Ταξίδια στην άλλη Ελλάδα τόμος Ζ’ καλοκαίρι 2005

   Ενδεικτική βιβλιογραφία εργασιών τόμου Z’ 2005

Περισσότερες πληροφορίες για τα ΚΥΘΗΡΑ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Μανώλη Δαπόντε / Φουρτούνες στα Κύθηρα – Τριάντα Χρόνια Εθελοντισμός / Κύθηρα 1992
  • Γεωργίου Κ. Γιαγκάκη / Τα Περίοπτα πολύνησα των Κυθήρων και των Αντικυθήρων / Τήνος 1994
  • Γιάννη Π. Γκίκα / Κάστρα – Ταξίδια / τομ Ε’ εκδόσεις Αστήρ / Αθήνα 1995
  • Μάριου Βερέτα / μέγα ονομαστικόν ή τα ονόματα των Ελλήνων / Αθήνα 1997
  • Σοφοκλή Δ. Καλούτση / Παναγία Μυρτιδιώτισσα / Κύθηρα 2000
  • Εμμανουήλ Π. Καλλίγερου / Εδώ γεννήθηκε η Αφροδίτη – Συνοπτική Ιστορία των Κυθήρων / εκδόσεις Κυθηραϊκά Αθήνα 2001
  • Εμμανουήλ Π. Καλλίγερου / Κύθηρα – Ιστορικός και Τουριστικός Οδηγός / εκδόσεις Κυθηραϊκά 2001
  • Ελληνική Γεωγραφική Εγκυκλοπαίδεια / Μιχαήλ Σταματελάτος – Φωτεινή Βάμβα Σταματελάτου / εκδόσεις Τεγόπουλος – Μανιατέας
  • Μανώλη Δαπόντε / Ένας Αιώνας Κύθηρα / Κύθηρα 2004

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Μιχαήλ Κ. Πετρόχειλου / Τα επί της Ιονίου Πολιτείας σχολεία των Κυθήρων / περιοδικό Ελληνική Δημιουργία ανάτυπο τ.87 Αθήνα 1973
  • Δημήτρης Χίλιος / Κύθηρα – το νησί της Αφροδίτης / περιοδικό Ταξιδεύω τ.7 Ιούνιος 1991
  • Φώτης Μάρκου / Ταξίδι στα Κύθηρα / περιοδικό Μοτο τ.68 Αύγουστος 1991
  • Ελένη Οικονομοπούλου / Κύθηρα – το σταυροδρόμι με τα τρία πέλαγα / περιοδικό Cosmos τ.17 Ιούλιος 1996
  • Γιώργος Ζαρκαδάκης / Στο νησί της Αφροδίτης / περιοδικό Cosmos τ.24 Οκτώβριος – Νοέμβριος 1997
  • Γιάννη Σακελλαράκη / Ασύλητο Μινωικό Ιερό Κορυφής / ένθετο 7 ημέρες εφημ. Καθημερινή 26 Ιανουαρίου 1997
  • Χρύσας Α. Μαλτέζου / Βυζάντιο και Ενετοκρατία / ένθετο 7 ημέρες εφημ. Καθημερινή 5 Ιουλίου 1998
  • Ιωάννας Μπίθα / Οι τοιχογραφίες των Κυθήρων / ένθετο 7 ημέρες εφημ. Καθημερινή 5 Ιουλίου 1998
  • Γκέλη Σπανού – Αλέξης Ροδόπουλος / Ταξίδι στα Κύθηρα / περιοδικό Ταξιδεύοντας τ.5 Απρίλιος 1998
  • Άγγελος Μακρής / Στα χνάρια του Μάνου… / περιοδικό Rider τ.42 Σεπτέμβριος 1998
  • Γιάννης Σακελλαράκης – Ανδρέας Σμαραγδής / Κύθηρα – Το πέρασμα των αιώνων / περιοδικό Γαιόραμα / τ.31 Μάιος – Ιούνιος 1999
  • Κλαίρη Παπάζογλου / Οι μικρές νησίδες των Αποδημητικών / ένθετο 7 ημέρες εφημ. Καθημερινή 1 Οκτωβρίου 2000
  • Ελευθερία Λαλουδάκη – Βασίλης Συκάς / Κύθηρα / περιοδικό Οξυγόνο τ.15 Ιούλιος 2000
  • Tζέλη Χατζηδημητρίου / Ταξίδι στα Κύθηρα – Παληόχωρα / περιοδικό ΓΕΩ τ.50 Μάρτιος 2001
  • Δημήτρης Τζανής / Κύθηρα / περιοδικό BHMAGAZINO ένθετο στην εφημερίδα Βήμα 21 Ιουνίου 2001
  • Θοδωρής Αθανασιάδης - Ζερμαίν Αλεξάκη / Κύθηρα – Ένας τόπος Μαγικός / περιοδικό VITA τ.40 Αύγουστος 2000
  • Αγγέλα Τσιβρένη / Το σπίτι στα Δόκανα / περιοδικό VITA τ.62 Ιούνιος 2002
  • Ζερμαίν Αλεξάκη - Θοδωρής Αθανασιάδης / Κύθηρα – Καψάλι / περιοδικό ΓΕΩ τ.117 Ιούλιος 2002
  • Ηλίας Προβόπουλος / Παληόχωρα / περιοδικό ΓΕΩ τ.214 Μάιος 2004
  • Συλλογική εργασία για τα Κύθηρα / Περιηγήσεις τ.43 - ένθετο στην Εφημερίδα Ημερησία 21 Αυγούστου 2004

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Ελένης Σιάτρα / Η άγρια ομορφιά στα ήρεμα Κύθηρα / εφημ. Καθημερινή 22 Αυγούστου 1996
  • Ελένης Σιάτρα / Η διαχρονική γοητεία των Κυθήρων / εφημ. Καθημερινή 13 Ιουλίου 1997
  • Αρτέμιου Καλίγερου / Κύθηρα – παρουσίαση από τον Δήμαρχο Κυθήρων / εφημ. Έθνος 21 Σεπτεμβρίου 2003
  • Νίκου Πηγαδά / Ένα καφενείο ετών 100 / εφημ. Έθνος 11 Οκτωβρίου 2003
  • Απόστολου Διαμάντη / Οι ελληνικοί δρόμοι της μετανάστευσης / εφημ. Ελευθεροτυπία 25 Σεπτεμβρίου 2004
  • Νίκου Πηγαδά / Χτίζουν γέφυρα για απόδημους / εφημ. Έθνος 30 Οκτωβρίου 2004

Περισσότερες πληροφορίες για την ΕΛΑΦΟΝΗΣΟ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Κωνσταντίνος Σ. Μέντης / Ελαφονήσι – το Σμιγοπέλαγο Νησί / Λαφονησιώτικη Βιβλιοθήκη Πειραιάς 1993
  • Λακωνία + Χάρτης Λακωνίας / Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Λακωνίας / Χωρίς χρονολογία έκδοσης

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Νίκος Μαστροπαύλος / Ελαφόνησος / περιοδικό Cosmos τ.17 Καλοκαίρι 1996
  • Θοδωρής Αθανασιάδης – Ζερμαίν Αλεξάκη / Θαλασσινές πολιτείες / περιοδικό ΓΕΩ τ.78 Οκτώβριος 2001

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Χριστιάνα Στύλου / Αδιαφορία για την προϊστορική Ελαφόνησο / Η άγρια ομορφιά στα ήρεμα Κύθηρα / εφημ. Καθημερινή 3 Σεπτεμβρίου 1997.
  • Κωνσταντίνου Σ. Μέντη / Καταστρέφεται πολιτισμός 5.000 ετών / εφημ. Ελευθεροτυπία 12 Ιουλίου 1997
  • Ηλέκτρα Σαμοΐλη / Ελαφόνησος / εφημ. Καθημερινή – ένθετο ταξιδεύοντας 20 Ιουλίου 2003
  • Αλέξανδρου Τσαντούλα / Από τη Νεάπολη στο Σίμο / εφημ. Έθνος – ένθετο Ταξίδια 25 Ιουλίου 2004
  • Νίκου Μαστροπαύλου / Η διπλή παραλία Σίμου στην Ελαφόνησο / ένθετο Ταξίδια Νο 21 εφημ. Βήμα 6 Ιουλίου 1997
  • Κώστα Σ. Τσίπηρα / 12 δροσεροί παράδεισοι / ένθετο Ταξίδια Νο 33 εφημ. Βήμα 5 Ιουλίου 1998
  • Νίκου Μαστροπαύλου / Ελαφόνησος – το νησί της άμμου / ένθετο Ταξίδια Νο 35 εφημ. Βήμα 6 Σεπτεμβρίου 1998

Περισσότερες πληροφορίες για την ΘΑΣΟ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’  Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος / Ιστορία της Θάσου 1453 – 1912 / Ε.Μ.Σ. Θεσσαλονίκη 1984
    Σωτήρης Γερακούδης / Ιστορία της Θάσου / Εκδοτική Ομάδα / Θεσσαλονίκη 1986
    Χάιδω Κουκούλη – Χρυσανθάκη / Πρωτοϊστορική Θάσος Α.Δ. αρ. 45 / Τόμοι Α’, Β’, Γ’ έκδοση Τ.Α.Π.Α. -   Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων / Αθήνα 1992
    Ιωάννης Τουράτσογλου / Μακεδονία / Εκδοτική Αθηνών 1995
    Γεώργιος Κ. Γιαγκάκης / Νησιολόγιο των Κατοικούμενων Ελληνικών Νησιών 1940 – 1991 / Αγκίστρι του Σαρωνικού 1995
    Ιωάννης Γ. Βαρδαβούλιας / Η απελευθέρωση της Θάσου και της Καβάλας / εκδόσεις Νιραγός / Αστρίς Θάσου 1996 
    Mακεδονία / συλλογική εργασία / Πολιτιστικό τεχνολογικό ίδρυμα ΕΤΒΑ – ΕΟΤ / Αθήνα 1997
    Μάριος Βερέττας, Μέγα Ονομαστικόν ή τα ονόματα των Ελλήνων, εκδόσεις Μάριος Βερέττας – Αθήνα 1997
    Το προσκύνημα του Αρχάγγελου Μιχαήλ στη Θάσο / έκδοση της Ι. Μ. Αρχαγγέλου Μιχαήλ / Θάσος 1999
    Γεώργιος Παπαευστρατίου / Η ιστορία της Θάσου / εκδόσεις Νιραγός / Αστρίς Θάσου 2001

Β’  Αφιερώματα περιοδικών

  • Γιώργος Εμμανουηλίδης / Θάσος / ένθετο περιοδικό Ταξίδια στην άλλη Ελλάδα Τομ. Β’ / έκδοση Χαϊσάϊντινγκ Ε.Π.Ε. 2000
  • Θοδωρής Αθανασιάδης – Ζερμαίν Αλεξάκη / 4 αποδράσεις σε φόντο Μπλε / περιοδικό VITA τ.41 Σεπτέμβριος 2000
  • Θάσος / συλλογικό / αφιέρωμα 7 Ημερών εφημ. Καθημερινή 10/8/03
  • Ειρήνη Κοντογεωργίου / Θάσος / περιοδικό ΓΕΩ τ.69 Αύγουστος 2001
  • Αργύρης Γκίσσας / Διαμαρτυρία για το Radar / περιοδικό Κορφές τ.150 Ιούλιος – Αύγουστος 2001
  • Αργύρης Γκίσσας / Θάσος / περιοδικό Κορφές τ.162 Ιούλιος – Αύγουστος 2003

Γ’  Άρθρα σε εφημερίδες

  • Ντίνου Κιούση / Θάσος / εφημ. Καθημερινή 22 Ιουλίου 2001
  • Αλέξανδρος Τσαντούλας / Θάσος / εφημ. Έθνος 19 Σεπτεμβρίου 2004
  • Γιώττα Συκκά / Αρχαίοι Θησαυροί της Θάσου / εφημ Καθημερινή 16 Δεκεμβρίου 2004
  • Τάκη Κατσιμάρδου / Οι πρώτοι πρόεδροι την περίοδο του μεσοπολέμου / εφημ. Ημερησία 5 – 6 Μαρτίου 2005
  • Τάκη Κατσιμάρδου / Οι περιπέτειες της Προεδρικής Δημοκρατίας στον Μεσοπόλεμο / εφημ. Ημερησία 12 - 13 Μαρτίου 2005

Περισσότερες πληροφορίες για το ΠΟΡΤΟ ΧΕΛΙ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Πελοπόννησος / εκδόσεις EXPLORER / Αθήνα 2002

  • Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας / ‘’Αργολίδας Περιήγηση’’ / Ναύπλιο 1997
  • Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας / Αργολίδα ‘’η γοητεία του Αυθεντικού / Ναύπλιο 1998

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Αντώνης Αναγνώστου / Αργολίδα / εκδόσεις AD & ED / Αθήνα 1997 

Περισσότερες πληροφορίες για το ΜΟΥΣΕΙΟ ΕΛΙΑΣ στην ΣΠΑΡΤΗ την ΕΛΙΑ και το ΛΑΔΙ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Γενναίος Γ. Γαρδίκης / Γεωργική και Συνεταιριστική Ανθοδέσμη / Ηλιούπολη Αττικής 1957
  • Γεωργίου Α. Μέγα / Ζητήματα Ελληνικής Λαογραφίας τ. 3 / Ακαδημία Αθηνών ανάτυπο 1950
  • Δημήτρης Λουκόπουλος / Γεωργικά της Ρούμελης / εκδόσεις Δωδώνη1983
  • Δημήτρης Σ. Λουκάτος / Τα φθινοπωρινά / εκδόσεις Φιλιππότη / Αθήνα 1995
  • Ελιά και Λάδι / τριήμερο εργασίας – Καλαμάτα, 7 – 9 Μαΐου 1993 / έκδοση Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ / Αθήνα 1996
  • Μυρσίνη Λαμπράκη / Λάδι – γεύσεις και πολιτισμός 5.000 χρόνων / εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα / Αθήνα 2000
  • Μανώλης Δαπόντες / Ένας αιώνας Κύθηρα / Κύθηρα 2004
  • Λαογραφικά Σύμμεικτα / Ελιά / έκδοση Ελληνοδασκάλων νομού Αργυροκάστρου / Αργυρόκαστρο 2004

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Αγγελική Μήλλα / Δυο σταγόνες Λάδι / περιοδικό Γεύση τ.11 1990
  • Γιώργος Χαραλαμπόπουλος / Το Λάδι στην Αρχαία Ελλάδα / περιοδικό Γεύση τ.23 1991
  • Άρτεμις Τζίτζη / Ελληνικό Ελαιόλαδο Α’ & Β’ ομότιτλο μέρος / περιοδικό Γεύση τ.28 – τ.29 1992
  • Κώστας Μπαζαίος / Αναζητώντας την ψυχή του ελαιόλαδου / περιοδικό Διατροφή και Υγεία τ.56 Ιούνιος 1993
  • Μινωική και Μυκηναϊκή Διατροφή / συλλογικό / Αφιέρωμα 7 ημερών Εφημ. Καθημερινή 23/4/2000
  • Ναταλί Χατζηιωάννου / Στο μουσείο του λαδιού / περιοδικό & 7 ένθετο στην εφημ. Ελευθεροτυπία 20/4/03
  • Τάνια Γεωργοπούλου - Κανάρης Τσίγκανος / Το Μουσείο της Ελιάς και του Ελληνικού λαδιού στην Σπάρτη / περιοδικό ΟΙΚΟ τ.8 ένθετο στην εφημ. Καθημερινή Μάιος 2003
  • Τάνια Γεωργοπούλου - Κανάρης Τσίγκανος / the Blauel oil story / περιοδικό ΟΙΚΟ τ.8 ένθετο στην εφημ. Καθημερινή Μάιος 2003
  • Τάνια Γεωργοπούλου - Κανάρης Τσίγκανος / Το χωριό Κεφαλάς Σπάρτης και το βιολογικό λάδι του / περιοδικό ΟΙΚΟ τ.12 ένθετο στην εφημ. Καθημερινή Σεπτέμβριος 2003
  • Συλλογικό / Έλαιον το Σεπτόν / Αφιέρωμα 7 ημερών Εφημ. Καθημερινή 28/3/04
  • Τάνια Γεωργοπούλου – Αθηνά Καζολέα / Από το δέντρο στο μπουκάλι / περιοδικό ΟΙΚΟ τ.28 ένθετο στην εφημ. Καθημερινή Ιανουάριος 2005
  • Ντόση Ιορδανίδου - Κανάρης Τσίγκανος / Τα Μετάλλια της Ελληνικής Αρχιτεκτονικής / περιοδικό ‘’Κ’’ τ.86 ένθετο στην εφημ. Καθημερινή 23/1/05

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Νίκου Μιχελάκη / Λάδι – απο το χύμα στην τυποποίηση / εφημ. Βήμα 12/9/99
  • Ελένη Πετάση / Λάδι / εφημ. Ελευθεροτυπία 1 Οκτωβρίου 2000
  • Γιώτα Συκκά / Ένα μοντέρνο μουσείο για την πολύτιμη ελιά / εφημ Καθημερινή 20/4/03 και στο: www.kathimerini.gr/4dcgi/ _w_articles_civ_764403_20/04/2003_60773 

Περισσότερες πληροφορίες για ΘΕΣΣΑΛΙΑ - ΠΟΛΥΘΕΑ - ΚΡΑΝΙΑ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Παύλος Μ. Μυλωνάς / Η Μονή Δολιανών ή Κρανιάς στην Πίνδο / Τρικαλινά τομ 2 / Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. Τρικάλων 1982
  • Γ. Ι. Κούτσια / Τζούρτζια – αναδρομή στο χρόνο / Τρίκαλα 1986
  • Δημήτριος Γ. Καλούσιος / Η Κρανιά – Οδοιπορικό 1984 / Τρικαλινό Ημερολόγιο χρόνος 10ος Τρίκαλα 1986
  • Θεόδωρος Α. Νημάς Τρίκαλα – Καλαμπάκα – Πίνδος – Χάσια / εκδόσεις Αφοι Κυριακίδη Θεσ/νίκη 1987
  • Alan J. B. Wace – Maurice S. Thompson / Οι Νομάδες των Βαλκανίων / Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. Τρικάλων - Αφοι Κυριακίδη Θεσ/νίκη 1989
  • Leon Heuzey / Οδοιπορικό στην Τουρκοκρατούμενη Θεσσαλία / Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. Τρικάλων - Αφοι Κυριακίδη Θεσ/νίκη 1991
  • Φώτης Ν. Βογιατζής / Τα Τρίκαλα στη Θεσσαλική Ζωγραφική / Τρικαλινά τομ 11 / Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. Τρικάλων 1991
  • Δημήτριος Δούνης / Η Κρανιά Ασπροποτάμου / Κρανιά 1991
  • Νικ. Κ. Γιαννούλη / Τ’ Ασπροπόταμο Πίνδου και ο Χριστόδουλος Χατζηπέτρος / Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. Τρικάλων -       Αφοι Κυριακίδη Θεσ/νίκη 1992
  • Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς / Ιστορικό Διάγραμμα των Δήμων της Ελλάδας 1833 – 1912 / Αθήνα 1994
  • Δημήτριος Γ. Καλούσιος / Τρικαλινά Σύμμεικτα τομ ΙΑ’ / Ανάτυπο - Θεσσαλικό Ημερολόγιο / Λάρισα 1995
  • Δημήτριος Γ. Καλούσιος / Τρικαλινά Σύμμεικτα τομ ΙΓ’ / Ανάτυπο - ‘’Τρικαλινά’’ τομ 16 / Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Τρικάλων 1996
  • Αστέριος Ι. Κουκούδης / Οι μητροπόλεις και η διασπορά των Βλάχων Β’ τόμος / εκδόσεις Ζήτρος Θεσ/νίκη 2000
  • Δημήτριος Γ. Καλούσιος / Το μοναστήρι Δολιανών Καλαμπάκας / εκδόσεις γένεσις Τρίκαλα 2000
  • Νικολάου Ι. Μέρτζου / Αρμάνοι – Οι Βλάχοι / εκδόσεις Ρέκος / Θεσσαλονίκη 2001
  • Gustav Weigand / Οι Αρωμούνοι (Βλάχοι) Α’ τόμος / Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. Τρικάλων - Αφοι Κυριακίδη Θεσ/νίκη 2001
  • Νικόλαος Ι. Μέρτζος / Αρμάνοι – Οι Βλάχοι / εκδόσεις ΡΕΚΟΣ / Θεσσαλονίκη 2001
  • Μαρούλα Κλιάφα / Μουλτι χερετιματι ντι λα Κορνου / Τρίκαλα 2003
  • Σωτήριος Α. Γοργογέτας / Τα πέτρινα γεφύρια των Τρικάλων / Πολιτιστικός οργανισμός Δήμου Αιθήκων Τρίκαλα 2004

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Ανατολής Λαζαρίδης / Κώστας Γκέσκος / περιοδικό Ελληνική Δημιουργία τ.125 / Αθήνα 1953
  • Καρτερλή Ελένη / Τριγγία / περιοδικό Κορφές τ.137 Μάιος – Ιούνιος 1999
  • Γιάννης Χολέβας / Καγιάκ στον Ασπροπόταμο / περιοδικό Κορφές τ.137 Μάιος – Ιούνιος 1999
  • Νίκος Μαστροπαύλος / Στις Κορφές της Νότιας Πίνδου / περιοδικό Vita Τ30 Οκτώβριος 1999
  • Ανάβαση / Τριγγία – μια κυκλική πορεία / περιοδικό Ανεβαίνοντας τ.20 Δεκ – Ιαν 2002 - 2003
  • Θοδωρής Αθανασιάδης - Ζερμαίν Αλεξάκη / Στις Πηγές του Ασπροποτάμου / περιοδικό Vita τ. 71 Μάρτιος 2003

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • ‘’Σαρακατσάνικα Κονάκια’’ / Δ. Καλούσιου εφημ. ‘’Πρωινός Λόγος’’ Τρικάλων 10/10/84
  •  ‘’Το μνημείο του Σταυρού’’ /Δ. Καλούσιου εφημ. ‘’Πρωινός Λόγος’’ Τρικάλων 31/3/93
  • ‘’Η μασκώτ της Πολυθέας’’ / Λ. Σ. εφημ. ‘’Πρωινός Λόγος’’ Τρικάλων 30/4/02

Περισσότερες πληροφορίες για ΕΥΡΥΤΑΝΙΑ – ΕΠΙΝΙΑΝΑ - ΑΓΡΑΦΑ -  ΠΑΡΑΜΕΡΙΤΑ – ΜΑΡΑΘΟ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Αναστάσιος Ορλάνδος / Επιγραφαί εξ Εκκλησιών Αγράφων / Επετηρίδα Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών – ΕΕΒΣ / τομ Γ’ / Αθήνα 1926  
  • Γεώργιος Γιαννίτσαρης – Νάσος Βρυνιώτης, Ο ιερός Ναός Αγίων Ταξιαρχών Μάραθου Αγράφων, Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την άλωση / Αθήνα Ε.Μ.Π. Σπουδαστήριο Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής
  • Παύλος Λαζαρίδης / Αρχαιολογικό Δελτίο 16 (1960): Χρονικά / Αθήνα 1962, Ο ίδιος, Αρχαιολογικό Δελτίο 23 (1968): Β.2 Χρονικά / εκδόσεις Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων - Αθήνα 1969
  • Κ. Τρίκκας, ονόματα καλλιτεχνών εκ’ μεταβυζαντινών επιγραφών ΕΕΒΣ, τομ Β’ (1925).
  • Νικόλαος Χ. Παπακώστας / Ηπειρωτικά / Αθήνα 1967
  • Δημήτρης Λουκόπουλος / Γεωργικά της Ρούμελης / εκδόσεις Δωδώνη 1983
  • Σταυρούλα Σδρόλια Αρχαιολογικό Δελτίο 39 (1984): Χρονικά / εκδόσεις Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων - Αθήνα 1984.
  • Μάρκος Α. Γκιόλιας / Συμβολή στην ιστορία του κοινωνικού και πολιτισμικού χώρου της Ευρυτανίας και των Αγράφων κατά τη Τουρκοκρατία / Αθήνα 1986.
  • Μαρία Συναρέλη / Δρόμοι και Λιμάνια στην Ελλάδα 1830 – 1880 / εκδόσεις πολιτιστικού τεχνολογικού ιδρύματος ΕΤΒΑ / Αθήνα 1989.
  • Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς / Ιστορικό Διάγραμμα των Δήμων της Ελλάδας 1833 – 1912 / Αθήνα 1994
  • Καλλιόπη Φλώρου / Αρχαιολογικό Δελτίο 50 (1995): Χρονικά Β’1 / εκδόσεις Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων - Αθήνα 1995.
  • Μάρκος Α. Γκιόλιας / Ιστορία της Ευρυτανίας στους νεώτερους χρόνους / εκδόσεις Πορεία Αθήνα 1999
  • Μάρκος Α. Γκιόλιας / Ιστορία των Αρχαίων Ευρυτάνων / εκδόσεις Πορεία Αθήνα 1999
  • Γεωργίου Κ. Χρυσικού / Το χωριό μου Μοναστηράκι Αγράφων Ευρυτανίας / Αθήνα 2000
  • Πύρρος Θώμος / Επικοινωνίες και μεταφορές στην Προβιομηχανική περίοδο / πρακτικά ΙΑ’ συμποσίου ιστορίας και τέχνης Μονεμβασιά 1998 / Έκδοση ΕΤΒΑ 2001

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Βασίλης Χαρίτος – Δημήτρης Παπαζυμούρης / Η ωραία Ελλάδα – Άγραφα / περιοδικό Motorrad τ.6 1984
  • Βασίλης Σπαντιδάκης – Θεόδωρος Γαζούλης / Άγραφα – Τυμφρηστός / περιοδικό ΜΟΤΟ τ.65 Μάιος 1991
  • Γιώργος Παπασπανόπουλος / Τρίτη και Καλύτερη – Άγραφα / περιοδικό Motosport τ.218 Φεβρουάριος 1997
  • Τάκης Ντάσιος / Άγραφα, χώρα των βουνών και των ανθρώπων / περιοδικό Ανεβαίνοντας τ.1 Άνοιξη 1998
  • Δημήτρης Παπαχρήστος / Η Ευρυτανία και η ενότητα του ορεινού χώρου / περιοδικό Οικοτοπία τ.13 Μαρτ – Απρ 1999
  • Λάζαρος Παμπέρης / Μια διαδρομή στην Πίνδο / περιοδικό Κορφές τ.136 Μάρτ – Απρ 1999
  • Ντίνος Μπομποτσιάρης / Ευρύτερη Ευρυτανία – Οικοτουριστικό πάρκο / περιοδικό Οικοτοπία τ.15 Ιουλ – Αυγ 1999
  • Μίλτος Ζέρβας / Άγραφα τα σκληρά βουνά / περιοδικό Ανεβαίνοντας τ.11 Σεπτ – Οκτ – Νοε 2000
  • Άγραφα / Συλλογική εργασία / Περιηγήσεις τ.76 - ένθετο στην Εφημερίδα Ημερησία 9 Απριλίου 2005

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Τάκη Ντάσιου / Άγραφα / ένθετο ‘’ταξίδια’’ εφημερίδα Βήμα 1/10/2000
  • Βλάση Αγτζίδη / Η Έλληνες της Ανατολής στη Επανάσταση / εφημ. Καθημερινή 25/3/04
  • Αντώνη Καρκαγιάννη / Η ευρωπαϊκή Επανάσταση του 1921 / εφημ. Καθημερινή 25/3/04

Περισσότερες πληροφορίες για τη ΔΡΟΣΟΠΗΓΗ και το ΝΥΜΦΑΙΟ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Νικολάου Αργ. Λούστα / Λαογραφική μελέτη Νιβεάστας – Νεβέσκας – Νυμφαίου Φλωρίνης / Θεσ/νίκη 1996
  • Νικολάου Ι. Μέρτζου / Συμβόλαια Νεβέσκης 1860 – 1910 / έκδοση Κοινότητα Νυμφαίου 1997
  • Μιχάλης Αθ. Χαρίσης / 1844 – 1994 Η ζωή και οι περιπέτειες στη Δροσοπηγή / Δροσοπηγή 2000
  • Κίτσος Γιαγγιώργος / Μπελκαμένη – εκατό χρόνια ζωή / εκδόσεις Διογένης / Αθήνα 2000
  • Αστέριος Ι. Κουκούδης / Οι μητροπόλεις και η διασπορά των Βλάχων / εκδόσεις Ζήτρος / Θεσσαλονίκη 2000
  • Nικολάου Ι. Μέρτζου / Αρμάνοι – Οι Βλάχοι / εκδόσεις Ρέκος / Θεσσαλονίκη 2001
  • Νικολάου Αργ. Λούστα / Η ιστορία του Νυμφαίου – Νεβέσκας Φλωρίνης / Θεσ/νίκη 2002
  • Λεύκωμα φωτογραφιών Νυμφαίου / έκδοση αστικού συνεταιρισμού γυναικών Νυμφαίου 1998

Β’         Αφιερώματα περιοδικών 

  • Ιούλιος Μ. Ευλαμπίου / Νυμφαίο / περιοδικό Cosmos τ.7 Δεκέμβριος 1994
  • Θοδωρής Αθανασιάδης / Νυμφαίο – Κλεισούρα / Περιοδικό Vita τ.5 Σεπτέμβριος 1997
  • Αλέξανδρος Τσαντούλας / Νυμφαίο / περιοδικό Ταξιδεύοντας τ.1 Δεκέμβριος 1997
  • Αναστασία Γκολιομύτη / Νυμφαίο / περιοδικό Οξυγόνο τ.7½ Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1998
  • Νικολάου Ι. Μέρτζου / Από τη Νεβέσκα στο χωροχρόνο / περιοδικό Νέα Οικολογία τ.160 Φεβ. 1998
  • Θοδωρής Αθανασιάδης / Πάσχα στο Νυμφαίο / Περιοδικό Vita τ.12 Απρίλιος 1998
  • Ντίνου Κιούση / Νυμφαίο / περιοδικό Μετρό Φεβρουάριος 2000
  • Θοδωρής Αθανασιάδης / Ξενώνες με άποψη / Περιοδικό Vita τ.44 Δεκέμβριος 2000
  • Κώστας Ζυρίνης / Νυμφαίο / περιοδικό ΓΕΩ τ.59 Μάιος 2001
  • Θοδωρής Αθανασιάδης / Σαμαρίνα – Νυμφαίο / Περιοδικό Vita τ.79 Νοέμβριος 2003
  • Αλέξανδρος Τσαντούλας / Φλώρινα / ένθετο Ταξιδιωτικοί Οδηγοί τ.16 εφημ. Ημερησία
  • Nίκος Σπανός / Νυμφαίο / ένθετο Action Zone τ.9 περιοδικό 0-300 Νοέμβριος 2004

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Συλλογικό / Φλώρινα – Βίτσι / ένθετο Περιηγήσεις τ.15 εφημ. Ημερησία 24/1/04
  • Ραχήλ Χάουαρντ / Καστοριά – Νυμφαίο / ένθετο ταξίδια Νο 24 εφημ. Βήμα 5/10/97
  • Έφη Χατζηιωαννίδου / Νυμφαίο / εφημ. Καθημερινή 19/10/99
  • ΤΗΛΕΦΟΣ / Tα νέα της Αννούλας της Κλεισούρας / εφημ. Καθημερινή 3/9/00
  • Ντίνου Κιούση / Νυμφαίο / εφημ. Καθημερινή ένθετο ταξιδεύοντας 4/11/01
  • ΤΗΛΕΦΟΣ / Το σπίτι των Χρυσικών / εφημ. Καθημερινή 16/4/02
  • Ντίνου Κιούση / Βέρνο / ετήσιος οδηγός της εφημ. Καθημερινή ε. 86ο, φ. 25381, 14/11/04
  • Μιχάλη Κωστάρα / Χορεύοντας με τις Αρκούδες / εφημ. Ελευθεροτυπία 24 – 25/12/04
  • Ντίνου Κιούση / Νυμφαίο / εφημ. Καθημερινή ένθετο ταξίδια 27/3/05

Περισσότερες πληροφορίες για το άρθρο ΚΕΦΑΛΟΧΩΡΙ – ΠΛΑΓΙΑ – ΧΡΥΣΗ – ΑΡΡΕΝΕΣ (Γράμμος 3ο & 4ο) αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Παναγιώτου Η. Πουλίτσα / Επιγραφαί και ενθυμήσεις εκ’ της Βορείου Ηπείρου / Ε.Ε.Β.Σ. έτος Ε’ 1928, 5 – 6.
  • Ανδρέας Στεφόπουλος / Παιδικά Παραδοσιακά Παιχνίδια από τη Χρυσή Καστοριάς / Ανάτυπο Μακεδονικών τομ. 12 / Θεσσαλονίκη 1972
  • Ανδρέας Στεφόπουλος / Το γλωσσάρι της Χρυσής Καστοριάς / Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών / Ανάτυπο ΙΗ Μακεδονικών / Θεσσαλονίκη 1978
  • Δημήτριος Ν. Τσίγκαλος / Τα Παλιοχώρια του Επταχωρίου / Β’ Συνέδριο Βοϊακής Εστίας - Πρακτικά / Βοϊακή Εστία Θεσσαλονίκης 1979
  • Ανδρέας Στεφόπουλος / Τροφές της Χρυσής Καστοριάς / Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων – δημοσιεύματα Λαογραφικού μουσείου, αρχείο αρ.3 / Γιάννινα 1981
  • Σπύρου Ι. Μαντά / Τα ηπειρώτικα γεφύρια / Τεχνικές εκδόσεις Αθήνα 1984
  • Αναστασία Γ. Τούρτα / Οι ναοί του Αγίου Νικολάου στη Βίτσα και του Αγίου Μηνά στο Μονοδέντρι - Αρχαιολογικό Δελτίο 44 / εκδόσεις Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων - Αθήνα 1991
  • Πρεσβ. Διονυσίου Τάτση / Γνωριμία με την Επαρχία Κονίτσης / Κόνιτσα 1993
  • F. Pouqueville / Ταξίδι στην Ελλάδα, Τα Ηπειρωτικά τόμος Α’ / Ε.Η.Μ. Γιάννινα 1994
  • Βασίλης Παπαγεωργίου – Αργύρης Πετρονώτης / Ο Πυρσογιαννίτης Πρωτομάστορας Ζιώγας Φρόντζος και τα έργα του / Ανάτυπο από το συλλογικό τόμο ‘’Η επαρχία Κόνιτσας στο Χώρο και το Χρόνο’’ / Δήμος Κόνιτσας 1996
  • Δημήτρης Καμαρούλιας / Τα μοναστήρια της Ηπείρου Α’ & Β’ / εκδόσεις Μπάστας – Πλέσσας Αθήνα 1996
  • Νιτσιάκου / Αράπογλου / Καρανάτση / Σύγχρονη Πολιτιστική Γεωγραφία Ν. Ιωαννίνων / έκδοση Νομαρχίας Ιωαννίνων 1998
  • Αγόρω Τσίου – Άλκης Ράφτης / Λούψικο Κόνιτσας / έκδοση διεθνούς οργάνωσης λαϊκής τέχνης – ελληνικό τμήμα και θέατρο ελληνικών χορών ‘’Δόρα Στράτου’’ Αθήνα 1999
  • Αστέριος Ι. Κουκούδης / Οι μητροπόλεις και η διασπορά των Βλάχων / εκδόσεις Ζήτρος / Θεσσαλονίκη 2000
  • Αργύρης Π. Π. Πετρονώτης / Ένας λίγο γνωστός Σταριτσιώτης πρωτομάστορας στη Ναυπακτία / Ανάτυπο από την έκδοση των πρακτικών του Β’ διεθνούς Ιστορικού και Αρχαιολογικού Συνεδρίου Αιτωλοακαρνανίας / Μάρτιος 2003
  • Χαρίλαος Γ. Γκούτος / Η επαρχία Κόνιτσας και η Μόλιστα επί τουρκοκρατίας / Αθήνα 2003
  • Ιωάννη Β. Τσάγκα / Κονιτσιώτικα – Ζερματινά Α’ / αυτοέκδοση Αθήνα 2004
  • Χαράλαμπου Ν. Ρεμπέλη / Κονιτσιώτικα / επανέκδοση του συλλόγου Ασημοχωριτών Αθηνών ‘’Η Πρόοδος’’ / Γιάννινα 2005

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Μάνος Πατέλαρος / Διάσχιση Πίνδου / περιοδικό ΜΟΤΟ τ.34 Οκτώβριος 1988
  • Ηλιάνα Ν. Φασούλη / Ο νερόμυλος του χωριού μου / περιοδικό Κόνιτσα τ. 92 Ιούνιος 2000
  • Θοδωρής Αθανασιάδης / Σαραντάπορος / περιοδικό ΓΕΩ τ. 239 13/11/04
  • Κώστας Β. Παπαδημητρίου – Κώστας Ζήνδρος / Το λημέρι των Μαστόρων / περιοδικό ΓΕΩ τ. 244 18/12/04
  • Χαράλαμπος Ν. Ρεμπέλης / Η Ιερά Μονή Ζέρμας (αναδημοσίευση από το Ηπειρωτικό Ημερολόγιο του 1911;)  Περιοδικό Κόνιτσα τ. 120 Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2005

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Σωτήρης Γοργογέτας / Οδοιπορικό στο Γράμμο και τα μαστοροχώρια / σειρά 19 άρθρων στην εφημερίδα ‘’Πρωινός Λόγος’’ Τρικάλων από 2/3/99 – έως 23/3/99

Περισσότερες πληροφορίες για τo ΠΟΛΥΦΩΝΙΚO ΤΡΑΓΟΥΔΙ & το ΠΩΓΩΝΙ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Μενέλαου Σ. Ζώτου / Το δημοτικό τραγούδι της Βορείου Ηπείρου / εκδόσεις Ιδρύματος Βορειοηπειρωτικών Ερευνών / Γιάννινα 1978
  • Χρήστος Μ. Μάτσιας / Πωγώνι – Δερόπολη – Ήθη – Έθιμα – Τραγούδια / εκδόσεις Δωδώνη / Γιάννινα 1988
  • Κώστας Λώλης / Μοιρολόι και σκάρος / έκδοση κέντρου μελέτης Ηπειρώτικης και Βαλκανικής μουσικής παράδοσης / Γιάννινα 2003

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Κωνσταντίνος Μάντζιος / Παράδοση ή παραδόσεις: η χρήση της πολιτισμικής διαφοράς. Πολυφωνικό τραγούδι / περιοδικό Άπειρος τ.3 Ιούλιος 2003
  • Κώστας Λώλης / Ισοκράτες και Ισοκράτημα / περιοδικό Άπειρος τ.3 Ιούλιος 2003
  • Βασίλης Νιτσιάκος / ‘’Βόρειος Ήπειρος’’ ο χώρος και οι άνθρωποι / περιοδικό Άπειρος τ.3 Ιούλιος 2003

ΗΠΕΙΡΟΣ (4204 λέξεις)

ΠΩΓΩΝΙ – ΤΟ ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ 

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Απρίλιος 2005

Ταξιδεύοντας με το Πολυφωνικό Τραγούδι

Η Ήπειρος, αν και δεν αποτελεί εξαίρεση από το παγκόσμιο φαινόμενο πολιτιστικής ομογενοποίησης, κατάφερε μέχρι τώρα να διατηρήσει ολοζώντανες τις μουσικές της παραδόσεις, και μέσα από αυτές, να συντηρήσει τα αυθεντικότερα στοιχεία της μουσικής παράδοσης του έθνους μας. Γενικότερα η Ήπειρος, και ένα τμήμα των Βαλκανίων αποτέλεσαν επί πολλά χρόνια μια ενιαία πολιτισμική ενότητα χαρακτηριστική για την ξεχωριστή μουσική της. Αυτή η μουσική προσελκύει το ενδιαφέρον των μελετητών και πέρα από το χώρο αυτό, γιατί ανακαλύπτουν σ’ αυτή βαθιές αρχαιοελληνικές και βυζαντινές μουσικές ρίζες που γεφυρώνουν το μακρινό παρελθόν, ενώνοντας μουσικά τους λαούς σήμερα.

Η παραδοσιακή μουσική γεννήθηκε σε συγκεκριμένες εθνολογικές ζώνες, σε λαούς και διαφορετικές κοινωνικές ομάδες εκφράζοντας την ιδιομορφία της ζωής τους. Και αλλού, ειδικότερα όμως στο Πωγώνι αναπτύχθηκαν εκτός των άλλων, ιδιαίτερα μουσικά ιδιώματα και ρυθμοί. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν εκεί γνήσιες φωνητικές και οργανικές λαϊκές φόρμες, που βρίσκουν την δύναμη της επιβίωσης και στα χρόνια του σύγχρονου πολιτισμού. 

Έχουμε ήδη αναφέρει (τ. ΣΤ’, 216), ότι η περιοχή είναι ένα πολιτιστικό σταυροδρόμι ανάμεσα από την Αλβανία και την Ήπειρο. Η μουσική παράδοση, ειδικότερα το πολυφωνικό τραγούδι, αν και ιδιαίτερο σαν είδος, εκφράζει ακριβώς αυτές τις διάφορες επιδράσεις που έχουν συμβεί στο χώρο και στο βάθος του χρόνου, αποτελώντας ακόμα ένα τεκμήριο γιαυτό.

Πέντε Διεθνείς Συναντήσεις Πολυφωνικού Τραγουδιού είχαν γίνει, πλούσιες σε σταθμούς, πάντα κοντά στην παραμεθόρια Ήπειρο και εκτός συνόρων όταν χρειαζόταν. Βόρειος Ήπειρος, με ή χωρίς εισαγωγικά, η ιχνηλασία του τραγουδιού δεν σταματά στα σύνορα, ούτε εμείς, που ακολουθούμε και παρακολουθούμε την έκτη. Κάθε βράδυ και άλλος τόπος, κάθε μέρα και άλλοι συνταξιδιώτες, άλλοι έρχονται γιατί μόλις το έμαθαν, άλλοι φεύγουν λόγω της, ήδη πολυήμερης απουσίας τους. Σε αυτή τη παρέλαση καλλίφωνων συγκροτημάτων και μεμονωμένων καλλιτεχνών όλοι έχουν μια θέση, ακόμα και οι επισκέπτες όπως εμείς. Οι εκδηλώσεις ξεκίνησαν την Πέμπτη 29 Ιουλίου ’04 από την Ιεροπηγή Καστοριάς, πέρασαν στην Αβδέλλα Γρεβενών την επόμενη μέρα, και από τη Δυτική Μακεδονία έφτασαν στην Ήπειρο με πρώτη στάση στην Αετομηλίτσα, το βράδυ του Σαββάτου 31/7/04. Μια γλυκιά έναστρη βραδιά που ξεδίπλωσε συγκινητικά, ενθουσιώδεις φωνές από την ξεχασμένη μέσα πατρίδα. Η σκληρή δουλειά και οι άοκνες προσπάθειες της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας ‘’Άπειρος’’ (Δωρική ονομασία της Ηπείρου), κατάφεραν να καθιερώσουν στα χρόνια που πέρασαν το διεθνές φεστιβάλ πολυφωνικού τραγουδιού. Μια κίνηση που γίνεται αισθητή κάθε χρόνο στα παραμελημένα παραμεθόρια χωριά της χώρας μας. Οι παρουσιάσεις των συγκροτημάτων από την Άνω Δερόπολη, τη Βουλγαρία, μαζί με τον δεξιοτέχνη Γιώργο Μακρή από την Αλιστράτη Σερρών με την γκάιντα του και τη Χαονία,ταξίδεψαν τους επισκέπτες αλλά και τους ντόπιους στα μονοπάτια της πολυφωνικής μουσικής μας παράδοσης. Τη συνέχεια ανέλαβε η κομπανία των αδελφών Χαλκιά από τη Βούρμπιανη που έδωσε έντονο τοπικό χρώμα. 

Η επομένη μέρα μας βρήκε όλους μαζί σε μια θαυμάσια τοποθεσία της Αετομηλίτσας που είχε επιλεγεί για την παρουσίαση των συγκροτημάτων, η ‘’Γκούρα’’ στα 1700 μ. υψ., μόλις 2 χλμ. από τον κεντρικό δρόμο. Γνωστή τοποθεσία, στο ίδιο μέρος γίνεται η ετήσια γιορτή της κτηνοτροφίας εκεί προς το τέλος Ιουλίου. Ο δρόμος σταματά πιο ψηλά, στη ‘’στάνη Λάμπρη’’, αφού διασχίσει απέραντα βοσκοτόπια. Από εκεί με μικρή πεζοπορία φτάνει κανείς στον παραμεθόριο Γράμμο. 

Παλλαϊκή θαρρείς η συνάντηση, όλοι οι ντόπιοι με τις οικογένειές τους, δεκάδες παιδιά ντυμένα με τις παραδοσιακές φορεσιές τους σε ένα πανηγύρι χορών και μουσικής. Πραγματικά σε κάτι τέτοιες εκδηλώσεις νοιώθεις αβίαστα ότι η αληθινή ιστορία των Ελλήνων και της Ελλάδας σφύζει απαραχάρακτη και απαράλλαχτη, στη ζωντανή παράδοση του λαού που εκφράζεται μέσα από το δημοτικό τραγούδι. Οι γυναίκες του ομώνυμου ομίλου από το Λούψικο Κόνιτσας (Κεφαλοχώρι), τραγούδησαν τα ομαδικά τους τραγούδια που μαρτυρούν την πολυφωνική τους καταγωγή, με την απαράμιλλη τέχνη, όπως εκείνες ξέρουν, ενθουσιάζοντας τους ακροατές.

Επίσης η ‘’Χαονία’’, ένα πολυφωνικό σύνολο που δημιουργήθηκε το 1996 από τους μαθητές του Μουσείου Λαϊκών Μουσικών Οργάνων, έσμιξε τις φωνές της στην απόδοση γνωστών τραγουδιών, όπου όλοι τραγουδούν μαζί. Εθισμένη η ακοή μας θαρρείς, τόσο από τα σύνολα όσο και από τις παραστάσεις ακολουθούμε το πολυφωνικό καραβάνι σαν υπνωτισμένοι. Σπάνια πια δίνεται η ευκαιρία να δει και να ακούσει ο ακροατής τόσο τέλεια συγχρονισμένες φωνές και μάλιστα στο φυσικό τους περιβάλλον που δεν είναι άλλος από τις πετρόχτιστες πλατείες και τις καταπράσινες εξοχές. Αυτά τα σύνολα δεν μπορούν να ειδωθούν χωριστά από το πλαίσιο που τα παράγει αλλά και από τα συμφραζόμενα που τους δίνουν νόημα, ούτε μπορούν να προσδιοριστούν μόνο με την στενή μουσικολογική προσέγγιση. Και κάτι που πρέπει να τονιστεί είναι ότι δεν έχουν σχέση με τις γνωστές, ανά την καλοκαιρινή Ελλάδα ‘’γιορτές’’ ή ‘’πολιτιστικές εκδηλώσεις’’, που έχει επιβάλει το σύγχρονο μάρκετινγκ (και οι επιδοτήσεις των δήμων από ‘’προγράμματα’’ της Ε.Ε.), σβαρνίζοντας και εξευτελίζοντας τον λαϊκό πολιτισμό.

Στο πλαίσιο της παράδοσης και του εθνικού πολιτισμού το πολυφωνικό κατέχει διπλό ρόλο, αφού είναι ταυτόχρονα κεντρικό αλλά και απομακρυσμένο από το ευρύ κοινό. Απομακρυσμένο γιατί η παρουσία του ελάχιστα ξεπερνά το τοπικό επίπεδο όπου και δημιουργείται. Στην τεράστια δισκογραφική παραγωγή της λεγόμενης δημοτικής μουσικής, το πολυφωνικό τραγούδι δεν καταλαμβάνει παρά ένα ελάχιστο κομμάτι, μετρώντας λιγότερες από 10 δισκογραφικές εκδόσεις έως το 1990. Οι περισσότερες μάλιστα από αυτές είναι ηχογραφήσεις που έγιναν είτε από λαογράφους για ερευνητικούς λόγους είτε από συλλόγους της διασποράς (στην Αμερική κυρίως). Και στις δύο περιπτώσεις το πολυφωνικό έμεινε  μακριά από το εμπορικό κύκλωμα που στήθηκε γύρω από την υπόλοιπη παραδοσιακή μουσική και οι συντελεστές του δεν έγιναν επαγγελματίες. Διατηρώντας δε, τον δυναμικό του εθνικό χαρακτήρα απέφυγε την τυποποίηση που επηρέασε αρχικά, κατέστρεψε αργότερα σε μεγάλο βαθμό την υπόλοιπη λαϊκή μουσική.

Το μεράκι, το πάθος και ο ενθουσιασμός, μας οδηγούν μέσα από μια μαγευτική διαδρομή στο ακριτικό Δελβινάκι, απ’ όπου θα ξεκινήσουν οι εκδηλώσεις στην ακριτική περιοχή του Πωγωνίου, που βρίσκεται στα όρια, στο ύστατο γεωπολιτικό σημείο της πατρίδας μας. Σαν απομακρυσμένη περιφέρεια η σημασία και ο ρόλος της διίστανται αφού είναι ταυτόχρονα, μακριά από την Αθήνα, το κέντρο των αποφάσεων, και κεντρικά όσον αφορά το φρόνημα και την ιδεολογική συνοχή του, κάτι που ενδιαφέρει ιδιαίτερα τη διοίκηση. Το Πωγώνι αποτελείται από δύο τμήματα. Το Κάτω Πωγώνι (Λάκα Πωγωνίου) και το Άνω που και αυτό είναι χωρισμένο σε ανατολικό και δυτικό, με κέντρο το Δελβινάκι.

Το Δυτικό Άνω Πωγώνι περιλαμβάνει τα χωριά, Ξηρόβαλτος, Ορεινό, Αργυροχώρι, Χρυσόδουλη, Μαυρόπουλο, Ζάβροχο, Νεοχώρι, Κτίσματα, Τεριάκι, Σταυροδρόμι, Φαράγγι, Ποντικάτες, Πωγωνιανή, Σταυροσκιάδι, Δρυμάδες, Δολό. Το Κάτω Πωγώνι (Λάκα Πωγωνίου), περιλαμβάνει τα χωριά, Κεράσοβο, Περιστέρι, Στρατίνιστα, Ψηλόκαστρο, Δημοκόρη, Άνω Λάβδανη, Κάτω Λάβδανη, Αγία Μαρίνα, Χαραυγή, Καστάνιανη πλέον (Καστανή). 

Ολόκληρη η περιοχή(1) Δελβινακίου είναι γεμάτη μνημεία και όμορφα χωριά σε έναν κατάφυτο τόπο που εμπνέει για πολυήμερη γνωριμία. Μέσα στην πρωτεύουσα του ομώνυμου Δήμου βρίσκονται, η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου (1620), με αξιόλογες τοιχογραφίες οι οποίες ανακαλύφθηκαν πρόσφατα και χρονολογούνται από το 1646, το παρθεναγωγείο - αρρεναγωγείο χτισμένα το 1874, και ο ναός του Αγίου Αθανασίου (1790). Στον απέναντι λόφο με την εκπληκτική θέα στο Δελβινάκι και τους γύρω λόφους, υπάρχουν ερείπια  αρχαίας ακρόπολης και το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννου. Στην πλατεία θα αντικρίσετε το εντυπωσιακό ρολόι, τον δημοτικό ξενώνα και αρκετά καταστήματα. Κάθε καλοκαίρι, γίνονται σε όλα τα χωριά δεκάδες πολιτιστικά δρώμενα τοπικού χαρακτήρα ενώ το πρώτο δεκαήμερο του Αυγούστου πραγματοποιείται παρουσίαση πολυφωνικών συγκροτημάτων από την Ελλάδα αλλά και από γειτονικές χώρες. Είναι θαυμάσια εμπειρία η συμμετοχή σε αυτές τις εκδηλώσεις και σας συστήνουμε ανεπιφύλακτα να προγραμματίσετε την επίσκεψή σας ακόμα και το αυτό το καλοκαίρι που διανύουμε. 

Νωρίς το πρωί αναχώρησε όλη η παρέα προς το ακριτικό ελληνικό φυλάκιο των Δρυμάδων, απ’ όπου θα ξεκινήσει η παρουσίαση των πολυφωνικών στο μικρό ή ξεκομμένο Πωγώνι, ένα μικρό γεωγραφικά κομμάτι που  βρίσκεται στη σημερινή Αλβανία και περιλαμβάνει τα ελληνικά χωριά, Σωπική, Σχωριάδες, Πολύτσανη, Σέλτσι, Χλωμό, Τσάτιστα, Οψάδα (δεν υπάρχει πια), και Μαυρόγερο (τέλη 2000 έφυγε για την Ελλάδα και η τελευταία από τις 35 οικογένειες). Προορισμός μας τα χωριά Σωπική και Πολύτσανη. Η διαδρομή από το Δελβινάκι διασχίζει το πολύ όμορφο τοπίο περνά από την Πωγωνιανή φτάνοντας στη συνοριακή γραμμή των Δρυμάδων. Εκεί είναι το πάρκινγκ του στρατοπέδου όπου αφήνουμε τα αυτοκίνητα και τις μοτοσυκλέτες, αφού δεν υπάρχει δυνατότητα εισόδου με όχημα στην Αλβανική πλευρά. 

Ο έλεγχος διαβατηρίων από τους Έλληνες φαντάρους διεκπεραιώνεται σύντομα, και με τα πόδια πλέον (το φορτηγό που περιμέναμε στο αλβανικό φυλάκιο δεν ήρθε), ξεκινάμε να καλύψουμε την απόσταση των τεσσάρων χλμ. που μας χωρίζουν από τη Σωπική. Η πρόσχαρη συντροφιά, καταγράφει τις πρώτες ‘’πεζοπορικές διαδρομές’’ σε Αλβανικό έδαφος από τον στενό αγροτικό δρόμο που συνδέει τα χωριά· με το ζόρι χωρά ένα αυτοκίνητο, που κι’ αυτό δεν το είδαμε ποτέ. Γενικά το ορεινό οδικό ‘’δίκτυο’’ δεν είναι από αυτά που γνωρίζουμε στην Ελλάδα. Στο μικρό ολοπέτρινο χωριό μας υποδέχονται οι αλβανοί φίλοι της ‘’Χαονίας’’ και σε χρόνο ρεκόρ στήνεται το μεσημεριανό γλέντι.

Πολύ όμορφη και μεγάλη η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου με το εξαιρετικό ξυλόγλυπτο τέμπλο. Ο επίτροπος της εκκλησίας κ. Αλέξανδρος Κώττης μας είπε την ιστορία για τη δημιουργία του τέμπλου…‘’φτιάχτηκε με υπομονή  από Κονιτσιώτη μάστορα (πιθανά από το Τούρνοβο, σημερινό Γοργοπόταμο), που για βοηθό είχε τον γιο του. Ο  μάστορας, μετά από 36 τόσα χρόνια δουλειάς αρρώστησε βαριά και πέθανε. Ο γιος του ήταν αυτός που ολοκλήρωσε το τέμπλο μετά από κάμποσα χρόνια [δεν θυμόταν πόσα]. Εκεί σταμάτησε τη διήγηση. Εμείς βέβαια είχαμε μείνει αποσβολωμένοι να κοιτούμε αυτή τη μοναδική δημιουργία, που πραγματικά ξεπερνάει σε τέχνη και λεπτομέρειες ό,τι έχουμε δει έως σήμερα.

Αργότερα ήρθε το φορτηγό, και φτάσαμε αισίως στο παλιό κεφαλοχώρι Πολύτσανη, όπου η ‘’Χαονία’’ τραγούδησε με την συνοδεία ενός Πολυτσανίτη γέροντα. Οι παλιές πετρόχτιστες οικοδομές με τις λιθανάγλυφες επιγραφές και τους σταυρούς, λαξεμένες από τα μαστορικά μπουλούκια στα τέλη του 19ου αι., θυμίζουν έντονα το ελληνικό στοιχείο που διέπρεψε σ’ αυτά τα μέρη. Τα τρία χωριά που περάσαμε, δείχνουν πως ήταν χτισμένα τα χωριά σε ολόκληρη την Ήπειρο, κάποτε. Η αλήθεια είναι ότι εδώ, δεν έφτασε ποτέ η ‘’τουριστική’’ ανάπτυξη παρά μόνο η ανέχεια και οι μύθοι για ένα καλύτερο αύριο (όπως τα δικά μας δλδ.). 

Αυτό το καθ’ όλα γοητευτικό γύρισμα του χρόνου προς τα πίσω, και η γνωριμία με τα άγνωστα σε μας τοπία έπρεπε να συντομεύσει γιατί σουρούπωνε. Ειδικά όμως για την Σωπική, τους Σχωριάδες και την Πολύτσανη θα επανέλθουμε με πλήρη παρουσίαση. Γυρίσαμε με το φορτηγό, μέσω Σωπικής στο φυλάκιο των Δρυμάδων για να φτάσουμε βράδυ πια στο Δολό, όπου στήθηκαν τα μηχανήματα στην αμφιθεατρική πλατεία του Αγίου Νικολάου (1812). Η φιλοξενία και το Ηπειρώτικο μερακλίδικο γλέντι είναι έξω από συνηθισμένα σε αυτές τις μικρές παραδοσιακές κοινωνίες. Η διαχρονικότητα της μουσικής και ιδιαίτερα του πολυφωνικού τραγουδιού παρουσιάζεται εδώ πιο έντονη απ’ οπουδήποτε αλλού. 

Το δημοτικό τραγούδι στο Πωγώνι, τη Δερόπολη και στις άλλες περιοχής της Βορείου Ηπείρου παρουσιάζει δύο αξιοπρόσεκτα στοιχεία, την πολυφωνική αντίληψη και τη μουσική περιγραφή του περιβάλλοντος, στοιχεία, που αποτελούν βασικούς παράγοντες της μουσικής τέχνης και επιστήμης.  Πάνω απ’ όλα όμως είναι πολυφωνική. Δηλαδή περιέχει στοιχεία του λεγόμενου οριζόντιου μουσικού συστήματος, σύμφωνα με το οποίο, δύο ή περισσότερες φωνές, αποτελούν ανεξάρτητα ηχητικά σύνολα, που στην πορεία τους δημιουργούν κάθετες ηχητικές ‘’στήλες’’ και μας δίνουν έτσι την αρμονική αντίληψη. Αντίθετα, τα τραγούδια της μέσης και βορείου Αλβανίας, είναι αποκλειστικά μονοφωνικά, χωρίς να συναντιέται μέσα σε αυτά η αρμονική αντίληψη.

Η εκτέλεση των πολυφωνικών τραγουδιών γίνεται από ομάδα αντρών ή γυναικών ή μικτή και χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων. Η ομάδα των τραγουδιστών συγκροτείται από τον παρτή, τον γυριστή ή τσακιστή ή κλώστη και τους ισοκράτες. Ο παρτής παίρνει, δηλαδή αρχίζει το τραγούδι, ο γυριστής το γυρίζει ή το τσακίζει και οι ισοκράτες, που μπορεί να είναι περισσότεροι από δύο, κρατούν το ίσο και γεμίζουν το τραγούδι. Την κύρια μελωδία την τραγουδάει ο παρτής, ενώ ο τσακιστής και οι ισοκράτες μπαίνουν στο τραγούδι μετά από τον πρώτο στίχο. Στο σύνολό της η πολυφωνική μελωδία πλέκεται με τα λυγερά και παιχνιδιάρικα γυρίσματά της και παίρνει έτσι το δικό της ιδιόμορφο ύφος, τέτοιο που όμοιό του δεν συναντιέται πουθενά αλλού στον καθαρά Αλβανικό χώρο (Ζώτος, 12). 

Τη σχέση και την πιθανή συγγένεια του βορειοηπειρωτικού τραγουδιού, με εκείνο του ελληνικού χώρου της Ηπείρου θα την αναζητήσουμε στους γενικότερους εθνικούς και πολιτιστικούς δεσμούς, που ενώνουν τη βόρεια Ήπειρο με την Ελλάδα. Με τον όρο ‘’Βόρειος Ήπειρος’’, εννοούμε σήμερα την περιοχή, που παρά την αναμφισβήτητη ελληνικότητά της παραμένει έξω από τα όρια του ελληνικού κράτους. Η Ήπειρος, που ο Αριστοτέλης την ονομάζει(2)’η Ελλάς η αρχαία’’ από τα πανάρχαια χρόνια ήταν ιστορικά, εθνολογικά και γεωγραφικά ενιαία. 

Ο διαχωρισμός της σε Βόρειο και Νότιο είναι καθαρά τεχνικό κατασκεύασμα της ξένης διπλωματίας, που έγινε στις αρχές του περασμένου αιώνα, με την παραχώρηση του βορείου τμήματος στο αλβανικό κράτος. Εθνολογικά η βόρειος Ήπειρος ορίζεται μεταξύ του Γενούσου ποταμού και της σημερινής, οροθετικής γραμμής Ελλάδας – Αλβανίας. Ιστορικά ακολούθησε τη μοίρα του ελληνισμού, που της προσδίδει την εθνική καταγωγή και την πολιτιστική της φυσιογνωμία. Η ζωή της, ακτινοβολεί όλα εκείνα τα στοιχεία που απαρτίζουν και συγκροτούν τον χαρακτήρα της. Τα ήθη και τα έθιμα, οι θρύλοι και οι παραδόσεις, τα τραγούδια και οι χοροί, η λαϊκή τέχνη και οι ενδυμασίες, η ψυχή και το φρόνημα επισφραγίζουν την ελληνικότητα των κατοίκων της. Έτσι λοιπόν και το βορειοηπειρωτικό τραγούδι τοποθετείται στο φυσικό του, ελληνικό πολιτιστικό του χώρο, σαν ένα ιδιότυπο είδος ελληνικού δημοτικού τραγουδιού, που δεν μοιάζει απόλυτα με κανένα άλλο. Είναι όμως ελληνικό όπως είναι τα κυπριακά, τα ποντιακά, τα κρητικά και τόσα άλλα ξεχωριστά είδη της εθνικής μας δημοτικής μουσικής.

Η θέση αυτή προσδιορίζεται ακόμη, με την ανημίτονη πεντατονική κλίμακα, κοινό γνώρισμα(3) της αρχαίας, δώριας ελληνικής μουσικής και του σημερινού πολυφωνικού τραγουδιού, με μερικά στοιχεία που μοιάζουν μεταξύ της βυζαντινής μουσικής και του βορειοηπειρωτικού τραγουδιού, και τέλος οι ομοιότητες αυτών των τραγουδιών με εκείνα των άλλων περιοχών της Ηπείρου. Σήμερα το πολυφωνικό τραγούδι, εκτός από τις περιοχές της Βορείου Ηπείρου, τραγουδιέται και σε ένα γειτονικό τμήμα της, την επαρχία Πωγωνίου και σε μερικά χωριά των επαρχιών Κόνιτσας, Φιλιατών, και το βλαχόφωνο σε ορισμένα χωριά των Γρεβενών, της Καστοριάς και της Βέροιας. Οι ανώνυμοι λαϊκοί δημιουργοί του, ήταν οι εκφραστές των κοινών αισθημάτων και στοχασμών της κοινωνικής ομάδας, στην οποία ζούσαν. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση που έδωσε στον Γάλλο μελετητή Claude Fauriel, κάποιος Έλληνας χωρικός, όταν τον ρώτησε γιατί τραγουδάει τα γεγονότα. Η απάντηση ήταν απλή, αλλά τόσο φιλοσοφημένη: ‘’….καθώς δεν ξέρω να διαβάζω, ούτε να γράφω, για να μην ξεχάσω αυτή την ιστορία την έκανα τραγούδι…’’, (Γ. Ι. Βελλάς περ. Κόνιτσα τ.120, 43).

Το υγρό κλίμα, η πλούσια βλάστηση και τα πεντακάθαρα νερά των ποταμών συνθέτουν ένα πανέμορφο τοπίο γύρω από το γαλήνιο Δολό τα γύρω υψώματα, το φαράγγι του Κουβαρά με τον διατηρημένο νερόμυλο, το γεφύρι της Νονούλως(4) και την Πωγωνιανή (Βοστίνα). Σε κάθε γωνιά, σε κάθε σπίτι σε όσα χωριά περάσαμε υπάρχουν όμορφοι κήποι με εντυπωσιακά λουλούδια και περιποιημένες πεντακάθαρες αυλές. Ένα πλήθος οικοσυστημάτων περιτριγυρίζουν τον τόπο συνθέτοντας μαζί με τα πουλιά και τα ζώα ένα πολύτιμο δίκτυο περιοχών που θα έπρεπε να προστατεύεται. Στην Πωγωνιανή να δείτε την συλλογή του λαογραφικού μουσείου Πωγωνίου – Δερόπολης, την κεντρική εκκλησία του Αγίου Νικολάου (1873), το όμορφο ‘’Κέντρο παιδικής μέριμνας Αρρένων Πωγωνιανής’’, και όλα τα πετρόχτιστα κτήρια – καταστήματα της κεντρικής πλατείας.

Στο χωριό λειτουργεί το καφενεδάκι του Βαγγέλη Γκριμότση για στάση και ανασύνταξη της παρέας. Στο ακριτικό παλιό κεφαλοχώρι λειτουργεί το κέντρο επαγγελματικής εκπαίδευσης του Ιδρύματος Αποκατάστασης ομογενών από την Αλβανία, το οποίο ίδρυσε και φροντίζει για τη λειτουργία του ο όμιλος επιχειρήσεων Λάτση. Από εδώ αποφοιτούν με ειδικότητες που θα τους βοηθήσουν στην επαγγελματική αποκατάστασή τους, παιδιά βορειοηπειρωτών. 

Λίγο πιο μακριά είναι τα Κτίσματα, η Χαραυγή και η Καστάνιανη, τρία πανέμορφα χωριά εκ των οποίων το τελευταίο, διαθέτει ένα μοναδικό στην περιοχή μουσείο φυσικής ιστορίας, ανοιχτό καθημερινά. Αν είστε τυχεροί και είναι εκεί ο δάσκαλος Ευάγγελος Πριώνης, θα σας κάνει μια αξέχαστη ξενάγηση στα εκθέματα, και στην λαογραφία του τόπου. Τοποθετημένα ευλαβικά σε μια γυάλινη προθήκη του μουσείου, υπάρχουν το βιολί και το κλαρίνο του Περικλή Χαλκιά - ‘’Μέγα τέκνο της Καστάνιανης’’ - και πατέρα του Δελβινακιώτη Πετρο - λούκα Χαλκιά.

Στα Κτίσματα (Αρίνιστα) Πωγωνίου, εκεί που διδάχτηκε σε ορισμένα μέλη του συγκροτήματος ΤΕΡΙΡΕΜ(5) το πολυφωνικό(6) τραγούδι, έγινε την Τρίτη 3 Αυγούστου ’04, η επίσημη έναρξη της έκτης διεθνούς συνάντησης πολυφωνικού τραγουδιού, που εξελίχθηκε σε μια σπάνια σύναξη φωνών, λαών και γλωσσών. Η εκδήλωση είχε προετοιμαστεί προσεκτικά, στην κεντρική πλατεία εμπρός από την παλιά εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου. Πλήθος κόσμου από τα γύρω χωριά και οι επίσημοι του τόπου ήρθαν να παρακολουθήσουν.

Τη συνάντηση άνοιξε το σύνολο από τα Κτίσματα. Η Αλβανική πλευρά εκπροσωπήθηκε με το σχήμα Elena Gjika από Πρεμετή, που είναι από τους γνωστότερους ερμηνευτές του αλβανικού, τόσκικου πολυφωνικού τραγουδιού. Από Δερβιτσάνη ήρθε ο γυναικείος ομώνυμος όμιλος που απαρτίζεται από μέλη της οικογένειας Δέδε που τα τελευταία χρόνια ζουν στην Αθήνα. Συνεχίστηκε με το φωνητικό σύνολο Vay Doudouley, των τεσσάρων γυναικών από τη Βουλγαρία με καταγωγή από την περιοχή της Φιλιππούπολης, κυρίως από το χωριό Μάρκοβο. Το σύνολο έχει εμφανιστεί σε πολλές χώρες και έχει επανειλημμένα δισκογραφήσει. Η συμμετοχή του δεξιοτέχνη της γκάιντας Γιώργου Μακρή από την Αλιστράτη Σερρών, σόλο ή σε συνδυασμό με το σχήμα από τη Βουλγαρία, έδωσε στους ακροατές, όπου εμφανίστηκαν μια φανταστική μουσική εμπειρία. Την εκδήλωση μετά από ώρες έκλεισε το μουσικοχορευτικό συγκρότημα Asteria του ομώνυμου πολιτιστικού συλλόγου του χωριού Sternatia, της περιοχής Grecia Salentina της Κάτω Ιταλίας.  

Το ταξίδι συνεχίστηκε για αρκετές μέρες….Κεράσοβο….Παρακάλαμος…. Αετόπετρα….Μαργαρίτι, φτάνοντας μέχρι την Κάτω Ιταλία στα χωριά της Καλαβρίας. Κάθε βράδυ και ένα νέο άκουσμα, κάθε μέρα και ένας καινούργιος τόπος, όλοι με μια κοινή συνιστώσα, το πολυφωνικό τραγούδι. 

Όσοι ξεκινήσουν μαζί με την ‘’Άπειρο’’, τη ‘’Χαονία’’, και όλα τα άλλα σχήματα αυτή την αναζήτηση ήχων και εικόνων να γνωρίζουν ότι είναι κάτι συλλογικό και σαν τέτοιο είναι μοναδικό και ανεκτίμητο. Μια σπάνια συνάντηση σε τόπους όπου το θαύμα συντελείται ακόμη, εκεί που πραγματικά η Ελλάδα ανασαίνει, ονειρεύεται και τραγουδά.

Σημειώσεις:

(1)Εκτενέστερη παρουσίαση της περιοχής και των διαδρομών θα γίνει σε επόμενο αφιέρωμα, περιληπτικά δες ταξίδια τ. Α’, 166 -  172.

(2)Αριστοτέλη, Μετεωρολογικά, Α – 14, 21, 22.

(3)  Η πεντατονική κλίμακα, ένα είδος μουσικής τεχνοτροπίας, ανθούσε στην αρχαία Ελλάδα. Αυτή διατηρήθηκε μέχρι και τους ρωμαϊκούς χρόνους, οπότε σημειώνεται ένας σημαντικός διαχωρισμός σε δύο μεγάλα ρεύματα. Το δυτικό ρεύμα, που η λατινική εκκλησιά, το εξελίσσει σε κολοσσό και το ανατολικό, που με την επίδραση της Ορθοδοξίας παραμένει πρωτόγονο. Έτσι η βυζαντινή εποχή εξαφανίζει από όλη την Ελλάδα τη χρήση της πεντατονικής κλίμακας, με μόνη εξαίρεση την περιοχή της Βορείου Ηπείρου (Ζώτος 21).  Για το πώς διατηρήθηκε μέχρι σήμερα δες Ζώτο, 22, 23 και Σπ. Περιστέρη, Δημοτικά τραγούδια Δροπόλεως, 105.

(4)Η παράδοση αναφέρει για τη Νονούλω ότι δουλειά της ήταν να μαζεύει καυσόξυλα από την γενέτειρά της το Δολό και να τα πουλάει απέναντι στην Πωγωνιανή. Για να πάει όμως εκεί έπρεπε να περάσει το ποτάμι. Όσο ήταν καλοκαίρι δεν υπήρχε πρόβλημα, τον χειμώνα όμως που γέμιζε νερό και φούσκωνε ήταν κάτι παραπάνω από επικίνδυνο το πέρασμα. Άλλη λύση δεν υπήρχε από την κατασκευή αυτού του μικρού γεφυριού. Έδωσε λοιπόν χρήματα στους μαστόρους από αυτά που μάζευε, το γεφύρι έγινε και πήρε το όνομά της.

(5) Το ‘’ΤΕΡΙΡΕΜ’’ ξεκίνησε από τα Γιάννινα γύρω στο 1990, σε συνεργασία με το ΘΕΗ (Θεατρικό εργαστήρι Ηπείρου), λαμβάνοντας μέρος σε πολιτιστικές εκδηλώσεις, συναυλίες κ.ά. Ορισμένα μέλη του διδάσκονται το πολυφωνικό τραγούδι στα Κτίσματα Πωγωνίου από δασκάλους παραδοσιακής μουσικής. Μέλη του ήταν: Φώτης Καραβιώτης (κλαρίνο , φλογέρα), Κώστας Κωσταγιώργος (βιολί), Μιχάλης Μπέλλος (λαούτο), Πέτρος Μόκκας (κλαρίνο), Αντώνης Τζιάσιος (ντέφι), Χρήστος Τζιτζιμίκας (τραγούδι), και δύο τακτικοί συνεργάτες: ο Γιώργος Κωτσίνης (κλαρίνο, φλογέρα), και ο Θοδωρής Βαγενάς (τουμπερλέκι). Δυστυχώς για τη μουσική μας παράδοση το 1992, διαλύθηκε οριστικά. Πριν την διάλυση έχει χάσει για πάντα τον ακριβό φίλο και συνεργάτη Μιχάλη Μπέλλο (από τον δίσκο Ζαγορίσια και Γιαννιώτικα, 17, εκδόσεις ίαμβος).

(6)Εκάστη ομάς τραγουδιστών πρέπει να περιλαμβάνει το ολιγώτερον τέσσαρα μέλη, άλλως ‘’τραγούδι δεν γίνεται’’. Συνήθως όμως αύτη απαρτίζεται εκ πέντε, ενίοτε από εξ επτά και περισσότερους ακόμη αοιδούς. Η σύνθεσις αύτη εξαρτάται από την συντροφιάν, η οποίαν ήθελε τύχει εις ένα γάμον ή εις άλλην εορταστικήν διασκέδασιν. Σημειωτέον έτι ότι οι τραγουδισταί έχουν και ειδικά ονόματα, αναλόγως της μουσικής συμβολής ενός εκάστου· περί του θέματος όμως τούτου συζητούμε κατωτέρω. Όταν η ομάς των τραγουδιστών αποτελείται μόνον από τεσσάρων μελών, ο είς εξ αυτών είναι ο κορυφαίος, ο οποίος τραγουδεί την κυρίως μελωδίαν του άσματος και λέγεται παρτής ή πάρτης ή και σηκωτής, διότι, αυτός παίρνει το τραγούδι, δηλαδή αρχίζει την μελωδίαν του. Η ομάς των αοιδών τούτων εξ όσων δήποτε μελών και αν αποτελείται περιλαμβάνει ένα μόνον πάρτην. Ο δεύτερος τραγουδιστής καλείται γυριστής, διότι γυρίζει το τραγούδι, ή, όπως λέγουν οι ίδιοι, το τσακίζει. Οι άλλοι δύο της ομάδος λέγονται ισοκράται, διότι κρατούν το ίσον. Η σύστασις αυτή της ομάδος δύναται να μεταβληθεί μόνον ως προς τον γυριστήν, καθ’ όσον εις την θέσιν αυτού τοποθετείται άλλος τραγουδιστής, όστις λέγεται κλώστης. ‘’Ένας από την ομάδα μας το παίρνει, ένας άλλος το γυρίζει ή το κλώθει, και οι άλλοι της παρέας κρατούν το ίσον’’. Έτσι λέγεται κλώστης, διότι το κλώθει το τραγούδι. Όταν η ομάς απαρτίζεται εκ περισσοτέρων των τεσσάρων τραγουδιστών, τότε αυξάνονται μόνον οι θέσεις των ισοκρατών, αι άλλαι δε φωναί παραμένουν πάντοτε σταθεραί. Επίσης σπανίως συνυπάρχουν εις την ομάδα ο γυριστής και ο κλώστης· η ύπαρξις του ενός αποκλείει τον έτερον. (Απόσπασμα από το άρθρο του Σπυρίδωνος Δ. Περιστέρη ‘’Δημοτικά τραγούδια Δροπόλεως Βορείου Ηπείρου’’. Ανάτυπο από την επετηρίδα του Λαογραφικού Αρχείου, τομ 9 και 10 Αθήνα 1958). Από τον δίσκο ‘’Ηπειρώτικα 1926 – 1950’’ των φίλων του μουσικού λαογραφικού αρχείου, Αφοι Φαληρέα – ΑΦ 401 Lyra 1993, που περιέχει το επιτραπέζιο πολυφωνικό ‘’στης Δερόπολης τον κάμπο’’ (3:18), με τον Τάσο Χαλκιά. 

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Για τους ανυπόμονους υπάρχει η μουσική σκηνή Άλλη Όχθη, Αρτέμωνος 9 στον Νέο Κόσμο 2109270628, 3310919 www.a-o.gr που μπορείτε να πάρετε μια ιδέα για τα πολυφωνικά και τις μουσικές του κόσμου. Οι συναντήσεις πολυφωνικού τραγουδιού γίνονται κάθε χρόνο, όμως ακολουθούν διαφορετική πορεία και πιθανά αφορούν διαφορετικά χωριά. Επειδή σίγουρα περνούν από το Πωγώνι, στις Πρακτικές Πληροφορίες θα αναφερθεί ότι έχει σχέση με το Δελβινάκι και τη γύρω περιοχή. Πληροφορίες για τις επόμενες συναντήσεις πολυφωνικού τραγουδιού, από που θα ξεκινήσουν και που θα καταλήξουν δίνει ο οργανωτής και διευθυντής του μη κερδοσκοπικού σωματείου ‘’Άπειρος’’ Αλέξανδρος Λαμπρίδης στα 2103310919, 6945338676 e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. και στο www.polyphonic.gr

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 26570

ΔΙΑΜΟΝΗ: Δελβινάκι Δημοτικός ξενώνας – Πανωραία Παπαδοπούλου 22606, Ξενώνας Δελβινακίου – Δωρεά Ν. Μούτσιου 22070, ξενώνας ‘’Παιώνια’’ Μενέλαος Βίλλης 22007, Βήσσανη ‘’Αρετή’’ 71208, Κτίσματα ‘’Πωγώνι’’ Μήτσης Δημήτριος 51122, Πωγωνιανή Δολό: Χριστόφορος Κωσταράς 31396.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Από δάση, ξωκλήσια και νερόμυλους άλλο τίποτα. Όμως η παρέα θα είναι μεγάλη αφού πολλοί επισκέπτες κατασκηνώνουν όπου γίνεται η συνάντηση οπότε σε κάθε περίπτωση ρωτήστε. Μην αφήσετε σκουπίδια.

ΦΑΓΗΤΟ: Ταβέρνες – ψησταριές στα Κτίσματα 51122, στο Δελβινάκι 22606, καφενείο στην Πωγωνιανή Βαγγέλης Γκριμότσης 31352, καφενείο στην Καστάνιανη Παπαγιάννης Δημήτριος 51551, κοινοτικό καφενείο στο Δολό 31048. Επίσης στον ξενώνα στο Δολό σε όλη την καλοκαιρινή περίοδο σερβίρονται ντόπια εδέσματα, αλλά και καφές στην αυλή, Χριστόφορος Κωσταράς 31396.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Δελβινακίου 22041, Κοινότητα Πωγωνιανής 31227, Συνοριοφύλακες (Αστυνομία), 31086, Κέντρο Υγείας Δελβινακίου 22222.

ΧΡΗΣΙΜΑ: Δείτε τη 2η συνάντηση πολυφωνικού τραγουδιού
www.i-m-patron.gr/news2/polyphonic.html την 4η www.polyphonic.gr/4glavas.htmτην 5η www.tsamantas.com/news/2003/july/polyphonic και την 6η  www.polyphonic.gr/6programme.htm
Δημοτική πινακοθήκη Δελβινακίου 22204, Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Καστάνιανης 51551, Λαογραφικό Μουσείο Πωγωνιανής 31583.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Στην Κόνιτσα όλες οι εταιρείες, Καλπάκι BP, SHEL, Κεφαλόβρυσο ΑVIN, Παρακάλαμος BP, Μάζι ΑVIN, επίσης στο Χάνι Δελβινάκι.

ΧΑΡΤΕΣ: Ο δήμος Δελβινακίου έχει αναλυτικό χάρτη της περιοχής Πωγωνίου τον οποίο διανέμει δωρεάν, 22041.

ΒΙΒΛΙΑ - ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ: Δείτε τμήμα από την ελληνική δισκογραφία
www.i-m-patron.gr/news2/polyphonic_02.html και στο www.polyphonic.gr/diskogragia.htm για την ξένη δείτε στο www.polyphonic.gr/diskogragiaINTER.htm Πολυφωνικά τραγούδια Α’, Ζωντανή ηχογράφηση της ‘’Μεγάλης Συναυλίας Πολυφωνικού Τραγουδιού που οργάνωσε η ‘’Άπειρος’’ στα πλαίσια του Διεθνούς φεστιβάλ στις 14 Απριλίου 2000 στο Παλλάς.  Πολυφωνικά τραγούδια Β’ – Παλλάς 2001, Φωνές της Πέτρας Γ’ επιλογή από τις μεγάλες συναυλίες πολυφωνικού τραγουδιού  2002 – 2004 με βιβλιογραφία και δισκογραφία. Και τα τρία CD τα διαθέτει η Άπειρος 2103310919. Λούψικο Κόνιτσας τραγούδια και χοροί του Γάμου σε ένα χωριό της Κόνιτσας, Διεθνής Οργάνωση Λαϊκής τέχνης 2103246188. Συμπληρωματικά ακούστε τα: Α) ‘’τραγούδια και σκοποί από τους Χουλιαράδες της Ηπείρου’’ μια έκδοση του Μουσικού λαογραφικού αρχείου της Μέλπως Μερλιέ, θα το βρείτε στη λέσχη του δίσκου 2103631819, Β) η Ζυγιά του Περικλή ‘’τα Περικλούτσια’’ από τις εκδόσεις Μίλητος 2106109610, το CD περιλαμβάνεται στην έκδοση ‘’τα Άνω Ραβένια….’’, Γ) ‘’Ηπειρώτες Πρωτομάστορες’’ μια έκδοση των αδελφών Φαληρέα 2106400255, διανομή 2109938888, Δ) τραγούδια του παραδοσιακού Γάμου της Σκλίβανης Ξηροβουνίου,μαζί με το βιβλίο θα το βρείτε στην αδελφότητα Σκλιβανιτών Ιωαννίνων, πρόεδρος Ανδρέας Μπούρας 2651032781, μέλος Λευτέρης Σταυρόπουλος 2654051376.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: ΛΕ.Μ.Ι. (Λέσχη Μοτοσυκλετιστών Ιωαννίνων) Ανεξαρτησίας 130, Γιάννινα τηλ Fax 2651048501, http://lemimoto.freeshell.org Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων  - τ.κ. 42032  Πύλη, Τηλ - Fax 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για τo ΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ & το ΠΩΓΩΝΙ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Μενέλαου Σ. Ζώτου / Το δημοτικό τραγούδι της Βορείου Ηπείρου / εκδόσεις Ιδρύματος Βορειοηπειρωτικών Ερευνών / Γιάννινα 1978
  • Χρήστος Μ. Μάτσιας / Πωγώνι – Δερόπολη – Ήθη – Έθιμα – Τραγούδια / εκδόσεις Δωδώνη / Γιάννινα 1988
  • Κώστας Λώλης / Μοιρολόι και σκάρος / έκδοση κέντρου μελέτης Ηπειρώτικης και Βαλκανικής μουσικής παράδοσης / Γιάννινα 2003

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Κωνσταντίνος Μάντζιος / Παράδοση ή παραδόσεις: η χρήση της πολιτισμικής διαφοράς. Πολυφωνικό τραγούδι / περιοδικό Άπειρος τ.3 Ιούλιος 2003
  • Κώστας Λώλης / Ισοκράτες και Ισοκράτημα / περιοδικό Άπειρος τ.3 Ιούλιος 2003
  • Βασίλης Νιτσιάκος / ‘’Βόρειος Ήπειρος’’ ο χώρος και οι άνθρωποι / περιοδικό Άπειρος τ.3 Ιούλιος 2003

 ΝΗΣΟΣ ΕΛΑΦΟΝΗΣΟΣ - αρχ. Όνου Γνάθος (3030 λέξεις)

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Φεβρουάριος 2005

Μαργαριτάρι στον Λακωνικό

Από την εποχή της πρώτη γνωριμίας με την Ελαφόνησο, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80 με τις πρωτοποριακές εκδρομές της ΛΕΜΟΤ, έχουν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια. Περνάγαμε στο νησί πάντοτε από τα Βιγκλάφια, με βάρκα στην αρχή και καϊκάκι αργότερα. Ούτε λόγος να γινόταν για να έχουμε μαζί μας τις μοτοσυκλέτες. Τις κλειδώναμε λοιπόν στο μώλο της Πούντας και αντί να έχουμε το μυαλό μας στα σμαραγδένια νερά της παραλίας εμπρός μας, το είχαμε στραμμένο στις μοτοσυκλέτες, μήπως και τις πειράξει κανείς περαστικός. 

