ απ’ όπου το πέτρινο μονοπάτι πλέον, σας φέρνει στη δύσβατη (από την μεριά του ποταμού) χαράδρα του ρέματος Ντάλα, και το ομώνυμο πέτρινο γεφύρι, (διατηρητέο μνημείο Φ.Ε.Κ. 281/Β’ 29 – 12 - 56) που δυστυχώς παρασύρθηκε το Νοέμβριο του 2003, από τις πολλές βροχές. 

Από εκεί, με δίωρη πεζοπορία από την μοναδική, ακόμα και σήμερα, φυσική πρόσβαση προς το Σούλι από τα δυτικά, φτάνετε στην δυσπρόσιτη Σαμονίβα (460 μ. υψ.), στα Σερτζιανά Ιωαννίνων ή στο χωριό Τρίκαστρο Πρεβέζης, (παλιά Άνω Κορύτιανη 480 μ υψ.), από διαμορφωμένη διαδρομή, που κόστισε – κρατηθείτε – διακόσια εβδομήντα εκατομμύρια δρχ!! (σκαλοπάτια – πλακόστρωση – προστατευτικά κιγκλιδώματα κ.λπ.) σε δυόμισι ώρες, υπάρχει και πλωτό κομμάτι στη διαδρομή. (info Ε.Ο.Σ. Πρέβεζας 2682021280).

Ο Αχέρων, παλιότερα λεγόταν και Μαυροπόταμος ή Μαύρος, γιατί σύμφωνα με τη Μυθολογία, κατά την Τιτανομαχία οι Τιτάνες για να ξεδιψάσουν ήπιαν νερό, από τον ποταμό, και ο Δίας, επάνω στο θυμό του μαύρισε και πίκρανε τα νερά του. Η ονομασία αυτή δεν χρησιμοποιείτε σήμερα. Στις όχθες του ποταμού, το καταπράσινο τοπίο συνθέτει μια σπάνια εικόνα ηρεμίας και γαλήνης, ευτυχώς, χωρίς ‘’αναπτυξιακές προσπάθειες’’. Σχεδόν δίπλα απ’ το εστιατόριο, ξεκινά το μονοπάτι που φέρνει τους επισκέπτες, στο παραποτάμιο σημείο που καταλήγει ή ξεκινά (ανάλογα από πού αρχίζετε τη πεζοπορία) η ‘’σκάλα Τζαβέλαινας’’(2).

Η ομορφότερη όμως διαδρομή, αυτή που δεν χάνει κανένας επισκέπτης, είναι μέσα από την κοίτη του ποταμού προς τα περίφημα ‘’στενά’’ του. Μετά τον καφέ, βγάλτε τις μπότες, το δερμάτινο παντελόνι και ξυπόλυτοι, (αν έχετε αθλητικά και σορτσάκι, ακόμα καλύτερα, γιατί τα βότσαλα στην αρχή δημιουργούν προβλήματα), περάστε απέναντι, κάθετα στην κοίτη του, και το μονοπάτι, σε πέντε λεπτά θα σας οδηγήσει κατ’ ευθείαν μέσα στο ρηχό ποτάμι. Περπατώντας στα παγωμένα νερά, μπορεί στην αρχή να μουδιάσουν τα πόδια σας, αλλά σε λίγη ώρα το απίστευτο περιβάλλον θα σας απορροφήσει. Το ύψος του νερού στον Αχέροντα, τις περισσότερες φορές φτάνει δεν φτάνει μέχρι το γόνατο, όμως σε αρκετά τμήματα του υπάρχουν και πιο βαθιά σημεία, νερόλακκοι και μικρές λίμνες. Μπορείτε εύκολα να τα περάσετε, ακόμα και σε μερικά μέρη που το νερό καλύπτει όλο το σώμα. 

Το κολύμπι ανάμεσα στους ψηλούς κάθετους βραχώδεις όγκους δημιουργεί μια παράξενη αίσθηση, και σίγουρα, προσθέτει στον Αχέροντα, τον ποταμό του Άδη, ένα αόριστο μυστηριώδες πέπλο. Γύρω σας, πηγές, καταρράκτες και μικρές αμμουδιές σε όλο το μήκος της διαδρομής. Τα χρώματα του τοπίου, πράσινο από τα δεκάδες φυτά που κρέμονται από τα γκρίζα βράχια, και γαλάζιο, από το νερό του ποταμού, είναι πιο φωτεινά τις μεσημεριανές ώρες που όλος ο τόπος αστράφτει από τον ήλιο. Λίγη πεζοπορία παραπάνω, σας φέρνει στα περίφημα, από πλευράς χλωρίδας και πανίδας, ‘’στενά του Αχέροντα’’. 

Αυτό που διαπιστώνει ο περιηγητής, είναι, ότι πέρα της μυθολογικής και ιστορικής αξίας του ποταμού, η οικολογική και φυσιολατρική του αξία, αγνοήθηκε πλήρως. Κατά γενική ομολογία πολλών, η φυσική ομορφιά της χαράδρας του Αχέροντα, είναι κατά πολύ ανώτερη άλλων ‘’διάσημων’’ με παρόμοια χαρακτηριστικά τόπων. Εδώ, το Ελληνικό κέντρο βιοτόπων – υγροτόπων και η εταιρεία ανάπτυξης Αμβρακικού, έχουν καταγράψει πληθώρα φυτών και δέντρων, περισσότερα από εννέα είδη ψαριών, βίδρες και άλλα θηλαστικά. Στις βραχώδεις εξάρσεις του φαραγγιού, φωλιάζουν σπάνια πουλιά, γερακίνες, ξεφτέρια, ασπροπάρηδες, φιδαετοί κ.α. Συνολικά η περιπλάνηση δεν διαρκεί πάνω από μία ώρα. Από εκεί και μετά, οι αναρριχητές θα τα καταφέρουν καλύτερα. 