Βέβαια όλοι τότε περνούσαν απ’ τη Νεάπολη, με τα οχήματά τους, αλλά που εμείς, το μυαλό μας και η ματιά μας, πάντα πίσω στο ρομαντικό και μοναχικό μώλο. Στα χρόνια που πέρασαν, αυτή η ακριτική γωνιά της Λακωνίας γινόταν πάντοτε  θέμα συζήτησης για το πότε θα την επισκεφτούμε ξανά.

Κοντά στο ανατολικότερο σημείο της Πελοποννήσου – της Άκρας Μαλέας (Κάβο Μαλιάς), είναι χτισμένη η Νεάπολη (πριν το 1928 Βάτικα σε 10 μ υψ), έδρα του δήμου Βοιών στη θέση της αρχαίας πόλης των Βοιών. Αυτή τη φορά έπρεπε να υπάρξει η εμπειρία της διαδρομής από την Νεάπολη. Φτάνοντας, μετά από 378 χλμ στο λιμάνι, διαπιστώνουμε ότι ‘’το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον’’ αφού εκείνη τη μέρα δεν είχαν αρχίσει τα τακτικά δρομολόγια. Έτσι αποχαιρετήσαμε το άγαλμα του ναύτη στο λιμάνι, και οδηγήσαμε πάλι μέχρι τα γνώριμα Βιγκλάφια. Από εκεί φτάσαμε στο ακόμη πιο γνώριμο, λόγω της παραλίας, επίνειό τους. 

Η θαυμάσια ολόλευκη αμμουδερή παραλία της Πούντας και η θάλασσα με όλες τις αποχρώσεις του γαλάζιου και του πράσινου, προδιαθέτει τον επισκέπτη – περιηγητή. Ο δρόμος, αριστερά από το λιμάνι, σε λίγες δεκάδες σας φέρνει στην αθέατη από την Πούντα λιμνούλα Στρογγύλη που αποτελεί σημαντικό και αναγνωρισμένο υγροβιότοπο με αξιόλογη χλωρίδα. Παλιότερα ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη φτάνοντας στην περιοχή Μάγγανου και Νεραντζιώνα. Το γεγονός ότι έχει  συμπεριληφθεί από τη διοίκηση στους ‘’προστατευόμενους’’, μέσω του προγράμματος Natura - Φύση 2000, δεν έχει εμποδίσει τους τοπικούς φορείς να αδιαφορούν για τις χρήσεις γης και για την προστασία του περιβάλλοντος γενικότερα.

Περιφερειακά της λίμνης, υπάρχουν θαλαμωτοί τάφοι σε στρογγυλό σχήμα που φαίνονται σαν σπηλιές, ενώ απέναντι, σε απόσταση διακοσίων μέτρων, βρίσκεται το νησάκι Παυλοπέτρι. Στην περιοχή της νησίδας έχει εντοπιστεί σημαντικός μυκηναϊκός οικισμός (1600 – 1200 π.Χ.) σήμερα Βυθισμένος στη θάλασσα. Σε αυτή ακριβώς τη περιοχή ανακαλύφθηκε το 1967 από τον N. C. Flemming του Ινστιτούτου Ωκεανογραφίας του Πανεπιστήμιου του Κέιμπριτζ, μια σπάνια προϊστορική πόλη της εποχής του Χαλκού με οικιστικό σχέδιο, κτίσματα, δρόμους, πλατείες, το προαναφερθέν νεκροταφείο και ηλικία…πέντε χιλιάδων χρόνων. 

Τη μοναδική αυτή πόλη, τοπογράφησε και αποτύπωσε το καλοκαίρι του 1968, σε έξι εβδομάδες, το ίδιο το ινστιτούτο, με την ομάδα υποβρύχιας εξερεύνησης του Καίμπριτζ, αποτελούμενη από επτά μέλη υπό την καθοδήγηση του R. C. Jones. Έτσι βρέθηκε ότι στον θαλάσσιο χώρο που περικλείεται μεταξύ της νησίδας Παυλοπέτρι και της απέναντι ακτής του Αγίου Σπυρίδωνα βρίσκεται βυθισμένη προϊστορική πόλη – προέκταση της Ελαφονήσου. Ο κύριος όγκος της βρίσκεται διακόσια μέτρα νοτιοδυτικά της νησίδας και εβδομήντα μέτρα απέναντι από τις ακτές της Πούντας σε βάθος 2 – 3ων μέτρων.

Σε αυτή τη μεγάλη περιοχή προσδιορίστηκαν και ερευνήθηκαν 15 κτίσματα, 5 δρόμοι, 2 θαλαμοειδείς και τουλάχιστον 37 λακκοειδείς τάφοι. Ανάμεσα στις σπουδαίες ανακαλύψεις, περιλαμβάνονται και λάμες οψιδιανού που γνωρίζουμε πλέον την σημασία του στις θαλάσσιες μεταφορές και τη ναυσιπλοΐα από τα ευρήματα στην νησίδα Σάλιαγκος, (βλ. Αντίπαρος ταξίδια 2003 τ. Ε’, 39.), και από τα αντίστοιχα ευρήματα στο Σπήλαιο Φράχθι Ερμιονίδας (βλ. εργασία Πόρτο Χέλι σ’ αυτόν τον τόμο). 

Έτσι, αν και αυτό αποτελεί μια άλλη ιστορία, δεν αποκλείεται η προϊστορική Ελαφόνησος να χρησιμοποιήθηκε από τους Κυκλαδίτες σαν ενδιάμεσος σταθμός στα ταξίδια τους προς τη  Δυτική Μεσόγειο και τις ακτές της Μικράς Ασίας. Αυτή η μεγάλη, ενιαία, μοναδική οικιστική μονάδα, με τα ευρήματα της, έχει κηρυχθεί (ΦΕΚ 1431/ 29/11/76) αρχαιολογικός χώρος εδώ και 29 χρόνια, (από την ανακάλυψή της έχουν περάσει 37), και δεν έχει γίνει τίποτα όχι μόνο για την ανάδειξη - αξιοποίησή της, αλλά και για την επικείμενη καταστροφή της. Οι ανεξέλεγκτες μηχανικές επεμβάσεις στο ευρύτερο χώρο – δίαυλο, για τη ‘’διαμόρφωση’’ του χώρου είχε σαν αποτέλεσμα από τους 60 θαλαμωτούς τάφους του νεκροταφείου, οι μεν παιδικοί που βρίσκονται κοντά στην ακτή να ποδοπατούνται από τους διερχόμενους, οι δε υπόλοιποι, να χρησιμοποιούνται για ελεύθερη κατασκήνωση και σαν σκουπιδότοποι. Παρά τα υπομνήματα και τις δεσμεύσεις, το υπουργείο πολιτισμού και οι αρχές του Ν. Λακωνίας κωφεύουν και ο αρχαιολογικός χώρος συνεχίζει να παραμένει στην αφάνεια, έρμαιο στην καταστροφή. 

Μόλις λίγα λεπτά από την Πούντα αρκούν για το καινούργιο φέρυ, να καλύψει τα 350 μ. του δίαυλου (ελάχιστο βάθος 1μ. περίπου), και να ‘’πιάσει’’ στο λιμάνι του νησιού. Αυτά τα λεπτά είναι αρκετά για αλλάξουν τον τρόπο που κάνετε διακοπές. Το σύντομο, ίσως το συντομότερο ταξίδι για νησί, δεν είναι το μοναδικό ατού της Ελαφονήσου. Αμέσως αντιλαμβάνεστε ότι αυτό το λιλιπούτειο μέρος εκπέμπει μια διαφορετική αύρα. Πραγματικά, το περπάτημα κατά μήκος της προβλήτας και μετά πάνω στη φαρδιά πεζογέφυρα, μέχρι την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα που είναι χτισμένη στην άκρη του λιμανιού, είναι το καλύτερο καλωσόρισμα στο Ελαφονήσι.

Στο υπήνεμο αραξοβόλι, βρίσκονται πλήθος τα ψαροκάικα, οι τράτες, οι τρατοπούλες και τα παραγαδιάρικα συνθέτοντας έναν από τους μεγαλύτερους στόλους της Χώρας, που σπάνια ο επισκέπτης τον αντικρίζει ολόκληρο λόγω της διασποράς του στα πέλαγα και τους κόλπους της Πελοποννήσου, τα Κύθηρα και τ’ Αντικύθηρα. Στο Κεφαλόσκαλο, την πρώτη από τις γραφικές παραλίες που έχει επαφή ο επισκέπτης η ψαράδικη ζωή κρατάει αναλλοίωτες τις συνήθειές τις εδώ και δεκάδες χρόνια. Τα απλωμένα δίχτυα σε όλο σχεδόν το μήκος της προβλήτας πλημμυρίζουν με τα χρώματά τους την ατμόσφαιρα, σταθερά, λες και δεν πέρασε στιγμή στην αιωνιότητα των ίδιων εργασιών. Ρίξιμο στη θάλασσα, καλή ψαριά, μάζεμα, καθάρισμα, ράψιμο, ξήλωμα, μπάλωμα και ξανά από την αρχή σε μια διαδικασία που θαρρείς δεν έχει τέλος. Οι ψαροταβέρνες, κι’ αυτές λες από πάντα εκεί, έξι μέτρα από την προκυμαία, περιμένουν το μερακλή να ζητήσει το φρέσκο, το μυρωδάτο από θαλασσινό ιώδιο μεζέ, που θα έρθει απ’ το καΐκι στη θράκα, κι’ από εκεί στο πιάτο του. 

Η Ελαφόνησος(1) Λακωνίας πανέμορφο μαργαριτάρι στο Λακωνικό Κόλπο, ακολούθησε σχεδόν σε όλη την πορεία της ιστορίας, την τύχη των Κυθήρων και των Αντικυθήρων. Άλλωστε η παράδοση, οι ιστορικές πηγές, και η βυθισμένη πόλη με τους δρόμους να βγαίνουν ακόμα στο νησί αποδεικνύουν χωρίς αμφιβολία ότι στην προϊστορική εποχή ήταν ενωμένη με την απέναντι Λακωνική ακτή. Ένας τρομαχτικός σεισμός που έγινε το 375 μ.Χ. καταπόντισε νησίδες και πόλεις, δημιούργησε παλιρροϊκά κύματα και άλλαξε τον χάρτη της χερσονήσου του Μαλέα. Πολλά τμήματα του νησιού μαζί και ο βραχίονας που την ένωνε με την ακτή καταποντίστηκαν, οικοδομήματα κατέρρευσαν σε πολύ μεγάλη έκταση. 

Ο φοβερός σεισμός βύθισε και ένα μεγάλο μέρος της πόλης των Βοιών. Και στα Κύθηρα, την ίδια χρονική περίοδο, η Αγία Ελέσα σώθηκε από το ανελέητο κυνηγητό που πατέρα της, επειδή ‘’σχίστηκε’’ ο βράχος και μπόρεσε έτσι να κρυφτεί. Οι βιβλικές καταστροφές αποτέλεσαν σταθμό στην ιστορία, αφού η Όνου Γνάθος μετετράπη σταδιακά σε νησί. Αξίζει να σημειωθεί ότι 1300 χρόνια αργότερα (1675) μπορούσαν να περάσουν τον κατακλυσμένο βραχίονα – δίαυλο, σχεδόν περπατώντας. 

Η πρώτη ματιά της επαρκώς αναπτυγμένης Ελαφονήσου με την πληθώρα καταστημάτων κατά μήκος της παραλιακής ζώνης αρχικά ξενίζει τον επισκέπτη. Συγκριτικά όμως με άλλα νησιά, είναι βέβαιο ότι βρίσκεται σε καλύτερη μοίρα. Φυσικά χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή από το τοπικό στοιχείο, και από τον κάθε τουριστικό κλάδο ξεχωριστά, ώστε στο πέρασμα του χρόνου να μην απολεσθεί η αισθητική, και ο αναπτυξιακά ελπιδοφόρος τουριστικός τομέας γίνει προβληματικός. Υπάρχουν πολλά καταστήματα κατά μήκος της ακτής, με μια παρουσία που επιδοκιμάζεται παρά επικρίνεται από τους ταξιδιώτες. Άλλωστε, αυτοί είναι που διευκολύνονται με τις υποδομές και τις επιλογές, που πλέον είναι περισσότερες απ’ ότι στο παρελθόν. 

Η Ελαφόνησος εισήλθε στον τουριστικό χάρτη αρχικά ως ‘’εναλλακτικός΄’’ προορισμός. «Τα τελευταία χρόνια η κίνηση έχει ανέβει. Ο κόσμος έρχεται στο νησί μας για τις παραλίες της Παναγιάς και του Σίμου, που είναι πλέον διάσημες για τη χρυσή τους άμμο και τα καταγάλανα νερά τους!», είπε πρόσφατα σε συνέντευξη στην Καθημερινή(2)  ο πρόεδρος της κοινότητας, κ. Χαράλαμπος Λιάρος. «Διαθέτουμε περίπου 900 κλίνες και ένα από τα καλύτερα κάμπινγκ της Ελλάδας. Το νησί μας προτιμούν, παρά την απόσταση, πολλοί Θεσσαλονικείς (τουλάχιστον το ένα τρίτο των επισκεπτών μας) και από ξένους, οι Ιταλοί. Το ευχάριστο είναι ότι όλοι οι επαγγελματίες είναι από την Ελαφόνησο, άνθρωποι που ζουν μόνιμα στην περιοχή, όχι όπως στα περισσότερα νησιά, που έρχονται από την Αθήνα μόνο το καλοκαίρι». Αυτό το τελευταίο που αναφέρει ο κοινοτάρχης είναι το κεντρικό χαρακτηριστικό σε όλα τα ‘’ανεπτυγμένα’’ νησιά μας. Κάποιοι που επενδύουν με αποκλειστικό στόχο το μεσοπρόθεσμο κέρδος παίρνουν μερίδιο της πίττας που το επαναπροωθούν στην γενέτειρά τους, αφού εκεί μένουν και έχουν τα συμφέροντά τους. Αυτό, το έχουμε αναφέρει(3), δεν είναι ανάπτυξη, αλλά καταστροφή. Ευτυχώς σε ορισμένα μικρονήσια, όπως και στο Ελαφονήσι αυτό δεν συμβαίνει και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αναπτύσσεται σταθερά.

Ξεκινώντας από το λιμάνι με νοτιοδυτική κατεύθυνση (προς τον οικισμό Κάτω Νησί), αμέσως μετά τον Άγιο Σπυρίδωνα συναντάτε τις παραλίες Κοντογώνι και Καλόγερας, με εύκολη πρόσβαση ακόμα και με τα πόδια. Περίπου ένα χλμ από εκεί είναι το Καπάρι ένας μικρός συνοικισμός με λίγους κατοίκους, που μαζί με το Κάτω Νησί και την Ελαφόνησο σχηματίζουν την ομώνυμη κοινότητα. Στο βάθος σιγά – σιγά ξεπροβάλει άγριος, ο Λεπτός Κάβος στο χώρο που έγινε η Γ΄ Βενετοτουρκική ναυμαχία της Ελαφονήσου το 1718, η τελευταία πράξη πριν την ειρήνευση που έφερε η συνθήκη του Πασσάροβιτς. 

Το ψάρεμα, το κολύμπι, οι χρυσές αμμουδιές, ο ζεστός ήλιος, το δειλινό, το κρασάτο χταπόδι, η κακαβιά και τα κάθε είδους φρέσκα θαλασσινά, είναι τρόπος ζωής για τους επισκέπτες αλλά και για τους φιλόξενους κατοίκους. Αυτά, και μια εκπληκτική σε ομορφιά, μέγεθος και λάμψη παραλία, θα βρείτε πιο κάτω, στην Παναγιά, με λευκή ψιλή αμμουδιά, κέδρα και αμμόλοφους. Όλα μαζί συνθέτουν ένα εκπληκτικό θαλασσινό περιβάλλον που εκτός από τη μεγάλη παραλία, διαθέτει και τα νησιά Ξεροπούλες, Λεπτονήσι, Πρασονήσι ή Γαϊδουρονήσι, Κασέλλα, και τις Νησίδες Ποριά. Ένα μίλι άνοιγμα έχει η αγκαλιά της Παναγιάς και το οπτικό πεδίο γεμίζει από τα νησάκια. 

Στο Κάτω Νησί είναι το τέλος του δρόμου, η εκκλησία της Παναγίας (1825) που γιορτάζει με μεγάλο πανηγύρι κάθε δεκαπενταύγουστο και ο παλιός φάρος. Σε αυτή τη θέση, στην περιοχή της Παναγίας, έχει εντοπιστεί μυκηναϊκός οικισμός και θαλαμωτοί μυκηναϊκοί τάφοι. Αν μένετε στην Ελαφόνησο μπορείτε δια θαλάσσης να προσεγγίσετε όλες τις γνωστές και άγνωστες παραλίες αλλά να πάτε και πιο μακριά, απέναντι, στο μοναστήρι της Αγίας Ειρήνης και το φάρο του Κάβο Μαλιά με το κλασσικό σκαρί ‘’Αγωνιστής’’ και με το νεότευκτο ‘’Βασίλης Παπούλας’’ του Καπετάν Χαράλαμπου Παπούλια.  

Η δεύτερη διαδρομή ξεκινά πάλι από το λιμάνι με νοτιοανατολική κατεύθυνση, περνάει τον μαγευτικό κόλπο της Λεύκης καταλήγοντας ή δεξιά στο οργανωμένο, (και με ταβέρνα) κάμπινγκ ‘’Σίμος’’ και με τα πόδια στο κέντρο της παραλίας Σαρακήνικο, ή ευθεία στην παραλία του Σίμου, με το ομώνυμο μοναχικό καφέ – μπαρ, και με μικρή πεζοπορία, στο Σαρακήνικο, (το Τσερατσίνικο των ντόπιων) από την πλευρά του ακρωτηρίου Έλενα. Η παραλία του Σίμου, ένας πραγματικός μύθος που έχει φιλοξενήσει στην αγκαλιά της, αμέτρητες κλασικές βραδιές με σκηνές, κιθάρες, φωτιές και τσίπουρα. Όλα εκεί απείραχτα, οι αμμοθίνες, οι λευκοί αμμόλοφοι και οι αιωνόβιοι κέδροι που φυτρώνουν στην άμμο, σπάνιο φαινόμενο που επαναλαμβάνεται μόνο στην ομώνυμη παραλία στο νότιο μέρος των Χανίων, και τα ρηχά τιρκουάζ νερά με την ολόλευκη αμμουδιά παραμένουν αναλλοίωτα. Όπως τους πρέπει. Σε ποιο νησί των Κυκλάδων θα είχε γίνει αυτό, αναρωτιόμαστε.

Λίγο πιο κάτω από το Σίμο είναι το νοτιότερο ακρωτήριο του νησιού, το Φράγκο. Μαζί με της Αγίας Μαρίνας ή Μαρίας στα δυτικά, σχηματίζουν την αρχή του στενού ή διέκπλου της Ελαφονήσου, που καταλήγει μετά από 4,5 ν.μ. στο βόρειο τμήμα των Κυθήρων στο ακρωτήρι Σπαθί ή Μουδάρι. Το στενό, αποτελεί τον πιο σύντομο και σημαντικό θαλάσσιο δρόμο μεταξύ ανατολικής και δυτικής Μεσογείου, ενώ μέχρι το 1893 που άνοιξε η διώρυγα της Κορίνθου, αποτελούσε για τη ναυσιπλοΐα τη συντομότερη διαδρομή μεταξύ ανατολικής και δυτικής Ελλάδας. Είναι το περίφημο Cervi Chanell των Άγγλων που συναντάται σχεδόν σε όλους τους χάρτες, ιδιαίτερα κατά τη Μεσαιωνική εποχή.

Αυτός ο όρμος που σχηματίζεται με άνοιγμα εισόδου κοντά στα 2 ν.μ., και βάθος ¾ του Μιλίου είναι ο νοτιότερος του Λακωνικού κόλπου, ο σπουδαιότερος και πιο ιστορικός της Ελαφονήσου. Χρησίμευε ως αγκυροβόλιο από τους περισσότερους πολεμικούς και εμπορικούς στόλους που διέπλεαν τη περιοχή αποτελώντας ταυτόχρονα, σημαντικό σταθμό του υπερπόντιου εμπορικού δρόμου μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η στρατηγική του θέση στάθηκε μοιραία. Οι Σαρακηνοί πειρατές το κατέλαβαν στα μέσα του 9ου αι. εξολοθρεύοντας τους κατοίκους, ενώ όσοι γλίτωσαν σύρθηκαν στα σκλαβοπάζαρα ή χρησιμοποιήθηκαν για τις ανάγκες των πλοίων.

Το νησί μετετράπη σταδιακά σε ισχυρή πειρατική βάση των Σαρακηνών, (από εκεί και η ονομασία) απ’ όπου εξορμούσαν, καταδυναστεύοντας και λεηλατώντας όλα τα παράλια της Λακωνικής και τα νησιά, νότια της Πελοποννήσου. Για πάνω από 100 χρόνια ξετρύπωναν από τη ‘’σπηλιά του Μπατζήκα’’, το Φράγκο, τη Λυγιά αποτελώντας το φόβο και τον τρόμο των πλοίων που πέρναγαν από τους υδάτινους δρόμους που έλεγχαν. Το τέλος γι’ αυτούς ήρθε από τον πολυθρύλητο στρατηγό του Βυζαντίου Νικηφόρο Φωκά το 961 που με τρεις χιλιάδες τριακόσια πλοία κυρίευσε τον Χάνδακα, (Ηράκλειο Κρήτης), κατατροπώνοντας περισσότερους από σαράντα χιλιάδες πειρατές.

Ο Άγιος Σπυρίδωνας χτισμένος με πρωτοβουλία της μανιάτικης οικογενείας των Γρηγοράκηδων είναι το τελευταίο ευδιάκριτο σημάδι του νησιού καθώς απομακρυνόμαστε. Εδώ και χρόνια φεύγουμε από το Ελαφονήσι αποχαιρετώντας το, πάντα με συναισθήματα θλίψης, αλλά σε λίγο καιρό πάλι εδώ καταλήγουμε. Γύρω του, μας ‘’αποχαιρετά’’ το απέραντο γαλάζιο του όρμου της Νεάπολης και του στενού των Κυθήρων ενώ οι αμμόλοφοι τα μικρά κέδρα και τα σχίνα προσδίδουν κάτι εξωτικό. Για μας είναι πλέον βέβαιο ότι οι λάτρεις της φύσης και της απλότητας θα βρουν εδώ τον προορισμό τους. 

Αν διακοπές σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, να βγείτε από την καθημερινή ρουτίνα, να μην έχετε ωράριο, να κολυμπάτε μέχρι να κουραστείτε, να ψαρεύετε ή να τρώτε ψαράκια πάνω στο κύμα, να λάβετε σοβαρά υπ’ όψιν σας αυτήν την επιλογή.

Σημειώσεις:

(1) Σχετικά με την ονομασία, υπάρχει ο μύθος που αναφέρετε σε ένα πλοίο γεμάτο ελάφια, το οποίο προσάραξε στις ακτές της ακατοίκητης τότε νήσου. Άλλα πνίγηκαν άλλα σώθηκαν. Ένα από τα θηλυκά που σώθηκε, γέννησε τα μικρά του και σε λίγα χρόνια γέμισε ο τόπος από ελάφια. Όταν το νησί κατοικήθηκε όλα τα ελάφια έγιναν νόστιμος μεζές. Η ονομασία όμως έμεινε.

(2) Γιώργος Λιάλιος, ‘’Βουλιάζουν από τουρίστες’’: Εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή, Σαββάτου 4 Ιουνίου 2005 (Έτος 87ον, φύλλο 25.996) σ. 6.

(3)Editorial τόμου Ε’, έτος 5ο (2003), σ. 34.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Έκταση: 18 τ.χ., Ακτογραμμή: 26 χλμ., Υψόμετρο: 0 –  267 μ. κορυφή Βάρδια, Πληθυσμός: 744 κατ (’01), Πρωτεύουσα: Ελαφόνησος, Νομός: Λακωνίας επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς,  Απόσταση από Νεάπολη 2 ν.μ. – 00.30’, Απόσταση από Πούντα 350 μ. – 00.10’.

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 27340

ΔΙΑΜΟΝΗ: www.elafonisos.net Παρά το μικρό μέγεθος υπάρχουν αρκετές επιλογές από ξενοδοχεία ‘’Αστέρι’’ 61271 – 2, ‘’Ελαφόνησος’’ 61268, 61189, ‘’Εννέα Μούσες’’ 61345 – 6, και 36 επιχειρήσεις ενοικιαζομένων δωματίων. Ενδεικτικά αναφέρουμε ‘’Λινάρδος’’ 61137 – 9, ‘’Elafonisos Mare’’ 61349, ‘’Εν Πλω’’ 61140, ‘’Πανόραμα’’ 61101, 2104620508, ‘’Lafotel’’ 61180, 61138, Καπάρι 61200, ‘’Ρομάντικα’’ 61230, Λιάρος Θεόδωρος 61240, Μέντης Παντελής 61201, Μέντη Ευφροσύνη 61164.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Κάμπινγκ Σίμος Paradise Ελαφόνησος 22672, fax: 22673. Για το ελεύθερο κάμπινγκ ισχύει ότι και στα περισσότερα, νησιά που δεν υπάρχει σήμανση. Εννέα μήνες το χρόνο επιτρέπεται και τις μέρες που το τοπικό κάμπινγκ ή τα ενοικιαζόμενα δωμάτια δεν έχει πληρότητα ‘’απαγορεύεται’’. Αν και αστυνομία δεν υπάρχει στον νησί, τα πολλά τηλέφωνα που πέφτουν, τους αναγκάζουν να έρχονται από τη Νεάπολη.

ΦΑΓΗΤΟ: www.elafonisos.net/food.htm Κυριαρχούν οι φρέσκοι ψαρομεζέδες οι γαρίδες και οι αστακοί, σε ότι μέγεθος και με ότι τρόπο φαντάζεστε μαγειρεμένα ή ψημένα. Ταβέρνες ‘’Αρώνης’’ 61280, ‘’Αδελφοί Μέντη’’ 61263, ‘’Νταγιαντάς’’ 61165, ‘’Da Constantino’’ 61261, ουζερί ‘’Κώστας Παπούλιας’’, ‘’Νικόλας’’.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Κοινότητα Ελαφονήσου 61238, Δήμος Βοιών - Νεάπολη 24052 – 3, Α’ Βοήθειες: 61294, Συνεργεία – Βουλκανιζατέρ: Στην Σπάρτη πολλοί, στο Γύθειο Πατσουράκος Ιωάννης 24100, Τσιριμπής Παναγιώτης 22422.

ΧΡΗΣΙΜΑ: www.gianniskofinas.com/lakonia/koin_elaf/vima_elaf.htm, www.vatika2000.com www.vatika2000.com/elafonisos/elafonisos, www.papagiannakos.com/lakonia/elafos.htm Οι δυσπρόσιτες παραλίες αλλά και η μακρινή Αγία Ειρήνη στο Κάβο Μαλιά έχουν εύκολη πρόσβαση με το κλασικό σκαρί ‘’Αγωνιστής’’ και με το νεότευκτο ‘’Βασίλης Παπούλας’’ του Καπετάν Χαράλαμπου.  Επικοινωνήστε με το 61117, 6944786795. Όλες οι διαδρομές κυκλικά στο νησί είναι 4,5 χλμ έως το Κάτω Νησί και 5 χλμ μέχρι την παραλία του Σίμου. 

ΠΡΟΣΒΑΣΗ: Λιμεναρχείο Νεάπολης 22228. Εισιτήρια θα προμηθευτείτε για τα  Ε/Γ – ΟΓ Ελαφόνησος και Παναγίτσα, από την Πούντα την ώρα που θα φτάσετε. Κόστος (Φεβ 05) 0,80 EUR το άτομο - 2,70 EUR η μοτοσυκλέτα. Από Νεάπολη – Ελαφόνησο, ο καπετάν Χαράλαμπος με το ‘’Βασίλης Παπούλας’’ καθημερινά στις 12:00 εκτός Σαββατοκύριακο. Επίσης από Ελαφόνησο – Νεάπολη καθημερινά στις 08:30 εκτός Σαββατοκύριακο. Διάρκεια ταξιδιού 30’. Πληροφορίες Χαράλαμπος Παπούλιας 61117.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Στην Μονεμβασιά και τη Νεάπολη.

ΧΑΡΤΕΣ: Ο τίτλος ‘’Χερσόνησος Μαλέα – Ελαφόνησος’’ σε κλίμακα 1:50.000 από την Ατραπό. Πολλή καλή εργασία με λεπτομερή απεικόνιση ακόμα και των μονοπατιών. Κεφαλληνίας 45 Χαλάνδρι 2106718559.

ΒΙΒΛΙΑ: Ο Δήμος Βοιών με έδρα τη Νεάπολη έχει τα φυλλάδια ‘’Βάτικα’’ και ‘’Νεάπολη Λακωνίας – Δίκτυο Πεζοπορικών Διαδρομών’’, ’’Σπήλαιο Καστανιάς’’ που διευκολύνουν την γνωριμία με την περιοχή, info 24052 - 3, 22226, e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: ΛΕ.ΜΟ.Σ. Λέσχη Μοτοσυκλέτας Σπάρτης Αικατ. Γρηγορίου 32, Σπάρτη τηλ Fax: 2731020202,  Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax: 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για την ΕΛΑΦΟΝΗΣΟ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Κωνσταντίνος Σ. Μέντης / Ελαφονήσι – το Σμιγοπέλαγο Νησί / Λαφονησιώτικη Βιβλιοθήκη Πειραιάς 1993

  • Λακωνία + Χάρτης Λακωνίας / Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Λακωνίας / Χωρίς χρονολογία έκδοσης

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Νίκος Μαστροπαύλος / Ελαφόνησος / περιοδικό Cosmos τ.17 Καλοκαίρι 1996

  • Θοδωρής Αθανασιάδης – Ζερμαίν Αλεξάκη / Θαλασσινές πολιτείες / περιοδικό ΓΕΩ τ.78 Οκτώβριος 2001

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Χριστιάνα Στύλου / Αδιαφορία για την προϊστορική Ελαφόνησο / Η άγρια ομορφιά στα ήρεμα Κύθηρα / εφημ. Καθημερινή 3 Σεπτεμβρίου 1997.

  • Κωνσταντίνου Σ. Μέντη / Καταστρέφεται πολιτισμός 5.000 ετών / εφημ. Ελευθεροτυπία 12 Ιουλίου 1997

  • Ηλέκτρα Σαμοΐλη / Ελαφόνησος / εφημ. Καθημερινή – ένθετο ταξιδεύοντας 20 Ιουλίου 2003

  • Αλέξανδρου Τσαντούλα / Από τη Νεάπολη στο Σίμο / εφημ. Έθνος – ένθετο Ταξίδια 25 Ιουλίου 2004

  • Νίκου Μαστροπαύλου / Η διπλή παραλία Σίμου στην Ελαφόνησο / ένθετο Ταξίδια Νο 21 εφημ. Βήμα 6 Ιουλίου 1997

  • Κώστα Σ. Τσίπηρα / 12 δροσεροί παράδεισοι / ένθετο Ταξίδια Νο 33 εφημ. Βήμα 5 Ιουλίου 1998

  • Νίκου Μαστροπαύλου / Ελαφόνησος – το νησί της άμμου / ένθετο Ταξίδια Νο 35 εφημ. Βήμα 6 Σεπτεμβρίου 1998

 ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ (3758 λέξεις)  

ΣΠΑΡΤΗ – ΜΟΥΣΕΙΟ ΕΛΙΑΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΔΙΟΥ 

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Μάρτιος 2005

Ένα σύγχρονο μουσείο για την αιώνια Ελιά 

Ο Ταΰγετος, το ψηλότερο βουνό του Μωριά, σχηματίζει μια επιβλητική κορυφογραμμή που ξεκινά από την Αρκαδία και φτάνει μέχρι το νοτιότερο ακρωτήρι της Πελοποννήσου. Ορόσημο και οροθέτης της Λακωνίας δεσπόζει στο τοπίο της, καθώς ο περιηγητής προσεγγίζει το μικρό χωριό Βουτιάνοι λίγο πριν τη Σπάρτη. 

Η θέα από το χωριό προς την άνω κοιλάδα του Ευρώτα και τον τρομερό, πολύπτυχο όγκο του Ταϋγέτου είναι απεριόριστη. Δεν ήταν άμοιροι της αυστηρής όψης του οι σκληροί νόμοι και οι συνήθειες της αρχαίας Σπάρτης, ούτε τυχαία έλαμψε για τελευταία φορά το φως του Βυζαντίου πάνω σε ένα οχυρωμένο αντέρεισμά του. Μαζί με την αρχαία Αθήνα αποτελούσαν τις πιο γνωστές πόλεις – κράτη του αρχαίου Ελληνικού κόσμου.

Πρώτη πόλη της Λακωνίας στους αιώνες που πέρασαν, πρωτεύουσα και σήμερα, χτισμένη πάνω στα ερείπια της μητρόπολης των Δωριέων, ούτε δυόμισι ώρες πλέον απ’ την Αθήνα. Η Σπάρτη, ιδρύθηκε το 1834 πάνω σε πολεοδομικό σχέδιο των Βαυαρών μηχανικών του Όθωνα, που πρόβλεψαν μεγάλες λεωφόρους, πάρκα, και χώρους για σημαντικά δημόσια κτήρια. Υπάρχουν τόσα πολλά αξιοθέατα γύρω της που προσελκύει το ενδιαφέρον των ταξιδιωτών όλο το χρόνο. Εντός της πόλεως είναι ο αρχαιολογικός χώρος, το αρχαιολογικό μουσείο, το πρώτο που δημιουργήθηκε σε επαρχιακή πόλη ήδη από το 1874  - 1876, βιβλιοθήκη, πινακοθήκη, η μεγάλη λεωφόρος Κ. Παλαιολόγου με τους φοίνικες, και ένα νεότευκτο εξαιρετικό μουσείο Ελιάς και Ελληνικού Λαδιού, ο λόγος για τον οποίο βρισκόμαστε εδώ.  

Σύμβολο του ελληνικού πολιτισμού η ελιά, δεν είχε κανένα τόσο ολοκληρωμένο θεματικό μουσείο προς τιμή της στην Ελλάδα, σε αντίθεση με άλλες μεσογειακές χώρες, που είναι συνηθισμένο(1). Το Πολιτιστικό ίδρυμα του Ομίλου Πειραιώς (ΠΙΟΠ), δημιουργός περιφερειακών μουσείων(2) σχετικών με την παλιά ιστορία κάθε τόπου, πρότεινε τη δημιουργία ενός, κατ’ αρχήν στην Καλαμάτα. Όμως εκεί έλειπε το κατάλληλο προς παραχώρηση κτήριο. Αυτή η έλλειψη κατεύθυνε το βλέμμα στη Σπάρτη που άδραξε την ευκαιρία, αγκάλιασε τη φιλοσοφία του μουσείου ελιάς και ευνοημένη πλέον, το καμαρώνει μαζί με τον τοπικό πληθυσμό και τους εκατοντάδες εκδρομείς. 

Από την ώρα που ο επισκέπτης θα μπει στη Σπάρτη οι πανταχού παρούσες πινακίδες θα τον οδηγήσουν εύκολα στο νούμερο 129 της οδού Όθωνος - Αμαλίας. Όμως μπορείτε να αφήσετε την μοτοσυκλέτα ή το αυτοκίνητο στη Μητρόπολη (5’ με τα πόδια) ή στο Δημαρχείο (10’ με τα πόδια) και να δείτε πηγαίνοντας προς τα εκεί, την πόλη. Το μουσείο ελιάς και ελληνικού λαδιού, ένα καινούργιο ουσιαστικά κτήριο που όπως το αντικρίζει εξωτερικά ο επισκέπτης δεν μπορεί να μην συγχαρεί τους αρχιτέκτονες της Πλειάς ΕΠΕ, Δ. Διαμαντόπουλο, Ο. Βιγγόπουλο και Κ. Γκιουλέκα που διατήρησαν τον εξωτερικό πετρόχτιστο περίβολο του κτηρίου. 

Μπαίνοντας στον εξωτερικό χώρο υποδοχής, ευθεία οδηγούμαστε στα σκαλοπάτια που κατεβαίνουν στο δεύτερο επίπεδο και το πολύ ωραίο αίθριο, διακοσμημένο με μικρά, προς το παρόν, λεπτεπίλεπτα δεντράκια ελιάς. Αριστερά της κύριας εισόδου υπάρχουν τρεις αναμνηστικές εισαγωγικές πινακίδες με φωτογραφίες και κείμενο, που πληροφορούν ότι το παλιό κτήριο στέγαζε την πρώτη ηλεκτρική εταιρεία της Σπάρτης στο μεσοπόλεμο, ‘’σαν χειρονομία προς την πόλη, τη συλλογική μνήμη των κατοίκων της’’ όπως δηλώνει ο Δημήτρης Διαμαντόπουλος σε συνέντευξή του, στην Ντόση Ιορδανίδου (περ. ‘’Κ’’ τ. 86 Καθημερινή 23/1/05). Παράλληλα όμως, δημιουργήθηκε μια εξ’ ολόκληρου νέα αντίληψη για τα υλικά κατασκευής και τον εσωτερικό χώρο του μουσείου. Αντιπαρέθεσαν με επιδεξιότητα και σοβαρότητα μια σύγχρονη κατασκευή έντεχνου βιομηχανικού κτηρίου με μεταλλικό σκελετό. Και το αποτέλεσμα είναι θαυμάσιο. 

Μετά τον κύριο χώρο υποδοχής, με τον ευγενέστατο φύλακα κ. Παναγιώτη Γαλάτα, αντικρίζετε το εσωτερικό του μουσείου που αναπτύσσεται σε δύο ορόφους, δύο φωτεινούς χώρους πολιτισμού. Παντού κυριαρχούν  τα γήινα χρώματα τόσο στο δάπεδο που δίνει την αίσθηση του χώματος όσο και στους τοίχους που χτίστηκαν με τούβλα και ξύλο. Το φυσικό φως ξεχύνεται άφθονο στο άνω επίπεδο, όμως δεν λείπουν οι φωτισμένες με ευαισθησία γωνιές του, με έναν εξαιρετικό τρόπο, τέτοιο, που παίρνει από το ‘’χέρι’’ τον επισκέπτη οδηγώντας τον με προσεκτικά βήματα ακόμα πιο κοντά στα εκθέματα.  

Το ολόφωτο δεύτερο επίπεδο παρουσιάζει ακόμα καλύτερες συνθήκες αφού παράπλευρα βρίσκεται ο περιποιημένος κήπος που διαχωρίζεται από τον χώρο των εκθεμάτων με γυάλινες επιφάνειες. Προβλέπεται μάλιστα η επέκταση του μουσείου στον εξωτερικό χώρο και η δημιουργία υπαίθριας έκθεσης και αίθουσας πολλαπλών χρήσεων. Η προεργασία του μουσειακού υλικού αλλά και η τοποθέτησή του με τόσο ευρηματικό τρόπο δείχνει ότι πολλοί άνθρωποι δούλεψαν καταθέτοντας και εξαντλώντας πολλές ιδέες τους, αναδεικνύοντας την παράδοση της περιοχής σε συνδυασμό με τη βιομηχανική αρχαιολογία.  

Το Άνω Επίπεδο είναι αφιερωμένο στην ιστορία και τον πολιτισμό της ελιάς και του λαδιού με πρώτο έκθεμα τα απολιθωμένα φύλλα που βρέθηκαν στα τοιχώματα της ηφαιστειακής Καλντέρας στην Σαντορίνη. Η χρονολόγηση έδειξε 50000 χρόνια π.Χ. Οι θεματικοί χάρτες, οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες των πινακίδων της γραμμικής Β’ (αντίγραφα), από την Κνωσό (14ος αι. π.Χ.), και από την Πύλο (13ος αι. π. Χ.). Ακολουθεί η κλασσική αρχαιότητα με συγκριτικά στοιχεία για την οικονομία, το κόστος και τους υπολογισμούς, φτάνοντας με τα ίδια στοιχεία στην οικονομία του Βυζαντίου. Οι αγώνες, τα Παναθήναια με τα έπαθλακαι το κατ’ αναλογία του αθλήματος ‘’κέρδος’’ για τον νικητή. Αυτό θέλει να δείξει το αντίγραφο του μελανόμορφου παναθηναϊκού αμφορέα που δεσπόζει στο χώρο. Πολλές λεπτομερείς αναπαραστάσεις μεταφέρουν τον επισκέπτη στις εποχές της χρήσης του λαδιού στη λατρεία, στις τελετουργίες και την τέχνη.  

Η Ελληνική Μυθολογία αναφέρει την ελιά ως δώρο της θεάς Αθηνάς, όταν έγινε διαγωνισμός ανάμεσα σ' αυτήν και το θεό Ποσειδώνα για το ποιος από τους δυο θα έδινε το όνομα του στην πόλη. Ο Ποσειδώνας χτύπησε τον ιερό βράχο της Ακρόπολης και αμέσως ξεπήδησε ένα κύμα αλμυρού νερού. Όταν χτύπησε η Αθηνά με τη σειρά της, τότε ξεπετάχτηκε ένα δέντρο ελιάς γεμάτο καρπό, το οποίο θεωρήθηκε ως υπόσχεση για δόξα και ευημερία της πόλης.  Η σχέση του ανθρώπου με το ιερό αυτό δέντρο ανέκαθεν γοήτευε τους ερευνητές με αφετηρία τον πολιτισμό που έφερε, σε όλο το μήκος και πλάτος της Μεσογείου. Μια σχέση που χάνεται στα βάθη της ιστορίας. Γιατί η ελιά, ‘’μέγιστον αγαθόν προς πάσα του βίου θεραπείαν’’, όπως τη χαρακτηρίζει ο Σόλωνας, από την αρχαιότητα φέρει μαζί της έναν πλούσιο συμβολισμό: ειρήνη, σοφία, ευφορία, γονιμότητα, αγνότητα, δύναμη, νίκη, ανταμοιβή.…και ευγευσία. Βασικοί καταλύτες της γεύσης στο αρχαιοελληνικό διαιτολόγιο ήταν, μαζί με τα μπαχαρικά, το λάδι και οι ελιές. Τόσο στα πλούσια συμπόσια και στα δείπνα όσο και στα απλά συσσίτια, η παρουσία τους, ιδιαίτερα του λαδιού, ήταν απαραίτητη.  

Τα ελαιόδεντρα συμβολίζουν πανανθρώπινες αξίες, δέντρα ιερά τόσο στον αρχαίο κόσμο όσο και στον χριστιανικό(3) που τον διαδέχθηκε, και γι’ αυτό προστατεύονται, όσοι τα έβλαπταν λογοδοτούσαν. Στον ομηρικό Ύμνο για τη θεά Δήμητρα θεοποιούνται. Στη Ρώμη ήταν αφιερωμένα στον Δια και την Αθηνά, στην Ιαπωνία, συμβολίζουν τη χάρη και την επιτυχία, στην Κίνα σύμφωνα με τη μυθολογία, εξουδετερώνουν τα φαρμάκια και τα δηλητήρια, ενώ στις εβραϊκές και χριστιανικές παραδόσεις, είναι σύμβολο ειρήνης. Στη γλώσσα του μεσαίωνα, είναι σύμβολο του χρυσού και της αγάπης, ενώ στο Ισλάμ είναι ο άξονας του κόσμου, η πηγή του φωτός. 

Ο πολιτισμός που φέρνει η ελιά έχει δημιουργήσει παραδόσεις, οι οποίες επιβιώνουν μέχρι σήμερα. Το στεφάνι από άγρια ελιά (ο αρχαϊκός κότινος), ως έπαθλο(4) των νικητών στους αθλητικούς αγώνες που γινόταν κάθε τέσσερα χρόνια εκεί κατά τη διάρκεια των Παναθηναίων, των μεγάλων γιορτών προς τιμή της πολιούχου θεάς Αθηνάς, ο κλάδος ελαίας που συμβόλιζε και συμβολίζει την ειρήνη. Τα λιόδεντρα προσφέρουν την εκλεκτή ξυλεία τους για έπιπλα, για καυσόξυλα και για την παραγωγή ξυλάνθρακα. Ο καρπός προσφέρει τις βρώσιμες ελιές, τον ελαιοπυρήνα για καύσιμο, και το μοναδικό λάδι, εξαίσιο διατροφικό στοιχείο, ιαματικό (επουλωτικό πληγών), αφροδισιακό, στοιχείο καθαριότητας (σαπούνι), καθώς και βασικό μέσο φωτισμού (λύχνοι – λυχνάρια).  

Ο λαός μας ανέκαθεν ‘’λαδάκι του Θεού’’ ή ‘’το λάδι το βλόγησε ο θεός’’ έλεγε. Στις δύσκολες ώρες, όταν λείπουν τα αγαθά (ψωμί, κρασί, λάδι, νερό…) τα λέμε ‘’του Θεού τα θεία δώρα’’. Αλλά το ελληνικό λάδι είναι ‘’του Θεού’’ με μεγάλη αξία παλιότερα για τη λατρευτική του χρήση, αποτελώντας τη συχνότερη προσφορά των ανθρώπων στους αγίους και στους νεκρούς. Δίχως λάδι πως θα άναβαν το καντηλάκι στην εκκλησία; Και με σβηστά καντήλια, γίνεται να μην έρθουν ασθένειες και πολλά κακά στο χωριό; Έτρεχαν λοιπόν οπουδήποτε χωρίς να υπολογίζουν κόπο και αποστάσεις. Πήγαιναν, το έφερναν, το έβαζαν στο φαΐ,  άναβαν και το καντήλι να τους βοηθά ο άγιος.  

Σήμερα η αξία του είναι κυρίως διατροφική. Πάντα όμως η έρευνα φέρνει στο φως καινούργια στοιχεία. Σε πρόσφατη ανακοίνωση, (Ιανουάριος 2005) του δρ. Ξαβιέ Μενέντεζ της ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου Νορθγουέστερν, με έδρα το Σικάγο, γνωστοποιήθηκε ότι κατάφεραν να ανακαλύψουν τον μηχανισμό και να αποδείξουν την αντικαρκινική δράση του ελαιολάδου. Έτσι επιβεβαιώνεται αυτό που οι έλληνες επιστήμονες κατά καιρούς λένε και γράφουν, ‘’η μεσογειακή διατροφή θεωρείται η καλύτερη επιλογή, όχι μόνο κατά των καρδιαγγειακών παθήσεων αλλά και κατά του καρκίνου’’,  (εφημ. Καθημερινή 11/1/05 σ. 11). 

Τα ίχνη της καλλιεργούμενης ελιάς εντοπίζονται στο ‘’πρώτο γεωργικό κύμα’’, όπως ονομάζεται η πρώτη περίοδος καλλιέργειας, στην περιοχή της Ιεριχούς, δώδεκα χιλιετίες π.Χ. Το δεύτερο αγροτικό κύμα, οκτώ χιλιετίες π.Χ. φέρνει την ελιά στην Κύπρο, από εκεί την έκτη χιλιετία π.Χ. στην Κρήτη, απ’ όπου διαδίδεται σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο. Οι μινωίτες θεωρούσαν την ελιά πολύ σημαντική, σχεδόν ιερή, όχι μόνο γιατί έτρωγαν τους καρπούς και το λάδι της, αλλά γιατί χρησιμοποιούσαν το ελαιόλαδο για χρήσεις στον αθλητισμό, τον καλλωπισμό, στην ιατρική, στις προσφορές και στα ιερά μύρα, καθώς και σαν λιπαντικό για τα εργαλεία, τέλος, σαν αγνό προϊόν φυσικής διατροφής.   

Ένας καθοριστικός άθλος στον τομέα της γεωπονίας των αρχαίων Ελλήνων, ήταν η μαζική καλλιέργεια της ελιάς σε όλο το μήκος της Μεσογείου γύρω στον 7ο αιώνα. Άποικοι αναζήτησαν κατάλληλα χωράφια και καλλιέργησαν τις ελιές κατά μήκος της Τυρρηνικής θάλασσας, Σικελίας, Καλαβρίας, Θεσσαλίας, Βόρειας Ιωνίας και της παραλιακής Ανατολίας. Οι μετέπειτα ελαιώνες της Ισπανίας, της νότιας Γαλλίας και της Ιταλίας, της Κυρηναϊκής, της περιοχής στο δέλτα του Νείλου, των ακτών της Συρίας και του Λιβάνου καθώς και της Τουρκίας μέχρι την Τραπεζούντα και τη Διοσκουριάδα(5), δεν οφείλεται μόνο στη φύση. Οφείλεται κατά κύριο λόγο στους Έλληνες αποίκους οι οποίοι μετέτρεψαν την αγριελία, (Olea europaea oleaster) στο εξημερωμένο, και καλλιεργήσιμο πλέον, δέντρο που παράγει το λάδι (Olea europaea L.).  

Το Κάτω Επίπεδο αναδεικνύει το μεγαλείο και τις τεχνολογικές κατασκευές κάθε εποχής προβιβάζοντας κάθε ξεχωριστό έκθεμα στην αδιαμφισβήτητη μοναδικότητά του. Με έκπληξη στην αρχή, παρατηρεί ο επισκέπτης ένα – ένα όλα τα στάδια των ανθρώπινων εφευρέσεων, σε κάθε μικρό βήμα της προσπάθειας για την τελική εκμηχάνιση, και κατάκτηση του ποθητού από παλιά…λιγότερος κόπος….περισσότερο λάδι. Μεταβυζαντινά χειροκίνητα ελαιοτριβεία, προβιομηχανικά ζωοκίνητα, ξύλινες και σιδερένιες πρέσες απόσταξης, πληροφορίες για την προβιομηχανική κατασκευή σαπουνιών, παρελαύνουν μπροστά στα έκπληκτα μάτια όσων τ’ αντικρίζουν, ειδικά τα πιτσιρίκια,….παίρνουν ένα ύφος…. 

Στο τέλος της αίθουσας βρίσκεται το αξιοπρεπές πωλητήριο με βιβλία, κονκάρδες, κοσμήματα, παιχνίδια, αφίσες – καρτποστάλ, σαπουνάκια, όλα τόσο προσεκτικά φτιαγμένα που το δωράκι φαντάζει, και είναι, αναπόφευκτο. Αν δυσκολευτείτε στην επιλογή, θα σας βοηθήσει ο κ. Δημήτρης Βύρης. Δίπλα, το πεντακάθαρο κυλικείο για ξεκούραση, συζήτηση και επαναληπτική παρατήρηση των λαμπρών εκθεμάτων. Υπάρχει δυνατότητα για μυρωδάτο καφέ, αναψυκτικά αρκεί να το πείτε στην κ. Μαρία Καπετανέα. Στους άμεσους στόχους του μουσείου είναι να αναπτύξει στον ευρύτερο χώρο, ένα προϊστορικό, ένα ελληνιστικό και ένα βυζαντινό ελαιοτριβείο, τα οποία θα λειτουργούν για την πολύτιμη προσφορά του ιδρύματος στα εκπαιδευτικά προγράμματα, που οργανώνει το ίδιο για τα σχολεία, αλλά και τις ανάγκες των μεγαλυτέρων, να ενημερωθούν και γιατί όχι, να μάθουν.  

Μέχρι το λάδι της ελιάς να πάρει τη θέση του στο τραπέζι, μια ολόκληρη διαδικασία έχει μπει σε λειτουργία. Μια διαδικασία που ξεκινά το φθινόπωρο με το μάζεμα του καρπού και μέχρι να ολοκληρωθεί πολλές φορές, ειδικά τα παλιά χρόνια, έφτανε Φλεβάρης και Μάρτης. Όμως εκείνα τα χρόνια ήταν μια ασχολία που έδινε χαρά στους κατοίκους της υπαίθρου και συνοδευόταν πάντα από συμπεριφορές που έχουν περάσει βαθιά πλέον, στην παράδοση του κάθε τόπου. Για πολλούς, που τα παλιά τα χρόνια πήγαιναν εργάτες στο μάζεμα της ελιάς αποτελούσε και ένα είδος εσωτερικής μετακίνησης και σαφώς μια όχι τόσο προσοδοφόρα εργασία αφού δεν υπήρχε αμοιβή σε χρήμα, αλλά σε είδος. Έτσι λοιπόν πολλοί ξεκινούσαν από μακριά με μόνο σκοπό την εργασία ‘’στις ελιές’’ μόνο για να έχουν λάδι στο σπίτι.  

Ειδικά στα ορεινά της Πίνδου στα χωριά της δυτικής Θεσσαλίας αλλά και πιο ψηλά (Τζουμέρκα – Γρεβενά – Κοζάνη – Νεάπολη κ.α.), καραβάνια ολόκληρα νοικοκυραίων με τις γυναίκες και τα παιδιά τους έκαναν πολυήμερες πορείες μέχρι το ευλογημένο Πήλιο και τα χωριά του, που εκείνα τα χρόνια έδιναν δουλειά όχι μόνο στους ντόπιους αλλά και στους εποχιακούς. Οι πορείες έβρισκαν κουρασμένους τους ‘’ορεινούς’’ που ‘’πέφτανε’’ για ύπνο σκεπασμένοι με τις κάπες τους στη μεριά των παραλιών του Βόλου. Οι Βολιώτες έτσι όπως τους έβλεπαν μονολογούσαν, ‘’ήρθαν οι Βλάχοι να μαζέψουν ελιές’’, ανεξάρτητα από τον τόπο καταγωγής των εποχιακών εργατών, που η μόνη τους αμοιβή όπως είπαμε πιο πάνω ήταν το πολύτιμο λάδι για να ξεχειμωνιάσει η οικογένεια. 

Μετά το μάζεμα, που είχε τους δικούς του κώδικες, ημερομηνίες και χρήσεις(6), ερχόταν η σειρά του αλέσματος στους μύλους ή στα λιοτρίβια. Εκεί, η παράδοσή μας συναντά τον θρυλικό χιλιοτραγουδισμένο μυλωνά ή ‘’λιοτριβιάρη’’, άλλο βασικό πρόσωπο στην ελαιοπαραγωγή. Ήταν αυτός που κανόνιζε το πότε ο κάθε νοικοκύρης θα αλέσει, ήταν εκείνος που μαζί με τους μαστόρους ή ‘’πασπαλιάρηδες’’, δεν σήκωναν κεφάλι μέχρι να ολοκληρωθεί το άλεσμα και αυτός που έπαιρνε πρώτος το ‘’δίκιο’’, το ‘’μερτικό’’ ή ‘’λιοτριβιάτικο’’ του από το λάδι του νοικοκύρη. Ανάλογα την εποχή που αναφερόμαστε ήταν και τα ελαιοτριβεία, ζωοκίνητα, χειροκίνητα από τ’ αρχαία χρόνια, ατμοκίνητα, πετρελαιοκίνητα (19ος – 20ος αι.), μέχρι τις μέρες μας που όλα γίνονται αυτόματα. 

Τα ελαιοτριβεία είναι μεμονωμένα πέτρινα κτήρια ή συγκροτήματα (για λάδι και διάφορα είδη απο αλεύρι), συνήθως έξω από το χωριό, πολλές φορές μέσα στους ελαιώνες με ψηλές πλίθινες καμινάδες. Μια συνηθισμένη ονομασία, τότε στα πρώτα βήματα της εκβιομηχάνισης ήταν το ‘’Σύγχρονον Μηχανοκίνητον στην αρχή, και αργότερα Ηλεκτροκίνητον Ελαιουργείον’’. Η χωροταξική οργάνωση αυτών των πρώτων βιομηχανικών κτιρίων διαφέρει από τόπο σε τόπο, ανάλογα τον χώρο και το χρόνο που είναι χτισμένα, (ενδεικτικά δες Σαμοθράκη τ. Ε’, 76, 78, 87, 88, 91, και www.iama.gr/ethno/mytilini/stratis.html).  

Στην αρχή δημιουργούνται ελαιοτριβεία μονόχωρα. Πρόκειται για μακρόστενα κτήρια 25 ή και παραπάνω μέτρων με αποθηκευτικούς χώρους για τον καρπό της ελιάς που ενσωματώνονται στο κτίσμα. Τα νέα αυτά κτίσματα αντικατέστησαν στο τέλος του 19ου αρχές 20ου αιώνα, τους μικρότερους ελαιόμυλους, λιοτρίβια ή λιόμυλοι, που είχαν σαν κινητήρια δύναμη τα ανθρώπινα χέρια, ή τη δύναμη των ζώων και το νερό. Ελάχιστα από αυτά τα κτήρια, που εντυπωσιάζουν, τόσο για την αρχιτεκτονική τους όσο και από τον τρόπο που εντάσσονται μέσα στο περιβάλλον, σώζονται σε αξιοπρεπή κατάσταση στις μέρες μας. Θα ήταν σημαντικό η τοπική αυτοδιοίκηση, οι συνεταιρισμοί αλλά κι οι απλοί κάτοικοι των οικισμών όπου βρίσκονται τέτοια κτήρια – βιομηχανικά μνημεία, να βρουν τρόπους ώστε αυτά να ξαναζωντανέψουν έστω και αν αλλάξουν χρήση.  

Είναι τόσο παλιά η ιστορία της ελιάς και του λαδιού που πάντα θα υπάρχουν και άλλα ενδιαφέροντα να ειπωθούν, όπως για παράδειγμα οι τριάντα δύο ανακοινώσεις του Δ’ Τριήμερου Εργασίας του Πολιτιστικού Τεχνολογικού Ιδρύματος ΕΤΒΑ, που έγινε στην Καλαμάτα, με θέμα την ιστορία της Ελιάς και του λαδιού, απο την αρχαιότητα ως το 1940. Παρουσιάστηκαν πολλές μελέτες ελαιοτριβείων, απο ιστορικούς, εθνολόγους, αρχιτέκτονες και αρχαιολόγους, ο ρόλος τους στην οικονομία των οικισμών αλλά και της Χώρας, η θέση της ελιάς και του λαδιού στη διατροφή, απο τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα. Όλα αυτά, με τις πλήρεις ανακοινώσεις – εισηγήσεις και τη βιβλιογραφία, περιλαμβάνει το βιβλίο ‘’Ελιά και Λάδι’’ που θα το βρείτε στο πωλητήριο του μουσείου. 

Το βέβαιο είναι, μετά την επίσκεψη σε αυτό το μουσείο, ότι αλλάζει ο τρόπος που αντικρίζουμε τα εκθέματα. Είναι τόσο οικείος ο χώρος, θαρρείς κι’ έχεις ξανάρθει. Πιστεύω, και το πιστεύουν πολλοί, ότι αυτό είναι το σημαντικό σε τέτοιους χώρους. Να προβάλουν την κάθε ιστορία, τα τόσο διαφορετικά πολλές φορές με τα καθ’ υμάς πολιτιστικά στοιχεία, του κάθε τόπου με τέτοιο τρόπο που να γίνονται κτήμα του κάθε επισκέπτη, ανεξάρτητα των πολιτιστικών στοιχείων και του τόπου καταγωγής. 

Αυτός είναι ένας, από τους πολλούς λόγους που ανάμεσα από εκατό συμμετοχές, το ακτινοβόλο θεματικό Μουσείο της Ελιάς στην Σπάρτη απέσπασε το πρώτο βραβείο της κατηγορίας, ‘’Έργα του ευρύτερου δημόσιου τομέα’’ στον διαγωνισμό ‘’βραβεία αρχιτεκτονικής 2004’’, που διοργάνωσε το Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής, ως ένα από τα καλύτερα κτήρια της τελευταίας πενταετίας στην Ελλάδα. 

Σημειώσεις:  

(1)Στην Ελλάδα υπάρχουν δεκάδες ελαιοτριβεία (Κρήτη, Μυτιλήνη, Λήμνος, Πήλιο κ.α.), που παρουσιάζουν την λειτουργία τους. Ενδεικτικά δείτε το ελαιοτριβείο Χέλμη και το ελαιοτριβείο Λεμπέση στην Άνδρο: www.musioelias.gr  Σε άλλες χώρες υπάρχει μια πιο ολοκληρωμένη μουσειακή άποψη, ενδεικτικά δείτε τα: www.foodmuseum.com/olive.htm 
www.museodellolio.com 
www.travelwithachallenge.com/Turkey_Olive.htm 
www.smith.edu/hsc/museum/ancient_inventions/hsc07b.htm
www.gemsinisrael.com/e_article000008702.htm
 
www.museionline.it/eng/cerca/museo.asp?id=4834
 

(2) Το μουσείο της Ελιάς και του Ελληνικού λαδιού είναι το τρίτο κατά σειρά που δημιουργεί το Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς (ΠΙΟΠ). Το πρώτο ιδρύθηκε το 1990 στο Σουφλί και δεν είναι άλλο από το περίφημο Μουσείο Ελληνικής Μετάξης στο αρχοντικό Κουρτίδη (δες Νομός Έβρου ταξίδια, τ. Β’, 39). Το δεύτερο δημιουργήθηκε το 1997 στην Δημητσάνα που, από τότε εκτός από την ιστορία της, υπερηφανεύεται και για το διάσημο Μουσείο Υδροκίνησης που προσελκύει πάνω από σαράντα χιλιάδες επισκέπτες το χρόνο. Αυτό το συνεχώς επεκτεινόμενο με σταθερότητα, δίκτυο μουσείων, αποτελεί μια μοναδική πολιτιστική παρέμβαση. Στόχος του είναι να μεταδώσει μια άλλη αντίληψη στις τοπικές κοινωνίες και τη νεολαία, που μακροπρόθεσμα θα αποτελέσει οδηγό για τη κινητικότητα τη δραστηριότητα και την ενίσχυση της περιφέρειας.

 (3)Το οποίο για τον πρώτο νικητή στους παίδες συνοδευόταν από τριάντα παναθηναϊκούς αμφορείς και έφτανε τους εβδομήντα στους άνδρες, ανάλογα το αγώνισμα. Με χωρητικότητα 35 – 40 κιλά λάδι ο καθένας συμπεραίνουμε ότι ο νικητής κέρδιζε, εκτός τον κότινο, και δυόμισι τόνους λάδι που σε άλλα αθλήματα μπορούσε να φτάσει το διπλάσιο. Όπως είναι φυσικό τέτοιες ποσότητες λαδιού, δεν ήταν δυνατό να καταναλωθούν από τους ίδιους τους νικητές, και το πιθανότερο ήταν να διοχετεύονται στην αγορά. Συγκρίνοντας το κόστος του λαδιού με το ημερομίσθιο ενός εργάτη, διαπιστώνουμε ότι το έπαθλο αντιστοιχούσε σε ημερομίσθια τουλάχιστον πεντέμισι χρόνων. Το τεράστιο οικονομικό αντίκρισμα έχει χρησιμοποιηθεί συχνά ως επιχείρημα, για να υποστηριχθεί πως ο ερασιτεχνισμός στους αθλητικούς αγώνες της κλασσικής περιόδου, και ο αγώνας μόνο για το στεφάνι, δεν είναι παρά ένας μύθος, (Πέτρος Βαλαβάνης, ελιά και λάδι σελ 71).

(4)Κατά τη Παλαιά Διαθήκη, το περιστέρι που άφησε ο Νώε, επέστρεψε κρατώντας ένα κλωνάρι ελιάς, δείγμα του ότι τα νερά του κατακλυσμού, είχαν υποχωρήσει και η στεριά φαινόταν πλέον. Κατά τους Χριστιανικούς χρόνους η ελιά ήταν το ευλογημένο δέντρο του Χριστού.

(5)Επαρχία Κολχίδος το σύγχρονο Σοχούμι στη Γεωργία, αρχαία ελληνική αποικία που ίδρυσαν οι Μιλήσιοι, τον 7ο π.Χ. αι.  

(6) Το πρώτο μάζεμα ή πρώτο χέρι ξεκινούσε Αύγουστο ή Σεπτέμβρη με τα πρωτοβρόχια και λεγόταν ‘’κουρούκι’’ ή ‘’χαμάδες’’ (Τριφυλία). Τότε έπεφταν κάτω οι σακάτ’ κες (χαλασμένες) που χρησίμευαν περισσότερο για σαπούνι. Το δεύτερο χέρι ήταν το ‘’ντίπ’’ (ξεκαθάρισμα; ή τσάμπα κούραση) και είχε άμεση σχέση με τις καιρικές συνθήκες. Αν είχε αέρα ή βροχή και έπεφταν από το δέντρο τις μάζευαν, αν όχι τις άφηναν πάνω χωρίς να κάνουν τίποτα. Το τρίτο χέρι ήταν το κανονικό μάζεμα, ‘’χαμάδες’’ στη Τριφυλία, ‘’βεντέμα’’ στα Κύθηρα, ‘’λούρο’’ στη Ρούμελη, ‘’γκρέμισμα’’ στο Βόλο, ‘’ντέμπλα’’ στις περισσότερες περιπτώσεις, ονομασία από το ραβδί (ή ράβδος, κοκκολόημα, τ’ απόραβδα στην Τριφυλία), που χρησιμοποιούσαν για το ράβδισμα του δέντρου, τότε που ο καρπός είχε ‘’δέσει’’, είχε μαυρίσει και ήταν έτοιμος για τη μεταφορά στο σπίτι όπου τον στράγγιζαν από το νερό σε σχάρες. Από το τρίτο χέρι προερχόταν κατά σειρά, οι επιτραπέζιες ελιές, το λάδι της χρονιάς και η ‘’μούργα’’ ή ‘’μούρκα’’ απ’ όπου έφτιαχναν σαπούνι. 

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ 

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης 

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: Όθωνος και Αμαλίας 129, τ.κ. 231 00 Σπάρτη, 2731089315 fax: 2731089325. Πολιτιστικό ίδρυμα ομίλου Πειραιώς – υπηρεσία μουσείων – γραφείο Αθηνών 2103219523. 

ΩΡΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ: Καθημερινά 10:00 – 16:00, κλειστά κάθε Τρίτη και όπως όλα τα μουσεία, στις επίσημες αργίες, Μ. Παρασκευή έως τις 12:00, 25/26 Δεκεμβρίου, 1η κάθε έτους, 1η Μαΐου, Κυριακή του Πάσχα, 15 Αυγούστου, 26 Νοεμβρίου. 

ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ: Γενική είσοδος 2 ευρώ, μειωμένο 1 ευρώ, άτομα με αναπηρίες ελεύθερα. 

ΕΚΔΟΣΕΙΣ: Στο πωλητήριο υπάρχει δυνατότητα αγοράς όλων των βιβλίων, των οδηγών και των εργασιών που έχουν εκδοθεί ή επανεκδοθεί από το ίδρυμα. Για τους ανυπόμονους υπάρχει και η λύση του διαδικτύου όπου βλέπει τις εκδόσεις και κατόπιν τις παραγγέλνει με αντικαταβολή, από τον επίσημο αντιπρόσωπο, τις εκδόσεις ‘’Κατάρτι’’ Μαυρομιχάλη 9, τ.κ. 106 79 Αθήνα, 2103601271, 3604793. 

ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ: www.piop.gr / e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.  Με πρωτοβουλία του Πολιτιστικού Ιδρύματος Πειραιώς, υπάρχει στο διαδίκτυο ένας τόπος αφιερωμένος στην ελιά και το ελαιόλαδο. Πρόκειται για το www.oliveoilmuseums.gr η ιστοσελίδα των Μουσείων Ελιάς της Μεσογείου (25 μουσεία) που χρηματοδοτήθηκε από το Γ’ ΚΠΣ (ΠΕΠ Πελοποννήσου 2000 – 2006), στο πλαίσιο υλοποίησης της β’ φάσης του Μουσείου Ελιάς και Ελληνικού Λαδιού. 

Περισσότερες πληροφορίες για το ΜΟΥΣΕΙΟ ΕΛΙΑΣ στην ΣΠΑΡΤΗ την ΕΛΙΑ και το ΛΑΔΙ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:  

Α’         Αυτοτελή Βιβλία 

  • Γενναίος Γ. Γαρδίκης / Γεωργική και Συνεταιριστική Ανθοδέσμη / Ηλιούπολη Αττικής 1957
  • Γεωργίου Α. Μέγα / Ζητήματα Ελληνικής Λαογραφίας τ. 3 / Ακαδημία Αθηνών ανάτυπο 1950
  • Δημήτρης Λουκόπουλος / Γεωργικά της Ρούμελης / εκδόσεις Δωδώνη1983 
  • Δημήτρης Σ. Λουκάτος / Τα φθινοπωρινά / εκδόσεις Φιλιππότη / Αθήνα 1995 
  • Ελιά και Λάδι / τριήμερο εργασίας – Καλαμάτα, 7 – 9 Μαΐου 1993 / έκδοση Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ / Αθήνα 1996
  • Μυρσίνη Λαμπράκη / Λάδι – γεύσεις και πολιτισμός 5.000 χρόνων / εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα / Αθήνα 2000
  • Μανώλης Δαπόντες / Ένας αιώνας Κύθηρα / Κύθηρα 2004
  • Λαογραφικά Σύμμεικτα / Ελιά / έκδοση Ελληνοδασκάλων νομού Αργυροκάστρου / Αργυρόκαστρο 2004 

Β’         Αφιερώματα περιοδικών 

  • Αγγελική Μήλλα / Δυο σταγόνες Λάδι / περιοδικό Γεύση τ.11 1990
  • Γιώργος Χαραλαμπόπουλος / Το Λάδι στην Αρχαία Ελλάδα / περιοδικό Γεύση τ.23 1991
  • Άρτεμις Τζίτζη / Ελληνικό Ελαιόλαδο Α’ & Β’ ομότιτλο μέρος / περιοδικό Γεύση τ.28 – τ.29 1992
  • Κώστας Μπαζαίος / Αναζητώντας την ψυχή του ελαιόλαδου / περιοδικό Διατροφή και Υγεία τ.56 Ιούνιος 1993
  • Μινωική και Μυκηναϊκή Διατροφή / συλλογικό / Αφιέρωμα 7 ημερών Εφημ. Καθημερινή 23/4/2000
  • Ναταλί Χατζηιωάννου / Στο μουσείο του λαδιού / περιοδικό & 7 ένθετο στην εφημ. Ελευθεροτυπία 20/4/03
  • Τάνια Γεωργοπούλου - Κανάρης Τσίγκανος / Το Μουσείο της Ελιάς και του Ελληνικού λαδιού στην Σπάρτη / περιοδικό ΟΙΚΟ τ.8 ένθετο στην εφημ. Καθημερινή Μάιος 2003
  • Τάνια Γεωργοπούλου - Κανάρης Τσίγκανος / the Blauel oil story / περιοδικό ΟΙΚΟ τ.8 ένθετο στην εφημ. Καθημερινή Μάιος 2003
  • Τάνια Γεωργοπούλου - Κανάρης Τσίγκανος / Το χωριό Κεφαλάς Σπάρτης και το βιολογικό λάδι του / περιοδικό ΟΙΚΟ τ.12 ένθετο στην εφημ. Καθημερινή Σεπτέμβριος 2003
  • Συλλογικό / Έλαιον το Σεπτόν / Αφιέρωμα 7 ημερών Εφημ. Καθημερινή 28/3/04
  • Τάνια Γεωργοπούλου – Αθηνά Καζολέα / Από το δέντρο στο μπουκάλι / περιοδικό ΟΙΚΟ τ.28 ένθετο στην εφημ. Καθημερινή Ιανουάριος 2005
  • Ντόση Ιορδανίδου - Κανάρης Τσίγκανος / Τα Μετάλλια της Ελληνικής Αρχιτεκτονικής / περιοδικό ‘’Κ’’ τ.86 ένθετο στην εφημ. Καθημερινή 23/1/05 

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες 

  • Νίκου Μιχελάκη / Λάδι – απο το χύμα στην τυποποίηση / εφημ. Βήμα 12/9/99
  • Ελένη Πετάση / Λάδι / εφημ. Ελευθεροτυπία 1 Οκτωβρίου 2000
  • Γιώτα Συκκά / Ένα μοντέρνο μουσείο για την πολύτιμη ελιά / εφημ Καθημερινή 20/4/03 και στο: www.kathimerini.gr/4dcgi/ _w_articles_civ_764403_20/04/2003_60773

 ΗΠΕΙΡΟΣ (5224λέξεις)

ΚΟΝΙΤΣΑ – ΚΕΦΑΛΟΧΩΡΙ – ΠΛΑΓΙΑ

(Γράμμος 3η εργασία από 8)  

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Απρίλιος 2005

Από τα Μαστοροχώρια στο Γράμμο

Μετά τα πανέμορφα μαστοροχώρια, τον σημερινό πυρήνα τους, το παραδοσιακό Πληκάτι και το ξακουστό βλαχοχώρι Αετομηλίτσα με τα εξαιρετικά φυσικά θέλγητρα τους, και τις διαφορετικές οδικές προσεγγίσεις που αποκαλύψαμε στο περασμένο αφιέρωμα· κατηφορίζουμε προς την κοιλάδα του Σαραντάπορου, και την κεντρική οδό επικοινωνίας Κοζάνης – Κόνιτσας – Ιωαννίνων. 

Ο ομώνυμος ποταμός, με μήκος 40 χλμ, αποτελεί το φυσικό όριο ανάμεσα στο Γράμμο και το Σμόλικα. Δεν εντυπωσιάζει με την ποσότητα των νερών του, όμως γητεύει τους επισκέπτες, χαρακτηρίζοντας όλη τη περιοχή και την ενότητα των Μαστοροχωρίων που βρίσκονται κατά μήκος της πορείας του, προσφέροντας απλόχερα απολαυστική οδήγηση για πολλά χιλιόμετρα σε μια από τις ωραιότερες διαδρομές στην Ελλάδα. 

Από τον κεντρικό δρόμο, πολύ κοντά, βρίσκονται δύο ονομαστοί οικισμοί, η Θεοτόκος (παλιά Φετόκο και Φιτόκο) δίπλα στο ποτάμι, και ψηλότερα η Λαγκάδα, (παλιά Μπλίσ(δ)ιανη). Λαμπρά μαστοροχώρια της Λάκκας Σαραντάπορου, μιας ιδιαίτερης ανθρωπογεωγραφικής ζώνης, είναι βέβαιο ότι μαζί με τη Καστανέα (παλιά Καστάνιανη) και τη Δροσοπηγή (Κάντσικο), θα αποτελέσουν θέμα για επόμενο αφιέρωμα, ώστε να παρουσιαστεί όσο το δυνατόν ολοκληρωμένος ο Δήμος Μαστοροχωρίων(1) και η ευρύτερη περιοχή που έζησαν και δημιούργησαν, οι φημισμένοι μαστόροι της πέτρας και τα ‘’μπουλούκια’’ τους. Αν υπάρχει χρόνος για επίσκεψη, αξίζει σε κάθε περίπτωση να τα εξερευνήσετε, ειδικά την παλιά Θεοτόκο με την μισογκρεμισμένη εκκλησία του Αγίου Δημητρίου και το ξωκλήσι του Αγίου Αθανασίου. 

Η άλλη διαδρομή που προτείνουμε, προς Κεφαλοχώρι – Πλαγιά (Γράμμος 3ο), και Χρυσή – Πευκόφυτο – Αρένες (Γράμμος 4ο), είναι αυτή που ξεκινά στη συνέχεια το τρίτο ταξίδι - γνωριμία με τον ορεινό χώρο της Βόρειας Πίνδου και το Γράμμο. Πολύ σύντομα, από τη δστ. της Αετομηλίτσας θα φτάσετε στο παραποτάμιο Κεφαλοχώρι (πριν το 1928 Λούψικο, πριν το 1978 Λυκόρραχη στα 680 μ. υψ. 37 χλμ από Κόνιτσα, στο εξής Κ.). Ένα θαυμάσιο χωριό σε πολύ όμορφη τοποθεσία, κάτω από την κορυφή ‘’Μάρμαρα’’ με φαρδείς δρόμους, και αυλές γεμάτες λουλούδια και οπωροφόρα δέντρα. 

Το έντονο ανάγλυφο του εδάφους σε συνδυασμό με την πληθώρα μικρών και μεγάλων χειμάρρων είδαμε (ταξίδια τ. ΣΤ’, 198, 216), ότι σε όλη την ιστορία της επαρχίας Κόνιτσας δημιούργησαν μεγάλα προβλήματα και κατολισθήσεις. Φοβερές ζημιές έχουν καταγραφεί, με αποτέλεσμα την αναγκαστική εγκατάλειψη χωριών όπως η Πλαγιά, η Θεοτόκος, και το Λούψικο, που μεταφέρθηκε σε αυτή την τοποθεσία το 1977, στη θέση της κοινότητας Αμπέλια. Εκείνη την εποχή (1970), είχε ολοκληρωθεί η εθνική οδός Ιωαννίνων – Κοζάνης και η διοίκηση αποφάσισε να χτιστεί εδώ το νέο χωριό, δίπλα από τον δρόμο, σε μια προσπάθεια – συμβολή, στην ανάπτυξη όλης της περιοχής που εκείνο τον καιρό ερήμωνε. Τον επόμενο χρόνο (1978), μετονομάστηκε σε Κεφαλοχώρι επιβεβαιώνοντας αυτή τη πρόθεση. 

Σήμερα αποτελεί ένα από τα πιο ζωντανά χωριά της περιοχής, περιλαμβάνεται στο Δήμο Μαστοροχωρίων, είναι έδρα του δημοτικού σχολείου, και του κέντρου φροντίδας οικογένειας του δήμου. Οι υποδομές δεν είναι φανταχτερές, όμως υπάρχει η φιλοξενία και η εξυπηρέτηση στον όμορφο ζεστό χώρο, του Δημήτρη και της Ναυσικάς Φασούλη. Στον ξενώνα τους, δίπλα από το τζάκι θα γευθείτε ντόπια εδέσματα και αληθινό ηπειρώτικο τσιπουράκι, χωρίς γλυκάνισο. Κοντά, είναι και η ταβέρνα ‘’το σπιτικό’’ του Αναστάση Φασούλη. Και στα δύο στέκια θα βρείτε από καφέ μέχρι εξαιρετικής ποιότητας ψητά, και σπέσιαλ μυρωδάτα μανιτάρια από τα διπλανά δάση. Επίσης θα πάρετε πληροφορίες για πεζοπορικές ή οδικές διαδρομές ώστε να ανεβείτε στο παλιό Λούψικο, από τον μοναδικό βατό χωματόδρομο. 

Την καλοκαιρινή περίοδο, στο πανηγύρι του Προφήτη Ηλία, γίνεται μεγάλο γλέντι από την παραμονή, ενώ την επομένη όλοι ανεβαίνουν στο ξωκλήσι του Αγίου, στα 1800 μ. υψ., συνεχίζοντας τον εορτασμό. Επίσης, ο φιλοπρόοδος σύλλογος  Κεφαλοχωρίου Κόνιτσας (1983), οργανώνει αρκετές μουσικού περιεχομένου εκδηλώσεις, μεταξύ των οποίων είναι η πολυπληθής του καλοκαιρινού ανταμώματος των Κεφαλοχωριτών, με συνδιοργανωτή το δήμο Μαστοροχωρίων. Γίνεται κάθε χρόνο 12 – 13 Αυγούστου και είναι μια θαυμάσια ευκαιρία για τους επισκέπτες να παρακολουθήσουν τα δρώμενα. Χορευτικοί όμιλοι από τα γειτονικά μέρη με τις φορεσιές τους, χορωδίες γυναικών του χωριού αλλά και του δήμου, τραγουδούν παραδοσιακά τραγούδια διατηρώντας τη συλλογική μνήμη, προσπαθώντας με αυτές τις εκδηλώσεις να γνωρίσουν και σε άλλους, την πλούσια πολιτιστική κληρονομιά του τόπου. 

Πραγματικά οι Λουψιώτες από παλιά τραγουδούσαν όπου και να βρίσκονταν, ότι εργασία και να έκαναν, σε χαρές και λύπες, σε γιορτές και ειδικά σε αρραβώνες και γάμους. Μέχρι τις μέρες μας διασώζεται το, σπάνιο πια, αυθεντικό τραγούδι από μια ομάδα δεκατριών γυναικών του χωριού, που τις απολαύσαμε στο θέατρο Πέτρας της Πετρούπολης το Σάββατο 31 Μαΐου 2003. Άλλες ή μελλοντικές εμφανίσεις, δείτε στο: www.polyphonic.gr/4glavas.htm ή στην εφημ. Καθημερινή 25/5/03 και στο http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_572930_25/05/2003_64153  

Μια εξαιρετική δασική διαδρομή ξεκινά από τον παράλληλο στο ποτάμι της ‘’Λυγερής’’ δρόμο, (ντιβόϊκα των ντόπιων), που περνά, στα όρια του οικισμού τη στάνη, στο ‘’τουρκί’’, και ανηφορίζει προς το παλιό Λούψικο σε μια περιοχή με ξεχωριστό ενδιαφέρον. Η μετάβαση μέχρι εκεί από τον χωματόδρομο, διατρέχει το πυκνό πανέμορφο δάσος βελανιδιάς (δρυς), ενώ όσο ανεβαίνετε ψηλότερα αντικαθίσταται με τα ώριμα δάση πανύψηλης οξιάς. Όλη η διαδρομή είναι πέντε εκπληκτικά χλμ., μια πραγματικά σπάνια εμπειρία που αν έχετε enduro ή 4Χ4 δεν πρέπει να την προσπεράσετε αδιάφορα. Στο παλιό Λούψ’κο ή Λυκόρραχη στα 1000 μ. υψ., θα σας υποδεχτούν οι βοσκοί, οι μόνοι που πηγαίνουν εκεί πάνω τη καλοκαιρινή περίοδο συνεχίζοντας την κτηνοτροφική παράδοση. 

Αναφέρεται (Τσίου – Ράφτης, 15, 16), ότι γύρω στο 1800 υπήρχαν τρεις συνοικισμοί, ‘’Ράμστα’’, ‘’Μεσοχώρι’’, και ‘’Λούψικο’’ χωρίς να γνωρίζουμε από πότε υφίστανται. Η σημερινή βιβλιογραφία αναφέρει ότι πιθανά να είναι οι 70 οικογένειες βλάχων προσφύγων, που λόγω της καταστροφής της Μοσχόπολης (1η το 1769), εγκαταστάθηκαν στο Λούψικο (Pouqueville τ.Α’, 169 και Γκούτος, 27), ίσως και στη γειτονική Πλαγιά (Κουκούδης τ.Β’, 302). Το πιθανότερο όμως είναι να είναι λανθασμένη η αναφορά του Πουκεβίλ, αφού οι παλιότεροι κάτοικοι δεν θυμούνται κανένα ίχνος αυτής της εγκατάστασης, ούτε γνωρίζουν, ούτε μιλούν τη βλάχικη (βλ. Ευριπίδη Σούρλα, Ηπειρωτικά Χρονικά τ.4, 1929, Συμβολαί εις την Επαρχίαν Κονίτσης, 195 – 254). Εφ’ όσον εγκαταστάθηκαν στο Λούψικο, πιο κοντά στην αλήθεια είναι ότι μετακινήθηκαν ξανά, σε σύντομο χρονικό διάστημα. Οι δύο οικισμοί πάντως, εγκαταλείφθηκαν μετά το 1870 εξ αιτίας ληστρικών επιδρομών των Τουρκαλβανών. Η παράδοση διασώζει ότι πολλές οικογένειες αποτελούσαν την πρώτη κατοίκηση (Καρανικάδες, Τσιάδες, Φασουλαίοι, Κουταβασαίοι, Βουζαίοι), ενώ οι Σδουκάδες ήρθαν από το Μοναστήρι (Μπιτόλια). Άλλες πάλι έφτασαν από τα χωριά της Αλβανικής Κολώνιας (Κολωνιαραίοι), και οι Νουτσαίοι από τη Λάκκα Σουλίου. Αργότερα, φαίνεται ότι από άλλες επιδρομές διασκορπίστηκαν κυρίως στην Καστοριά, το Μοναστήρι, τα Γιάννινα, και την Κορυτσά. Όταν τα πράγματα ηρέμησαν, επέστρεψαν ξανά στους οικισμούς, και τις ασχολίες τους, κτηνοτροφία και γεωργία, πράγμα που διαπιστώνουμε και σήμερα από τους απογόνους, στον νέο οικισμό.