Αμέσως μετά την περιπλάνησή σας στο εξωτικό τοπίο της Γλυκής, η κεντρική οδική αρτηρία συνεχίζει προς Παραμυθιά, και η τεράστια πινακίδα στην δστ, σας στέλνει δεξιά, προς την αετοφωλιά του Σουλιώτικου τοπίου. Το Σούλι ή Κακοσούλι, ορόσημο ηρωισμού και αυτοθυσίας για το σύγχρονο ελληνισμό, είναι η περιοχή που σηματοδοτεί ιστορικά το νομό Θεσπρωτίας. Οι Σουλιώτες, θαυμάστηκαν για τα κατορθώματά και την δημοκρατία τους, έγιναν τραγούδι, ποίημα, από το λόρδο Βύρωνα, και τους μεγάλους Έλληνες ποιητές μας, ζωγραφιά του Ευγένιου Ντελακρουά, περνώντας στον μύθο, αφήνοντας, αιώνια υποθήκη στις ανθρώπινες αξίες.

Ταξιδεύοντας στον φιδίσιο δρόμο, φτάνετε στον αυχένα και την τοποθεσία ‘’Ζαβρούχο’’ (ή Ζάβροχο ή Ψηλή Κορυφή). Σε αυτή τη θέση, υπήρχε παλιότερα ομώνυμος Σουλιώτικος οικισμός, μάρτυρες του οποίου στέκουν, τα παλιά πηγάδια και τα ερείπια κατοικιών, μόλις ένα χλμ αριστερά σας, στον χωματόδρομο κάτω από την Ψηλή Κορυφή (1318 μ υψ). Μέχρι τα τέλη του 17ου αι. οι Σουλιώτες ζούσαν σε μικρούς οικισμούς  μοιράζοντας τον χρόνο τους σε μικρούς γεωργικούς κλήρους με συμπλήρωμα την κτηνοτροφία, ‘’διασκορπισμένοι’’, στα οροπέδια περιφερειακά του Τσαγκαριώτικου ρέματος. Μάλιστα, σε μια δστ πιο κάτω, (με πινακίδα), υπάρχει ασφαλτοστρωμένος (πλέον) δρόμος που σας φέρνει στις όχθες του ρέματος, σε ένα φανταστικό, καταπράσινο τοπίο στη θέση ‘’Σουλιώτικοι Μύλοι’’, ιδανικό για κατασκήνωση. Εκεί υπάρχει ακόμα, ερειπωμένος ο Σουλιώτικος νερόμυλος, ένας από τους επτά, που κινούσε το Τσαγκαριώτικο ρέμα, λεγόντουσαν και μύλοι Αγίου Δονάτου.

Από την περιοχή του νερόμυλου, που κυλάει το Τσαγγαριώτικο ρέμα, προς τη Γλυκή, γίνεται τους καλοκαιρινούς μήνες, με τον κατάλληλο εξοπλισμό, περιπετειώδης διάσχιση φαραγγιού. Απέναντί σας, η σκληρή φυσιογνωμία της περιοχής, τα όρη Σουλίου (1615 μ υψ.) και δεξιά σας στο βάθος, διακρίνονται καθαρά το ‘’Κούγκι’’, το Κάστρο της Κιάφας, και ο Άγιος Δονάτος, το Σούλι…δεν φαίνεται ακόμα.

Τόπος επιβλητικός, καθηλώνει τον επισκέπτη που βλέπει πρώτη φορά την απέριττη ομορφιά, και την αγριάδα του. Μην σας φανεί παράξενο αλλά, το Σούλι, προς το οποίο κατευθύνεστε, επισήμως, ‘’δεν υπάρχει’’. Ναι, είναι αλήθεια, η διοίκηση καταγράφει την περιοχή σαν ‘’θέση - Σούλι’’, εκεί που κάποτε υπήρχε ο οικισμός. Οι χάρτες, επίσης το αγνοούν, με εξαίρεση την Γ.Υ.Σ. που αναφέρει ‘’ερείπια Σουλίου’’. 

Η Διευρυμένη Κοινότητα σήμερα, με πληθυσμό 748 (01’) κατοίκους, κατοικείται χειμώνα – καλοκαίρι, περιλαμβάνοντας τα χωριά, Τσαγγάρι (460 μ. υψ. - 171 κατ), Αυλότοπος (παλιά Γλαβίτσα 560 μ. υψ. - 217 κατ), Κουκουλιοί (ή Κουκλιοί στα 600 μ. υψ - 110 κατ), Φροσύνη (παλιά Κορύστανη 600 μ. υψ - 169 κατ), (που λέγονται και Σκαπετοχώρια ή Σκάπετα), με έδρα την Σαμονίβα (81 κάτοικοι), το μόνο από τους τέσσερις οικισμούς του οροπεδίου του Σουλίου που κατοικήθηκε αδιάλειπτα μετά τον εκπατρισμό των Σουλιωτών, το 1822. 

Το Σούλι δεν αναφέρεται, σχεδόν δικαιολογημένα, αφού μόνο σκόρπιες πέτρες και ερείπια υπήρχαν μέχρι πριν τριάντα χρόνια. Εγκαταλειμμένα χωριά και ερειπωμένα σπίτια, συμπλήρωναν το άγριο σκηνικό των βουνών. Από τα τέσσερα δυνατά κάστρα που είχε, σώζεται μόνο αυτό της Φροσύνης. Από τότε όμως, άλλαξαν πολλά. Η διοίκηση τον κήρυξε διατηρητέο οικισμό (Φ.Ε.Κ. 281/Β’ 29 – 12 - 56) μαζί με το κάστρο της Κιάφας και τον μύλο του Ντάλα. Ορισμένες οικογένειες κτηνοτρόφων γύρισαν, αναστηλώθηκαν αρκετά σπίτια, δύο μάλιστα, είναι από τα παλιά Σουλιώτικα, ‘’κάστρα’’ των καπεταναίων, που παραπέμπουν στις ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες, στις οποίες έζησε και αναπτύχθηκε η τοπική κοινωνία. 