Οι Λουψιώτες ζούσαν πολύ φτωχικά. Η σοδιά της χρονιάς ήταν σε απόλυτη εξάρτηση από τις καιρικές συνθήκες. Έβρεχε, θα είχαν ψωμί, δεν έβρεχε, θα υπήρχε πρόβλημα στην οικογένεια. Οι οικονομικές συναλλαγές, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60, στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στην ανταλλαγή. Ο δικηγόρος πληρωνόταν με σακιά σιτάρι για να αναλάβει μια υπόθεση. Ο γιατρός, που τον έφερναν και τον επέστρεφαν στην Κόνιτσα με μουλάρι έπαιρνε αμοιβή κότες ή αυγά. Έπαιρναν (κυρίως από την Αετομηλίτσα), τυριά και βελέντζες, έδιναν φασόλια, καρύδια, γουρούνια, χόρτο, και άχυρο για ζώα (Τάτσης 207 – 208 & Γ. Σδούκος, Λυκόρραχη, 91). 

Το παλιό χωριό, υπήρξε ένα από τα κεντρικά θέατρα του πολέμου, και ‘’είδε’’, μαζί με τους κατοίκους το ξέφρενο πολεμικό χορό των επιχειρήσεων στις πρώτες τέσσερις μέρες της εισβολής των Ιταλών, την άτακτη υποχώρηση του αποσπάσματος Πίνδου, όπως και τις αιματηρές συγκρούσεις κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, της μελανότερης σελίδας στη νεότερη ιστορία μας. Άλλωστε, είμαστε στην περιοχή του Γράμμου, που ήταν ένας από τους επιδιωκόμενους προς κατάληψη στόχους των Ιταλών, και το βασικό καταφύγιο εφοδιασμού, οργάνωσης και νοσηλείας ανταρτών αργότερα (ταξίδια τ. ΣΤ’, 226 αναφέρονται οι θέσεις τους). Ανεξάρτητα της κατάληξης, σήμερα όλα αυτά τα επεισόδια της σύγχρονης ιστορίας, και τις τοποθεσίες που αυτά διεξήχθησαν τα σκεπάζει η λήθη και η μοναξιά.

Ότι έχει απομείνει από τον άλλοτε μεγάλο οικισμό, απλώνεται σε μια πανώρια πευκόφυτη κατηφορική πλαγιά του Γράμμου, ένα πολύ όμορφο θέαμα, ακόμα ομορφότερα όμως είναι όσα σώζονται. Ο ναός των Ταξιαρχών (1929), το ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, το σχολείο, και ο διατηρητέος βακούφικος νερόμυλος των Ταξιαρχών χτισμένος από ντόπιους μαστόρους το 19ο αιώνα. Στον μύλο άλεθαν μέχρι το 1970 οι Λουψιώτες, και οι κάτοικοι των γύρω χωριών την παραγωγή της χρονιάς (στάρι, καλαμπόκι, βρίζα), που τους εξασφάλιζε τροφή για την οικογένειά και τα ζωντανά τους. Μετά το νερόμυλο, είναι το εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου (1923), ανακαινισμένο το 2004 με το καλοκαιρινό πρόγραμμα εθελοντικής εργασίας του δήμου Μαστοροχωρίων.

Η περιοχή είναι ασύγκριτη για πεζοπορία αλλά και εξερεύνηση από τους δασικούς. Ένας απάτητος, πρασινισμένος από τη χλόη άγνωστος γενικά δρόμος, συνεχίζει ανηφορικά, και ανάμεσα από το Λούψικο και τον Προφήτη Ηλία διασταυρώνεται με την παλιά βλαχόστρατα που πηγαίνει στην Πλαγιά. Μετά την δστ. περνάει δίπλα από την κορυφή Οχυρό (1800 μ. υψ.), και συνολικά +/- 16 χλμ. από το παλιό χωριό βγαίνει στο λιβάδι στη θέση ‘’Καμπίτσιο’’, ένα κατάφυτο από οξιές τοπίο, όπου υπάρχει δστ. δεξιά για Χρυσή, αριστερά για Αετομηλίτσα. Πολύ όμορφες διαδρομές, που από το λιβάδι και πέρα είναι γνωστές μόνο στους οδοιπόρους, που κατευθύνονται από Αετομηλίτσα προς ‘’Αρένες’’ – ‘’Μυροβλήτη’’ ή Χρυσή, μέσω αυχένα ‘’τριγώνου’’ και ‘’στρούγκας Βέρμπη’’. Όσοι από την παρέα δεν ακολουθήσουν αυτή την επιλογή ή δεν ανέβουν καθόλου από το δασικό, μπορείτε να κανονίσετε συνάντηση στη Χρυσή (βλ. Γράμμος 4ο ), απ’ όπου θα έρθουν από το κεντρικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο. 

Στο Κεφαλοχώρι, το νέο χωριό, μπορείτε να επισκεφθείτε το λαογραφικό μουσείο, τη κεντρική εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (1985), με το άριστης τέχνης επιζωγραφισμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο, έργο του Χαράλαμπου Σκαλιστή, της γνωστής οικογενείας από το Γοργοπόταμο (Τούρνοβο) που έχουν σκαλίσει και το τέμπλο της μητρόπολης στα Γιάννινα (1830). Το τέμπλο μεταφέρθηκε από την εκκλησία των Ταξιαρχών, του παλιού χωριού. Λίγο πριν βγείτε στην ‘’εθνική’’, δεξιά σας, είναι η Αγία Τριάδα (1973), με αξιόλογη θέα προς τα υψώματα ‘’Ρόγγια’’, και ‘’Στούπη’’ στα 800 μ. υψ και τα δύο, ανάμεσα από τα οποία ξεχύνεται και ξεχωρίζει στο λαμπρό φως του ήλιου το γραφικό Κεφαλοχώρι με τις κατακόκκινες κεραμοσκεπές του.

Σε όλη τη διαδρομή, σας συνοδεύει ξέγνοιαστος ο Σαραντάπορος που κυλά στη φαρδιά κοίτη του προσφέροντας ωραία τοπία στους ταξιδιώτες, σε μια διαδρομή που ικανοποιεί όλες τις αισθήσεις. Σύντομα, πλησιάζετε εκεί που η κοιλάδα και το πέρασμα του ποταμού στενεύουν, στο διοικητικό όριο του νομού Ιωαννίνων, στα ‘’σύνορα’’ με τη δυτική Μακεδονία και το νομό Κοζάνης. Εκεί βρήκαν την ευκαιρία οι έμπειροι μαστόροι να γεφυρώσουν το ποτάμι με το επιβλητικό δίτοξο πέτρινο γεφύρι της Ζέρμας ή Κάντσικου στα όρια των χωριών Πλαγιά (Ζέρμα) και Δροσοπηγή (Κάντσικο). Ένα γνωστό μνημείο της περιοχής, που με τα οξυκόρυφα τόξα του έγινε το επίσημο ‘’σήμα κατατεθέν’’ για το δήμο Μαστοροχωρίων, που χρησιμοποιεί την ζωγραφική αποτύπωσή του στα έγγραφα και την αλληλογραφία του. Πότε χτίστηκε το περίτεχνο γεφύρι και από ποιους, κανείς δεν μπορεί να τεκμηριώσει με σιγουριά, οι μαρτυρίες του παρελθόντος, αναφέρουν ότι υπήρχαν στην περιοχή του γεφυριού επάλξεις, και άλλου είδους οχυρώσεις και ότι επισκευάστηκε στην αρχή του προπερασμένου αιώνα (Μαντάς, 40). Είναι το μοναδικό στην βασική κοίτη του ποταμού, και λόγω της θέσης του, είναι σίγουρο πως θα εξυπηρέτησε τόσο τα κοντινά ομώνυμα χωριά, όσο και τους προσκυνητές του μοναστηριού της Ζέρμας, που ιδρύθηκε και λειτούργησε ήδη από τον 15ο αιώνα. Σήμερα βλέπουμε ένα σύμπλεγμα από τρία γεφύρια το παλιό πέτρινο, το σιδερένιο του 1948 τύπου Bailey (Μπέλεϋ), και το τσιμεντένιο, με τρία διαφορετικά υλικά κατασκευής, χτισμένα στους τρεις τελευταίους αιώνες.

Στο σύνορο των δύο νομών είναι και τα ‘’τελευταία’’ δυο μαστοροχώρια από τα δώδεκα του Δήμου, η Δροσοπηγή, στη δεξιά πλευρά του Σαραντάπορου, και η Πλαγιά στις πλαγιές του Γράμμου. Οι Καντσιώτες μαστόροι (όπως και της Σλάτινας = Χρυσή), ξεχώριζαν σε ένα σημείο από τους άλλους, γιατί ήταν οι μόνοι που είχαν τη συνήθεια να δουλεύουν σε αντίθετες εποχές. Έφευγαν κατά τα μέσα Οκτωβρίου και επέστρεφαν τέλη Μαΐου, αφού στο χωριό, τους περίμεναν οι αμπελοκαλλιέργειες, τα κηπευτικά και βέβαια, η συνέχιση της παραδοσιακής βαρελοποιίας, ίσως η βασικότερη αιτία αυτής της ‘’παραξενιάς’’. Αυτό το ανορθόδοξο σύστημα, δεν τους εμπόδισε να εργαστούν και να διαπρέψουν σε όλη την Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό, ενώ στο χωριό, που θεωρείται ως ένα από τα καλύτερα διατηρημένα της επαρχίας, άφησαν σπουδαία δείγματα της δουλείας τους. Μη χάσετε την ευκαιρία για εξερεύνηση. 

Αριστερά σας, από τον ανηφορικό όλο στροφές δρόμο θα βρεθείτε σε τρία χλμ. στην ιστορική Ι. Μ. Ζέρμας, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα μοναστήρια της Κόνιτσας(2) και γενικότερα της Ηπείρου, που έχει ανακηρυχθεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο (ΦΕΚ 35/2-2-62 τ.Β’). Κατά παράδοση, χτίστηκε το 679, από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Κωνσταντίνο Δ’ Πωγωνάτο (668 – 685), στη θέση ‘’Παλιομονάστηρο’’. Όμως λόγω της κατολίσθησης του εδάφους ξαναχτίστηκε, εκεί που βρίσκεται σήμερα. Το μοναστήρι εντυπωσίασε τους ερευνητές με τον πλούτο και το δυναμισμό του σε όλη τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. 

Πρώτη και αξιόλογη περιγραφή της Μονής, με την συνεργασία του ηγουμένου της Διονυσίου Παπαδάτου, δημοσίευσε (Ηπειρωτικά Χρονικά 1930, σ.σ. 19 – 29), ο αείμνηστος δάσκαλος Χαράλαμπος Ν. Ρεμπέλης(3) (1887 – 1947), που διακρίθηκε για την προσφορά του στην επαρχία Κόνιτσας ιδιαίτερα δε, στη γενέτειρά του Βούρμπιανη. Από σπάνια και πανέμορφη λιθανάγλυφη επιγραφή στην εξωτερική επιφάνεια της Δυτικής πόρτας εισόδου του καθολικού, και από την κτητορική επιγραφή του, συμπεραίνουμε ότι θεμελιώθηκε το 1656, με χορηγία του προύχοντα από το Λινοτόπι Ιωάννη Νικολάου, και ανακαινίστηκε το 1802 με ηγούμενο τον Παρθένιο από την Πυρσόγιαννη. 

Χορηγοί ήταν οι Βουρμπιανίτες και Πυρσογιαννίτες Ρίζος ιερέας, Γεώργιος Παπαγιάννης και ο Κώστας Σούρλας, ενώ πρωτομάστορες ήταν οι Κώστας Δήμος και Σίμος από τη Βούρμπιανη (Τριανταφυλλόπουλος Α.Δ.29, (1973 – 1974), Χρονικά Β2,  621, 622  και Παπαγεωργίου – Πετρονώτης, Ζιώγας Φρόντζος, 242, σημ 72). Τεκμήριο ύπαρξης της μονής πριν το 1656 αποτελεί μια σφραγίδα, που αναφέρει ο ιερέας Παΐσιος(4), και που έχει χαραγμένη στο κέντρο της την εικόνα της Κοίμησης της Θεοτόκου, ενώ στην περιφέρεια υπάρχει επιγραφή: «Η ΚΙΜΗΣΙC ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ: ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΝ ΖΕΡΜΑC 1618» (Καμαρούλιας, τ. Α’, 200). Το μοναστήρι είναι από τα λίγα ιστορικά μνημεία της περιοχής, τρίκλιτη βασιλική με τρεις τρούλους, ένα στον κυρίως ναό, δύο στον πρόναο, και το μοναδικό στην Ήπειρο με αυτή την αρχιτεκτονική. 

Πάνω στους τρούλους φαίνονται, στενά σαν πολεμίστρες, τα παράθυρα (τέσσερα σε κάθε τρούλο, τοποθετημένα σε σχήμα σταυρού), που αφήνουν το φως να περάσει και να φωτίσει το εσωτερικό του ναού. Οι τοιχογραφίες του καθολικού έγιναν σε δύο ζωγραφικές φάσεις, οι παλιότερες, πολύ κατεστραμμένες σήμερα από τη μεγάλη φωτιά που ξέσπασε ‘’…τη νύχτα της Παρασκευής προς το Σάββατον της 1ης Μαρτίου του 1947 …‘’, (ο.π. 201)., καλύπτουν τον κυρίως ναό και τον εσωνάρθηκα. Στην ίδια πυρκαγιά καταστράφηκαν τελείως το ξυλόγλυπτο επιχρυσωμένο τέμπλο και τα κελιά. Αυτές που διασώθηκαν απεικονίζουν ολόσωμους αγίους και ιεράρχες, βοηθώντας στην εκτίμηση της τέχνης των δύο ζωγράφων. Η ανέγερση και αγιογράφηση του καθολικού έγιναν επί αρχιερατείας του επισκόπου Βελλάς Παχωμίου όπου ανήκε η μονή, τις ζωγραφικές εργασίες εκτέλεσαν ο Νικόλαος και ο Γεώργιος, αδέλφια του κτίτορα, οι οποίες αποτελούν το τελευταίο (1656), ως τώρα γνωστό επιτοίχιο έργο ζωγράφων από το Λινοτόπι Γράμμου(5), (Τούρτα, 41). 

Τελευταίος ηγούμενος, φαίνεται ο Διονύσιος Παπαδάτος, ο επονομαζόμενος Κουτλουμουσιανός, ένας λόγιος κληρικός που έφτασε εδώ κατόπιν προτροπής των Ζερματινών μαστόρων, την εποχή που δούλευαν στη μονή Κουτλουμουσίου στο Άγιο Όρος. Με τη στάση του, συσπείρωσε και οργάνωσε τους κατοίκους, ακόμα και από τα όμορα χωριά κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων. Το 1912 είχε οργανώσει ολόκληρο λόχο από αντάρτες, τους εξόπλισε μάλιστα με όπλα απ’ τη Λαψίστα (τη σημερινή Νεάπολη Κοζάνης), (Ηπειρωτικό Ημερολόγιο 1991, 317 και Καμαρούλιας τ. Α’, 200). Ήταν μυημένος στην ιδέα της απελευθέρωσης της Ηπείρου, και σπουδαίος ‘’αντάρτης’’ έλεγαν χαρακτηριστικά οι γεροντότεροι, τον θαύμαζαν ακόμα και οι Αλβανοί. Η Ιερά Μονή Ζέρμας εγκαταλείφθηκε το 1930, αφού πρόλαβε να χαρεί τη συμμετοχή της, ως θρησκευτικό, πνευματικό και παιδευτικό κέντρο, και τη συμβολή της στην ελευθερία της Ηπείρου και της Μακεδονίας. 

Στον ευρύτερο χώρο του μοναστηριού φαίνεται ο μισογκρεμισμένος μαντρότοιχος και τμήμα από τα ερειπωμένα κελιά (25 μεγάλα και άλλα τόσα υπόγεια το 1930), ενώ γύρω της, κατακλύζεται απο ωραίο δάσος βελανιδιάς. Σε αυτό το χώρο, κάθε δεκαπενταύγουστο που γιορτάζει, γινόταν και συνεχίζει να γίνεται μεγάλο πανηγύρι με τη συμμετοχή κατοίκων από τα γύρω χωριά αλλά και από ντόπιους παραθεριστές που ζουν σε άλλες πόλεις, ακόμα και στο εξωτερικό. Απέναντι, στις εντυπωσιακές πλαγιές του βουνού Μπουχέτσι (1700 μ. υψ.), ανάμεσα απ’ τα πεύκα, είναι η παλιά Ζέρμα, εγκαταλειμμένη σήμερα. 

Τα μικρά κιάλια βρίσκουν, έστω για λίγο και από μακριά, τα άλλοτε καλοχτισμένα πανώρια σπίτια, μισογκρεμισμένα σήμερα, την εκκλησία, και κάποιες αυλές ανάκατα με χώματα και κοτρόνες στα σοκάκια. Έρημη και προκλητική ταυτόχρονα, φαντάζει σαν αστραφτερό διαμάντι στα μάτια των ξένων οδοιπόρων που τι δε θάδιναν για να βρεθούν εκεί, και να περπατήσουν στους έρημους ‘’δρόμους’’ της, αγγίζοντας για λίγο τον ερειπιώνα. Το αλύχτισμα των σκυλιών, αναμφίβολα ήρεμων, το χρυσαφί σούρουπο που καταφθάνει και η έλλειψη σήμανσης, εξαλείφει γρήγορα τη διάθεση για πεζοπορία μέχρις εκεί. Από τις αρχές του 1980, λόγω των συχνών κατολισθήσεων, οι κάτοικοι την εγκατέλειψαν και μετακινήθηκαν απέναντι, στη θέση ‘’Κρούσενα’’, στο ίδιο υψόμετρο και πιο κοντά στο Μοναστήρι της Παναγίας όπου έχτισαν την καινούρια. Από τις αρχές της άνοιξης, τα καλοκαίρια, μέχρι αργά το Νοέμβρη, κάποιοι βοσκοί πάνε προς τα εκεί με τα κοπάδια τους. 

Ανηφορίζοντας για ένα χλμ. περίπου, θα βρεθείτε στο κέντρο της προσήλιας Πλαγιάς (πριν το 1955 Ζέρμα, στα 980 μ. υψ., 45 χλμ. από Κ.). Σχεδόν όλα τα σπίτια, η εκκλησία του Αγίου Δημήτριου (1988), και το πολιτιστικό κέντρο, είναι καινούργια με μεγάλες αυλές και κήπους με λουλούδια, πολλά λουλούδια που ζωντανεύουν το χώρο. Η Όμορφη θέα στις γύρω κορφές ειδικά προς τις πλαγιές του Σμόλικα, χαρακτηρίζει τον καινούργιο οικισμό. Στη μεγάλη περιποιημένη πλατεία βρίσκεται το καφενεδάκι – καταφύγιο του Γιάννη Παπαδημητρίου, ένας μοναδικά ζεστός χώρος για τους πενήντα περίπου κατοίκους που ξεχειμωνιάζουν στο χωριό. Εκτός από το γλυκόπιοτο τσιπουράκι και τη σπέσιαλ ομελέτα, με πιπεράτο λουκάνικο, ο Γιάννης θα σας εξυπηρετήσει με κάθε τρόπο. Η δεύτερη απασχόληση είναι η κτηνοτροφία, οπότε γνωρίζει όλες τις πεζοπορικές διαδρομές απ’ έξω, θα σας δώσει σίγουρες πληροφορίες πρόσβασης στην παλιά Ζέρμα αλλά και στη Χρυσή ή το Λούψικο αφού υπάρχουν ανοιχτοί δασικοί δρόμοι, οι παλιές βλαχόστρατες, που ενώνουν τα χωριά. 

Από εδώ καταγόταν ο οπλαρχηγός Γιαννούλης Ζέρμας (1854), που συνεργάστηκε με το Νικόλα Αδάμο και τους καπετάνιους, Λεωνίδα αρχικά (1877), και στην εξέγερση της Δυτικής Μακεδονίας το 1878 – 9 με τον Νταβέλη. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας (1881), και την προσάρτησή της στην Ελλάδα, διέλυσε το επαναστατικό σώμα του, και εγκαταστάθηκε στην Φάλαννα (προ του 1928 Τατάρ), Τιρνάβου. Τα κατορθώματά τους έγιναν τραγούδι, που τραγουδιέται ακόμα (δες Τσάγκα, Ζερματινά, 17). Και η Ζέρμα έβγαλε άξιους μαστόρους, άλλωστε το σπουδαιότερο δείγμα είναι το μαγευτικό από μια άποψη, παλιό χωριό. Εκεί υπάρχει ο  Άγιος Δημήτριος (1864), η πέτρινη κεντρική κρήνη (1750), το νεώτερο σχολείο (1927) και δεκάδες πετρόχτιστα δίπατα σπίτια· στο πρώτο πάτωμα – κατώγι – διανυκτέρευαν τα ζώα, και στο δεύτερο ήταν η κύρια κατοικία. Τα μπουλούκια των Ζερματινών, έφτασαν σε όλη την Ελλάδα (Αγρίνιο, Αμφιλοχία, Άγιο Όρος), όργωσαν την Ήπειρο, τη Θεσπρωτία, τη Θεσσαλία, αλλά και την Αλβανία(6), (Δέλβινο, Αργυρόκαστρο). 

Λιγότερο(7) γνωστό είναι, ότι στα βενετσιάνικα αρχεία, αναφέρεται ότι μαστόροι και αρχιτέκτονες απο τη Ζέρμα (γράφεται Germa), δουλέψανε στα Γιάννινα ενώ στη Λάκκα Σουλίου το 1750, χτίσανε την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου στο χωριό Μουκοβίνα (σημερινή Μπεστιά), όπως επίσης, ότι υπήρξε ένα, έστω μικρότερο, κέντρο αγιογραφίας. Το 1662 στη Μονή Κάμενας έξω από το Δέλβινο της Αλβανίας διαβάζουμε «δηα χυρος καμου του αμαρτολου Μιχαλις ζογραφος εκ κομις Ζέρμας» (Πουλίτσα, Επιγραφαί, 91). Είναι οι τόποι τέτοιοι εδώ πάνω, που έβγαλαν χιλιάδες λαϊκούς τεχνίτες που ταξίδεψαν χτίζοντας στον ευρύτερο χώρο της Βαλκανικής αλλά και σε όλη την Ελλάδα, επηρεάζοντας ιστορικά την πολεοδομία και την αρχιτεκτονική. Η ανάπτυξη της μαστορικής και η διάχυσή της για αιώνες σφράγισε ανεξίτηλα τον κοινωνικό βίο αυτού του μοναδικού μπουκέτου κοινοτήτων με απόγειο τον 18ο – 19ο αιώνα. 

Στις αρχές του 20ου αι., άρχισαν να αλλάζουν οι περιοχές δράσης, ήρθαν οι αιματηροί αγώνες του Μακεδονικού (1904 – 1908), και αργότερα οι Βαλκανικοί πόλεμοι (1912 – 1913), για την δημιουργία των πρώτων εθνικών κρατών στη περιοχή των Βαλκανίων. Αυτά με τη σειρά τους, έφεραν την ελευθερία για τη Μακεδονία και την Ήπειρο αλλά, και την χάραξη καινούργιων εθνικών συνόρων, την υπαγωγή σε νέα διοίκηση, και την εν γένει μετατροπή του έως τότε ενιαίου χώρου της Βαλκανικής. Η έλευση των καινούργιων υλικών και μεθόδων κατασκευής αποτέλεσε το κερασάκι στην τούρτα, από τη στιγμή που οι μεγάλες ‘’αγορές’’ των μαστόρων είχαν κλείσει. Από τότε αρχίζει η αποδόμηση και η παρακμή τόσο των ξεχωριστών αυτών κοινοτήτων όσο και αυτών των διαδεδομένων στην περιοχή επαγγελμάτων. Αποτελεί μια μεγάλη και τραγική αντίφαση της ιστορίας μας, το γεγονός ότι η πολυπόθητη απελευθέρωση σήμανε ταυτόχρονα την αρχή μιας πορείας προς την παρακμή των άλλοτε ανθηρών κοινοτήτων (ταξίδια τ. ΣΤ’, 217 και Πολιτιστική Γεωγραφία, Νομαρχία Ιωαννίνων, 85).

Αφήνοντας την περιοχή των πεντάμορφων μαστοροχωρίων, την μαγευτική αρχαία Περαυαία, βγαίνετε πάλι στον κεντρικό δρόμο, με κατεύθυνση το Επταχώρι. Από περιβαλλοντική άποψη αυτοί οι πετρόχτιστοι οικισμοί που γνωρίσατε, άλλοι κηρυγμένοι παραδοσιακοί άλλοι όχι, προσφέρουν ένα μοναδικό πολιτιστικό και αισθητικό περιβάλλον στους επισκέπτες τους, κυρίως, σε συνδυασμό με τη σαγηνευτική φύση και την πανίδα τους. Αυτός είναι ο λόγος που χρειάζεται σήμανση στα μονοπάτια και χάραξη εκ’ νέου, όπου χρειάζεται, πεζοπορικών ή ορειβατικών διαδρομών. Αυτά τα παρθένα οικοσυστήματα σε όλη την έκταση, διακρίνονται για την πληθώρα διάσπαρτων μικρών και μεγάλων θρησκευτικών μνημείων (ξωκλήσια, εκκλησίες, μονές), και κυριολεκτικά πλεονεκτούν έναντι άλλων, ‘’διάσημων’’ παραθεριστικών κέντρων, στα στοιχεία λαϊκού πολιτισμού, (πέτρινα γεφύρια, νερόμυλοι, πετράλωνα, κρήνες, νεροτριβές κ.α.). 

Είναι βέβαιο ότι οι προσπάθειες που καταβάλλονται για την αποτύπωση των μνημείων του χώρου, η δημοσιότητα που δίνεται σε συνδυασμό με την σήμανση, θα αναβαθμίσουν μακροπρόθεσμα την ποιότητα των προσφερομένων υπηρεσιών και θα αξιοποιήσουν με τον καλύτερο τρόπο, τις αναπτυξιακές προσπάθειες του δήμου Μαστοροχωρίων.

Σημειώσεις:

(1) Πέρα από τη λογική που επέβαλε το ‘’σχέδιο Καποδίστριας’’ για τους νέους δήμους της χώρας, τα μαστοροχώρια της περιοχής είναι περισσότερα από τα δώδεκα που περιλαμβάνει ο ομώνυμος Δήμος. Μαστοροχώρια ήταν η Βούρμπιανη, το Πληκάτι, οι Χιονιάδες, το Ασημοχώρι (Λισκάτσι), ο Γοργοπόταμος (Τούρνοβο), η Οξυά (Σέλτση), η Πυρσόγιαννη, η Καστάνιανη, η Λυκόραχη (Λούψικο), η Θεοτόκος (Φετόκο), η Δροσοπηγή (Κάντσικο), η Λαγκάδα (Μπλίζ(δ)ιανη), η Πλαγιά (Ζέρμα), ο Πύργος (Στράτσιανη), η Αγία Παρασκευή (Κεράσοβο), ο Αμάραντος (Ίσβορος), η Πουρνιά (Σταρίτσανη), το Γαναδιό, η Μόλιστα (Μεσαριά), το Μοναστήρι (Μποτσιφάρι), η Αγία Βαρβάρα (Πλάβαλη), η Πυξαριά (Μπλιθούκι), η Τράπεζα (Βράνιστα), ο Νικάνορας (Κορτίνιστα), η Πηγή (Πεκλάρι) και το Ελεύθερο (Γκριζμπάνι). Από τα γειτονικά Βλαχοχώρια, μαστόρους σε περιορισμένο αριθμό έβγαλε μόνο η Φούρκα στις πλαγιές του Σμόλικα (δες και www.mastorohoria.gr/index1.htm). Με έντονα γράμματα φαίνονται αυτά που ήδη έχουμε παρουσιάσει.

(2)Η κοιλάδα της Καραμουρατιάς (γύρω από τη Μεσογέφυρα Κόνιτσας), άκμαζε οικονομικά και πληθυσμιακά από το 13ο μέχρι τουλάχιστον τον 17ο αι. Εκείνη τη περίοδο υπάρχει γενικά μια μεγάλη κινητικότητα όσον αφορά τις μετοικεσίες πληθυσμών το χτίσιμο νέων μονών και εκκλησιών. Την ίδια εποχή με τη μονή Ζέρμας ιδρύθηκε ο ναός του Αγίου Νικολάου Καλόβρυσης, επίσης, λόγω της εγκατάλειψης του οικισμού Καλύβια Κλειδωνιάς (τέλη 16ου αι.), και ίδρυσης της ορεινής Λιτονιάουστας ή Κλειδωνιάουστας (η σημερινή Άνω Κλειδωνιά),  ιδρύονται οι δύο ναοί του οικισμού, του Αγίου Αθανασίου (1617), και του Αγίου Νικολάου (1620), όπως επίσης οι δύο μονές, των Αγίων Αναργύρων (1658), και των Αγίων Αποστόλων (1662). Αυτές που έχουν αφανισθεί πλέον, ιδρύθηκαν από τον 15ο με 17ο αι., στη Καστάνιανη (Καστανέα), η Μεταμόρφωση του Σωτήρα, στη Βούρμπιανη 4 μονές, στη Στράτσιανη (Πύργος), η μονή του Αγίου Συμεών και έπειτα της Αγίας Τριάδος κ.α. (Γκούτος, 57).

(3) Χαράλαμπος Νικ. Ρεμπέλης (1887 – 1947), απόφοιτος της Ζωσιμαίας σχολής Ιωαννίνων και του Μαράσλειου Διδασκαλείου Αθηνών (1909). Τα πρώτα χρόνια δίδαξε στην Βήσσανη Δελβινακίου (1910 – 1911), αλλά μετά, και επί 37 χρόνια, τον απορρόφησε η γενέτειρά του Βούρμπιανη. Ακούραστος δάσκαλος και πνευματικός φωτοδότης για τους μαθητές του, δημιούργησε μια εξαιρετική χαρτογραφική εργασία της περιοχής Κόνιτσας και την βραβευμένη εργασία του, ‘’Κονιτσιώτικα’’, που εκτός του πλήθους των λαογραφικών στοιχείων που περιέχει αποτελεί, ακόμα και σήμερα, πρότυπο για την φωνητική ακρίβεια της λαϊκής προφοράς. Επίσης, πρόσφερε την πρώτη παρουσίαση της Μονής Ζέρμας στο Ηπειρωτικό Ημερολόγιο (1911), (δες αναδημοσίευση στο περ. Κόνιτσα τ.120, 24 – 25,  Ιαν – Φεβ 2005), και στα Ηπειρωτικά Χρονικά (1930). Σκοτώθηκε από τους Αντάρτες στα γεγονότα του Μαΐου 1947, σε άγνωστη τοποθεσία του Γράμμου. Στο ιστορικό σχολείο στην Βούρμπιανη, υπάρχει η προτομή του (ταξίδια τ.ΣΤ’, 199).

(4)Παΐσιος Γ., ιερέας, Μικρά συμβολή εις την ιστορίαν της εκκλησιαστικής επαρχίας Βελλάς και Κονίτσης. ΙΓ’. Σφραγίδες (Ηπειρωτική Εστία, 18, 335 – 339, 1969). Αποτύπωμα της σφραγίδας βρέθε σε επιστολές του ηγούμενου της μονής Διονυσίου Παπαδάτου – Κουτλουμουσιανού – προς τον δάσκαλο της Βούρμπιανης Χαράλαμπο Ν. Ρεμπέλη, γραμμένες το 1910 – 1912.

(5) Το βλαχοχώρι Λινοτόπι, βρισκόταν σε μια κοιλάδα στην καρδιά του Γράμμου, πάνω στο δρόμο που οδηγούσε, στη περιοχή της Κολώνιας. Ευτύχησε να βγάλει, όπως όλα τα μαστοροχώρια, τεχνίτες που ασκούσαν τη ζωγραφική για επάγγελμα, αρκετές δεκαετίες πριν τους Χιονιαδίτες. Το κατερειπωμένο Λινοτόπι καταστράφηκε τα τέλη του 18ου αιώνα, έμεινε όμως η ζωγραφική τους. Αυτή, ‘’…παρουσιάζει πολυμορφία και εκλεκτικούς συγκερασμούς από διάφορες ζωγραφικές σχολές, πράγμα που επιτρέπει να γνωρίσουμε αρκετά καλλιτεχνικά ιδιώματα για το συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο και την εποχή αυτή’’ (Τούρτα, 11).

(6) Και μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου (1913) έχουμε μετακινήσεις ‘’μπουλουκιών’’ από Ζερματινούς μαστόρους, ‘’…πήγα στο Ντέλβινο, Αργυρόκαστρο, Ξηρόμερο. Χτίζαμε τούρκικα σαράγια. Πληρωνόμαστε μεροκάματο. Τα χρήματα ήταν πρώτα Ελληνικά, Ιταλικά και μετά Αλβανικά. Τα χρήματα τα χαλούσαμε στα Γιάννενα.Τα λέκια είχαν αξία τότε. Μια λιρέτα ήταν 3 δραχμές. Δώδεκα χρονών πήγα στο Ντέλβινο (δηλ. το 1922). Όταν ο πρωτομάστορας κούμπιαζε (κουραζόταν) τον διαδεχόταν ο άλλος. Βαστούσε ο άλλος το μπουλούκι. Οι Χρηστομητσαίοι είχαν πρωτομάστορα τον παππού Μήτση και παππού Κώτα. Τρώγαμε από τους νοικοκυραίους κυρίως κουρκούτια και κατσιαμάκι…’'. Από διήγηση του τελευταίου ‘’πετρά και πλακά’’ της Ζέρμας=Πλαγιάς Κωνσταντίνου Μήτση γεννημένου το 1910, στον Ιωάννη Β. Τσάγκα τον Ιούνιο του 1990. (Τσάγκας, τ. Α’, 104 - 105).

(7) Με την ευκαιρία αυτή πρέπει να υπογραμμιστεί ότι γενικότερα η γνώση μας για τους μαστόρους και τα μαστοροχώρια είναι λειψή, για δύο βασικούς λόγους. Αφ’ ενός υπήρχαν μαστοροχώρια κάποτε διαλάμψαντα, σήμερα ξεπεσμένα και ξεχασμένα ή λίγο γνωστά (ταξίδια τ.ΣΤ’, 196), αφ’ ετέρου καλλιεργείται η γνώση εκείνων των τόπων και των οικοδομών τους, που σήμερα βρίσκονται σε ελληνικό έδαφος. Μιλώντας για παραδοσιακούς αρχιτέκτονες και παραδοσιακή τέχνη, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα τότε πεδία δράσης δεν περιορίζονταν από τα σημερινά σύνορα. Και συνήθως μπορεί να κάνουμε μνεία για μακρινά ταξίδια των μαστόρων μας, αλλά κατά κανόνα αγνοούμε ότι πρωτομαστόροι με τα συνεργεία τους ορμώμενοι πέρα από τα σημερινά σύνορα, έρχονταν αθρόοι να χτίσουν στην χώρα μας, όπως στο Άγιον όρος και εκαλούντο και έως κάτω στην Πελοπόννησο (Πετρονώτης, ένας Σταριτσιώτης Πρωτομάστορας, 901).  

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 26550

ΔΙΑΜΟΝΗ: Κεφαλοχώρι ξενώνας Φασούλη Δημήτρη 81481, 6947402194, Επταχώρι οι ξενώνες Γακίδη 84081 και Τριανταφύλλου 84159, Αετομηλίτσα: Στο καταφύγιο, Θοδωρής Φερφέλης 6974389788, 31345.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Ανάλογα την εποχή που θα πάτε. Άνοιξη και φθινόπωρο δεν υπάρχει πρόβλημα όπου και να ‘’στήσετε’’. Στο παλιό Κεφαλοχώρι (Λούψικο) στην εκκλησία, ή στο νερόμυλο. Σε κάθε περίπτωση ρωτήστε πρώτα, μια που η περιοχή ελέγχετε αυστηρά από την αστυνομία και τους συνοριοφύλακες λόγω λαθρομεταναστών. Μην αφήσετε σκουπίδια.

ΦΑΓΗΤΟ: Κεφαλοχώρι ταβέρνα ‘’το σπιτικό’’ 81451 Φασούλης Αναστάσιος, Πλαγιά καφενείο Γιάννης Χ. Παπαδημητρίου 81295, 7, 6973492897.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Κόνιτσας 22191, Δήμος Μαστοροχωρίων 31269, 31111, Fax: 31112, Αστυνομία Κόνιτσας 22202, Πυρσόγιαννη 31216, Συνοριακή φύλαξη 31100, Α’ Βοήθειες Κόνιτσας 23111, Πυρσόγιαννης23111, 22222. Συνεργεία: Τούσιας Θωμάς 1ο χλμ, Ε.Ο. Κόνιτσας – Κοζάνης 22904, Ζώτος Νικόλαος 22910. Βουλκανιζατέρ: Αντωνίου Ευάγγελος, Κιλελέρ 1, 23081, Βαγενάς Σωτήρης 22818, Ντελής Σπύρος 22939. Τα συνεργεία & τα βουλκανιζατέρ που εντοπίσθηκαν είναι για αυτοκίνητα. 

ΧΡΗΣΙΜΑ: www.mastorohoria.gr www.konitsa.gr Ορειβατικός Σύλλογος Κόνιτσας 22464, Δασαρχείο 22498. Κάθε χρόνο τον Ιανουάριο συνήθως στις 16 ή 17 - ανάλογα πότε ‘’πέφτει’’ Σαββατοκύριακο - γίνεται στην Πυρσόγιαννη η ετήσια συνάντηση Πυρσογιαννιτών και φυσικά ανάμεσά τους είναι παλιοί, (όσοι έχουν μείνει) και νεώτεροι τεχνίτες της πέτρας.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Κόνιτσα όλες οι εταιρείες, Επταχώρι BP, 84064, και στον Πεντάλοφο. Άν κατευθυνθείτε προς το Γράμμο και τα χωριά του φροντίστε για ένα τετράλιτρο τουλάχιστον. Επόμενο βενζινάδικο έχει στο Νεστόριο. 

ΧΑΡΤΕΣ: Πλαστικοποιημένοι χάρτες ανά νομό που χωρούν στο tang Bag. Αγοράστε τον χάρτη Νο 20 ‘’Νομός Ιωαννίνων’’ & Νο 18 ‘’Νομός Θεσπρωτίας εκδόσεις  ‘’Ελλάδα’’ Κολοκοτρώνη 11 Αθήνα 2103222573, 3225241, Βενιζέλου 3 Θεσσαλονίκη 2310223063. Ο Ε.Ο.Τ. έχει βγάλει, (με την συνεργασία του Ε.Ο.Σ. Αχαρνών), 12 χάρτες για την οροσειρά της Πίνδου. Μεταξύ αυτών, είναι δύο που ενδιαφέρουν, ο Σμόλικας και ο Γράμμος σε κλίμακα 1:50.000. Αν δεν βρείτε εκεί (στον Ε.Ο.Τ. ή στον Ε.Ο.Σ. Αχαρνών) η μόνη λύση είναι η Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, Πεδίον Άρεως 2108842811. Αγοράστε 2 φύλλα 1:250.000 (1:50.000 δεν δίνουν εκτός και αν ζητηθούν από δημόσια υπηρεσία), Κοζάνη, Ιωάννινα.

ΒΙΒΛΙΑ: Σύγχρονη Πολιτιστική Γεωγραφία Νομού Ιωαννίνων, έκδοση Νομαρχίας Ιωαννίνων, Φύση και έργα ανθρώπων, έκδοση Κέντρου περιβαλλοντικής εκπαίδευσης Κόνιτσας.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: ΛΕ.Μ.Ι. (Λέσχη Μοτοσυκλετιστών Ιωαννίνων) Ανεξαρτησίας 130, Γιάννινα τηλ Fax 2651048501, http://lemimoto.freeshell.org Μ.Ο.Κ. (Μοτοσυκλετιστικός Όμιλος Καστοριάς) Τάνια Ρήμου, Περιοχή Χλόη, τηλ 2467026431, 6938045052. Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών, Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για το άρθρο ΚΕΦΑΛΟΧΩΡΙ – ΠΛΑΓΙΑ – ΧΡΥΣΗ – ΑΡΡΕΝΕΣ (Γράμμος 3ο & 4ο) αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Παναγιώτου Η. Πουλίτσα / Επιγραφαί και ενθυμήσεις εκ’ της Βορείου Ηπείρου / Ε.Ε.Β.Σ. έτος Ε’ 1928, 5 – 6.
  • Ανδρέας Στεφόπουλος / Παιδικά Παραδοσιακά Παιχνίδια από τη Χρυσή Καστοριάς / Ανάτυπο Μακεδονικών τομ. 12 / Θεσσαλονίκη 1972
  • Ανδρέας Στεφόπουλος / Το γλωσσάρι της Χρυσής Καστοριάς / Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών / Ανάτυπο ΙΗ Μακεδονικών / Θεσσαλονίκη 1978
  • Δημήτριος Ν. Τσίγκαλος / Τα Παλιοχώρια του Επταχωρίου / Β’ Συνέδριο Βοϊακής Εστίας - Πρακτικά / Βοϊακή Εστία Θεσσαλονίκης 1979
  • Ανδρέας Στεφόπουλος / Τροφές της Χρυσής Καστοριάς / Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων – δημοσιεύματα Λαογραφικού μουσείου, αρχείο αρ.3 / Γιάννινα 1981
  • Σπύρου Ι. Μαντά / Τα ηπειρώτικα γεφύρια / Τεχνικές εκδόσεις Αθήνα 1984
  • Αναστασία Γ. Τούρτα / Οι ναοί του Αγίου Νικολάου στη Βίτσα και του Αγίου Μηνά στο Μονοδέντρι - Αρχαιολογικό Δελτίο 44 / εκδόσεις Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων - Αθήνα 1991
  • Πρεσβ. Διονυσίου Τάτση / Γνωριμία με την Επαρχία Κονίτσης / Κόνιτσα 1993
  • F. Pouqueville / Ταξίδι στην Ελλάδα, Τα Ηπειρωτικά τόμος Α’ / Ε.Η.Μ. Γιάννινα 1994
  • Βασίλης Παπαγεωργίου – Αργύρης Πετρονώτης / Ο Πυρσογιαννίτης Πρωτομάστορας Ζιώγας Φρόντζος και τα έργα του / Ανάτυπο από το συλλογικό τόμο ‘’Η επαρχία Κόνιτσας στο Χώρο και το Χρόνο’’ / Δήμος Κόνιτσας 1996
  • Δημήτρης Καμαρούλιας / Τα μοναστήρια της Ηπείρου Α’ & Β’ / εκδόσεις Μπάστας – Πλέσσας Αθήνα 1996
  • Νιτσιάκου / Αράπογλου / Καρανάτση / Σύγχρονη Πολιτιστική Γεωγραφία Ν. Ιωαννίνων / έκδοση Νομαρχίας Ιωαννίνων 1998
  • Αγόρω Τσίου – Άλκης Ράφτης / Λούψικο Κόνιτσας / έκδοση διεθνούς οργάνωσης λαϊκής τέχνης – ελληνικό τμήμα και θέατρο ελληνικών χορών ‘’Δόρα Στράτου’’ Αθήνα 1999
  • Αστέριος Ι. Κουκούδης / Οι μητροπόλεις και η διασπορά των Βλάχων / εκδόσεις Ζήτρος / Θεσσαλονίκη 2000
  • Αργύρης Π. Π. Πετρονώτης / Ένας λίγο γνωστός Σταριτσιώτης πρωτομάστορας στη Ναυπακτία / Ανάτυπο από την έκδοση των πρακτικών του Β’ διεθνούς Ιστορικού και Αρχαιολογικού Συνεδρίου Αιτωλοακαρνανίας / Μάρτιος 2003
  • Χαρίλαος Γ. Γκούτος / Η επαρχία Κόνιτσας και η Μόλιστα επί τουρκοκρατίας / Αθήνα 2003
  • Ιωάννη Β. Τσάγκα / Κονιτσιώτικα – Ζερματινά Α’ / αυτοέκδοση Αθήνα 2004
  • Χαράλαμπου Ν. Ρεμπέλη / Κονιτσιώτικα / επανέκδοση του συλλόγου Ασημοχωριτών Αθηνών ‘’Η Πρόοδος’’ / Γιάννινα 2005

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Μάνος Πατέλαρος / Διάσχιση Πίνδου / περιοδικό ΜΟΤΟ τ.34 Οκτώβριος 1988
  • Ηλιάνα Ν. Φασούλη / Ο νερόμυλος του χωριού μου / περιοδικό Κόνιτσα τ. 92 Ιούνιος 2000
  • Θοδωρής Αθανασιάδης / Σαραντάπορος / περιοδικό ΓΕΩ τ. 239 13/11/04
  • Κώστας Β. Παπαδημητρίου – Κώστας Ζήνδρος / Το λημέρι των Μαστόρων / περιοδικό ΓΕΩ τ. 244 18/12/04
  • Χαράλαμπος Ν. Ρεμπέλης / Η Ιερά Μονή Ζέρμας (αναδημοσίευση από το Ηπειρωτικό Ημερολόγιο του 1911;)  Περιοδικό Κόνιτσα τ. 120 Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2005

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Σωτήρης Γοργογέτας / Οδοιπορικό στο Γράμμο και τα μαστοροχώρια / σειρά 19 άρθρων στην εφημερίδα ‘’Πρωινός Λόγος’’ Τρικάλων από 2/3/99 – έως 23/3/99

 ΝΗΣΟΣ ΚΥΘΗΡΑ - αρχ. Πορφυρούσα – Πορφυρίς, μεσ. Τσιρίγο (12268 λέξεις)

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Φεβρουάριος 2005

Ακροπέλαγη Οπτασία 

Τα Κύθηρα μαζί με τα Αντικύθηρα είναι τα ακραία όρια των αποκαλουμένων ‘’Επτανήσων’’ και της Ιονίου πολιτείας, αλλά διοικητικά, ανήκουν στο νομό Αττικής. Η μοναδική γεωγραφική τους θέση, νότια του ακρωτηρίου Μαλέας (κάβο Μαλιάς) της Πελοποννήσου, και στο σημείο επαφής τριών πελάγων μας, Αιγαίου (Μυρτώου & Κρητικού) Λιβυκού και Ιονίου τα έκανε να δεχθούν επιδράσεις τόσο από την Πελοπόννησο, όσο και από την Κρήτη. 

Νησί της Αφροδίτης, θεάς της ομορφιάς και του έρωτα, τα Κύθηρα είναι ιδανικός ρομαντικός προορισμός για ήσυχες διακοπές χειμώνα – καλοκαίρι. Υπάρχει τακτική συγκοινωνία κατ’ ευθείαν από τον Πειραιά, αλλά το καλύτερο είναι η διάσχιση της Πελοποννήσου και η προσέγγιση στη Νεάπολη του δήμου Βοιών (378 χλμ από Μεταμόρφωση - Αθήνα). Από το λιμάνι της φεύγουν καθημερινά τρία – τέσσερα δρομολόγια για την Αγία Πελαγία ή το Διακόφτι. 

Κατά τη μυθολογία, εδώ γεννήθηκε και λατρεύτηκε στους αρχαίους χρόνους, ως Ουρανία(1), η Αφροδίτη, που φαίνεται να είχε μεγάλο ιερό και την προσωνυμία Κυθέρεια. Η ανάδυση της θεάς από την θάλασσα των Κυθήρων, η ομηρική ‘’εϋστέφανος Κυθέρεια’’ είναι μια προσπάθεια των αρχαίων οικιστών να ερμηνεύσουν την ανάδυση της ίδιας της νήσου και να δικαιολογήσουν τον πλούτο των ευρημάτων από τη θαλάσσια ζωή που έχουν εντοπιστεί και στις μέρες μας σε πολλά ορεινά σημεία. Ο μύθος συνεχίζει, αφού φέρει την Αφροδίτη να προστατεύει τον Πάρι και την Ωραία Ελένη, όταν αυτός την έκλεψε από τη Σπάρτη, μεταφέροντας τη κατόπιν στα Κύθηρα για να προσφέρουν σπονδές στη θεά που τους βοήθησε, μέχρι να φυσήξει ούριος άνεμος ώστε να μπορέσουν να φύγουν για την Τροία. Όσο αφορά την κατοίκηση τον νησιού κατά τη διάρκεια των αρχαίων χρόνων, επιβεβαιώνεται ότι αυτό υπήρξε σημαντικό ναυτικό – εμπορικό κέντρο των Μινωιτών και κατοικείται συστηματικά ολόκληρη τη Μινωική εποχή (3000 – 1200 π.Χ), και τη Μυκηναϊκή (1400 – 1100 π.Χ.). 

Στους ιστορικούς χρόνους, λόγω της πολύτιμης γεωγραφικής θέσης του, στην είσοδο του Λακωνικού κόλπου, έγινε συχνά αντικείμενο διαμάχης μεταξύ Σπαρτιατών, που ήρθαν εκδιώκοντας τους Δωριείς στα μέσα του 6ου π.Χ. αι, και Αθηναίων, που κατέλαβαν τη νήσο αρκετές φορές (456 π.Χ. με τον Αθηναίο Ναύαρχο Τολμίδη και 424 π.Χ. με τους Νικία, Νικόστρατο και Αυτοκλή), καταστώντας τη ορμητήριο στις εναντίον των Σπαρτιατών και της Νοτίου Λακωνικής επιθέσεις τους, στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου. Με τη λήξη του και την ήττα των Αθηναίων, τα Κύθηρα επέστρεψαν (πιθανά το 410 π.Χ.) στην κυριαρχία της Σπάρτης. Στην πορεία το χρόνου, ξεχωρίζουν με τις αντιθέσεις τους, η Ρωμαϊκή κυριαρχία, με τις ελάχιστες αναφορές στο νησί που όπως φαίνεται, έχει χάσει πλέον τη σημασία του λόγω της εξάπλωσης των Ρωμαίων σε όλη την Ανατολή, και ο 14ος αι. με την κυριαρχία των Βενετών. Κάστρα στις βραχώδεις ακτές αλλά και στα μεγάλα χωριά στο εσωτερικό, ερείπια τειχών σε κοιλάδες μαρτυρούν τις επιμελημένες οχυρώσεις των Βενετσιάνων για την καλύτερη άμυνα στις επιδρομές και τις επιθέσεις των πειρατών.  

Η Τουρκική κατοχή στο νησί δεν φαίνεται να διήρκεσε πάνω από ένα χρόνο και οι μεταξύ Βενετών και Τούρκων διενέξεις έληξαν με τη ‘’Συνθήκη του Πασσάροβιτς’’, (1718) και την επιστροφή των Βενετών. Οι Άγγλοι εγκαταστάθηκαν μετά τη σύντομη παρουσία των Γάλλων και, με τη μακρότατη αποικιοκρατική τους πείρα, προχώρησαν γρήγορα στην οργάνωση των νησιών σύμφωνα με τα δικά τους πρότυπα. Θα δείτε πιο κάτω συνοπτικά τα χρόνια της Αγγλοκρατίας. Η επιλογή του Γεωργίου του Α’ ως βασιλιά της Ελλάδος οδήγησε την Αγγλία στην παραχώρηση των Επτανήσων. Έτσι μετά από μια κατοχή 50 και πλέον χρόνων η Ιόνιος Πολιτεία, το πρώτο Ελληνικό κράτος στα τέλη του 18ου αιώνα, ενώνεται με την ελεύθερη Ελλάδα στις 21 Μαΐου 1864. 

Το καλοτάξιδο πλοίο(2) ‘’Νήσος Κύθηρα’’ προσεγγίζει σε μια ώρα (10 ν.μ.) έναν από τους νεώτερους οικισμούς και παλιό λιμάνι των Κυθήρων για τα τοπικά δρομολόγια, την Αγία Πελαγία, που απλώνεται νωχελικά εμπρός μας κάτω από τους γραφικούς λόφους με την υπέροχη θέα προς το στενό της Πελοποννήσου. Ο ολιγόλεπτος συνωστισμός των ταξιδιωτών γρήγορα δίνει τη θέση του στην ησυχία. Μια πρωτόγνωρα ήσυχη γωνιά ίσως μοναδική για νησί και μάλιστα αρχές Ιουνίου. Πολλά μικρά ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια, εστιατόρια και κάθε λογής μαγαζάκια πλημμυρίζουν τον χώρο. Παρ’ όλα αυτά ..ησυχία.  

Η τουριστική υποδομή είναι εμφανής και προδιαθέτει τον ταξιδιώτη για τη διαμονή του εδώ. Γύρω, αλλά και πιο μακριά από το λιμάνι, βρίσκονται θαυμάσιες παραλίες, όπως οι νότιες της Φυρής Άμμου, του Λορέντζου, το Καλαμίτσι, αλλά και βορειότερα, η Αγία Πατρικία για ψάρεμα, ενώ μετά τον γραφικό Καραβά, κατά σειρά, είναι οι παραλίες των Φούρνων (με βότσαλο), και της Πλατιάς Άμμου (αμμουδερή). Ίσως η ομορφότερη, πάντως σίγουρα η βορειότερη, βρίσκεται στο τέλος του δρόμου σε μια αριστερή διακλάδωση πριν το ακρωτήριο Σπαθί και το φάρο του Μουδαρίου. Μια μικρή ερημική παραλία ιδανική για σκηνές, δίπλα από το ξωκλήσι του Αγίου Νικολάου.  

Ο καλός ασφαλτοστρωμένος δρόμος από το λιμάνι, σας φέρνει σύντομα στο κεφαλοχώρι του νησιού, στο μεγαλύτερο χωριό του βορείου τμήματος των Κυθήρων, τον Ποταμό, (Villa Grante των Ενετών) που θεωρείται ένας από τους παλιότερους οικισμούς. Αναφέρεται μάλιστα ότι, όταν ο Ευδαιμονογιάννης διαδέχεται το Γεώργιο Παχύ στην κατοχή και διοίκηση των Κυθήρων (τέλη 12ου αι.), χτίζει έναν πύργο στη περιοχή του Ποταμού για την προστασία των κατοίκων από τις επιδρομές. Ο πύργος αυτός κατεδαφίστηκε στις αρχές του 20 αι. για να γίνει η πλατεία του χωριού. Αργότερα, επικρατεί και αναφέρεται σαν ‘’της κυράς το χωριό’, από το όνομα του αφιερωμένου στην Παναγία ναού της Λαριώτισσας που χτίστηκε από την οικογένεια Λεβούνη, μια από τις πολλές που εγκαταστάθηκαν εδώ μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, το 1453. 

Στην κεντρική πλατεία του Ποταμού, όλους τους καλοκαιρινούς μήνες, κάθε Κυριακή γίνεται στις μέρες μας το πολύχρωμο υπαίθριο παζάρι, όπου οι ντόπιοι παραγωγοί διαθέτουν τυριά, μέλι, ρίγανη και δεκάδες τοπικά προϊόντα. Παρά την τεράστια και δραματική(3), μεταναστευτική αφαίμαξη των Κυθήρων, ειδικά μετά το 1946, αυτοί που έμειναν τότε στο νησί προσπάθησαν κάτω από φοβερές αντιξοότητες, να καλύψουν τις ανάγκες τους, αφού η διαλυμένη μετά τον πόλεμο διοίκηση δεν μπορούσε να προσφέρει ούτε τα βασικά. Έτσι, με ιδιωτική πρωτοβουλία από Κυθηρίους των Αθηνών και της Αμερικής, με επικεφαλής τους Νικόλαο Τριφύλλη και Μιχαήλ Σεμιτέκολο γίνεται πραγματικότητα το χτίσιμο νοσοκομείου στον Ποταμό. Αργότερα, πάλι με τη βοήθεια των Κυθηρίων της διασποράς, χτίζεται το γηροκομείο και το αεροδρόμιο (1968), που είναι το πρώτο που κατασκευάζεται στην Ελλάδα και μάλιστα σε νησί, με πρωτοβουλία και χρήματα των κατοίκων.  

Ανάμεσα στα μνημεία του Ποταμού, το παλιότερο, απ’ όπου προκύπτει ασφαλής ένδειξη κατοίκησης στο νησί αλλά ειδικότερα στην περιοχή του Ποταμού, είναι τα σπαράγματα ενός ψηφιδωτού των αρχών του 6ου αι. που προέρχεται από τον μικρό ναό του Αγίου Ιωάννου (13ου αι.), λίγο έξω από το χωριό. Μπορείτε να το θαυμάσετε στη συλλογή έργων βυζαντινής τέχνης στο Κάτω Λιβάδι. Στον Ποταμό, επίσης, πρέπει να δείτε το παλιό σχολείο που χτίστηκε επί Αγγλοκρατίας, το Δηλαβέρειον δημοτικό και βεβαίως, ένα από τα παλιότερα καφενεία των Κυθήρων και ίσως.. της Ελλάδας, αφού ‘’ο Αλέξανδρος’’ άνοιξε το 1903 και από τότε λειτουργεί ανελλιπώς.  

Με τους πρώτους ιδιοκτήτες, οικογένεια Πολυχρόνη Λειβαδίτη, λειτουργούσε και ως κουρείο, ενώ από το 1957 δύο φορές την εβδομάδα έπαιζε κινηματογραφικές ταινίες!. Το 1989 το παράλαβε ο σημερινός, εξίσου μερακλής, ιδιοκτήτης Νίκος Αναματερός, και το πλούτισε με διάφορες καλοσυντηρημένες συλλογές. Παλιά ρολόγια, καπέλα, αφίσες συνθέτουν έναν χώρο ‘’ζωντανό’’ που θα σας πάει δεκαετίες πίσω, σήμερα. Γράψτε στο δερματόδετο βιβλίο επισκεπτηρίου, καθίστε στους αναπαυτικούς καναπέδες και πιείτε τον καφέ ή το ποτό σας στα τραπεζάκια που έκλεισαν ήδη εκατονταετία.  

Φεύγοντας από τον Ποταμό περνάτε τη θαυμάσια γέφυρα με τις επτά καμάρες, έργο της Αγγλοκρατίας, και βρίσκετε σύντομα τη δστ αριστερά σας (υπάρχει πινακίδα της αρχαιολογικής) που σας οδηγεί στα Ζαγλανικιάνικα και τον μονόχωρο τρουλαίο ναό του Αγίου Νίκωνα. Στο εσωτερικό του διασώζονται τρεις σειρές τοιχογραφιών, που ξεκινούν από τον 11ο αι. και καταλήγουν στον 17ο αι.  Ο ναός πιθανολογείται ότι χτίστηκε πριν από τον 11ο αι. Σε κάθε περίπτωση είναι ένα μνημείο που δεν περνά απαρατήρητο. Επιστρέφοντας στον κεντρικό δρόμο περίπου σε 500 μ. δεξιά σας, είναι η αξιόλογη Μονή του Οσίου Θεοδώρου πολιούχου των Κυθήρων. 

Γεννημένος στη Κορώνη, ο Άγιος Θεόδωρος, είχε έρθει από τη Μονεμβασιά για να ασκητέψει στα έρημα Κύθηρα στο διάστημα της Βασιλείας του Ρωμανού Α’ Λεκαπηνού. Κατοίκησε στον εγκαταλειμμένο ναό των Αγίων Σεργίου και Βάκχου. Στο μοναστήρι φυλάσσεται η κάρα του Αγίου που απεβίωσε στις 12 Μαΐου το 922, και οι τάφοι των Μητροπολιτών Νεόφυτου Λεβούνη και Νικιφόρου Μόρμορη. Ο κυρίως ναός (12ου – 13ου αι.) θεωρείται ως υπόδειγμα αρχιτεκτονικής τελειότητας με Μονεμβασιώτικη επίδραση. Στο υπέρθυρο σώζεται οικόσημο του ενός εκ των μητροπολιτών Διονυσίου Κατηλιανού ή Αθανασίου Βαλεριανού. Το μνημείο διατηρείται σε καλή κατάσταση όπως επίσης και το παρακείμενο ανακαινισμένο σχολείο της Αγγλοκρατίας χάρη στις άοκνες προσπάθειες του Ηγούμενου της Μονής, Αρχιμανδρίτη Πέτρου Κασιμάτη, και των μοναχών που προσπαθούν να τα κρατούν πεντακάθαρα και επισκέψιμα σχεδόν όλες τις ώρες. 

Αμέσως μετά την Ι. Μονή, προς Αρωνιάδικα (2,4 χλμ συνολικά από τον Ποταμό), φεύγει αριστερά σας ο δρόμος που οδηγεί στη βυζαντινή πρωτεύουσα των Κυθήρων. Η επίσκεψη στην Παλιόχωρα, (Παληόχωρα με την παλιότερη γραφή), είναι κάτι που επιβάλετε στον επισκέπτη που επιθυμεί να μάθει περισσότερα για τα Κύθηρα. Η πρόσβαση είναι εύκολη και από τον Ποταμό (προς Χώρα) και από τα Αρωνιάδικα (προς Ποταμό), παρά τον μικρό σε μήκος (4 + χλμ) καλοστρωμένο χωματόδρομο. Υπάρχουν παντού πινακίδες της αρχαιολογικής υπηρεσίας (καφέ με κίτρινα γράμματα) που σας καθοδηγούν. Πρόκειται για έναν ξεχωριστό ιστορικό χώρο όπου η ιστορία μπερδεύεται με τους μύθους, την καστροπολιτεία και τους πειρατές. Το πρώτο μνημείο του χώρου που θαυμάζει ο περιηγητής είναι ο πετρόχτιστος ημιερειπωμένος ναός της Αγίας Βαρβάρας στα αριστερά σας. Λέγεται ότι αυτό το θαυμάσιο δείγμα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής με τις τέλειες αναλογίες χτίστηκε το 13ο αι. από τεχνίτες της Μονεμβασιάς. Αυτό είναι φυσικό, αφού όπως θα δούμε πιο κάτω, οι πρώτοι άρχοντες των Κυθήρων ήταν μονεμβασιώτικης καταγωγής. Στο βάθος, ήδη φαίνεται η απόκρυφη πολιτεία και οι θεόρατοι γκρεμοί γύρω της. Η ιστορία καταγράφει τον πρώτο άρχοντα των Κυθήρων στο πρόσωπο του Γεωργίου Παχύ από τη Μονεμβασιά, ο οποίος αναλαμβάνει τη διοίκηση στα τέλη του 12ου αι.  

Κατά την παράδοση, (δες Βαρυπάτη Δανιήλ ‘’Χρονικά’’, Δημοσιεύματα στην εφημ. ‘’Κυθηραϊκά’’ φ. 88 – 94) η Παλιόχωρα ή Άγιος Δημήτριος των βυζαντινών κτίστηκε επί αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγου, όταν αυτός, το 1273 επέβαλε μεγάλη φορολογία στους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης. Πολλοί από αυτούς εγκατέλειψαν τη πόλη για να τους αποφύγουν. Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος παραχώρησε το 1275 το νησί στον Νικόλαο Ευδαιμονογιάννη, γόνο ευγενούς μονεμβασιώτικης οικογενείας. Εκεί σε ένα φυσικά οχυρωμένο και απόκρημνο τόπο, περίκλειστο από το φαράγγι της Κακιάς Λαγκάδας κτίστηκε η πολιτεία του Αγίου Δημητρίου πρωτεύουσα του νησιού την εποχή αυτή, με 70 εκκλησιές όσες και οι οικογένειες.  

Σε όλα τα νησιά αλλά και σε πολλές παράκτιες πόλεις οι απειλές και οι λεηλασίες από πειρατές ήταν σύνηθες φαινόμενο. Ένα μέσο αντίστασης στις αλλεπάλληλες συμφορές που έφερνε η πειρατεία, ήταν οι πόλεις ή τα χωριά να μην φαίνονται από τη θάλασσα. Αυτό ακριβώς έγινε και εδώ. Καμιά φορά όμως, ούτε αυτό το προληπτικό μέτρο έφερνε αποτέλεσμα, αν και κατά την επίθεση των πειρατών στις 12 Σεπτεμβρίου του 1537 η πόλη διατηρούσε ήδη ζωή 300 χρόνων. Οι καταστροφές που προξενούσε ο διαβόητος Έλληνας εξωμότης – πειρατής Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα ήταν κάτι παραπάνω από λαίλαπα, (βλ. νήσος Αντίπαρος τ. Ε’ – 45, ταξίδια 2003 – και νήσος Πάρος τ. ΣΤ’ – 30, ταξίδια 2004).  Οι κάτοικοι κλείστηκαν στο κάστρο μαζί με λιγοστούς Ενετούς στρατιώτες που δεν πίστευαν ότι είναι δυνατό πειρατές να καταλάβουν την καστροπολιτεία με τα μεγάλα, δυνατά, εξωτερικά τείχη. Η επίθεση στην ψηλότερη νοτιοδυτική πλευρά της, (αυτή που και σήμερα έχει πρόσβαση ο επισκέπτης), με βολές πυροβόλων, (οι υπερασπιστές του κάστρου αγνοούσαν ότι οι πειρατές μπορεί να είχαν αυτό το δυνατό όπλο), εκεί που υπήρχε το μοναδικό αδύνατο σημείο της αμύνης γρήγορα έφερε αποτέλεσμα. Το κάστρο κατελήφθη γρήγορα και λεηλατήθηκε. Όλοι, μαζί με τους υπερασπιστές του αφανίστηκαν. Όσοι κάτοικοι πρόλαβαν έφυγαν, άλλοι έπεσαν μαζί με τα παιδιά τους στον γκρεμό για να αποφύγουν την αιχμαλωσία και τα σκλαβοπάζαρα, άλλοι πιάστηκαν και βασανίστηκαν για να αποκαλύψουν κρυμμένους θησαυρούς. Οι Ενετικές πηγές αναφέρουν υπερβολικό αριθμό Κυθηρίων, (επτά χιλιάδες) που σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν, που δεν δικαιολογείται από το μέγεθος του κάστρου εκτός αν αναφέρονται σε όλο το νησί, πράγμα που δεν επιβεβαιώνουν οι ιστορικές πηγές ούτε οι παραδόσεις. Γεγονός είναι ότι από τότε, ο Άγιος Δημήτριος δεν ξανακατοικήθηκε ποτέ, αντίθετα με τους θρύλους και τις παραδόσεις που επικράτησαν μετά τη συμφορά.   

Ο χρόνος, οι αέρηδες τα στοιχεία της φύσης δεν χωρατεύουν εδώ πάνω. Σήμερα, η απουσία των υπευθύνων είναι κάτι παραπάνω από εμφανής, ενώ η διατήρηση της καστροπολιτείας σε μια καλή κατάσταση παραμένει ακόμα ζητούμενο.  Η εγκατάλειψή της για πολλά χρόνια είχε σαν αποτέλεσμα παράνομες ανασκαφές από τυμβωρύχους και τυχοδιώκτες που κατέστρεψαν πιθανά στοιχεία, στερώντας τα από σημερινούς επιστήμονες και αρχαιολόγους που θα μπορούσαν να τα μελετήσουν και να συμπληρώσουν την ιστορία των Κυθήρων. Ο επισκέπτης πάντως έχει να δει έξω από το τείχος του κάστρου την εκκλησία της Παναγίας στο Φόρο, που είναι ο μόνος ναός που σώζεται σε καλή κατάσταση, καθώς παλιότερα έγιναν εργασίες συντήρησης. Στην είσοδο του κάστρου βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Αντωνίου (15ου αι.), και μέσα της δύο παρεκκλήσια του Αγίου Δημητρίου (14ος αι.) και Αρχάγγελου Μιχαήλ (15ου αι.).  

Μια ενδιαφέρουσα πεζοπορική διαδρομή ξεκινά από τον οικισμό Τριφυλλιάνικα και περνάει δίπλα από την κατεστραμμένη καστροπολιτεία της Παλιόχωρας όπου συναντάει άλλο φαράγγι, δυτικότερα, με κατεύθυνση τη θάλασσα. Στο τέλος της γραφικής διαδρομής, που θυμίζει το φαράγγι της Σαμαριάς στην σύντομη εκδοχή του, δημιουργείται η Λίμνη της Κακής Λαγκάδας, από την φυσική κατάληξη των χειμάρρων, ενώ δίπλα είναι η θάλασσα όπου έχουν παρατηρηθεί άτομα μεσογειακής φώκιας. Πρόκειται για έναν πανέμορφο βιότοπο, με έκταση 19000 στρ. ενώ απο κάθε γωνιά αναδύεται η ελληνικότητα και οι μνήμες απο σημαντικές στιγμές της ιστορίας των Κυθήρων.  

Το τοπίο καθ’ αυτό αλλά και η διάσχιση του φαραγγιού καθιστά ευεξήγητο στον πεζοπόρο το γιατί οι άνθρωποι εκείνης της εποχής διάλεξαν αυτό το χώρο να κτίσουν τη Χώρα τους. Εξαιρετικά εντυπωσιακή εμπειρία για εκδρομή και ψησίματα στην άμμο αλλά και για φωτογράφηση ή κολύμπι. Δεν είναι τυχαίο, που το μαγευτικό Φαράγγι Παλιόχωρας Κυθήρων φιγουράρει στο Νο 50 στην πρωτότυπη τριετή έρευνα ομάδας ερευνητών του Ε.Μ.Π. σαν περιοχή ιδιαίτερου φυσικού κάλλους (Τ.Ι.Φ.Κ.)(4). Προσέξτε όμως τα απρόοπτα, δεν είναι τόσο εύκολο αφού σε πολλά σημεία το μονοπάτι κόβεται, ενώ σε άλλα σημεία τα φυτά και τα δέντρα το έχουν κλείσει. Το καλύτερο είναι να έχετε μαζί σας κάποιον ντόπιο να σας οδηγήσει. Είναι περιττό να προτείνουμε στο Δήμο να ανοίξει το μονοπάτι και να βάλει σήμανση. Τα αυτονόητα θα πούμε; Ας δει το θέμα σε βάθος χρόνου η Εταιρεία Κυθηραϊκών Μελετών τουλάχιστον ή κάποιοι ιδιώτες, που θα το ‘’εκμεταλλευτούν’’ ταυτόχρονα.  

Συνεχίζοντας τον δρόμο προς τη Χώρα φτάνετε σε έναν σημαντικό συγκοινωνιακό κόμβο όπου βρίσκονται τα ιστορικά Αρωνιάδικα. Εκεί θα δείτε την πινακίδα που γράφει Πιτσινάδες. Στρίψτε δεξιά και σε ένα χλμ θα μπείτε στο χωριό το οποίο αποτελεί παλιό συνοικισμό της κοινότητας Αρωνιάδων. Ένα έξοχο δείγμα παραδοσιακού οικισμού με παλιά σπίτια. Επιστρέψτε από τον ίδιο δρόμο στα Αρωνιάδικα που είναι από τα παλιότερα χωριά του νησιού. Λέγεται ότι χτίστηκε μετά την καταστροφή της παλιάς πρωτεύουσας, του Αγίου Δημητρίου (Παλιόχωρα). Κατά την εποχή της κοινωνικής αναταραχής, που ακολούθησε τη σφαγή των ευγενών, μεταφέρθηκε εδώ το δικαστήριο (Κριτήριο) και η έδρα των επαναστατημένων κατοίκων των Κυθήρων, ώστε να βρίσκονται όσο το δυνατόν μακρύτερα από τη Χώρα αποφεύγοντας έτσι τις πιέσεις των ευγενών.  Στο χωριό υπάρχουν αρκετά ενοικιαζόμενα δωμάτια, και το πρατήριο του Μελισσοκομικού Συνεταιρισμού που διαθέτει το φημισμένο θυμαρίσιο μέλι Κυθήρων. Χαρακτηριστικό του χωριού σήμερα, είναι τα παλιά σπίτια με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, αρκετά από αυτά είναι ερειπωμένα, και ο μεγαλοπρεπής λιθόκτιστος Ι. Ν. του Σωτήρος χτισμένος ‘’επί βασιλέως Γεωργίου του Α’ ’’, το 1911. 

Από τα Αρωνιάδικα ο δρόμος συνεχίζει περνώντας τα Φριλιγκιάνικα (το παλιό Κυπέρι), χωριό γνωστό από τον 16ο αι. Εκεί  υπάρχουν μερικά από τα καλά μεζεδοπωλεία, μια κατάφυτη δροσερή πλατεία για ξεκούραση, και μια θαυμάσια ευκαιρία για αγορά μελιού Κυθήρων. Προσωπικά γνώρισα την οικογένεια του κ. Παναγιώτη Νοταρά, από τις πολλές ξεχωριστές του χωριού που είναι παραγωγοί. Το θυμαρίσιο μέλι το παράγουν στην γειτονική, τεράστια σε έκταση, περιοχή της Αγίας Μόνης, που θεωρείται από παλιά ότι παράγει το πιο αρωματικό μέλι του νησιού, και ίσως της Ελλάδος. Στην έξοδο του χωριού αγνοήστε την δεξιά δστ. ‘’προς Μητάτα’’ και συνεχίστε ευθεία. Αμέσως ξεπροβάλει ο ολόλευκος ναός των Αγίων Αναργύρων (13ου αι.), ενώ λίγο πιο κάτω αριστερά, υπάρχει πινακίδα που σας φέρνει από έναν σχετικά δύσβατο χωματόδρομο στον δίδυμο ναό του Αγ. Βλασίου και της Παναγίας. Θεωρείται ένα από τα σημαντικά μνημεία του νησιού, γιατί διατηρεί επάλληλα στρώματα τοιχογράφησης του 13ου αι. και μεταγενέστερες επιζωγραφήσεις του 15ου και 17ου αι.  

Βγαίνοντας πάλι στον κεντρικό δρόμο σύντομα φτάνουμε στη δστ. που αριστερά οδηγεί στο αεροδρόμιο και δεξιά στο Διακόφτι. Ίσως ο καλύτερος δρόμος του νησιού, με καλή άσφαλτο, φαρδύς, και όπως όλα τα ωραία …σύντομος. Πολύ γρήγορα θα δείτε τη δστ που αριστερά σας οδηγεί στον ψηλό λόφο στην Αγία Μόνη. Πρόσφατα, ακριβώς στη διασταύρωση που οδηγεί στο μοναστήρι τοποθετήθηκε σε περιφραγμένο χώρο προτομή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη για να θυμίζει το πέρασμά του από τα Κύθηρα, ειδικότερα από τη Μονή στην οποία κατευθύνεστε. Οδηγώντας στον ασφαλτοστρωμένο δρόμο προς το πανέμορφο μοναστήρι της Αγίας Μόνης (18ου αι.) που βρίσκεται σκαρφαλωμένο στο βραχώδες, γυμνό βουνό σε υψόμετρο 348 μ., η θέα όσο πάει μεγαλώνει, μέχρι που αντικρίζετε ολόκληρο το στενό της Πελοποννήσου και τον Κάβο Μαλιά. Ο καθαρός αέρας εδώ πάνω μοσχοβολά θυμάρι και φασκόμηλο. Εμπρός σας απλώνονται ασύνορες οι μεγάλες εκτάσεις και, φαίνονται τα χωριά Μητάτα, Βιαράδικα, οι εντυπωσιακοί λόφοι της Αγ. Ελέσσας, του Αγ. Γεωργίου, το αεροδρόμιο, κ.α. 

Στη φρουριακής κατασκευής μονή δεσπόζει το επιβλητικό πώρινο καμπαναριό χτισμένο μεταξύ των ετών 1845 – 1868. Ατυχώς δεν έχουμε κάποια πληροφορία για το όνομα του μάστορα (σημείωση 29/7/06 από τον Α.Π. από τα Κύθηρα που ήταν την Τρίτη 25/706: Το καμπαναριό χτίστηκε από το συνεργείο του Αντώνη Βλαντή τοπικού μάστορα). Σε όλο το ύψος του είναι διακοσμημένο με ανάγλυφα σχέδια, διαφορετικά σε κάθε ένα από τα τρία επίπεδα που σχηματίζουν οι καμάρες του. Με εξαιρετική λεπτομέρεια και τέχνη είναι σκαλισμένη η μνημειώδης είσοδος για το κλιμακοστάσιο. Γύρω από την εκκλησία υπάρχουν τα εικοσιπέντε κελιά σε τυπική αρχιτεκτονική σχεδίαση που καταδεικνύει ότι η καρδιά της μονής είναι ο ναός. Η Αγία Μόνη είναι μονόκλιτη βασιλική με στέγη από κεραμίδια. Στο εσωτερικό βρίσκονται τοιχογραφίες προφητών χρονολογημένες τον 19ο αι, λίγες εικόνες του 18ου αι. και ένα όμορφο χρωματιστό τέμπλο του 1841 με μάστορα - ξυλογλύπτη τον Ιωάννη Αργύρη. Οι Κυθήριοι αδελφοί Αργύρη(5), φαίνεται ότι ήταν οικογένεια ταγιαδόρων γιατί τους συναντάμε να έχουν φτιάξει και το τέμπλο στην μεγάλη εκκλησία του Εσταυρωμένου, τη μητρόπολη που βρίσκεται στη Χώρα, και του Αγίου Αντωνίου στα Καστρισιάνικα.

Δίπλα από τον μαρμάρινο δεσποτικό θρόνο υπάρχει το προσκυνητάρι με την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Βρεφοκρατούσας με την επιγραφή ‘’Η Μόνη Πάντων Ελπίς’’, η οποία ανακαλύφθηκε το 1767 από ένα βοσκό σε κοντινό από τη μονή σημείο. Στη μονή έφτασε το 1803, κατά την Αγγλοκρατία, ο ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, διωκόμενος από τους Τούρκους. Δεν ήταν ο μόνος. Μεγάλος αριθμός αγωνιστών εξόριστοι λόγιοι, ιερωμένοι, φιλέλληνες και άμαχος πληθυσμός βρίσκουν καταφύγιο στα Κύθηρα μεταξύ αυτών ο Γ. Κωνσταντάς, ο Λ. Κατσώνης (στον Αυλαίμονα), ο Διονύσιος Πύρρος ο Θεσσαλός που φιλοξενήθηκε και δίδαξε στην Ι. Μ. Μυρτιδιών. Στα απομνημονεύματά του ο Κολοκοτρώνης αναφέρει ότι: ‘’Μια φορά επήγα εις το πανηγύρι της Αγίας Μόνης. Αυτό το μοναστήρι ήταν μεγάλο, και εχαλάσθη εις την πρώτη Τουρκιά. Όταν επέρασα ήταν μια μάντρα χαλασμένη και σκεπασμένη η εκκλησία με κλάδους δέντρων. Έκανα τάμα λέγοντας, Παναγία μου βοήθησέ μας να ελευθερώσωμεν  την πατρίδαν μας από τον τύραννο και θα σε φκειάσω καθώς ήσουν πρώτα’’. Ξεπλήρωσε το τάμα του μόλις το δεύτερο χρόνο της επανάστασης, έστειλε χρήματα βοηθώντας έτσι σημαντικά στην ανέγερση του ναού. Όπως πολλοί αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης καταφεύγουν στα Αγγλοκρατούμενα Κύθηρα έτσι και πολλοί κρητικοί, καταφεύγουν εκεί στη διάρκεια των επαναστάσεων στη μεγαλόνησο. Μεταξύ τους, ο μικρός Ελευθέριος Βενιζέλος(6) που η επαφή του με το νησί έμελλε να κρατήσει πολλά χρόνια. Η μονή διαθέτει αξιόλογη βιβλιοθήκη, κηροπλαστείο και βοηθητικούς χώρους ώστε να καλύπτει τις ανάγκες των προσκυνητών, καθώς πανηγυρίζει τρεις φορές το χρόνο: 6 & 15 Αυγούστου, και τη Κυριακή των Βαΐων. 

Συνεχίζοντας την όμορφη διαδρομή αγνοούμε, προς το παρόν, την πρώτη δστ δεξιά μας, (τσιμεντόδρομος) που οδηγεί στην Παλαιόπολη και τον Αυλαίμονα και συνεχίζουμε λίγο ακόμα μέχρι τη δεύτερη δστ δεξιά μας που ο βατός χωματόδρομος, αφού περάσει κάποια μαντριά με γίδια, αρχίζει να σκαρφαλώνει στη πλαγιά του λόφου του Αγίου Γεωργίου που δεσπόζει στο τοπίο. Σε περίπου 2,5 χλμ από την άσφαλτο φτάνετε στην κορυφή του λόφου στα 350μ. Η απεριόριστη θέα από κει πάνω κόβει πραγματικά την ανάσα. Τα δύο κατάλευκα εκκλησάκια που από μακριά φαίνονται σαν πάλλευκα στίγματα, του Αγίου Γεωργίου στο Βουνό και της Παναγίας ή του Αγίου Νικολάου, στέκουν τώρα εμπρός σας σε όλο τους το απέριττο μεγαλείο, πραγματικοί βιγλάτορες.  

Ο ναός του Αγίου Γεωργίου θεωρείται μεταγενέστερος του 12ου αι, ενώ μέσα στο ναό σώθηκε ψηφιδωτό δάπεδο με σκηνές κυνηγιού του 7ου αιώνα. Το ψηφιδωτό, που θεωρείται σημαντικό και για τη χρονολόγηση του δαπέδου πάνω στο οποίο χτίστηκε ο σημερινός ναός, έχει καταστραφεί σε μεγάλο τμήμα του σήμερα, όμως υπάρχει περιγραφή του περιηγητή Nicolay de Nicolay (1551) τότε που σωζόταν ολόκληρο (για λεπτομέρειες ναών στα Κύθηρα και βιβλιογραφία βλ. Ι. Μπίθα / ένθετο 7 ημέρες εφημ. Καθημ. 5 Ιουλίου ’98: 9, 10, 11, 12). Στο χώρο αυτό λοιπόν, πραγματοποιήθηκε ανασκαφή από τους Γιάννη Σακελλαράκη και Έφη Σακελλαράκη. Η ανασκαφή ξεκίνησε το 1991 και ολοκληρώθηκε το 1994 με την οργάνωση και τη χρηματοδότηση της Εταιρείας Κυθηραϊκών Μελετών βεβαιώνοντας με τη σειρά της ότι εδώ που βρίσκεστε λειτουργούσε ένα ιερό κορυφής(7), με όλα τα χαρακτηριστικά της Μινωικής λατρείας. Ακόμη πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι το ιερό ήρθε στο φως ασύλητο, με πλήθος ευρημάτων. Φαντάζεστε την έκπληξη της ανασκαφικής ομάδας και του Γιάννη Σακελλαράκη όταν στα μέχρι τότε 170 γνωστά χάλκινα μινωικά ειδώλια, ο Άγιος Γεώργιος στο Βουνό έσωζε, για το μελλοντικό μουσείο των Κυθήρων άλλα 83. Το σημαντικότερο, ίσως, εύρημα της ανασκαφής είναι ένα μικροτεχνικό αγγείο κατασκευασμένο από μαύρο στεατίτη με μιαν εγχάρακτη επιγραφή στη Γραμμική Α’ Γραφή, την πρώτη μινωική επιγραφή που γίνεται γνωστή από τα Κύθηρα. 