Υπάρχει το κτήριο του σχολείου που στεγάζεται η κοινότητα, το βουλευτήριο, η εκκλησία του Αγ. Γεωργίου, το καφενείο του χωριού, με μια ευρύχωρη σκεπασμένη αυλή, η νέα εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, που κτίστηκε το 1963 από έναν Παραμυθιώτη καπνέμπορο, τον Σωτήριο Παπαθανασίου, δίπλα από τη θέση όπου υπήρχε το θρυλικό Κούγκι. Επίσης, η εκκλησία του Άγιου Δονάτου (πριν το 1790), το αμφιθέατρο, αξιόλογο λαογραφικό μουσείο, καθώς και 80 εκπληκτικής αισθητικής πέτρινα πηγάδια από τα 400 που υπήρχαν. 

Μπαίνοντας στον ιστορικό χώρο του Σουλίου, στις νότιες παρυφές του όρους Τόμαρος ή Ολύτσικα (1974 μ υψ), έρχεστε αντιμέτωποι με την πραγματική φύση, την γνήσια Ελληνική, λιτή, ορεινή Πατρίδα. Ο πλούτος των πέτρινων σπιτιών πράγματι διάσπαρτος, σε όλο τον τόπο. Αμέσως στη ματιά σας ξεχωρίζουν τα πέτρινα πηγάδια, και τα απέραντα λιβάδια δίπλα τους. Εδώ λοιπόν, οι Σουλιώτες διέπρεψαν, αγωνίστηκαν και πολέμησαν, πιστοί στους αρχηγούς τους, και τα ιδανικά τους, που τότε συνοψίζονταν σε μια λέξη. Ελευθερία. Πραγματικά, το άγονο έδαφος είναι όπως οι περιγραφές, ακόμα και σήμερα, μετά τόσων χρόνων ‘’αγρανάπαυση’’. Άγονο, και όμως, με αυτά τα λίγα προϊόντα που παρήγαγαν, σε συνδυασμό με την μικρή σε μέγεθος κτηνοτροφία όχι μόνο έζησαν, αλλά κατόρθωσαν να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους πολλά περισσότερα χρόνια.

Τον 16ο αι. τοποθετούν οι περισσότεροι ερευνητές, την εγκατάσταση των ανυπότακτων Ηπειρωτών στη περιοχή του Σουλίου (για τις μαζικές πληθυσμιακές μετακινήσεις δες ‘’Κονιτσιώτικα Μαστοροχώρια’’ & Μαστοροχώρια Βοΐου στον Ίδιο τόμο). Αυτό καθαυτό το Σούλι, ήταν οχυρό από μόνο του, σε μια από τις θεαματικότερες τοποθεσίες των Βαλκανίων. Αντιδιαμετρικά με τα πλούσια Γιάννινα οι σχηματισμοί του Σουλίου και του Ζαγορίου, με όλους τους οικισμούς τους, ακμάζουν σαν ιδιαίτερες πολιτείες, προκλητικά αυτόνομες και αυτοδιοικούμενες, εν μέσω τουρκοκρατίας. Τα λεγόμενα ‘’προνόμια’’ ισχύουν και εδώ, (βλ. αναλυτικά Συράκο – Καλαρρύτες και Ματσούκι – τόμος Ε’ 0 – 300 2003 & Μαστοροχώρια Κόνιτσας στον ίδιο τόμο). Για να μην ενοχλούνται από το σουλτάνο, και να μην είναι αρνητικά διακείμενος προς αυτούς, πληρώνουν φόρο, τόσο για τα χωριά τους, όσο και για τους Παρασουλιώτες, τους κατοίκους εξήντα χωριών, με πάνω από εικοσιπέντε χιλιάδες κατοίκους πληθυσμό (κατ’ άλλους ερευνητές 30.000). 

Οι Σουλιώτες, κοινωνία ιδιοφυών πολεμιστών, ασκημένη σε λιτότητα και αυτάρκεια, πέραν της αναγκαιότητας για μόρφωση, σε αντίθεση με τους κοσμοπολίτες Ζαγορίσιους, αναδεικνύονται απαράμιλλοι φορείς και αγωγοί της πολεμικής τέχνης. Σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι ήταν το αγκάθι στα πλευρά των πασάδων. Συμμετείχαν από πολύ νωρίς, σε όλα τα επαναστατικά κινήματα κατά των Τούρκων, καταγράφοντας συνεχείς νίκες. Η πρώτη ενέργεια, καταγράφεται από την ιστορία μόλις το 1685, ένα μόλις χρόνο μετά το ξεκίνημα του έκτου Βενετοτουρκικού πολέμου (1684 – 1689). Η κατάλυση της τουρκικής κυριαρχίας στο δυσπρόσιτο Σούλι ανησύχησε την Υψηλή Πύλη, προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις στην ιεραρχία των μπέηδων και των πασάδων του τόπου. 

Από εκείνη την εποχή, μέχρι τις αρχές του 19ου αι. οι ηρωικοί αγώνες των φιλοπάτριδων Σουλιωτών, εναντίον των Τούρκων, που είχαν βαλθεί, με χρήμα, δολοπλοκίες, εκβιασμούς, πολεμικές επιχειρήσεις, να καθυποτάξουν και να εξοντώσουν τη μικρή δημοκρατία τους, καταλήγουν πάντα στον εξευτελισμό των πάνοπλων και υπεράριθμων στρατευμάτων, κρατώντας την περιοχή του Σουλίου (αρχικά Τετραχώρι(3), αργότερα Επταχώρι(4)) και το μετέπειτα σύνθετο Παρασούλι(5), μακριά από τα θέατρα των μαχών, ελεύθερα. 

Σημαντική υπήρξε η κινητοποίηση των Σουλιωτών στα Ορλωφικά, (Ρωσοτουρκικοί πόλεμοι). Πολέμησαν και στον πρώτο (1768 – 1774) και στον δεύτερο (1787 – 1792) ‘’δια το καλόν της βασιλείας (της Ρωσίας) και το καλό των ορθοδόξων χριστιανών’’.Θα περίμενε κανείς ότι οι συνεχείς ήττες των Τούρκων, θα τους έκανε να παραιτηθούν. Και ίσως να συνέβαινε αυτό, αν εν’ τω μεταξύ, δεν αθετούσε ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων, την συνθήκη(6) που είχε υπογράψει το 1789. Μόλις είχαν λήξει οι εχθροπραξίες του δεύτερου Ρωσωτουρκικού πολέμου και αμέσως ο Αλής των Ιωαννίνων(7) ξεθάρρεψε, ξεκινώντας με δέκα χιλιάδες στρατιώτες να παγιώσει την κυριαρχία του, και στο Σούλι. Απέτυχε στην εκστρατεία του για δεύτερη φορά, όπως είχαν αποτύχει πολλοί άλλοι πριν από αυτόν. Οι επιθέσεις του, ποτέ δεν έγιναν αποδεκτές από την Κωνσταντινούπολη, είχαν γίνει μάλιστα πολλοί υπαινιγμοί, να τις σταματήσει, γιατί οι Σουλιώτες πλήρωναν κανονικά το φόρο τους στον Σουλτάνο.

Επιπρόσθετα, η Υψηλή Πύλη φοβόταν την δύναμη που θα αποκτούσε. Όμως το πείσμα, οι απανωτές ταπεινώσεις, που είχε δεχθεί από τους Σουλιώτες, το τρωθέν κύρος που προσπαθούσε μάταια πάλι να επιβάλει, και το βαθύτατο μίσος, τον οδήγησε μετά από οκτώ χρόνια για δεύτερη φορά στα δυσπρόσιτα μονοπάτια των απότομων γκρεμών του Σουλιώτικου τοπίου. Με πονηρό τρόπο κατόρθωσε να εκμαιεύσει την περιπόθητη εξουσιοδότηση, και προχώρησε στην εκστρατεία του, την ‘’τελική μάχη’’ όπως έλεγε. Ο αποκλεισμός έγινε εφικτός το 1800. Μάταια οι Σουλιώτες που είχαν βοηθήσει τα μέγιστα στον Ρωσοτουρκικό αγώνα ζητούσαν την βοήθεια των Ρώσων και των Γάλλων. Τρία χρόνια αντιμετώπισαν με μάχες, τις ύπουλες διεισδύσεις των ανδρών του Αλή. Στις 12 Δεκεμβρίου 1803 αναγκάσθηκαν να συνθηκολογήσουν με τον Αλή Πασά, και να εκπατριστούν από το Σούλι, (16 Δεκεμβρίου) χωρίς όπλα, αλλά με τις οικογένειές τους. 

Οι τελευταίες μέρες της ηρωικής αντίστασης σφραγίστηκαν με ένα γεγονός που ξεφεύγει, από το σχετικό άλλωστε, όριο του ηρωισμού. Οι κάτοικοι, από παλιότερες εποχές, τότε που το Σούλι ήταν τέσσερα χωριά, όταν ήταν σε κίνδυνο κατέφευγαν, σαν τελευταίο καταφύγιο, στο ύψωμα της ‘’Μπίρας’’ ή ‘’Τρύπας’’, όπου υπήρχε ένας πύργος στη θέση ‘’Κιάφα’’. Στον αποκλεισμό του 1800, πρόλαβαν και το οχύρωσαν με δύο πυροβόλα και πολλά πυρομαχικά, συγκεντρωμένα στην παλιά εκκλησία της Αγίας Παρασκευής (1793), αναλαμβάνοντας την υπεράσπιση του ο μοναχός Σαμουήλ, κτήτορας της εκκλησίας.

Την επομένη της συνθηκολόγησης, με ακατανίκητο πείσμα, σε μια έξαρση υπερηφάνειας, ο Σαμουήλ, (ο οποίος αντιτάχθηκε στην ιδέα της συνθηκολόγησης) εξακολούθησε να αμύνεται και τελικά, αφού δεν υπήρχε πια ελπίδα σωτηρίας, ούτε άλλος τρόπος να ‘’πάρει μαζί του’’ και άλλους αλλόθρησκους, έβαλε φωτιά στα πολεμοφόδια και ανατινάχθηκε με τους εισβολείς, και τους πέντε συντρόφους του. Από αυτό το γεγονός, εμπνεύστηκε ο ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης και έγραψε το ποίημα ‘’ο μοναχός Σαμουήλ’’. 

Στην διάρκεια της εγκατάλειψης του Σουλίου, ξεκίνησαν συνολικά και οργανωμένα τρεις φάλαγγες, εκ των οποίων η πρώτη, με επί κεφαλής τον Φώτο Τζαβέλλα, πρόλαβε, παρά την επίθεση που δέχθηκαν, να φτάσει στην υπό ρώσικη προστασία Πάργα, και από εκεί στην Κέρκυρα. Οι άλλες δύο είχαν τραγική κατάληξη. Η δεύτερη, έφτασε σε ένα μοναστήρι στο Ζάλογγο, όταν ο Αλής, έδωσε εντολή να συλληφθούν όλοι, και να μεταφερθούν στα Γιάννινα. Ένα μέρος από αυτή τη φάλαγγα, διέσπασε τον κλοιό των ανδρών του Αλή, και κατόρθωσε να φτάσει στην Πάργα με επί κεφαλής τον Κ. Μπότσαρη. Το άλλο, ανέβηκε στον βράχο της κορυφής που λέγεται ‘’Στεφάνι’’, και χορεύοντας, έπεσε στο βάραθρο για να αποφύγει την σύλληψη και την ατίμωση, στεφανώνοντας ταυτόχρονα, όλον τον Ελληνισμό που αγωνίστηκε για την ελευθερία.

Ανάμεσα στις οικογένειες που σκόρπισαν, ήταν και είκοσι περίπου, που αποτελούνταν κυρίως από χήρες και παιδιά που ζούσαν με άδεια του Αλή στο χωριό Ρινιάσα. Αρχές του 1804 έστειλε στρατό να τις υποδουλώσει. Το ίδιο περιστατικό με το Κούγκι καταγράφεται και εδώ, από μια γυναίκα αυτή τη φορά. Η Δέσπω Σέχου (σύζυγος Γ. Μπότση) μαζί με τις δύο κόρες της, τις δύο νύφες και τα έξι εγγόνια της κατέφυγε στον πύργο του Δημουλά (στη Ρινιάσα), από όπου συνέχισε να πολεμάει, μέχρι που έπαψε να υπάρχει ελπίδα σωτηρίας. Τότε, ανήμερα Χριστουγέννων, σαν να συναγωνιζόταν τον εθνομάρτυρα Σαμουήλ, έβαλε φωτιά σ’ ένα κιβώτιο, πλήρες πυρίτιδος, ανατινάζοντας τον πύργο και όσους ήταν μέσα. 