Οι δύο ναοί εποπτεύουν με καθαρή ατμόσφαιρα όχι μόνο μέχρι τα Αντικύθηρα αλλά και τα βουνά της Κρήτης, τα Λευκά Όρη ακόμη και τον Ψηλορείτη, και ολόκληρο το νότιο Αιγαίο. Φυσικά ‘’βλέπουν’’ τις ακτές της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου από τον Κάβο – Μαλέα μέχρι τον Ταΰγετο βόρεια. Το νέο λιμάνι στο Διακόφτι, ο Αυλαίμονας, το Καστρί, η Παλιόπολη και οι παραλίες τους είναι σε πρώτο πλάνο, λάμποντας στον καλοκαιρινό ήλιο σαν πολύτιμα πετράδια. Η ορατότητα και η διαύγεια που προσφέρεται αφειδώς σε όλα σχεδόν τα σημεία του ορίζοντα, είναι εξαιρετικά σημαντικά στοιχεία για την πρώιμη ναυσιπλοΐα. Για τη σημασία της θέσης του Αγίου Γεωργίου στο βουνό των Κυθήρων, είναι χαρακτηριστικές οι πληροφορίες από την εποχή της ενετοκρατίας. Από τον Μάρτιο μέχρι τον Οκτώβριο, τους μήνες που πραγματοποιούνταν ναυτικές επιχειρήσεις στο Αιγαίο, υπήρχε πάντοτε ένας φρουρός στον Άγιο Γεώργιο (το Capo San Giorgio των Ενετών), που με τις φωτιές που άναβε μάθαιναν οι Ενετοί στην Κρήτη τη θέση του Τούρκικου στόλου. Το ίδιο αποδείχθηκε ότι έκαναν και οι Μινωίτες θαλασσοπόροι, χρησιμοποιούσαν το χώρο ως ιερό, αλλά και ως σημείο μετάδοσης μηνυμάτων κατά τη διάρκεια των ταξιδιών τους. Όπως και γι’ αυτούς, έτσι και για τους Βενετούς, αργότερα και για τους Άγγλους θαλασσοκράτες τα Κύθηρα ήταν ‘’ο φανός ή το μάτι της Κρήτης’’ όπως εύστοχα αποκαλείται το νησί σε βενετικό έγγραφο, και όποιος ήθελε να διαφεντεύει το Αιγαίο έπρεπε να κατέχει τα Κύθηρα. 

Κατηφορίζοντας τον ίδιο χωματόδρομο γοητευμένοι από τη θέα και περήφανοι για τις ανακαλύψεις των αρχαιολόγων, διανύουμε τα τελευταία μέτρα μέχρι να βγούμε πάλι στην άσφαλτο, με δεξιά κατεύθυνση προς το καινούργιο λιμάνι, το Διακόφτι. Όταν ρώτησα, πιο πριν, έναν ντόπιο αν είναι ο σωστός δρόμος για την ‘’αρχαιολογία’’ και τον Αι - Γιώργη μου είπε: ‘’να δεις καλά και το λαγό’’. Δεν καλοσκέφτηκα τότε τι ήθελε να πει και συνέχισα. Μόλις όμως έφτασα στην κορυφή και αντίκρισα το νέο λιμάνι στο Διακόφτι κατάλαβα. Εκπληκτικό θέαμα, τόσο που αν δεν το δείτε δεν μπορείτε να το πιστέψετε. Ούτε ζωγραφική να ήταν δεν θα είχε τόση ομοιότητα. Το νησί των Μακρυκυθήρων είναι ίδιο με λαγό! που τρέχει μάλιστα. Με κυρτό ‘’κεφάλι’’ και ‘’αυτιά’’ το βόρειο μέρος του νησιού, ‘’ουρίτσα’’ που κοιτά το Φιδονήσι, ενώ για ‘’πόδια’’ έχει τη νέα γέφυρα που συνδέει το πρώην νησί με τα Κύθηρα. 

Η πρώτη προσπάθεια για κατασκευή λιμανιού εδώ, έγινε επί Αγγλοκρατίας και συνεχίστηκε πιο έντονα το 1875. Παρά τις προσπάθειες λιμάνι τελικά δεν κατασκευάζεται, γιατί εκτός από την έλλειψη κρατικής υποστήριξης, τις προσπάθειες υπονόμευσαν τοπικιστικές διαφορές. Τα έργα, στις μέρες μας πια, ξεκίνησαν το 1988 και ολοκληρώθηκαν το 1993. Σήμερα, το Διακόφτι καμαρώνει για το ολοκαίνουργιο λιμάνι, που προστατεύει από όλους τους καιρούς και εξυπηρετεί πλέον το νησί. Ολόκληρη η περιοχή αποτελεί εξαιρετικό ψαρότοπο με όμορφες αμμουδιές, ψαροταβέρνες, αρκετά ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια… και ένα νορβηγικό ναυάγιο στο Φιδονήσι για αξιοθέατο. Μην αμελήσετε και δεν δοκιμάσετε τα περίφημα γλυκά ξεροτήγανα με μέλι. 

Από το καινούργιο λιμάνι γυρίζουμε πίσω στην δστ. που σας οδήγησε στον Αι – Γιώργη και λίγα μέτρα πιο κάτω στρίψτε αριστερά στην δστ. που προ ολίγου είπαμε να αγνοήσετε. Κατηφορίζοντας τον τσιμεντόδρομο γλιτώνετε έναν αρκετά μεγάλο κύκλο. Σε 3,5 χλμ θα βγείτε στην Παλιόπολη όπως είναι σήμερα γνωστή η ευρύτερη περιοχή της αρχαίας Σκάνδειας,επίνειο της ομώνυμης πόλης του νησιού, όπου εντοπίζονται ήδη από τη δεκαετία του ’30 τα πρώτα ίχνη των Μινωιτών στα Κύθηρα. Μόλις το 1963 – 1965 έγινε μια σπουδαία ανασκαφή στο Καστρί, από την Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή με τους N. Coldstream και  G. L. Huxley. Τα ευρήματα μαρτύρησαν με ασφάλεια τόσο τον μινωικό αποικισμό των Κυθήρων, ήδη από την τρίτη χιλιετία π.Χ., όσο και τις εκτεταμένες διαβρώσεις του εδάφους από τις καταστροφικές συνέπειες ισχυρού σεισμού που έπληξε το νησί το 1798. Η αρχαία πόλη Σκάνδεια, ‘’πόλισμα επί των λιμένι’’ κατά τον Θουκυδίδη, δεν εντοπίστηκε και πιστεύεται ότι έχει βυθιστεί στη θάλασσα από σεισμό αφού παλιότεροι περιηγητές αναφέρουν ότι έχουν δει τμήματά της μέσα στη θάλασσα. Κάποια από τα  ευρήματα των ανασκαφών βρίσκονται στο Αρχαιολογικό μουσείο Πειραιά και λίγα στο Μουσείο Κυθήρων, στη Χώρα, αλλά ακόμη δεν έχουν μπει σε προθήκες για να τα βλέπουν οι επισκέπτες. Με τέτοια πληθώρα ευρημάτων, είναι ανάγκη να γίνει ένα νέο, σύγχρονο μουσείο, αντάξιο της πλούσιας κληρονομιάς του νησιού.  

Η παραλία της Παλιόπολης είναι η μεγαλύτερη του νησιού και σχηματίζεται από δύο όμορφες αμμουδιές, την Πιάτσα και τη Λίμνη με εύκολη πρόσβαση. Τεράστιες σε μήκος και πλάτος είναι βέβαιο ότι δεν θα βρείτε συνωστισμό ακόμα και τις πιο ζεστές μέρες του καλοκαιριού. Ειδικά από την δεξιά πλευρά, που φαίνεται στο βάθος ένα τεράστιο άνοιγμα στο πρανές της στεριάς που καταλήγει στη θάλασσα είναι πιο όμορφη από την πρώτη. Η ωραιότερη όμως και η πιο εντυπωσιακή στην περιοχή, ίσως και σε ολόκληρο το νησί είναι η παραλία στο Καλαδί με τον χαρακτηριστικό βράχο. Είναι το δεύτερο τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλους στα Κύθηρα και ανάμεσα στα 449 της Χώρας με το Νο 45, που κατέδειξε η έρευνα του Πολυτεχνείου, (δες παραπομπή Νο 4). Για να πάτε ακολουθείστε για λίγο το δρόμο προς Φράτσια και στο γεφυράκι στρίψτε αριστερά, στον χωματόδρομο και οδηγείστε για 1,5 χλμ. Υπάρχει και άλλη πρόσβαση, ασφάλτινη, από το χωριό Αλεξανδράδες που καταλήγει πάλι στην παραλία.  

Πιο κάτω από την αρχαία Σκάνδεια βρίσκεται ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραλιακά χωριά των Κυθήρων, ο πανέμορφος Αυλαίμονας. Αρχαιότατες παραδόσεις συνδέουν το νησί με τη θεά Αστάρτη και τους Φοίνικες εμπόρους και αλιείς οι οποίοι είχαν εκμεταλλευτεί την άφθονη πορφύρα, ενός θαλασσινού γαστερόποδου της θαλάσσιας περιοχής του σημερινού Αβλέμονα. Από εκεί έβγαζαν την πολύτιμη βαθυκόκκινη χρωστική ουσία με την οποία έβαφαν τα βασιλικά ενδύματα και αργότερα τα κεραμικά αγγεία. Κατά την  βενετική κυριαρχία (1565) χτίστηκε μικρό φρούριο εξοπλισμένο με μικρή φρουρά, κανόνια και πυροβόλα όπλα. Σαν σκοπό είχε να προστατεύει το λιμάνι  και τα πλοία που κατέφευγαν εκεί κυνηγημένα από τους πειρατές.  

Στον ίδιο Πορτολάνο (χάρτης ναυσιπλοΐας) του 1559 που αναφέρει τη Χώρα και το Καψάλι αναφέρεται για πρώτη φορά και ο Αυλαίμονας με τη διευκρίνιση ότι πρόκειται για τον Άγιο Νικόλαο. Εδώ έκανε επισκευές στα πλοία του και έπαιρνε πληρώματα ο Λάμπρος Κατσώνης στις εξορμήσεις του κατά του τουρκικού στόλου. Στον κόλπο της ευρύτερης περιοχής βυθίστηκε το1802 ο ‘’Μέντωρ’’, ένα από τα πλοία που μετέφεραν τα κλεμμένα από τον λόρδο Έλγιν, (πρεσβευτή της Μεγ. Βρετανίας στην Υψηλή Πύλη το 1800) μαρμάρινα τμήματα του Παρθενώνα. Μετά το ναυάγιο όλα τα αρχαία ανασύρθηκαν από ειδικούς δύτες, που ήρθαν τότε στα Κύθηρα για το σκοπό αυτό. 

Κατά την είσοδο στο γραφικό ψαροχώρι λες και ο χρόνος έχει σταματήσει χρόνια πριν. Κρατώντας χαμηλούς τόνους στην ήπια τουριστική του ανάπτυξη πραγματικά μεταφέρει τον επισκέπτη σε άλλες εποχές ξυπνώντας του τις πιο όμορφες παιδικές, εφηβικές, ενήλικες αναμνήσεις από διακοπές αλλά και την πραγματική ζωή στα νησιά. Στην πεντακάθαρη διαυγή γαλαζοπράσινη θάλασσα υπάρχει πρόσβαση και με σκαλοπάτια αφού το στενό που μπαίνει η θάλασσα είναι βραχώδες. Στο χωριό υπάρχει κοινοτικό κάμπινγκ, ενοικιαζόμενα δωμάτια, καφετέριες, και αρκετές ταβέρνες με ολόφρεσκο ψάρι. Γενικά οι υποδομή είναι αρκετή για τους επισκέπτες που φτάνουν ως εδώ, και ευτυχώς όχι κραυγαλέα. Πίσω στο λόφο η άσπρη κουκίδα στην κορυφή είναι ο Άγιος Γεώργιος Βουνού. (Αγ. Γεώργιος στο Βουνό - Αυλαίμονας 7,5 χλμ).  

Επιστρέφοντας στην δστ της Παλιόπολης έχετε δύο επιλογές για την ίδια κυκλική διαδρομή. Δεξιά (βόρεια) προς Φριλιγκιάνικα Μητάτα – Βιαράδικα – Φράτσια ή ευθεία (δυτικά) προς Φράτσια – Βιαράδικα – Μητάτα – Φριλιγκιάνικα. Εμείς διαλέξαμε την βόρεια και λίγο πριν τα Φριλιγκιάνικα στρίβουμε αριστερά στην πινακίδα που γράφει Μητάτα. Λίγο πριν τα Μητάτα δεξιά, υπάρχει πινακίδα που γράφει ‘’Άγιος Ιωάννης’’ – ‘’Μαύρη Σπηλιά’’. Ακολουθήστε για 400μ τον χωματόδρομο που οδηγεί στον Άγιο Ιωάννη, μια παράξενη εκκλησία μέσα σε βράχο. Χαρακτηριστικό του προαυλίου χώρου είναι οι δύο μεγάλες στέρνες με νερό απ’ έξω, που χρησιμεύουν για το πότισμα των χωραφιών, και για να ξεδιψούν οι οδοιπόροι. Ο ναός πανηγυρίζει με παρουσία δεκάδων προσκυνητών, στις 29 Αυγούστου. Λίγο πιο κάτω από τον παράλληλο κατηφορικό χωματόδρομο είναι η Μαύρη Σπηλιά 

Μου διηγήθηκαν ότι τα παλιά τα χρόνια σε μια πειρατική επιδρομή μάζεψαν όσους κατοίκους βρήκαν στα γύρω χωριά και τους φυλάκισαν εδώ. Αυτοί, κλειδωμένοι όπως ήταν προσπάθησαν, ανεβαίνοντας ο ένας πάνω στον άλλο, να φτάσουν την χαμηλή τότε οροφή της σπηλιάς. Σκάβοντας και ξανασκάβοντας για να βγουν στην επιφάνεια δημιούργησαν αυτούς τους θόλους που βλέπουμε σήμερα. Μόλις οι πειρατές αντιλήφθηκαν τι προσπαθούσαν να κάνουν οι φυλακισμένοι κάτοικοι, έβαλαν φωτιά με σκοπό να τους κάψουν, γι’ αυτό μέσα η σπηλιά είναι μαυρισμένη. Δέκα μέτρα δίπλα από τη Σπηλιά είναι ο Άγιος Γεώργιος, ένα ημικατεστραμένο ξωκλήσι με λίγα κομμάτια από την Αγία τράπεζα να σώζονται ακόμη, χτισμένο προφανώς εις μνήμην όσων χάθηκαν εδώ.  

Τα κατάφυτα Μητάτα με τα πολλά νερά και τις γραφικές ρεματιές, ιδανικές για πεζοπορία, είναι ο παλιότερος,τεκμηριωμένος από τις πηγές, οικισμός των Κυθήρων. Αναφέρεται ήδη τον 12ο αι. ως έδρα του Μονεμβασιώτη άρχοντα Γεωργίου Παχύ, που στάλθηκε ως διοικητής της νήσου από το δεσπότη της Σπάρτης. Στην ευρύτερη περιοχή των Μητάτων υπάρχουν επτά σπουδαίοι βυζαντινοί ναοί με αξιόλογες τοιχογραφίες, ξεχωρίζει η Μεταμόρφωση του Σωτήρα στη θέση ‘’Βρύση’’ με τοιχογραφίες των αρχών του 14ου αι. Επίσης έχουν βρεθεί πολλοί υπόσκαφοι ή σπηλαιώδεις ναοί, οι οποίοι χρονολογούνται από τον 17ο αι. και είναι πολύ πιθανόν να χρησιμοποιήθηκαν και ως καταφύγια σε πειρατικές επιδρομές. Τόσος ήταν ο τρόμος που προκαλούσαν αυτές οι επιδρομές ώστε οι κάτοικοι να φτάνουν να κρύβονται σε απόκρημνα μέρη και σπηλιές. Ένας από τους δύο ισχυρότερους σεισμούς στον Ελληνικό χώρο κατά τον 20ο αιώνα έγινε εδώ, στα Μητάτα, στις 11 Αυγούστου του 1903, δημιουργώντας αρκετές καταστροφές στο χωριό αφού είχε ένταση 8 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ. Εκείνη την εποχή έγιναν ορισμένες εντυπωσιακές αλλαγές του φυσικού τοπίου, που έχουν παρατηρηθεί στην τοποθεσία Γωνιά, ανατολικά του χωριού, όπου κατά τον προπερασμένο αιώνα είχαν επισημανθεί λείψανα αρχαιοτήτων. 

Στα Μητάτα έχετε την ευκαιρία να γευθείτε παραδοσιακά εδέσματα από ντόπια προϊόντα βιοκαλλιέργειας στην ταβέρνα ‘’του Μιχάλη’’ απολαμβάνοντας τη θέα από το ‘’μπαλκόνι των Μητάτων’’. Το χωριό ‘’κρέμεται’’ στην άκρη του γκρεμού χαρίζοντας μια πανοραμική θέα στο καταπράσινο φαράγγι του Τσάκωνα, και απέναντι, μετά τις στροφές, στα Βιαράδικα, παλιό χωριό και αυτό, από τα παλιότερα των Κυθήρων. Πιστεύεται ότι οφείλει το όνομά του στον Ιάκωβο Βιάρο, που ακολούθησε τον Μάρκο Βενιέρη τον 13ο αιώνα στην κατάληψη των Κυθήρων. Και στους δύο οικισμούς σώζονται πολλές παλιές κατοικίες με την χαρακτηριστική παραδοσιακή αρχιτεκτονική που δίνει χώρο και σε πανέμορφους ολάνθιστους κήπους και δροσερά περιβόλια με ολόφρεσκα λαχανικά και πολλά φρούτα, από τα οποία ξεχωρίζει μια ποικιλία ροδάκινων με εξαιρετικό άρωμα. 

Επόμενος σταθμός στην ίδια διαδρομή τα Φράτσια, ένα χωριό με δεκάδες εξοχικά αρχοντόσπιτα από οικογένειες της Χώρας, ένα πανέμορφο σχολείο από την εποχή της Αγγλοκρατίας, και το περίφημο Σύμβολο του Απόδημου Τσιριγώτη στην πλατεία, για να θυμίζει στις νεώτερες γενιές την μάστιγα της μετανάστευσης που ξεκίνησαν κατά τη διάρκεια του 18ο αιώνα. Εκείνο τον καιρό σημειώθηκαν οι πρώτες σημαντικές μετακινήσεις Κυθηρίων προς τη Σμύρνη και τη Κωνσταντινούπολη. Τότε τοποθετήθηκαν τα θεμέλια της μετανάστευσης στη Σμύρνη η οποία παίρνοντας μεγαλύτερες διαστάσεις τον 19ο αι. φτιάχνει την Κυθηραϊκή κοινότητα Σμύρνης που αποτέλεσε την πολυπληθέστερη Ελληνική ομάδα ακόμη και από αυτή του Πειραιά. Άλλος προορισμός είναι η Αίγυπτος ειδικά κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας. 

Εκεί δημιουργήθηκαν δυνατοί πυρήνες του Ελληνισμού της Αιγύπτου, που θα έχει μεγάλη οικονομική και πνευματική άνθηση. Η είσοδος του 20ου αι. βρίσκει τα Κύθηρα πάνω στην έξαρση του μεταναστευτικού ρεύματος αυτή τη φορά όμως προς την Αυστραλία και την Αμερική, (δείτε περισσότερα για την παρουσία των Κυθηρίων της διασποράς και τις κυθηραϊκές κοινότητες στον κόσμο: Ηλία Μαρσέλου ένθετο 7 ημέρες εφημ. Καθημερινή 5 Ιουλίου 1998, 25, 26, 27, 28 και Ε. Καλλίγερου Συνοπτική ιστορία των Κυθήρων,  119, 160, 175, 176, 182). Αυτό που έμεινε να συμβολίζει και να θυμίζει το μεταναστευτικό ρεύμα των Κυθηρίων ανά τον κόσμο, είναι η ολόλευκη μαρμάρινη πλάκα με τα τέσσερα ανάγλυφα δελφίνια και μια πυξίδα. Τα σιδερένια γράμματα δίπλα από το σύμβολο - μνημείο των αποδήμων, κάποτε έπρεπε να έγραφαν, (ούτε τα σπασμένα γράμματα δεν μπαίνουν στον κόπο να στηρίξουν οι ‘’υπεύθυνοι’’), με κεφαλαία την φράση: ‘’Σε ανάμνηση της αποδημίας η γενέθλια γη αφιερώνει’’.  

Από τα Φράτσια η πιο ωραία διαδρομή οδηγεί στο χωριό Δόκανα, απ’ όπου προέρχονται δύο σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα που βρίσκονται στο Μουσείο της Χώρας. Αμέσως μετά οι Αραιοί, (1,5 χλμ από την δστ προς Μυλοπόταμο), ένα παλιό χωριό με σπουδαία δείγματα τοπικής αρχιτεκτονικής, την Αγία Ελεούσα με τις δύο εντοιχισμένες μαρμάρινες πλάκες δωρεά του Γεωργίου Α. Κονόμου τα έτη 1981 - 1984. Η πρώτη είναι αφιερωμένη στους δωρητές του νοσοκομείου και του γηροκομείου Κυθήρων, και η δεύτερη αναφέρεται στους ξενιτεμένους και το χωριό. Δίπλα από την Αγία Ελεούσα φεύγει ένα στενός ασφαλτοστρωμένος δρόμος που σε 300μ οδηγεί σε ένα από τα παλιότερα κτίσματα του νησιού, στον μικρό κουκλίστικο βυζαντινό ναό του Αγίου Πέτρου (13ος αι.) Ο ναός είναι σταυροειδής εγγεγραμμένος, έχει δεχθεί πλήρη συντήρηση τόσο το κτήριο και το δάπεδο όσο και οι τοιχογραφίες (15ου – 18ου αι.) πολλές από τις οποίες σώζονται σε καλή κατάσταση. Μόλις 1300μ θα οδηγήσετε από τους Αραιούς για να βρεθείτε στο γραφικό Μυλοπόταμο, που χωρίζεται σε τρεις κύριους οικισμούς. Θα σας εντυπωσιάσει η ηρεμία, η φυσική ομορφιά και τα ακατάπαυστα κελαριστά νερά του.  

Στο κέντρο του χωριού βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους (1902) με το ψηλό όμορφο καμπαναριό, και σχεδόν δίπλα ο ενοριακός του Αγίου Σώζοντος. Μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού, η κεντρική πλατεία με τα αιωνόβια πλατάνια φαντάζει σαν όαση. Η στάση για λίγη δροσιά στο κλασικό καφενείο - μεζεδοπωλείο ο ‘’Πλάτανος’’ απαραίτητη. Εκεί θα βρείτε, όλο το χρόνο τον κ. Γιώργο ή την κ. Καλλιόπη και μαζί με τον δροσερό καφέ ή τα φρέσκα σάντουιτς θα πάρετε και πολύτιμες πληροφορίες (τηλ 33397), για τον καταρράκτη, το κάστρο, και το σπήλαιο της Αγ. Σοφίας. Κοντά στην πλατεία και σχεδόν δίπλα από το καφέ – μπαρ ‘’ το Καμάρι’’ περνάει το μεγάλο ρέμα, που μετά από μια διαδρομή τρακοσίων περίπου μέτρων καταλήγει στον καταρράκτη της Φόνισσας. 

Η πρόσβαση γίνεται εύκολα από τον κεντρικό δρόμο όπου σε τετρακόσια μέτρα δεξιά θα δείτε το μονοπάτι δεξιά που κατεβαίνει προς το ποτάμι. Όσο εισέρχεστε στα άδυτα του κατάφυτου χώρου τόσο χάνεται ο ήλιος. Σύντομα θα περάσετε από έναν εγκαταλειμμένο νερόμυλο και από το μικρό πέτρινο γεφύρι. Στο μισοσκόταδο που επικρατεί θα ακούτε το νερό που παφλάζει πέφτοντας από ύψος 12 – 15μ  κάτω από τα πλατάνια. Σε λίγο ο ‘’κρυμμένος’’ καταρράκτης αποκαλύπτεται με όλες του τις εξωτικές διαστάσεις. Εμπρός σας σε πρώτο πλάνο, η πρασινογάλαζη λίμνη βάθους 3ων μέτρων, που φωτίζεται διακριτικά από τις επίμονες ακτίνες του ήλιου που τρυπώνουν από το μικρό άνοιγμα που υπάρχει πάνω από τον καταρράκτη. Πραγματικά ένα παραδεισένιο τοπίο σε ένα μαγευτικό περιβάλλον που αξίζει όλο το ταξίδι γι’ αυτό.  

Λίγες εκατοντάδες μέτρα πιο κάτω, είναι ο οικισμός της ‘’Κάτω Χώρας’’, ο παλιότερος του Μυλοποτάμου, όπου τα διώροφα σπίτια αναπτύχθηκαν πριν από την ύπαρξη του μικρού κάστρου. Αυτά ήταν χτισμένα το ένα δίπλα από το άλλο, με χοντρούς πέτρινους τοίχους ώστε να σχηματίζετε ένας ισχυρός προστατευτικός περίβολος με την γνωστή στα νησιά διάταξη για περισσότερη προστασία. Ακόμα και σήμερα, διατηρεί πολλά από τα τμήματα της αρχικής του δομής δίνοντας πολύτιμες πληροφορίες και στοιχεία αυτής της εποχής στους ερευνητές. Στο πολυάνθρωπο τότε χωριό υπήρχαν 24 νερόμυλοι που λειτουργούσαν στη ρεματιά του, αλέθοντας καθημερινά μεγάλες ποσότητες σταριού και κριθαριού. Όλοι οι μύλοι ανήκαν σε ευγενείς οι οποίοι τους νοίκιαζαν στους χωρικούς. 

Το φρούριο χτίστηκε στις αρχές του 16ου αι. από τους βενετσιάνους, με σκοπό να μαζεύεται εκεί ο πληθυσμός σε περίπτωση πειρατικής επιθέσεως. Παράλληλα έλεγχε την θαλάσσια περιοχή δυτικά των Κυθήρων. Έξω ακριβώς από το φρούριο βρίσκεται το σχολείο, χτισμένο το 1825 κατά τη περίοδο της Αγγλοκρατίας. Πλησιάζοντας το Κάστρο αντικρίζετε στο υπέρθυρο τον φτερωτό λέοντα της Βενετίας που κρατεί το ευαγγέλιο ενώ στη λατινική επιγραφή αναγράφεται: PAXTIBIMARCOEVANGELISTAMEUS [Ειρήνη σοι [σε σένα] τω Ευαγγελιστή μου Μάρκω]. Κατά την Ενετική παράδοση, αυτή τη φράση την είπε ένας άγγελος στον Ευαγγελιστή κατά τη διάρκεια ενός τρικυμιώδους θαλάσσιου ταξιδιού μεταξύ Αιγύπτου και Ακουϊληίας(8)

Για την κατοίκηση στο κάστρο οι πηγές αναφέρουν διαφορετική σύνθεση και πληθυσμό. Βέβαιο είναι ότι υπήρχαν οικογένειες Ενετών στρατιωτών υπευθύνων για την άμυνα του φρουρίου, αυτές είναι 50. Μετά το 1545 εγκαθίστανται οικογένειες προσφύγων από την Κύπρο και την Κρήτη, που προσφέρουν και αυτοί τον αναγκαίο αριθμό στρατιωτών για τη φύλαξή του, (αυτές κυμαίνονται από 50 έως 80). Σε κάθε περίπτωση περνώντας την πύλη του προς το εσωτερικό, ο επισκέπτης πραγματικά πλημμυρίζει από δέος στην θέα του οικισμού. Αν και εγκαταλειμμένος, εντυπωσιάζει η εκμετάλλευση και η αντίληψη για τον χώρο όπως και η διαρρύθμιση των διώροφων σπιτιών. Καμάρες, αψιδωτές δίφυλλες ή μονόφυλλες πόρτες και πορτοπούλες, πέτρινα σκαλιά, σπίτια ερειπωμένα, φούρνοι και αραχνιασμένα υγρά υπόγεια, κλήματα, χόρτα. Ο μεσαιωνικός οικισμός σας απορροφά.

Πεζοπορώντας στους στενούς δρόμους διαπιστώνετε ότι σώζεται σημαντικός αριθμός βυζαντινών εκκλησιών. Παναγία Μεσοσπορίτισσα, Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος (1518), Αγ. Δημήτριος (τέλη 15ου αι.), Μεταμόρφωση του Σωτήρος (τέλη 15ου αι.), Αγ. Αθανάσιος, και άλλοι πέντε τουλάχιστον. Οι πιο σημαντικές τοιχογραφίες εδώ, είναι στο Σωτήρα του 15ου αι. με σκηνές από το δωδεκάορτο. Αξιόλογες είναι οι τοιχογραφίες του Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου με την πολύστιχη κτητορική επιγραφή του 1518 και σκηνές από τον κύκλο της ζωής του Προδρόμου. Οι υπόλοιπες εκκλησίες ανάγονται στους 17ο και 18ο αιώνες, εποχή που αναπτύχθηκε το Μυλοπόταμο μια και εκεί κατέφυγαν αρκετοί από τους κατοίκους της κατεστραμμένης το 1537 Παλιόχωρας.  

Δυτικά από το κέντρο του χωριού, ξεκινά ο δρόμος που καταλήγει (4 χλμ – χώμα) στο μικρό μοναστήρι της Παναγίας Ορφανής ένα εκκλησάκι χτισμένο στο κοίλωμα μικρής σπηλιάς. Στο βάθος της σπηλιάς βρέθηκαν ανθρώπινα λείψανα. Αυτό σύμφωνα με τους ειδικούς, ενισχύει την αντίληψη ότι οι εκκλησίες χρησίμευαν και σαν καταφύγια κατά τη διάρκεια πειρατικών επιδρομών.

Η διαδρομή προς την πεντακάθαρη μικρούλα παραλία του Λιμνιώνα οδηγεί στο σπήλαιο της Αγίας Σοφίας το μεγαλύτερο και πιο εντυπωσιακό στα Κύθηρα με πολυάριθμες αίθουσες και το ομώνυμο εκκλησάκι στην είσοδό του. Ήταν το πρώτο που εξερεύνησε, μελέτησε, και χαρτογράφησε το ακαταπόνητο ζεύγος των αείμνηστων ερευνητών Ιωάννη και Άννα Πετροχείλου. Μπαίνοντας στην αίθουσα της εισόδου βλέπετε στον χτιστό πάνω σε σταλαγμίτες τοίχο να εικονίζονται (δεξιά) οι Άγιοι Νικόλαος, Παντελεήμων, Θεοδόσιος ο κοινοβιάρχης, ο πολιούχος των Κυθήρων Όσιος Θεόδωρος και ο αρχάγγελος Μιχαήλ. Αριστερά εικονίζεται η Δέηση και η Αγία Σοφία με τις κόρες της Αγάπη, Ελπίδα και Πίστη. Όλες οι τοιχογραφίες είναι έργο του «ειστωρουγράφου» Θεοδώρου της τελευταίας εικοσιπενταετίας του 13ου αιώνα. Από την δεύτερη αίθουσα και μετά ο πλούσιος σε σταλαγμιτικό και σταλακτιτικό διάκοσμος προτρέπει για όσο το δυνατόν μεγαλύτερη παραμονή. Η συνολική του έκταση είναι 2.000 m2, και η τουριστική διαδρομή 200μ. Τις μέρες που πήγαμε εμείς ήταν όλα κλειδωμένα, αλλά όπως μας είπαν οι ντόπιοι είναι ανοιχτό όλη την καλοκαιρινή περίοδο με ξεναγό για τους επισκέπτες.  

Μέσα από το Μυλοπόταμο ο δρόμος οδηγεί στην μονή Μυρτιδιών περνώντας μέσα απο τα Σκουλαντριάνικα και στο ύψος της περιοχής Μαραθέας στρίβει δεξιά προς το χωριό Καλοκαιρινές. Η διαδρομή από το χωριό μέχρι κάτω στην Μονή Μυρτιδιών είναι 3,7 χλμ και πολύ όμορφη. Περνά από ένα μονότοξο πέτρινο γεφύρι του 1821 και μια μικρή δίοδο σε βράχο, και τα δύο κατασκευές από τα χρόνια της Αγγλοκρατίας, συνεχίζοντας την κατηφορική πορεία πάντα με θέα τη θάλασσα και τα νησάκια Λήδα και Λυδία ή Μακρονήσι. Στην συνέχεια ο θαυμασμός για το τοπίο μετατρέπεται σε θλίψη που προκαλείται από τη θέα του καμένου πευκοδάσους στις φωτιές του 2000, οι οποίες κατέστρεψαν το μεγαλύτερο μέρος του. Το δάσος είχε σχηματισθεί από τεχνητές αναδασώσεις και έφτανε μέχρι κάτω στο μοναστήρι. Ευτυχώς, αποζημιώνουν οι καταπράσινοι ολάνθιστοι και μαγευτικοί κήποι της Μονής, της Παναγίας της Μυρτιδιώτισσας,που αναδύεται θαρρείς, μέσα από ένα παραμυθένιο περιβάλλον που ευφραίνει την όραση.  

Σύμφωνα με την παράδοση η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας βρέθηκε μέσα σε κλαδιά μυρσίνης από ένα βοσκό πιθανά τον 14ο αι. Η διήγηση της εύρεσης μοιάζει με άλλες που συναντάμε στον ελλαδικό χώρο. Ο βοσκός καθάρισε τον τόπο που βρέθηκε η εικόνα και έκτισε μικρό ναό που τον ονόμασε Μυρτιδιώτισσα. Αργότερα ο μοναχός Λεόντιος επέκτεινε το ναό με δύο κλίτη – παρεκκλήσια, αφιερωμένα το μεν δεξί στην Ζωοδόχο πηγή, το δε αριστερό στον Άγιο Θεόδωρο. Σήμερα από αυτά τα παρεκκλήσια σώζεται ο παλιός ναός, το ‘’καθολικό’’ ή ‘’ναός της ευρέσεως’’, όπου φυλάσσεται η εικόνα της Μυρτιδιώτισσας.  

Σύμφωνα με επιγραφή το χρύσωμα της, έγινε από τον Νικόλαο Θ. Σπιθάκη το 1837. Ο μεγαλοπρεπής ναός ρυθμού βασιλικής που αντικρίζει σήμερα ο επισκέπτης αρχίζει να οικοδομείται  το 1841 και ολοκληρώθηκε το 1857 από τον ηγούμενο Αγαθάγγελο Καλλίγερο. Γύρω από τον καινούργιο ναό κτίζονται αρκετά κελιά, μεγάλη υπόγεια δεξαμενή νερού, και το ψηλό μεγαλόπρεπο καμπαναριό που σχεδίασε και έχτισε ο ντόπιος μάστορας, Νικόλαος Φατσέας – Φουριάρης από το Λιβάδι το 1888. Χαρακτηριστικό της αγάπης και του σεβασμού που τρέφουν οι Κυθήριοι του νησιού και της Διασποράς για την προστάτιδα της νήσου είναι και τα ονόματα που δίνουν στα περισσότερα Κυθηραϊκά πλοία κατά τη διάρκεια της Αγγλοκρατίας, τότε που επικρατούσε η παρουσία τους στη ναυτιλία της Σμύρνης. 

Σχεδόν όλα φέρουν το όνομα ‘’Παναγία Μυρτιδιώτισσα’’. Η μονή όλο το διάστημα από 1η έως 15 Αυγούστου, σ’ αυτή την γλυκύτητα και την ηρεμία του τοπίου, φιλοξενεί, στα κελιά της προσκυνητές για τη μεγάλη περίοδο του Δεκαπενταύγουστου. Γιορτάζει με μεγάλο θρησκευτικό πανηγύρι στις 24 Σεπτεμβρίου ημέρα επίσημης αργίας στα Κύθηρα. Καθώς φεύγετε από το Μοναστήρι, ο χωματόδρομος αριστερά, σας οδηγεί σε 1,5 χλμ στα Λιμνάρια, έναν όμορφο όρμο -  αγκυροβόλιο και μια απόμερη παραλία. Η καλύτερη επιλογή για τους ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες.  

Αν συνεχίσετε την γνωριμία με το νησί, κατευθυνθείτε στο Λιβάδι (9χλμ από την Ι. Μονή) από τη διαδρομή Καλοκαιρινές – Δρυμώνας – Λιβάδι (5,3 χλμ). Μετά τον Δρυμώνα η πρώτη δστ δεξιά οδηγεί στο βουνό της Αγίας Ελέσας. Στην κορυφή του (+/- 3χλμ) είναι ο ναός και ένα μικρό συγκρότημα με κελιά, που χρησιμοποιούνται και εδώ, όπως και στις Μονές Μυρτιδιών και Αγίας Μόνης. Η θέση που είναι χτισμένος ο ναός παρέχει απεριόριστη θέα προς τα νοτιοδυτικά παράλια του νησιού. Η νεαρή χριστιανή, έφτασε στα Κύθηρα το 375 (την εποχή που πιστεύεται ότι έγινε μεγάλος σεισμός στην Πελοπόννησο), για να αφιερωθεί στο θεό, πιστή στην ανατροφή που της έδωσε η μητέρα της. Μαρτύρησε εδώ, κυνηγημένη από τον ειδωλολάτρη πατέρα της Ελλάδιο τον 4ο αι. όταν ακόμα το νησί ήταν ακατοίκητο. Στην επιστροφή προς το Λιβάδι υπάρχει μια μικρή δστ δεξιά σας που γράφει ‘’Άγιος Δημήτριος’’. Ακολουθείστε την και θα φτάσετε στο Πούρκο όπου βρίσκεται άλλη μια σημαντική εκκλησία του νησιού με ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά γνωρίσματα της τοπικής αρχιτεκτονικής, ο Άγιος Δημήτριος. Ο ναός αποτελεί σύμπλεγμα τεσσάρων ναών που επικοινωνούν διαδοχικά μεταξύ τους. Οι τοιχογραφίες που σώζονται σε τρία τοιχογραφικά στρώματα δημιουργήθηκαν από τον 11ο έως τον 14ο αιώνα και θεωρούνται εξαιρετικά δείγματα βυζαντινής ζωγραφικής.  

Το Λιβάδι αποτελεί συγκοινωνιακό κόμβο και το δεύτερο, μετά τον Ποταμό, μεγάλο εμπορικό κέντρο του νησιού καθώς δραστηριοποιούνται δεκάδες επιχειρήσεις. Διαθέτει ό,τι ενδιαφέρει τον ταξιδιώτη – επισκέπτη, γραφεία ταξιδιών - εισιτηρίων, βενζινάδικα, ξενοδοχεία, βιβλιοπωλείο, τα γραφεία της 1ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων (για επισκέψεις στις εκκλησίες), αλλά και ό,τι χρειάζονται οι μόνιμοι κάτοικοι. Αξιοθέατα στο χωριό είναι το παλιό σχολείο της Αγγλοκρατίας, στον κοντινό λόφο Μηλαπιδέα. Ήταν το πιο όμορφο στα Κύθηρα και με τους περισσότερους μαθητές στην περιοχή. Αρχιτεκτονικά παραμένει εντυπωσιακό με τα τοξωτά του, γοτθικής κατάληξης ανοίγματα, που κάποτε φιλοξενούσαν αντίστοιχης τεχνοτροπίας πορτοπαράθυρα. 

Ο Άγιος Ανδρέας, μια από τις σημαντικότερες εκκλησίες του νησιού βρίσκεται εδώ, σχεδόν απέναντι από τα γραφεία της 1ης Ε.Β.Α. Η πρώτη οικοδομική και τοιχογραφική φάση χρονολογείται στα τέλη 10ου αρχές 11ου αι. Είναι σπουδαίος ναός όχι μόνο γιατί διασώζει στο εσωτερικό του τις παλιότερες τοιχογραφίες στο νησί, αλλά και γιατί τόσο η ποιότητα της ζωγραφικής και αυτά που εικονίζουν, όσο και η νέα αρχιτεκτονική του ναού είναι πολύ υψηλής στάθμης, όχι μόνο για την περιοχή.  Οι τοιχογραφίες, έργο ικανού ζωγράφου, ανάγονται στον 13ο αι, σε τεχνοτροπία που παράλληλή της δεν εντοπίζεται στα Κύθηρα αλλά σπανίζει και αλλού. Σε διάφορα σημεία του χωριού σώζονται πολλές εξοχικές, την εποχή που χτίστηκαν, αρχοντικές κατοικίες οικογενειών της Χώρας, για τις οποίες το Λιβάδι ήταν ο επιλεγμένος τόπος για θερινή διαμονή. Στο Κάτω Λιβάδι (1 χλμ) στο μεταβυζαντινό ναό της Ανάληψης, έναν μονόχωρο καμαροσκέπαστο ναό που παραχωρήθηκε από την Ιερά Μητρόπολη Κυθήρων, στεγάζεται από το 1996 η Συλλογή έργων Βυζαντινής και μεταβυζαντινής τέχνης των Κυθήρων με σπουδαία δείγματα από όλο το νησί.  

Σε 500μ. από το κέντρο του Κάτω Λιβαδιού είναι ο οικισμός Κατούνι και το περίφημο πέτρινο γεφύρι του, με μήκος 110 μ., ύψος 15 μ., πλάτος 6 μ. με 13 τόξα, και 12 ανακουφιστικά ανοίγματα - θυρίδες, που ολοκληρώθηκε το 1826 αποτελώντας ένα από τα πιο σημαντικά δημόσια έργα στη διάρκεια της Αγγλοκρατίας. Αυτά τα έργα ήταν πολλά, και σώζονται ως τις μέρες μας. Ειδικότερα επί διοικήσεως του Άγγλου αρχιμηχανικού Τζων Μακφέιλ, τοποτηρητή του Ύπατου αρμοστή στα Κύθηρα στα τέλη της δεκαετίας του 1810, έγιναν πρωτοποριακής αντίληψης κατασκευές στο νησί με την μέθοδο της προσωπικής εργασίας και της αγγαρείας που επέβαλαν ακόμα και στα ζώα (έλειπαν άλλα μέσα μεταφοράς).  

Αυτή την εποχή έγιναν οι φάροι στο Καψάλι (1854), στο Μουδάρι του Καραβά (1857) στο επικίνδυνο στενό της Ελαφονήσου. Τότε έγινε η πρώτη κεντρική Αγορά και τα έργα ύδρευσης – αποχέτευσης στη Χώρα, κατασκευάστηκε η επιβλητική γέφυρα στο Κατούνι πιθανά η μεγαλύτερη αυτού του είδους στην Ελλάδα, δεύτερη μονότοξη γέφυρα και μικρή σήραγγα στο δρόμο για την Ιερά μονή Μυρτιδιών, και τέσσερα σχολεία, λίγο έξω από τα χωριά, με το σκεπτικό αφ’ ενός την επαφή των παιδιών με την ύπαιθρο, αφ’ ετέρου δε την εξυπηρέτηση και άλλων χωριών εκτός αυτών που παραχώρησαν την έκταση. Αυτά τα σχολεία, Μηλαπιδιάς, Αγίου Θεοδώρου, Ποταμού και Μυλοποτάμου, σώζονται ακόμα στις μέρες μας αλλά όχι στην κατάσταση που θα έπρεπε να ήταν. 

Ο Μακφέιλ όχι μόνο επέβλεψε την κατασκευή και πήγε και στα εγκαίνια (βλ. λόγο του Δασκάλου Πέτρου Μαρσέλου κατά τα εγκαίνια του σχολείου Κάτω Χώρας Μυλοποτάμου στην εφημερίδα ‘’Φωνή των Κυθήρων’’ αρ. φ. 57 Οκτ. 1928), αλλά παρακινούσε τους χωρικούς να στέλνουν τα παιδιά  τους στο σχολείο. Όρισε μάλιστα ότι, κατά τις ημέρες που αυτά θα πήγαιναν, δεν θα υπήρχε αγγαρεία για τα ζώα, ενώ αντιθέτως αν απουσίαζαν αδικαιολόγητα, ακόμα και αν δεν ήταν μέρα αγγαρείας, τα ζώα θα τα φύλαγε ο αστυνόμος, ώστε να μην τα χρησιμοποιήσει ο χωρικός. Ευνόητο είναι ότι αυτά τα μέτρα είχαν μεγάλη ανταπόκριση, και έτσι παρουσιάζεται σε μια δημοσίευση του Ανδρέα Κάλβου το 1827, (περιοδικό Revue Encyclopedique - αναδημοσίευση στο περιοδικό Ελληνική Δημιουργία τ.15 Μάιος 1949, 744) ‘’η σχετικά μικρή νήσος των Κυθήρων, έχει 8 σχολεία και 772 μαθητές, έναντι των νήσων Κερκύρας, Κεφαλληνίας, και Ζακύνθου που ο αριθμός των σχολείων είναι 3, 2, 13, οι δε μαθητές αντιστοίχως 239, 157, 383’’.    

Από το Κάτω Λιβάδι λίγο πριν την έξοδο του χωριού η αριστερή δστ οδηγεί, μετά από 3 χλμ, στην δστ της Αγίας Τριάδας. Αν πάτε αριστερά σε +/- 4 χλμ είστε στην βοτσαλωτή παραλία της Φυρής Άμμου (από το Πορφυρή, καθώς η παραλία είναι ‘’κόκκινη’’). Αν συνεχίσετε ευθεία θα φτάσετε σε 6,5 χλμ στον Κάλαμο και από εκεί στις αμμουδερές παραλίες του Χαλκού και της Βρουλέας 

Η Χώρα είναι η πρωτεύουσα, το διοικητικό κέντρο, η έδρα της Μητρόπολης, και των περισσοτέρων υπηρεσιών στα Κύθηρα. Είναι ένας από τους παραδοσιακούς και ενδιαφέροντες οικισμούς τους. Η παρουσία του περίοπτου κάστρου επιβλητική, απ’ όπου και να προσεγγίσετε. Η ιστορία του φαίνεται να ξεκινάει από τους Βενιέρους, άρχοντες των Κυθήρων από το 1207, που για να προστατέψουν το νότιο κομμάτι του νησιού αποφάσισαν να χτίσουν ένα ισχυρό κάστρο. Αρχικά επιλέχθηκε ένα σημείο στα βόρεια, το Καστροβούνι κοντά στο Στραπόδι. Η παράδοση αναφέρει πως οι μάστορες μετέφεραν εκεί από το βράδυ τα εργαλεία τους για να πιάσουν δουλειά το πρωί. Την άλλη μέρα όμως ήταν όλα άφαντα. Ένα περιστέρι τα είχε μεταφέρει στο ύψωμα της Χώρας εκεί που τελικά χτίστηκε το κάστρο. Η ακριβής χρονολογία θεμελίωσης ή αποπεράτωσης δεν είναι γνωστή, όμως αναφέρεται ήδη από τις αρχές του 14ου αι. 

Η περιοχή άρχισε και πάλι να αποκτά σημασία μετά την καταστροφή του Αγίου Δημητρίου από τον Μπαρμπαρόσα, όταν οι Ενετικές αρχές αποφάσισαν τη μεταφορά της πρωτεύουσας στο σημερινό κάστρο της Χώρας. Έτσι το κέντρο βάρους του νησιού μετατοπίστηκε στη Χώρα, ενώ το Καψάλι αναδείχθηκε σημαντικό λιμάνι του νησιού. Από παλιά είναι γνωστό, αν και δεν φαίνεται να κατοικείται συστηματικά, το Καψάλι. Γύρω σε αυτά τα χρόνια τοποθετούνται οι πρώτες κατοικήσεις στην περιοχή αυτή. Το λιμάνι πάντως στο Καψάλι και η Χώρα είναι γνωστά ως τοπωνύμια και στους Πορτολάνους (χάρτες ναυσιπλοΐας) από το 1559.  Η θέση του κάστρου και η κατασκευή του ήταν τέτοια που εξασφάλιζε στους Ενετούς το άβατο από τη θάλασσα και την εύκολη τροφοδοσία από το κοντινό λιμάνι. Το κάστρο ανακατασκευάστηκε πάνω σε παλιές οχυρώσεις το 1503.

Ανάλογη με τον καιρό είναι και η αίσθηση του περίπατου. Αν έχει συννεφιά όπως σήμερα, ο χώρος γεμίζει από ένα απόκοσμο φως που διεγείρει τις αισθήσεις και κάνει τη φαντασία να ταξιδεύει. Οι παλιές εκκλησίες του Παντοκράτορα, του Αγίου Ιωάννη, της Παναγίας της Ορφανής και της Παναγίας Καστρινής ή Μυρτιδιώτισσας, που προβάλλει με το πανέμορφο καμπαναριό της είναι από τα πολλά αξιοθέατα μέσα από τα τείχη. Μάλιστα από το 2004 έχουν ξεκινήσει με τη συνδρομή της Ε.Ε. και του Γ’ Κ.Π.Σ. οι εργασίες συνολικής ανάδειξης και φωτισμού του Κάστρου Κυθήρων, με προϋπολογισμό 2.812.458 ευρώ από το πρόγραμμα ‘’Κάστρων Περίπλους’’ του υπουργείου πολιτισμού.  

Όταν φτάσαμε είχε ανασκαφθεί σχεδόν σε όλα τα σημεία η διαδρομή που ξεναγείται ο επισκέπτης και περνούσαν καλώδια. Παρά τις δυσκολίες οι υπεύθυνοι φρόντισαν να μας διευκολύνουν στην φωτογράφηση.Έξω από τα τείχη, απλώνεται το Βούργο, οι πλατείες Εσταυρωμένου και  Σπυρίδωνος Στάη. Η γοητευτική αυτή συνοικία κατεβαίνει νωχελικά στην πλαγιά του βουνού μέχρι που φτάνει στα σφιχταγκαλιασμένα σπίτια, εκκλησιές, και παλιά τμήματα της οχύρωσης. Παλιότερα υπήρχαν πολλά βοτσαλωτά δάπεδα σε απλά σπίτια σε αρχοντικά αλλά και σε αυλές εκκλησιών. Με το πέρασμα του χρόνου καταστράφηκαν τα περισσότερα. Όμως στο Βούργο, κάτω από το κάστρο σώζεται ακόμη η βοτσαλωτή αυλή του αρχοντικού Καλούτση. Στη Χώρα υπάρχει αρχαιολογικό μουσείο γεμάτο με ευρήματα από τις ανασκαφές στο νησί. Περιέχει ως και τον περίφημο μαρμάρινο λέοντα των Κυθήρων(9) που μετά την περιπέτειά του δεν κόσμησε ξανά το κάστρο της Χώρας.  

Ψηλά από το κάστρο, φαίνεται ο χωματόδρομος που κατεβαίνει προς την παραλία και όλο το ύψος των τειχών του κάστρου μέχρι κάτω στο ρέμα, προς το νοτιά. Διακρίνεται καθαρά το νησάκι Αυγό ή Χύτρα για τους ντόπιους. Για να φτάσετε εκεί κάτω, πρέπει να βγείτε λίγο από τη Χώρα και να στρίψετε αριστερά στον πρώτο κατηφορικό χωματόδρομο. Σε 600 μ ο δρόμος κατευθύνεται αριστερά και εσείς οδηγείτε παράλληλα στα χωράφια και το ρέμα. Αριστερά η Χώρα και στο βάθος το μεγαλειώδες κάστρο.  Ο χωματόδρομος όσο πάει στενεύει και κάποια στιγμή σταματά σε ένα χαμηλό ανάχωμα. Το περνάτε και στρίβετε αριστερά, όπως συνεχίζει και κατεβαίνει στο γκρεμό. Απέναντι, όσο οδηγείτε, τόσο τα καλοδιατηρημένα τείχη του κάστρου πλησιάζουν στο οπτικό σας πεδίο. Το μεγάλο ρέμα ανάμεσα από τον δρόμο και το κάστρο σταματά για λίγο τον ενθουσιασμό, αλλά ο δύσβατος πλέον χωματόδρομος συνεχίζει δεξιά και κατεβαίνει μέχρι τη θάλασσα σχεδόν.

Ίσως είναι ομορφότερη από εδώ η θέα. Φαίνονται σε όλη τους τη μεγαλοπρέπεια τα τείχη του κάστρου αλλά και η είσοδος του λιμανιού στο Καψάλι, αφού στο μεταξύ έχετε παρακάμψει ολόκληρο το λόφο του κάστρου. Γύρω - γύρω απο το κάστρο, αλλά και σε άλλα σημεία του βοτανικού(10) παράδεισου των Κυθήρων βγαίνουν τα όμορφα άγρια μωβ – ρόζ, κυκλάμινα και ο αμάραντος ή μόσχος αυτό το πανέμορφο κίτρινο λουλούδι (Helihrisumorientale) που είναι αφιερωμένο στην Παναγία, ακριβώς επειδή δεν μαραίνεται ποτέ. Στα Κύθηρα το ονομάζουν ‘’σεμπρεβίβα’’ (ενετική ονομασία), που περιέργως παραπέμπει σε άλλο άνθος. Είναι από τα κυριότερα λουλούδια που έβαζαν στα στεφάνια οι αρχαίοι για να διακοσμήσουν τον χώρο αλλά και τα αγάλματα. Πρώτη το μάζεψε η νύφη Ελιχρύση, από εκεί και το όνομα. Ο Θεόκριτος φαίνεται να είχε εντυπωσιαστεί από την λαμπρότητα του χρώματός του. Στον κεντρικό δρόμο της Χώρας είναι ένα κατάστημα – εργαστήριο, λίγο πιο κάτω από το εστιατόριο ‘’Ζορμπάς’’, που φτιάχνει εντυπωσιακές και καλλιτεχνικές συνθέσεις από αμάραντο, λένε ότι είναι, το καλύτερο ενθύμιο από το νησί της Αφροδίτης.  

Μόλις δύο χλμ από τη Χώρα, βρίσκεται το κέντρο των τουριστικών Κυθήρων, το μαγευτικό παραθαλάσσιο Καψάλι, δεύτερο λιμάνι του νησιού. Πραγματικά, δεν είναι τυχαίο, ούτε περιγράφεται εύκολα αυτός ο συνδυασμός. Επάνω, ψηλά στο βραχώδη λόφο, η Χώρα με το Ενετικό φρούριο να δεσπόζουν με την παρουσία τους στην περιοχή, σαν να εποπτεύουν. Κάτω, το Καψάλι με τους πανέμορφους υπήνεμους κολπίσκους και τις πεντακάθαρες πρασινογάλαζες ακτές. Είτε κοιτάζεις από πάνω προς τα κάτω είτε το αντίθετο, το τοπίο προκαλεί δέος. Το Καψάλι και η Χώρα Κυθήρων είναι η τρίτη περιοχή στα Κύθηρα, με Νο 36, που έχει χαρακτηριστεί τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλους και περιλαμβάνεται στην έρευνα του Πολυτεχνείου.  

Επιπροσθέτως, αν υπήρχε βραβείο για τον ομορφότερο - γραφικότερο συνδυασμό, αυτό έπρεπε να δοθεί σε αυτό το τοπίο. Ο δρόμος κατεβαίνει ομαλά μέχρι τη θάλασσα και τις παραλίες Μπρός Γιαλός, Πίσω Γιαλός, απλωμένες στους δύο παραδεισένιους ορμίσκους – αγκυροβόλια που φιλοξενούν τους παραθεριστές. Στην άκρη του όρμου η παραλία Καψαλάκι η πιο εύκολη και γρήγορη επιλογή του καλοκαιριού για εκατοντάδες επισκέπτες και η ‘’κρυφή’’ Σπαραγαριό με τη σπηλιά του Αγίου Παύλου,που παρότι είναι κοντά στο Καψάλι δεν είναι πολύ γνωστή. Εδώ, όλοι χαίρονται από μια απλή ήρεμη και ρομαντική βόλτα στο λιμάνι το βραδάκι, μέχρι βόλτες στα καλόγουστα εστιατόρια, καφέ και μπαράκια όλο το 24ωρο. Στο μεγάλο πευκοδάσος κάτω από τον ‘Αϊ – Γιάννη το Βαπτιστή υπάρχει κοινοτικό κάμπινγκ, στην ίδια περιοχή που παλιότερα εντοπίζεται ο χώρος αναψυχής των Ενετών με λαμπρό εξάγωνο κτίριο και άγαλμα της θεάς Αφροδίτης.  

Η μικρή χερσόνησος με το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου στέκεται ανάμεσα στους δύο κόλπους, αλλά το αποκορύφωμα του φαντασμαγορικού τοπίου είναι ο βράχος με το μοναστήρι – ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη που, στην κυριολεξία, ‘’κρέμεται’’ στο γκρεμό και δεσπόζει πάνω από το πανέμορφο πευκοδάσος του Καψαλιού και το λιμάνι. Αυτός είναι ο λόγος που συνοδεύεται από τα προσωνύμια στο Γκρεμό, Κρημνό, ή εν Κρημνοίς. Το κάτασπρο κτίσμα κολλάει σα στρείδι πάνω στον βράχο και δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται από μακριά. Ο εσωτερικός χώρος διαθέτει ένα μεγάλο θάλαμο – σπηλιά 20Χ4Χ3 μέτρα και στο βάθος υπάρχει μικρό χώρισμα με τοίχο και πήλινες λεκάνες με νερό (αγίασμα).  

Περπατήσετε λίγο στον χωματόδρομο, ανάμεσα στα πεύκα, τους ευκάλυπτους με τις ευωδιές να πλημμυρίζουν την ατμόσφαιρα και ανεβείτε τα 148 σκαλιά για να βρεθείτε στην πόρτα της μικρής εκκλησίας απ’ όπου θα απολαύσετε την μαγευτική θέα προς την απέναντι πλευρά του κόλπου και το σύγχρονο λιμάνι. Οι κάτοικοι των Κυθήρων τρέφουν μεγάλη ευλάβεια για τον Άγιο Ιωάννη στο Γκρεμό, (γιορτάζει στις 29 Αυγούστου) γιατί, σύμφωνα με τη παράδοση, εκεί έγραψε την Αποκάλυψη του ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος. Το Καψάλι χρησιμοποιήθηκε ως λιμάνι κατά την Αγγλοκρατία. Τότε (1817) ανάμεσα στα άλλα μεγαλεπήβολα έργα που θα διευκόλυναν τη χρήση του ως λιμανιού κατασκευάστηκε η μεγάλη δεξαμενή, γνωστή σήμερα σαν ‘’ντεπόζιτο’’, καθώς και τα κτήρια μπροστά από την παραλία, το γνωστό Λαζαρέττο ή Λαζαρέτα όπως το λένε εδώ. Και σε άλλα νησιά έχουν κατασκευαστεί τέτοια έργα που χρησίμευαν για να ελέγχουν και να αποκλείουν με απολύμανση, τυχόν μεταδοτικές ασθένειες των ναυτικών που, ίσως, αποκτούσαν κατά τη διάρκεια των πολύμηνων θαλασσινών ταξιδιών τους. Αυτά τα κτήρια λέγονται Λοιμοκαθαρτήρια αλλά έμειναν γνωστά με την ιταλική ονομασία ‘’Λαζαρέττο’’, από τον Άγιο Λάζαρο που θεωρείται ο προστάτης των ασθενών. 

Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, τη δεκαετία του ’60, έγιναν πολλά τοπικά οδικά έργα με πρωτοβουλία των κατοίκων και των Κυθηρίων της διασποράς, ώστε να βγει το νησί από την συγκοινωνιακή απομόνωση, ίσως αυτός είναι ο λόγος που στο μυαλό των περιηγητών ξεκινά η φυγή στα Κύθηρα που όμως ποτέ δεν φτάνουν. Τότε λοιπόν (1962) κατασκευάζεται λιμενοβραχίονας στο Καψάλι με το οποίο τα Κύθηρα γίνονται ένα από τα πρώτα νησιά στα οποία μπορεί το πλοίο να πλευρίσει για την επιβίβαση και αποβίβαση των επιβατών. Μέχρι τότε, (όπως στα περισσότερα νησιά εκείνη την εποχή), η μεταφορά γινόταν με βάρκες, που ξεκινούσαν από το μικρό πρώτο μώλο (1905) του λιμανιού και αναλάμβαναν το δύσκολο πραγματικά έργο της μεταφοράς των επιβατών αλλά και των αποσκευών τους. Το ίδιο συνέβαινε με τα κάθε λογής εμπορεύματα που έφευγαν ή έρχονταν στο νησί. 

Σημαντικό γεγονός, που χαιρετίστηκε και από τους Κυθήριους, όπως και από όλους τους Έλληνες, είναι η απελευθέρωση του 1944, την οποία οι Κυθήριοι είχαν τη χαρά να γιορτάσουν πρώτοι από όλους τους Έλληνες καθώς τα Κύθηρα ήταν το πρώτο κομμάτι Ελληνικής γης που απελευθερώθηκε. Συγκεκριμένα στις 15 Σεπτεμβρίου 1944 πλοία του Αγγλικού στόλου αποβίβασαν στρατό στον Αυλαίμονα και την επομένη εδώ, στο Καψάλι. Στις 26 Σεπτεμβρίου πάτησε για πρώτη φορά σε ελεύθερο Ελληνικό έδαφος ο εκπρόσωπος της ‘’Ελληνικής κυβερνήσεως’’ του Καΐρου υπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος.  

Η απελευθέρωση γέμισε χαρά τον πληθυσμό του νησιού αλλά γρήγορα η οικονομική δυσπραγία θα επικρατήσει. Το αποτέλεσμα είναι η φυγή και η μετανάστευση. Την τριετία 1946 – 1949 έφυγαν από το νησί 3000 άτομα, δηλαδή 1000 άτομα το χρόνο κυρίως για Αυστραλία – Αμερική (Ε. Καλλίγερος -  Ιστορία Κυθήρων, 188). Η πληθυσμιακή κατάρρευση ήταν πλέον θέμα χρόνου. Μόνο με την Ήπειρο, (παρά την τεράστια διαφορά σε έκταση) μπορούν να συγκριθούν αυτά τα νούμερα. Την πενταετία 1956 – 1961 μετανάστευσαν, κυρίως στη Γερμανία, 9515 άτομα δηλαδή 1903 άτομα το χρόνο, (Ι. Έξαρχος - Οικονομικός Προγραμματισμός στην Ήπειρο, σελ 10 Αθήνα 1963).  

Κάποια πράγματα που δεν γνωρίζει ο ανυποψίαστος επισκέπτης αλλά συγκαταλέγονται στην πολιτιστική κληρονομιά του, και στους πόρους που μελλοντικά μπορεί να γίνουν εκμεταλλεύσιμοι είναι, ότι τα Κύθηρα, σχηματίζουν το πρώτο εκπληκτικό πολύνησο στην περιοχή, που αποτελεί και ‘’μεταναστευτικό διάδρομο’’ για τα πουλιά. Στο σύνολό του αριθμεί εβδομήντα δύο νησαία εδάφη, (τα τριάντα ένα παραμένουν ακόμα ανώνυμα), μεγαλύτερα των οποίων, μετά τα Κύθηρα, είναι το Μακρονήσι (392 στρ), γνωστότερο ως Μακρυκύθηρα. Πρόσφατα, το έργο για το νέο λιμάνι στο Διακόφτι, που ξεκίνησε το 1988 και ολοκληρώθηκε το 1993, περιλαμβάνει την ένωση με σταθερή, πλατειά γέφυρα, των Μακρυκυθήρων με τα Κύθηρα. Έτσι έπαψε να είναι νησί και το πολύνησο πλέον περιλαμβάνει εβδομήντα ένα νησαία εδάφη, εκ των οποίων τα μεγαλύτερα σε έκταση είναι η Μεγάλη Δραγονέρα (381 στρ), το Αυγό ή Χύτρα (322 στρ), και η Αντιδραγονέρα (187 στρ).  

Το δεύτερο πολύνησο στην ίδια περιοχή είναι των Αντικυθήρων που αποτελείται από έντεκα, (τα τρία παραμένουν ακόμα ανώνυμα), νησαία εδάφη μεγαλύτερα από τα οποία, μετά τα Αντικύθηρα, είναι το Πρασονήσι ή Πορί (344 στρ), και ο Λαγουβάρδος ή Πορέτι (35 στρ). Όλα αυτά τα εδάφη στις θάλασσές μας εκτός από τον πολύτιμο ρόλο που έχουν για τα μεταναστευτικά πουλιά(11), αφού αποτελούν κυριολεκτικά μικρές νησίδες σωτηρίας, ξεκούρασης και ανεφοδιασμού, κατά τη διάρκεια των μεταναστευτικών ταξιδιών τους προς την ανατολική Μεσόγειο και την Αφρική, αποτελούν μικρά αλλά πολύτιμα κομμάτια ελληνικής γης, κομμάτια από την ταυτότητά μας και βέβαια ένα διόλου ευκαταφρόνητο τμήμα της επικράτειας. Ο Δήμος Κυθήρων και η κοινότητα Αντικυθήρων, σε συνεργασία με πολιτιστικούς φορείς και με τις αρχές, πρέπει να προχωρήσουν στην ονοματοθεσία αντλώντας ονόματα από το σχήμα, τη θέση, τη μορφολογία, ακόμα και από την χλωρίδα και πανίδα τους ή τη μυθολογία και τη θρησκευτική – ιστορική παράδοση.  

Τα Κύθηρα σήμερα, παρά το ότι έχουν κρατήσει την δική τους φυσιογνωμία, δεν έχουν τους επισκέπτες που τους αναλογούν σε σχέση με την ιστορική, αρχαιολογική, θρησκευτική, θαλάσσια και οικολογική τους αξία. Αυτό το μοναδικό δέσιμο βενετσιάνικων, επτανησιακών, αιγαιοπελαγίτικων, πελοποννησιακών και κρητικών στοιχείων αποτελεί σήμερα, ένα ασυνήθιστο όσο και αρμονικό σύνολο. Οι Τσιριγώτες από παλιά υποστήριζαν ότι το νησί μαγεύει τους επισκέπτες, που έρχονται και ξανάρχονται ανακαλύπτοντας κάθε φορά καινούργιες γωνιές και κρυμμένα μυστικά.  

Αποφασίστε το μαγικό ταξίδι στα Κύθηρα και εσείς, πάνω στα αυλάκια της θάλασσας, της ίδιας θάλασσας που μετέφερε τόσους και τόσους ταξιδιώτες – περιηγητές – εμπόρους ήδη από τα αρχαία χρόνια, τότε που το νησί αποτελούσε κέντρο της Μεσογείου. Ακόμα και οι Γάλλοι περιηγητές, ποιητές και ζωγράφοι που διέδωσαν τον ρομαντισμό και τη μαγεία, συνώνυμα πλέον με το ταξίδι, όταν έφτασαν σε κάποιους σπάνιους, μακρινούς(12) και εξωτικούς τόπους, σαγηνεύτηκαν, στοχάστηκαν και ‘’Καινούργια Κύθηρα’’ τα ονόμασαν (για το εξωτικό ταξίδι διάβασε – Πιέρ Λοτί - ‘’ Ο γάμος του Λοτί’’). 

Ξαναδείτε την θαυμάσια ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου, αποθησαυρίστε πάλι τα ποιήματα του Ουγκώ, του Μπωντλαίρ ή του Ουράνη, που εμπνεύστηκε από τον περίφημο πίνακα του Γάλλου ζωγράφου Ζαν Αντουάν Βατό ο οποίος ζωγράφισε(13) το ‘’Προσκύνημα στο Νησί των Κυθήρων’’ και το ‘’Ταξίδι στα Κύθηρα’’ έχει ήδη αρχίσει. 

Σημειώσεις:  

(1) Η Ουρανία θεωρείται θεά προστάτης της αγάπης και του αγνού έρωτα. Ύψιστη προσωνυμία της Θεάς Αφροδίτης σε αντιδιαστολή προς την Πάνδημο - Θεά προστάτιδα του σαρκικού έρωτα και της αναπαραγωγής, με κύριο τόπο λατρείας την Κύπρο. Παλιοί περιηγητές ψάξανε να βρούνε το ιερό, το ίδιο και ο Ερρίκος Σλήμαν. Μάταια. 

(2) Το F/B ‘’Νήσος Κύθηρα’’ αντικαταστάθηκε από το F/B ‘’Άγιος Ανδρέας’’ που πιάνει στο λιμάνι Διακόφτι.  

(3) Αρκεί να λάβουμε υπ’ όψιν τις απογραφές πληθυσμού και τις μαρτυρίες των ντόπιων. Ο πληθυσμός Κυθήρων – Αντικυθήρων το 1940 είναι 8.178 κάτοικοι (7932 Κύθηρα – 246 Αντικύθηρα). Το 1944 με τη λήξη του πολέμου οι μαρτυρίες των ντόπιων ερευνητών (Εμμ. Καλλίγερος Ιστορία των Κυθήρων σελ 187),  αναφέρουν ότι ο πληθυσμός πιθανά ξεπέρασε τις 14.000. Στην απογραφή του 1951 βρέθηκαν 6.507 κάτοικοι (6297 Κύθηρα – 210 Αντικύθηρα). Στις μέρες μας φαίνεται σε όλη την έκταση η Κυθηραϊκή μετανάστευση (μόνο στην Αυστραλία είναι δέκα χιλιάδες) και τα προβλήματα που δημιούργησε. Η απογραφή του 2001 κατέγραψε 3.354 κατοίκους στα Κύθηρα (+ 85% από το ’91) και 41 κατοίκους στα Αντικύθηρα (-41,4%) από το ’91). Το νησί με τις 14 πάλαι ποτέ κοινότητες και τους 50 οικισμούς είναι έρημο όλους τους χειμωνιάτικους μήνες, τα κτήματα χερσώνουν, χωριά ολόκληρα ερημώνουν, περιουσίες αποδυναμώνονται και όλα αυτά υπό την ‘’υψηλή’’ εποπτεία μιας ανίκανης να αντιδράσει διοίκησης.  

(4) Με το πρόγραμμα του Ε.Μ.Π. ‘’Οριοθέτηση και καθορισμός μέτρων προστασίας τοπίων ιδιαίτερου φυσικού κάλλους’’ του τομέα Υδατικών Πόρων, Υδραυλικών και Θαλασσίων Έργων με επιστημονικό υπεύθυνο τον επίκουρο καθηγητή κ. Κίμωνα Χατζημπίρο, διατηρούνται τα 190 παλιά Τοπία Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλους και προτείνονται 259 νέα. Τα τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους της Ελλάδας θα πρέπει πλέον να προστατεύονται από τις ανθρώπινες επεμβάσεις. Για περισσότερα δείτε ‘’Καθημερινή’’ 4/7/99 το άρθρο με τίτλο ‘’Τα ωραιότερα τοπία της Ελλάδος’’ και Περιοδικό Μετρό Αύγουστος 1999 το ένθετο αφιέρωμα ‘’Οι 449 πιο όμορφες περιοχές της Ελλάδας’’.  

(5) Πληροφορία του Κρητικού ιερέα του Αυλαίμονα, Γεωργίου Αδικημενάκη βασιζόμενη σε μαρτυρίες ντόπιων. Μου μεταδόθηκε 21/4/05. 

(6)Το 1866 φτάνει στα Κύθηρα η οικογένεια Βενιζέλου με τον μικρό Ελευθέριο να είναι 2 μόλις ετών. Μείνανε, όπως και αργότερα, στο Λιβάδι. Μετά καταφύγανε στη Σύρο όπου ο Ελευθέριος Βενιζέλος γράφεται στο Δημοτικό σχολείο. Το 1891 ο εικοσιεπτάχρονος Βενιζέλος κάνει τον πρώτο του γάμο με την Κυθήρια, Μαρία Κατελούζου. Το 1911 στον Ποταμό, ο ίδιος ο Βενιζέλος κάνει τα αποκαλυπτήρια της προτομής του ήρωα του απελευθερωτικού αγώνα της Κρήτης στρατηγού Πάνου Κωρωναίου.   

 (7) Ιερά κορυφής ονομάζονται στην κρητική αρχαιολογία τα ιερά που ιδρύθηκαν στα ψηλότερα σημεία των βουνών, που φαίνονται από τα παλάτια ή και τους Μινωικούς οικισμούς. Και όπως έχει καταδειχθεί, τα ιερά κορυφής είναι ιδρυμένα πάντοτε κοντά, ακριβώς όπως και ο Άγιος Γεώργιος στο Βουνό σε σχέση με το Καστρί (στον Αυλαίμονα) και σε σημεία με μεγάλη ορατότητα και βατότητα για την προσπέλαση των προσκυνητών. 

(8)Αρχαία ονομασία της Ιταλικής πόλης Ακυλέια ή και Ακυληία που κτίστηκε το 181 π.Χ. και καταστράφηκε από τον Αττίλα το 452. Οι διασωθέντες κάτοικοί της ίδρυσαν τη Βενετία.  

(9)Η παράξενη περιπέτειά του αρχαιοελληνικού, (πιθανά από την αρχαία Σκάνδεια) και όχι ενετικού λέοντος των Κυθήρων ξεκίνησε από την Γερμανική κατοχή του νησιού. Τότε, ο Γερμανός διοικητής Μπρουνς κατέβασε το μαρμάρινο λιοντάρι και το έστειλε στη Γερμανία. Μετά το τέλος του πολέμου εντοπίστηκε από τον Γερμανό ιστορικό Χάγκεν Φλάισερ από κάποιες φωτογραφίες του λέοντος που έφτασαν στην Πέργαμο. Με τη σειρά του ο καθηγητής ειδοποίησε τον Γεώργιο Κασσιμάτη, καθηγητή συνταγματικού δικαίου, και το αίτημα της επιστροφής ήταν έτοιμο. Έλα όμως που το μετεμφυλιακό ελληνικό κράτος…..δεν είχε διπλωματικές σχέσεις με την Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Οι ανατολικογερμανοί τελικά, σε μια ένδειξη καλή θέλησης, το επέστρεψαν. 

(10) Στο νησί φυτρώνουν 723 είδη και υποείδη φυτών από τα οποία πολλά φυτρώνουν μόνο εδώ. 

(11)Το 70% του παγκόσμιου πληθυσμού του Μαυροπετρίτη κατά τη μεταναστευτική περίοδο, συγκεντρώνεται στις νησίδες του Αιγαίου, όπου υπολογίζεται ότι φωλιάζουν κάθε καλοκαίρι 4.200 ζευγάρια. Είδηση αποτέλεσε πριν λίγα χρόνια για τους ορνιθολογικούς κύκλους της Ευρώπης το γεγονός ότι στα Αντικύθηρα πιάστηκε ένας πρασινοφυλλοσκόπος, είδος που φωλιάζει στον Καύκασο, και διαχειμάζει στην Ινδία και τη Σρι Λάνκα. 

(12)Πρόκειται για τα νησιά Ταϊτή, Μπόρα – Μπόρα και Μοορέα στο Αρχιπέλαγος της Πολυνησίας. 

(13)Ένα έργο του 18ου αιώνα (1717) που ονομάζεται επίσης ‘’Η επιβίβαση για τα Κύθηρα’’. Βρίσκεται στο Λούβρο, πτέρυγα Ρισελιέ 2ος όροφος, αίθουσες 36 – 37, (Jan Antoine Watteu - L’ Embarquement pour l’ ile de Kythere). 

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ 

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης 

Έκταση: 278 τ.χ. μαζί με τα 392 στρ των Μακρυκυθήρων, Ακτογραμμή: 121,7 χλμ μαζί με τα 3,7 χλμ των Μακρυκυθήρων, Υψόμετρο: 0 –  506 μ. κορυφή Μερμηγκάρης, Πληθυσμός: 3.354 κατ (’01), Πρωτεύουσα: Χώρα, Νομός: Αττικής,  Απόσταση από Πειραιά 108 ν.μ. (Αγία Πελαγία) 6ω 30’, Απόσταση από Νεάπολη 12ν.μ - 1ω. 

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 27360 το ίδιο και για Αντικύθηρα. 

ΔΙΑΜΟΝΗ: www.clickhere.gr/hotels-greece/catdestypegr.asp?Accomodation=3-Kythira-Hotels  Αρκετές ξενοδοχειακές μονάδες πολυτελείας και ενοικιαζόμενα δωμάτια σε κάθε χωριό. Στον σύλλογο ενοικιαζομένων δωματίων ‘’η Μυρτιδιώτισσα’’ θα μάθετε για τις προσφορές των μελών του αλλά και τις τιμές 31855. Ξενώνας ‘’Πορφυρούσα’’ στο Μυλοπόταμο 38281 – 2, ‘’το σπίτι στα Δόκανα’’ στα Δόκανα και ‘’το σπίτι στο Κεραμωτό’’ στο Κεραμωτό έχουν τα ίδια τηλέφωνα 2109840326, 6932294169, Αυγερινός Γιάννης στο Καψάλι 31189, στην Αγία Πελαγία ‘’Romantica’’ 33834 – 35, 6944203656, ‘’Kythereia’’ 33321, ‘’Prapas’’ 39033. Για Διαμονή στα Αντικύθηρα Πατακάκης Μύρων (λίγα δωμάτια & ταβέρνα) 38143. Δείτε και το www.antikythera.8m.com   

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Στο ξωκλήσι και την παραλία του Αγίου Νικολάου που βρίσκεται πριν από το φάρο του Μουδαρίου, (Ακρ. Σπαθί) αριστερά στον χωματόδρομο. Η παραλία του Λιμνιώνα (3,5 χλμ από το Μυλοπόταμο) προσφέρεται για ελεύθερη κατασκήνωση (Σεπτ – Ιούν). Δημοτικό στον Αυλαίμονα Φωτεινή & Γιώργος Φριλίγκος 33742 – 33704, Δημοτικό στο Καψάλι Ανδρέας & Μαρία Καλλιγέρου 31580. 

ΦΑΓΗΤΟ: Δεκάδες επιλογές σε όλα τα μεγάλα χωριά. Ρωτήστε για παραδοσιακά Κυθηραϊκά εδέσματα. Ταβέρνα ‘’ο Μιχάλης’’ στα Μητάτα – προϊόντα βιοκαλλιέργειας 33626, ‘’Υδραγωγείο’’ στο Καψάλι 31065, Ψαροταβέρνα ‘’ο Σωτήρης’’ στον Αυλαίμονα 33722, στο Μυλοπόταμο ο ‘’Πλάτανος’’ 33397, και το ‘’Καμάρι’’ 33006, ‘’Πανάρετος’’ στον Ποταμό 34290, ‘’η Μαρία’’ στα Λογοθετιάνικα 33211, το ουζερί του Θοδώρα στα Αρωνιάδικα 33971.  

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος 31213, Κέντρο Υγείας Ποταμού 33325, 33203, Α’ Βοήθειες Χώρα 31243, Κάτω Λιβάδι 31012, Καρβουνάδες 31015,  Αστυνομία Χώρα 31650, Ποταμός 31206, Ενοικιάσεις και Συνεργείο – Βουλκανιζατέρ για μικροπροβλήματα: Θοδωρής Φαρδούλης 33824, 33486, 6944443766, Παναγιώτης Δευτερέβος 31600, 31004, 31551, 6944263757.  

ΧΡΗΣΙΜΑ: www.kythira.com Οι δυσπρόσιτες παραλίες και η φωκοσπηλιά της Νησίδας Αυγό έχουν εύκολη πρόσβαση με το νέο σκάφος ‘’Αλέξανδρος’’, (με γυάλινο πάτωμα). Επικοινωνήστε με τον Σπύρο Κασιμάτη στο Καψάλι 31156, 6974022079. Αρχαιολογικό μουσείο στη Χώρα 31739. Όλες οι εκκλησίες είναι κλειδωμένες, συνεννοηθείτε πρώτα με την Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων στο Λιβάδι 31195, Συλλογή Βυζαντινής τέχνης στο Κάτω Λιβάδι 31731 ανοιχτά καθημερινά 08:30 – 15:00 εκτός Δευτέρας με ελεύθερη είσοδο. Μοναστήρια: Αγία Ελέσα 31083, Αγία Μόνη 33251, Οσίου Θεοδώρου 33889, 33673, Παναγία Μυρτιδιώτισσα 31184. Στον φούρνο των Καρβουνάδων δοκιμάστε καταπληκτική τυρόπιτα και εξαιρετικά Κυθηραϊκά Κουλουράκια, για Θυμαρίσιο μέλι εμπιστευθείτε τον Αγροτικό Μελισσοκομικό Συνεταιρισμό Κυθήρων 34370 στα Αρωνιάδικα, και τον μελισσοκόμο Νοταρά Παναγιώτη στα Φριλιγκιάνικα 33678. Στο κατάστημα της Ποθητής Κορωναίου 31345 θα βρείτε την περίφημη Σεμπρεβίβα, το καλύτερο ενθύμιο του νησιού. Το καφενείο στο Μυλοπόταμο ο ‘’Πλάτανος’’ δίνει πληροφορίες για το σπήλαιο της Αγ. Σοφίας 33397. Τράπεζες με Α.Τ.Μ. Εθνική στη Χώρα και τον Ποταμό. Για τους χομπίστες ψαράδες αλλά και τους ψαροντουφεκάδες η Αγία Πατρικία, το Διακόφτι, ο Αυλαίμονας, το Καψάλι, αλλά και όλες οι ακτές κρύβουν πολύ ψάρι, ιδιαίτερα ροφούς, προσοχή στις ξέρες.  

ΠΡΟΣΒΑΣΗ: Τα Κύθηρα συνδέονται με αεροπλάνο από το Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος 2103530000, ΟΑ Αθήνας 2109666666, Αεροδρόμιο Κυθήρων 33292, Ο.Α. Κυθήρων 33362, και με τα λιμάνια: Πειραιά (6ω 30’), Καστέλι Κισσάμου Κρήτης (4ω), Γυθείου (2ω 30’), Καλαμάτας (4ω 30’), Νεάπολης (1ω). Τα πλοία της γραμμής είναι το  F/B ‘’Άγιος Ανδρέας’’ (νέο) στο δρομολόγιο Νεάπολη – Κύθηρα (Διακόφτι) και αντίστροφα. Πρακτορεία εισιτηρίων Νεάπολης 2734024004, 22660 Κυθήρων (Ποταμός) 34371, (Λιβάδι) 31160, 31888, www.kythira.info (Χώρα) 31390, 31461. Επίσης το ‘’Μυρτιδιώτισσα’’ στη Γραμμή Πειραιάς – Κύθηρα (Διακόφτι). Το ίδιο πάει στο Γύθειο – Καλαμάτα – Καστέλι Κισσάμου Κρήτης – και αντίστροφα. Πρακτορεία εισιτηρίων Αθηνών 2103827360, Πειραιά 2104197420, Γυθείου 2733022207, Καλαμάτας 2721020704, 28029, Κυθήρων 31888 - 9. Δρομολόγια πλοίων – αεροπλάνων info ΟΤΕ 1440, www.yen.gr/main.htm Λιμεναρχεία Πειραιά 2104226001 - 4, Νεάπολης 2734022228, Γυθείου 2733022262, Λιμεναρχεία Κυθήρων: Καψάλι 31222, Αγία Πελαγία & Διακόφτι 33280. Από τα Κύθηρα υπάρχει σύνδεση με Αντικύθηρα (2ω), info Κοινότητα Αντικυθήρων 31930, Αστυνομία 33767, ή στα πρακτορεία των Κυθήρων. Εισιτήρια: Κόστος από Πειραιά (Φεβ 05) 19,10 EUR το άτομο, 14,20 EUR η μοτοσυκλέτα έως 250 cc & 21,30 EUR πάνω από 250 cc. Κόστος από Νεάπολη (Φεβ 05) 6,48 EUR το άτομο, 4,00 EUR η μοτοσυκλέτα έως 250 cc & 6,14 EUR πάνω από 250 cc. 

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: BP και Cyclon στον Ποταμό, Cyclon και πρακτορείο τύπου στα Κοντολιάνικα, Shell στο Λιβάδι. 

ΧΑΡΤΕΣ: Καλή προσπάθεια αναλυτικής απεικόνισης σε μικρή, αδιευκρίνιστη όμως, κλίμακα στον χάρτη ‘’τα Κύθηρα’’ των εκδόσεων Α. Σιόλα – Ε. Αλεξίου με την συνεργασία της Στερέωμα Α.Ε. 2106426393. Εντελώς τουριστικός Χάρτης Κυθήρων σε κλίμακα 1:50.000 από τις εκδόσεις Τουμπή 2106645548. 