Η τρίτη ομάδα έφτασε στο Βουργαρέλι και από εκεί, μαζί με τους Μποτσαραίους, έφυγαν τον Ιανουάριο του 1804 προς την ορεινή Άρτα, φοβούμενοι επίθεση από τον Αλή Πασά. Χίλιοι τριακόσιοι Σουλιώτες εγκαταστάθηκαν στην δυσπρόσιτη Μονή Σέλτσου, (μονή Κοίμησης της Θεοτόκου)  λίγο έξω από το χωριό Πηγές. Οι φόβοι τους για επίθεση εκ’ μέρους του Αλή επιβεβαιώθηκαν τον ίδιο χρόνο. Πολιορκούμενοι επί τρεις μήνες από τις δυνάμεις του, επιχείρησαν έξοδο στις 21 Απριλίου 1804, κατά την οποία σώθηκαν(8) μόνο σαράντα οκτώ και μια γυναίκα. Κατά τη διάρκεια της μάχης, βλέποντας οι γυναίκες ότι δεν θα αντέξουν να υπερασπίσουν τα παιδιά τους, προτίμησαν να γκρεμιστούν μαζί τους, στα φουσκωμένα νερά του Αχελώου και στα απόκρημνα βράχια. Όσοι έμειναν αιχμαλωτίστηκαν, ανάμεσά τους ο Νότης, ο Μάρκος και ο Κώστας Μπότσαρης. Το Σέλτσο, αν και δεν είναι ευρύτερα γνωστό, πέρασε στην ιστορία σαν το δεύτερο ολοκαύτωμα, το δεύτερο Ζάλογγο, (160 γυναίκες έπεσαν στον Ασπροπόταμο), στεφανώνοντας τις τραγικές Σουλιώτικες μορφές.

Μετά τους πολέμους της περιόδου 1800 – 1803, ο σχεδόν κατεστραμμένος οικισμός του Σουλίου, δέχεται διακόσιες οικογένειες Τουρκαλβανών Λιάπηδων, που αλλοιώνουν ακόμα περισσότερο την όψη του. Ακόμα και έτσι όμως, ο Αλής δεν ησυχάζει. Τόσος ήταν ο φόβος του, που έχτισε και εξόπλισε πάνω στην Κιάφα, το κάστρο που βλέπουμε σήμερα, για να έχει σίγουρο, πως Σουλιώτης δεν θα ξαναγυρίσει πίσω. Κάστρο δυνατό, με τείχη και πολυγωνικούς προμαχώνες, πολεμίστρες, διπλές πύλες εισόδου - εξόδου, διπλές δεξαμενές νερού, πυργίσκους, και ότι άλλο καινούργιο, πρότεινε τότε η φρουριακή αρχιτεκτονική, και που καθιστούσε το κάστρο δυνατό και αξιόλογο. Το 1820, μετά τη συμμαχία τους με τον Ισμαήλ Πασά ορισμένες Σουλιώτικες οικογένειες επιστρέφουνστα πάτρια εδάφη, όμως η αναμέτρηση με τον τουρκικό στρατό μοιάζει γραμμένη στη μοίρα τους. Χάνουν, και στις 2 Σεπτεμβρίου 1822, το Σούλι εγκαταλείπεται οριστικά.

Η ζωή εδώ, στο κακοτράχαλο Σούλι, ακόμα και σήμερα παραμένει δύσκολη και σκληρή. Για σχολείο ή ‘’παραγωγικές – κτηνοτροφικές έστω – ‘’μονάδες’’ ούτε λόγος δεν γίνεται. Και πώς να γεννηθούν τέτοιες ιδέες, αφού το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων είναι γέροντες, και πάντως, οι δεκαπέντε νέοι δεν μπορούν να προσφέρουν κάτι παραπάνω εκτός από την ενασχόληση με την κτηνοτροφία. Προγράμματα που δεν θα φέρουν ανάπτυξη, όπως την εννοούν στην Ε.Ε., δεν υπάρχουν. Έτσι, η Διευρυμένη Κοινότητα Σουλίου παραμένει φυτοζωούσα, περιμένοντας την μοναδική επιδότηση από την διοίκηση, για να επιβιώσει.

Από τον οικισμό, να επισκεφθείτε πρώτα τον Άγιο Δονάτο, (επίσκοπος Ευροίας – πόλη της Παλιάς Ηπείρου, ενδεχομένως, στις εκβολές του Αχέροντα), από το μονοπάτι του οποίου θα βρεθείτε στο μεγάλο ‘’αμφιθέατρο’’. Από εκεί, η θέα απλώνεται ως κάτω, στο βουνό Φλάμπουρο. Σε πρώτο πλάνο, πάνω στο βράχο, το ιστορικό Κούγκι με τα ερείπια της θερινής κατοικίας του Αλή Πασά, και την καινούργια η Αγία Παρασκευή, στο πίσω ύψωμα, η Ντάπια Νότη Μπότσαρη και αριστερά, το κάστρο της Κιάφας. Στον ευρύτερο χώρο του ‘’αμφιθεάτρου’’, κάθε χρόνο, το τελευταίο σαββατοκύριακο του Μαΐου γίνονται οι περίφημες ‘’εθνικές εορτές’’, που περιλαμβάνουν αναπαραστάσεις ηρωικών πράξεων, και την ανατίναξη του Κουγκίου. Αυτή η επέτειος, είναι το μοναδικό ‘’σημάδι’’ της Διοίκησης ότι θυμούνται τους Σουλιώτες. Στις εκδηλώσεις παρευρίσκονται εκατοντάδες κάτοικοι και επισκέπτες, ακολουθεί γλέντι με παραδοσιακούς χορούς, τραγούδια και άφθονα ψητά, κρασιά, τσίπουρα, και ανεξάντλητο κέφι. Το 2002, τίμησε με την παρουσία του την εκδήλωση, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κ. Κ. Στεφανόπουλος.

Οι διαδρομές εξόδου από το Σούλι,αν εξαιρέσουμε το δρόμο που ήρθατε, είναι τέσσερις, δύο οδικές και δύο πεζοπορικές. Η πρώτη, οδηγεί από τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο, στη Σαμονίβα, πατρίδα του Νάστου Τόκα (1825). Εδώ υπάρχει η παλιά εκκλησία της Ευαγγελίστριας, το νεκροταφείο του χωριού, και το κάστρο. Ένα φρούριο που παρά την μεγαλοπρέπειά του, καταρρέει σιγά – σιγά, χωρίς να υπάρχει κάποιος, έστω μελλοντικός, προγραμματισμός για αναστήλωση. Ούτε πρόσβαση έχει, με εξαίρεση τη στενή γιδόστρατα που φτάνει έως εκεί, σε μια ώρα περίπου. 

Από το χωριό συνεχίζει, χωματόδρομος για enduro καταλήγοντας ή αριστερά στη Συκιά όπου σταματάει (στη συνέχεια το μονοπάτι φτάνει  Σερτζιανά Ιωαννίνων) ή δεξιά στο μονοπάτι για Γλυκή. Η δεύτερη με κατεύθυνση το Τσαγγάρι βγάζει, (αριστερά του Αυλοτόπου), Κουκουλιοί– Ζωτικό (χωριά Λάκας Σουλίου) – Δωδώνη – Γιάννινα. Μέχρι το Ζωτικό είναι δέκα χλμ, τα πρώτα πέντε ασφάλτινα και τα άλλα χώμα. Στον Αυλότοπο δείτε τον Ι. Ναό της Αγ. Κυριακής,διατηρητέο μνημείο της περιοχής(Φ.Ε.Κ. 239/Β’ 30 – 5 – 64). Από το Τσαγγάρι αριστερά, φτάνετε στη Φροσύνη, το κάστρο της, και από τον καινούργιο χωματόδρομο, έρχεστε στην Αγία Κυριακή (Πόποβο) σε επτά χλμ, διασχίζοντας ένα όμορφο δάσος Ελάτης. Από εκεί, αριστερά Παραμυθιά, δεξιά Τύρια (δστ Εγνατίας).

Για τους πεζοπόρους, από την Φροσύνη ξεκινά το καινούργιο καλντερίμι (2003), με σήμανση ανά 500 μέτρα παρακαλώ, που περνάει από το εκκλησάκι των Αγίων Πάντων, ανεβαίνει τον μεγαλοπρεπή Κορίλλα ή Κορύλα(1658 μ. υψ), των βουνών της Παραμυθιάς, φτάνοντας στον αυχένα στη θέση ‘’Σταυρός’’, και κατεβαίνει στην Χρυσαυγή Παραμυθιάς (παλιά Βέλιανη 460 μ. υψ.- αρχαία Ελέα), και την οχυρωμένη ακρόπολή της. Όλη η πεζοπορία είναι περίπου 3ω:30’ – 6.300 μ. 

Σημειώσεις:

(1)Αναλυτικά οι περιοχές που κηρύχθηκαν Τ.Ι.Φ.Κ. είναι: Κοιλάδα Αχέροντα από Αλώνι μέχρι Γλυκή, Εκβολή Αχέροντα και Νεκρομαντείο, Τμήμα Αχέροντα από Γλυκή μέχρι Καστρί, Χαράδρα ρέματος Ντάλα και στενά Αχέροντα. Τα τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλους της χώρας προστατεύονται από τις ανθρώπινες επεμβάσεις. Με το πρόγραμμα του Ε.Μ.Π. διατηρούνται τα 190 παλιά Τ.Ι.Φ.Κ. και προτείνονται 259 νέα. Για περισσότερα δες ‘’Καθημερινή’’ 4/7/99 και Ένθετο του περιοδικού Μετρό Αύγουστος 1999.

(2)Από την σκάλα Τζαβέλαινας κατέβαιναν οι γυναίκες του Σουλίου για να πλύνουν τα ρούχα τους παίρνοντας μαζί – στη πλάτη – και τα νεογέννητα παιδιά τους. Κάποια φορά, από το στενό και απόκρημνο μονοπάτι έπεσε, μαζί με το μωρό της, μια Τζαβελλάτισσα νύφη (από τη φάρα των Τζαβελαίων). Πέφτοντας φώναξε: καλή αντάμωση μάνα! Ώρα καλή νύφη μου, την αποχαιρέτησε η πεθερά της. Από τότε η σκάλα, έμεινε να λέγεται ‘’σκάλα Τζαβέλαινας’’. 

(3) Ο αρχικός πυρήνας, από βορρά προς νότο ήταν το Σούλι (το σημαντικότερο με 22 φάρες - 450 οικογένειες), η Σαμονίβα (ή Σαμωνίδα ή Σαμονίδα) κάτω από την κορυφή Μούργκα με 3 φάρες - 50 οικογένειες), η Κιάφα (το νοτιότερο με 4 φάρες – 90 οικογένειες), και ο Αβαρίκος (νοτιοανατολικά της Κιάφας κάτω από την κορυφή Φλάμπουρο με 65 οικογένειες).

(4)  Οι ονομασίες των χωριών ήταν Τσεκουράτι (Τσεκούρι), Περιχάτι (ερειπωμένο), Βίλλια (ερειπωμένο), Αλ(ε)ποχώρι , Κοντάταις, Γκιονάλα (Ρευματιά) και Τσεφλήκι;), εγκαθίστανται οικογένειες από το Σούλι. Το Τετραχώρι και το Επταχώρι επικρατεί δυναμικά στη περιοχή, επιβάλει φορολογία, αναγνωρίζετε σιωπηλά από τον Σουλτάνο. Είναι γνωστή και σαν Σουλιώτικη Συμπολιτεία.