ΒΙΒΛΙΑ: Εμμανουήλ Π. Καλλίγερου, δύο βιβλία η Συνοπτική Ιστορία των Κυθήρων και ο Ιστορικός και Τουριστικός Οδηγός, θα τα βρείτε στο νησί από τις Εκδόσεις Κυθηραϊκά, επίσης καλό του Μανώλη Δαπόντε, Ένας Αιώνας Κύθηρα / Κύθηρα 2004, Ενδιαφέρον κείμενο της κ. Κατερίνας Κατσώρη στη διεύθυνση www.istoselides.gr/news/article.php?sid=816 

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: ΛΕ.ΜΟ.Σ. (Λέσχη Μοτοσυκλέτας Σπάρτης), Αικατ Γρηγορίου 32, 2731020202. Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax: 2434071826. 

Περισσότερες πληροφορίες για τα ΚΥΘΗΡΑ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:  

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες 

  • Μανώλη Δαπόντε / Φουρτούνες στα Κύθηρα – Τριάντα Χρόνια Εθελοντισμός / Κύθηρα 1992
  • Γεωργίου Κ. Γιαγκάκη / Τα Περίοπτα πολύνησα των Κυθήρων και των Αντικυθήρων / Τήνος 1994
  • Γιάννη Π. Γκίκα / Κάστρα – Ταξίδια / τομ Ε’ εκδόσεις Αστήρ / Αθήνα 1995
  • Μάριου Βερέτα / μέγα ονομαστικόν ή τα ονόματα των Ελλήνων / Αθήνα 1997
  • Σοφοκλή Δ. Καλούτση / Παναγία Μυρτιδιώτισσα / Κύθηρα 2000
  • Εμμανουήλ Π. Καλλίγερου / Εδώ γεννήθηκε η Αφροδίτη – Συνοπτική Ιστορία των Κυθήρων / εκδόσεις Κυθηραϊκά Αθήνα 2001
  • Εμμανουήλ Π. Καλλίγερου / Κύθηρα – Ιστορικός και Τουριστικός Οδηγός / εκδόσεις Κυθηραϊκά 2001
  • Ελληνική Γεωγραφική Εγκυκλοπαίδεια / Μιχαήλ Σταματελάτος – Φωτεινή Βάμβα Σταματελάτου / εκδόσεις Τεγόπουλος – Μανιατέας. 
  • Μανώλη Δαπόντε / Ένας Αιώνας Κύθηρα / Κύθηρα 2004 

Β’         Αφιερώματα περιοδικών 

  • Μιχαήλ Κ. Πετρόχειλου / Τα επί της Ιονίου Πολιτείας σχολεία των Κυθήρων / περιοδικό Ελληνική Δημιουργία ανάτυπο τ.87 Αθήνα 1973
  • Δημήτρης Χίλιος / Κύθηρα – το νησί της Αφροδίτης / περιοδικό Ταξιδεύω τ.7 Ιούνιος 1991
  • Φώτης Μάρκου / Ταξίδι στα Κύθηρα / περιοδικό ΜΟΤΟ τ.68 Αύγουστος 1991
  • Ελένη Οικονομοπούλου / Κύθηρα – το σταυροδρόμι με τα τρία πέλαγα / περιοδικό Cosmos τ.17 Ιούλιος 1996
  • Γιώργος Ζαρκαδάκης / Στο νησί της Αφροδίτης / περιοδικό Cosmos τ.24 Οκτώβριος – Νοέμβριος 1997 
  • Γιάννη Σακελλαράκη / Ασύλητο Μινωικό Ιερό Κορυφής / ένθετο 7 ημέρες εφημ. Καθημερινή 26 Ιανουαρίου 1997
  • Χρύσας Α. Μαλτέζου / Βυζάντιο και Ενετοκρατία / ένθετο 7 ημέρες εφημ. Καθημερινή 5 Ιουλίου 1998
  • Ιωάννας Μπίθα / Οι τοιχογραφίες των Κυθήρων / ένθετο 7 ημέρες εφημ. Καθημερινή 5 Ιουλίου 1998 
  • Γκέλη Σπανού – Αλέξης Ροδόπουλος / Ταξίδι στα Κύθηρα / περιοδικό Ταξιδεύοντας τ.5 Απρίλιος 1998
  • Άγγελος Μακρής / Στα χνάρια του Μάνου… / περιοδικό Rider τ.42 Σεπτέμβριος 1998
  • Γιάννης Σακελλαράκης – Ανδρέας Σμαραγδής / Κύθηρα – Το πέρασμα των αιώνων / περιοδικό Γαιόραμα / τ.31 Μάιος – Ιούνιος 1999
  • Κλαίρη Παπάζογλου / Οι μικρές νησίδες των Αποδημητικών / ένθετο 7 ημέρες εφημ. Καθημερινή 1 Οκτωβρίου 2000
  • Ελευθερία Λαλουδάκη – Βασίλης Συκάς / Κύθηρα / περιοδικό Οξυγόνο τ.15 Ιούλιος 2000
  • Τζέλη Χατζηδημητρίου / Ταξίδι στα Κύθηρα – Παληόχωρα / περιοδικό ΓΕΩ τ.50 Μάρτιος 2001 
  • Δημήτρης Τζανής / Κύθηρα / περιοδικό BHMAGAZINO ένθετο στην εφημερίδα Βήμα 21 Ιουνίου 2001
  • Θοδωρής Αθανασιάδης - Ζερμαίν Αλεξάκη / Κύθηρα – Ένας τόπος Μαγικός / περιοδικό VITA τ.40 Αύγουστος 2000
  • Αγγέλα Τσιβρένη / Το σπίτι στα Δόκανα / περιοδικό VITA τ.62 Ιούνιος 2002
  • Ζερμαίν Αλεξάκη - Θοδωρής Αθανασιάδης / Κύθηρα – Καψάλι / περιοδικό ΓΕΩ τ.117 Ιούλιος 2002
  • Ηλίας Προβόπουλος / Παληόχωρα / περιοδικό ΓΕΩ τ.214 Μάιος 2004 
  • Συλλογική εργασία για τα Κύθηρα / Περιηγήσεις τ.43 - ένθετο στην Εφημερίδα Ημερησία 21 Αυγούστου 2004 

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες  

  • Ελένης Σιάτρα / Η άγρια ομορφιά στα ήρεμα Κύθηρα / εφημ. Καθημερινή 22 Αυγούστου 1996
  • Ελένης Σιάτρα / Η διαχρονική γοητεία των Κυθήρων / εφημ. Καθημερινή 13 Ιουλίου 1997
  • Αρτέμιου Καλίγερου / Κύθηρα – παρουσίαση από τον Δήμαρχο Κυθήρων / εφημ. Έθνος 21 Σεπτεμβρίου 2003
  • Νίκου Πηγαδά / Ένα καφενείο ετών 100 / εφημ. Έθνος 11 Οκτωβρίου 2003
  • Απόστολου Διαμάντη / Οι ελληνικοί δρόμοι της μετανάστευσης / εφημ. Ελευθεροτυπία 25 Σεπτεμβρίου 2004
  • Νίκου Πηγαδά / Χτίζουν γέφυρα για απόδημους / εφημ. Έθνος 30 Οκτωβρίου 2004

  ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ (3333 λέξεις)

ΚΟΙΛΑΔΑ – ΚΡΑΝΙΔΙ – ΠΟΡΤΟ – ΧΕΛΙ   

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Ιανουάριος 2004

Σαγηνευτικό Αραξοβόλι

Από την Παλιά Επίδαυρο ο δρόμος ανηφορίζει προς Κολιάκι & Τραχειά, διάσημα χωριά για τους φούρνους, το φρέσκο ψωμί, τα νοστιμότατα παξιμάδια, τα εξαιρετικής ποιότητας τυριά και γαλακτοκομικά τους. Φτάνοντας στην Τραχειά, διασταυρώνεται με αυτόν που έρχεται απο το ιερό του Ασκληπιού και το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Η διαδρομή δεν είναι απο αυτές που ενθουσιάζουν τον περιηγητή, όμως οδηγεί σε μερικές απο τις πιο όμορφες περιοχές και μνημεία της Αργολίδας, χειμωνιάτικα. Απόκοσμη όμως, μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς την μουντάδα του τοπίου, καθώς αρχίζει να φαίνεται μες την ομίχλη ο ορεινός όγκος των Διδύμων, εκεί κάπου μετά το Νεοχώρι.

Πραγματικά, η κάθε εποχή έχει τη χάρη της, ειδικά όταν ‘’έξω’’ απο τη ζεστή δερμάτινη στολή επικρατούν χαμηλές θερμοκρασίες. Οι λαμπρές καλοκαιριάτικες μέρες έχουν αντικατασταθεί με τις βαριές συννεφιασμένες του προχωρημένου Νοέμβρη, η φύση έχει ησυχάσει, έρχεται φουριόζος ο χειμώνας βλέπεις, και τα πάντα είναι σιωπηλά. Προσοχή χρειάζεται να μην ‘’χάσετε’’ την δστ. Λίγο πριν αρχίσει να ανηφορίζει ο δρόμος για τις στροφές των Διδύμων, υπάρχουν δύο πινακίδες που η μεν μια γράφει, ‘’Πελεή’’,και η άλλη,χαρακτηριστική της Αρχαιολογικής υπηρεσίας, (καφέ με κίτρινα γράμματα), γράφει‘’Ι. Μονή Αυγού’’. Εκεί, στρίβετε δεξιά, στον βατό χωματόδρομο και σχεδόν αμέσως προσεγγίζετε, στην αθέατη από το δρόμο, πετρόχτιστη Πελεή στα 265 μ. υψ.

Το χωριό είναι χτισμένο κάτω από την κορυφή Σπηλιές (789 μ. υψ.), στα βόρεια λιβάδια του Διδύμου όρους. Πριν μερικές δεκαετίες, τέτοια εποχή, μια άλλη κατηγορία ανθρώπων άφηνε την πεδιάδα στους γεωργούς, και ανηφόριζε στα γύρω βουνά. Οι παραδοσιακοί κτηνοτρόφοι ξεχειμώνιαζαν εδώ μαζί με τα κοπάδια τους χτίζοντας μάλιστα και έναν ολόκληρο οικισμό για να στεγάζουν τις οικογένειες τους και τα ζωντανά τους, μικρά κοπάδια από κατσίκια και γίδια. Τα γηρατειά συνέβαλαν στην απότομη μείωση των νομάδων και σχεδόν ερήμωσε αυτό το υποτυπώδες χωριό. Έμειναν όμως τα κτίσματα, και καμία δεκαριά κάτοικοι, αψευδείς μάρτυρες αυτής της ζωής, που θα γυρίσουν ακόμη μια σελίδα στην ιστορία ενός πολύ διαδεδομένου στην περιοχή επαγγέλματος. 

Ο χωματόδρομος βγαίνει από το λιτό τοπίο και τον μικρό οικισμό – σκηνικό, και συνεχίζει ανεβαίνοντας τις πλαγιές των Διδύμων. Απέναντι διακρίνεται ο ‘’κεντρικός’’ χωματόδρομος, που περνώντας από Σταυροπόδι και Καρνεζαίικα, οδηγεί στα πασίγνωστα πλέον Ίρια, και το Δρέπανο με τις κοσμοπολίτικες παραλίες τους, τα οργανωμένα κάμπινγκ και φυσικά, το επιφανές Ναύπλιο με τα καθοριστικά στην ιστορία μας συμβάντα. Δύο από τους δρόμους που διασταυρώνονται με αυτόν που βρισκόμαστε τώρα, περνάει το ρέμα που είναι ακριβώς από κάτω, και ενώνεται με τον ‘’κεντρικό’’. Δασική με ποτάμι δίπλα, και σχετικά άγνωστη αυτή η διαδρομή, αφού για να βγει ο ταξιδιώτης στα Ίρια συνήθως – τι συνήθως δηλαδή, πάντα, δια μέσου Ασίνης και Δρέπανου φτάνει. 

Αρκετά ψηλά πια, και αφού οι διασταυρώσεις και τα ξερά, προς το παρόν, ορεινά ρέματα διαδέχονται το ένα το άλλο, (αναλυτικό Road Book στο τέλος) περνάτε μια μικρή στάνη και φτάνετε στην δεύτερη πινακίδα της Αρχαιολογικής υπηρεσίας και σε έναν υπό διαμόρφωση χώρο πάρκινγκ, επτά χλμ συνολικά από την Πελεή. Μπροστά σας, αντικρύζετε ένα ψηλό πέτρινο κτήριο κατά πάσα πιθανότητα ξενώνα για τους επισκέπτες και ταυτόχρονα βοηθητικό χώρο για τις εορταστικές μέρες της Ιεράς Μονής Αυγού, που είναι λίγο πιο κάτω σε ένα σημείο που περιβάλλεται από βράχια. Το ερημικό μοναστήρι του 11ου αι. είναι αφιερωμένο στον Άγιο Δημήτριο και πρόσφατα έχει δεχθεί πλήρη αναστήλωση.

Η εξωτερική πόρτα είναι ανοιχτή, το ίδιο και αυτή που οδηγεί στα κελιά και τον κυρίως ναό, έτσι μπορείτε να δείτε τις παμπάλαιες καπνισμένες τοιχογραφίες στο ιερό. Κατανυκτική και σκοτεινή η ατμόσφαιρα μέσα στο ιερό, ολόφωτη στα αναστηλωμένα κελιά - δωμάτια. Από τα παράθυρα η σαγηνευτική θέα ξεκινά από το καταπράσινο φαράγγι του Ράδου και φτάνει ως κάτω στον κόλπο των Ιρίων σε ένα περιβάλλον που χαρίζει γαλήνη. Αν είστε παρέα, συστήνεται ανεπιφύλακτα η διανυκτέρευση, μέσα στα κελιά ή έξω στο γρασίδι δεν έχει σημασία, ο τόπος και η ησυχία είναι μοναδική. 

Τα τελευταία χρόνια το άθλημα της αναρρίχησης αποκτά ολοένα και περισσότερους φίλους. Η περιοχή της Αργολίδας προσφέρει πολλά και έχει αρχίσει με τη βοήθεια των πρωτοπόρων ελλήνων και ξένων να γίνεται διάσημη. Αναρριχητική κοσμογονία ονομάζει το περιοδικό Κορφές την ανάπτυξη νέων πεδίων στην ευρύτερη περιοχή. Όλες οι διαδρομές είναι άψογα ασφαλισμένες και προσφέρουν ποιοτική αναρρίχηση, σε όλους τους αναρριχητές ανεξάρτητα ηλικίας, ανάλογα με το επίπεδό τους. Πολλές διαδρομές υπάρχουν στη ΒΔ πλευρά των Διδύμων ενώ, υπό ανάπτυξη, είναι η πανέμορφη περιοχή στη μονή Αυγού (για λεπτομέρειες των διαδρομών δες περ. Κορφές τ.154, 20.).

Υπάρχουν μέρη στη χώρα μας που θα μπορούσαν να έχουν έμβλημά τους την ομίχλη, και την υγρασία, ειδικά τους χειμερινούς μήνες. Ένα από αυτά τα μέρη είναι η ευρύτερη περιοχή του Διδύμου όρους, που παρά το χαμηλό του υψόμετρο, μόλις 1121 μ., σε όλο το μήκος του κατηφορικού κεντρικού δρόμου που οδηγεί προς το ομώνυμο χωριό, πάντα τους χειμωνιάτικους μήνες, ‘’κρατάει’’ ακόμη και πάγο. Όσο και αν φαίνεται περίεργο, λόγω υψομέτρου, έχουν γίνει και συνεχίζουν να γίνονται πολλά ατυχήματα. 

Τα Δίδυμα (παλιά Δίδυμοι) δίπλα από τον κεντρικό δρόμο πήραν το όνομά τους από τις δίδυμες κορυφές του βουνού και δεν κεντρίζουν την περιέργεια, όμως εκεί θα βρείτε μικρά καταστήματα, φούρνο, και μίνι μάρκετ. Αντίθετα με το χωριό, οι δύο μεγάλες κοιλότητες Μεγάλη και Μικρή Σπηλιά, που φαίνονται χαρακτηριστικά σαν μεγάλες τρύπες λατομείου στα βορειοδυτικά του χωριού, κεντρίζουν την περιέργεια. Υπάρχει πινακίδα της Αρχαιολογικής υπηρεσίας που σας οδηγεί πρώτα στην περιφραγμένη Μικρή Σπηλιά, με διάσταση τουλάχιστον 120 μέτρων κατά τους ντόπιους. Στο σημείο εισόδου υπάρχουν πεύκα, η ενδεικτική πινακίδα και τα σκαλοπάτια που μέσα από μια στενή τρύπα σας κατεβάζουν, μέσα από μια ακόμα στενότερη δίοδο, καμία εικοσαριά μέτρα μέχρι τον πυθμένα της ‘’σπηλιάς’’. 

Τα ψηλά κατακόρυφα και παράξενα τοιχώματα, μαζί με την παρουσία της πυκνής βλάστησης και τα κρωξίματα των τρομαγμένων πουλιών επιβάλλονται με μιας στον επισκέπτη. Η πεζοπορία μέχρι το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου επαναφέρει στην πραγματικότητα. Η πόρτα συνήθως είναι ανοιχτή, και το πολύ στενό εσωτερικό του με τις τοιχογραφίες του 13ου αι., είναι σαν σκαλισμένο, στο τοίχωμα της κοιλότητας. Υπάρχει και η σφραγίδα ενός Παλαιολόγου που φαίνεται να μόνασε εδώ, το 1489. Είναι μεγαλύτερο από το δεύτερο εκκλησάκι, της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα (1200), που βρίσκεται σχεδόν αντικριστά και στην απέναντι πλευρά της περίεργης ‘’σπηλιάς’’. 

Ακολουθώντας την ίδια διαδρομή, θα βγείτε πάλι στο φως του ήλιου ανηφορίζοντας πλέον, +/- 200 μ., σε δρόμο με κροκάλα, μέχρι τη μεγαλύτερη κοιλότητα με διαστάσεις 180 μέτρων. Εδώ βρέθηκαν ίχνη ανθρώπινης παρουσίας της Ύστερης νεολιθικής εποχής (4000 – 2800 π.Χ.), καθώς και λίθινα εργαλεία. Είναι πιο κοντά στην αλήθεια ότι οι δύο κοιλότητες προήλθαν από καθίζηση του εδάφους, ενώ ήταν παλιότερα σπήλαια. Η μεγάλη όμως, παρέχει στον περιηγητή και τις κατάλληλες αποδείξεις για το σπηλαιώδες, ανεπίστρεπτο παρελθόν. Στις άκρες της, η προσεκτική παρατήρηση αποκαλύπτει διάσπαρτο σταλακτιτικό και σταλαγμιτικό υλικό. 

Μετά τα Δίδυμα στο τέλος της ευθείας, κοντά στο βενζινάδικο, υπάρχει δστ δεξιά με πινακίδα ‘’προς Σαλάντι – Βουρλιά’’. Στενός – παλιός δρόμος με λακκούβες που περνά το διάσελο αποκαλύπτοντας μια εξαιρετική θέα, μια ολόλευκη τεράστια παραλία και ένα τερατώδες ξενοδοχείο από αυτά που χτιζόντουσαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και κατά καιρούς ‘’γύριζαν’’ εκεί, ελληνικές ταινίες. Το ξενοδοχείο Saladi Beach υπολειτουργεί, και η παραλία δεν έχει πολύ κόσμο το καλοκαίρι, αλλά, αν θέλετε την πλήρη απομόνωση, διανύστε περίπου 11 χλμ μέχρι τον όρμο της Βουρλιάς, όπου μπορείτε ακόμα και να κατασκηνώσετε. Εκεί δεν θα σας ενοχλήσει κανείς.

Οι Φούρνοι, ένα από τα πιο ανθισμένα χωριά της Ερμιονίδος με μυρωδάτες αυλές γεμάτες λουλούδια και φυτά. Λίγο πριν μπείτε στο χωριό, εκεί κοντά στα πρώτα σπίτια, στρίψτε αριστερά προς το Μαυροβούνι. Περάστε το ξωκλήσι των Αγίων Αναργύρων και σε τρία συνολικά χλμ ο δρόμος σταματάει, σχεδόν στην είσοδο του φαραγγιού Καταφύκι και την πηγή με το τρεχούμενο νερό, τα ‘’Παπούλια’’ των ντόπιων. Ένας αξιόλογος κατάφυτος τόπος με θαυμάσια φύση που διασχίζοντάς τον (το πολύ σε 30’) βγαίνετε στην άλλη μεριά του φαραγγιού, όπου ο αντίστοιχος δρόμος οδηγεί στην Ερμιόνη. Ομοίως (αν ταξιδεύετε απο Ερμιόνη) μπορεί να γίνει η πεζοπορική διαδρομή από την Ερμιόνη στο Φαράγγι και τα ‘’Παπούλια’’. 

Μέσα στις ορθοπλαγιές του φαραγγιού έχουν ανοιχτεί πολλές αναρριχητικές διαδρομές, οι περισσότερες των οποίων διαθέτουν βύσματα στα σημεία ρελέ και ραπέλ. Το ίδιο ισχύει και για την σπηλιά Φράχθι (αναλυτικά περ. Κορφές τ.160, 24, 25, 26). Αυτό που σίγουρα δεν πρέπει να χάσετε είναι το κολύμπι στα πεντακάθαρα νερά δίπλα σχεδόν από το σπήλαιο Φράχθι. Ένα χλμ από τους Φούρνους, προς Κοιλάδα, υπάρχει δρόμος ο οποίος σε τρία μόλις χλμ οδηγεί σε δύο όμορφες μοναχικές παραλίες, ανάμεσα στις οποίες υπάρχει ένα περιποιημένο εκκλησάκι – του Άι - Γιάννη και μοναδική θέα προς το νησάκι Κορωνίδα και την παραλιακή Κοιλάδα (δες road book στο τέλος).

Τα τραπεζάκια έξω, λιάζονται μαζί με τους λίγους πρωινούς θαμώνες. Ψαράδες οι περισσότεροι, με έδρα το γραφικό ψαροχώρι Κοιλάδα. Οι πολλές και καλές ψαροταβέρνες προσφέρονται για στάση και ανασύνταξη της παρέας. Η ζωή του χωριού που κρατάει χίλιους διακόσιους περίπου κατοίκους είναι η αλιεία και ο εποχιακός τουρισμός. Ξεχωρίζει ο παραδοσιακός ταρσανάς, όπου επισκευάζονται και κατασκευάζονται κυρίως ψαροκάικα. Ακριβώς απέναντι βρίσκεται το μικρό νησάκι Κορωνίδα, ‘’του Λιβανού’’ των ντόπιων. Λιβανός, ο γνωστός επιχειρηματίας που έχει συστήσει και αναπτυξιακή εταιρεία. Μια από τις ομορφότερες παραλίες της περιοχής, η Λεπίτσα, βρίσκεται δίπλα από το χωριό. 

Το πλέον σημαντικό σημείο όμως, είναι η ‘’σπηλιά της Κοιλάδας’’ που βρίσκεται απέναντι από το λιμάνι, στο βουνό Φράχθι, απ’ όπου πήρε τελικά την ονομασία του. Στο Σπήλαιο Φράχθι, οι πρόσφατες επιστημονικές έρευνες αποκαλύπτουν ότι, πριν από 40.000 χρόνια αποτελούσε κατοικία, περιστασιακά αρχικά, μόνιμα αργότερα, του παλαιολιθικού ανθρώπου, ενώ πριν από 25.000 χρόνια διαβιούν εκεί ολιγομελείς ομάδες κυνηγών. Η σπηλιά κατοικήθηκε και εγκαταλείφθηκε πολλές φορές λόγω των ηφαιστειακών αναταραχών, που διέκοψαν πολλές φορές την κοινωνική εξέλιξη. Σύμφωνα με τα ευρήματα, αυτές ήταν το δεύτερο μισό της παλαιολιθικής περιόδου (23.000 – έως 8.000 π.Χ.), στην μεσολιθική περίοδο (8.000 έως 7.000 π.Χ.), και στη νεώτερη νεολιθική περίοδο (4.000 έως 3.000 π.Χ.), οπότε ένας σεισμός οδήγησε στην κατάρρευση του σπηλαίου και την εγκατάλειψη από τους κατοίκους του. 

Στα στρώματα της ανασκαφής της μεσολιθικής περιόδου, (8ης χιλιετίας) βρέθηκε οψιδιανός (οψιανός) της Μήλου, (δες Αντίπαρος τ. Ε’, 39) πράγμα που κάνει τους αρχαιολόγους να πιστεύουν, ότι οι Κυκλάδες όχι μόνο είχαν κατοίκηση στην εποχή εκείνη, αλλά είχαν αναπτύξει και εμπορικές σχέσεις με την Ερμιονίδα. Στο σπήλαιο Φράχθι διαπιστώθηκε η παρουσία του HOMOSAPIENS και τα υπολείμματα της διατροφικής του οργάνωσης. Το πρόγραμμα των ανασκαφών υπό την εποπτεία του καθηγητή των κλασικών σπουδών του πανεπιστημίου της Indiana Τόμας Γιάκομπσεν, έφερε στο φως το πιο εντυπωσιακό εύρημα, τον αρχαιότερο σκελετό ανθρώπου στην ΕλλάδαΤα συμπεράσματα του Αμερικανού καθηγητή είναι διαφωτιστικά. ‘’….Ο νεολιθικός οικισμός στο Φράχθι αντιπροσωπεύει τους πρώιμους γεωργικούς οικισμούς σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο. Μετά την εγκατάστασή του, άνθισε για 3000 χρόνια περίπου. Στο διάστημα αυτό, οι κάτοικοι της σπηλιάς και του οικισμού της Παραλίας, [στην σημερινή Κοιλάδα], φαίνεται πως είχαν όλο και περισσότερες επαφές με άλλα σημεία της λεκάνης του Αιγαίου, καθώς και με περιοχές πολύ πιο μακριά από το Αιγαίο….’’ (Tomas Jacobsen, FRAHTHI CAVE - A Stone Age in Southern Greece, Archaeology 22, 1969). Στο σπήλαιο Φράχθι βρέθηκαν εργαλεία της λεγόμενης Μουστιαίας περιόδου χρήσιμα για την κατεργασία του λίθου. 

Από την Κοιλάδα, υπάρχει παραλιακή χωμάτινη εντουροδιαδρομή, (προς το Δορούφι) που βγαίνει στην απόμερη παραλία της Κορακιάς και, μέσω Βερβερόντας, καταλήγει στο Πόρτο Χέλι. Παρακάμπτετε βέβαια το Κρανίδι αλλά μπορείτε να το δείτε επιστρέφοντας. Αν δεν διαθέτετε enduro βγείτε από την Κοιλάδα και ακολουθήστε την κεντρική οδό που πηγαίνει μέσα στο Κρανίδι, και από εκεί Πόρτο Χέλι. Υπάρχει παρακαμπτήριος δρόμος που περνάει απ’ έξω, αλλά προτιμείστε να πιείτε τον καφέ σας στο ιστορικό Κρανίδι,την πρωτεύουσα της επαρχίας Ερμιονίδας, έδρα του ομώνυμου δήμου που αντιπροσωπεύει πέντε χωριά και πάνω από δέκα χιλιάδες κατοίκους. 

Το Κρανίδι είναι χτισμένο πάνω σε βραχώδεις λόφους σε 200 μ. υψ, εξασφαλίζοντας ωραία θέα προς όλες τις κατευθύνσεις, και ιδιαίτερα στην χερσόνησο της Ερμιονίδας. Πάνω από την πόλη, είναι ο πευκόφυτος καταπράσινος λόφος της Αγίας Άννης και το γυναικείο μοναστήρι της Παντάνασσας. Το Κρανίδι αναπτύχθηκε γύρω από το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη, σημερινή μητρόπολη, και βρίσκεται στα όρια της αρχαίας πολιτείας του Μάσητος, που περιλάμβανε την περιοχή της Κοιλάδας και τμήμα της κοντινής κοινότητας των Φούρνων. Οι κάτοικοί του από παλιά ασχολούνται με την γεωργία, την κτηνοτροφία και την ναυτιλία, με την τελευταία να φέρνει σημαντική ανάπτυξη και πλούτο, που διατέθηκε στον αγώνα για την απελευθέρωση, το 1821. Το 1823 – 1824, υπήρξε έδρα του βουλευτικού και εκτελεστικού σώματος της Ελεύθερης Ελλάδας. Μέχρι και τις αρχές του 20ου αι., διέθετε εμπορικό στόλο, στη συνέχεια η ατμήλατη ναυτιλία υπήρξε η αιτία που οδήγησε το θαλάσσιο εμπόριο σε μαρασμό.

Αξιοθέατο παραμένει το παραδοσιακό Κρανίδι, χτισμένο με προδιαγραφές ναυτικής αρχιτεκτονικής παρόμοιες με αυτήν των νησιών του Αργοσαρωνικού. Ανεμόμυλοι, καμάρες, παραδοσιακά λιοτρίβια, πέτρινες κρήνες, στενά δρομάκια και μάντρες, χωρίζουν τα δίπατα και τρίπατα αρχοντικά που χαρακτηρίζουν τον διατηρητέο παλιό οικισμό. Οι σχεδόν πέντε χιλιάδες κάτοικοι του, δίνουν ζωντάνια που δύσκολα συναντάς σε αυτά τα μέρη. Ξεχωρίζουν οι τρεις πλατείες, από τις οποίες η πλατεία Ρέπουλη, αφιερωμένη στον στενό συνεργάτη, αντιπρόεδρο και υπουργό εσωτερικών των κυβερνήσεων Ελευθερίου Βενιζέλου, κρανιδιώτη πολιτικό Εμμανουήλ Ρέπουλη(1).

Μόλις εννέα χλμ απέχει το παραθαλάσσιο Πόρτο Χέλι, γραφική κωμόπολη που εξελίσσεται ραγδαία, στις όχθες μια διαρκώς γαληνεμένης κλειστής θάλασσας. Ένα από τα ασφαλέστερα ‘’κλειστά’’ λιμάνια της Αργολίδας, από την αρχαιότητα, τότε που ονομαζόταν ‘’Αλία’’. Το μικρό ψαροχώρι της δεκαετίας του ‘60 έχει εξελιχθεί σε κοσμοπολίτικο κέντρο παραθερισμού με τα κάθε είδους και μεγέθους ιδιωτικά σκάφη να κατακλύζουν κάθε καλοκαίρι το λιμάνι του. Προς το παρόν έχει κρατήσει κάποια γραφικότητα, που γίνεται αισθητή όλο τον χρόνο, εκτός την καλοκαιρινή περίοδο με τους πολλούς επισκέπτες. Πολλοί διάσημοι επιχειρηματίες έχουν αγοράσει μεγάλες εκτάσεις, προσδιορίζοντας πλέον, εκτός από τις αντικειμενικές αξίες, και τη  μελλοντική ανάπτυξη του τόπου.

Η ευρύτερη περιοχή Κοιλάδα – Πόρτο Χέλι – Ερμιόνη έχει ακτογραμμή 80 χλμ., που βρίθουν από δεκάδες πεντακάθαρες αμμουδερές παραλίες, καταγάλανα νερά, μικρούς κολπίσκους, συνθέτοντας ένα μαγευτικό προορισμό για ξεκούραση και ψάρεμα. Στη νότια περιοχή του σημερινού Πόρτο - Χελίου βρίσκονται τα κατάλοιπα της αρχαίας πόλης των Αλιέων Τιρυνθίων, της βυθισμένης πολιτείας που υπήρχε εδώ από τον  7ο π.Χ. αι. και που, ιστορικά, εμφάνισε αξιοζήλευτη ανάπτυξη. 

Η βυθισμένη πολιτεία παρουσιάζει υψηλό αρχαιολογικό ενδιαφέρον και σε αυτή πραγματοποιήθηκαν συστηματικές έρευνες από έλληνες και ξένους επιστήμονες, που έφεραν στο φως ασημένια νομίσματα, περιδέραια και βραχιόλια πολλά από τα οποία εκτίθενται στα μουσεία των Σπετσών και του Ναυπλίου. Από τα σημαντικότερα κατάλοιπα της ιστορικής παρουσίας των Αλιέων, είναι το περιτειχισμένο λιμάνι της, ο ναός του Απόλλωνα, το νεκροταφείο της πόλης με τα κτερίσματα των τάφων, καθώς και η ακρόπολη των Αλιέων. Από τα έως τώρα ευρήματα πιθανολογείται ότι η πόλη είχε τριάντα χιλιάδες κατοίκους και προστάτης της ήταν ο Απόλλων. 

Η καλοκαιρινή πολυκοσμία δεν βοηθά στη χαλάρωση και τη ξεκούραση που πολλοί ζητούν, γι’ αυτό προτιμήστε, αυτή η εκδρομή να γίνει Άνοιξη η Φθινόπωρο. Οι περιπλάνηση στα δαντελένια ακρογιάλια, ο απογευματινός καφές στο ‘’Παπαγκαλίνο’’, ιδιοκτησία του Γρηγόρη Χατζηγρηγορίου, ενημερωμένου για όλες τις καινούργιες εντουροδιαδρομές, και η πεζοπορία στο ολοζώντανο λιμάνι, αναδεικνύουν την ξεχωριστή γοητεία του Πορτοχελίου. Καλά ‘’καταφύγια’’ στις ζεστές μέρες του καλοκαιριού είναι η κοντινή παραλία στην Βερβερόντα, και η πιο μακρινή αλλά, κατά γενική ομολογία, η καλύτερη της περιοχής, Κορακιά. Σχετικά απομονωμένη και αναξιοποίητη με δυνατότητα, εκτός σεζόν, να ‘’στήσετε’’ τη σκηνή σας για διανυκτέρευση. Ένα ακρωτήρι χωρίζει στη μέση δυο μεγάλες αμμουδιές και ένα νησάκι, το Κορακονήσι, στολίζει την πεντακάθαρη θάλασσα. Πολύ κοντά από την παραλία του νησιού έχει εντοπιστεί ένα πρωτοβυζαντινό ναυάγιο, που πρόκειται να ανελκύσει τμηματικά, μαζί με τα δεκάδες βυζαντινά ευρήματα η ανασκαφική ομάδα του ΙΕΝΑΕ (Ινστιτούτο Ενάλιων Ερευνών). 

Νότια, απλώνετε σε καταπράσινο περιβάλλον η δαντελωτή ακτή, της Ερμιονίδας, ‘’τα λιμανάκια’’ των ντόπιων, με πολλές μικρές παραλίες, μία εξ αυτών του Αγίου Αιμιλιανού, που διαθέτει και ταβέρνα, και η συναρπαστική διαδρομή προς Ερμιόνη. Σε πέντε συνολικά χλμ βρίσκεστε στην Κοστούλα ή την Κόστα, κατάντικρυ των Σπετσών με την αμμουδιά της, το μικρό λιμανάκι που δένουν τα θαλάσσια ταξί, κατάλληλο για βουτιές, και γιατί όχι, μια αξέχαστη βόλτα μέχρι τις θρυλικές Σπέτσες. Η Κόστα αποτελεί θαλάσσιο συγκοινωνιακό κόμβο για τη γρήγορη μετάβαση σας, (με φέρρυ – μπωτ σε 20’ και με θαλάσσια ταξί σε 3’ – 4’ ) στο νησί της Μπουμπουλίνας.

Αναμένοντας την αναχώρηση του φέρρυ μπότ, έχετε όλη την χρονική άνεση να αγναντεύσετε τον πευκόφυτο παράδεισο των Σπετσών και την πόλη που σκαρφαλώνει αμφιθεατρικά και περιζώνει με αρχοντικά και κοινά σπίτια το λιμάνι. 

ΑΝΑΛΥΤΙΚΟ ROAD BOOK ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ

Από δστ προς το χωριό ΠΕΛΕΗ και την Ι. Μονή Αυγού (χώμα)

0 – 700 μ. ευθεία Πελεή, αριστερά χωματόδρομος αδιέξοδος

  • 900 μ Χωριό ΠΕΛΕΗ,
  • στην έξοδο του χωριού δεξιά υπάρχει χωματόδρομος που βγάζει στο ποτάμι

1700 μ ευθεία Ι. Μ. Αυγού, δεξιά χωματόδρομος άγνωστος

1800 μ ευθεία Ι. Μ. Αυγού, δεξιά χωματόδρομος που βγάζει στο ποτάμι

  • Μικρή στάνη δεξιά σκεπασμένη με ξερά κλαριά

4.300 μ. ευθεία Ι. Μ. Αυγού, αριστερά δρόμος για βοσκοτόπια

4.500 μ. δεξιά Ι. Μ. Αυγού, αριστερά δρόμος για βοσκοτόπια

4.520 μ. δεξιά Ι. Μ. Αυγού, αριστερά δρόμος για βοσκοτόπια

7.420 μ. ευθεία Ι. Μ. Αυγού αριστερά δρόμος άγνωστος

7.620 Πάρκινγκ και πινακίδα Ι. Μ. Αυγού

ΑΝΑΛΥΤΙΚΟ ROAD BOOK ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ

από Φούρνους – σπήλαιο Φράχθι και παραλίες (άσφαλτος - χώμα)

  • Από την κλασική μπλε πινακίδα που προσδιορίζει την ‘’είσοδο’’ στους Φούρνους θα οδηγήσετε άλλα 1300μ.

Εκεί υπάρχουν δύο βενζινάδικα, (δεξιά BP αριστερά ΕΛΙΝ), και η πινακίδα της αρχαιολογικής ‘’προς σπήλαιο Φράχθι’’, που ακολουθείτε.

3.700 μ. τρίστρατο δεξιά ‘’Λάζες’’ και παραλία, αριστερά ‘’Λαμπαγιαννά’’ και παραλία, ευθεία εκκλησία Αι Γιάννη, πάτε αριστερά.

3.900 μ. δεξιά σας είναι η παραλία Λαμπαγιανά. Στο τέλος της παραλίας το γραμμένο μονοπάτι οδηγεί στο σπήλαιο Φράχθι με πορεία 20’.

  • Μηδενίστε και συνεχίστε στον χωματόδρομο πλέον, που περνάει έναν μικρό οικισμό. Σε 2.460 μ. ξαναβγαίνουμε στο χωριό Φούρνοι στο ύψος του παλιού τσιμεντένιου γεφυριού του παλιού δρόμου που είναι ο κεντρικός για Φούρνους (αριστερά) ή για Κρανίδι (δεξιά).

Σημειώσεις:

(1)Τον επιφανή πολιτικό τον συναντάμε εκτός των άλλων, υπουργό εσωτερικών να υπογράφει τα διατάγματα, στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αρ. φύλλου 261, της 31ης Αυγούστου 1912, ‘’περί συστάσεων δήμων και κοινοτήτων του νομού Τρικάλων’’. 

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 27540

ΔΙΑΜΟΝΗ: Saladi Beach 23702, ‘’Ερμιονίδα’’ 21750 στο Κρανίδι, ‘’Αναστασία’’ 53555 και ‘’Ρόζος’’ 51410 στο Πόρτο Χέλι.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Στην Ι. Μονή Αυγού, στις Παραλίες Βουρλιάς και Κορακιάς. Οργανωμένα στην Κοιλάδα το ‘’Relax’’ 61205 και στην παραλία της Κόστας το ομώνυμο ‘’Κόστα’’ 51571.

ΦΑΓΗΤΟ: ‘’το Στέκι’’ στο Κρανίδι, μικρό κουτούκι με νόστιμα μαγειρευτά και τσιπουράκι 22928. Στο Πόρτο Χέλι καφέ και γλυκά στο Παπαγκαλίνο 52259, στην ταβέρνα ‘’Paradise’’ o Άγγελος Μπούκοσης θα σας φροντίσει 51879. Στο άκρο του λιμανιού ο ‘’Παπαδίας’’ 51322, 52342, το La Casa Vecchia 52422, και τη ‘’Ρότα’’ 51243. Επίσης στο δρόμο για Βερβερόντα ‘’το Μαϊστράλι’’. Στην παραλία Βερβερόντας καφέ στην ‘’Καραμούζα’’ 51192 μπροστά στο κύμα.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Κρανιδίου 21136, 22589, Κοινοτικό Πορτοχελίου 51300, 52335, Α’ Βοήθειες Κρανίδι 22222, 22353, Πόρτο – Χέλι 51133, Αστυνομία 21210, Λιμεναρχείο 53333, 51408, Συνεργείο – Βουλκανιζατέρ - Ενοικιάσεις: Μαραγκάκης Δημήτριος στην Βερβερόντα 51178, Ρουμελιώτης Νίκος στην αρχή του περιφερειακού στο Κρανίδι.

ΧΡΗΣΙΜΑ: www.naarg.gr, www.ermionida.net Α.Τ.Μ. στην Εθνική στο Κρανίδι και στο Πόρτο Χέλι Εθνική, Alpha.  Μπαταρίες, φακό και μποτάκια για τις σπηλιές των Διδύμων και το σπήλαιο Φράχθι. Πριν πάτε ειδοποιήστε κάποιον για την πρόθεσή σας. Κόστα – Σπέτσες τέσσερα δρομολόγια την ημέρα χειμώνα – καλοκαίρι, 08:00, 10:30, 13:30, και 17:00.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Παντού, Τραχειά 1, Δίδυμα 2, Κρανίδι 2, Πόρτο Χέλι 3 δεν θα αντιμετωπίσετε κανένα πρόβλημα.

ΧΑΡΤΕΣ: Πλαστικοποιημένοι χάρτες ανά νομό που χωρούν στο tang Bag. Αγοράστε τον χάρτη Νο 2 ‘’Νομός Αργολίδας’’, εκδόσεις  ‘’Ελλάδα’’ Κολοκοτρώνη 11 Αθήνα 2103222573, 3225241, Βενιζέλου 3 Θεσσαλονίκη 2310223063.

ΒΙΒΛΙΑ: Πελοπόννησος / εκδόσεις EXPLORER.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: ΛΕ.ΜΟ.ΕΡ. (Λέσχη Μοτοσυκλέτας Ερμιονίδας) Κρανίδι, 23422, 6937140084. ΦΙΛ.Μ.Α (Φίλοι Μοτοσυκλέτας Αργολίδας) Θερμογιάννη 19, Ναύπλιο 26830, Γ. Γραμματέας Σοφοκλής Παπαγεωργόπουλος 6977649796, e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. Ανοιχτά κάθε Τετάρτη τον χειμώνα από τις 20:00 και το καλοκαίρι από τις 21:00. Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax: 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για το ΠΟΡΤΟ ΧΕΛΙ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Πελοπόννησος / εκδόσεις EXPLORER / Αθήνα 2002
    Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας / ‘’Αργολίδας Περιήγηση’’ / Ναύπλιο 1997
    Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας / Αργολίδα ‘’η γοητεία του Αυθεντικού / Ναύπλιο 1998

Β’       Αφιερώματα περιοδικών

  • Αντώνης Αναγνώστου / Αργολίδα / εκδόσεις AD & ED / Αθήνα 1997

 ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (4665 λέξεις)

ΚΑΣΤΟΡΙΑ – ΕΠΤΑΧΩΡΙ – ΧΡΥΣΗ – ΠΕΥΚΟΦΥΤΟ – ΑΡΕΝΕΣ

(Γράμμος 4η εργασία από 8)

Κείμενο – Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Απρίλιος 2005

Στις Αρένες του Γράμμου

Το όρος Βόιο, (1806 μ. υψ. Παλιοκριμίνι - 1805 μ. υψ. Πρφ. Ηλίας Πεντάλοφου), αποτελεί το δυτικό όριο του νομού Κοζάνης, στα ‘’σύνορα’’ με το νομό Καστοριάς. Χαρακτηρίζεται, και είναι, ανεξάρτητο βουνό σαν σφήνα ανάμεσα στο Γράμμο και το Σμόλικα. Αυτός ο όμορφος τόπος στην καρδιά της Πίνδου, θα σας διεγείρει με τα ανεξερεύνητα τοπία, τις κατάφυτες από φλαμουριές, βελανιδιές, οξιές, πεύκα και έλατα περιοχές του. Και οι καλόκαρδοι άνθρωποί του, που άλλοι γοητευμένοι, άλλοι κατατρεγμένοι μαζεύτηκαν εδώ και έδωσαν ζωή, θα σας ενθουσιάσουν με την ευγένεια και τη φιλοξενία τους. 

Η συναρπαστική αρχαία Ορεστίς σας υποδέχεται, και σύντομα μπαίνετε στο σπουδαίο Επταχώρι, (πριν το 1928 Βουρβουτσικό και Μπουρμπουτσικό, Μπρουμπίσκα στα βλάχικα, στα 880 μ. υψ., 52 χλμ από Κόνιτσα, 15 χλμ από Πλαγιά.). Το σημαντικό και μεγάλο χωριό είναι έδρα της κοινότητας Αρένων που περιλαμβάνει τα χωριά Ζούζουλη, Χρυσή, και Πευκόφυτο με εξακόσιους δεκατρείς κατοίκους. Είναι το πιο απομακρυσμένο τμήμα του νομού, αφού απέχει από την πρωτεύουσα Καστοριά 52 χλμ., μέσω Νεστόριου και 100 χλμ. μέσω Νεάπολης. Το πέρασμα του χρόνου έφερε, κυρίως για λόγους συγκοινωνιακούς, εμπορικούς και εργασιακούς, την εξάρτηση από την Ήπειρο (Κόνιτσα – Γιάννινα), παρά απο τη Δυτική Μακεδονία (Καστοριά – Κοζάνη), στην οποία ανήκει διοικητικά. Στη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου αποτέλεσε την έδρα του αποσπάσματος Πίνδου με διοικητή τον συνταγματάρχη Δαβάκη. Ήταν από τα σημεία ‘’κλειδιά’’ του ανεφοδιασμού και των εφεδρειών, και πολύ κοντά στον ευαίσθητο άξονα Λυκόρραχη – Κάντσικο – Φούρκα – Σαμαρίνα, όπου προέλασε τις τέσσερις πρώτες μέρες του πολέμου, η ιταλική μεραρχία ‘’Τζούλια’’. Κατά τη διάρκεια της αντεπίθεσης, υπό τη διοίκηση του υποστράτηγου Βραχνού, γράφτηκαν λαμπρές σελίδες δόξας. 

Προτείνουμε τη στάση, γιατί εδώ θα βρείτε τα τελευταία πριν το Νεστόριο σούπερ μάρκετ, ψησταριές και φούρνο, για να ψωνίσετε τα χρειαζούμενα για την κατασκήνωση στις Αρένες, το Γράμμο, ή αλλού, πάνω στη διαδρομή. Επίσης υπάρχει βενζινάδικο απ’ όπου που θα ξετρυπώσετε, αν δεν έχετε προβλέψει, κάποιο ξεχασμένο μπιτόνι, τουλάχιστον τετράλιτρο, για βενζίνες. Το Επταχώρι περιτριγυρίζεται από υπέροχα φυσικά τοπία, απ’ όπου ξεκινούν πολλές διαδρομές. Εδώ καταλήγουν ή ξεκινούν, οι παμπάλαιες θρυλικές βλαχόστρατες, οι δρόμοι – μονοπάτια που ενώνουν τα χωριά Δοτσικό, Ζούζουλη (ταξίδια τ. ΣΤ’, 156), Φούρκα και Σαμαρίνα.

Αυτός ο όμορφος τόπος στην αγκαλιά της βόρειας Πίνδου, τράβηξε για αμυντικούς λόγους, τους ανθρώπους από τους διάσπαρτους παλιούς και μεταγενέστερους αγροτικούς οικισμούς, τα Παλιοχώρια(1) της περιοχής. Οι λόγοι ήταν το συστηματικό πλιατσικολόγημα, η αρπαγή και η βία από τους Τουρκαλβανούς της Κολώνιας. Πριν ακόμα πατήσει το πόδι του εκπορθητή Μωάμεθ στην Κωνσταντινούπολη τα τουρκικά στρατεύματα είχαν γίνει κυρίαρχα σε όλη την ελληνική χερσόνησο. Σημασία δεν έχει αν σε ορισμένα παράλια της Ελλάδας κυριαρχούσε ο στόλος των Βενετών. Από τα πρώτα κιόλας χρόνια εγκαταστάθηκαν αξιωματικοί Τούρκοι, οι μπέηδες, με απεριόριστα δικαιώματα για φορολογία και αρπαγή. Το προνόμιο να λυμαίνονται την περιοχή των παλιοχωρίων, το είχαν οι μπέηδες από την Κολώνια. Κάθε τόσο εξαπέστελναν τρομοκράτες Τουρκαλβανούς, που επιδίδονταν σε συστηματικό πλιατσικολόγημα. 

Συχνά λάβαιναν χώρα μάχες, με αιματηρά αποτελέσματα και για τις δυο πλευρές. Δεν περνούσαν όμως οι πλιατσικολόγοι εύκολα από τα χωριά. Έπρεπε να πληρώσουν κι αυτοί με το αίμα τους τη βία, την αρπαγή. Όσο όμως περνάει ο χρόνος η κατάσταση ολοένα χειροτερεύει. Γίνεται ανυπόφορη. Οι κάτοικοι χτίζουν και ξαναχτίζουν τα καμένα σπίτια τους. Πολλοί τα εγκαταλείπουν ομαδικά. Οι περισσότεροι όμως δεν αναζήτησαν τη σωτηρία τους στη φυγή. Μετά από αλλεπάλληλες συσκέψεις που έγιναν στα μοναστήρια, οι κάτοικοι των παλιοχωρίων, γονυκλινείς, πήραν την απόφαση να ενωθούν σε ένα χωριό. Σε ακαθόριστο χρόνο, τα επτά από αυτά τα παλιοχώρια (απ’ εκεί και τ’ όνομα), έξι κατά άλλους ερευνητές, έκαναν μια οργανωμένη μετοικεσία. Έτσι γεννήθηκε το Βουρβουτσικό, το σημερινό Επταχώρι, ένα χωριό που κτίστηκε για την άμυνα. Τα πρώτα παλιοχώρια ήταν η Τσιούκα, η Ζάμπιανη, το Δρυάνοβο, το Παλιοκρυμμίνι και το Πετρίτσι. 

Οι κάτοικοι των πρώτων αυτών χωριών πλήθαιναν, και μετά από κάμποσες γενιές δεν μπορούσαν να ζουν όλοι μαζί, στη γη που διάλεξαν οι πρόγονοί τους, για τους πρώτους οικισμούς. Έτσι μεταφέρθηκαν εκεί που μέχρι τότε καλλιεργούσαν χωράφια και χρειαζόταν, πολλές φορές, και μια μέρα περπάτημα για φτάσουν και να επιστέψουν. Εκεί αργότερα εγκαταστάθηκαν μόνιμα και δημιούργησαν με τη πάροδο του χρόνου καινούργια χωριά γνωστά σήμερα από τις τοποθεσίες που βρίσκονται τα ερείπια τους. Παρατσκό, Παλιοχώρι, Ρέντα, Χαλκιά και η Φράξος.

Οι εργασίες των κατοίκων φαίνεται από μια πρώτη ματιά, ότι ήταν αγροτικές, κτηνοτροφικές και δασικές. Αυτό όμως που έμεινε απαρατήρητο αλλά τους έκανε γνωστούς σε ένα μεγαλύτερο κύκλο ήταν η μαστορική. Δεν είναι ευρύτερα γνωστό ότι από εδώ προέρχεται πλειάδα καλλιτεχνών της πέτρας, που δούλεψαν σε όλη την Ελλάδα. Οι ίδιοι, χτίζανε και επισκευάζανε για δεκάδες, αν όχι για εκατοντάδες χρόνια όλα τα Παλιοχώρια τους, αλλά και το νεώτερο Βουρβουτσικό, μάλιστα στην Τσιούκα και το Δρυάνοβο, στέκουν ακόμα αδιάψευστοι μάρτυρες της μαστορικής τέχνης τους, τα λείψανα υδραγωγείου που είχαν κατασκευάσει για την ύδρευση και άρδευση των κτημάτων τους (Τσίγκαλος, 79, 81).

Άλλη ‘’ζωντανή’’ πιο πρόσφατη μαρτυρία αποτελεί το πέτρινο γεφύρι του Κουσιουμπλή (18ος – 19ος), που κατασκευάστηκε από τους Μπουρμπουτσικιώτες μαστόρους Γεώργιο Δήμο, Τσιαμοχρήστος και τους αδελφούς Γαλάνη (Τσότσος, 95). Επίσης, σε μια απογραφή που έγινε στα μοναστήρια του Αγίου Όρους το 1885, σε σύνολο τετρακοσίων περίπου τεχνιτών, που δήλωσαν ‘’κτίστης’’, πρώτοι στη λίστα εμφανίζονται 254 Αλβανοί χριστιανοί μαστόροι, προερχόμενοι από τα μαστοροχώρια της Κολώνιας, (στην πίσω πλευρά του Γράμμου). Ακολουθούν δεύτεροι, με 122 καταγραφές, οι μαστόροι από το Μπουρμπουτσικό, το σημερινό Επταχώρι (Πετρονώτης, ένας Σταριτσιώτης Πρωτομάστορας, 902).

Μέσα στο χωριό, στην πλατεία του, βρίσκεται το πέτρινο γεφύρι του Επταχωρίου με άγνωστη ημερομηνία κατασκευής, ενώ στον δρόμο προς Πεντάλοφο κάντε μια μικρή παράκαμψη για να δείτε την πάντα ανοιχτή Μονή Αγίου Γεωργίου (1625). Αν κάποιοι από την παρέα θέλουν να φύγουν, παροτρύνετέ τους, γιατί εδώ βρίσκονται οι κατάλληλες δστ. Η πρώτη, είναι στο προαναφερθέν μοναστήρι και βγαίνει Σαμαρίνα ή Δοτσικό μέσα από μια σπάνια (και δύσκολη μέχρι τέλη Μαΐου), διαδρομή. Η δεύτερη είναι στο χωματόδρομο προς Ζούζουλη – Φούρκα (υπάρχει πινακίδα), που περνάει δίπλα από το γεφύρι του Κουσιουμπλή σε ένα θαυμάσιο τοπίο που κυριαρχεί το ήρεμο Ζουζουλιώτικο ποτάμι. Ο χωματόδρομος περνάει δίπλα από μια χοιροτροφική μονάδα και ανηφορίζει προς Ζούζουλη, και μέσω Σαμαρίνας πάει Γρεβενά ή Κόνιτσα ενώ μέσω Φούρκας γυρνάει στην Αγ. Παρασκευή (Κεράσοβο), κάνοντας έναν μεγάλο κύκλο που βγαίνει πάλι στην κεντρική οδό Κόνιτσας – Επταχωρίου. 

Η τρίτη, είναι αυτή που θα ακολουθήσουμε (προς Γράμμο), επιστρέφοντας +/- 2,5 χλμ. πίσω, στη δστ. προς Χρυσή και Πευκόφυτο (υπάρχουν πινακίδες). Στην αρχή της διαδρομής (+ / - 2,5 χλμ. από τη δστ. προς Χρυσή), ξεκινά αριστερά σας η παλιά βλαχόστρατα που περνάει από την θέση ‘’Ζάμπιανη’’ ανηφορίζει προς το ‘’Μπουχέτσι’’ φτάνει στη Ζέρμα περνά απέναντι στην Πλαγιά και συνεχίζει προς Λούψικο. Παλιά, από αυτή τη βλαχόστρατα περνούσαν όλα τα κοπάδια προς τα ορεινά βοσκοτόπια της περιοχής. Αν υπάρχει χρόνος καλό είναι να την περπατήσετε.

Η συνέχεια της ασφαλτοστρωμένης διαδρομής προς Χρυσή, διεισδύει μέσα σε θαυμάσια τοπία με έντονη βλάστηση, πανύψηλες βουνοκορφές, βαθιές θεοσκότεινες χαράδρες και διαδοχικά χωμάτινα – αμμώδη υψώματα με έντονα σημάδια διάβρωσης, όμως είναι βατή, και από τις ωραιότερες που έχετε δει. Όλος ο τόπος διασχίζεται από τα νερά των χειμάρρων, που κατεβαίνουν στις μικρές ρεματιές άλλοτε αργά και άλλοτε με τη βοή του καταρράκτη, ενώ όλα μαζί, δημιουργούν τον Άνω ρου του Σαραντάπορου που δίνει μια ξεχωριστή έμφαση στο χώρο, καθορίζοντας ταυτόχρονα και σε αυτή τη περιοχή, τα φυσικά όρια ανάμεσα στους ορεινούς όγκους του Γράμμου και του Βοίου. 

Ακολουθώντας αντίθετα το ρου του ποταμού συναντάτε τη δστ., που δεξιά πηγαίνει Κυψέλη ή στην Παλιά(2) και Νέα Κοτύλη. Λίγο αργότερα (8 χλμ.), από τη διασταύρωση του Επταχωρίου, μπαίνετε στην Χρυσή (πριν το 1928 Σλάτινα στα 1040 μ. υψ., 55 χλμ. από Κ.). Η μικρή κοινότητα είναι χτισμένη στις ανατολικές πλαγιές της Κάτω Αρένας (2075 μ. υψ.), σε ένα καθαρά αγροτικό τοπίο που περιβάλλει όλο το χωριό. Κατά την παράδοση, ο αρχικός οικισμός ήταν στη θέση ‘’Παλιοχώρι’’, ανάμεσα στη σημερινή του θέση και στο χωριό Πευκόφυτο. Στην ευρύτερη περιοχή ήταν και ένας άλλος οικισμός, στη θέση ‘’Λακαβίτσα’’, γύρω από δύο μεγάλα μοναστήρια του Αγίου Δημητρίου και της Παναγίας. 

Όντας πάνω στον κεντρικό οδικό δίκτυο αποτελούσε μεν, τον εμπορικό κόμβο που συνέδεε την Καστοριά με την Κόνιτσα και την Κορυτσά αλλά ταυτόχρονα υπέφερε από τις συνεχείς λεηλασίες των Αλβανών και των Αρβανιτόβλαχων. Αυτά τα δυσάρεστα γεγονότα ώθησαν τους κατοίκους των συνοικισμών να συνενωθούν και να συγκροτήσουν έναν μεγαλύτερο στην θέση που βλέπουμε σήμερα. Το παλιό χωριό όπως και τα μοναστήρια σιγά – σιγά παρήκμασαν και στο τέλος καταστράφηκαν. Εδώ καταλήγουν οι γνωστές πεζοπορικές διαδρομές από Αετομηλίτσα και Κεφαλοχώρι (Λούψικο) που είδαμε (Γράμμος 3ο). Στο καφενείο του Βασίλη Τσιγάρα, πάνω στον κεντρικό δρόμο, μπορείτε να πάρετε πληροφορίες για τις πεζοπορίες, αλλά και να γευθείτε σπουδαία ψητά, με ντόπιο τσιπουράκι. 

Οι κάτοικοι παλιότερα, όταν τελείωναν τις γεωργοκτηνοτροφικές εργασίες τους, έφτιαχναν παρέες, 3 – 4 ζευγάρια χτίστες και 1 – 2 ‘’μαστορούλια’’, για να κουβαλούν τη λάσπη, και έφευγαν για τα ‘’ξένα’’. Συνήθως δούλευαν στη Θεσπρωτία, (που την έλεγαν Τσιάμ’κου), στο Ξηρόμερο Αιτωλοακαρνανίας, (που το έλεγαν Κατουχή), στη Χαλκιδική, στα Τρίκαλα, και την Καρδίτσα στη Θεσσαλία. Εκεί έμεναν όλο το χειμώνα, αντίθετα από τους άλλους μαστόρους, και κατά τα μέσα Ιουνίου γύριζαν στο χωριό ‘’καζαντισμένοι’’, αρχίζοντας πάλι τις γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες τους. Αυτός ήταν ο βασικός κύκλος της ζωής τους. Ένας από τους παλιούς δασκάλους ο αείμνηστος Παύλος Στεφόπουλος είχε καταγράψει και συγκεντρώσει πολλά στοιχεία και ιστορικό υλικό για την γύρω περιοχή. Δεν πρόφτασε όμως να τα εκδώσει γιατί τον πρόλαβε ο εμφύλιος, όπου πολλά εξαφανίσθηκαν στην δίνη του, μεταξύ αυτών και η βιβλιοθήκη του, όπου τα φύλαγε. Ο γιος του, Ανδρέας Στεφόπουλος, μαθητής γυμνασίου τότε επίσης δάσκαλος αργότερα, συγκέντρωσε πολύτιμο λαογραφικό υλικό που αποτέλεσε μια μοναδική και πολύτιμη στις μέρες μας, συλλογή, για τη Χρυσή Καστοριάς. Τρεις εργασίες, το γλωσσάριο, η τροφή, και τα παιδικά παραδοσιακά παιχνίδια, με την περιγραφή 100 παιχνιδιών από την περιοχή μας δίνουν μια ιδέα για τη ζωή και τις εικόνες της γενέτειράς του.

Η Χρυσή, κρατάει αρκετούς κατοίκους και το χειμώνα και μαζί με την ζεστή φιλοξενία και την περιποίηση ακούει ο επισκέπτης και τα παράπονα, για την εγκατάλειψη. Όχι πως ήταν εύκολη η ζωή παλιότερα αλλά τώρα είναι πιο προκλητική η σπατάλη για ανούσια έργα, που δήθεν θα ‘’αναβαθμίσουν’’ τουριστικά το Γράμμο. Αυτό που παρατηρήσαμε εμείς, και μας έκανε εντύπωση, πέρα από τις απόλυτα δικαιολογημένες προσεγγίσεις των κατοίκων περί έλλειψης υποδομών, είναι ότι, τα τελευταία χρόνια έχει καλυτερεύσει η πρόσβαση σε αυτό το χώρο. Οι δρόμοι γενικά έγιναν φαρδύτεροι, τοποθετήθηκε σήμανση, πολλοί ασφαλτοστρώθηκαν και γενικά η επικοινωνία μεταξύ των χωριών αλλά και με τα μεγάλα κεφαλοχώρια αναβαθμίστηκε. 

Συνεχίζοντας τη διαδρομή σε 2 χλμ., θα φτάσετε στο Πευκόφυτο (πριν το 1928 Βύσσαντσκο και Βύσαντσικο στα 980 μ. υψ., 57 χλμ από Κ.), χτισμένο και αυτό στις πλαγιές της Κάτω Αρένας. Όμορφος, πνιγμένος στο πράσινο και τα νερά χώρος, ολόδροσος το καλοκαίρι ότι πρέπει για ατέλειωτες βόλτες στα δάση και τον διπλανό Σαραντάπορο. Στην πλατεία του, είναι η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου, το μικρό λαογραφικό μουσείο που στεγάζεται στο παλιό πετρόχτιστο σχολείο και ο καινούργιος ξενώνας. Δίπλα, βρίσκεται το θαυμάσιο ‘’Αρχονταρίκι’’ ένα εξελιγμένο καφενείο – εστιατόριο, που δεν περιμένει ότι θα βρει εδώ πάνω ο επισκέπτης. Πρόκειται για το κτήριο της παλιάς κοινότητας που ο λαογραφικός σύλλογος το διαμόρφωσε σε χώρο συνάντησης επισκεπτών και ντόπιων.  Το διαχειρίζεται ο φιλόξενος Γεράσης Κωνσταντίνος που θα σας εξυπηρετήσει σε ότι του ζητήσετε και έχει να κάνει με την ευρύτερη περιοχή. Ζητήστε του να σας δείξει το μονοπάτι, κάτω από το χωριό, που οδηγεί στον παλιό νερόμυλο. Δίπλα σχεδόν από το ‘’Αρχονταρίκι’’ είναι η λιλιπούτεια, πλακόστρωτη πλέον, πλατεία Κατσαντώνη με μια όμορφη λιθόχτιστη κρήνη με παγωμένο, σαν κρύσταλλο νερό. Πιείτε ή εφοδιαστείτε στον τελευταίο σταθμό και οδηγήστε πλέον μέσα στο συναρπαστικό τοπίο του Γράμμου. 

Η περιοχή που διασχίσατε είναι γνωστή και σαν Κατσιαουνοχώρια και τους κατοίκους Κατσιαούνηδες, που κατά μια ερμηνεία σημαίνει ‘’φευγάτος’’. Σε αυτά περιλαμβάνονται, η Χρυσή, το Πευκόφυτο, η Κοτύλη, η Λάνκα, ο Βράχος, η Κυψέλη, ο Πεύκος, το Επταχώρι, και η Ζούζουλη σχεδόν όλα τα χωριά της κοιλάδας του Σαραντάπορου. Κατά την εποχή της ακμής τους, ο ανδρικός πληθυσμός ασχολούνταν κυρίως με τη μαστορικήκαι αξιώθηκαν να γίνουν μύθος και δημοτικό τραγούδι. Έντονη είναι και η πολιτισμική τους συγγένεια με την Ήπειρο, όπως άλλωστε και η καταγωγή της πλειονότητας των κατοίκων. Όλες αυτές οι μοναχικές κοινότητες φθίνουν πληθυσμιακά, σε μια άνευ προηγουμένου απερήμωση, που ξεκίνησε από την απελευθέρωση και ολοκληρώθηκε με τον εμφύλιο που όλα τα χωριά της περιοχής Βοίου – Γράμμου ήταν στο επίκεντρο των γεγονότων και καταταλαιπωρήθηκαν. Μόνο το καλοκαίρι τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται μια επιστροφή από τα μεγάλα αστικά κέντρα, ευκαιριακή και αυτή, για ολιγοήμερες καλοκαιρινές διακοπές. 

Στα περισσότερα ‘’χωριά’’ που θα ‘’δείτε’’ στο πεδίο από το Πευκόφυτο και πέρα, έχουν μείνει μόνο τα τοπωνύμια και οι σωροί από τις πέτρες να θυμίζουν το πολυθρύλητο ένδοξο παρελθόν. Χρειάζεται προσπάθεια από τη μεριά του ταξιδιώτη – περιηγητή ώστε να ανασυνθέσει και να αναπλάσει στη σκέψη του αυτά τα διαλάμψαντα για τον πλούτο, για τους μαστόρους, και το πληθυσμό κεφαλοχώρια. 

Ο χωματόδρομος από το Πευκόφυτο και μετά δεν διασταυρώνεται πουθενά και σε 6 χλμ σας φέρνει στην τοποθεσία ‘’Ερείπια Μυροβλήτη’’. Η Μυροβλήτη (Μυροσλάβιστα), ένα χωριό φάντασμα που στην απογραφή της 15ης – 16ης Μαΐου 1928 απογράφηκαν είχε 92 κατοίκους, κυρίως μουσουλμάνους. Ο γνωστός αρχικομιτατζής Τσιακαλάρωφ (βλ. Δροσοπηγή – Νυμφαίο στον ίδιο τόμο) σε μια από τις πολλές επιδρομές του, έκαψε τη Μυροβλήτη(3), σκοπεύοντας καταλάβει το Πευκόφυτο και τη Χρυσή, όμως οι κάτοικοί τους αντιστάθηκαν στη θέση ‘’Κεφαλόβρυσο’’ (λίγο έξω από το Πευκόφυτο), και τελικά απώθησαν τα Βουλγάρικα ένοπλα σώματα, που δεν ξαναφάνηκαν στην περιοχή. Από το αμφιθεατρικά χτισμένο χωριό δεν έχει απομείνει τίποτα, παρά μόνο τα θεμέλια από τα πολλά σπίτια του, και αυτά χωμένα στις πρασινάδες. Εδώ υπήρχαν παλιές καλλιέργειες, που έχουν εγκαταλειφθεί πριν δεκαετίες, μετατρέποντας το χώρο σε πλούσιο βοσκότοπο. Η κεντρική δστ. (τρίστρατο), οδηγεί δεξιά στον Πεύκο, ευθεία Γράμμο, αλλά εσείς θα πάτε αριστερά προς Αρένες.

Οδηγώντας στον ανηφορικό αρχικά δρόμο, δεν θα πιστεύετε στα μάτια σας, ζούγκλα κυριολεκτικά. Δροσερά ρέματα, μικρότερα ρυάκια, ένα εκτεταμένο πάμπλουτο σε είδη οικοσύστημα, που υπερτερεί η οξιά, απλώνεται σε όλη τη διαδρομή, ένας υπέροχος τόπος. Μέχρι πρότινος πολύ λίγα ήταν γνωστά για τη φύση του Γράμμου, αφού κανείς από αυτούς που υποχρεούνται να το κάνουν δεν φρόντισε για αυτό. Άλλωστε η πολιτική ‘’προστασίας’’ του περιβάλλοντος από πλευράς κράτους, εστιάζεται αποκλειστικά, στους υγρότοπους και στα θαλάσσια οικοσυστήματα, αγνοώντας τους ορεινούς όγκους, τους οποίους όλοι θυμούνται το καλοκαίρι όταν αρχίζουν οι φωτιές. Παρά τα τεράστια σε ύψος πρόστιμα από την Ε. Ε., που πληρώνουμε όλοι μας, συνεχίζουν την καταστροφική και ψευδεπίγραφη ‘’προστασία’’.

Οι διαρκείς καταγραφές για την πανίδα και το φυσικό περιβάλλον που έγιναν από τον ΑΡΚΤΟΥΡΟ, στο πλαίσιο του προγράμματος Life – Nature / Άρκτος II, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 1990 – 2000 βοήθησαν να μάθουμε πολλά για τη φύση του Γράμμου και να αναγνωριστεί η αξία του. Σήμερα συμπεριλαμβάνεται στις σημαντικότερες περιοχές για τη φύση στην Ελλάδα, στο Natura 2000 και στις σημαντικές περιοχές για τα πουλιά, σύμφωνα με τις καταγραφές της Ε.Ο.Ε. (Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία) και του Birdlife International. Τα στοιχεία που αξίζουν να προστατευτούν στο Γράμμο, έγιναν γνωστά μετά την ειδική περιβαλλοντική μελέτη που εκπονήθηκε από τον ΑΡΚΤΟΥΡΟ σε συνεργασία με το ΥΠΕΧΩΔΕ και το Υπ. Γεωργίας, στο πλαίσιο του προγράμματος Life – Άρκτος (β’ φάση). Παρά τη σοβαρότητα των οργανισμών που ασχολήθηκαν με τον Γράμμο οφείλουμε να είμαστε επιφυλακτικοί απέναντι στη διοίκηση. Έχουμε αναφερθεί ξανά όχι μόνο στην απαξίωση του Natura αλλά και σε άλλων προγραμμάτων που διασφάλιζαν υποτίθεται το περιβάλλον. Άλλωστε, μια ματιά σε ‘’προστατευόμενες’’ τοποθεσίες θα δώσει απαντήσεις στα ερωτήματά σας. 

Ίσως με αυτούς τους συλλογισμούς και εσείς, φτάνετε στην πρώτη δστ, που δεξιά οδηγεί προς ‘’Σγούρο’’ (4 χλμ.), και από εκεί ‘’Λιανοτόπι’’ (7χλμ,), και Γράμμο (12 χλμ.). Εσείς συνεχίστε ευθεία και αφού περάσετε μια στάνη, δεξιά σας στο ξέφωτο, θα βγείτε στα απέραντα λιβάδια της Τρακοσάρας, (10, 8 χλμ., από Πευκόφυτο) στην ομώνυμη πηγή που λένε ότι το νερό της είναι ελαφρύ και χωνευτικό. Μάλιστα για να δώσουν έμφαση στο ‘’ελαφρύ’’ λένε ότι ‘’μια οκά (400 δράμια), ζυγίζει 300 δράμια’’(3α)

Το σίγουρο είναι ότι θα πιείτε (αν έχει νερό), ένα από τα καλύτερα και πιο χωνευτικά νερά της Πίνδου. Βρισκόσαστε στην ενότητα των Αρένων, που αποτελούνται από δύο ενωμένους ορεινούς όγκους, την Πάνω Αρένα (2192 μ. υψ.), και την Κάτω Αρένα (2075 μ. υψ.). Είναι ένα μακρύ, πέτρινο τείχος σε συνεχόμενη διάταξη που από τα νοτιοανατολικά προς τα δυτικά ενώνεται με τον κύριο όγκο του συγκροτήματος του Γράμμου, στην κορφή Μαύρη Πέτρα (2217 μ. υψ.), δίπλα από την ψηλότερη Κιάφα ή Αρίνα στα βλάχικα (2398 μ. υψ.). Το τοπίο είναι ένα αριστούργημα της φύσης, έξω από τα συνηθισμένα, επιβάλει την παρουσία του με τις γκριζόλευκες ψηλές κορφές και τα καταπράσινα δάση οξιάς που εδώ, κοντά στα δασοόρια, έχουν βρει το βέλτιστο της ανάπτυξής τους. Φανταστείτε μόνο, αυτά τα τεράστια ορεινά βοσκοτόπια της περιοχής, πως θα είναι τους βαρείς και συννεφιασμένους χειμωνιάτικους μήνες ‘’στολισμένα’’ με χιόνι, ενώ χαμηλότερα οι δασωμένες πλαγιές και τα λιβάδια θα ζουν στους δικούς τους ρυθμούς. 

Σε λιγότερο από ένα χλμ. και σε υψόμετρο 1700 μ. κάτω από την κορφή Επάνω Αρένα συναντάτε την υποαλπική λίμνη Μουτσάλια(4),(11, 5 χλμ. από Πευκόφυτο). Πρόκειται για μια μαγική τοποθεσία, κρυμμένη θαρρείς, από τα αδιάκριτα βλέμματα. Εδώ καταλήγει η διαδρομή που έχουμε περιγράψει από την Αετομηλίτσα (τ. ΣΤ’, 226), και από το Κεφαλοχώρι (Λούψικο – Γράμμος 3ο). Φυσικά μπορείτε να τις κάνετε και από τη λίμνη προς Αετομηλίτσα, ή Κεφαλοχώρι (βλ. RoadBook στο τέλος). 

Η φύση σε αυτά τα σημεία είναι εκθαμβωτική, το τοπίο παραπέμπει σε παραμύθι τόσο έντονα που λες, δεν μπορεί,  από κάπου θα πεταχτούν νεράιδες και ξωτικά. Όλος ο χώρος περιλαμβάνεται στον κατάλογο με τις 449 περιοχές ιδιαίτερου φυσικού κάλλους της χώρας μας, ταυτόχρονα είναι ένας από τους σημαντικότερους βιότοπους της αρκούδας ενώ στα νερά της λίμνης και τα υγρά αλπικά λιβάδια ζουν τρία είδη τριτώνων (αμφίβια σαν τη σαλαμάνδρα), Triturus alpestris, (Αλπικός), Triturus vulgaris, (Κοινός) και ο σπάνιος Triturus cristatus (Λοφιοφόρος). Η ομαλή και φυσική διαδοχή του νερού και της δασικής βλάστησης καθώς και η παρόχθια χλωρίδα, δημιουργούν ένα  από τα ελκυστικότερα τοπία της περιοχής. Το δάσος περιτριγυρίζει και αγκαλιάζει τη λίμνη με ένα καταπράσινο μανδύα, ο οποίος καθρεφτίζεται στο νερό και επηρεάζει χρωματικά την επιφάνειά της. Δεν χρειάζεται καν να προτείνουμε την κατασκήνωση, είναι βέβαιο ότι μόλις αντικρίσετε το μέρος θα ξεφορτώσετε και θα στήσετε. Μόνο φροντίστε από πριν για προμήθειες.   

Αυτό που παρατηρούμε σε όλα τα χωριά που περάσαμε σε όλα όσα θα πάμε(5), και μας βάζει σε σκέψεις, είναι ότι το καλοκαίρι που η πρόσβαση είναι εύκολη, οι παραθεριστές, λειτουργώντας αντίθετα απο την κοινή λογική, καταφεύγουν στη ζεστή αγκαλιά των νησιών. Αυτό το αξιοπερίεργο φαινόμενο παρουσιάζεται μάλιστα τη περίοδο, που όλοι οι παράγοντες συνηγορούν για επίσκεψη σε αυτά τα τελευταία καταφύγια φυσικής ζωής. Υπάρχουν περισσότεροι κάτοικοι – παραθεριστές, οι σκηνές στήνονται χωρίς προβλήματα, όλα τα καφενεία – ψησταριές είναι ανοιχτά καθημερινά, οι δρόμοι είναι καθαροί, υπάρχει δροσιά, χώρια που σχεδόν παντού έχουν δημιουργηθεί θαυμάσιοι ξενώνες. Μεγάλο ατού επίσης είναι η διάρκεια της ημέρας που λόγω του μήκους της δίνει τη δυνατότητα να περιηγηθούμε σε πολλά περισσότερα μέρη απ’ ότι το χειμώνα. Προσθέτουμε στο τέλος το γεγονός του καλού οδικού δικτύου, που κάποτε ήταν μόνο για ορειβάτες ή πεζοπόρους. Στις μέρες μας όμως ανοίχθηκαν καινούργιοι, διευκολύνοντας τα μέγιστα την γνωριμία με αυτούς τους επίγειους παράδεισους. 

Εμείς σας προτείνουμε ανεπιφύλακτα τη γνωριμία με τη περιοχή των μαστοροχωρίων του Γράμμου, τα  Κατσιαουνοχώρια αλλά και με το ίδιο το βουνό, πριν αρχίσει η αλόγιστη και απρογραμμάτιστη ‘’ανάπτυξη’’ και τουριστικοποίηση της περιοχής, όπως έγινε με όλες τις παράκτιες, κατεστραμμένες πλέον, περιοχές της Ελλάδας. 

Αναλυτικά η διαδρομή – Τρακοσάρα – Λίμνη Μουτσάλια – Αετομηλίτσα

00,00 πηγή τρακοσάρα και δεξιά δασικός για στάνη και βοσκοτόπια, ευθεία Αετομηλίτσα

1.190 μ. Λίμνη ‘’Αρρένες’’

1.300 μ. δστ. δεξιά δασικός, αριστερά Αετομηλίτσα

2.700     δστ. δεξιά Αετομηλίτσα, αριστερά δασικός προς Χρυσή στη θέση ‘’στρούγκες Βέρμπη’’

3.200 ΔΙΑΣΕΛΟ στη θέση ‘’Τρίγωνο’’

4.450    Λιβάδι στη θέση ‘’Καμπίτσιο’’ και δστ. δεξιά Αετομηλίτσα, αριστερά (Λούψικο – Λυκόραχη),

5.200 Πέρασμα από ρέμα, πιθανά λάσπη, κάντε παράκαμψη 50μ από το δάσος

8.850    δστ. αριστερά στάνη, ευθεία Αετομηλίτσα

9.850 δεξιά στάνη αριστερά Αετομηλίτσα

Πέτρα Μούκα στα δεξιά σας

10.780 Κεντρικός δρόμος και δστ. δεξιά Αετομηλίτσα, αριστερά Ε.Ο. Κόνιτσας – Επταχωρίου – Κοζάνης. Υπάρχει πινακίδα για Αρένες – Λιανοτόπι – Γράμμος.

10.880 δστ. δεξιά στάνες ευθεία Αετομηλίτσα υπάρχει πινακίδα για στάνη Λάμπρη – Γκούρα – Καζάνι - Σούφλικα

11.880 δστ. δεξιά στάνες ευθεία Αετομηλίτσα.

13.480 Πλατεία Αετομηλίτσας. Η διαδρομή είναι 00.40’.

Σημειώσεις:

(1) Τα παλιότερα παλιοχώρια ήταν, το Παλιοκρυμμίνι, το Δρυάνοβο, το Πέτριτζκο (Πετρίτσι), η Τσιούκα, η Ζάμπιανη, τα μεταγενέστερα ήταν το Παρατσκό, το Παλιοχώρι, η Ρέντα, η Χαλκιά, η Φράξος, (Τσίγγαλος 79, 81, 84, 85).

(2) Αν πάτε προς τα εκεί, να δείτε οπωσδήποτε την Παλιά Κοτύλη, ένα χωριό χτισμένο στην εντυπωσιακή κοιλάδα που σχηματίζεται κάτω από τον διάσημο ‘’Χάρο’’, ένα ορεινό βραχώδες συγκρότημα που η θέα του και μόνο, κόβει την ανάσα. Το μεγαλύτερο μέρος του χωριού είναι ερειπωμένο, όμως υπάρχουν ακόμα λίγα σπίτια, η παλιά εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και μέσα στο κατάφυτο ρέμα της, το ξεχασμένο παραδοσιακό πέτρινο γεφύρι της. Επίσης από εκεί ξεκινούν θαυμάσιες πεζοπορικές διαδρομές με σήμανση και χρόνους διάσχισης.

(3)Την Μυροβλήτη (παλιά ονομασία Μυροσλάβισσα και Μυροσλάβιστα), την πρόλαβαν σαν ένα αμιγώς μουσουλμανικό χωριό, όμως κάποια στοιχεία από συνήθειες, βάζουν σε σκέψεις τον σημερινό ερευνητή, ‘’….οι γυναίκες κατά την εορτή του Αγίου Γεωργίου, τον εσπερινό πήγαιναν κόλλυβα σε κάτι ερείπια (πιθανόν εκκλησίας), άναβαν και κεριά και κάθονταν αμίλητες ώσπου να σβήσουν και μετά επέστρεφαν στο σπίτι τους. Κατά μαρτυρία ενός μουσουλμάνου Κιαζήμ ονομαζομένου, πολλές φορές οι χωριανοί έβλεπαν ιεροφορεμένο τον ιερέα να περιέρχεται τα ερείπια και να θυμιατίζει. Φαίνεται πως το χωριό ήταν χριστιανικό και εξισλαμίστηκε, δεν παρέλειπαν όμως να υμνούν τον άγιο με τον τρόπο τους…’’ (από ανέκδοτο αντίγραφο εργασίας του Ανδρέα Στεφόπουλου – διατηρείται η σύνταξη και η ορθογραφία του συντάκτη).

(3α)Η λέξη «δράμι» προέρχεται από το αραβικό ντιρχάμ (ασημένιο νόμισμα) το οποίο ήταν έως την 1η Ιουλίου 1959 επίσημο μέτρο βάρους στην Ελλάδα, ως υποδιαίρεση της οκάς, Το δράμι αντιστοιχούσε σε 3,2 γραμμάρια και η οκά είχε 400 δράμια. Από αυτό προέκυψε η παροιμιακή φράση «τα έχει τετρακόσια» δλδ. είναι πανέξυπνος και μαζί προσεκτικός, δεν «χάνει».

(4) Μουτσάλια: ‘’….στο δικό μας το βουνό είχε τα κοπάδια του ένα στοιχειό, ένας δράκος. Ένα άλλο στοιχειό είχε τα κοπάδια του στο απέναντι βουνό, στο Σμόλιγκα. Τα πρόβατα του δικού μας στοιχειού ήταν καλύτερα. Μια φορά έφυγαν τα κριάρια από το δικό μας στοιχειό και πήγαν στα κοπάδια του στοιχειού του Σμόλιγκα. Έστειλε μήνυμα το δικό μας στοιχειό, στο στοιχειό του Σμόλιγκα να του φέρει πίσω τα κριάρια. Εκείνο αρνήθηκε και άρχισαν να μαλώνουν. Το δικό μας στοιχειό ξερίζωνε έλατα και τα πέταγε στο στοιχειό του Σμόλιγκα. Εκείνο πάλι ξερίζωνε οξιές και τις πετούσε στο δικό μας στοιχειό. Καθώς δεν μπορούσαν να τα πετάξουν ως την κορυφή του βουνού, που ήταν το στοιχειό, έπεφταν παρακάτω. Έτσι στο δικό μας βουνό τα έλατα είναι πιο πάνω από τις οξιές ή ανακατεμένα, ενώ στο Σμόλικα είναι κάτω τα έλατα και παραπάνω οι οξιές…’’ (από ανέκδοτο αντίγραφο εργασίας του Ανδρέα Στεφόπουλου - διατηρείται η σύνταξη και η ορθογραφία του συντάκτη).

(5) Σε επόμενα άρθρα θα αναφερθούμε στον παλιό πυρήνα των βλαχοχωρίων του Γράμμου, το ομώνυμο χωριό μέχρι το Νεστόριο, (4η διαδρομή 1η έξοδος), και στα χωρία από το Μονόπυλο μέχρι Κρυσταλοπηγή στα προσφυγοχώρια (5η διαδρομή 2η έξοδος). 

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 24670

ΔΙΑΜΟΝΗ: Επταχώρι οι ξενώνες Γακίδη 84081 και Τριανταφύλλου 84159, Πευκόφυτο ξενώνας Γεράσης Κωσταντίνος 81585.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Στις Αρένες στη Λίμνη ή πριν τον αυχένα, προς Αετομηλίτσα, στο πλάτωμα της ‘’στρούγκας Βέρμπη’’. Σε κάθε περίπτωση ρωτήστε πρώτα, μια που η περιοχή ελέγχετε αυστηρά από την αστυνομία και τους συνοριοφύλακες λόγω λαθρομεταναστών. Μην αφήσετε σκουπίδια.

ΦΑΓΗΤΟ: Επταχώρι καφενείο - ψησταριά 84141 (απέναντι από την BP) κ. Τούλα, 2ο καφενείο – ψησταριά στην πλατεία 84164 Περικλής Τσάνγκας, Χρυσή καφενείο – ψησταριά 84196 Βασίλης Τσιγάρας, Πευκόφυτο ‘’Αρχονταρίκι’’ 81585 Γεράσης Κωσταντίνος.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Κοινότητα Αρρένων 84029, Αστυνομία Επταχωρίου 82700, Κόνιτσας 22202, Α’ Βοήθειες Επταχώρι 84022. Συνεργεία: Τούσιας Θωμάς 1ο χλμ, Ε.Ο. Κόνιτσας – Κοζάνης 22904, Ζώτος Νικόλαος 22910. Βουλκανιζατέρ: Αντωνίου Ευάγγελος, Κιλελέρ 1, 23081, Βαγενάς Σωτήρης 22818, Ντελής Σπύρος 22939. Τα συνεργεία & τα βουλκανιζατέρ που εντοπίσθηκαν είναι για αυτοκίνητα. 

ΧΡΗΣΙΜΑ:  www.kastoria.net Η περιοχή των Αρένων είναι ότι καλύτερο για κατασκήνωση. Προστατέψτε την. Καλού κακού, το κατακαλόκαιρο, καλό θα είναι να έχετε μαζί σας Autan η ένα κερί σιτρονέλας για τα κουνούπια. Προσοχή στις βενζίνες. Αν κατευθυνθείτε προς το Γράμμο και τα χωριά του φροντίστε για ένα τετράλιτρο τουλάχιστον. Επόμενο βενζινάδικο έχει στο Νεστόριο.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Κόνιτσα όλες οι εταιρείες, Επταχώρι BP, 84064, και στον Πεντάλοφο.

ΧΑΡΤΕΣ: Πλαστικοποιημένοι χάρτες ανά νομό που χωρούν στο tang Bag. Αγοράστε τον χάρτη Νο 20 ‘’Νομός Ιωαννίνων’’ & Νο 18 ‘’Νομός Θεσπρωτίας εκδόσεις ‘’Ελλάδα’’ Κολοκοτρώνη 11 Αθήνα 2103222573, 3225241, Βενιζέλου 3 Θεσσαλονίκη 2310223063. Ο Ε.Ο.Τ. έχει βγάλει, (με την συνεργασία του Ε.Ο.Σ. Αχαρνών), 12 χάρτες για την οροσειρά της Πίνδου. Μεταξύ αυτών, είναι δύο που ενδιαφέρουν, ο Σμόλικας και ο Γράμμος σε κλίμακα 1:50.000. Αν δεν βρείτε εκεί (στον Ε.Ο.Τ. ή στον Ε.Ο.Σ. Αχαρνών) η μόνη λύση είναι η Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, Πεδίον Άρεως 2108842811. Αγοράστε 2 φύλλα 1:250.000 (1:50.000 δεν δίνουν εκτός και αν ζητηθούν από δημόσια υπηρεσία), Κοζάνη, Ιωάννινα.

ΒΙΒΛΙΑ: Δημήτριος Ν. Τσίγκαλος, Τα Παλιοχώρια του Επταχωρίου, Β’ Συνέδριο Βοϊακής Εστίας – Πρακτικά, Βοϊακή Εστία Θεσσαλονίκης 1979.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: Μ.Ο.Κ. (Μοτοσυκλετιστικός Όμιλος Καστοριάς) Τάνια Ρήμου, Περιοχή Χλόη – Καστοριά, τηλ 2467026431, 6938045052. Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών, Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για το άρθρο ΚΕΦΑΛΟΧΩΡΙ – ΠΛΑΓΙΑ – ΧΡΥΣΗ – ΑΡΡΕΝΕΣ (Γράμμος 3ο & 4ο) αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Παναγιώτου Η. Πουλίτσα / Επιγραφαί και ενθυμήσεις εκ’ της Βορείου Ηπείρου / Ε.Ε.Β.Σ. έτος Ε’ 1928, 5 – 6.
  • Ανδρέας Στεφόπουλος / Παιδικά Παραδοσιακά Παιχνίδια από τη Χρυσή Καστοριάς / Ανάτυπο Μακεδονικών τομ. 12 / Θεσσαλονίκη 1972
  • Ανδρέας Στεφόπουλος / Το γλωσσάρι της Χρυσής Καστοριάς / Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών / Ανάτυπο ΙΗ Μακεδονικών / Θεσσαλονίκη 1978
  • Δημήτριος Ν. Τσίγκαλος / Τα Παλιοχώρια του Επταχωρίου / Β’ Συνέδριο Βοϊακής Εστίας - Πρακτικά / Βοϊακή Εστία Θεσσαλονίκης 1979
  • Ανδρέας Στεφόπουλος / Τροφές της Χρυσής Καστοριάς / Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων – δημοσιεύματα Λαογραφικού μουσείου, αρχείο αρ.3 / Γιάννινα 1981
  • Σπύρου Ι. Μαντά / Τα ηπειρώτικα γεφύρια / Τεχνικές εκδόσεις Αθήνα 1984
  • Αναστασία Γ. Τούρτα / Οι ναοί του Αγίου Νικολάου στη Βίτσα και του Αγίου Μηνά στο Μονοδέντρι - Αρχαιολογικό Δελτίο 44 / εκδόσεις Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων - Αθήνα 1991
  • Πρεσβ. Διονυσίου Τάτση / Γνωριμία με την Επαρχία Κονίτσης / Κόνιτσα 1993
  • F. Pouqueville / Ταξίδι στην Ελλάδα, Τα Ηπειρωτικά τόμος Α’ / Ε.Η.Μ. Γιάννινα 1994
  • Βασίλης Παπαγεωργίου – Αργύρης Πετρονώτης / Ο Πυρσογιαννίτης Πρωτομάστορας Ζιώγας Φρόντζος και τα έργα του / Ανάτυπο από το συλλογικό τόμο ‘’Η επαρχία Κόνιτσας στο Χώρο και το Χρόνο’’ / Δήμος Κόνιτσας 1996
  • Δημήτρης Καμαρούλιας / Τα μοναστήρια της Ηπείρου Α’ & Β’ / εκδόσεις Μπάστας – Πλέσσας Αθήνα 1996
  • Νιτσιάκου / Αράπογλου / Καρανάτση / Σύγχρονη Πολιτιστική Γεωγραφία Ν. Ιωαννίνων / έκδοση Νομαρχίας Ιωαννίνων 1998
  • Αγόρω Τσίου – Άλκης Ράφτης / Λούψικο Κόνιτσας / έκδοση διεθνούς οργάνωσης λαϊκής τέχνης – ελληνικό τμήμα και θέατρο ελληνικών χορών ‘’Δόρα Στράτου’’ Αθήνα 1999
  • Αστέριος Ι. Κουκούδης / Οι μητροπόλεις και η διασπορά των Βλάχων / εκδόσεις Ζήτρος / Θεσσαλονίκη 2000
  • Αργύρης Π. Π. Πετρονώτης / Ένας λίγο γνωστός Σταριτσιώτης πρωτομάστορας στη Ναυπακτία / Ανάτυπο από την έκδοση των πρακτικών του Β’ διεθνούς Ιστορικού και Αρχαιολογικού Συνεδρίου Αιτωλοακαρνανίας / Μάρτιος 2003
  • Χαρίλαος Γ. Γκούτος / Η επαρχία Κόνιτσας και η Μόλιστα επί τουρκοκρατίας / Αθήνα 2003
  • Ιωάννη Β. Τσάγκα / Κονιτσιώτικα – Ζερματινά Α’ / αυτοέκδοση Αθήνα 2004
  • Χαράλαμπου Ν. Ρεμπέλη / Κονιτσιώτικα / επανέκδοση του συλλόγου Ασημοχωριτών Αθηνών ‘’Η Πρόοδος’’ / Γιάννινα 2005

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Μάνος Πατέλαρος / Διάσχιση Πίνδου / περιοδικό ΜΟΤΟ τ.34 Οκτώβριος 1988
  • Ηλιάνα Ν. Φασούλη / Ο νερόμυλος του χωριού μου / περιοδικό Κόνιτσα τ. 92 Ιούνιος 2000
  • Θοδωρής Αθανασιάδης / Σαραντάπορος / περιοδικό ΓΕΩ τ. 239 13/11/04
  • Κώστας Β. Παπαδημητρίου – Κώστας Ζήνδρος / Το λημέρι των Μαστόρων / περιοδικό ΓΕΩ τ. 244 18/12/04
  • Χαράλαμπος Ν. Ρεμπέλης / Η Ιερά Μονή Ζέρμας (αναδημοσίευση από το Ηπειρωτικό Ημερολόγιο του 1911;)  Περιοδικό Κόνιτσα τ. 120 Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2005

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Σωτήρης Γοργογέτας / Οδοιπορικό στο Γράμμο και τα μαστοροχώρια / σειρά 19 άρθρων στην εφημερίδα ‘’Πρωινός Λόγος’’ Τρικάλων από 2/3/99 – έως 23/3/99

 ΝΗΣΟΣ ΘΑΣΟΣ (8458 λέξεις)

αρχ. Αερία, Αιθρία, Ηδωνίς ή Οδωνίς, Ηερίη, Χρύση

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Φεβρουάριος 2005

Το νησί των Σειρήνων

Το μεγάλο υδροχαρές δάσος του Κοτζά Ορμάν, ένας πραγματικός κατάφυτος παράδεισος αριστερά σας, όπως κατευθύνεστε προς τη Χρυσούπολη, το μεγάλο διοικητικό και πολιτιστικό κέντρο της επαρχίας Νέστου. Στην θαυμάσια από κάθε πλευρά βόρεια πατρίδα, κυριαρχεί το στοιχείο του νερού από τις έξι λιμνοθάλασσες, που αποτελούν πολύτιμο περιβαλλοντικό θησαυρό με σπάνια φυτά, πουλιά και ζώα, πραγματικό καταφύγιο που ξεκινά από τη Νέα Καρβάλη και καταλήγει στο Νέστο. 

Επίνειο της Χρυσούπολης, η Κεραμωτή, ένα γραφικό παραθαλάσσιο ψαροχώρι που βλέπει στο Θρακικό Πέλαγος με πολλές υποδομές για τους καλοκαιρινούς επισκέπτες της ευρύτερης περιοχής. Προορισμός, η καταπράσινη Θάσος, το νησί των Σειρήνων κατά τη μυθολογία, με θάλασσα που λαμποκοπά καθάρια στο φως του ήλιου, καταπληκτικά ακρογιάλια και  μαγευτικούς όρμους, ταυτόχρονα όμως απ’ τα νησιά, που διαθέτουν απαράμιλλους αρχαιολογικούς θησαυρούς, αυθεντικά ορεινά τοπία, παραδοσιακούς οικισμούς σπάνιας αρχιτεκτονικής και πληθώρα διαδρομών στα δάση της.  

Ήδη, από το ξεκίνημα του φέρρυ διακρίνονται τα περιγράμματα των ψηλών βουνών του νησιού. Δίπλα σας, σχεδόν στη μέση της διαδρομής, η Θασοπούλα στο κέντρο του δίαυλου της Θάσου. Πολύτιμο νησάκι για την ξεκούραση των μεταναστευτικών πουλιών και των γλάρων που καθ΄ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, εφορμούν ή λικνίζονται με χάρη προς το πλοίο, αναζητώντας από τους επιβάτες του λίγη τροφή.  Πολύ γρήγορα φτάνετε στην Θάσο, (πριν το 1928 Λιμένας – επί τουρκ. Λιμανχισάρ=Κάστρο του Λιμένα) ένα από τα δύο λιμάνια του νησιού, λαμπερό κάτω απο το φως του ήλιου. Είναι το πρώτο μέρος που σας καλωσορίζει μαζί με το αναστυλωμένο ‘’Καλογερικό’’ ένα πολύ όμορφο διώροφο κτήριο του 19ου αι., μετόχι της Ι. Μ. Βατοπαιδίου που στεγάζει τη Δημοτική επιχείρηση πολιτισμού, τουρισμού και ανάπτυξης Θάσου, (Δ.Ε.ΠΟ.Τ.Α.Θ). Κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα, συνήθως με πολύ κόσμο, καταστήματα κάθε είδους, αγορά που σφύζει από ζωή και γνωστές – άγνωστες παραλίες. 

Δεξιά από την προβλήτα είναι το κάμπινγκ ‘’Νυστέρι’’ ενώ αριστερά το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Βασιλείου. Οι πλαγιές του λόφου εμπρός σας, εκεί που βρίσκεται μέρος της σημερινής κωμόπολης, καταλαμβανόταν από την αρχαία πόλη, τμήμα της οποίας βρίσκεται κάτω από τη σύγχρονη πρωτεύουσα. Η Θάσος είναι ένας αχανής αρχαιολογικός χώρος. Από τον καταπληκτικό, σκεπασμένο με πλατάνια, κήπο της αγοράς, ως την απόμερη Αλυκή και τους δυσπρόσιτους οικισμούς - νεκροταφεία στο Καστρί, οι λάτρεις αυτού του είδους των περιηγήσεων πραγματικά θα ενθουσιαστούν.

Οι πρώτες ανασκαφές στο Λιμένα, (αρχαία Θάσος – περιοχή Τ.Ι.Φ.Κ (1) Νο 165) πραγματοποιήθηκαν από τον Γερμανό Ε. Miller το 1863 – 1864. Ακολούθησαν οι ανασκαφές του Άγγλου Th. Bent στο Λιμένα, την Αλυκή (1887), καθώς και του Th. MacridyBey στο Λιμένα (1909). Συστηματική μορφή πήραν με την επίσημη έναρξη των ανασκαφών από τους Ch. Picard, Ch. Anezou, και A. J. Reinach, (1911 – 1912) και G. Daux, (1962) της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής της Αθήνας. Οι μακροχρόνιες έρευνες της Γαλλικής Σχολής και οι έρευνες της Ελληνικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας έφεραν στο φως λαμπρά μνημεία, πλούσια ευρήματα και σπάνιο αρχαιολογικό υλικό, που καλύπτει την πολιτιστική ιστορία του νησιού από τα πρώτα χρόνια της αποικίας των Παρίων ως τα πρώιμα βυζαντινά χρόνια. 

Πρόσφατα μάλιστα σε ιδιόκτητο οικόπεδο στον Λιμένα, στην νεκρόπολη της αρχαίας Θάσου, έγινε σωστική ανασκαφή από την ΙΗ’ Ε.Π.Κ.Α. Καβάλας που έφερε στο φως 150 κινητά ευρήματα, Αυτό που έκανε ζωηρή αίσθηση στον υπεύθυνο έφορο κ. Ζήση Μπόνια, και θα εντυπωσιάσει το κοινό όταν εκτεθούν, είναι τα ευρήματα - κτερίσματα από χρυσό. Πρώτη φορά στο νησί βρέθηκαν τόσα πολλά. Πανέμορφα σκουλαρίκια διακοσμημένα με άνθη, δελφίνια και Νίκες, περιδέραια και δακτυλίδια κ.α. Χρονολογούνται στα κλασικά και ελληνικά χρόνια και δείχνουν ότι η αρχαία Θάσος γνώρισε στον 4ο αι. π.Χ. μεγάλη ακμή. 

Αν βγαίνοντας από το φέρρυ μπότ οδηγήσετε αριστερά, θα βρεθείτε σύντομα στο αρχαιολογικό μουσείο, (πιο δίπλα η παλιά εκκλησία του Αγίου Νικολάου - 1934), που χρόνια τώρα ανακαινίζεται, επεκτείνεται, ώστε να στεγάσει πιο άνετα τα κατά καιρούς ανασκαφικά ευρήματα. Θεωρείται ένα από τα πλουσιότερα σε σπουδαιότητα  εκθεμάτων μουσεία της βόρειας Ελλάδας. Στον κήπο του εκτίθενται ένα μαρμάρινο λιοντάρι, μια υπερφυσική γλαύκα, αρχιτεκτονικά μέλη διαφόρων εποχών και γλυπτά της ρωμαϊκής εποχής.

Απέναντι, ο σημαντικός αρχαιολογικός χώρος προκαλεί για αρκετές επισκέψεις. Η αρχαία αγορά, αποτελούσε το πολιτικό και εμπορικό κέντρο της πόλης. Ο αρχαίος πλακόστρωτος δρόμος οδηγεί στο ωδείο (2ος αι. μ.Χ.), στο ιερό του Ηρακλή, κοντά στην πύλη του Δία, στο μεγάλο κοινοτικό πηγάδι, και πιο πάνω το θέατρο, κουρνιασμένο σε φυσική κοιλότητα. Πιο πάνω στο λόφο η ακρόπολη, οι κατασκευές ενός βυζαντινού φρουρίου (13ου – 15ου αι.), το ιερό της Αθηνάς, το σπήλαιο – ιερό του Πανός. Περιγραφή του αρχαιολογικού χώρου βήμα – βήμα δείτε στον τόμο ‘’Ελλάδα – τα νησιά μας’’ της σειράς Μπλε οδηγοί (Lesguidesbleus) των εκδόσεων Γιαλλελή, Αθήνα 1992 σελ 96 – 105. Για βιβλιογραφία δείτε το GuidesdeThasos, 1967, σελ 193 – 198.

Στο νότιο μέρος του λιμανιού θα δείτε το πιο γραφικό σημείο του. Το μικρό λιμανάκι των ψαράδων της πρωτεύουσας, με πλατάνια που φτάνουν ως τη Θάλασσα. Ακόμα πιο κάτω το Εβραιόκαστρο,ενώ στην αντίθετη κατεύθυνση οι παραλίες Άγιος Βασίλειος, Γλυφάδα και πιο κάτω (7 χλμ) το Γλυκάδι. Καθαρή θάλασσα, υπέροχη αμμουδιά, υποδομές, bungalows έχει η κοσμοπολίτικη Μακρύαμμος, σε κοντινή απόσταση από το λιμάνι (3 χλμ). 

Η εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου και οι καλλιέργειες της γης, έδωσαν εξαιρετική δύναμη στους Πάριους συμβάλλοντας έτσι στην ανάπτυξη αποικιοκρατικού πνεύματος, που περί το 680 π.Χ., υλοποιήθηκε στην Θράκη. Η Θάσος ήταν η πρώτη αποικία τους και ο Τελεσικλής, πατέρας του λυρικού ποιητή Αρχίλοχου, ο πρώτος έλληνας οικιστής, (Πάρος– τ. ΣΤ’, 0–300, 13 και παραπομπή Νο 5 σ. 41). Οι παλιότεροι κάτοικοι ήταν τοπικά φύλα, που στις πηγές ονομάζονται ‘’Θράκες’’ ή ‘’βάρβαροι’’, αυτό όμως δεν εμπόδισε τους αποίκους να ακολουθήσουν το ένστικτό τους και το χρησμό της Πυθίας, στο μαντείο των Δελφών καταλαμβάνοντας το βόρειο τμήμα της Αερίας όπως, μεταξύ άλλων, λεγόταν τότε. Μια γενιά αργότερα (660 – 650 π.χ.) προωθήθηκαν στα απέναντι παράλια και δημιούργησαν την ‘’Θασίων Περαία’’, ή ‘’Θασίων Ήπειρο’’ υπό τον Αρχίλοχο, γιου του Τελεσικλή και φίλου του Γλαύκου. Ιδρύθηκαν τότε μεταξύ της Γαλυψού και της Στρύμης εμπορικοί σταθμοί.

Η γεωγραφική θέση της, στο κέντρο των θαλασσίων δρόμων που από τη νότιο Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου, έφθαναν στα μακεδονικά και στα θρακικά παράλια ήταν ο πρώτος λόγος της αρχαίας ακμής της. Νομίσματά της βρίσκονται στην Κεντρική και στη Δυτική Ευρώπη, σφραγίδες αμφορέων, που μετάφεραν το φημισμένο κρασί της, με το όνομα της πόλης συναντώνται από τη Ρωσία και τον Εύξεινο Πόντο ως την Αίγυπτο, τα γλυπτά της το ίδιο. 

Ο δεύτερος αναπτυξιακός λόγος ήταν ο υπόγειος πλούτος, χρυσάφι, ασήμι και άφθονο λεπτόκοκκο μάρμαρο, (λατομεία εξόρυξης υπάρχουν σχεδόν σε όλο το νησί) κατάλληλο για τα γλυπτά και τα οικοδομήματα. Μετά την περσική κυριαρχία η Θάσος έγινε μέλος στην πρώτη, όπου αποστάτησε, και δεύτερη Αθηναϊκή Συμμαχία. Από το 356 π.Χ. ελέγχεται από τον Φίλιππο Β’ και απολαμβάνει σχετική ανεξαρτησία χωρίς όμως τον πλούτο που της εξασφάλιζε η θρακική ακτή, αφού πλέον οι Φίλιπποι παίζουν σπουδαίο ρόλο <<πύλη της Ευρώπης και της Ασίας>> ονομάζονται από τον Αππιανό, (Καβάλα – Παγγαίο, ταξίδια τ. Γ’, 98). Κατά την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή περίοδο είχε κάποια αυτονομία και προνόμια, αντιμετωπίζοντας όμως επιδρομές Βανδάλων (467 / 68 μ.Χ.), και διεισδύσεις Σλάβων (7ος – 9ος αι. μ.Χ.). 

Η Θάσος μαζί με την Σαμοθράκη, την Ίμβρο και τη Λήμνο παραχωρήθηκαν σαν φέουδα, στον οίκο των Gattilusi (Γατελούζων), από τους βυζαντινούς βασιλείς Μανουήλ Β’ (1391 – 1425), και Ιωάννη Η’ Παλαιολόγο (1425 – 1448). Δύο χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, τον Σεπτέμβριο 1455, η Θάσος παραχωρείται αναγκαστικά (σαν δώρο), από τον Domenico των Γατελούζων στους Τούρκους (Βακαλόπουλος, 19). Πολλές φορές άλλαξε χέρια ανάμεσα στους Τούρκους και τους Βενετούς ώσπου το 1479 ενσωματώνεται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Από τις 30 Μαρτίου 1813 έως το 1902 αποτελεί με σουλτανικό φιρμάνι, ιδιοκτησία του Καβαλιώτη Μεχμέτ Αλή Πασσά(2),  (1769 – 1849) στα αραβικά Μωχάμεντ, ιδρυτή της Αιγυπτιακής δυναστείας ιδιαίτερα φιλικού προς τους κατοίκους αφού τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στο νησί, κοντά σε θασίτικη οικογένεια. 

Η Θάσος, απελευθερώθηκε στα χρόνια του Β’ Βαλκανικού πολέμου από τον ελληνικό στόλο που τότε, είχε την έδρα του στο Μούδρο της Λήμνου. Από εκεί απέπλευσαν τα αντιτορπιλικά ‘’Λόγχη’’ και ‘’Θύελλα’’, συνοδευόμενα από το οπλιταγωγό ‘’Πέλοψ’’ υπό τον Μοίραρχο πλοίαρχο Π. Γκίνη και τη γενική διοίκηση του θρυλικού Ναυάρχου, Παύλου Κουντουριώτη (1855 – 1935). Στις 18 Οκτωβρίου 1912 τα πλοία αγκυροβόλησαν στον Λιμένα, επίνειο της Παναγίας εκείνη την εποχή, αποβίβασαν έναν λόχο πεζικού με διοικητή τον λοχαγό Δ. Κονταράτο, και το νησί προσαρτήθηκε  στο ελληνικό κράτος. Η ένταξη επικυρώθηκε με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913 – 1914). Αργότερα ο Π. Κουντουριώτης έγινε ‘’προσωρινά’’ ο πρώτος πρόεδρος (Μάρτιος 1924 – Δεκ 1929), ρυθμιστής του πολιτεύματος της περιπετειώδους Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας (1924 – 1935).  

Ευτυχώς, το νησί έχει περιφερειακό δρόμο, κατά μήκος της ακτογραμμής(3) που περνά σχεδόν από όλα τα χωριά, έτσι η περιήγηση γίνεται άνετα. Εμείς ξεκινήσαμε από τα ανατολικά προς τα δυτικά στον όλο στροφές αρχικά, ασφαλτόδρομο φτάνοντας στην Παναγία σε υψ 230 μ., πρωτεύουσα της Θάσου από το 1838 έως το 1840 και ένας από τους δύο μεγάλους και παλιούς οικισμούς του νησιού (το άλλο είναι ο Θεολόγος). Ο ανύποπτος επισκέπτης βλέπει μπροστά του ένα χωριό που τα περισσότερα χαρακτηριστικά του παραπέμπουν σε ορεινή τοποθεσία. 

Πράγματι έτσι είναι. Οι ολοπέτρινες κατοικίες εμφανίζουν όλα τα στοιχεία της θρακομακεδονικής αρχιτεκτονικής με σκεπαστούς εξώστες, (σαχνισιά) στέγες από σχιστόλιθο που λαμποκοπά στον ήλιο, και στο εσωτερικό τους ξύλινη επένδυση. Η παλιότερη συνοικία και τα παλιότερα σπίτια, βρίσκονται πλαγιά του λόφου ‘’Πυργί’’, που βλέπει προς το εσωτερικό του νησιού, και είναι αθέατη από τη θάλασσα. Η πλαγιά του χωριού που βλέπει προς τη θάλασσα, κατοικήθηκε αργότερα, κατά τον προτελευταίο αιώνα, και ονομάζεται ακόμη ως σήμερα ‘’Κολιτζήδες’’, ονομασία που παραπέμπει στους εγκατεστημένους στο εκεί φυλάκιο τελωνοφύλακες, που έβλεπαν προς το πέλαγος, μήπως έρχεται κάποιο καράβι ή καΐκι.  

Η πανέμορφη, ζωντανή και κυρίως δροσερή όλο το χρόνο Παναγία έχει χαρακτηριστεί διατηρητέος παραδοσιακός οικισμός, περιλαμβάνεται στα Τ.Ι.Φ.Κ.(1) με το Νο 171, και προσφέρεται για διαμονή στα προσεκτικά αναπαλαιωμένα σπίτια. Τόσο η ονομασία του χωριού και τα πολλά ιστορικά ξωκλήσια όσο και η σημαντική εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου είναι ισχυροί λόγοι για να επισκεφθείτε το χωριό. Τον δεκαπενταύγουστο που γιορτάζει, γίνεται εδώ μεγάλο κουρμπάνι, (γουρμπάνι ή κουλμπάνι αλλού - εθιμική ζωοθυσία), (από όλους για το καλό όλων), και ακολουθεί γλέντι που περιλαμβάνει και φαγητό, προσφορά στους προσκυνητές. Τα μεγάλα πλατάνια στην πλατεία, τα τρεχούμενα νερά, η θαυμάσια θέα, οι και το σπιτικό γλυκό κουταλιού καρυδάκι σε όλα τα καφενεία προκαλούν ακόμα και για απλή στάση. Στα ανατολικά του χωριού, (15’) υπάρχει φυσικό σπήλαιο με σταλακτίτες, η περίφημη Δρακότρυπα, που βρίσκεται στον ορεινό όγκο που κατεβαίνει στην παραλία Αυλάκια και είναι εύκολα προσιτό. Κατά τις αρχαιολογικές έρευνες που έγιναν το 1972 βρέθηκε τοπική χειροποίητη κεραμική της πρώιμης εποχής του σιδήρου (7ος αι.).

Το επίνειο της Παναγιάς είναι η Χρυσή αμμουδιά, (Σκάλα Παναγιάς), μια από τις καλύτερες ακρογιαλιές του νησιού, που επικοινωνεί με το χωριό είτε από τον κεντρικό δρόμο είτε μέσω Ποταμιάς. Στο κάμπινγκ Golden beach και στην απέραντη αμμουδιά του, έγινε η 13η (16 – 20 Ιουνίου ‘94), και η 20η (1 – 4 Ιουνίου ‘01), Πανελλήνιες Συγκεντρώσεις Μοτοσυκλετιστών. Υπάρχει δρόμος που συνδέει τα δύο χωριά με πολύ ωραία θέα στους απέραντους ελαιώνες και σε ολόκληρο τον όρμο της Ποταμιάς, από το ακρωτήρι του Πύργου έως την Γραμβούσα, ένα μικρό νησάκι στην δεξιά άκρη του κόλπου. Η Ποταμιά σε υψ 110, διακρίνεται αμυδρά από την παραλία μέσα σε ένα μικτό δάσος, κατάφυτο από πλατάνια, καρυδιές, καστανιές, και σε αντίθεση με την Παναγιά, κατακόκκινες κεραμοσκεπές που ξεχωρίζουν από μακριά. 

Παραδοσιακός τόπος παραθερισμού από παλιά, με αξιόλογο λαογραφικό μουσείο και γενέτειρα του αναγνωρισμένου στην Αμερική και την Ελλάδα, γλύπτη, Πολύγνωτου Βαγή (1894 - 1965). Στο χωριό υπάρχει το ομώνυμο μουσείο, στεγασμένο σ’ ένα αθωνικού τύπου παλιό σχολείο του 19ου αι., που παραχωρήθηκε από τη κοινότητα Ποταμιάς για να εκτεθούν εκατό περίπου γλυπτά έργα του, και πίνακες, κληρονομημένα στη Θάσο. Η απέραντη Χρυσή ακτή, (Σκάλα Ποταμιάς) αποτελεί ενιαία συνέχεια της Χρυσής αμμουδιάς σχηματίζοντας την μεγαλύτερη, ίσως, μια από τις καλύτερες παραλίες του νησιού, με μήκος 3,5 χλμ με θαυμάσια οργανωμένη τουριστική υποδομή, αρκετές ψησταριές και γραφικές ψαροταβέρνες δίπλα στο κύμα. Οδηγώντας πλέον στον κύριο περιφερειακό, απομακρυνόμαστε από την πολυκοσμία και στο ανηφορικό κομμάτι της διαδρομής, (500 μ. από το τελευταίο κτήριο της πλαζ) σταματάμε αριστερά σε ένα εικονοστάσι. Από εκεί έχουμε ένα ολοκληρωμένο πλάνο του πανέμορφου μικρού λιμανιού και ολόκληρης της τοποθεσίας.

Η διαδρομή από εδώ και πέρα είναι ήσυχη με πληθώρα ωραίων τοπίων και κυρίως, καθόλου κίνηση. Τα Κοίνυρα, σε υψ 5 μ., στην ανατολική πλαγιά του όρους Φανός με υπολείμματα αρχαίων λατομείων. Τόπος μαγικός, που περιλαμβάνεται με το Νο 168 στα Τ.Ι.Φ.Κ. Η ιστορία του χάνεται στο βάθος των αιώνων αφού οι πηγές (Ηρόδ. IV, 46, 47 εκδ. Loeb) πληροφορούν ότι, πολύ προτού εγκατασταθούν οι Πάριοι, οι δαιμόνιοι Φοίνικες(4)  ανακάλυψαν και εκμεταλλεύτηκαν τα πολύτιμα ορυχεία χρυσού και αργύρου τόσο στη Θάσο όσο κα στο Παγγαίο δίνοντας μάλιστα αυτοί πρώτοι το σημερινό όνομα(5) της νήσου. 

Μάλιστα ο Ηρόδοτος τα επισκέφθηκε και αναφέρει «Τα Φοινικικά ταύτα μεταλλεία είναι εν τη Θάσω μεταξύ δύο τόπων καλουμένων Αινύρων και Κοινήρων, απέναντι της Σαμοθράκης είναι δε όρος υψηλόν ανεστραμμένον εκ των ανασκαφών» (Παπαευστρατίου, Ιστορία Θάσου, 53).  Δεν υπάρχουν, προς το παρόν, αρχαιολογικά κατάλοιπα που να πιστοποιούν αυτήν τη εγκατάσταση παρά μόνο οι ονομασία. Απέναντι από το ακρωτήριο το ομώνυμο νησί και το μικρό ακρογιάλι Λουτρός. Πιο κάτω η ονομαστή διεθνώς αμμουδερή ακτή Παράδεισος, μια από τις πολλές του νησιού με λεπτή άμμο και πεύκα που κατεβαίνουν ως τη θάλασσα.

Η μικρή χερσόνησος της Αλυκής λίγο πιο κάτω, μαγνητίζει με την ιστορία της και τη σαγηνευτική θάλασσα, που ειδικά σε αυτά τα μέρη έχει το πιο φωτεινό γαλάζιο χρώμα. Από μακριά και ψηλά που είναι ο δρόμος, διακρίνεται η καταπράσινη φαρδιά λωρίδα γης, του ‘’λαιμού’’, που χωρίζει τους δύο κόλπους και τις δύο εξαιρετικά όμορφες παραλίες. Οδηγήστε μέχρι τον μικρό οικισμό που αποτελείται από δέκα, δεκαπέντε σπίτια - ταβερνάκια, με στέγες από σχιστόλιθο. Αριστερά σας θα δείτε την είσοδο του ανοιχτού αρχαιολογικού χώρου. Υπάρχει δρόμος πριν την είσοδο που οδηγεί κατ’ ευθείαν στην δεύτερη ακροθαλασσιά.

Η ευρύτερη περιοχή αποτέλεσε στην αρχαιότητα ένα δεύτερο φυσικό λιμάνι με σημαντική εμπορική δραστηριότητα. Στη μύτη της χερσονήσου (+/- 2 χλμ.) σήμερα, φαίνονται ακόμα οι τομές από τα αρχαία λατομεία. Εδώ έκοβαν το μάρμαρο και το φόρτωναν στα καράβια, από τον 6ο π.Χ. μέχρι τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Ένα μεγάλο τμήμα της χερσονήσου βυθίστηκε στον μεγάλο σεισμό του 365 ή το πιθανότερο, του 375 μ.Χ. Πρόκειται περί του ιδίου σεισμού που συναντήσαμε στα Κύθηρα και την Ελαφόνησο με τα τόσο καταστρεπτικά αποτελέσματα στη Μεσόγειο. Αξίζει και λόγω της επικαιρότητας, να μνημονεύσουμε την περιγραφή του όπως την αναφέρει ο Γ. Παπαευστρατίου στην ιστορία της Θάσου σελ 43 - 44.  «Την καθίζησιν ταύτην των λατομείων της Αλυκής, δυνάμεθα ν’ αποδώσωμεν εις τους δύο φοβερωτάτους σεισμούς οίτινες συνέβησαν ο μεν την 21 Ιουλίου τω 365 μ.Χ., οπότε τα ύδατα της Μεσογείου απεσύρθησαν αίφνης μακράν των παραλιών, εγκαταλείψαντα επί της άμμου πλήθος ιχθύων και πλοίων και ίλυος, εις τρόπον ώστε ο οφθαλμός του φιλοπερίεργου ηδύνατο δια πρώτην φοράν να ίδη όρη και κοιλάδας υποβυθίους, άς ουδέποτε άλλοτε είχεν ιδεί οφθαλμός ανθρώπου· αλλά μετ’  ολίγον τα ύδατα επανήλθον μετά τοσαύτης ορμής, ώστε εισεχώρησαν πολύ εις το εσωτερικόν της χώρας και συμπαρέσυραν κατά την εκείθεν επιστροφήν πόλεις ολοκλήρους….». Μη πείτε ότι δεν περιγράφει με ακρίβεια το συνταρακτικό φαινόμενο που σήμερα ονομάζουμε ‘’τσουνάμι’’.

Το στενό πετρόχτιστο μονοπάτι με σκαλοπάτια στο τέλος του θα σας φέρει στον αρχαιολογικό χώρο. Εδώ, δίπλα στα αρχαία λατομεία μαρμάρου ήρθε στο φως αρχαίο διπλό ιερό που η ίδρυσή του ανάγεται στον 7ο αι. π.Χ. και η ακμή του μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια. Πάνω στους κίονες και στους τοίχους του ιερού ήταν γραμμένες ευχές για το καλό ταξίδι (εύπλοια) των πλοίων που έρχονταν να φορτώσουν μάρμαρα. Οι περισσότερες έχουν χρονολογηθεί στα ρωμαϊκά χρόνια, εποχή ακμής των λατομείων. Σε μια από αυτές αναφέρονται και οι θεοί σωτήρες, οι Διόσκουροι πατροπαράδοτοι προστάτες των ναυτικών λόγω της ταύτισης με την Μικρή και Μεγάλη Άρκτο, αστέρια οδηγούς στα ναυτικά ταξίδια. Τα αρχαία ιερά κτίσματα διαδέχθηκαν οι παλαιοχριστιανικές βασιλικές, λίγα μέτρα πιο κάτω. Στον χώρο υπάρχουν δύο τρίκλιτες βασιλικές, χτισμένες η μια δίπλα στην άλλη,  αίθριο και βοηθητικοί χώροι, (βαπτιστήριο και διαμέρισμα με ταφικό προορισμό). Το 1886 βρέθηκε εδώ ένας κούρος ο οποίος σήμερα βρίσκεται στο μουσείο της Κωνσταντινούπολης. Η παραλίες της Αλυκής, ο λιλιπούτειος οικισμός σε συνδυασμό με τον αρχαιολογικό χώρο συνιστούν ένα πολύ ξεχωριστό σημείο του νησιού που περιλαμβάνεται με το Νο 164 στα Τ.Ι.Φ.Κ.. 

Μετά την Αλυκή, λίγο πιο κάτω, βρίσκεται η γοητευτική Θημωνιά μια άγνωστη γενικά παραλία και μετά, ένα από τα δύο μοναστήρια που λειτουργούν ακόμα στο νησί. Η Ι. Μ. Αρχαγγέλου, σε υψ 110 μ. μετόχι της Ιεράς Μονής Φιλοθέου του Αγίου Όρους, αφιερωμένο στον Παμμέγιστο Ταξίαρχο των Αγγέλων, Αρχάγγελο Μιχαήλ, προστάτη του νησιού και θαυματουργό. Ευλαβικός τόπος προσκυνήματος, χτισμένος πάνω σε έναν απότομο βράχο στην ‘’Βαθιά Ποταμιά’’ όπως λεγόταν η περιοχή παλιότερα, αγναντεύει το Άγιο Όρος και όσο φτάνει η ματιά, χαρίζει μια μοναδική θέα του Αιγαίου. Τα μοναστήρια γενικότερα στα νησιά χτίζονταν σε τοποθεσίες που έδιναν τη δυνατότητα να αγναντεύουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της θάλασσας, έτσι ώστε να μπορούν να διακρίνουν εγκαίρως τους πιθανούς επιδρομείς.

Ένα πολύτιμο κειμήλιο της Μονής είναι ένα κομμάτι από τον ‘’Τίμιο Ήλο’’, το καρφί δηλαδή, που μπήκε στο Δεξί Χέρι του Χριστού κατά τη σταύρωση. Αρχικά μαζί με άλλα κειμήλια αφιερώθηκε από τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα (1078 – 1081) Νικηφόρο Βοτανειάτη, στην ανακαινισμένη Ιερά Μονή Φιλοθέου του Αγίου Όρους. Στο πέρασμα του χρόνου και μετά από αμέτρητες περιπέτειες το κειμήλιο παρέμεινε στην Μονή Αρχαγγέλου, (Προσκύνημα στη Θάσο, 12 – 18). Ιδανικό μέρος για κολύμπι και βουτιές άγνωστο στον πολύ κόσμο είναι  800 μ μετά την Μονή Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Στρίψτε αριστερά στον χωματόδρομο και σε 1500 μ φτάνετε σε μια μοναχική, πεντακάθαρη αμμουδιά. Στη διαδρομή υπάρχει ‘’πόρτα’’ για τα πρόβατα και η πρόσβαση γίνεται με εντουράκι ή με τα πόδια. 

’Ώ καύχημα των Αχαιών, πολύμνητε Οδυσσέα  το πλοίο κράτει, και έλα εδώ ν ’ακούσεις τη φωνή μας, κανείς δε πέρασε κανείς, εδώθε με καράβι χωρίς το γλυκολάλητο τραγούδι μας ν’ ακούσει’’. Η ωραία και τόσο ποιητική  αυτή μυθική περιπέτεια του Οδυσσέα ζει, σε μια παράδοση του χωριού Θεολόγου. Σύμφωνα με αυτήν, το νησί των σειρήνων ήταν η Θάσος, και το μέρος απ’ το οποίο πέρασε ο Οδυσσέας μαγεμένος από το τραγούδι των σειρήνων ήταν η Αστρίς, μια ωραία παραλία στην περιφέρεια του Θεολόγου. 

Ένας αγροτικός οικισμός είναι στις μέρες μας η Αστρίδα, σε υψ 70 μ. με φόντο το θρακικό πέλαγος και τα σπαράγματα αρχαίων ναών. Από τα λίγα χωριουδάκια που παραμένουν έξω από την τουριστική ανάπτυξη κρατώντας το παραδοσιακό της, αγροτικό προφίλ. Δεν είναι τυχαίο που περιλαμβάνεται με Νο 166 στα Τ.Ι.Φ.Κ.(1). Το όνομα το έδωσαν πράγματι οι κάτοικοι του Θεολόγου που κατέβαιναν εδώ για να μαζέψουν τους καρπούς της ελιάς από τα εκατοντάδες λιόδεντρα. Κοντά της, το Ακρωτήριο Σαλονικιός και ο κόλπος της Αστρίδας με την ομώνυμη παραλία και το μικρό ακατοίκητο νησάκι Αστρίς (Παπαευστρατίου, Ιστορία Θάσου, 27), Παναγιά ή ‘’Αστιριώτικο’’. Στην περιοχή υπάρχουν μοναδικής ομορφιάς παραλίες που προσελκύουν πολλούς επισκέπτες. Η καλύτερη απ’ όλες είναι η ‘’Γκιόλα’’ και η ‘’Ψιλή Άμμος’’. Δείτε τις στο www.thassos-island.gr/photoalbums/Gkiola.htm

Ο Ποτός σε υψ 5 μ. επίνειο του Θεολόγου, εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα θέρετρα του νησιού, με πολλά πολυτελή ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια, ταβέρνες, εστιατόρια και έντονη νυχτερινή ζωή. Σε αυτό συνέβαλε η τεράστια παραλία του, πιθανά η μεγαλύτερη μετά τη Χρυσή αμμουδιά στον κόλπο της Ποταμιάς. Λίγο πριν μπείτε στο χωριό, αριστερά σας είναι ο χαμηλός λόφος του Αγίου Αντωνίου. Στην κορυφή του, έχει κτιστεί από τα παλαιοχριστιανικά χρόνια (5ος – 6ος αι.), ένα εκκλησάκι, στη θέση πιθανότατα κάποιου αρχαίου ιερού. Στη σύντομη ανασκαφική έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1970 με στόχο τον εντοπισμό του αρχαίου ιερού, εμφανίστηκε επίχωση προϊστορικού οικισμού. Σήμερα, εμπρός από εκκλησάκι του Αγίου Αντωνίου υπάρχουν κομμάτια μαρμάρινων κιόνων, ένας βωμός και απεριόριστη θέα προς τη κωμόπολη και την μαγευτική της αμμώδη παραλία. Σχεδόν ενωμένος με τον Ποτό είναι το μικρό Πευκάρι, με το γνωστό του κάμπινγκ.   

Από τον Ποτό, ξεκινά ο δρόμος που σύντομα (8χλμ) θα σας ανεβάσει στον ξακουστό Θεολόγο έναν ακόμα παραδοσιακό οικισμό στις πλαγιές του Υψάριου όρους. Στην διαδρομή ανάμεσα στα δύο χωριά (+/- 5 χλμ) έχει ανακαλυφθεί νεολιθικός οικισμός και νεκροταφεία, στη θέση ‘’Καστρί’’, που χρονολογούνται πριν την εγκατάσταση των Παρίων. Σύμφωνα με τις έρευνες και τα πλούσια αρχαιολογικά ευρήματα, πρέπει να είναι ο σημαντικότερος οικισμός της πρωτοϊστορικής Θάσου. 

Στους λόφους γύρω από την ευρύτερη περιοχή του οικισμού Καστρί έχει εντοπιστεί ένα εκτεταμένο νεκροταφείο της ύστερης εποχής του χαλκού και της πρώιμης του σιδήρου. Λίγο πριν το χωριό, αριστερά, φεύγει χωματόδρομος που οδηγεί στα νεκροταφεία των θέσεων ‘’Λαρνάκι’’, ‘’Τσιγανάδικα’’, και πιο μακριά, στα ‘’Κεντριά’’ και τις ‘’Βρυσούδες’’. Σε όλους τους χώρους επιτρέπεται η πρόσβαση, μάλιστα ο κ. Παπαδόπουλος Ευστράτιος της ΙΗ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Καβάλας, μας γνωστοποίησε ότι σύντομα θα τοποθετηθεί σήμανση για διευκόλυνση των επισκεπτών. 

Ο Θεολόγος στα 240 μ υψ., (επί τουρ. Τολός και Γενίχισαρ=Νεόκαστρο) ένα κεφαλοχώρι που επανιδρύθηκε σε αυτή τη θέση τον 18ο αιώνα. Προσπάθησε και έχει καταφέρει να μην ενδώσει στις ‘’σειρήνες’’ του επιτηδευμένου τουρισμού. Λένε, πως όποιος δεν τον αντικρίσει, είναι σαν να μην ήρθε στη Θάσο. Λένε και έχουν δίκιο, μια που πρόκειται για ένα από τα ομορφότερα χωριά της, χαρακτηρισμένος από το 1972, διατηρητέος και παραδοσιακός. Πρώτη και παλιότερη πρωτεύουσα κατά την βυζαντινή περίοδο και κατά την τουρκοκρατία, είναι σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα χωριά, (το άλλο είναι η Παναγία) με πολλά παραδοσιακά πέτρινα θρακομακεδονικής αρχιτεκτονικής αρχοντικά και απλά σπίτια, πλακόστρωτα σοκάκια, και πλούσια πολιτιστική παράδοση, όλο το χρόνο. Υπάρχουν και εξυπηρετούν πλήθος επισκεπτών, χειμώνα καλοκαίρι, πολλά ταβερνάκια, ψησταριές (με το ξακουστό ντόπιο κατσικάκι), παραδοσιακά καφενεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια.

Όμως το καλύτερο που έχετε να κάνετε, είναι να περπατήσετε στο χώρο του ‘’Πέρα Μαχαλά’’ όπου σώζονται  παλιότερα του 19ου αι. κτήρια, όπως το περίφημο αρχοντικό του αρχηγού της εξεγέρσεως του Ιουνίου του 1821 και ‘’προέδρου’’, (Μπας κοτσάμπαση – ή Μπας Τσορμπατζή ανώτερο όλων των ισχυρών οικογενειών – αρχικοτσάμπαση) του νησιού, Χατζή Γιώργη Μεταξά, το αρχοντικό της Ελένης Τζιάτα, το πατρικό του συγγραφέα Βασίλη Βασιλικού. Πεζοπορώντας, θαυμάστε τα αξιόλογα πανέμορφα σπίτια, δίπατα τα περισσότερα, με ψηλούς πέτρινους μαντρότοιχους και φούρνους στην εσωτερική αυλή, ξύλινες ή σιδερένιες τοξωτές αυλόπορτες και όλα, με στέγες σκεπασμένες με σχιστόλιθο. 

Κοντά στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου (1803) υπάρχει πέτρινο καλντερίμι που βγαίνει από το χωριό, κατηφορίζει κοντά στο ρέμα όπου συναντάει ένα θαυμάσιο πέτρινο γεφύρι, στην τοποθεσία ‘’στο γεφύρι’’ εκεί που ήταν το πρώτο χωριό. Το γεφύρι ένωνε τα παλιά χρόνια το Θεολόγο με την Μονή Αρχαγγέλου και την Αστρίδα, όπου κατέβαιναν για να μαζέψουν ελιές. Η Θάσος μαζί με τη Κρήτη, τα Ιόνια Νησιά, την Άμφισσα, τα παράλια της Μικράς Ασίας και τα μέρη της Πελοποννήσου, (Μεσσηνία – Ηλεία) θεωρείται από τους σπουδαιότερους ελαιότοπους της Ανατολικής Μεσογείου, με παγκόσμια πρώτη τη Λέσβο που αντιστοιχούν 113 λιόδεντρα ανά κάτοικο. 

Αξιόλογα θρησκεύτηκα μνημεία είναι ο προαναφερθείς Άγιος Δημήτριος (1803) με λεπτοδουλεμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο, που φυλάσσει την μοναδική εικόνα της Παναγίας, κατασκευασμένη από μαστίχα και κερί, εικάζεται ότι είναι δημιουργία του ευαγγελιστή Λουκά. Η εικόνα βρέθηκε στο μεταβυζαντινό εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής. Η Αγία Παρασκευή (1833) με τοιχογραφίες, σπάνιες φορητές εικόνες και ένα απλό μονοκόμματο τέμπλο, η Κοίμηση της Θεοτόκου του (19ου αι.), η ‘’Παναγούδα’’ των ντόπιων, μετόχι της Μονής Φιλοθέου του Αγίου Όρους, και το τελείως εγκαταλειμμένο εκκλησάκι της Παναγίας νοτιοδυτικά, με σπάνιες ζωγραφικές παραστάσεις του 17ου Αιώνα.

Για καφέ ή τσιπουράκι με παραδοσιακό μεζέ και κουβέντα προτιμήστε το παραδοσιακό καφενείο του Γιώργου Ψαλίδα, ‘’Αρζεντίνα καφέ’’. Εκεί έμαθα ότι οι εργάτες των ανασκαφών στην περιοχή ήταν κάτοικοι του χωριού, με πρώτο και καλύτερο τον … Βασίλη Οικονόμου τον παλιό αρχαιοφύλακα. Τακτικοί και με ζήλο όλοι κάθε χρόνο συνέχιζαν τις ανασκαφές έχοντας αποκτήσει προσωπική σύνδεση με την αρχαιολογική εργασία και τον χώρο. Ακόμα και σήμερα θα βρείτε στο καφενείο ανθρώπους να μιλούν για όλα αυτά. Προσωπικά, θυμάμαι μια εκπομπή της ΕΡΤ που κατά τη διάρκεια της ξύλευσης του δάσους για τις ανάγκες του χειμώνα, τους ρώτησε ο ρεπόρτερ για την ερήμωση του χωριού. Τότε με παράπονο ένας από τους δασεργάτες του είπε ‘’…από 3500 – 4000 κόσμο που είχε το χωριό, μείναμε 1500…’’. Το είπα στους θαμώνες του καφενείου και μου απάντησαν ότι  …’’καλά ήταν τότε, τώρα μείναμε οχτακόσιοι’’, (εκπομπή ‘’η ΕΡΤ στη βόρειο Ελλάδα’’, τίτλος αφιερώματος ‘’Θεολόγος Θάσου’’, κείμενο Αργύρης Μπακιρτζής, διάβαζε ο Χρήστος Τσάγκας, σκηνοθεσία Κώστα Κουτσομύτης – ΕΡΤ 1987). Πριν φύγετε δείτε τη Λαογραφική συλλογή που στεγάζεται στο κτήριο της πρώην κοινότητας.

Σήμερα η κυριότερη ασχολία των κατοίκων στο νησί, είναι ο τουρισμός, κάτι που φαίνεται με την πρώτη ματιά. Τα Λιμενάρια σε υψ 20 μ. όμως, η μικρή πολιτεία στο νότιο τμήμα της Θάσου, γνώρισαν ραγδαία ανάπτυξη και μεγάλη ακμή από τα πλούσια μεταλλεία που υπήρχαν στην περιοχή. Οι εγκαταστάσεις εξόρυξης και επεξεργασίας Σμισθσωνίτη (ανθρακικός ψευδάργυρος), κοινώς καλαμίνα απ’ όπου παραγόταν ο ορείχαλκος, ξεκίνησαν να φτιάχνονται τον προπερασμένο αιώνα από τη γερμανική εταιρεία Σπάιντελ (Speidel). Μετά την κατάληψη του νησιού από τον τουρκικό στρατό το 1902 κατόρθωσε να αποσπάσει την άδεια για εκμετάλλευση. Άρχισαν τη λειτουργία τους υπό την διεύθυνση του Fr. Speidel, και μέχρι τα χρόνια του μεσοπολέμου έδιναν δουλειά σε εκατοντάδες Θασίτες κυρίως από τον οικισμό του Κάστρου. 

Στις μέρες μας υπάρχουν πολλά αξιοθέατα για τους επισκέπτες, αρκεί να αναζητήσετε την γνωστή, συναρπαστική παραλία Μεταλλεία. Εκεί, εκτός από πανέμορφο πευκοδάσος που φτάνει μέχρι την θάλασσα θα κολυμπήσετε σε μια καταγάλανη ακτή, εξερευνώντας αργότερα τα απομεινάρια αυτού του βιομηχανικού μνημείου, αυτής της μακρινής πια, εκμετάλλευσης. Ολοπέτρινοι πυργοειδείς ψηλοί υψικάμινοι, επιβάλουν την παρουσία τους στον χώρο, σε αντίθεση με τις γαλαρίες που έχουν λιγότερους επισκέπτες. Αν περπατήσετε λίγο στο απότομο μονοπατάκι στην πλαγιά του λόφου θα βρεθείτε στο καμάρι της κωμόπολης, το γνωστό ‘’Παλατάκι’’. Ένα θαυμάσιο κτήριο που αποτελεί δείγμα εκλεκτής βαυαρικής αρχιτεκτονικής του 20ου αι. ξεφυτρώνει γοητευτικό απ’ το πλούσιο πευκοδάσος και πλημμυρίζει την ματιά σας με μια καινούργια εικόνα, ασυνήθιστη στην αρχή. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει κάποιες αναστηλωτικές εργασίες ενώ ταυτόχρονα, από την πλευρά του Δήμου, συζητούνται διάφορα σενάρια αξιοποίησης.

Μέσα στη σύγχρονη κωμόπολη των Λιμεναριών γίνονται ανασκαφικές έρευνες στα υπολείμματα ενός προϊστορικού οικισμού, του οποίου το αρχαιότερο στρώμα κατοίκησης χρονολογείται στα τέλη της Μέσης και στην αρχή της Νεότερης Νεολιθικής περιόδου (5981 – 5678 π.Χ.). Η αλματώδης τουριστική αξιοποίηση της δεκαετίας του ’90, και η πολυκοσμία της καλοκαιρινής περιόδου οδηγεί, σε πολλές περιπτώσεις, σε κοντινές ήσυχες εκδρομές. Ευτυχώς, γιατί από εδώ ξεκινά μια μοναδικής ομορφιάς διαδρομή. Προηγουμένως, δείτε το αξιόλογο λαογραφικό μουσείο και στα Καλύβια Λιμεναριών το ιδιωτικό ‘’μουσείο Παπαγεωργίου’’ με αρχαιολογικά, ιστορικά, και λαϊκής τέχνης εκθέματα. Κοντά στην πόλη είναι η περίφημη ακρογιαλιά Τρυπητή, που δελεάζει με τη παρουσία της. Προτιμήστε, όμως, ειδικά αν είναι απομεσήμερο, να κάνετε τη διαδρομή που από τα Καλύβια Λιμεναριών θα σας φέρει, βόρεια, στον παλιό οικισμό του Κάστρου από τον βατό χωματόδρομο. Στην επιστροφή σας το απόγευμα δίνεται η ευκαιρία για μια περιποιημένη στάση στις Μαριές για τσιπουράκι.

Η διαδρομή θυμίζει ωραίο αλπικό τοπίο με πεύκα, βελανιδιές, πουρνάρια, φτέρες, και δεκάδες, αρωματικά βότανα. Λίγο πριν μπείτε στο Κάστρο στα 520 μ. υψ. υπάρχει δστ που φεύγει αριστερά, αγνοήστε την (οδηγεί στις Μαριές), και προσεγγίστε σε ένα χλμ το παλιό χωριό. Τα Λιμενάρια γνώρισαν την ανάπτυξη μετά την εγκατάλειψη, στις αρχές του προπερασμένου αιώνα, αυτού του μεσαιωνικού οικισμού. Είναι χτισμένο γύρω στον 11ο αι. σε ένα ήρεμο καταπράσινο τοπίο με απεριόριστη θέα σε όλες τις κορυφογραμμές. Το τείχος του, ερείπια του οποίου φαίνονται ακόμα και σήμερα, χτίστηκε το 1434 από τους γενοβέζους Γατελούζους, στα χέρια των οποίων έμεινε μέχρι την κατάληψή της από τους Τούρκους. Περπατώντας ανάμεσα στα χαλάσματα των παλιών κατοικιών βλέπετε τις διαφορές με τα λίγα καινούργια και ανακαινισμένα σπίτια που κανένα δεν ταιριάζει με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του χώρου και του παλιού χωριού γενικά. 

Η πλατεία είναι ο τόπος συνάντησης όλων των κατοίκων. Εκεί, υπάρχει η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου (1804), όπου ο προσεκτικός επισκέπτης θα δει τις εντοιχισμένες επιγραφές του 15ου αιώνα που γράφουν: ‘’Ανοικοδομήθι το κάστρον 6911 (1403) και ανηγέρθη ο πύργος εκ βάθρων δια συνδρομής Κωνσταντίνου και Ιωάννου των Κωνσταντινοπολιτών’’ InCristinοminefactumest 1534 (σωστό: 1434) dieprimaaprilis έτους (6942=1434) Μπέρτο Γκριμαλτάο’’. Επίσης, υπάρχουν τα οικόσημα της οικογενείας Γκριμάλντι (Grimaldi), των Γατελούζων (Gattilusi) και τα τέσσερα βόρεια των Παλαιολόγων, (Μακεδονία, ΕΤΒΑ – ΕΟΤ, 140.). Παλιότερα συγκέντρωνε τον μεγαλύτερο πληθυσμό του νησιού, (στην απελευθέρωση του 1912 είχε 1300 κατ.) σήμερα είναι έρημο τους περισσότερους μήνες το χρόνο, χρησιμεύοντας περισσότερο σαν  αφετηρία ορεινών πεζοπορικών διαδρομών. Αναβιώνει το καλοκαίρι και για λίγες μέρες πριν τις 18 Ιανουαρίου που γιορτάζει ο Άγιος Αθανάσιος. Τότε, πολλοί  Λιμεναριώτες αφήνουν τις παραλίες και ανεβαίνουν ως εδώ τιμώντας τον άγιο και τα πατρικά τους σπίτια με εβδομαδιαίο γλέντι.

Γυρνώντας πίσω ένα χλμ., προς τη δστ., διασχίζετε ένα πευκόφυτο επίπεδο μικρό οροπέδιο, που το χειμώνα ‘’κρατάει’’ τόσο πυκνή ομίχλη και καμία φορά χιόνι, που νομίζεις κανείς ότι είναι βουνό των Άλπεων. Εκεί θα συναντήσετε πολλούς δασικούς και ένα τρίστρατο. Όλοι οι δρόμοι δεξιά, οδηγούν στη κορφή Υψάριο, το Ψαριό των ντόπιων (1203 μ. υψ.) που ευτυχώς γλίτωσε από το τεράστιο αεροπορικό ραντάρ, στο πλάτωμα Τραπέζια και στην κορφή Προφήτη Ηλία (1127 μ. υψ.). Αριστερά κατηφορίζει προς τις πανέμορφες Μαριές, μέσα σε ένα κατάφυτο περιβάλλον με την  μυρωδιά του πεύκου, τα τρεχούμενα νερά και τις καταπράσινες πλαγιές να φτιάχνουν ένα μαγευτικό σκηνικό. Περνάτε τα τρία σπιτάκια του δασαρχείου στη θέση ‘’Γέννα’’ και λίγο πριν το χωριό θα δείτε το φράγμα που σχηματίζει μια δελεαστική τεχνητή λίμνη με εκπληκτική φύση γύρω της, ίσως, το ωραιότερο φυσικό τοπίο στο νησί, που προκαλεί για κατασκήνωση. 

Οι Μαριές, στα 330 μ. υψ από τα παλιότερα χωριά του νησιού δεν απέχουν παρά λίγα λεπτά. Στην απελευθέρωση του 1912 είχε 1100 κατοίκους, δείγμα της οικονομικής ευρωστίας που κατά κύριο λόγο οφειλόταν στα ορυχεία σιδήρου. Η παράδοση αναφέρει ότι η ονοματοθεσία έγινε από τις πολλές μουριές που υπήρχαν στην περιοχή, ενώ άλλη άποψη μας μεταφέρει για δύο γυναίκες, και οι δύο Μαρίες, που επιβίωσαν μετά από πειρατική επιδρομή και κρύφτηκαν εδώ. Αλήθεια είναι ότι όλοι αυτοί οι ορεινοί οικισμοί στο Υψάριο όρος, (Θεολόγος, Μαριές, Παναγία, Μεγάλο και Μικρό Καζαβίτι) χτίστηκαν στο εσωτερικό του νησιού στη διάρκεια του 18ου – 19ου αι., τότε που η πειρατεία ήταν ο φόβος και ο τρόμος των κατοίκων και τα παράλια είχαν ερημώσει. Φαίνεται άλλωστε, ειδικά στις Μαριές, η πυκνή δόμηση των σπιτιών, το ένα δίπλα από το άλλο. Κοντά στο χωριό, σε λόφο στη θέση ‘’Παλιόκαστρο’’, διακρίνονται κτίσματα καθώς και λείψανα οχυρώσεων κατάλοιπα οικισμού της πρώιμης εποχής του σιδήρου.  

Στην μικρή πλατειούλα του ήσυχου χωριού, βρίσκεται ένα ξεχασμένο από το χρόνο παραδοσιακό καφενείο - παντοπωλείο, της κ. Πόπης Θεοδωρίδου. Καθίστε εκεί και δοκιμάστε ότι σας φτιάξει. Είτε είναι γλυκό του κουταλιού είτε μεζεδάκι για αρωματικό τσίπουρο. Είναι κάτι στιγμές, όπως αυτή, που εύχεσαι όλα τα χωριά του τόπου μας να είχαν ‘’στερηθεί’’ τον τουριστικό κατακλυσμό και την άνευ όρων ‘’ανάπτυξη’’ που μακροπρόθεσμα και έτσι όπως γίνονται, δεν έχουν κανένα ουσιαστικό κέρδος ειδικά για τους ντόπιους. Έτσι κι’ αλλιώς όμως, δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής οπότε καλύτερα είναι να σημειώνουμε αυτά τα μοναδικά και τελευταία παραδοσιακά στέκια της παλιάς Ελλάδας. Δίπλα από το καφενεδάκι υπάρχει η Ι. Μ. Παναγίας με ενδιαφέρουσες λαϊκής τέχνης τοιχογραφίες (1813) στο καθολικό. 

Στην ευρύτερη περιοχή υπήρχαν πολλά μοναστήρια, Καρακάλου, Σταυρονικήτα, Ξηροποτάμου, και τα τρία, μετόχια μονών του Αγίου Όρους. Οδηγώντας προς τη Σκάλα Μαριών, δεξιά σας, είναι το μοναστήρι της Κοίμησης Θεοτόκου η δεύτερη μονή του νησιού που έχει μοναχούς. Η Σκάλα, σε υψ. 10 μ. αποτελεί το επίνειο των Μαριών. Ένα γραφικό ψαροχώρι δώδεκα χλμ. συνολικά, από τις Μαριές χτισμένο στη θέση που γινόταν η φόρτωση του μεταλλεύματος των ορυχείων. 

Η δυτική ακτή του νησιού εξελίχθηκε ραγδαία, πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι θα περίμενε κανείς. Παρά τις προσπάθειες ‘’αναβάθμισης’’ του τουριστικού προϊόντος, που έχουν φέρει το αντίθετο αποτέλεσμα, δεν ελκύει τον επισκέπτη. Αν άφηναν τις παραλιούλες όπως ήταν κάποτε, σίγουρα θα είχαν μεγαλύτερες οικονομικές αποδόσεις και ποιο αυθεντικό, (αναντικατάστατο πλέον) τουριστικό προϊόν μακροπρόθεσμα. Ευτυχώς, μετά τη Σκάλα Καλλιράχης, σε υψ. 5 μ. επίνειο της Καλλιράχης και τις ψαροταβέρνες της στο κύμα, υπάρχει η ορεινή Καλλιράχη, στα 195 μ. υψ., ένα από τα παλιότερα χωριά της, χτισμένη σε μια πλαγιά του βουνού ανάμεσα στα λιόδεντρα, με παραδοσιακά Θασίτικα σπίτια και γραφικά στενά δρομάκια. Στο χωριό υπάρχει ένα αξιόλογο Λαογραφικό μουσείο στεγασμένο σε ένα διατηρητέο αρχοντικό του 1880.  

Τα ίδια ‘’αναπτυξιακά’’ ισχύουν και τη Σκάλα Σωτήρος, σε υψ. 5 μ. επίνειο του Σωτήρα μόνο που εδώ υπάρχει αρχαιολογικό ενδιαφέρον αφού βρέθηκαν εγκαταστάσεις λουτρών ρωμαϊκής εποχής, και το ιερό του Ηρακλή. Κοσμοπολίτικη παραλία με μπαράκια, ταβερνάκια και θόρυβο. Τουλάχιστον σταματήστε στον φούρνο για ψωμί, λένε, ότι είναι το καλύτερο της Θάσου. Πιο πάνω, ο ορεινός Σωτήρας στα 330 μ. υψ., πραγματικά ένα χωριό που δεν έχει δεχθεί ‘’τουριστικές’’ παρεμβάσεις, έχει κρατήσει το χρώμα του και αυτός είναι ο λόγος που τον καθιστούν ελκυστικό. Στην κεντρική πλατεία είναι η θαυμάσια εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα και η παλιά κρήνη του 1888. Σπουδαία και γνωστή στους καλοφαγάδες η ταβέρνα – καφενείο στο κέντρο του χωριού, δελεαστική και η δασική διαδρομή που βγάζει στο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα (1843) που γιορτάζει κάθε χρόνο 27 Ιουλίου. Δίπλα από την μονή υπάρχει σπήλαιο με αγίασμα που η παράδοση αναφέρει ότι διαθέτει θεραπευτικές ιδιότητες.

Ο δρόμος σύντομα σας φέρνει πάλι στον κεντρικό, προς τη Σκάλα Πρίνου, στα 5 μ. υψ. (πριν το 1954 Σκάλα Μεγάλου Καζαβιτίου), έναν μεγάλο και πυκνοκατοικημένο οικισμό, εμπορικό και πολιτιστικό κόμβο, κατάφυτο με ελιές και ξενοδοχεία! ως κάτω στο ‘’Δασύλλιο’’. Μια καινούργια, οικοδομημένη περιοχή που πρόλαβε και την ‘’κατάπιε’’ η Σκάλα, το δεύτερο λιμάνι του νησιού, που εξυπηρετεί την απ’ ευθείας σύνδεση με τη Καβάλα, ευρύτερα γνωστή για τα πετρέλαια και την εξέδρα άντλησης ‘’Πρίνος 1’’ που βλέπουν οι επιβάτες του πλοίου στη διαδρομή. Η τοπική κοινωνία της Θάσου αλλά και της Καβάλας, θα μπορούσαν να έχουν ωφεληθεί τα μέγιστα από τα κοιτάσματα πετρελαίου της ευρύτερης θαλάσσιας περιοχής, ήδη, από την εποχή που δεν είχε βρεθεί θειάφι στη σύστασή του. Αντίθετα(6) από ότι θα περίμενε κανείς, δεν υπήρξε ο παραμικρός σχεδιασμός, μακροπρόθεσμος ή άλλος, που να αποδειχθεί επωφελής στην πράξη, για τους κατοίκους της.

Ο Πρίνος (πριν το 1991 Καλύβες ή Καλύβια) στα 40 μ. υψ. χτισμένος σε πιο ψηλό σημείο είναι ο κεντρικός οικισμός, που τον συναντάτε στη διαδρομή (4 χλμ.) προς τον Μικρό Πρίνο, (προ του 1954 Μικρό Καζαβίτι σε υψ. 330). Οδηγώντας άλλα επτακόσια μέτρα είστε στην πλατεία του Μεγάλου Πρίνου, (προ του 1991 Πρίνος, προ του 1954 Μεγάλο Καζαβίτι σε υψ. 340μ.), ένα γοητευτικό χωριό που μαζί με την Παναγία, την Ποταμιά, τον Θεολόγο, και τις Μαριές, κρατάνε τα σκήπτρα στο νησί τουλάχιστον όσο αφορά, τον πολιτισμό, την αρχιτεκτονική, και την ήπιας μορφής ανάπτυξη.

Από οθωμανικά φορολογικά έγγραφα πληροφορούμαστε ότι το Καζαβίτι παρουσιάζεται σαν οικισμός το 1570. Περπατώντας στα στενά καλντερίμια, που σώζονται ακόμη, θαυμάζεις την τέχνη των παλιών μαστόρων, που με εργαλεία απλά χτίσανε όλα αυτά τα σπουδαία ολοπέτρινα αρχοντικά και τα απλά σπίτια με τις πετρόχτιστες ψηλές μάντρες, (για το φόβο πειρατικών επιδρομών) και τις, αληθινά έργα τέχνης, στέγες. Κάτι που παρατηρείται σε πολλά παλιά χωριά της νήσου, και στο Καζαβίτι φυσικά, είναι ότι ένα αξιομνημόνευτο τμήμα τους έχει πουληθεί για παραθεριστική κατοικία, τις περισσότερες φορές σε πολίτες της Ε.Ε. Μάλιστα ένας απο αυτούς, που αγάπησε τον τόπο και όλη την Ελλάδα γενικά, είναι ο γερμανός Thomas Schultze – Westrumπου πολλοί ίσως των θυμούνται από τη θαυμάσια και επιτυχημένη σειρά της ΕΡΤ ‘’οι θησαυροί της Ελληνικής Φύσης’’, (1985 - 1988) που αγκάλιασε όλη τη χώρα και την παρθένα φύση της, τότε που πολύς κόσμος δεν γνώριζε τις ομορφιές της. Η πώληση δεν είναι κακό, μια που οι περισσότεροι γνωρίζουν καλά τι αγοράζουν. Αυτός είναι ο λόγος που τις περισσότερες, αν όχι όλες σέβονται και αναστηλώνουν τα σπίτια στην μορφή που είχαν παλιότερα. Αναφερόμαστε σε αυτό συχνά, όμως αναπάντητο παραμένει το ερώτημα γιατί οι Έλληνες δεν συμπεριφέρονται κατά τον ίδιο τρόπο.

Χτισμένη σε ένα μικρό πλάτωμα – μπαλκόνι με πολύ ωραία θέα, λίγο πιο ψηλά από την πλατεία του χωριού είναι η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων (1804), με μεγάλο χαγιάτι και καμάρες, χτισμένη από τους ίδιους τους κατοίκους σε 15 μέρες, όσο κράτησε η άδεια από τον Τούρκο διοικητή, με λαϊκά ξύλινα έπιπλα, μαρμάρινο θύρωμα εισόδου με ανάγλυφες παραστάσεις, χρωματισμένο αργότερα. Και τα δύο Καζαβίτια έζησαν λαμπρές εποχές τον καιρό τους, τότε που όλα τα ορεινά χωριά στο νησί είχαν κατοίκους. Ήχοι ξέμακροι ακούγονται χωρίς να τους νοιώθεις, χωρίς να τους ακούς, χωρίς να τους βλέπεις. Εκατοντάδες πρόβατα κατεβαίνουν ‘’τα πλάγια’’, και με τα κουδούνια τους και τα βελάσματα τους ξεσηκώνουν τον κόσμο. Καταπράσινη περιοχή, θαυμάσιο αγροτικό περιβάλλον, με πλατάνια, που κρατάνε δροσιά, και όμορφα παλιά καφενεία. Πιο παλιά εδώ ο κόσμος είχε αμπέλια, και έφτιαχναν καταπληκτικό κρασί, και τσίπουρο, μέχρι καπνά φύτευαν στον ευλογημένο τόπο. Θες η αδιαφορία της πολιτείας θες η οικονομική ανέχεια και τα μέτρα που δεν έφτασαν ποτέ εδώ πάνω, οι κάτοικοι έφυγαν, σκόρπισαν αρχικά στην Καβάλα και έπειτα σε όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό. 

Αυτά είχαν επισημανθεί από παλιά, μάλιστα έγιναν και εκπομπή (‘’η ΕΡΤ στη βόρειο Ελλάδα’’ με τίτλο αφιερώματος ‘’χωριά για πούλημα’’,  (Καζαβίτι, Πρίνος, Σωτήρας) σε σκηνοθεσία Απόστολου Κρυωνά και μουσική συμμετοχή του Αργύρη Μπακιρτζή – ΕΡΤ 1988). Σήμερα το χωριό περισσότερο ταιριάζει να το αναφέρουμε σαν μνημείο παρά σαν τουριστικό προορισμό, αν και πολλοί κάτοικοι του, ειδικά το καλοκαίρι, κάνουν τις διακοπές τους εδώ. Στην ομορφότερη πλατανοσκέπαστη πλατεία της Θάσου, στις ‘’πλατάνες‘’ των ντόπιων, είναι το ταβερνάκι – ψησταριά ο Ανδρέας με τη γυναίκα του Λίτσα ενώ πιο κάτω η ταβέρνα του Βασίλη, (στην είσοδο του χωριού). Δοκιμάστε κατσικάκι, μεζέδες και τσίπουρο ίσως τα πιο νόστιμα στο νησί.

Μετά την ωραία, από κάθε άποψη, επίσκεψη στο Καζαβίτι η επιστροφή στον Λιμένα ώστε να ολοκληρωθεί ο κύκλος του νησιού φαντάζει ανεπιθύμητη. Αν και σεις αισθανθείτε έτσι οδηγήστε από την παραλία και τους απέραντους ελαιώνες μέχρι το Ραχώνι και τον ΑιΓιώργη, σε υψ. 140 μ. που απλώνονται στους πρόποδες του Υψάριου. Τα πέντε μόλις χλμ. θα σας αποζημιώσουν με μια υπέροχη θέα. Το Ραχώνι, με τα μοναδικής αρχιτεκτονικής σπίτια του είναι μια από τις πέντε πρώην κοινότητες που εμφανίζονται στα κιτάπια της εποχής (1522 – 1560) του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή. Σύμφωνα με την παράδοση, το μέρος όπου γαλουχήθηκε ο Μεχμέτ Αλή, ήταν ο Άι – Γιώργης Θάσου. Εκείνη την εποχή καταδιωκόταν από τους Τούρκους για κάποιον φόνο, και βρήκε άσυλο στην οικογένεια Καραπαναγιώτη. Στο χωριό είναι οι εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και της Κοίμησης της Θεοτόκου (19ου αι.). Από τη Σκάλα Ραχωνίου, σε υψ. 5 μ. επίνειο του Ραχωνίου, ολοκληρώνουμε τον κύκλο του νησιού περνώντας από τις πανέμορφες παραλίες, Παπαλιμάνι, Γλυκάδι, Γλυφάδα, μοναδικοί και γρήγοροι προορισμοί από την πρωτεύουσα Θάσο (Λιμένας).

Επιστρέφοντας στον Λιμένα και ανάλογα το χρόνο που έχετε στη διάθεσή σας, μπορείτε να επαναλάβετε το γύρο του νησιού από τον θαλασσινό δρόμο ή να εξερευνήσετε το συναρπαστικό βυθό της Θάσου και να ψαρέψετε. Βρείτε στον Λιμένα το σκάφος Έρως ΙΙ. Το μόνο που ίσως λείπει είναι η μάσκα, ο αναπνευστήρας και τα βατραχοπέδιλα. Προμηθευτείτε από τα μαγαζιά που υπάρχουν και ...καλές βουτιές. Ειδικά το καλοκαίρι θα βρείτε καΐκια και άλλα πιο γρήγορα μέσα, που σας μεταφέρουν σε απόμερες παραλίες για ψαροτούφεκο ή απλά για ψάρεμα με πετονιά. Η Θάσος είχε πάντοτε σημείο αναφοράς τη θάλασσα, αφού από αυτήν αντλούσε και σε αυτήν όφειλε τη δύναμή της. Μια πανδαισία χρωμάτων και εικόνων στις αναρίθμητες παραλίες, που στεφανώνονται από μικρές πεδιάδες, γεμάτες αγριόπευκα, ελιές, πεύκα, πλατάνια, καστανιές και δεκάδες άλλα δασοπονικά είδη συνθέτουν μια ποικίλη και μεγαλειώδη βλάστηση που καλύπτει όλο το νησί. 

Οι μεγάλες ζημιές από τις πυρκαγιές(7) έχουν επουλωθεί, στο μεγαλύτερο μέρος τους τουλάχιστον. Βέβαια το οικοσύστημα της νήσου θέλει ακόμα χρόνο να συνέλθει. Η διαφορά όμως είναι αισθητή για κάποιον που είχε επισκεφθεί τότε το νησί, γι’ αυτόν τον περιηγητή σίγουρα υπάρχει σαφής βελτίωση. Πραγματική άνεση για τον επισκέπτη, προσφέρει ο καλός περιφερειακός δρόμος των 92 χλμ που λίγα νησιά διαθέτουν, και που σας φέρνει γρήγορα και με ασφάλεια όπου επιθυμείτε. Σε όλα τα ορεινά χωριά και τους παραδοσιακούς οικισμούς, υπάρχουν υποδομές για φιλοξενία των επισκεπτών, ταβερνάκια και ψησταριές με παραδοσιακά εδέσματα, και φρέσκα λαχανικά από τα δικά τους περιβόλια που όλοι οι κάτοικοι διαθέτουν. 

Φυσικά θα βρείτε τα κλασικά απλά καφενεδάκια με αξέχαστους ψαρομεζέδες που συνήθως πηγαίνουν οι ντόπιοι. Ανάλογα που ταξιδεύετε στο νησί, την μια στιγμή κυριαρχεί στην περιήγηση το βουνό, και την άλλη στιγμή αυτή η αίσθηση αντικαθίσταται, κολυμπώντας σε παραλίες που η μία είναι καλύτερη από την άλλη καταντικρύ της δροσερής θάλασσας του Αιγαίου ή του Θρακικού. Η αίσθηση δε, ότι οποιαδήποτε στιγμή θελήσεις μπορείς να ….πεταχτείς στα ορεινά για χωμάτινες διαδρομές, για πεζοπορία ή αθλήματα βουνού γενικότερα, είναι κάτι πρωτόγνωρο, μια επιπλέον επιλογή που επίσης, ελάχιστα νησιά μας διαθέτουν. 

Αυτός ο παράξενα γοητευτικός συνδυασμός καταπράσινων βουνών, γαλαζοπράσινης θάλασσας με οργανωμένες παραλίες και καθαρά, απόμερα, δαντελωτά ακρογιάλια που σαν αναρίθμητες σειρήνες πλανεύουν το νου, κάνει τη Θάσο πραγματικά αξέχαστη. Ίσως γι’ αυτό αποκτά κάθε χρόνο όλο και περισσότερους φανατικούς επισκέπτες. 

Σημειώσεις:

(1) Με το πρόγραμμα του Ε.Μ.Π. ‘’Οριοθέτηση και καθορισμός μέτρων προστασίας τοπίων ιδιαίτερου φυσικού κάλλους’’ του τομέα Υδατικών Πόρων, Υδραυλικών και Θαλασσίων Έργων με επιστημονικό υπεύθυνο τον επίκουρο καθηγητή κ. Κίμωνα Χατζημπίρο, διατηρούνται τα 190 παλιά Τοπία Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλους και προτείνονται 259 νέα. Τα τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους της Ελλάδας θα πρέπει πλέον να προστατεύονται από τις ανθρώπινες επεμβάσεις. Για περισσότερα δείτε ‘’Καθημερινή’’ 4/7/99 το άρθρο με τίτλο ‘’Τα ωραιότερα τοπία της Ελλάδος’’ και Περιοδικό Μετρό Αύγουστος 1999 το ένθετο αφιέρωμα ‘’Οι 449 πιο όμορφες περιοχές της Ελλάδας’’.

(2) Την ιδέα να ιδρύσει δικό του βασίλειο μέσα στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν είχε μόνο ο Αλή πασάς των Ιωαννίνων αλλά και ο συνώνυμος Μεχμέτ Αλή Πασσάς. Ο Τεπελενλής το αξίωσε στην Ήπειρο, και αποστατώντας τον σκότωσαν, ενώ ο Μεχμέτ το ήθελε και το πέτυχε στην Αίγυπτο. Ο ίδιος, με τη βοήθεια Νιβεστιάνων (Νυμφαίο), χρυσικών και εμπόρων της Καβάλας, πλούτισε από το εμπόριο καπνού και το εμπόριο ξυλείας από τη Θάσο, όπου αξιοποίησε και τα ορυχεία (Μέρτζος, Βλάχοι, 65). Για την εξαγωγή ναυπηγήσιμης ξυλείας δείτε Βακαλόπουλος, Ιστορία, 115.

(3) Ανάλογα με το μέγεθός της, (379 τ.χ.) έχει μικρή ακτογραμμή (95 χλμ). Για σύγκριση βλέπουμε τη Σαλαμίνα που ενώ είναι τέσσερις φορές μικρότερη (95 τ.χ) διαθέτει 104 χλμ ακτογραμμή, (Γεωργίου Κ. Γιαγκάκη, Νησιολόγιο, σελ 24, 32, 40).

(4)Οι αναφερόμενοι ‘’Φοίνικες’’ δεν είναι ο συγκεκριμένος σημιτικός λαός, η θαλασσοκρατορία του οποίου τοποθετείται πολύ αργότερα από την ύστερη εποχή του χαλκού, αλλά Μυκηναίοι από τα ανατολικά παράλια του Αιγαίου, (ανάλυση και βιβλιογραφία δες Χ. Κουκούλη, Πρωτοϊστορική Θάσος, τομ Β’, σελ 727). Δεύτερη ερμηνεία της πληροφορίας του Ηρόδοτου και για το Παγγαίο, (ο.π. σελ 728). Για την εκμετάλλευση των μεταλλείων που αναφέρει ο Ηρόδοτος δεν υπάρχει ακόμη καμιά αρχαιολογική ένδειξη, ούτε στα Κοίνυρα ούτε αλλού στη Θάσο, (ο.π. σελ 684, 726).

(5)Η μυθολογία αναφέρει ότι μια από τις πολλές ερωτικές περιπέτειες του Δία, του υπέρτατου Θεού, βασιλέα του Ολύμπου, έγινε η αφορμή της ονοματοθεσίας της Θάσου. Στην ανατολική Φοινίκη και τη Λιβύα βασίλευε εκείνα τα χρόνια ο Αγήνορας, ο οποίος είχε τρεις γιους, τον Φοίνικα, τον Κίλικα, τον Κάδμο και μια κόρη, την Ευρώπη ή Ελλωτία, (λεπτομερή αναφορά στο: Μάριος Βερέττας, Μέγα Ονομαστικόν σελ 17, 155, 174, 205, 217). Μια ανοιξιάτικη μέρα ο Δίας είδε την Ευρώπη, του άρεσε, μεταμορφώθηκε σε ταύρο και....την απήγαγε. Ο Αγήνορας τότε, έδωσε εντολή στα παιδιά του αλλά και στον γιο του Ποσειδώνα Θάσο, (σε άλλες πηγές εμφανίζεται σαν αδελφός του Κάδμου, δες: Χ. Κουκούλη, Πρωτοϊστορική Θάσος, τομ Α’, σελ 27, ενώ σε άλλες εγγονός του Αγήνορα, δες: Γ. Παπαευστρατίου, Ιστορία της Θάσου σελ 33 σημείωση 2.), να ψάξουν παντού για να τη βρουν. Αν δεν το κατορθώσουν, να μην γυρίσουν πίσω. Ο Φοίνικας έφτασε μέχρι τα παράλια της Αφρικής και εγκαταστάθηκε εκεί αποκτώντας την Αστυπάλαια με την Περιμήδη, θυγατέρα του Οινέα. Οι Κίλικας έφτασε μέχρι την Κιλικία και της χάρισε το όνομά του. Ο Κάδμος έφτασε στη Βοιωτία και εκεί ίδρυσε τη Θήβα. Κανείς από τους τρεις δεν την βρήκε. Ο Θάσος περιπλανήθηκε χρόνια ψάχνοντας παντού, εκτός από ένα ειδυλλιακό παραποτάμιο τοπίο στην Κρήτη, εκεί που αργότερα χτίστηκε η Γόρτυνα, και που ο....πονηρός  Δίας έκρυβε την Ευρώπη. Έτσι έφτασε στη Θάσο. Αφού δεν είχε επιτύχει στον σκοπό του εγκαταστάθηκε εκεί, στο νησί που από τότε φέρει το όνομά του, «ήτις νυν από του Θάσου τούτου του Φοίνικος το όνομα έσχε» (Ηρόδ. IV, 47 εκδ. Loeb), και «όταν μετά του Θάσου απώκησαν την νήσον ταύτην, ήτις σήμερον έχει τ’ όνομα από του Θάσου τούτου», (Γ. Παπαευστρατίου, Ιστορία της Θάσου σελ 34).