(5) Οι Σουλιώτες πέτυχαν να υποτάξουν σταδιακά (1754, 1768, 1772) εξήντα χωριά σε μικρή απόσταση από το Σούλι. Σε αυτά, δεν υπολογίζονται τα ‘’παλιά’’ έντεκα, Αυτά ήταν τα παρασούλια.

(6) Συνθήκη του 1789: Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος, δεν είχε ακόμα τελειώσει. Ο Αλής στοχεύοντας στην εξομάλυνση των σχέσεων με τους Σουλιώτες, υπέγραψε την συνθήκη και έφτασε στο σημείο – ο φιλάργυρος – να αναλάβει την υποχρέωση, να καταβάλει μισθούς στους αρχηγούς των οικογενειών, με αντάλλαγμα (δήθεν, αφού δεν είχε καταληφθεί ποτέ) την φροντίδα τους για ασφάλεια στην περιοχή. Καλού - κακού όμως…πήρε πέντε ομήρους, παιδιά οπλαρχηγών.

(7) Ο Αλή πασάς ήταν Μπεχτασής, (Μπεχτασισμός - Μουσουλμανική αίρεση) ως εκ τούτου δεν ήταν τόσο φανατικός. Επηρεάστηκε από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, (όπως άλλωστε και ο Εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας του 1821), και σεβόταν τους Έλληνες λογίους, τους οποίους, (όπως και πολλούς οπλαρχηγούς) τους είχε στην αυλή του, για συμβούλους. Σεβόταν απεριόριστα τον Πατροκοσμά τον Αιτωλό ο οποίος μάλιστα του είπε ‘’Θα πάς με κόκκινα γένια στην Κωνσταντινούπολη’’ και ο Αλής νόμιζε ότι θα γίνει σουλτάνος, ενώ ο Πατροκοσμάς προφήτεψε τον αποκεφαλισμό του.

(8)Ο αριθμός των διασωθέντων διαφέρει. Ο Χριστόφορος Περραιβός (Ιστορία Σουλίου και Πάργας σελ 165) αναφέρει 57 άνδρες και 1 γυναίκα, ο Δημήτρης Καμαρούλιας (Τα μοναστήρια της Ηπείρου τομ Β’, σελ 292, 294 αναφέρει 80, ο Ουίλλιαμ Πλόμαρ (Αλή Πασάς – το διαμάντι των Ιωαννίνων σελ 123) αναφέρει 50 άνδρες και μια γυναίκα. 

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Αυτόματοι Αριθμοί Κλήσης: περιοχή Αχέροντα (Πρέβεζα - Καναλλάκι – Αμμουδιά - Λούτσα) 26840, περιοχή Σουλίου (Θεσπρωτία – Γλυκή – χωριά Σουλίου – Γαρδίκι - Χόϊκα) 26660.

ΔΙΑΜΟΝΗ: Επικοινωνείτε πρώτα, γιατί πολλά ανοίγουν από Μάιο έως τέλος Οκτώβρη. Λούτσα: ’’το πέτρινο’’ στην παραλία της Λούτσας 22310, Πήλος Λάζαρος 6947209760, Καναλάκι: ‘’Αχέρων’’ 22241, ‘’Έφύρα’’ 22128, 6946243318, Αμμουδιά: ‘’Αθηνά’’ 41172, ‘’Ελένη’’ 41167, ‘’Παπάς’’ 41301,  Γλυκή: Δημητρίου Δ. 41635, Ευαγγέλου Δ. 42001, Μάρκου Η. 41900, Άφοι Μπουρνά 41464, Κλεοπάτρα Studio 42002, Γαρδίκι: Μαργαρίτης Α. 41186, Μαργαρίτης Π 41273, Κοινοτικός Ξενώνας στο Σούλι 24613.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Ελεύθερο στο Τσαγγαριώτικο ρέμα, στη θέση ‘’Σουλιώτικοι Μύλοι’’, στην Γλυκή προς τις Πηγές και σε όποια άλλη θέση εντοπίσετε εσείς (προαύλια εκκλησιών κ.λπ.). Προσοχή στην επιλογή του σημείου που θα στήσετε, χρειάζεται στις Πηγές του Αχέροντα. Αν βρέξει το ποτάμι ‘’κατεβάζει’’ πολύ νερό. Φεύγοντας, μην αφήσετε σκουπίδια.

ΦΑΓΗΤΟ: Λούτσα: Πήλος Λάζαρος 2682056005, Γλυκή: Μπουρνάς Ελευθέριος 41625, ‘’Πηγές Αχέροντα’’ Νίκος Τζάκος 2684023005, 6944133872 (δεξιά κοίτη του ποταμού), ‘’Πηγές Αχέροντα’’ Μάρκου Ηλίας 41127(αριστερή κοίτη του ποταμού), ‘’Αχέροντας’’ 41464, ‘’Πανόραμα’’ 41479, ‘’Παράδεισος’’ 41636, Χόϊκα: ‘’Ευροία’’ 41447, Γαρδίκι: ‘’Πλατανάκια’’ 41071, Καφενείο στο Σούλι ο ‘’Παράδεισος’’, Δονάτου Τόκα 2666024486.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Φαναρίου με έδρα το Καναλλάκι 2684022315, 24174 - 5, Δήμος Αχέροντα με έδρα το Γαρδίκι Παραμυθιάς 2666041328 - 1, Διευρυμένη Κοινότητα Σουλίου 2666024613 – 4, Α’ Βοήθειες 22124 (Παραμυθιά), 22581 (Καναλάκι), Αστυνομία Γλυκή 41450, Καναλάκι 22222, Συνεργεία – Βουλκανιζατέρ: Πρέβεζα: Λεωφ. Ιωαννίνων 160 Κουτσοχρήστος Χαράλαμπος 2682089134, Καναλλάκι: Moto Σπυρίδων & Σία 23177, Λούρος: Κουτσοχρήστος Ιωάννης 2682031634, 31168, Ηγουμενίτσα: Γεωργιάδης Γεώργιος, Διον. Σολομού 10, 2665025265, Ανδρέου Ηλίας, Κύπρου 75, 2665026922, Κότσης Κώστας, Τζαβέλαινας 1 & Βασ. Πύρρου 2665023710, 21100. AUTO: τρία συνεργεία στο Γαρδίκι και τη Χόϊκα, και στην Ηγουμενίτσα, Τσανάκα Α.  2ο χλμ Ιωαννίνων - Ηγουμενίτσας, 2665026515.