(6) Η μεγάλη υφαρπαγή των πετρελαίων ξεκίνησε το 1998 – 1999 με την αποχώρηση της NAPC, και τη διάλυση της ΔΕΠ – ΕΚΥ. Στη συνέχεια ‘’φύτρωσε’’ το, μοναδικής έμπνευσης, επιχειρηματικό σχήμα της Kavala Oil, συνεπικουρούμενο από την συνεχή χαριστική συμπεριφορά του υπουργείου ανάπτυξης και των ΕΛΠΕ, που ακολούθησαν αντίθετη κατεύθυνση προς τις συμβατικές υποχρεώσεις της Ευρωτεχνική Α.Ε. Όλες αυτές οι μεθοδεύσεις, καθιστούν σήμερα το μέλλον ‘’αόρατο’’ από άποψη διαχείρισης και φυσικά καθιστούν αόρατα τα πιθανά οφέλη κερδοφορίας και απασχόλησης, αν και είναι ευρύτερα γνωστό το πρόβλημα της ανεργίας της ευρύτερης περιοχής, (ανάλυση στο άρθρο Κ. Ν. Σταμπόλη εφημ. Καθημερινή 31/10/04 σελ 4, 5). Για τη νέα γεώτρηση της Καλλιράχης δες εφημ Ημερησία φ.17228 – 16/17 Απριλίου 2005 άρθρο του Δ. Δημητριάδη σελ 4.

(7) Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ΄80 η Θάσος είχε τις χειρότερες πυρκαγιές. Η αρχή έγινε τον Ιούλιο του 1984 στη θέση ‘’Σκαλιά’’, και το 1985 στη θέση ‘’Κεραμίδι’’. Τότε κάηκαν μεγάλες εκτάσεις στα Λιμενάρια, το Θεολόγο και τις Μαριές. Τον Αύγουστο του 1989 πάλι μεγάλες εκτάσεις την περιοχή Ραχώνι, Πρίνος, Σωτήρας, Καλλιράχη, Μαριές, Λιμενάρια. Τον Αύγουστο του 1993 στην περιοχή Ποταμιάς, τότε κάηκε και τμήμα της Παναγιάς. Τελευταία μεγάλη Πυρκαγιά ήταν το 1998 στη Θέση ‘’Μπάμπουρα’’ και τον Ιούλιο 2004, 200 στρ στην Καλλιράχη.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Έκταση: 379 τ.χ., Ακτογραμμή: 95 χλμ, Υψόμετρο: 0 –  1203 μ. κορυφή Υψάριο, Πληθυσμός: 13758 κατ (’01), Πρωτεύουσα: Θάσος - Λιμένας, Νομός: Καβάλας, Απόσταση από Καβάλα 18 ν.μ. (Λιμένας), 12 ν.μ. (Σκάλα Πρίνου), από Νέα Πέραμο 13 ν.μ., από Κεραμωτή 5,6 ν.μ.

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 25930

ΔΙΑΜΟΝΗ: Ένωση Ξενοδόχων Θάσου 23331, Σύνδεσμος Ξενοδόχων Θάσου 22101,  Σύλλογος ενοικιαζομένων δωματίων 23950. ‘’Αμφίπολις’’ στην Θάσο (Λιμένας) 23101, Makryammos Bangalows 22101 www.makryammos-hotel.gr  Ενοικιαζόμενα Δωμάτια: ‘’η Μολόχα’’ 52808 στη Ψιλή Άμμο, στα Κοίνυρα και την Αστρίδα Ψαλίδας Γιώργος 31200, 31250, 51237. ‘’Κλήμης’’ 51998 στην Αστρίδα, Παραλία Τρυπητής www.rodonhouse.gr - Δασύλλιο Πρίνου www.ilionmare.gr - Σκάλα Ποταμιάς www.mouragio.gr - Καζαβίτι www.kazaviti.gr  

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: ’’Νυστέρι’’ στην Θάσο (Λιμένας) 23327, ‘’Χρυσή Αμμουδιά’’ στη Σκάλα Ποταμιάς 61472-3, ‘’Πευκάρι’’ στο Πευκάρι 51190, Ε.Ο.Τ. Πρίνου - Θάσου στον Πρίνο 71270, 71171 – 2 – 3, ‘’Δαίδαλος’’ στη Σκάλα Σωτήρος 58251, ‘’Περσεύς’’ στη Σκάλα Ραχωνίου 81242, Πότος – Παράδεισος 51906, 51950. Αν κατασκηνώσετε στο Κάστρο, στη λίμνη στις Μαριές ή αλλού, προσέξτε μην ανάψετε φωτιά και φεύγοντας μην αφήσετε σκουπίδια.

ΦΑΓΗΤΟ: ‘’Ωραία Σύμη’’ και ‘’Συρτάκι’’ στην Θάσο (Λιμένας) στην άκρη του παλιού λιμανιού. Ψητά κάθε είδους στον ‘’Βασίλη’’ και τον ‘’ο Ανδρέας’’ στο ολόδροσο Καζαβίτι 71760, στο Θεολόγο ‘’Αρζεντίνα καφέ’’ κος Γιώργος 31250. καφενείο ‘’ο Ζήσης’’ στο Ραχώνι 81262, και Καφέ - ούζο ‘’το στέκι της Κατερίνας’’. Καφενείο στις Μαριές Πόπη Θεοδωρίδη 42259.Δεκάδες ψαροταβέρνες φτιάχνουν με τοπικά προϊόντα πεντανόστιμους μεζέδες, από ψάρι και χταπόδι στα κάρβουνα έως σπέσιαλ σαγανάκι. 

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος 23118, 23918, Δ.Ε.ΠΟ.Τ.Α.Θ. 58374, Κέντρο Υγείας στον Πρίνο 71100 - 1, Αστυνομία 22500, Ενοικιάσεις - Συνεργείο – Βουλκανιζατέρ για μικροπροβλήματα: Στη Χρυσή Αμμουδιά ‘’Weel ’s’’ 23907, Εμπορική. Συνεργεία - Λάδια- Τακάκια - Βουλκανιζατέρ Ιωαννίδης Γεράσιμος 23421, Πελελής Βασίλειος 22490.

ΧΡΗΣΙΜΑ: www.thasos-island.gr www.gothassos.ws/index.htm Για πεζοπορικές διαδρομές από 20’ έως ημερήσιες απευθυνθείτε στον κ. Αργύρη Γκίσσα, που οργανώνει κάθε είδους ορεινές εξορμήσεις, 22080, 2310427429. Αρχαιολογικό Μουσείο 22180, Μουσείο Παπαγεωργίου – Καλύβια Λιμεναριών 51205, Μουσείο Πολύγνωτου Βαγή – Ποταμιά 61400, Τράπεζεςμε ΑΤΜ / στο Λιμένα όλες, Ι. Μ. Κοιμήσεως της Θεοτόκου στις Μαριές 51394, Ι. Μ. Αρχαγγέλου 31500. Βιολογικά ελαιοτριβεία Θάσου και τα εκλεκτά προϊόντα τους www.vieltha.com/frames_gr.htm

ΠΡΟΣΒΑΣΗ: Αθήνα - Καβάλα 680 χλμ, Καβάλα  - Κεραμωτή 51 χλμ. Η Θάσος συνδέεται μέσω Καβάλας, (Χρυσούπολη) με αεροπλάνο από το Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος 2103530000, ΟΑ Αθήνας 2109666666, Αεροδρόμιο Καβάλας 2591053273, Ο.Α. Καβάλας 2510830711, 223622, 2591053271 – 2, και με τα λιμάνια: Καβάλας - Σκάλας Πρίνου (1ω 10’), Λιμένα Θάσου (με δελφίνι 40’), Νέας Περάμου – Σκάλας Πρίνου (1ω 20’), και Κεραμωτής – Λιμένα Θάσου (35’). Λιμεναρχεία Καβάλας 2510223716, (προσθήκη 23/4/12 2510622037 απ ευθείας) Κεραμωτής 2591051204, Θάσου 22106, 22355, Πρίνου 71390, 71290, Ναυτιλιακές Εταιρείες ΑΝΕΘ 22694 - 5, ΝΕΚ 22426, Πρακτορεία εισιτηρίων Καβάλας 2510223421, Κεραμωτής 2593022318, info ΟΤΕ 1440, www.yen.gr/main.htm Εισιτήρια: Κόστος από Καβάλα (Μαρτ 05) 3,30 EUR το άτομο, 3,00 EUR η μοτοσυκλέτα έως 250 cc & 4,30 EUR πάνω από 250 cc. Κόστος από Κεραμωτή (Μαρτ 05) 1,60 EUR το άτομο, 1,90 EUR η μοτοσυκλέτα έως 250 cc & 2,90 EUR πάνω από 250 cc.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Συνολικά έξι, BP, MOBIL, AVIN, κενό υπάρχει από ανατολικά προς δυτικά από τη Θάσο – (Λιμένας) έως τον Πότο όπου ΕΚΟ & BP.

ΧΑΡΤΕΣ: Μια προσπάθεια του Δ. Σαρούχου με σχεδιάγραμμα του αρχαιολογικού χώρου στον Λιμένα σε επιμέλεια των εκδόσεων Τουμπή 2106645548 με τον τίτλο ‘’Θάσος’’ με αδιευκρίνιστη κλίμακα. Τουριστικός χάρτης με τίτλο ‘’Thasos’’ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ρέκου 2103251564, 2310271063 σε κλίμακα 1:105.300!  

ΒΙΒΛΙΑ: Στο βιβλιοπωλείο του Σωτήρη Χατζηπαναγιώτου στα Λιμενάρια 52666 θα βρείτε τα πάντα. Επίσης ο εκδότης της εφημερίδας ‘’Θασίων Γη’’ Σωτήρης Γερακούδης 52987, fax 52177, διαθέτει την επανέκδοση της Ιστορίας της Θάσου του Γ. Παπαευστρατίου, την ομώνυμη δική του και την Απελευθέρωση Καβάλας - Θάσου του Ι. Βαρδαβούλια.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: Μοτολέσχη Καβάλας, Φαναρίου 8, 2510246424, 6937115742 www.motoclubkavala.gr  ΜΟΤΟΛΕΣΧΗ ΘΑΣΟΥ στην Παναγία 2593061704, 61619. Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax: 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για την ΘΑΣΟ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’  Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος / Ιστορία της Θάσου 1453 – 1912 / Ε.Μ.Σ. Θεσσαλονίκη 1984
    Σωτήρης Γερακούδης / Ιστορία της Θάσου / Εκδοτική Ομάδα / Θεσσαλονίκη 1986
    Χάιδω Κουκούλη – Χρυσανθάκη / Πρωτοϊστορική Θάσος Α.Δ. αρ. 45 / Τόμοι Α’, Β’, Γ’ έκδοση Τ.Α.Π.Α. -   Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων / Αθήνα 1992
    Ιωάννης Τουράτσογλου / Μακεδονία / Εκδοτική Αθηνών 1995
    Γ
    εώργιος Κ. Γιαγκάκης / Νησιολόγιο των Κατοικούμενων Ελληνικών Νησιών 1940 – 1991 / Αγκίστρι του Σαρωνικού 1995
    Ιωάννης Γ. Βαρδαβούλιας / Η απελευθέρωση της Θάσου και της Καβάλας / εκδόσεις Νιραγός / Αστρίς Θάσου 1996
    Μακεδονία / συλλογική εργασία / Πολιτιστικό τεχνολογικό ίδρυμα ΕΤΒΑ – ΕΟΤ / Αθήνα 1997
    Μάριος Βερέττας, Μέγα Ονομαστικόν ή τα ονόματα των Ελλήνων, εκδόσεις Μάριος Βερέττας – Αθήνα 1997
    Το προσκύνημα του Αρχάγγελου Μιχαήλ στη Θάσο / έκδοση της Ι. Μ. Αρχαγγέλου Μιχαήλ / Θάσος 1999
    Γεώργιος Παπαευστρατίου / Η ιστορία της Θάσου / εκδόσεις Νιραγός / Αστρίς Θάσου 2001

Β’  Αφιερώματα περιοδικών

  • Γιώργος Εμμανουηλίδης / Θάσος / ένθετο περιοδικό Ταξίδια στην άλλη Ελλάδα Τομ. Β’ / έκδοση Χαϊσάϊντινγκ Ε.Π.Ε. 2000
  • Θοδωρής Αθανασιάδης – Ζερμαίν Αλεξάκη / 4 αποδράσεις σε φόντο Μπλε / περιοδικό VITA τ.41 Σεπτέμβριος 2000
  • Θάσος / συλλογικό / αφιέρωμα 7 Ημερών εφημ. Καθημερινή 10/8/03
  • Ειρήνη Κοντογεωργίου / Θάσος / περιοδικό ΓΕΩ τ.69 Αύγουστος 2001
  • Αργύρης Γκίσσας / Διαμαρτυρία για το Radar / περιοδικό Κορφές τ.150 Ιούλιος – Αύγουστος 2001
  • Αργύρης Γκίσσας / Θάσος / περιοδικό Κορφές τ.162 Ιούλιος – Αύγουστος 2003  

Γ’  Άρθρα σε εφημερίδες

  • Ντίνου Κιούση / Θάσος / εφημ. Καθημερινή 22 Ιουλίου 2001
  • Αλέξανδρος Τσαντούλας / Θάσος / εφημ. Έθνος 19 Σεπτεμβρίου 2004
  • Γιώττα Συκκά / Αρχαίοι Θησαυροί της Θάσου / εφημ Καθημερινή 16 Δεκεμβρίου 2004
  • Τάκη Κατσιμάρδου / Οι πρώτοι πρόεδροι την περίοδο του μεσοπολέμου / εφημ. Ημερησία 5 – 6 Μαρτίου 2005
  • Τάκη Κατσιμάρδου / Οι περιπέτειες της Προεδρικής Δημοκρατίας στον Μεσοπόλεμο / εφημ. Ημερησία 12 - 13 Μαρτίου 2005

 ΕΥΡΥΤΑΝΙΑ (9877 λέξεις)

ΕΠΙΝΙΑΝΑ – ΑΓΡΑΦΑ – ΠΑΡΑΜΕΡΙΤΑ – ΜΑΡΑΘΟΣ

(Άγραφα 4η εργασία από 6)

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Μάρτιος 2005

Φυσικό κάλλος και Ιστορία

Την εποχή της δημιουργίας των εθνικών κρατών, ένα τμήμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αφυπνίζεται από το μακραίωνο λήθαργό του. Η Ελλάδα των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων μπαίνει στην ευρωπαϊκή σκηνή, αρχίζοντας να σχηματίζεται από μια αυτοκρατορία που καταρρέει, στη ζωτική περιοχή της Μεσογείου. 

Κατόπιν σκληρών αγώνων η μία μετά την άλλη, ολόκληρες περιοχές ελευθερώνονται, νέες επαρχίες εμφανίζονται αποζητώντας, με λαχτάρα, τον άνεμο της ελευθερίας και τη θέση τους στη νέα Ελλάδα. Αργά, δειλά στην αρχή, αρχίζει να ανατέλλει η διαδικασία ανακατάταξης - αναδιοργάνωσης του χώρου, κυρίως του ορεινού που παρέμενε απροσπέλαστος, κρατώντας μεταξύ των άλλων, τα δικά του πολιτιστικά στοιχεία, τις παραδοσιακές δομές - συμπεριφορές και την πίστη, μακριά από τα αλλοεθνή εχθρικά στίφη. Μέσα σε αυτόν το κυκεώνα των ιδεών που περιπλέκεται γύρω από προκαθορισμένες προδιαγραφές (αγροτική - ναυτική οικονομία), το νεαρό ελληνικό κράτος επιχειρεί να οργανώσει το δικό του χώρο, ώστε, καινοτόμα και δυναμικά, όχι χάρη νεωτερισμού όπως συνέβαινε στην Ευρώπη, να στηρίξει την ύπαρξή του. 

Ένας από τους σημαντικότερους ορεινούς χώρους είναι τα Άγραφα, μια από τις ομορφότερες περιοχές, θεϊκό δώρο για τη χώρα μας. Βλέποντάς τα στον χάρτη αντιλαμβάνεστε ότι πρόκειται για ένα τόπο που περιβάλλεται από βουνά - θεόρατες κορφές, φαράγγια, ρυάκια, χείμαρρους, ποτάμια. Θαρρείς είναι αδιάβατα αυτά τα μέρη και πολλές φορές έχεις δίκιο. Αδιάβατα, απρόσιτα, κακοτράχαλα, αιτιολογούν απόλυτα την ονομασία(1) τους, γνωστοποιώντας ταυτόχρονα στους περιηγητές ότι γνωρίζουν να φυλάν καλά τις μνήμες από την ιστορία, και τους ανθρώπους τους. Διάσπαρτοι απ’ τα προεπαναστατικά χρόνια οι οικισμοί τους, βρίσκονται σε μεγάλη έκταση, πολλές φορές σε σημαντική απόσταση μεταξύ τους. Μια διείσδυση σ’ αυτά τα αστραποκαμένα βουνά, μια γνωριμία με την αναλλοίωτη αμόλυντη φύση, την ιστορία, την τεράστια λαογραφική αξία του τόπου, πάντοτε φορτίζει συναισθηματικά, σαν άθελά της να θέλει να καταδείξει στον αμύητο ταξιδευτή την παράδοση, και τις κοινές μνήμες, που διέπουν αυτά τα ορεινά συγκροτήματα της μεγάλης οροσειράς της Πίνδου, που περικλείουν τον Αγραφιώτη(2), τη κοιλάδα του, και τα χωριά των Αγράφων.

Στο προηγούμενο αφιέρωμα (τ. ΣΤ’ Ευρυτανία 3ο.), συγκρατήσαμε την περιήγηση στον Καρβασαρά και τις δύο, πραγματικά αξιόλογες, πεζοπορικές διαδρομές που ξεκινούν ή αντίστοιχα καταλήγουν εκεί. Είπαμε επίσης για το δρόμο που ξεκινά αμέσως μετά τη Βαρβαριάδα προς Σελίστα - Μάραθο.Η δεύτερη οδική διαδρομήπου θα χαράξουμε προς τα χωριά Άγραφα - Επινιανά, είναι από τις καλύτερες επιλογές για τη συνέχεια, μια που δίνεται η δυνατότητα να εισχωρήσετε βαθιά στο ορεινό περιβάλλον των βουνών από το κύριο χωματόδρομο, προσδιορίζοντας την έξοδό σας από τα ‘’Τρία Σύνορα’’, αν βιάζεστε, από τα Βραγγιανά, αν θέλετε πέστροφα Καριτσιώτικου ρέματος, και από Μάραθο – Κλοπουκίτσα σε μια θαυμάσια κυκλική ολοκληρωμένη διαδρομή με έξοδο στο Κερασοχώρι, αν έχετε το κατάλληλο μέσον.

Ο μικρός Καρβασαράς (440 μ. υψ.) Μαράθου είναι στις μέρες μας ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κτηνοτροφικού οικισμού, από τους πολλούς των Αγράφων, που κατοικείται μόνο το καλοκαίρι που έρχονται τα κοπάδια. Παλιότερα αποτελούσε κόμβο στάθμευσης των καραβανιών που διέσχιζαν την περιοχή. Τα πρώτα σπίτια – κονάκια δημιουργήθηκαν στα μέσα του 19ου αιώνα από κτηνοτρόφους που αναζήτησαν τοποθεσίες με πλούσιες βοσκές. Στο διάστημα του χειμώνα, ενόψει των δύσκολων κλιματολογικών συνθηκών που επικρατούν, κατεβαίνουν στα χειμαδιά του Βόλου (Αλίαρτος – Αγχίαλος κ.ά.), με τα κοπάδια τους. Αυτή η διαδικασία που γινόταν δύο φορές το χρόνο, τέλη Απριλίου, τέλη Οκτωβρίου (Άϊ Γιώργη  - Άϊ Δημήτρη), συνεχίζει και σήμερα, παρά τον μειωμένο πληθυσμό των ζώων. Το καλοκαίρι γυρνούν πάλι στα ίδια μέρη για να αρχίσει ακόμα μια φορά ο αέναος κύκλος της ζωής και της μετακίνησης.

Από τον Καρβασαρά μέχρι την δστ για τα Άγραφα, ο εικοσάχρονος χωματόδρομος καθορίζει την πορεία του επισκέπτη για εννιάμισι πολύ όμορφα χλμ., κοντά στον Αγραφιώτη που κατηφορίζει αφρίζοντας, για να χυθεί στη λίμνη των Κρεμαστών. Η θέα της πετρώδους κοίτης, με τα άφθονα καθαρά νερά, σε συνδυασμό με το καταπράσινο απόκρημνο τοπίο παρασύρει τη σκέψη στις πρώτες μοναχικές αλλά και συλλογικές εκδρομές με μοτοσυκλέτα, ήδη από το 1985 μαζί με τις μπουλντόζες που άνοιγαν τους πρώτους πραγματικά στενούς και αδιάβατους δρόμους. Πέρασαν από εδώ και άφησαν τις ροδιές τους στη λασπουριά και στα τότε κατσάβραχα οι πρωτοπόροι εντουράδες, Λάκης Τρίτας, Αλέξης Ζαφειρίου, Θοδωρής Δελαπόρτας, ο Ντόβας, ο Νίκας, ο Στεργιόπουλος, και τόσοι άλλοι των οποίων τα ονόματα διαφεύγουν. Αυτούς ρωτάγαμε τότε, για να βγούμε εδώ πάνω.

Στη διαδρομή θα συναντήσετε ένα εικονοστάσι, ενώ δεξιά φαίνεται ακόμα η τσιμεντένια γέφυρα του 1968. Από το πλάτος της καταλαβαίνετε ότι τίποτα δεν έφτανε εδώ πάνω με τέσσερις, και καμιά φορά δύο ρόδες. Αριστερά λίγο πιο πάνω πριν κάποια χρόνια (2000), υπήρχαν τα σύρματα από μια εναέρια αυτοσχέδια πεζογέφυρα, όπου, με τρόμο, οι κάτοικοι περνούσαν απέναντι. Το προαιώνιο όνειρο των Αγραφιωτών είναι να ασφαλτοστρωθεί ο δρόμος, ο οποίος θα βγάλει την περιοχή από την απομόνωση και θ’ αφήσει κάποιο αμορτισέρ στη θέση του. Το έργο άρχισε να συζητιέται το 2000 αφού χωρίστηκε σε δύο τμήματα Κρέντης – Βαρβαριάδα, Βαρβαριάδα – Άγραφα. Ως συνήθως θα χορτάσουν μελέτες καμία δεκαριά γραφεία, ενστάσεις, αναθέσεις, απορρίψεις. Τότε υπάρχει περίπτωση να ξεκινήσει ….με όσα χρήματα περισσέψουν και πάλι από την αρχή για το υπόλοιπο. Κατά γενική ομολογία πάντως, η κατασκευή του θα είναι ο καθοριστικός παράγοντας επενδύσεων και ανάπτυξης της περιοχής.

Αφήστε πίσω την δστ που, δεξιά, οδηγεί σε τρία χλμ, στα Άγραφα και συνεχίστε ευθεία. Λίγο πιο κάτω υπάρχει η ξύλινη πινακίδα που δείχνει την είσοδο του μονοπατιού για την ‘’Τρύπα του Αγραφιώτη’’, ένα από τα ομορφότερα φαράγγια των Αγράφων, που βγάζει στα Επινιανά (1ω 40’). Συνεχίζοντας ευθεία θα φτάσετε στην τσιμεντένια καινούργια, φαρδιά, γέφυρα (3, 3 χλμ από τη προηγούμενη δστ.), όπου οι πινακίδες σας κατευθύνουν στην Ι. Μ. Στάνας και τα Επινιανά (ευθεία πάει Τρίδεντρο 5 χλμ., ή Βραγγιανά 10 χλμ., Φράγμα λίμνης Πλαστήρα). Ο ανηφορικός, απότομος όλο στροφές δρόμος (1,5 χλμ), γρήγορα  φτάνει στο πλάτωμα της εγκαταλειμμένης και αλειτούργητης (με εξαίρεση το πανηγύρι στις 7 - 8 Σεπτεμβρίου), Ιεράς Μονής Παναγίας Στάνας ή Σίκας (16ου αι.), αφιερωμένης στη Γέννηση (Γενέθλιον) της Θεοτόκου. Για την ιστορία της, μόνο η παράδοση έχει να διηγηθεί κάποια περιστατικά όσον αφορά την εικόνα, και το χτίσιμο του ναού. Η περιουσία της ήταν κτηνοτροφική, ενώ, ως τα μέσα του 18ου αι., έχει 800 γιδοπρόβατα που έβοσκαν σε δικούς της βοσκοτόπους. Η παράδοση(3) αναφέρει ότι εκεί μεταφέρθηκε η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας από το χωριό Στάνου του πρώην δήμου Αμβρακίας (νυν Αμφιλοχίας), της επαρχίας Βάλτου κατά τη περίοδο της εικονομαχίας.

Μεγάλες αλλαγές έγιναν τα τελευταία χρόνια στο χώρο, μόνο η καμπάνα του 1856 βρίσκεται σταθερά εκεί εκπέμποντας τους μελωδικούς της ήχους με εκπληκτική καθαρότητα. Οι εργασίες ξεκίνησαν από τον καθαρισμό του μοναστηριού, την πλακόστρωση του χώρου, ενώ στο διπλανό κτήριο που είναι τα κελιά, έγιναν επισκευές και βαψίματα, μπήκαν καινούργιες πόρτες, πατώματα κ.ά. με σκοπό, απ’ ό,τι φαίνεται, να μετατραπεί σε ξενώνα. Ο εξωτερικός χώρος, εκεί που γίνεται το πανηγύρι, έχει καθαριστεί από τα αγριόχορτα και φτιάχτηκε από αλβανούς μαστόρους μια καινούργια πετρόχτιστη κρήνη. Πάει καιρός που πελεκούσαν τις πέτρες με περίσσια τέχνη και υπομονή. Σε λίγες εβδομάδες πήραν τη μορφή προσόψεων, θολωτών παραθύρων, θαυμάσιων εισόδων, για το βοηθητικό κτήριο – τραπεζαρία που ανακαινίστηκε ριζικά.

Η θέα από τα 800 μ. υψ. είναι καλή, τόσο προς τον Αγραφιώτη και το γκρεμό εμπρός σας όσο και προς τη πλευρά του Ασπρορέματος που κυλάει κάτω βαθιά στη χαράδρα, φαίνεται μάλιστα, νωρίς την άνοιξη που δεν έχουν φύλλα τα δέντρα, το μονοπάτι που κατεβαίνει προς το συνοικισμό ‘’εκκλησιά’’ και στο ρέμα. Πολύ όμορφη τοποθεσία για να ‘’στήσετε’’ τη σκηνή σας μια βραδιά. Η μονή Στάνας είναι από τα σημαντικά μνημεία των Αγράφων. Το καθολικό είναι ναός τρίκοχος με ψηλό τρούλο, πιθανώς του 18ου αι. Σώζεται και μικρότερος ναός μονόχωρος ενώ στο εσωτερικό υπάρχει ένα θαυμάσιο ξυλόγλυπτο τέμπλο με δεσποτικές εικόνες του 1798 αφιερώματα του ‘’Χρήσου γεωργίου εκ χώρας βραηνών και έργα του Δημητρίου Λάμσου’’. Το πρώτο από τα βημόθυρα ανήκει στο υπάρχον τέμπλο, είναι έργο του ζωγράφου Ιωάννη Παναγιωτόπουλου και σύμφωνα με επιγραφή είναι του 1881 (Φλώρου ΑΔ 50, 398, και Σδρόλια ΑΔ 39, 168). Για να επισκεφθείτε το μοναστήρι, επικοινωνήστε με τον Κώστα Γαντζούδη στα Επινιανά που έχει το κλειδί.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι τα Άγραφα υπήρξαν σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας ενιαία περιοχή(4) από άποψη  ιστορικών και οικονομικών συνθηκών, οι οποίες διαμόρφωσαν και την καλλιτεχνική τους ενότητα με γνωστούς αγιογράφους. Ο χωρισμός σε Θεσσαλικά και Ευρυτανικά Άγραφα επικράτησε μετά την απελευθέρωση (Γκιόλια, Συμβολή, 11 και Γιαννίτσαρης – Βρυνιώτης, σημείωση 3, σελ 64). Ήδη το 15ο αι. οι ζωγράφοι των Αγράφων είχαν δημιουργήσει μια ολόκληρη σχολή ζωγραφικής. Το 1743 ο Διονύσιος εκ Φουρνά, ζωγράφος και συγγραφέας κατά το Θεοφάνη, ζωγραφοδιδάσκαλος κατά τον Αναστάσιο Γόρδιο, ιδρύει το φημισμένο σχολείο στον Φουρνά για τα κοινά γράμματα, φροντιστήριον εις σπουδήν των εκείσε ευρισκομένων παίδων, μοναδικό για τον αποκλεισμένο αυτό τόπο. Το συγγραφικό του έργο, Περί Ζωγραφικής και Ερμηνεία της Ζωγραφικής Τέχνης αποτέλεσε σταθμό στην ιστορία της μεταβυζαντινής τέχνης (Γκιόλια, Ιστορία Ευρυτανίας, 406, 477, 481,520, 526). Οι ζωγράφοι των Αγράφων δίνουν εξαιρετικά δείγματα της τέχνης τους σε εκκλησίες της ευρύτερης περιοχής (βλ. Μάραθο), χωρίς να λείπουν και αυτοί που ταξιδεύουν μακριά, ζωγραφίζοντας. Ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου στη Μοσχόπολη, τη μητρόπολη του βλαχόφωνου ελληνισμού στη σημερινή Αλβανία, ήταν ο μεγαλύτερος της πόλης και λειτουργούσε ως καθεδρικός. Από επιγραφή στη δυτική είσοδο πληροφορούμαστε ότι ο ναός χτίστηκε και αγιογραφήθηκε από τους αγραφιώτες ζωγράφους Θεόδωρο, Αναγνώστη και Στεριανό το έτος 1712 (Θώμος, 138). 

Ανεβαίνοντας προς τα αθέατα Επινιανά περνάτε τη δστ που δεξιά οδηγεί στον συνοικισμό τους, Άγιοι Θεόδωροι, όπου λίγο μετά, πάνω στην επόμενη στροφή, βλέπετε τις μεταλλικές πινακίδες ‘’προς Φαράγγι Ασπρορέματος’’. Από εκεί ξεκινάει πεζοπορική διαδρομή προς το φημισμένο Ασπρόρεμα. Το μονοπάτι κινείται μέσα σε πυκνή βλάστηση είναι ευδιάκριτο, ομαλό και πολύ σύντομα θα σας φέρει στο πέτρινο εικονοστάσι του Αγίου Αντωνίου απ’ όπου η θέα προς τα κάτω στη χαράδρα του Ασπρορέματος και βορειοανατολικά προς τη μονή Στάνας είναι απεριόριστη. Το μονοπάτι στο σύνολό του είναι περίπου δέκα χλμ (+/- 2ω30’ – 3ω), διασχίζει ένα εξαιρετικό ανέγγιχτο τοπίο, περνάει τον συνοικισμό Εκκλησιές (1ω30’), το Σκυλόρεμα, και φτάνει μέχρι στον εγκαταλειμμένο συνοικισμό του Ασπρορέματος μέσα απο μοναδικά χρώματα.

Όσο και να φανεί παράξενο μέχρι το 1978 είχε μονοθέσιο δημοτικό σχολείο (ερειπωμένο σήμερα), με 25 – 30 μαθητές, και έμενε μέχρι πρόσφατα ( καλοκαίρι ’99 - ’00), μια οικογένεια. Από εκεί ξεκινά ή καταλήγει, ανάλογα με το πως θα έρθετε, ο δρόμος από το Τρίδεντρο. Η πεζοπορία φυσικά συνεχίζεται προς Τροβάτο (5 – 6ω), ή βορειοδυτικά στην αρχή, μετά στρίβει νότια κάνοντας ένα μεγάλο κύκλο κάτω απο την επιβλητική κορυφή Φτέρη (2126 μ.), και βγαίνει καλύβια Μέρσας, στο Στουρναράκι, (περ. Ανεβαίνοντας τ. 29, 46), όπου διακλαδώνεται αριστερά προς τα Επινιανά (οροπέδιο Απιδιάς), και δεξιά προς το Προσήλι και τη Βλαχοπούλα ( 5 – 6ω), όπου συναντάει το κακοτράχαλο ‘’δρόμο’’ που έρχεται από το Μοναστηράκι (ταξίδια τ. ΣΤ’, 114).

Να κάνετε τη πεζοπορική διαδρομή σε αυτό το αυθεντικό κομμάτι της Αγραφιώτικης φύσης, τουλάχιστον μέχρι το πρώτο σκέλος που φτάνει στο Ασπρόρεμα. Μπορείτε και εδώ να εφαρμόσετε το ‘’κόλπο’’ (ταξίδια τ. Ε’, 212), του χωρισμού της ομάδας. Η μια να ξεκινήσει από το Ασπρόρεμα προς Αγίους Θεοδώρους Επινιανών και η άλλη το αντίθετο. Έτσι η μια ομάδα θα πάρει στην επιστροφή τις μοτοσυκλέτες της άλλης, αποφεύγοντας, ειδικά αν δεν υπάρχει χρόνος, το τρίωρο της επιστροφής. Για ολόκληρη τη διαδρομή Επινιανά – Ασπρόρεμα – Τροβάτο ή την κυκλική Επινιανά – Ασπρόρεμα – Μέρσα – Προσήλι – Μοναστηράκι είναι καλύτερα να είστε παρέα 5 – 6 ατόμων με πρόβλεψη για διανυκτέρευση, και κάποιοι ντόπιοι να γνωρίζουν την πρόθεσή σας.

Συνολικά, από την τσιμεντένια γέφυρα του Αγραφιώτη, θα διανύσετε τέσσερα χλμ μέχρι τα Επινιανά, που φανερώνονται ξαφνικά σ’ ένα πανέμορφο οροπέδιο στα 1050 μ. υψ., σκαρφαλωμένο στη δυτική πλευρά της κορφής Φτέρη (2128 μ. υψ.). Παλιότερα λεγόταν Επαινιανά από τη λέξη έπαινος, κατά λάθος όπως λένε, κάποιος επίσημος το έγραψε Επινιανά και από τότε έμεινε. Οι ντόπιοι το αναφέρουν Πινιανά και Πηγκιανά, το βρίσκουμε όπως και Πενιανά(00).(Γκιόλια 183) Τα τελευταία χρόνια, με αφορμή τους δρόμους που ανοίχτηκαν, δόθηκε το έναυσμα για μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα με πολλές καινούργιες, και αρκετές αναστηλώσεις παλιών κατοικιών. Στην απογραφή του 2001 είχε 730 κατοίκους, πράγμα που δικαιολογεί την ανοικοδόμηση που γίνεται, και αιφνιδιάζει τον ανύποπτο επισκέπτη, ειδικά αυτόν που έχει ξανάρθει. Ήταν έδρα της ομώνυμης κοινότητας που περιλάμβανε τους συνοικισμούς Φτέρη, Ανηφόρα, Ασπρόρεμα, χωρίς μεγάλες δυνατότητες στη γεωργία λόγω του πετρώδους εδάφους, με εξαίρεση το καταπράσινο οροπέδιο της Απιδιάς στα 1300 μ. υψ., όπου υπάρχει μικρός εγκαταλειμμένος συνοικισμός (3 – 4 σπίτια) και φαίνεται ότι καλλιεργούσαν συστηματικά. 

Το αντίθετο όμως συνέβαινε με την κτηνοτροφία που ήταν ανεπτυγμένη, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’  ό,τι σήμερα, χάρη στα απέραντα και έξοχα βοσκοτόπια. Είχαν, και διατηρούν ακόμα, πολλά μελίσσια που παράγουν ένα εξαιρετικά αρωματικό και διάφανο ελατόμελο – ανθόμελο, ‘’Ασπρορέματος’’, όπως το λένε. Στα Άγραφα ξεγελούν τις μέλισσες και ανακαλύπτουν τα άγρια μελίσσια καίγοντας μέσα στο δάσος κερήθρα, πάνω σε ένα ξύλο. Κατεβαίνουν οι μέλισσες να το γευθούν, να το βυζάξουν, ενώ ο μελισσοκυνηγός τις παρακολουθεί. Μόλις αυτές χορτάσουν και σηκωθούν, τις παρακολουθεί σε ποια κουφάλα ή πέτρα θα πάνε να κρυφτούν. Τότε σημαδεύει το μέρος και γυρνά αργά το φθινόπωρο να τρυγήσει το αγριόμελο (Λουκόπουλος, 406).  

Περπατώντας στο χωριό, θα βρεθείτε στο κλασικό καφενεδάκι του Αποστόλη Αποστόλου, με τη ξυλόσομπα να ζεσταίνει το χώρο και τις καρδιές των πεζοπόρων εδώ και χρόνια. Καφές ή τσιπουράκι με όλα τα μεζεδάκια της στιγμής (ομελέτες, λουκάνικα κ.λπ.), στη διάθεσή σας. Στην όμορφη πλακόστρωτη πλατεία των Επινιανών βρίσκεται ο θαυμάσιος καινούργιος ξενώνας ‘’το Πανόραμα’’ του Κώστα (γραμματέας στο δήμο Αγράφων), και της Γιώτας Γαντζούδη που προκαλεί για στάση και ανασύνταξη της παρέας και γιατί όχι για διανυκτέρευση.

Η μεγαλοσύνη του ήλιου και η καθαρή καλοκαιρινή ατμόσφαιρα προσφέρει ανείπωτη θέα προς τις απότομες δυτικές πλαγιές του Κουκουρούντζου. Πραγματικά, απ’ αυτό το θαρραλέο μπαλκόνι φαίνονται οι δρόμοι – μονοπάτια που ξεκινούν από το ξύλινο γεφυράκι ‘’Μπλό’’ και χαράζουν, ανεβαίνοντας όλο και πιο ψηλά, τις πλαγιές του βουνού μέχρι να φτάσουν στα Άγραφα, ενώ κάτω χαμηλά συμπληρώνει το ανυπέρβλητο θέαμα ο Αγραφιώτης. Η αφάνταστη γοητεία του τοπίου φέρνει στο μυαλό τις δυσκολίες που οι ζεστές καλοκαιρινές μέρες με την εύκολη πρόσβαση, κρατούν μακριά απ’ τη σκέψη. Δεν μπορείς όμως να μην συλλογιστείς τους κρύους, χιονισμένους και ομιχλώδεις χειμωνιάτικους μήνες και τα δισεπίλυτα προβλήματα που αυτοί υπόσχονται. 

Αυτό ίσως στάθηκε καθοριστικός παράγοντας στη συνέχιση της κατοίκησης ή μη όλων των ορεινών χωριών στην επικράτεια, που, μετά το 1970, ήρεμα αρχικά με γοργούς ρυθμούς αργότερα, η δυσφορία αντικαταστάθηκε με την εσωτερική, μόνιμη τις περισσότερες φορές, μετακίνηση. Το ρεύμα, όπως και στο Μοναστηράκι, ήρθε εδώ το 1990 με ό,τι αυτό σημαίνει για την όποια ανάπτυξη, αν υποθέσουμε ότι αυτό το θέμα υφίσταται για τη διοίκηση. Τα τελευταία χρόνια κάτι φαίνεται να αλλάζει από την ιδιωτική πρωτοβουλία, αν δούμε την τελευταία απογραφή του 2001, που ο καταγραμμένος πληθυσμός στο χωριό άγγιξε τα 730 άτομα, ενώ συνολικά, τα χωριά του δήμου Αγράφων παρουσίασαν αύξηση των κατοίκων κατά 266,3%!. Οι σκέψεις διακόπτονται απο τη παρέα που φωνάζει για το έτοιμο πλέον γεύμα. Ο ξενώνας λειτουργεί και σαν ψησταριά με απίστευτη ποικιλία μεζέδων από ντόπια προϊόντα που μοσχοβολούν φρεσκάδα. Ζητήστε από τον Κώστα, και τη τύχη σας, αν έχει, να σας φτιάξει νοστιμότατες άγριες πέστροφες απ’ το πεντακάθαρο Ασπρόρεμα.

Οι διαδρομές από εδώ είναι μετρημένες, μικρές, αλλά αξίζουν όσο λίγες στην Ελλάδα. Πάνω από τη μνημειώδους αρχιτεκτονικής εκκλησία του Αγίου Γεωργίου που άρχισε να χτίζεται 1890 από ντόπιους, Πηγκιανίτες μαστόρους και ολοκληρώθηκε το 1910, φεύγει ένας στενός δρομάκος προς τους Αγίους Αναργύρους. Συνεχίζει γύρω στα 3 χλμ φτάνοντας στο ‘’Αγνάντι’’, αληθινά όνομα και πράγμα η θέα, αγναντεύει ως κάτω τον ηλιόλουστο Αγραφιώτη. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1990 αυτός ήταν ο μοναδικός ‘’δρόμος’’, μονοπάτι λιθόστρωτο η ‘’στράτα’’ των ντόπιων, που έφτανε ή έφευγε κάποιος από το χωριό. Από εδώ περνούσαν καθημερινά φορτωμένοι οι ίδιοι και τα ζώα τους με προμήθειες ή άλλα εμπορεύσιμα είδη (κυρίως αλάτι, στάρι). 

Σήμερα διασχίζεται από δεκάδες φυσιολάτρες πεζοπόρους που ακολουθούν τα χαμένα εδώ και χρόνια χνάρια των ντόπιων στο σκληρό και άφιλο τοπίο των Αγραφιώτικων μονοπατιών. Όλη η διαδρομή μέχρις αυτό το σημείο, κυρίως δε, από εδώ και πέρα είναι το μονοπάτι που διασχίζει το ρέμα της Φτέρης (+/- 4ω Επινιανά – Βαρβαριάδα) και περνά από το πέτρινο γεφύρι της Ανηφόρας (ταξίδια τ. ΣΤ’, 115). Στο γεφύρι βρίσκει το Φτεριώτικο ρέμα ενώ πιο πάνω, το άγνωστο σχετικά, φαράγγι ‘’Απάτητο’’. Από την πλατεία του χωριού κατευθυνθείτε προς τα τελευταία σπίτια, δείτε το μικρό αλωνάκι, το παλιό σχολείο, δίπλα από την εκκλησία του Προφήτη Ηλία και ξεκινήστε για τη περιπετειώδη διαδρομή προς το μικρό συνοικισμό της Απιδιάς. Αν είναι κάποιοι γρήγοροι και θέλετε να αποφύγετε το ντουμάνι από τη σκόνη (ή τη λάσπη αν είναι νωρίς το Ιούνιο), αλλά και τις πέτρες (πάντα), αφήστε τους να πάνε μπροστά (έτσι κι αλλιώς είναι αδιέξοδο), γιατί ο ‘’δρόμος’’ έχει κάποιες ιδιαιτερότητες. 

Χωρίς αμφιβολία θα κοπανηθείτε για 5,9 χλμ. μέχρι να φτάσετε στο επίπεδο και καταπράσινο οροπέδιο της Απιδιάς, ένα σπάνιο τοπίο που συνεπαίρνει με την ομορφιά του, ίσως από τα ωραιότερα που έχετε αντικρίσει ποτέ. Όπου και να κοιτάξετε θεόρατα βουνά, ψηλές κορφές, κι’ απότομες κορυφογραμμές χαράζουν στον ορίζοντα, μια θέα ανεκτίμητη. Μπορούμε άνετα να το κατατάξουμε σε ένα από τα καλύτερα σημεία που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια για ελεύθερη κατασκήνωση. Δίπλα σχεδόν, είναι ένα κανονικό πετράλωνο (αλώνι στρωμένο με πέτρα), που του λείπουν τα χείλη (οι πέτρες γύρω – γύρω), και που μαρτυρά ότι υπήρχαν καλλιέργειες σταριού στο χωριό. ‘’Δεν έσπειρες, δε θέρισες, δεν αλώνισες να πάρεις το σιτάρι της χρονιάς σου; Όλο το χρόνο πεινασμένος θα είσαι!’’, λέει η παροιμία και έτσι ήταν εκείνα τα χρόνια. Η κάθε οικογένεια είχε τα αποθέματά της για να περάσει το χειμώνα. Κοντά στο αλώνι βρίσκονται τα μισοερειπωμένα σπίτια – καλύβια που ο χρόνος και οι χειμώνες που πέρασαν από πάνω τους τα σημάδεψαν ανελέητα, ώστε σήμερα, να χρησιμεύουν περισσότερο για στάνες παρά για κατοικία. Στα Άγραφα αντίθετα από άλλους τόπους, δεν είχαν αχυρώνες, αποθήκευαν το άχυρο στην ύπαιθρο. Το ‘’έστρωναν’’ πάνω σε ένα δέντρο (κλαδαριές το λεν στην Ήπειρο), που το στήριζαν με διχάλες και εκεί το τοποθετούσαν σκεπάζοντάς το με βρίζα για να φεύγουν τα νερά της βροχής. 

Η συνέχεια είναι συναρπαστική αλλά μόνο για πεζοπόρους με καλό χάρτη, πυξίδα και γνώση. Από εδώ συνεχίζει μονοπάτι προς τους συνοικισμούς Μέρσα (όπου συναντιέται με αυτό που έρχεται από το Ασπρόρεμα), Προσήλιο, Βλαχοπούλα, καταλήγοντας στο Μοναστηράκι. 

Αποχαιρετώντας, τα Επινιανά, κατευθυνθείτε στην προηγούμενη δστ που θα σας οδηγήσει στο χωριό Άγραφα. Υπάρχει πινακίδα στην άκρη του δρόμου που γράφει Άγραφα 3 χλμ, ίσως τα πιο όμορφα ολόκληρης της διαδρομής και ας φαίνονται 33. Εδώ πριν χρόνια (1997) γινόντουσαν ακόμα νέες διανοίξεις του δρόμου μια που οι κατολισθήσεις, λόγω των σχιστολιθικών πετρωμάτων των βουνών (ασβεστόλιθος – φλύσχης), είναι συχνότατες, ειδικά τον χειμώνα με τις βροχές και τον πάγο. Προσπαθούν λοιπόν να δώσουν περισσότερο φάρδος στο δρόμο, ώστε, σε περίπτωση κατολίσθησης, να μην κλείνει. Όταν ξεκίνησαν οι επεμβάσεις, γινόντουσαν χωρίς σχεδιασμό και χωρίς προηγούμενη μελέτη, ευτυχώς που στις μέρες μας τα μπάζα από τις φαγωμένες πλαγιές, τα φορτώνουν σε φορτηγά και δεν τα παίρνει το ποτάμι όπως παλιότερα, κάτι είναι κι’ αυτό. 

Η οδήγηση στο κατάφυτο πλατανοσκέπαστο φαράγγι (Ατσιαούρα των ντόπιων), του Σμπορορέματος, σας φέρνει στον πολύ όμορφο ‘’Νερόμυλο’’ και το καινούργιο εκτροφείο πέστροφας. Το εστιατόριο – ψησταριά είναι χτισμένο στην κυριολεξία…..πάνω στη θέση του παλιού εγκαταλειμμένου και ερειπωμένου πριν χρόνια νερόμυλου, απ’ όπου πήρε το όνομά του. Δύο δημιουργίες ζωής για τον Δημήτρη Κίτσιο και την οικογένειά του. Ο τόπος είναι εκπληκτικός, ολόδροσος και προδιαθέτει για στάση, αν μάλιστα έχει φτιάξει πίτα η γυναίκα του Δημήτρη, η κυρία Βάσω Κίτσιου, τότε δε θα σηκώνεστε απ’ το τραπέζι. Μέσα στο ευρύχωρο κατάστημα, στο κέντρο του σχεδόν, υπάρχει αναστυλωμένος τώρα πια, ο νερόμυλος. 

Αυτή η ιδέα δεν έχει εφαρμοστεί πουθενά. Ο μύλος κρατήθηκε όπως ήταν και γύρω του, σκάφτηκε μια μεγάλη και βαθιά χωνευτή κοιλότητα ώστε ο επισκέπτης να έχει το περιθώριο από τα σκαλιά, να κατέβει κοντά του να δει πως δουλεύει, από πάνω του.…χτίσανε το κατάστημα. Έχει γούστο πάντως για τους μεγάλους και είναι επιμορφωτικό για τα πιτσιρίκια όταν τον βάζει να αλέσει καλαμπόκι. Θα μάθετε πώς εκμεταλλευόντουσαν για αιώνες τη δύναμη του νερού οι κάτοικοι, όταν δεν υπήρχε ρεύμα. Το ίδιο ισχύει και για τη ντριστέλα που είναι έξω από τον νερόμυλο. Σε αυτήν έβαζαν τα βαριά κλινοσκεπάσματα, τις βελέντζες, τα υφαντά χαλιά και με τη δύναμη του νερού που έπεφτε από ψηλά αυτά στριφογύριζαν με δύναμη στη κωνική βαρέλα και γινόντουσαν πεντακάθαρα αλλά και… ασήκωτα μια που τότε, ήταν όλα μάλλινα. 

Απέναντι από τον νερόμυλο κυλάει αφρισμένο το Σμπορόρεμα ενώ σε μεγάλο μήκος διακρίνεται το πετρόχτιστο μονοπάτι, η παμπάλαια οδός επικοινωνίας των Αγράφων με τα χωριά και το κέντρο. Μάρτυράς του, στέκει λίγο πιο πάνω, το μονότοξο Πετρογέφυρο, χωρίς κτητορική επιγραφή και καταχώρηση στην ανάλογη βιβλιογραφία, δεν το βρίσκουμε ούτε στα μνημεία των Αγράφων, έτσι ώστε να προσδιοριστεί το πότε χτίστηκε. Ο σύλλογος αγραφιωτών προσκάλεσε την 7η εφορεία βυζαντινών αρχαιοτήτων Λάρισας, οι αρχαιολόγοι της οποίας προσδιόρισαν από τη τεχνοτροπία του και τα έτη κτίσεως, ανάμεσα 1600 - 1650. Το γεφύρι είναι κλειστό με μια πρόχειρη ξύλινη πόρτα για να μην φεύγουν τα πρόβατα. Αν την ανοίξετε και περπατήσετε πάνω στο τόξο του, θα προχωρήσετε συνάμα βαθιά μέσα στον αδυσώπητο χρόνο, τότε που οι Αγραφιώτες για ό,τι χρειαζόντουσαν έπρεπε δυο και τρεις μέρες να περπατούν για να φτάσουν στο Καρπενήσι ή αλλού, να τα αγοράσουν. Βαδίστε στο μονοπάτι – ‘’στράτα’’ που δεκάδες χρόνια κουβαλούσαν οι κυρατζήδες τις πραμάτειες για πούλημα και οι κάτοικοι των Αγράφων τις προμήθειες για τον βαρύ τους χειμώνα. 

Η συνέχεια θα σας φέρει στη δστ προς Παραμερίτα – Μάραθο (δεξιά) ή προς Άγραφα (αριστερά). Απότομη η ανηφόρα με μεγάλη κλίση, ευτυχώς μικρή και σίγουρα η ‘’τελευταία επιτέλους’’ πριν το χωριό Άγραφα, που υποδέχεται λαμπρό και καταπράσινο μες τις ανταύγειες του καλοκαιρινού ήλιου, τους επισκέπτες του. Τα πιτσιρίκια μόλις έχουν τελειώσει τον δικό τους ‘’πόλεμο’’, βουτηγμένα στα νερά, μεταφέροντας αυτόματα τη σκέψη μας στα ‘’δικά’’ μας μπουγελώματα. 

Άγραφα, παλιό κεφαλοχώρι στα 880 μ. υψ. χτισμένο στις πλαγιές του Κουκουρούντζου (1720 μ. υψ.), έδρα(5)του ομώνυμου δήμου (Φ.Ε.Κ. 244 τ. Α’ 4/12/1997) με έκταση 29.000 ha (290.000 στρ), που περιλαμβάνει τα χωριά Μοναστηράκι, Επινιανά, Τρίδεντρο, Τροβάτο, Μάραθο, Βραγγιανά και δεκάδες διάσπαρτους ιστορικούς συνοικισμούς και ισάριθμους βοσκότοπους, Βαλάρι, Καμάρια, Νεράϊδα (Νιάλα), Πετράλωνα (Σάικα), Παραμερίτα, Γιαννισέικα, Σκαρφιάδες, Μιάλα (Χοντέικα), Γαβρολισιάδα, Λίπα, Σελίστα, Κλοπουκίτσα, Σέλο, κ.ά. Στη τελευταία απογραφή του 2001 εμφανίζει μεγάλη αύξηση πληθυσμού (1020 κατ.), όσους είχε πριν τον πόλεμο του ’40. Συγκριτικά όμως με αυτή του 1991 (184 κατ.), δείχνει ότι κάτι αλλάζει στην ορεινή ζώνη. 

Πραγματικά, όσοι δεν έχουν έρθει ακόμα σε αυτόν τον παραδεισένιο τόπο σαν επισκέπτες, με έκπληξη θα βλέπουν τις προσπάθειες των ντόπιων για την ανάπτυξη της περιοχής και ίσως αναρωτιούνται, τι ήταν αυτό που, ενώ διατηρούσε στη μνήμη την επίσκεψη, ταυτόχρονα τους κράταγε τόσα χρόνια μακριά. Η απάντηση βρίσκεται πρώτα από όλα, στα οχήματα που έχει πλέον στη διάθεσή του ο περιηγητής, συνήθως 4Χ4, και δευτερευόντως στο οδικό δίκτυο που στις περισσότερες των περιπτώσεων κρίνεται ανεπαρκές, παρά τα έργα που έγιναν. Σε κάθε περίπτωση δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα. Η περιοχή των Αγράφων είναι ορεινή και άγονη, η οικονομία της στηριγμένη στη μοναδική απασχόληση με τη κτηνοτροφία και λίγο με τη γεωργία, υστερούσε πολύ σε σχέση με άλλους τόπους. Ακόμα όμως και αυτός ο μοναδικός πλουτοπαραγωγικός πόρος της περιοχής έμενε εν μέρει αδιάθετος αφού δεν υπήρχαν δρόμοι για την επικοινωνία με τα κέντρα της εποχής. Αυτοί είναι οι κύριοι λόγοι που δεν μπορούσε να προσφέρει στους κατοίκους της παρά μια ζωή λιτή και στερημένη, ένα κατώτερο βιοτικό επίπεδο. Πολλά από τα απαραίτητα αγαθά τα πρόσφερε άφθονα η φύση και το θαυμάσιο κλίμα με το πλούσιο υδροσύστημα (καθαρά νερά, δασικά προϊόντα, καρποί από τα δέντρα, ξύλα), ενώ άλλα παρήγαγαν σαν καλλιεργητές και κτηνοτρόφοι οι άνθρωποι. Κηπευτικά (πατάτες, ντομάτες, σταφύλια), μελισσοκομία, ορνιθοτροφία, άριστη και με προοπτικές στις μέρες μας, ελεύθερη κτηνοτροφία στις πλούσιες θερινές βοσκές με υπερεπάρκεια χλόης, αλλά και οικόσιτη τους χειμωνιάτικους μήνες με δικής τους παραγωγής χορτάρια. Μαλλί, γάλα, βούτυρο, τυρί ποτέ δεν έλειψαν από καμία Αγραφιώτικη οικογένεια. 

Αργότερα που ήρθε στο μεγαλύτερο μέρος της επικράτειας η εντατικοποίηση της γεωργίας, είδαμε άλλες γειτονικές περιφέρειες να ευνοούνται ή να ενεργοποιούνται προς αυτή τη κατεύθυνση. Γι’ αυτά τα απροσπέλαστα, απομονωμένα, μέρη δεν υπάρχει ούτε κατάλληλο έδαφος· περισσότερο από το 53% του ευρυτανικού εδάφους έχει υψόμετρο πάνω από 1000 μ., γεγονός που καθιστά προβληματικές τις καλλιέργειες(00), ούτε μέριμνα, με αποτέλεσμα να μείνουν στο περιθώριο. Αυτό είναι καλό σήμερα, που βλέπουμε ότι η χωρίς φραγμό μονοκαλλιέργεια και οι ανεξέλεγκτες ζωοτροφές έχουν αντίθετα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Τότε όμως, που τα κέρδη από αυτή την άφρονα πολιτική δεν άγγιξαν τις ορεινές περιοχές, αυτές με τη σειρά τους, υφιστάμενες τις συνέπειες της εντατικοποίησης, μαράζωσαν και στα χρόνια που ακολούθησαν, έμειναν στο περιθώριο. (00)καλλιέργειες: Μάρκου Α. Γκιόλια, «Ιστορία της Ευρυτανίας τους Νεώτερους Χρόνους (1939 – 1821)», εκδόσεις Πορεία, Αθήνα (1999) 32.

Η περιήγηση ξεκινάει από την κεντρική πλατεία, που είναι μαζεμένη όλη η υποδομή και τα καταλύματα. Εδώ ο ταξιδιώτης θα βρει σχεδόν τα πάντα εκτός από εφημερίδες, περιοδικά, μια που ακόμα δεν έρχεται λεωφορείο, (με εξαίρεση το δημοτικό που πηγαινοέρχεται στο Καρπενήσι), όμως από είδη παντοπωλείου, μεζέδες στις ψησταριές και γνήσιο τσίπουρο στα καφενεία δεν υπάρχει καλύτερη επιλογή. Οι ντόπιοι γνωρίζουν στις περισσότερες περιπτώσεις τις διαδρομές, αν βρείτε δυσκολίες απευθυνθείτε στο δημαρχείο απ’ όπου υπάρχει δυνατότητα επικοινωνίας με γειτονικά Δ. διαμερίσματα, όσον αφορά τη βατότητα των δρόμων. 

Περπατώντας στον οικισμό θα διακρίνετε τα καινούργια έργα και τις πλακοστρώσεις των δρόμων που έγιναν την διετία 2003 – 2004, το δημοτικό σχολείο, που έχει 7 – 8 μαθητές, την παλιά τεχνική σχολή ηλεκτρολόγων, χτισμένη από τότε που το χωριό δεν είχε ρεύμα!. Το δημαρχείο μεταφέρθηκε, και στεγάζεται πλέον στο παλιό σχολείο που ανακαινίστηκε όπως και η πλατεία εμπρός του. Από την παλιά αρχιτεκτονική του δεν υπάρχει τίποτα, εκτός απ’ το κοινοτικό γραφείο (1915 - 1920), που στέγαζε μέχρι πρότινος το παλιό δημαρχείο. Δύο μεγάλες κοσμοχαλασιές θυμούνται οι Αγραφιώτες, η πρώτη με τις καθιζήσεις του 1897; που βούλιαξε ολόκληρο το χωριό, λένε μάλιστα ότι εκεί που βρίσκεται τώρα η πλατεία υπήρχαν 24 εκκλησίες, πράγμα που αναδεικνύει, ειδικά αν αποδειχθεί, τη βαθιά τους πίστη (δες περί ονομασίας(1) ). Η άλλη καταστροφή ήταν η πυρπόληση και το κάψιμο του χωριού, τον Δεκέμβριο του 1941, από τους Ιταλούς. Τότε σχεδόν γκρεμίστηκαν όλα τα παραδοσιακά πετρόχτιστα σπίτια.

Σήμερα υπάρχουν οι εκκλησίες Αγ. Αθανασίου, του Σωτήρος αφιερωμένη σε τρεις Αγίους, ο Αγ. Δημήτριος πολιούχος και προστάτης άγιος του χωριού, οι  Άγ. Απόστολοι κτισμένοι πάνω στην παλιότερη (σώζεται το δάπεδο), η Παναγία (Κοίμηση της Θεοτόκου) και ο Αγ. Γεώργιος (1608), η αρχαιότερη, πετρόχτιστη με σπάνιες τοιχογραφίες (1610).Στην ανατολική έξοδο του χωριού είναι η Αγία Βαρβάρα στο ομώνυμο ύψωμα. Αυτό το ψηλό σημείο διάλεξαν και έστησαν το ύψους δύο μέτρων ορειχάλκινο ανδριάντα του κορυφαίου επαναστάτη των Αγράφων Αντώνη Κατσαντώνη, μεταμορφώνονταν τον σε ένα χώρο μνήμης. Είναι ένα έργο του γλύπτη Θύμιου Παπαγιάννη που ολοκληρώθηκε το 2003 δένοντας τα χαρακτηριστικά της αγραφιώτικης ψυχής, με το τοπίο και τη θρησκεία. Είναι μια ακόμη προσφορά του Γεωργίου Σωτηρίου Χόντου προς τη γενέτειρά του και πραγματικά προσθέτει στην εικόνα των Αγράφων πολλά. 

Ο Λάμπρος Γατής, πρόεδρος του πολιτιστικού συλλόγου Αγράφων, πρόθυμος όπως πάντα αναλαμβάνει την πεζοπορική ξενάγηση μιλώντας μας πρώτα απ’ όλα για το φημισμένο υδρονομείο, οι ‘’κόφτρες’’ ή ‘’ποτιστάδες’’ των ντόπιων. Τα χρόνια που πέρασαν μόνο η παράδοση ήταν ο θεματοφύλακας του εθίμου στη μοιρασιά των νερών, έθιμο το οποίο επίσης καθόριζε μέχρι και τη σειρά στο πότισμα. Μπροστά σε αυτό ούτε ο γραφτός  νόμος είχε ισχύ. Πώς όμως θα γινόταν το μοίρασμα από τόσα ρυάκια, σε τόσους συνοικισμούς και μάλιστα σε ίσα μέρη ώστε να μείνουν όλοι οι δικαιούχοι ευχαριστημένοι; Αυτόν τον μυστηριώδη γρίφο και τη λύση του θα αντικρίσετε ανηφορίζοντας ή οδηγώντας πάνω στο παλιό ανηφορικό μονοπάτι στη βόρεια μεριά του χωριού.

Από τον άγιο Αθανάσιο φεύγει αριστερά το μονοπάτι Ε-4 που κατηφορίζει στο ξύλινο γεφυράκι Μπλό, Τρίδεντρο, Γούβες, Βραγγιανά (4ω30’). Σύντομα θα φτάσετε στην πλαγιά εκεί που είναι κτισμένο το ξωκλήσι του αγίου Νικολάου. Αυτό το σημείο ήταν κατάλληλο μετά τις καταστροφικές καθιζήσεις του 1897, και εδώ οι κάτοικοι, με προσωπική εργασία και με αυλάκια, έφεραν ένα από τα πολλά ρυάκια που σχηματίζουν τον Αγραφιώτη και έφτιαξαν το σύστημα που θα μοίραζε το νερό στο χωριό. Μια ολοπέτρινη κατασκευή σαν λιλιπούτειο σπιτάκι, που στη βάση του, παράλληλα με τη ροή του ρυακιού, έχουν τοποθετηθεί τρεις μεγάλες πέτρες.

Πέφτοντας με δύναμη το νερό πάνω τους χωρίζεται και ταυτόχρονα διανέμεται, σε τρία ξεχωριστά αυλάκια, υποδιαιρούμενο όσον αφορά την ποσότητα σε 3,5 – 2, και 1,5 μέρος, αντίστοιχα για τον πάνω, το μέσο, και τον κάτω μαχαλά του χωριού έτσι ώστε όλοι να έχουν το νερό που χρειάζονται για τα χωράφια τους. Εκπληκτική πέτρινη κατασκευή τόσο στη σύλληψη της ιδέας όσο και στην απλότητα της. Άφωνοι έμειναν Άγγλοι μηχανικοί που την είδαν για πρώτη φορά, αναφέροντας μάλιστα ότι κάτι τέτοιο δεν έχουν ξαναδεί σε ολόκληρη την Ευρώπη, άφωνοι μείναμε και εμείς, αν και γνωρίζαμε το κοφτερό μυαλό των μαστόρων και την άφθαστη τεχνική των πέτρινων κατασκευών.

Η διαδρομή συνεχίζεται στον χωματόδρομο, κάνει έναν τεράστιο κύκλο (+/- 11 χλμ.), στις απότομες και κακοτράχαλες ανατολικές πλαγιές του Κουκουρούντζου και βγαίνει στον ‘’κεντρικό’’ που κατεβαίνει από Νιάλα προς Άγραφα, εξακόσια μέτρα πριν τη δστ. για τον συνοικισμό Γαβρολισιάδας. Από το ίδιο σημείο, αριστερά όμως από το δρόμο, φεύγει και το πολύ ανηφορικό μονοπάτι προς τη Νιάλα που το ακολουθούν οι οδοιπόροι (Άγραφα – Οροπέδιο Νιάλας 6ω). Είναι πολύ όμορφη διαδρομή με μια δστ στο εικονοστάσι του Αγ. Νικολάου στην τοποθεσία ‘’Πατήματα’’ (1ω), όπου δεξιά βγαίνει στο χωματόδρομο, αριστερά κατηφορίζει προς τα Ισιώματα και το (ο Τσιώλης Ελευθέριος 2268023447 μου είπε 8/3/06 πως λέγεται Μεσονύχι) Ψωνύχι (2ω), βγαίνοντας τελικά στο Βαλάρι συνοικισμό των Βραγγιανών, και ευθεία περνάει κάτω από την Τούρλα (1827 μ. υψ.), διασχίζει απότομες σάρες φτάνοντας στο μνημείο του Εμφυλίου πάνω στο χωματόδρομο. Από εδώ συνεχίζει προς Πόρτες φτάνοντας στο διάσελο του Αγ. Νικολάου όπου χωρίζεται. Αριστερά Βραγγιανά, δεξιά Μπορλέρου (2016 μ υψ.), και λίμνη Πλαστήρα.

Οι δεκάδες συνοικισμοί περιφερειακά των χωριών, τα σπίτια που τους απαρτίζουν και που εκτείνονται σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους, χτίστηκαν έτσι μακριά το ένα από το άλλο, πρωτίστως για αμυντικούς λόγους, αποφεύγοντας έτσι την ολοκληρωτική καταστροφή από τυχόν επιδρομές. Ένας άλλος παράγοντας είναι ο ζωτικός χώρος που χρειαζόταν η πολυμελής τότε οικογένεια για την ανάπτυξη των μικρών γεωργικών εκμεταλλεύσεων (στάρι – καλαμπόκι), και της ανάλογης των κοπαδιών, έκτασης για βόσκηση και ανάπτυξη της κτηνοτροφίας που, κυρίως αυτή, αύξανε το μικρό εισόδημα. Όπου υπήρχε το παραμικρό κομμάτι χώματος εκεί έχτιζαν το σπίτι τους και εκεί ζούσαν καλλιεργώντας τη γη, βόσκοντας τα οικόσιτα πολλές φορές κοπάδια τους, με τη μέθοδο της Γιδοβίτσας. Λένε οι ντόπιοι Γιδοβίτσα (στη Πελοπόννησο λέγεται Σεμπριά), τη συνήθεια της βοσκής των προβάτων από ένα άτομο. Μια που όλοι είχαν πρόβατα για να μην πήγαιναν ο καθένας ξεχωριστά στα ‘’μανάρια’’ και άφηναν τον οικισμό μόνο του, στέλνανε έναν για όλα. Αργότερα, όταν οι αιτίες εξαλείφθηκαν ή δεν απέδιδαν τα αναμενόμενα, μεγάλο τμήμα αυτών των συνοικισμών εγκαταλείφθηκαν για να κατοικηθούν πιο πυκνά οι πυρήνες των χωριών ή για αναζήτηση καινούργιας κατοικίας που συνήθως συνοδευόταν και από νέα εργασία στα μεγάλα αστικά κέντρα της εποχής. Σήμερα, διασχίζοντας αυτά τα μέρη, το μόνο που υπάρχει για να θυμίζει την πληθωρική παρουσία κατοίκων, και κατοίκησης είναι οι χορταριασμένες ‘’πεζούλες’’ ή αναβαθμίδες, που κάποτε διευκόλυναν την καλλιέργεια κηπευτικών.  

Τώρα όλες αυτές οι δυσκολίες του ορεινού χώρου είναι χαραγμένες στη μνήμη των γερόντων που θυμούνται ότι τα κοπάδια έκαναν μέρες έως ότου περάσουν όλα, προς τους βοσκότοπους Καμάρια και Νιάλα. Μνήμες όπως ξέρει να τις χαράζει η ζωή με τα διάσημα ‘’τσελιγκάτα’’ των Τσιγαριδαίων, των Πλαταίων, των Καραϊσκαίων, των Πατσαουραίων, των Μιχαλοπουλαίων κ.ά., που δεν βρίσκονται πια στα Αγραφιώτικα βουνά και που μιλούν για καιρούς πολέμων ή ειρήνης, για πατρίδες και χώματα που εγκαταλείφθηκαν φεύγοντας άλλοι μετανάστες άλλοι στις μεγάλες πόλεις. Αποθησαυρίζοντας κείμενα μαθαίνουμε ότι τα Πάνω Άγραφα παζαρεύονται στην Καρδίτσα κάθε χρόνο στις 21 Μαΐου, όπου πουλούσαν και τα βοτάνια των βουνών τους. Σε αυτά τα παζάρια εκτός από τους εμπόρους και τους ψιλικατζήδες που στήνουν παραπήγματα, παράγκες (τσατούρια), και ξαπλώνουν τα εμπορεύματα τους για πούλημα, έρχονται και οι χωριάτες. Κατά κανόνα τότε τα παζάρια διαρκούσαν οκτώ μέρες. Τις τρεις πρώτες πουλιούνται τα ζώα, γίνεται το ζωοπάζαρο, όπως λένε, από τους γεωργούς που φέρνουν βόδια, μουλάρια, γαϊδούρια, καλοθρεμμένα πρόβατα ή γίδες (μαρτίνια), κοτόπουλα, αυγά, κ.λπ. αγοραστές, είναι άλλοι γεωργοί που έχουν ανάγκη από ζώα. 

Εκείνα τα χρόνια την εβδομάδα της Λαμπρής, που αρχίζει τη Κυριακή του Πάσχα και τελειώνει του Θωμά, την ονόμαζαν Ασπροβδομάδα, και δεν έκαναν καμιά εργασία σε κανένα γεωργικό χωριό, ούτε σε χωράφι πηγαίνουν, ούτε για ξύλα. Ειδικά στα Άγραφα παραδέχονται πως η βδομάδα αυτή ονομάστηκε έτσι επειδή ασπρίζουν οι ρόκες, τα καλαμπόκια (Λουκόπουλος, 165). Εδώ όπως και στην Ήπειρο, τα καλαμπόκια δεν τα ξεφλουδίζουν ούτε τα ξεσπειρίζουν  το φθινόπωρο που τα μαζεύουν. Τα αποθηκεύουν και όταν έχουν ανάγκη να φέρουν άλεσμα στο μύλο, ξεφλουδίζουν όσα χρειάζονται (ρόκες), και τα άλλα τα φυλάνε. Αυτές λοιπόν οι ρόκες, όπως ξέρουμε, είναι κίτρινες, οι αγραφιώτες παραδέχονται πως τη Λαμπροβδομάδα ασπρίζουν. 

Παράδοση, μύθοι, δοξασίες και μεγάλος σεβασμός στην εκκλησία, κυριαρχούν στα απόκρημνα και απομονωμένα αυτά χωριά. Στις 30 Νοεμβρίου του Αγίου Ανδρέα ‘’αυτός που αντρειεύει τα σπαρτά’’ στα Άγραφα έφερναν τα πολυσπόρια (στάρι, καλαμπόκι, κουκιά, φασόλια κ.λπ.), μπροστά στην ωραία πύλη να τα διαβάσει ο παπάς για το καλό. Στις μέρες της ξηρασίας πάλι, έπιαναν μια χελώνα και τη κρεμούσαν στο δέντρο. Γνωρίζουν σίγουρα πως μετά από τρεις μέρες θα βρέξει, όση ξηρασία κι αν έχει.

Θαρρείς έχει σταματήσει ο χρόνος σε αυτή την Ελλάδα, την τόσο έξω από τα δρώμενα της χώρας και τα πάσης φύσεως κυκλώματα. Μια εξαιρετική πεζοπορική διαδρομή (1ω30’), ξεκινά μετά τη γέφυρα που περνά πάνω από το Σμπορόρεμα 2500μ. από το κέντρο του χωριού προς Καμάρια. Προσοχή, γιατί υπάρχουν δύο δρόμοι που στρίβουν δεξιά, εμείς αναφερόμαστε στον δεύτερο, που ξεκινά κατηφορικός και θα σας φέρει στις Μιάλες (Χοντέικα), έναν πανέμορφο συνοικισμό με παραδοσιακά πετρόχτιστα σπίτια, αυλές, μονοπάτια και το θόρυβο που κάνει παφλάζοντας νερό του Σμπορορέματος, που συναντάτε πιο κάτω. Αν προβλέψετε και έχετε μαζί σας σορτσάκι, μποτάκια ή παπούτσια τρέκκινγκ περπατήστε το ολόδροσο ρέμα περάστε το στενό φαράγγι που θα βρείτε και λίγο πιο πάνω θα δείτε τους μικρούς καταρράκτες. Η ομορφιά των πιο κρυφών σημείων του τόπου, παρασύρει όλο και πιο ψηλά, στον δυσπρόσιτο μεγάλο καταρράκτη, προς τη Λίπα όπου φτάνει ο δρόμος από τη Γαβρολισιάδα

Η ξεκούραση στην πλατεία των Αγράφων και η διακριτική επίσκεψη στις ψησταριές τους είναι απαραίτητη μετά από όλα αυτά, προσοχή όμως στις ολοήμερες κραιπάλες γιατί το πρωί θα πρέπει να συνεχίσετε τη διαδρομή, μην το κάνετε και σεις ‘’θα έπρεπε’’.  Τα ψητά και τα νόστιμα λαχανικά είναι όλα ντόπια, νοστιμότατα. Από ότι όμως παράγεται στα Άγραφα, εκλεκτά και φημισμένα θεωρούνται τα τυριά τους και είναι λογικό αφού βόσκουν σε μια από τις καθαρότερες και πιο πλούσιες χορτολιβαδικές εκτάσεις της χώρας, ίσως και της Ευρώπης. Ακούγεται αστείο αλλά είναι αληθινό, κεφαλοτύρι (πρωτοπορία τότε) με το όνομα ‘’τυρός Αγράφων Τζουμέρκων’’, έφτιαξε το 1909 σε ‘’κεφάλια’’ των 8 – 18 κιλών στους Μελισσουργούς Άρτας, ο τυροκόμος Βασίλειος Γκονέζος. Μάλιστα τον ίδιο χρόνο βραβεύτηκε στην τυροκομική έκθεση της Αθήνας (Παπακώστας, 196).

Ακόμη μια φορά αποχαιρετούμε ένα αγαπημένο μέρος χαιρετίζοντας τους ατόφιους και φιλόξενους κατοίκους. Κατηφορίζοντας αρχικά από το δρόμο που ήρθατε, βρίσκετε τη δστ. στο ενάμισι χλμ, και αριστερά (δεξιά πάει στο νερόμυλο για πρωινό), περνάτε το Σμπορόρεμα αρχίζοντας να ανεβαίνετε τις βορειοανατολικές πλαγιές τις Κόφτρας. Ο ύπνος στη σκηνή κάτω στο Σμπορόρεμα που μόλις περάσατε είναι φανταστικός. Όσο σουρουπώνει  ακούγονται τα τελευταία κελαηδίσματα των πουλιών μέσα σε μια γαλήνια ατμόσφαιρα, μέχρι που πέφτει τελείως το φως και τα πάντα σωπαίνουν, εκτός από το ποτάμι. Αν η εποχή που θα στήσετε είναι κατά τον Ιούλιο, εκατοντάδες πυγολαμπίδες θα σας κάνουν παρέα και όσο για φωτιά, ξύλα υπάρχουν άφθονα, περάστε απέναντι από το ποτάμι και θα βρείτε πολλά.

Την Παραμερίτα στα 1400 μ. υψ. θα τη συναντήσετε δεξιά σας ανεβαίνοντας τον όλο στροφές αρχικά, χωματόδρομο προς Μάραθο. Είναι ένας μικρός συνοικισμός απέναντι από τα Άγραφα στις πλαγιές της κορυφής ‘’Κόφτρα’’ (1505 μ. υψ.). Κάποτε αρκετούς κατοίκους (143 άτομα το 1961), ενώ σήμερα κάποιοι επιστρέφουν ανακαινίζοντας τα παλιά τους σπίτια. Ο δρόμος είναι γεμάτος πέτρες και χαλίκια στις στροφές, πρέπει να προσέχετε τον μπροστινό τροχό, ειδικά αν έχετε πολύ βάρος πίσω. Κοντά στην προτελευταία στροφή στη θέση ‘’Κουκωτό’’ περίπου στα 1300 μ. υψ. δεξιά σας είναι μια στάνη. Όλοι της παρέας θυμόμαστε κάποιο απόγευμα πριν χρόνια που μας φιλοξένησε ο κτηνοτρόφος – βοσκός Γιώργος Πλατής και η γυναίκα του Ευδοκία, που μένουν εδώ, μαζί με τα κοπάδια προβάτων που έχουν. 

Υπέροχοι άνθρωποι ταπεινοί και καταπονημένοι μες στη μεγαλοσύνη του τοπίου και της ψυχής τους, μοιράστηκαν μαζί μας λίγες σκέψεις για το μέλλον. Η σοφία τους ξεχείλιζε με λίγα λόγια που εισχωρούσαν στη μνήμη σα βελόνες. Αντιστέκονται στο χρόνο επιβιώνοντας με το μοναδικό πράγμα που έχουν μάθει να κάνουν καλά, κερνώντας μας μάλιστα το θαυμάσιο περιζήτητο τυρί τους, ζυμωτό ψωμί από τα χέρια της κυρίας Ευδοκίας και τσίπουρο. Γενικά οι αγραφιώτες (Ευρυτάνες), σε πολλές συμπεριφορές και πολιτιστικά στοιχεία θυμίζουν τζουμερκιώτες (Ηπειρώτες), το ίδιο ισχύει για τα μέρη που διάλεξαν να ζουν, το πείσμα να τα κρατήσουν έξω από οποιαδήποτε κυριαρχία και τους αγώνες που έδωσαν για να διατηρήσουν αυτή την ελευθερία. Δεν αποτελεί σύμπτωση ότι τα πιο δυνατά αρματολίκια στην προεπαναστατική Ελλάδα ξεκίνησαν από αυτούς τους τόπους, ούτε είναι τυχαίο ότι αυτά άντεξαν σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της κατάκτησης.

Λίγο πιο πάνω ένα μικρό πετράλωνο, χωρίς ‘’χείλη’’ κι’ αυτό, μαρτυράει παλιότερη κατοίκηση του τόπου. Περνώντας τον αυχένα του Κουκοτού η διαδρομή αρχίζει να χειροτερεύει, και όσο κατηφορίζει τόσο παραμορφώνεται. Η θέα είναι καταπληκτική αλλά η κλίση του δρόμου μας κάνει να μην τον αφήνουμε από τα μάτια μας. Όσο χάνει ύψος, με συνεχόμενα πέταλα, τόσο οι γκρεμοί πλησιάζουν ενώ η θέα προς τις βουνοκορφές δεν περιγράφεται. Όπως απερίγραπτη είναι και η κατάσταση στο δρόμο, τώρα πια. Γκρεμισμένος σε πολλά σημεία, καλύπτεται με μεγάλες κοτρόνες απ’ τις συνεχείς κατολισθήσεις, σχεδόν σε όλο το πλάτος. Υπομονετικά εσείς, γιατί παραδίπλα χάσκει ο γκρεμός, προσπαθήστε να αποφύγετε τα νεροφαγώματα και τα ψιλογλιστρήματα των τροχών στο χοντρό χαλίκι και τις πρασινάδες. Οι αναρτήσεις θα ταλαιπωρηθούν αλλά τελικά μόλις περάσετε τον συνοικισμό ‘’Πλάτανο’’ και τα εκατοντάδες κοτόπουλα που κατακλύζουν τον τόπο, θα μπείτε μετά από δεκαεννιά συνολικά χλμ στον πανέμορφο και ιστορικό Μάραθο.

Ο Μάραθος (από 1836 ως 1928 Μύρισι, γράφεται και Μύρησι ή και Μύρεσι ), σε υψόμετρο 890 μ. περιβάλλεται από τις κορφές Προσηλιάκου (1861 μ. υψ.), Ουρανός (1619 μ. υψ.), Κατσαντώνη ή ‘’στ’ Αντών’’ (1431 μ. υψ.), Κόφτρα (1505 μ. υψ.). Είναι περισσότερο υπερήφανο από τα άλλα χωριά γιατί εδώ βρίσκεται η εκκλησία των Ταξιαρχών (1760), σπουδαίο Αγραφιώτικο μνημείο που ξεχωρίζει από μακριά, και βέβαια εδώ γεννήθηκε ο Κατσαντώνης, η μεγάλη μορφή του Αρματολικιού των Αγράφων. Υπήρξε έδρα της ομώνυμης κοινότητας με 13 συνοικισμούς και πάνω από τριακόσιους μόνιμους κατοίκους, που ασχολούνταν κυρίως με τη κτηνοτροφία και τη δασική εκμετάλλευση. Μετά, ήρθε η εγκατάλειψη και για πολλά χρόνια, όπως και σήμερα άλλωστε, λίγες μόνο οικογένειες έρχονται για διακοπές ή για να επισκευάσουν τα σπίτια τους, γύρω στα πενήντα άτομα. Το 2001 η απογραφή ήταν μια έκπληξη αφού κατέγραψε τριακόσιους τριάντα κατοίκους, που οι αντιξοότητες του χειμώνα τους κρατούν μακριά εκτός από δέκα που ξεχειμωνιάζουν στη γενέτειρά τους.

Στα κλασικά χωριάτικα καφενεδάκια του κυρ - Χρήστου Πεσλή και της κυρίας Μαρίας Μπούρα θα βρείτε σπέσιαλ μεζέδες για τσιπουράκι ντόπια φέτα αλλά και τηγανιά. Κυρίως όμως θα ξετρυπώσετε εικόνες της παλιάς Ελλάδας και την αντίληψη του χρόνου που έχει χαρακώσει στο πέρασμά του αυτές τις μορφές. Την τελευταία φορά που περάσαμε μας κέρασε η γυναίκα του κυρ – Χρήστου ένα φανταστικό λικέρ από…ανθό έλατου. Ζητήστε το όταν βρεθείτε εκεί…θα μας θυμηθείτε.