ΧΡΗΣΙΜΑ: www.e-city.gr/preveza www.epirus.org/gr/soul­_per.html www.ota.gr/igoumenitsa/souli.html Για πολλές πληροφορίες διάσχισης της χαράδρας Αχέροντα, επικοινωνήστε με τον Ε.Ο.Σ. Πρέβεζας 2682021280, και δείτε το side www.oreivatein.com βάζοντας στην αναζήτηση ‘‘Αχέρων’’. Στην πεζοπορική διαδρομή Γλυκή ή Σκάλα Τζαβέλαινας υπήρχε το πέτρινο γεφύρι Ντάλα. Τώρα που το γεφύρι έπεσε κατεβαίνετε με τα πόδια στην κοίτη. Το πιθανότερο είναι εν’ καιρώ, να το αντικαταστήσουν με ξύλινο. Μια ενδιαφέρουσα άποψη για το νεκρομαντείο www.omadak.gr/time/Nekromantio.html Εταιρεία ανάπτυξης Αμβρακικού 2682022224, Κέντρο Πληροφόρησης Αμμουδιάς 2684041155, Αρχαιολογικός χώρος Νεκρομαντείου Αχέροντα 2684041206, 2651025490,  www.culture.gr/2/21/211/21112n/g211in06.html Αρχαιολογικό μουσείο Ιωαννίνων, 2651025490. Κατάβαση ποταμού (rafting) Δημητρίου Βασίλης 2666041455, ‘’Pony Club’’ Κωνσταντίνος Σταύρος 2666041748, 6947643805 & Ιππασία.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Δύο στη Γλυκή, και άλλα τέσσερα στο Γαρδίκι και τη Χόϊκα.

ΧΑΡΤΕΣ: Πλαστικοποιημένοι χάρτες ανά νομό που χωρούν στο tang Bag. Αγοράστε τον χάρτη Νο 20 ‘’Νομός Ιωαννίνων’’ & Νο 18 ‘’Νομός Θεσπρωτίας εκδόσεις  ‘’Ελλάδα’’ Κολοκοτρώνη 11 Αθήνα 2103222573, 3225241, Βενιζέλου 3 Θεσσαλονίκη 2310223063. Οι εκδόσεις Ρέκου επίσης χωρίς πρόσφατη ενημέρωση, σε κλίμακα 1:250.000, 23106960070, 696587.

ΒΙΒΛΙΑ: Σπύρου Γ. Μουσελίμη, Έρχομαι από το Σούλι Παραμυθιά 1999, ο Αρχαίος Άδης και το Νεκρομαντείο της Έφυρας, Γιάννινα 1971, 2666022304,

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax: 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για ΑΧΕΡΟΝΤΑ – ΣΟΥΛΙ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Ουΐλλιαμ Πλόμαρ / Το διαμάντι των Ιωαννίνων – Αλή Πασάς 1741 – 1822 / Εκδόσεις Δωδώνη 1987 Ήπειρος / Εκδοτική Αθηνών / Αθήνα 1997

  • Βασίλη Νιτσιάκου / Σύγχρονη Πολιτιστική Γεωγραφία Νομού Ιωαννίνων / Νομαρχία Ιωαννίνων 1998
  • Χριστόφορος Περραιβός / Ιστορία Σουλίου και Πάργας / Α’ ανατύπωση Αναστατικές εκδόσεις / Αθήνα 1990
  • Δημήτρης Καμαρούλιας / Τα μοναστήρια της Ηπείρου / εκδόσεις Μπάστας – Πλέσσας Αθήνα 2000
  • Σπύρου Γ. Μουσελίμη / Έρχομαι από το Σούλι / Αυτοέκδοση Παραμυθιά 1999
  • Σπύρου Γ. Μουσελίμη / Ο Αρχαίος Άδης και το Νεκρομαντείο της Έφυρας / Γιάννινα 1971

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Ε.Ο.Σ. Πρέβεζας / Διάσχιση όλης της Χαράδρας του Αχέροντα / περιοδικό Κορφές Τ109, 1994
  • Άννα Στεργίου – Σπύρος Τσακίρης / Αχέροντας / περιοδικό ΓΕΩ Τ8 Ιούνιος 2000
  • Αντώνης Κάτανος / Το νεκρομαντείο του Αχέροντα / περιοδικό Ελληνικό Πανόραμα Τ26 Μάρ – Απρ 2002
  • Ανάβαση / πεζοπορία Σκάλα Τζαβέλαινας – Σαμονίβα / περιοδικό Ανεβαίνοντας Τ25 Φεβ – Μαρτ 2004
  • Σωτήρη Γοργογέτα / Μονή Σέλτσου / εφημερίδα Πρωινός Λόγος Τρικάλων 25/3/03
  • Γιώργος Λεκάκης / Σούλι – η πολιορκία / εφημερίδα Έθνος 21/12/03
  • Λία Παπαθεοδώρου / Σούλι / περιοδικό ΓΕΩ Τ142 Δεκέμβριος 2002
  • Αλέξανδρος Τσάκος – Γιάννης Σκουλάς / Αρχαία Πανδοσία / περιοδικό Γαιόραμα Τ48 Μαρτ - Απρ 2002
  • Αλέξανδρος Τσάκος – Κώστας Βέργας / Νεκρομαντείο Αχέροντα / περιοδικό Γαιόραμα Τ59 Ιαν – Φεβ 2004

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Σωτήρη Γοργογέτα / Μονή Σέλτσου / εφημερίδα Πρωινός Λόγος Τρικάλων 25/3/03
  • Γιώργος Λεκάκης / Σούλι – η πολιορκία / εφημερίδα Έθνος 21/12/03
Wednesday the 26th. . Joomla 3.0 templates. All rights reserved.