Ο Μάραθος παρά το μέγεθός του, έχει αξιοθέατα που θα ζήλευαν άλλα, μεγαλύτερα χωριά. Περιβάλλεται από ένα κατάφυτο περιβάλλον με δεκάδες μονοπάτια για πεζοπορία, μέχρι κάτω στο βάθος του γκρεμού που κυλάει το Μυρισιώτικο ρέμα, που έδινε δύναμη στη βαριά μυλόπετρα του παλιού πετρόχτιστου νερόμυλου. Η προτομή, και ο ορειχάλκινος ανδριάντας του Αντώνη Κατσαντώνη (1775; - 1808), που δεσπόζει στην ομώνυμη πλατεία είναι έργο του γλύπτη Βασίλη Παπασάικα. Η χρονολογία της γέννησής του ‘’αετού των Αγράφων’’ δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Τοποθετείται ανάμεσα στα έτη 1773 – 1777 με πιθανότερο το 1775 (για βιβλιογραφία δες Σταμέλος, 34). Πατέρας του ήταν ο Σαρακατσάνος αρχιτσέλιγκας Γιάννης Μακρυγιάννης από το Βασταβέτσι, σημερινό Πετροβούνι στα Ηπειρώτικα Τζουμέρκα. Γύρω στο 1770 γνωρίστηκε με την Αρετή, κόρη μεγαλοτσέλιγκα από τον Μάραθο και στέριωσε για λίγο εκεί. Ο πρωτότοκος γιος ήταν ο Αντώνης, αργότερα Κατσαντώνης(6), ο ατίθασος(7)  που ‘’...είχε παντού λημέρια’’, οι άλλοι δύο ήταν ο Κώστας Λεπενιώτης και ο Γιώργος Χασιώτης. Η δράση του θρυλικού Κατσαντώνη πριν, και των δύο αδερφών του κατά τη διάρκεια αλλά και μετά τους χρόνους της Επανάστασης, απλώθηκε πέρα απ’ τα Άγραφα, στην Αιτωλία και την Ακαρνανία κυρίως. Θανατώθηκε μαζί με τον αδελφό του Χασιώτη στα Γιάννινα το 1807 – 1808, (Σταμέλος,  186, 187, 188).

Η Επανάσταση του 1821 αποτελεί κορυφαίο γεγονός της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας που στόχευε στην εξουδετέρωση ή και σύνθλιψη απολυταρχικών εξουσιών. Η νομιμοποίηση της, το αίσθημα ελευθερίας που σαν ντόμινο δημιούργησε σειρά αντιοθωμανικών εξεγέρσεων από την Πελοπόννησο και την Κρήτη μέχρι τον Πόντο, ήρθε από τις φιλελεύθερες ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης, και ξεκίνησε από τις Παραδουνάβιες περιοχές. Γρήγορα, σαν ποτάμι που δεν γυρίζει πίσω, εξαπλώθηκε σε όλη την Ελλάδα. Η βάση της ήταν η ιδεολογική - οργανωτική προετοιμασία των ταπεινών εμπόρων και διανοουμένων της Φιλικής εταιρείας (Υψηλάντης, Μουρούζης, Ξάνθος, Σκουφάς, Τσακάλωφ, Αναγνωστόπουλος κ.ά). 

Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι στην Ελλάδα ο πόθος για τη απόκτηση πατρίδας καλύπτεται, και διδάσκεται, ακόμα και σήμερα, από κενή περιεχομένου ρητορεία με επακόλουθο, να έχει καλυφθεί πλήρως η ευρωπαϊκή της διάσταση. Η κατάληξη είναι ότι πολλές ‘’δύσκολες’’ στη κατανόησή τους πτυχές της, παραμένουν ακόμα άγνωστες. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι οι καπεταναίοι, από τη προεπαναστατική περίοδο ακόμα, αγωνίστηκαν για την Ελευθερία. Τα αρματολίκια των Αγράφων είχαν αναγνωριστεί επί σουλτάνου Μουράτ Β’ (1421 – 1451), και από τότε εγκαινιάστηκε ο θεσμός και μια μορφή αυτοδιοίκησης (ταξίδια τ. ΣΤ’, 121 παραπομπή 5). Δοξασμένοι κλέφτες και αρματολοί έδρασαν σε τούτα τα μέρη….‘’Ο Καπετάν Γιάννης Μποκουβάλας εσυγκρότησε εις τα Άγραφα τόσους πολέμους προς τους Τούρκους, ώστε και τον πάππον του Αλή Πασά Μέντζο Χούσον εβίασε δια των όπλων να οπισθοχωρήσει εις την πατρίδα του (Περραιβός, Ιστορία, 23). 

Αργότερα, και παρά τα όσα λέγονται, βοήθησαν οι κοτζαμπάσηδες και η εκκλησία. Χωρίς αυτούς δεν θα μπορούσε να διεξαχθεί αγώνας οκτώ και πλέον ετών. Στη διάρκεια του, ο Καραϊσκάκης και ο χιλιοτραγουδισμένος όσο κανένας άλλος Κατσαντώνης (ταξίδια τ. ΣΤ’, 118), δώσανε πολλά, χωρίς όμως να ξεχνούν το αρματολίκι τους στα Άγραφα, ενώ κανείς δεν αναφέρει ότι η προοπτική για σύσταση εθνικού κράτους, κοινού για όλους, στηρίχθηκε και ίσως ανήκει, στους εμπόρους, τους καραβοκύρηδες, και τους διανοουμένους της διασποράς που ταυτόχρονα ήταν φορείς του ευρωπαϊκού φρονήματος και του εκσυγχρονισμού.

Στα χρόνια μετά το 1821, που σχηματίστηκε το Ελληνικό κράτος, (πρωτόκολλο Λονδίνου 22 Ιαν - 3 Φεβ 1830, ολόκληρη η Θεσσαλία, οι δύο επαρχίες του Καρπενησίου(η ομώνυμη και των Αγράφων), η Αργιθέα, η Ήπειρος και η Άρτα, παρέμειναν υπό Τουρκική εξουσία (άρθρο 2), παρά το γεγονός της ενεργής συμμετοχής και των μαχών που είχαν δώσει για την απελευθέρωση οι Αγραφιώτες. Η συνθήκη της Κωνσταντινούπολης 27 Ιουν – 9 Ιουλ.1832 και το πρωτόκολλο του Λονδίνου του ιδίου έτους θα ρυθμίσουν τα νέα σύνορα (Αμβρακικός – Παγασητικός), οριστικά. Η Ευρυτανία συμπεριλαμβάνεται πλέον στην ελεύθερη ελληνική επικράτεια και τα Άγραφα είναι τα όρια Ελληνικού κράτους.

Ο Μάραθος έχει δύο εκκλησίες, της Αγίας Αικατερίνης έξω από χωριό, και στο κέντρο του οικισμού, την ξεχωριστή των Αγίων Ταξιαρχών (1760), που είναι αφιερωμένη στον αρχάγγελο Μιχαήλ. Γιορτάζει με πανηγύρι δύο φορές το χρόνο, του Αγίου Πνεύματος και στις 8 Νοεμβρίου. Ρωτήστε στο κατάστημα του κυρ – Χρήστου Πεσλή για το κλειδί. Σύντομα θα έρθει ο θείος του, Στέλιος Πεσλής, επίτροπος και θεματοφύλακας των μνημείων της περιοχής, που θα αναλάβει και την ξενάγηση. Ο ναός των Ταξιαρχών είναι μνημείο μεγάλης αρχιτεκτονικής αξίας και ο μεγαλύτερος σε μέγεθος από όλους τους προεπαναστατικούς ναούς των Αγράφων, γεγονός που υποδηλώνει σημαντικό πληθυσμό. Ιδιαίτερα αξιόλογης τέχνης θεωρείται η αγιογράφηση του ναού που έγινε σε δύο φάσεις (1769 και 1791), από τους δημιουργικότερους επιγόνους της σχολής του Διονυσίου, στο Φουρνά, οι Γεώργιος Γεωργίου και Γεώργιος Αναγνώστου (Γκιόλιας, 534). Οι ίδιοι που έχουν αφήσει εξαιρετικές εργασίες τους σε πολλές εκκλησίες και μοναστήρια των Αγράφων.

Ο ναός έπαθε σημαντικές ζημιές από τους σεισμούς του 1966 – ’67, με αποτέλεσμα την κατάρρευση τμήματος του νάρθηκα και του γυναικωνίτη, ζημιές στους θόλους και τη τοιχοποιία. Υπό την επίβλεψη του Π. Λαζαρίδη πραγματοποιήθηκαν οι απαιτούμενες επισκευές το 1967, ενώ την περίοδο 1985 – ’86 ανακαινίστηκαν οι τοιχογραφίες με δαπάνες της Κοινότητας. Ο Χρήστος Πεσλής στο καφενείο έχει τα κλειδιά, ζητήστε να σας δείξει το εσωτερικό του ναού που καλύπτεται στο σύνολό του με αγιογραφίες και ζωγραφικές διακοσμήσεις. Σημαντικό είναι το σκαλιστό ξυλόγλυπτο τέμπλο του 18ου αι. με πλούσιες φυτικές διακοσμήσεις, αποτρεπτικούς δράκοντες και δεσποτικές εικόνες ηπειρωτικής τέχνης του 1746, (Γιαννίτσαρης – Βρυνιώτης, Εκκλησίες 57 – 65  και Λαζαρίδης ΑΔ τ.16, 199). Υπεύθυνη γι’ αυτό, όπως και του μοναστηριού της Στάνας, είναι η 7η εφορεία βυζαντινών αρχαιοτήτων Λάρισας. 

Είναι 20 Ιουλίου και οι ετοιμασίες για το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία βρίσκονται στη κορύφωσή τους, περιμένουν άλλωστε κόσμο ακόμα και από τα γύρω χωριά. Το ‘’αγροτικό’’ του Χρήστου Πεσλή έχει μπατάρει από το πολύ βάρος, γεννήτρια για τα φώτα, προσανάμματα για τη φωτιά, κεριά και λαμπάδες για την εκκλησία, το μεγάλο καζάνι για το βραστό και η σιδερένια βάση του φορτώνονται με επιμέλεια. Ο Παναγιώτης Τσιγαρίδας τοποθετεί τα αναψυκτικά προσπαθώντας να βάλει ακόμα ένα κομμάτι πάγου στο βαρέλι, για να παγώσει τα ποτά που θα συνοδεύουν το γεύμα. Αμφιβάλλουμε αν με τόσο βάρος θα βγάλει την ανηφόρα για να βγει από το χωριό ή αν θα σταματήσει έγκαιρα στη κατηφόρα της Δραμάλας. Με την εμπειρία που έχουν βέβαια στα κατσάβραχα, το πιθανότερο είναι να τα καταφέρουν, και το γλέντι, ως συνήθως, να κρατήσει μέχρι αργά το βράδυ.

Η διαδρομή από εδώ και κάτω, μέχρι το Κερασοχώρι είναι καθαρά δασική, διασχίζει ένα εκπληκτικό ελατόδασος και μέρη που σπάνια αντικρίζει ο περιηγητής, αναδεικνύοντας άλλη μια φορά την παντοδυναμία και την ομορφιά της φύσης. Πρόκειται για την παλιότερη οδό επικοινωνίας, μαζί με την κρυφή και παντελώς άγνωστη στους οδηγούς (εξαιρούνται οι οδοιπόροι), που έρχεται από Άγιο Δημήτριο, προς Μάραθο και Άγραφα. Ήταν ο παλιός και μοναδικός δρόμος με εύκολη πρόσβαση στα χωριά μέχρι το 1985, που άνοιξε ο δεύτερος από το ποτάμι. 

Λίγο έξω από το Μάραθο (+/- 2,3 χλμ) αγνοείστε την δεξιά δστ., που οδηγεί(8) στον συνοικισμό Δραμάλα και το ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία (που γίνεται το πανηγύρι), και θα δείτε τη μικρή πινακίδα που σας στέλνει αριστερά προς ‘’Κλοπουκίτσα’’. Ακολουθήστε τον, διασχίστε για τα επόμενα επτά χλμ απότομες βουνοπλαγιές, ισιώματα, και θα βγείτε στη μικρούλα Κλοπουκίτσα (700 μ. υψ.), έναν ακόμη συνοικισμό του Μάραθου με λίγα αγροτόσπιτα, την εκκλησία της Παναγίας και μια οικογένεια που μένει εδώ μόνιμα. Ενάμισι χλμ. πιο κάτω, είναι η δστ που οδηγεί στον μεγαλύτερο συνοικισμό του Μαράθου, με 4 – 5 οικογένειες να μένουν μόνιμα εδώ, το Σέλλο (980 μ. υψ.), χτισμένο στις βορειοδυτικές πλαγιές της κορφής Καυκί (1751 μ. υψ.). 

Ο τόπος εδώ είναι απερίγραπτος από φυσική ομορφιά, και πανέμορφη θέα. Μέσα στο χωριό εκτός από τα λίγα καλοδιατηρημένα πετρόχτιστα σπίτια υπάρχει η ωραία εκκλησία του Αγίου Νικολάου (1700), και κάτω στο ρέμα ο παλιός πετρόχτιστος νερόμυλος του χωριού, παρατημένος και μισογκρεμισμένος σήμερα. Ψηλότερα, στη δασωμένη βουνοπλαγιά του Μούσκου υπάρχει μια σπηλιά, με οκτώ περίπου μέτρα άνοιγμα που η παράδοση διασώζει ότι τα χρόνια της τουρκοκρατίας χρησιμοποιήθηκε για νομισματοκοπείο. 

Ο δασικός δρόμος μοιάζει ατελείωτος, οδηγώντας ανάμεσα σε βουνοπλαγιές, πυκνά δάση από έλατα και ρεματιές που το χειμώνα μαστιγώνονται από τις θύελλες και τα χιόνια. Στα πεντέμισι χλμ θα βρείτε αριστερά σας, τη δστ. που από μονοπάτι – δρόμο σας βγάζει στη Χρύσω, ενώ ευθεία σε άλλα 3,5 χλμ βγαίνετε στα λιβάδια, στις κεραίες της Ψηλόραχης (1332 μ. υψ.), και τελικά στο ‘’καραούλι’’ του Κερασοχωρίου, συμπληρώνοντας εικοσιτέσσερα αξέχαστα χλμ από το Μάραθο ανάμεσα σε χαράδρες και βάραθρα. Η κεντρική χάραξη του δρόμου, ακολουθεί ένα εκτεταμένο δίκτυο μονοπατιών στα οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια των Αγραφιώτικων διαδρομών (ταξίδια τ ΣΤ’ παραπομπή 1, 121). Να θυμάστε ότι η διαδρομή Μάραθος – Κερασοχώρι, το χειμώνα καλύπτεται από άφθονα χιόνια παραμένοντας αδιάβατη για μεγάλο χρονικό διάστημα. 

Αλήθεια είναι ότι ξεκινάμε πολλές φορές να περιηγηθούμε τον ορεινό όγκο Αγράφων, τις περισσότερες φορές φτάνουμε άλλες πάλι όχι. Οι δρόμοι και κυρίως η φαντασία παίζουν τον δικό τους μαγικό ρόλο, ώστε να βρεθούμε ‘’εκτός πορείας’’. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν και πόσες φορές, έχετε πράγματι ‘’παρασυρθεί’’ από μονοπάτια που ‘’ο Θεός ξέρει που βγάζουν’’ και κατά πόσο ο χρόνος που έχετε στη διάθεσή σας επιτρέπει να ‘’χαθείτε’’. Έτυχε όμως πολλές φορές και πάντα ανακαλύπταμε καινούργια μνημεία, ξεχασμένα γεφύρια, ‘’άλλους’’ ανθρώπους, διαφορετικές διαδρομές. Τα Άγραφα γοητεύουν και έχουν υπόσταση, χάρις στα εκατομμύρια χρώματα από την παλέτα της φύσης και την απόλυτη κυριαρχία του τοπίου. Δεν διαθέτουν μεγάλους ασφαλτοστρωμένους δρόμους, αντίθετα κυριαρχούν τα μονοπάτια και οι χωματόδρομοι. Δεν έχει παρά την απαραίτητη σήμανση, ‘’στερείται’’ τις χλιδάτες ξενοδοχειακές υποδομές που έχουν καταστρέψει τους πραγματικούς κατοίκους σε άλλες περιοχές, όμως κρατάει αλώβητα χιλιάδες στρέμματα δασών, παρθένες τοποθεσίες, άφθονο φως, χρώμα, και άπλετο χώρο για όποια δραστηριότητα επιλέξει ο επισκέπτης. Αυτό είναι που εντυπωσιάζει και τελικά ‘’δένει’’ τον περιηγητή, η ολοένα μεγαλύτερη και στενότερη σύνδεσή του με το χώρο.

Σε αυτό το απομονωμένο τμήμα της χώρας μας, που προσπαθεί μόλις τα τελευταία χρόνια να γίνει γνώριμο και οικείο, η καλύτερη εποχή για επίσκεψη ξεκινά την άνοιξη, τότε που τα χιόνια ‘’τραβιούνται’’ στις ψηλότερες κορφές και φτάνει μέχρι τις αρχές του Δεκέμβρη που ξαναρχίζουν. 

Τα Άγραφα είναι πραγματικά οι τελευταίοι παράδεισοι που έχουν μείνει στην Ελλάδα, με μια φύση και με βουνά που διαθέτουν μια απαράμιλλη – παρθενική ομορφιά. Όλα αυτά προσκαλούν τους ανθρώπους σε μια καινούργια συνάντηση, ένα αντάμωμα που είναι καιρός να το γευθείτε και εσείς.

Σημειώσεις:

(1) Περί ονομασίας βλ. ‘’Ταξίδια στην Άλλη Ελλάδα’’, ταξίδια 2004 τόμος ΣΤ’, σημείωση Νο 3, σελ 121.

(2)Οι δρόμοι που τόσο τους χαιρόμαστε έχουν αναμφίβολα αλλάξει το περιβάλλον των Αγράφων. Φυσικά δεν υπήρχε άλλη λύση για να σπάσει η απομόνωση. Όμως πριν γίνουν έργα, θα έπρεπε να μελετηθεί το πώς θα απομακρυνθούν τα μπάζα και από πού πρέπει να περάσει ο δρόμος. Αυτά τα αυτονόητα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90 δεν υπήρχαν, με αποτέλεσμα να έχει συντελεστεί μια σημαντική φθορά στο περιβάλλον, στις δασοσυστάδες και στον ποταμό Αγραφιώτη, που δεχόταν δεκάδες κυβικά χωμάτων από τα ‘’νέα έργα’’. Επακόλουθο αυτής της πολιτικής (όπως το ψάρεμα με δίχτυα και άλλες μεθόδους), ήταν να μειωθεί αισθητά ο γόνος της πέστροφας (φτάνοντας έως και τον αφανισμό της), και η ζωή στο ποτάμι, που πριν λίγα χρόνια έδινε σε πολλούς περιηγητές τη χαρά του ψαρέματος και στους ντόπιους ένα πρόσθετο εισόδημα. Ευτυχώς, το δασαρχείο το απαγόρευσε και η κατάσταση μοιάζει αναστρέψιμη.

(3)Πολλές παραδόσεις συνοδεύουν τη Ι. Μ. Στάνας και την εύρεση της εικόνας. Παραλείπω τα συνηθισμένα που συναντάμε σε όλα σχεδόν τα απόμερα μοναστήρια (έτρεχε νερό από σχισμή του βράχου και ο βοσκός που έβλεπε κάτι να λάμπει) και αναφέρω κάτι που λένε ακόμα οι κάτοικοι. Στα Επινιανά κατοικούσε η οικογένεια Στάνου, που είχε κοπάδια από γιδοπρόβατα. Σε μια δυνατή μπόρα ο Στάνος κρύφτηκε σε μια κοιλότητα ενός κατακόρυφου βράχου. Εκεί βρήκε την εικόνα της Παναγίας και δίπλα ένα αναμμένο καντήλι. Από τότε που αντίκρισε την εικόνα περπατούσε πιο ανάλαφρα, όλοι οι δρόμοι συντόμευσαν, σαν να τον έσπρωχνε μια υπέρτατη δύναμη. Το είπε στην οικογένειά του και όλοι μαζί αποφάσισαν να χτίσουν την εκκλησία που της έδωσαν το όνομά τους. (Γ. Χρυσικού, Μοναστηράκι, σελ 81).

(4)Η καθαρά ορεινή γεωγραφική περιοχή της Ευρυτανίας περιλαμβάνει την ενότητα των Αγράφων (βουνά και χωριά). Είναι μια, μοναδική, και δεν έχει σχέση με το πρώην οροπέδιο της Νευρόπολης (νυν τουριστικό θέρετρο λίμνης Πλαστήρα), στο Νομό Καρδίτσας. Ο διαχωρισμός έγινε όταν δημιουργήθηκαν τα σύνορα της Ελλάδος μετά την απελευθέρωση. Τότε τα Ευρυτανικά συμπεριλήφθηκαν στο Ελληνικό έδαφος ενώ τα Θεσσαλικά παρέμειναν στην τότε τουρκοκρατούμενη περιοχή (Γιαννίτσαρης – Βρυνιώτης, τομ 6, σελ 64) το πρόσθεσα 27/3/07 και στα συμπεράσματα του συνεδρίου (2001) 173 αναφέρεται ότι: «Ο δήμος Αγράφων είναι τα πραγματικά Άγραφα της Ελλάδας. Η καταχρηστική χρήση του ονόματος από την ορεινή – πεδινή Καρδίτσα για επαγγελματικούς λόγους δημιουργεί σύγχυση και παραποίηση της ιστορίας». Δες επίσης Σδρόλια εις μνήμην Θεοχάρη σελ 502 σημ. 17.

(5) Αρχικά δημιουργήθηκε ο δήμος Αγραίων (Β. Δ. της 18ης (30) Σεπτεμβρίου 1836) με έδρα την Αγραϊδα (Κεράσοβο αργότερα Κερασοχώρι). Η ανωτέρω απόφαση δεν δημοσιεύτηκε στην Ε.τ.Κ. και αργότερα το ίδιο συνέβη με τη προσάρτηση του Δήμου Κυφαίων (Άγραφα) - (ΓΑΚ. Οθ. Αρχ. Υπ. Εσ. Φ. 115. Ad. N. 10920). Αργότερα, ένα τμήμα του αποσπάστηκε (ΦΕΚ 51 Β.Δ. 18/11/1876) με έδρα τα Άγραφα δημιουργώντας τον ομώνυμο δήμο (περισσότερα στο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς, Ιστορικό Διάγραμμα των Δήμων της Ελλάδας 1833 – 1912, σελ 212, 213.).

(6)Πολλές απόψεις διατυπώθηκαν για την ετυμολογία του ονόματος. Η επικρατέστερη αναφέρει πως ο Αντώνης Μακρυγιάννης, έγινε Κατσαντώνης από τη συχνά παρακλητική φωνή της μάνας του, ‘’κάτσε, κάτσε Αντώνη’’, όταν παιδί ακόμα, φοβέριζε ότι θα φύγει στα βουνά.

(7) Από συκοφαντία, δήθεν για κλοπή ενός προβάτου, φυλακίστηκε στα Γιάννινα. Κατά τη διάρκεια της κράτησής του, ο Αλή Πασάς προείδε τα ψυχικά και σωματικά του χαρίσματα και του έκανε πρόταση να τον κατατάξει στους εκλεκτούς σωματοφύλακές του (Αληπασαλήδες Τζοχανταραίοι). Ο Κατσαντώνης του απάντησε ‘’μου λέτε πράμα που δεν θα κάνω ποτέ, αν μπορούσα μόνο να πηδήσω έξω από τη φυλακή’’. Και τότε; του λέει ο Αλής, τι θα γίνει; Θα στείλω τους έφιππους χωροφύλακες (Σοφαρίδες) να σε συλλάβουν. ‘’Μου δίνεις, λέει ο Κατσαντώνης 15 δρασκελιές μπροστά απ’ αυτούς; και τότε θα δεις’’. Εμπρός, είπε ο Αλής και τον άφησε. Έ λοιπόν …οι έφιπποι χωροφύλακες – στη πεδιάδα των Ιωαννίνων – δεν κατόρθωσαν να τον συλλάβουν! (Δ. Παπακώστα, Ηπειρωτικά, σελ 546).

(8) Αυτή η διαδρομή, είναι τμήμα του παλιού μονοπατιού που συνέδεε το Μάραθο, με τον κεντρικό ‘’δρόμο’’ – μονοπάτι τότε, με τα Άγραφα. Μέχρι πριν μια δεκαετία ήταν ανοιχτή, πέρασαν με κόπο από εκεί, συνάδελφοι μοτοσυκλετιστές (1η φορά Β. Σπαντιδάκης – Θ. Γαζούλης – 2η φορά Θ. Γαζούλης, Δ. Γιαννακούρας, Θ. Πινιάρης), περιγράφοντας ένα ανυπέρβλητο κατάφυτο τοπίο, που πρωταγωνιστούσε το βαθύ Μυρισιώτικο ρέμα.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης 22370

ΔΙΑΜΟΝΗ : Επινιανά Γαντζούδης Κώστας 94122, 93212, Άγραφα Γιώργος Κίτσιος ‘’ο Πύργος των Αγράφων’’ 93200, 24082, Κώστας Κομπογιάννης 93209, 23239, Ξενώνας ‘’Τα Άγραφα ‘’ Κώστας Γατής 93220, Μάραθος Χρήστος Πεσλής95869. Καταφύγια: Όλα είναι μαζεμένα πάνω από τη λίμνη Πλαστήρα. Ο ‘’Ελατάκος’’ (από Ζυγογιαννέικα +/- 3χλμ) είναι πάντα ανοιχτός, δεν χρειάζεται κλειδί, φεύγοντας όμως, κλείστε την πόρτα, και μην αφήσετε σκουπίδια. Το καινούργιο στη θέση ‘’Κούλια’’, της περιοχής ‘’Καραμανώλη’’, κοιμίζει 30 άτομα, και διαθέτει νερό, ξυλόσομπες κ.λ.π. Ο.Χ.Ο. Καρδίτσας, Διαχειριστής κ. Βασίλης Τασιόπουλος 6932744194. Τηλέφωνο Καταφυγίου (απαντούν μόνο τα Σαββατοκύριακα) 2441094434. Στη διάθεσή σας 200 μ. πιο κάτω είναι το καταφύγιο του Ο.Χ.Ο. Καρδίτσας. Πληροφορίες στα ίδια τηλέφωνα. Ε.Ο.Σ. Καρπενησίου 23051.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Ελεύθερο, όπου σας εμπνέει, όμως φεύγοντας μην αφήσετε σκουπίδια. Στο μοναστήρι της Στάνας, στο οροπέδιο της Απιδιάς στα Επινιανά, πριν το χωριό Άγραφα στη διασταύρωση με τον δρόμο προς Παραμερίτα στο ποτάμι ή διασχίστε το ποτάμι και στα 300 μ. ‘’στήστε’’ στο πλάτωμα. Προσέξτε την κατασκήνωση κοντά στο ποτάμι ειδικά τους φθινοπωρινούς μήνες.

ΦΑΓΗΤΟ: Τοπικοί μεζέδες, παραδοσιακές χορτόπιτες, τηγανιά, λουκάνικα στα κάρβουνα και φυσικά, σούβλες και ψητά τα Σαββατοκύριακα. Αγραφιώτικα γαλακτοκομικά προϊόντα και δυνατό τσίπουρο. Τυρί, μέλι, καρύδια, & τσιπουράκι αγοράστε οπωσδήποτε. Καφενεία για τσιπουράκι και μεζέδες: Χάνι Βαρβαριάδας Λάμπρος Κοντογούνης 94039, Πριν το χωριό Άγραφα, ‘’ο νερόμυλος’’ Δημήτρης Κίτσιος – Βάσω 93249, 6977702979, μπορείτε να παραγγείλετε σούβλα ή πίτα πριν φτάσετε. Άγραφα Κώστας Γατής 93220, Κίτσιου Αγόρω 93248, Νίκη Κομπογιάννη ‘’ η Κυρά Νίκη’’ 93209. Επινιανά Κώστας Γαντζούδης 93212, Απόστολος Αποστόλου 94121. Μάραθος Μαρία Μπούρα 95690, Χρήστος Πεσλής 95869, Τσιγαρίδας Παναγιώτης 24875 Καρπ, 96079 Μαυρομάτα.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Αγράφων 93276, Αστυνομία Άγραφα 93234, Κερασοχώρι 31216, Α’ Βοήθειες Άγραφα 93233, Κερασοχώρι 31219.

ΧΡΗΣΙΜΑ: www.evrytan.gr www.oreivatein.com/page/e/e4_d.htm  www.pezoporia.gr 
www.hellaspath.gr/bouna/Agrafa.Svoni/Agrafa.Svoni.htm  Ο Πρόεδρος του συλλόγου Αγράφων κ. Λάμπρος Γατής είναι στη διάθεσή σας για πληροφορίες 93240, 6977695120. Σύλλογος Αγραφιωτών Ευρυτανίας ‘’τ’ Άγραφα’’, Τζώρτζ 24 Πλ. Κάνιγγος 2102913566. Βουλκανιζατέρ - συνεργεία: Moto Japan Κουτούμπας Γιάννης, Αγίου Νικολάου 40, Καρπενήσι 80480, 6974603378 καλύπτει όλη τη περιοχή Ευρυτανίας, μεταφέροντας με φορτηγάκι τη μοτοσυκλέτα σας, στο συνεργείο του. Επίσης ο Κώστας Στασινός πρατήριο ΕΚΟ, Δυτική Φραγκίστα 95316, και ο Θεοφάνης Γκιόλας, ΕΚΟ & Βουλκανιζατέρ, Γρανίτσα 61284.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Κρέντης ΕΚΟ,  Γρανίτσα ΕΚΟ, Δ. Φραγκίστα ΕΚΟ, Μουζάκι πολλές εταιρείες.

ΧΑΡΤΕΣ: Μοναδική εργασία ακριβείας, με αποτέλεσμα, τον πλαστικοποιημένο Χάρτη, ‘’Άγραφα’’ σε κλίμακα 1:50.000 από την ΑΝΑΒΑΣΗ, περιλαμβάνει και τα μονοπάτια που περιγράφουμε. Επίσης ο χάρτης ‘’Ευρυτανία’’ ο μοναδικός που παρουσιάζει όλο το νομό αναλυτικά, σε κλίμακα 1:100.000, πάλι από την Ανάβαση. Και τους δύο θα τους βρείτε στη Στοά Αρσακείου 6 Α’ 105 64 Αθήνα, 2103218104, 3210152.

ΒΙΒΛΙΑ: Ιστορία της Ευρυτανίας στους νεώτερους χρόνους (1393 – 1821) & Ιστορία των Αρχαίων Ευρυτάνων / Π. Γκιόλιας / Πορεία 1999. Περιγραφή όλης της διαδρομής Επινιανά – Εκκλησίες – Ασπρόρεμα – Καρυά – Τροβάτο διαβάστε στο περιοδικό Ανεβαίνοντας τ.11 – Φθινόπωρο 2000. Περιγραφή της διαδρομής στο Ασπρόρεμα δείτε στο περιοδικό Κορφές τ.126 Ιούλιος 1997. Περιγραφή της διαδρομής Τροβάτο – Ασπρόρεμα – Επινιανά δείτε στο περιοδικό Κορφές τ.160 Μαρτ – Απρ 2003.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: Σ.ΜΟ.Κ. Σύλλογος Μοτοσυκλετιστών Καρδίτσας Δημ. Τερτίπη 22, Καρδίτσα, 2441027515, 21090, www.karditsa-net.gr/smok.htm Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων  - τ.κ. 42032  Πύλη, Τηλ - Fax: 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για ΕΥΡΥΤΑΝΙΑ – ΕΠΙΝΙΑΝΑ - ΑΓΡΑΦΑ -  ΠΑΡΑΜΕΡΙΤΑ – ΜΑΡΑΘΟ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Αναστάσιος Ορλάνδος / Επιγραφαί εξ Εκκλησιών Αγράφων / Επετηρίδα Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών – ΕΕΒΣ / τομ Γ’ / Αθήνα 1926  
  • Γεώργιος Γιαννίτσαρης – Νάσος Βρυνιώτης, Ο ιερός Ναός Αγίων Ταξιαρχών Μάραθου Αγράφων, Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την άλωση / Αθήνα Ε.Μ.Π. Σπουδαστήριο Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής
  • Παύλος Λαζαρίδης / Αρχαιολογικό Δελτίο 16 (1960): Χρονικά / Αθήνα 1962, Ο ίδιος, Αρχαιολογικό Δελτίο 23 (1968): Β.2 Χρονικά / εκδόσεις Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων - Αθήνα 1969
  • Κ. Τρίκκας, ονόματα καλλιτεχνών εκ’ μεταβυζαντινών επιγραφών ΕΕΒΣ, τομ Β’ (1925).
  • Νικόλαος Χ. Παπακώστας / Ηπειρωτικά / Αθήνα 1967
  • Δημήτρης Λουκόπουλος / Γεωργικά της Ρούμελης / εκδόσεις Δωδώνη 1983
  • Σταυρούλα Σδρόλια Αρχαιολογικό Δελτίο 39 (1984): Χρονικά / εκδόσεις Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων - Αθήνα 1984.
  • Μάρκος Α. Γκιόλιας / Συμβολή στην ιστορία του κοινωνικού και πολιτισμικού χώρου της Ευρυτανίας και των Αγράφων κατά τη Τουρκοκρατία / Αθήνα 1986.
  • Μαρία Συναρέλη / Δρόμοι και Λιμάνια στην Ελλάδα 1830 – 1880 / εκδόσεις πολιτιστικού τεχνολογικού ιδρύματος ΕΤΒΑ / Αθήνα 1989.
  • Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς / Ιστορικό Διάγραμμα των Δήμων της Ελλάδας 1833 – 1912 / Αθήνα 1994
  • Καλλιόπη Φλώρου / Αρχαιολογικό Δελτίο 50 (1995): Χρονικά Β’1 / εκδόσεις Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων - Αθήνα 1995.
  • Μάρκος Α. Γκιόλιας / Ιστορία της Ευρυτανίας στους νεώτερους χρόνους / εκδόσεις Πορεία Αθήνα 1999
  • Μάρκος Α. Γκιόλιας / Ιστορία των Αρχαίων Ευρυτάνων / εκδόσεις Πορεία Αθήνα 1999
  • Γεωργίου Κ. Χρυσικού / Το χωριό μου Μοναστηράκι Αγράφων Ευρυτανίας / Αθήνα 2000
  • Πύρρος Θώμος / Επικοινωνίες και μεταφορές στην Προβιομηχανική περίοδο / πρακτικά ΙΑ’ συμποσίου ιστορίας και τέχνης Μονεμβασιά 1998 / Έκδοση ΕΤΒΑ 2001

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Βασίλης Χαρίτος – Δημήτρης Παπαζυμούρης / Η ωραία Ελλάδα – Άγραφα / περιοδικό Motorrad τ.6 1984
  • Βασίλης Σπαντιδάκης – Θεόδωρος Γαζούλης / Άγραφα – Τυμφρηστός / περιοδικό ΜΟΤΟ τ.65 Μάιος 1991
  • Γιώργος Παπασπανόπουλος / Τρίτη και Καλύτερη – Άγραφα / περιοδικό Motosport τ.218 Φεβρουάριος 1997
  • Τάκης Ντάσιος / Άγραφα, χώρα των βουνών και των ανθρώπων / περιοδικό Ανεβαίνοντας τ.1 Άνοιξη 1998
  • Δημήτρης Παπαχρήστος / Η Ευρυτανία και η ενότητα του ορεινού χώρου / περιοδικό Οικοτοπία τ.13 Μαρτ – Απρ 1999
  • Λάζαρος Παμπέρης / Μια διαδρομή στην Πίνδο / περιοδικό Κορφές τ.136 Μάρτ – Απρ 1999
  • Ντίνος Μπομποτσιάρης / Ευρύτερη Ευρυτανία – Οικοτουριστικό πάρκο / περιοδικό Οικοτοπία τ.15 Ιουλ – Αυγ 1999
  • Μίλτος Ζέρβας / Άγραφα τα σκληρά βουνά / περιοδικό Ανεβαίνοντας τ.11 Σεπτ – Οκτ – Νοε 2000
  • Άγραφα / Συλλογική εργασία / Περιηγήσεις τ.76 - ένθετο στην Εφημερίδα Ημερησία 9 Απριλίου 2005

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Τάκη Ντάσιου / Άγραφα / ένθετο ‘’ταξίδια’’ εφημερίδα Βήμα 1/10/2000
  • Βλάση Αγτζίδη / Η Έλληνες της Ανατολής στη Επανάσταση / εφημ. Καθημερινή 25/3/04
  • Αντώνη Καρκαγιάννη / Η ευρωπαϊκή Επανάσταση του 1921 / εφημ. Καθημερινή 25/3/04

 ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (6012 λέξεις)

ΦΛΩΡΙΝΑ – ΔΡΟΣΟΠΗΓΗ – ΝΥΜΦΑΙΟ

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Μάρτιος 2005

Η Γοητεία της Ιστορίας και της Παράδοσης  

Οδηγώντας πριν καιρό στην Φλώρινα, με οδηγό ένα παλιό βιβλίο για τον Μακεδονικό Αγώνα (ΓΥΣ, Μ. Αγών § 180, 288), με ιδιαίτερες αναφορές στα Κορέστεια και σε γειτονικές τοποθεσίες, βρεθήκαμε στο Βέρνον, ένα ήπιο βουνό της Δυτικής Μακεδονίας που αναγνωρίζεται περισσότερο από το όνομα της ψηλότερης κορφής του, Βίτσι (2128 μ.).

Γνωστός ορεινός χώρος, αγαπητός ιδιαίτερα στους βορειοελλαδίτες λόγω του εξαιρετικά οργανωμένου χιονοδρομικού κέντρου που λειτουργεί στον αυχένα της θέσης ‘’Βίγλα’’ Πισοδερίου, λίγο χαμηλότερα από την ομώνυμη, δεύτερη σε ύψος κορυφή του (1931 μ.).

Η διαδρομή από την ακριτική Φλώρινα, ακολουθεί τον κεντρικό δρόμο μέσω Τροπαιούχου και Υδρούσας προς Καστοριά ή Νυμφαίο, όπου τα εκτεταμένα δάση οξιάς και βελανιδιάς αρχίζουν να πυκνώνουν καταλαμβάνοντας όλο το οπτικό μας πεδίο. Εκεί υπάρχει η Δροσοπηγή, ένα όμορφο χωριό της μέσα πατρίδας, χτισμένο στα 900 μ. υψ., στις δυτικές πλαγιές του Βέρνου, σε μια από τις πολλές εύφορες κοιλάδες του. Προορισμός η Μπελκαμένη (παλιά Δροσοπηγή), ένα παλιό μαστοροχώρι χτισμένο στα 1100 μ. υψ., δημιουργία της πολυπληθούς μετακίνησης κατοίκων από το Πληκάτι Κόνιτσας (ταξίδια, τ. ΣΤ’, 213), μιας Αρβανίτικης(1) αποικίας των χωριών της Κολώνιας (Φράσαρη, Μπαρμάσι, Στίκα, Κιαφζέζι, Κιουτέζα), που και αυτή, έγινε από μετοικεσία τον 18ο αιώνα.

Οι μετακινήσεις πληθυσμών στην περίοδο της Τουρκικής κατάκτησης(2) και μέχρι τα μέσα του 19ου αι., δεν είναι άγνωστη. Οι βίαιες εξισλαμίσεις, η τρομοκρατία των κατακτητών, οι δολοφονίες και οι κάθε είδους εκβιασμοί, εξανάγκασαν το ελληνικό στοιχείο, να εγκαταλείψει τα εδάφη που μέχρι τότε αναπτυσσόταν η γεωργία. Συνοικισμοί αρχικά, χωριά ολόκληρα αργότερα, ερημώθηκαν. Ειδικότερα μετά τις πιέσεις και τις επιδρομές, των Τουρκαλβανών της Κολώνιας, των Καραμουρατάτων και διαφόρων άλλων αρνησίθρησκων του Αργυροκάστρου, του Τεπελενίου, και της Πρεμετής, οι κυριότερες ανεπτυγμένες πόλεις της εποχής, ερημώθηκαν και ένα μεγάλο μέρος των χριστιανικών, βλάχικων, πληθυσμών έφυγε προς τη Μακεδονία. Μεταξύ αυτών βρέθηκαν να έχουν καταφύγει Αρβανίτες και Αρβανιτόβλαχοι (Κουκούδης, τ. Α’ 301.). 

Ο καλός ασφαλτοστρωμένος δρόμος, από την Υδρούσα (πριν το 1928 Κάτω Κόττορι στα 720 μ. υψ.), μας φέρνει πολύ γρήγορα στο καφενεδάκι του φιλόξενου κυρ – Γιώργου Κύρκου, στη Δροσοπηγή. Μετά την απαραίτητη ξεκούραση, τη μοσχομυριστή χορτόπιτα και το δροσερό, δικό τους, ξινόγαλο ζητήσαμε πληροφορίες για το παλιό χωριό. Συγκινήθηκαν από την ερώτηση, ίσως δεν φανταζόντουσαν ότι κάποιοι ενδιαφέρονται να το γνωρίσουν. Μας είπαν ιστορίες γιαυτό, δίνοντας μας ταυτόχρονα οδηγίες για το πώς θα πάμε και τι θα δούμε. 

Ο βατός χωματόδρομος διασχίζει τις πυκνά δασωμένες πλαγιές του ‘’Φαλακρού’’ (1607 μ. υψ.), (Γκολίνα για τους ντόπιους), και μετά από μια σύντομη διαδρομή δύο χλμ, μπαίνει στη μνημειώδη, γκρεμισμένη σήμερα Μπελκαμένη. Στη θέα της, είναι δύσκολο να φανταστείς μιαν ανθούσα κοινότητα, πόσο μάλλον να βρεις εκφράσεις που θα περιγράφουν αυτό που βλέπεις, δεν έχουν μείνει και σπουδαία πράγματα άλλωστε, όμως η αύρα του παλιού είναι αυτή που επισκιάζει τη σκέψη και σε ωθεί να αναζητήσεις περισσότερες πληροφορίες για τον τόπο. Ο φωλιασμένος στο βουνό, σιωπηλός εκατόχρονος ερειπιώνας, εκπέμπει την ανάσα μιας άλλης εποχής που ‘’βγαίνει’’ προς τα έξω, όταν περπατήσεις ανάμεσα στα παλιά σπίτια και την σειρά από τις κρήνες. Φαίνεται ότι στη νεότητά του είχε σπουδαία ιστορία σηματοδοτούμενη πάντα, σε όλες τις σημαντικές στιγμές της, από τον Απρίλη. 

Για να ξεκινήσει μια οργανωμένη μετοικεσία έπρεπε να βρεθεί η κατάλληλη τοποθεσία για τη δημιουργία του νέου χωριού. Έτσι λοιπόν, οι κάτοικοι του Πληκατίου έφτιαξαν μια επιτροπή και πήγαν να βρουν τον Φατίλ Μπέη (Γιαγγιώργος, 143), στην Φλώρινα που είχε έδρα του, πιθανά τον Απρίλιο 1841, μια εποχή, που τα θεμέλια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας(3) άρχισαν να τρίζουν. Είχαν ακούσει, ότι αυτός είχε προς πώληση το τσιφλίκι ‘’Μπαλκμέν’’ (Χαρίσης, 9), ή ‘’Ασπρόπετρα’’, κατά τον παπα Χρήστο Νεγοβάνη, που επιβεβαιώνει πιο κάτω στο χειρόγραφο, ‘’Ασπροπέτρα και Νεγοβάνι σαν πλικάτι δεν είναι ’’ (Ιστορία του Πληκάτι, 7, 9). 

Έλεγξαν το μέρος, συμφώνησαν το ποσό (3000 λίρες Τουρκίας), και την άνοιξη του 1843 υπέγραψαν τα ταπιά(4) (τίτλοι ιδιοκτησίας), αρχίζοντας αμέσως δουλειά. Χάραξαν τα όρια του καινούργιου χωριού, κάθε 5 – 6 οικόπεδα άφηναν τέσσερα μέτρα για το δρόμο, και σαν παλιοί μαστόροι – οικοδόμοι (τσανακάρηδες), ξεκίνησαν το χτίσιμο των μεγάλων ολοπέτρινων τετράγωνων διώροφων – τριώροφων σπιτιών, για δύο οικογένειες, και άλλων με μικρότερες διαστάσεις. Τα υλικά ήταν φυσικά, πέτρα από τη γύρω περιοχή, άφθονη ξυλεία οξιάς και βελανιδιάς απο το παρακείμενο δάσος, απαραίτητη για τα πυκνά υποστυλώματα, τις σκεπές που ήταν στρωμένες με πλάκα (ντράσα), τα πατώματα και τα πορτοπαράθυρα. Όλα έγιναν στην εντέλεια, με πολύ μεράκι από μαστόρους και μαστορόπουλα που ήξεραν τη δουλειά τους, και τον Απρίλιο του 1844 άναψε το πρώτο τζάκι. 

Μόλις δύο χρόνια από την υπογραφή των συμβολαίων, δημιουργήθηκε ένα χωριό από τα ελάχιστα με πολεοδομικό σχέδιο, με αποχέτευση!(κεντρικό δίκτυο υπονόμων(5)), και πρόβλεψη για το νερό της βροχής, που διοχετευόταν σε αυλάκια (λούκια) για να μην υπάρχει λάσπη!. Ακόμα και σήμερα οι κάτοικοι αναφέρουν ότι, για να πάνε στη Φλώρινα, μεγάλο εμπορικό κέντρο της εποχής που πήγαιναν συχνά για τα χρειαζούμενα, φόραγαν άλλα παπούτσια, γιατί εκεί είχε λασπόδρομους. Έτσι, ξεκίνησε η πορεία της ακριβοθώρητης πριγκίπισσας ενάντια στο χρόνο. Βυθισμένη στην καταπράσινη φύση, απομονωμένη από τα άλλα χωριά ζούσε μια ήρεμη, ανεπηρέαστη ζωή. 

Το 1853 χτίστηκε η μεγάλη εκκλησία της Αγίας Τριάδας, βασιλική με τρούλο (σώζεται το καμπαναριό), με ωραίο ξυλόγλυπτο τέμπλο από τα χέρια ντόπιων μαστόρων, και το 1864 – 1868 το σχολείο, με δύο μεγάλες αίθουσες και μια μικρότερη για τα λίγα παιδιά της 5ης και 6ης τάξης. Μέσα σε λίγες δεκαετίες, η Μπελκαμένη ήταν ένα μεγάλο κεφαλοχώρι με περισσότερους από χίλιους κατοίκους, συνεχίζοντας να προσελκύει και άλλους από διαφορετικά, γειτονικά μέρη. Μεταξύ τους, εγκαταστάθηκαν πολλοί βλάχοι από τα Γραμμοχώρια που έδωσαν με την κτηνοτροφία, πρόσθετη ανάπτυξη. Όλοι οι δρόμοι της ήταν στρωμένοι καλοφτιαγμένο καλντερίμι, που σώζεται ακόμα, αν περπατήσετε από το πέτρινο γεφύρι(6), ‘’Ούρα’’ των ντόπιων, πάνω στο ίχνος του παλιού δρόμου (καγκιόλε – καλντερίμι), προς το χωριό. Συνολικά υπήρχαν τέσσερα πέτρινα γεφύρια στο ρέμα αυτό, τα δύο που σώζονται κατασκευάστηκαν από Μπελκαμενιώτες, με αρχιμάστορα τον Ιωάννη Στύλο (Γιανστύλος), ο οποίος είχε εργαστεί σε κατασκευές στη Μονή Σίμωνος Πέτρας Αγίου Όρους.

Οι αγωγιάτες και οι υλοτόμοι είχαν πολλή δουλειά στο δάσος, οι γεωργοί παρήγαγαν επαρκείς ποσότητες λαχανικών (πράσα, κρεμμύδια, πιπεριές, πατάτες κ.λπ.), για τις οικογένειες του χωριού. Κάθε Κυριακή γινόταν μεγάλο παζάρι στην πλατεία, όπου οι νοικοκυρές έβρισκαν τα πάντα από τους γύρω τόπους. Σαρακατσάνοι ξεπουλούσαν γρήγορα τα μυθικά τυριά τους (μπάτζιο, φέτα και μυζήθρα), οι καμπίσιοι από το Αμύνταιο, έφερναν σταφύλια για κρασί και τσίπουρο, ενώ από την Περικοπή έφταναν οι καλλιεργητές με καρπούζια και πεπόνια. Γενικά ένα κύμα ευφορίας πλημμύριζε τους κατοίκους του χωριού, και τους συναλλασσόμενους με αυτούς.

Όπως γινόταν σε όλα τα μαστοροχώρια μετά την άνοιξη, οι οικοδόμοι, και οι ‘’σκαλιστές – ταγιαδόροι’’, ταξίδευαν για τις οικοδομικές εργασίες. Εργάστηκαν στη Νάουσα, τη Βέροια, τα Σέρβια Κοζάνης, ενώ αργότερα οι χώρες των Βαλκανίων, μια συνηθισμένη διαδρομή που την έκαναν από τα σύνορα και πέρα με το τραίνο, και ιδιαίτερα η Ρουμανία, έγινε ο μεγάλος τροφοδότης της οικονομίας και των αρχιτεκτονικών επιρροών. Εκεί δούλεψαν καλά, επιστρέφοντας με χρήματα στο χωριό που αξιώθηκε να γνωρίσει τη δική του ‘’χρυσή εποχή’’. Ήταν μια μεγάλη χρονικά περίοδος που χτίστηκαν πολλά μεγαλοπρεπή καινούργια σπίτια, ενώ τα παλιά άλλαξαν όψη. 

Πολλοί από τους μαστόρους – χτίστες, έφτασαν μαζί με τα παιδιά τους στην Χαλκιδική αναζητώντας εργασία στα χωριά, αλλά και στο Άγιο Όρος όπου έμειναν για χρόνια. Από επιγραφή στην σκήτη του Αγίου Ανδρέα (1881 – 1900) μαθαίνουμε ότι το ρωσικό σχέδιο για το κυριακόν (το αντίστοιχο του καθολικού των μοναστηριών), κατασκευάστηκε από τον αρβανίτη ‘’κτίστη Ιωάννη Στυλιανού από το χωριό Μπελκαμένη, της Φλώρινας’’. Επιστρέφοντας από εκεί, έφεραν την τέχνη της Αγιογραφίας στο Βέρνον, εμφανίζοντας τους αξιόλογους ζωγράφους Στέργιο και Θωμά Ζωγράφο, τον Αθανάσιο και Χαρίσιο Χαρίση, τον Κωνσταντίνο Τζιάτζιο, τον Αναστάσιο και Στυλιανό Στυλιάδη (1850 – 1910), μάλιστα ο τελευταίος ήταν ο αρχαιότερος και αργότερα μετονομάστηκε Ζωγράφος.

Τα χρόνια πέρναγαν ειρηνικά, όμως τα σύννεφα από τους ξεσηκωμούς των Βαλκανικών λαών για τη δημιουργία των πρώτων ανεξάρτητων κρατών άρχισαν να κατακλύζουν τον ορίζοντα. Η εξέγερση του Ήλιντεν(7) (1903), οι συγκρούσεις του Μακεδονικού αγώνα (1904 – 1908), και οι Βαλκανικοί πόλεμοι (1912 – 1913), έφεραν την πρόσκαιρη στασιμότητα αλλά και την ελευθερία για τη Μακεδονία. Η Νέβεσκα (Νυμφαίο), Μπελκαμένη (Δροσοπηγή), και Νεγ(κ)οβάνη (Φλάμπουρο), ήταν το βαρύτιμο κλειδί για το Βίτσι, και γιαυτό γρήγορα αποτέλεσαν προπύργια του ελληνισμού κατά το Μακεδονικό αγώνα, οργάνωσαν Ιερούς Λόχους εθελοντών που διέλυσαν τη δύναμη των Βούλγαρων(8)  κομιτατζήδων και εξόντωσαν τον Βασίλη Τσακαλάρωφ(8α) στα δάση της Νέβεσκας, την οποία αυτός είχε καταλάβει κατά την εξέγερση του Ήλιντεν, τον Αύγουστο του 1903.

Η εγκατάλειψη της Μπελκαμένης ξεκίνησε με το κάψιμό της από τους Γερμανούς στις 4 Απριλίου 1944, εκατό χρόνια από την οικοδόμησή της, και συνεχίστηκε με την αναγκαστική μετακίνηση των κατοίκων στην Σκοπιά (Απρίλιος 1947), ίσως, η πιο τραγική περίοδος του χωριού, που πριν τον Β’ Π.Π. παρουσιάζεται στις απογραφές με 765 κατοίκους, χώρια αυτούς που έλειπαν. Εκείνη την εποχή εκκενώθηκαν(9) από το στρατό δεκάδες κοινότητες, από τα Κονιτσοχώρια μέχρι τις Πρέσπες και μακρύτερα σε γειτονικές περιοχές (Νυμφαίο – Φλάμπουρο κ.ά.), για να μην βρίσκει υποστήριξη, εφεδρείες και εφόδια ο ΔΣΑ. Η επόμενη μετακίνηση έγινε μετά το τέλος του εμφυλίου στην Υδρούσα, πάλι Απρίλιο, του 1950. Όσοι από τους κατοίκους μετά από μακροχρόνιες εκτοπίσεις - εξορίες επέστρεψαν στην Μπελκαμένη, αντίκρισαν ένα χωριό φάντασμα, ερειπωμένο,….« βρήκαμε μόνο τους τέσσερις τοίχους και τους σκελετούς των κρεβατιών, σανίδι κανένα….,πήραν ακόμα και την μόρσα που την είχα στον πάγκο με τα εργαλεία» (Χαρίσης, 94). Τα πολλά συντρίμμια που άφησε πίσω ο πόλεμος οδήγησαν αργότερα τους νέους, στη μετανάστευση κυρίως προς τα μεγάλα αστικά κέντρα και την Αμερική, αποκόπτοντας το χωριό από την όποια προσπάθεια αναδιοργάνωσης. Στην απογραφή του 1951 ο πληθυσμός είναι στο απόλυτο μηδέν, ενώ στη νέα Δροσοπηγή το 1961 εμφανίζονται 581 κάτοικοι.

Σήμερα, περπατώντας στα ερείπια του χωριού αντικρίζετε τη μικρότερη, νεότερη εκκλησία της Αγίας Τριάδας (1958), την πετρόχτιστη κρήνη του Μπαλιάση (1854), ενώ πλησιάζοντας τους τοίχους από τις παλιές εκατόχρονες οικοδομές και ότι έχει απομείνει από το εσωτερικό των σπιτιών, χωνευτά ντουλάπια, τζάκια που χρησίμευαν για θέρμανση αλλά και για το μαγείρεμα με κρεμαστές τσουκάλες, ανασυνθέτεις άθελά σου ίσως, τη ζωή στο χωριό. 

Η καινούργια προσηλιακή Δροσοπηγή στα 1050 μ. υψ., με 355 κατοίκους σήμερα, ξεκίνησε να χτίζεται τον Απρίλιο του 1952 από τους ίδιους τους μαστόρους - κατοίκους, μάλιστα η κάθε οικογένεια βοηθούσε την άλλη στην οικοδόμηση, έτσι που σύντομα το νέο χωριό ήταν έτοιμο. Το 1958 κατασκευάστηκε το μεγάλο σχολείο, κοντά στη σημερινή εκκλησία της Αγίας Τριάδας. Σήμερα, λίγοι νέοι έχουν μείνει πίσω, υπάρχουν όμως δύο πανέμορφα ομώνυμα ξενοδοχεία ‘’Πούλια Α’ & Β’ ’’, που αναλαμβάνουν τη φιλοξενία των επισκεπτών, δίνοντας τις σωστές πληροφορίες, ώστε να γνωρίσετε καλά τα γύρω βουνά και τις θαυμάσιες δασικές διαδρομές που τα διασχίζουν.

Αξίζει να επισκεφθείτε το θαυμάσιο Λαογραφικό Μουσείο του Μορφωτικού Συλλόγου Δροσοπηγής, ‘’η Πρόοδος’’, που βρίσκεται στο Δ. Διαμέρισμα. Περιλαμβάνει πλούσια, καλοδιατηρημένα εκθέματα αντικειμένων της καθημερινής ζωής, φωτογραφιών, βιβλίων και θρησκευτικών εικόνων που βοηθούν να σχηματίσετε μια άποψη για την ιστορία της περιοχής. Να δείτε και τον παλιό νερόμυλο του Στύλου, χτισμένο από μαστόρους της Μπελκαμένης το 1852, και που παρά τα χρόνια του, λειτουργεί κανονικά. Κάθε άνοιξη και όλο το καλοκαίρι υπάρχουν απ’ έξω δεκάδες πλυμένα βαριά κλινοσκεπάσματα, βελέντζες, κουβέρτες, ολόκληρο νοικοκυριό που φέρνουν οι κάτοικοι από τα γύρω χωριά για καθάρισμα. Πραγματικά, μεταφέρεστε σε άλλη εποχή. Εκεί θα σας υποδεχθεί ο Σωτήρης Τσόγκας, θα σας εξηγήσει τη λειτουργία του μύλου και φυσικά θα σας ξεναγήσει στους χώρους του. Κάτι πολύ θετικό για τους επισκέπτες είναι η ύπαρξη του καινούργιου Περιβαλλοντικού Κέντρου Δροσοπηγής,που από το καλοκαίρι του 2005 θα προσφέρει τις υπηρεσίες του, ενημερώνοντας για την πλούσια πανίδα - χλωρίδα της γύρω περιοχής, και φυσικά την ιστορία του χωριού. Όλο το σύστημα ενημέρωσης περιέχει, εκτός των άλλων, σύγχρονες μεθόδους προβολής φιλμ, διαφανειών αλλά και παλιών φωτογραφιών. 

Αυτό που ενισχύει την αίσθηση της συνέχειας πέρα από τις όποιες χρονολογίες ανέγερσης κτηρίων ή οικισμών, είναι οι δρόμοι. Πιο παλιοί από τα κτήρια που σώζονται δίπλα τους, εξακολουθούν να υπάρχουν και μετά την καταστροφή, την κατεδάφιση ή την ανοικοδόμηση των τελευταίων. Το ίδιο ισχύει και για τα μονοπάτια που ενώνουν ή χωρίζουν τα διάφορα μέρη των χωριών και των πόλεων, φέρνουν ή οδηγούν έξω από αυτά. Από ένα τέτοιο μονοπάτι – δρόμο προτείνουμε να κατευθυνθείτε προς την εγκαταλειμμένη Περικοπή ή στο Νυμφαίο απολαμβάνοντας τη θέα του εξαίσιου φυσικού περιβάλλοντος. Η επιλογή της διαδρομής για το Νυμφαίο, είναι τμήμα του Ε – 4 που σε αυτή τη περιοχή έχει τρεις διαδρομές Φλώρινα – Δροσοπηγή (7 – 8ω), Δροσοπηγή – Νυμφαίο (4ω), Νυμφαίο – Ξινό Νερό (8ω). Κατά γενική ομολογία των πεζοπόρων η ομορφότερη είναι Δροσοπηγή – Μπελκαμένη (Παλιά Δροσοπηγή) – Νυμφαίο. Υπάρχει σήμανση Ε - 4, και ένα μεγάλο μέρος της διαδρομής κινείται σε πυκνό δάσος οξιάς, στην ισοϋψή 1350 – με 1600 μ. υψ., οπότε μέχρι τέλη Μαΐου υπάρχει υγρασία και νερά. Θα βγείτε σε 10 χλμ. στο πάρκινγκ του Νυμφαίου. 

Ένας τόπος μοναδικής φυσικής ομορφιάς περιβάλλει το Νυμφαίο (πριν το 1928 Νέβεσκα, στα 1350 μ. υψ.), έναν διατηρητέο ιστορικό και παραδοσιακό οικισμό, από τους ωραιότερους της Μακεδονίας, και από τους ελάχιστους στη Χώρα, που ξαφνιάζει με το μέγεθος, το παρουσιαστικό, και τη μεγαλειώδη ηπειρωτική αρχιτεκτονική του. Ειδικά μετά τις αναστηλώσεις που έγιναν με σεβασμό, διατηρώντας στο ακέραιο τα εμφανή αστικά χαρακτηριστικά του, την αίγλη, την αρχοντιά και τη διάχυτη ακτινοβολία που σκόρπιζαν αφειδώς οι κωμοπόλεις των αρχών του αιώνα, αναζητά, με αξιώσεις πλέον, τη θέση του και στο σημερινό ιστορικό γίγνεσθαι.

Οι συνοικιστές του ήταν Βλάχοι νομάδες κτηνοτρόφοι, οροφύλακες της Αυτοκρατορίας, που ήρθαν σε μια μετοικεσία από τη λίμνη Ζάζαρη όπου αρχικά ζούσαν.  Το περίλαμπρο βλαχοχώρι αναπτύχθηκε σε οροπέδιο στις ανατολικές απολήξεις του Βέρνου από το 1375 - 1380, σχεδόν από τότε που η Μακεδονία κατελήφθη απο τους Οθωμανούς επιδρομείς (1385). Εκείνη την εποχή, τα πρόχειρα καλύβια των κτηνοτρόφων ήταν ‘’κρυμμένα’’ στις οξιές, αργότερα έδωσαν τη θέση τους σε σταθερές πέτρινες κατοικίες και ο οικισμός άρχισε να κατοικείται σε μόνιμη βάση και σε νέα ηλιόλουστη θέση. Προστατευόταν από την εκάστοτε Βαλιντέ Σουλτάνα (βασιλομήτωρ), και μέσα από τα εξαιρετικά προνόμια που είχαν αποσπάσει οι Νιβεστιάνοι(10), έφτασε σε δυσθεώρητα ύψη ανάπτυξης και οικονομικής αυτονομίας, ακόμα και με τα σημερινά δεδομένα… που κάποτε πρέπει να αναθεωρηθούν.

Στα τέλη του 19ου αι., ήταν ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα διακίνησης καπνού και προϊόντων αργυροχρυσοχοΐας προς τη βόρεια και κεντρική Ευρώπη με αναφορές για 8500 κατοίκους, πολλοί από τους οποίους ‘‘σκάλιζαν το χρυσό που έφτανε από το Μυσίρι και το Ασήμι από την Ευρώπη’’, φτάνοντας στον Δούναβη, στις ακτές του Ιονίου, της Μαύρης Θάλασσας, και του Αιγαίου πελάγους (Λούστας, Ιστορία, 34, 258). Οι δεσμοί του Νυμφαίου με την Αίγυπτο από τις αρχές του 19ου αι. με τις οικογενειακές επιχειρήσεις του Αναστασίου Ν. Τσίρλη, τις καπνοβιομηχανίες Σωσσίδη (Κάιρο – Βέλγιο), και το εμπόριο βαμβακιού του κυρ Μίχα εφένδη Τσίρλη, συσσωρεύουν αμύθητα πλούτη. 

Απο τα πλουσιότερα κεφαλοχώρια της Βόρειας Ελλάδας, φαίνεται ότι έδωσε πολλά στον απελευθερωτικό Μακεδονικό Αγώνα, στους Βαλκανικούς πολέμους, και σε όλα όσα ακολούθησαν. Η οικονομία αυτή την εποχή, συνεχώς αιμορραγούσε, μαζί με τα παιδιά του που έπεφταν στο πεδίο της μάχης. Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους τελειώνει η εποχή της πολυεθνικής οθωμανικής αυτοκρατορίας και αρχίζει εκείνη των ανεξάρτητων εθνικών κρατών. Η απελευθέρωση (1913), φέρνει μεν την ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος(11) αλλά, και δύο θεμελιώδους σημασίας αλλαγές. Την διάσπαση του ενιαίου, έως τότε, χώρου της Βαλκανικής, τον καθορισμό νέων εθνικών συνόρων, και την ένταξη των τοπικών κοινοτήτων σε ένα νέο σύστημα διοίκησης. Από την δεκαετία του 1930, μετά από αυτές τις δραματικές αλλαγές του χώρου δράσης, τους συνεχείς πολέμους που προηγήθηκαν και τα επακόλουθα αυτών, αρχίζει να παρακμάζει, αλλά προσπαθεί να κρατηθεί και τα καταφέρνει, δεν άδειασε από κατοίκους όπως άλλα χωριά, είχε γερές ρίζες. 

Ο Β’ Π. Π. ήταν αυτός που με την πείνα και την κατοχή, άνοιξε διάπλατα τις πύλες της μοίρας για το Νυμφαίο, το προπύργιο του ελληνισμού. Εκείνη την εποχή, Απρίλιο – Μάιο του 1947 (το λεγόμενο δεύτερο αντάρτικο), όπως είδαμε πιο πάνω, εκκενώθηκαν από το στρατό πάρα πολλά χωριά της μεθορίου ώστε να μην βρίσκει υποστήριξη ο ΔΣΑ. Με την ίδια άκαμπτη και πολλές φορές λανθασμένη και εγκληματική(12) πολιτική, δόθηκε εντολή να εκκενωθεί και το Νυμφαίο, (ένα μήνα νωρίτερα είχε εκκενωθεί η Δροσοπηγή). Έτσι οι αυτόχθονες κάτοικοί του, πήραν τα κλειδιά από τα αρχοντικά τους, ακολουθώντας την κοινή μοίρα. Από τότε, όπως δεκάδες άλλα χωριά στην Ελλάδα έτσι και το ονομαστό Νυμφαίο, οδηγήθηκε στην εγκατάλειψη. Στα νέα μέρη που εγκαταστάθηκαν και ρίζωσαν, έφεραν μαζί τους τις αναμνήσεις, το νόστο, και τον πολιτισμό. Οι απογραφές πληθυσμού είναι ενδεικτικές της κατάστασης που διαμορφώθηκε· πριν τον πόλεμο είχε επίσημα 929 κατοίκους συν άλλους τόσους που έλειπαν (μιλούν για πάνω από 2000 συνολικά), ενώ στην απογραφή του 1951 παρουσιάζεται με 360.

Το Νυμφαίο, Νιβεάστα -Νιβίστα (Ni Vista - το χωριό που δεν βλέπω – Αθέατο, και Νύμφη και Χιονάτη -  Nives Sta), ή Νέβεσκα (σαν και μας δεν υπάρχει, δεν είναι άλλος), με το σπουδαίο ιστορικό του παρελθόν, και τα πάνω από 150, πετρόχτιστα δίπατα και τρίπατα αρχοντικά και απλά σπίτια - οχυρά του που αναστηλώθηκαν την πενταετία 1993 – 1998 είναι χαρακτηρισμένο διατηρητέο απο το 1978. Η πέτρα, το ξύλο οξιάς ή βελανιδιάς είναι το κύριο υλικό κατασκευής τους. Μέσα σε δύο μόνο μήνες, το καλοκαίρι του 1994, στρώθηκαν 80.000 τ.μ. λιθόστρωτοι δρόμοι και έγινε υπογείωση στο δίκτυο του ΟΤΕ και της ΔΕΗ κ.ά. Πρόσφατα (2000), τιμήθηκε με την ειδική διάκριση της Ε. Ε. ‘’αναγέννηση χωριών’’, και συγκαταλέγεται στις έξι κοινότητες της στεριανής και νησιωτικής Ελλάδας που έχουν μείνει εκτός του καταστρεπτικού προγράμματος ‘’Ιωάννης Καποδίστριας’’, και σώθηκαν. Ανήκει στο πρόσφατα ιδρυθέν (Χριστούγεννα 1997 – Μακρινίτσα Πηλίου), Εθνικό δίκτυο Πολιτισμού, παράδοσης και κοινοτικού βίου, ακολουθώντας ένα πρότυπο αξιών(13), που αποτέλεσε το καταστατικό για τη δημιουργία του δικτύου, ‘’Των Ελλήνων Οι Κοινότητες’’, μαζί με τα Αμπελάκια Θεσσαλίας, την Μακρινίτσα Πηλίου, τον Πάνορμο Τήνου, το Πάπιγκο Ζαγορίου, και την Οία Σαντορίνης. 

Την αναγέννηση του παραδοσιακού οικισμού σφραγίζει με την παρουσία του το νέο τριώροφο Μουσείο Αργυροχρυσοχοϊας, αυθεντικό αντίγραφο παραδοσιακού αρχοντικού που χτίστηκε μεταξύ 1998 – 2000 από ντόπιους λαϊκούς μαστόρους. Το μουσείο εγκαινιάσθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2000, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Κωστή Στεφανόπουλο που κατόπιν, ανακηρύχθηκε επίτιμος δημότης Νυμφαίου. Στο τριώροφο κτήριο με την επωνυμία ‘’Το Σπίτι των Χρυσικών’’, έχουν συγκεντρωθεί μοναδικές συλλογές εργαλείων χειροτεχνικής αργυροχρυσοχοΐας, ασημικών, κοσμημάτων, εκκλησιαστικών σκευών καθώς και μετάλλια περιώνυμων χαρακτών. Επίσης εκτίθενται, προσωπογραφίες επιφανών Ελλήνων Βλάχων εις μνήμη της μεγάλης προσφοράς τους στο Έθνος, πιστά αντίγραφα των πρωτοτύπων, που φυλάσσονται σε πολλά μουσεία, ιδρύματα και συλλογές της Χώρας. Ένα τμήμα του, έργο ζωής του γιατρού και ευεργέτη του Νυμφαίου Νικολάου Γ. Φίστα, λειτουργεί ως εθνολογικό – λαογραφικό με εκατοντάδες, αντικείμενα και έγγραφα, που με τον τρόπο τους, διηγούνται και μεταφέρουν στις μέρες μας, τα περασμένα. Θα σας υποδεχθεί ο Δημήτρης Οικονόμου, ο φύλακας άγγελος του χώρου, που θα σας μιλήσει για όλα τα εκθέματα. Εκεί θα βρείτε το θαυμάσιο βιβλιαράκι ‘’Αρμάνοι, επιφανείς Έλληνες Βλάχοι’’ που αποτελεί έναν θαυμάσιο δίγλωσσο οδηγό των προσωπογραφιών που θα αντικρίσετε στο μουσείο. 

Τα είκοσι επτά χιλιάδες στρέμματα δασικής έκτασης όχι μόνο αποτέλεσαν μεγάλο αναπτυξιακό κεφάλαιο για τους ντόπιους, αλλά συντέλεσαν και στη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους. Δεκάδες μνημεία πλημμυρίζουν τον χώρο και τα μάτια του περιηγητή, που μπορεί να δει αντιπροσωπευτικά δείγματα αστικής ανάπτυξης ορεινού οικισμού της Μακεδονίας, σε μια καθ’ όλα άψογη αρχιτεκτονική σχεδίαση, που ξετυλίγεται από τα μέσα του 18ου αι., και  εξελίσσεται έως τα μέσα του 20ου. Τα αρχοντικά του Νάνου Σωσσίδη και του Λεωνίδα Σωσσίδη (ξενοδοχείο), στην είσοδο του χωριού, του Αναστάσιου Τσίρλη, του Κωνσταντίνου Μίσσιου,του Γιάννη Μπουτάρη, του Νικόλα Μέρτζιου, αποτελούν αψευδείς μάρτυρες της αναγέννησης. Στο ερειπωμένο αρχοντικό του κυρ Μίχα εφένδη Τσίρλη, που λειτούργησε σαν στρατηγείο του Μακεδονικού αγώνα (1904 – 1908), η Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού εντοίχισε αναμνηστική πλάκα, αναγνωρίζοντας τόσο το έργο που επιτέλεσε, όσο και τη σπουδαιότητά του.

Η περίφημη ολοπέτρινη Νίκειος Σχολή χτισμένη από μαστόρους της Μπελκαμένης (Δροσοπηγή), και της Άνω Μακεδονίας (Μέρτζος, Βλάχοι, 355), ξεχωρίζει απ’ όπου και να κοιτάξει κανείς. Το τριώροφο κτήριο με το ελβετικό ρολόι στον πυργίσκο του, θεμελιώθηκε το 1925 και ολοκληρώθηκε μετά απο δύο χρόνια, στη θέση προηγούμενης Αστικής σχολής, με δωρεά του καπνέμπορου Ιωάννη Ζαν Νίκου (1875 Νυμφαίο – 1930 Στοκχόλμη), φιλοξενώντας στις αίθουσές της δημοτικό και ημιγυμνάσιο με 250 παιδιά. Αποτελεί ένα σπάνιο και θαυμάσιο δείγμα αρχιτεκτονικής και ευμάρειας, μιας εποχής που έφυγε. Σήμερα, περιλαμβάνει τη βιβλιοθήκη, δύο αμφιθέατρα των πενήντα θέσεων το καθένα, και μια διπλή αίθουσα στρογγυλής τραπέζης τριανταπέντε θέσεων. Έχει παραχωρηθεί στο Α.Π.Θ. και λειτουργεί ως συνεδριακό εκπαιδευτικό κέντρο του ιδίου, και της κοινότητας. Εντυπωσιακές είναι οι στέγες, αυτές οι νεότερες (οι παλιότερες ήταν από πλάκες σχιστόλιθου), παράξενες αργυρόχρωμες ή γκρίζες μπακλαβαδωτές λαμαρίνες, που είναι καλοδουλεμένες από ειδικούς τεχνίτες και διευκολύνουν το γλίστρημα του χιονιού και την πτώση του, ώστε να απαλλάσσεται από το μεγάλο βάρος η σκεπή. 

Ο περίφημος ιστορικός ναός του προστάτη του Νυμφαίου Αγίου Νικολάου, (πεντάκλιτη ξυλόστεγη Βασιλική), με πλακόστρωτη σκεπή και αυλή και τις γλυκόηχες χάλκινες καμπάνες, αποτελεί λαμπρό μνημείο μακεδονικής αρχιτεκτονικής και αναστηλώθηκε εκ βάθρων με  κονδύλια – δύο εκατομμύρια δολάρια – που διέθεσε ο διεθνής τραπεζίτης κ. Νικόλαος Σωσίδης, γιος του πρέσβη ε.τ. Τζών Σωσίδη, ο οποίος κατάγεται από το Νυμφαίο. Ο σημερινός πελώριος ναός χτίστηκε το 1867 πάνω σε παλιότερη και ταπεινότερη εκκλησία από τον κυρ – Μίχα εφένδη Τσίρλη(14), και αργότερα αγιογραφήθηκε από τον επίσης εθνικό ευεργέτη Ιωάννη Ζαν Νίκου, καπνέμπορο και Δωρητή της Νικείου Σχολής. Θεωρείται υπόδειγμα της πιο σύγχρονης αναστηλωτικής και, παρά τις καταστροφές που υπέστη κατά καιρούς (1878 – 1903 – 1943), διατηρεί σπάνια στοιχεία παραδοσιακής και λαξευτικής τέχνης στους εξωτερικούς τοίχους. Η ιστορία του είναι ταυτισμένη με αυτήν του ιστορικού οικισμού του Νυμφαίου από το 1386. Αναστηλώθηκε για πρώτη φορά το 1867 και επί ογδόντα χρόνια υπήρξε περιώνυμος για τη τέχνη του και τα βαρύτιμα αναθήματα των περίφημων χρυσικών και διεθνών εμπόρων του Νυμφαίου. Σχεδόν καταστράφηκε στον εμφύλιο, τον Απρίλιο του 1947, ανοικοδομήθηκε το 1951, για να αναστυλωθεί εκ βάθρων το 2000. Μετά την ανακαίνιση, έγιναν τα εγκαίνιά του από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Χριστόδουλο.

Το Νυμφαίο περιτριγυρίζεται από τα ήπια υψώματα Τσούκα 1478 μ. υψ., Τζένη 1583 μ. υψ., Ψηλώματα 1627 μ. υψ, που το καθιστούν κυριολεκτικά αθέατο από όποια κατεύθυνση και αν έρχεται ο περιηγητής. Το γοητευτικό ανάγλυφο των υψωμάτων, συμπληρώνεται μοναδικά από τα πυκνά αιωνόβια δάση οξιάς, με τα υπέροχα γήινα χρώματα του φθινοπώρου, αλλά και τη δροσιά που κρατούν σε όλη την καλοκαιρινή περίοδο. Σ’ αυτό το θαυμάσιο περιβάλλον, κατάλληλο για κάθε είδους δραστηριότητα, μαζί με τις αξιέπαινες προσπάθειες των ιδιωτών, κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν αξεπέραστο προορισμό - πρότυπο από κάθε άποψη, που λειτουργεί δώδεκα μήνες το χρόνο. 

Η βόλτα στα καλντερίμια του οικισμού θα σας αποκαλύψει και άλλους αδιάψευστους μάρτυρες της βαριάς κληρονομιάς, και άλλα ‘’κρυμμένα’’ μυστικά του Νυμφαίου, που κερδίζουν τη ματιά του ταξιδιώτη. Πετρόχτιστες κρήνες, και θαυμάσια αρχοντικά που μετατράπηκαν σε ξενώνες, το καφενεδάκι της Αννούλας της Κλεισούρας (για την ιστορία της, δες εφημ. Καθημερινή 16/4/02, σ. 2), ο συνεταιρισμός γυναικών Νυμφαίου που συστάθηκε το 1995, από μια εξέλιξη του εκπολιτιστικού συλλόγου, ‘’Οι φίλοι του Νυμφαίου’’. Στο μικρό κατάστημα – πρατήριο, θα βρείτε ορισμένα αξιόλογα είδη παραγωγής τους, άξια για γευσιγνωσία, αλλά και για δωράκι στα αγαπημένα σας πρόσωπα. Όλα αυτά, και άλλα που δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά, οφείλονται κατά ένα μεγάλο μέρος στον διαρκή αγώνα του άξιου προέδρου της κοινότητας κ. Νικολάου Ι. Μέρτζου, (πετυχημένου δημοσιογράφου της Θεσσαλονίκης), απόγονου της γνωστής οικογενείας του Νυμφαίου, ένθερμου υποστηρικτή κάθε νέας, καινοτόμου ιδέας, που με την στάση, και την αγάπη του για τη Μακεδονία, ενισχύει και προστατεύει τις ελληνικές παραδόσεις τα ήθη και τα έθιμα.

Η ρομαντική διάθεση που αποπνέει η ατμόσφαιρα είναι πιθανό να σας οδηγήσει μακρύτερα από το κέντρο, ακόμα και στον Προφήτη Ηλία στην ‘’Τσιούκα’’. Αν ξεμακρύνετε με την πεζοπορία, την ιππασία ή τη φωτογραφία, θα βρεθείτε στην θερμή αγκαλιά του Αρκτούρου (παρουσίαση στο ταξίδια, τ. Δ’, 200, 201,202,203), του πρωτοποριακού και διάσημου κέντρου προστασίας της αρκούδας, του λύκου, του ελληνικού ποιμενικού και των βιοτόπων τους στην Ελλάδα. Η επιτυχημένη προσπάθεια ξεκίνησε από πρωτοβουλία και με χρηματοδότηση των νέων ευεργετών του Νυμφαίου, της οικογένειας Μπουτάρη, των πασίγνωστων οινοπαραγωγών. Αρχικά ήταν να στεγαστεί στο ιδιόκτητο δάσος τους, ‘’ΡΑΔΟΣΙ’’ (νυν ιδιοκτησία Νικολάου Σωσσίδη), αλλά τελικά, με πρωτοβουλία της κοινότητας, παραχωρήθηκε μια μεγάλη κοινοτική δασική έκταση 100 στρ. για τις εγκαταστάσεις του, εκ των οποίων τα 50 στρ. είναι το καταφύγιο για τις αρκούδες. Από εκεί οι εξαιρετικές βόλτες στους δασικούς μπορούν να σας οδηγήσουν εύκολα στο Φλάμπουρο, μέσα από ένα στενό μονοπάτι – δρόμο. Μια υπέροχη διαδρομή, μέσα από πυκνό δάσος οξιάς που με το μέγεθός τους καλύπτουν το οπτικό πεδίο ακόμα και προς τον ουρανό (βλ. στο τέλος Road Book). 

Οικογενειακές καταστάσεις για παιδιά αλλά και για μεγάλους που αισθάνονται σαν κι’ αυτά, θα ζήσετε στον Ιππικό όμιλο Νυμφαίου, που διαθέτει 10 καθαρόαιμα άλογα ιππασίας - περιπάτου και 10 μικροκαμωμένα Σκυριανά. Επίσης νοικιάζονται mountain bikes για ευκολότερες βόλτες στο παρακείμενο δάσος. Στην περιοχή δραστηριοποιείται επίσης η ‘’Άρτεμις’’, εταιρεία περιβαλλοντικών περιηγήσεων και υπαίθριων δραστηριοτήτων.

Στην επίθεση της Άνοιξης τελευταία παραδίνονται τα ψηλά βουνά και, στον κανόνα, ούτε το όρος Βέρνον αποτελεί  εξαίρεση. Κρατάει χιονοσκεπή την κορυφή του, ενώ χαμηλότερα ο Μάρτιος αλλάζει τους ρυθμούς της περιοχής.      Ακολουθώντας αυτή τη διαδρομή που περιγράψαμε, θα ανακαλύψετε και εσείς την ‘’Παράλληλη Ελλάδα’’, έξω από κραυγαλέες ‘’παρουσίες’’, μακριά απο διαφημισμένα μέρη και αγριεμένα πλήθη. Όλες οι εποχές είναι καλές όμως από την άνοιξη και μετά είναι ανοιχτοί όλοι οι δρόμοι, μην διστάσετε  ούτε στιγμή να κάνετε τις δασικές διαδρομές που προτείνουμε. 

Τόσο η νέα Δροσοπηγή, και ο ερειπιώνας της παλιάς Μπελκαμένης όσο και το αρχοντικό βλαχοχώρι Νυμφαίο, (βλαχοχώρια – βλάχοι ‘’ποίοι και τι είναι’’ δες στο Ασπροπόταμος Πίνδου 1ο ‘’οι πηγές’’ τομ Ε’ ταξίδια 2003, 176 - 177), θα σαν ενθουσιάσουν. Ανάλογα από πού θα έρθετε, μπορείτε να επιστρέψετε είτε από Φλάμπουρο (προς Φλώρινα), είτε από τις λίμνες Ζάζαρη και Χειμαδίτιδα (προς Κοζάνη), είτε προς τη Φλώρινα μέσω Λεχόβου να βρεθείτε στην Καστοριά.

Διαδρομή Νυμφαίο – Φλάμπουρο

Πάρκινγκ Νυμφαίου προς Αρκτούρο. Μηδενίζουμε και μπαίνουμε στον πλακόστρωτο δρόμο, προσεκτικά γιατί κυκλοφορούν επισκέπτες. Φτάνουμε και προσπερνάμε τις εγκαταστάσεις του Αρκτούρου.

6,00 χλμ τριπλή δστ. υπάρχει πινακίδα ‘’Φλάμπουρο’’ αριστερά δασικός, δεξιά ο ‘’κεντρικός’’, ευθεία Φλάμπουρο,

7,7 χλμ τριπλή δστ υπάρχει πινακίδα ‘’Φλάμπουρο’’ ευθεία δασικός, δεξιά δασικός, αριστερά Φλάμπουρο,

10,9 χλμ Φλάμπουρο.

Στην πλατεία, μπροστά στο σχολείο είναι το ψητοπωλείο της Ανθής Τζέτζη 2385067368 και το καφενείο Ζιώγα 67361.

Σημειώσεις:

(1) Χρήστος Γεωργίου (Κίτσος Γιαγγιώργος) ‘’Μπελκαμένη’’ εκατό χρόνια ζωή, εκδόσεις Διογένης Αθήνα 2000, σελ 22. Αρβανίτικη ή Αλβανική που αναφέρεται, αφορά δίγλωσσους Έλληνες Βορειοηπειρώτες. Αρβανίτικο στοιχείο εγκαταστάθηκε και στην Αττική (Δερβένια Χασιάς – Μεγάλα Δερβένια), από τον 14ο αι. και είναι κυρίαρχο μέχρι σήμερα, (Ορεινός Χώρος της Βαλκανικής, Πλέθρον 2000, 150).

(2)Αυτή η κατάκτηση, επεκτεινόταν πολύ πιο πέρα από τα σημερινά Εθνικά σύνορα, που καθορίστηκαν με το Πρωτόκολλο ανεξαρτησίας της Αλβανίας – Λονδίνο 29/7/1913, στον χώρο της σημερινής Αλβανίας, και της σημερινής Π.Γ.Δ.Μ.. Όπου έφτανε, το χριστιανικό στοιχείο υπέφερε.

(3)Δεκάδες τιτλούχοι (αποκλειστικά Μουσουλμάνοι), προείδαν την κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και ρευστοποίησαν εκτάσεις που τους ανήκαν.

(4)  Οι τίτλοι κυριότητας της γης λεγόντουσαν ταπιά ή χοτζέτια που μετεγράφοντο στο Υποθηκοφυλακείο των Βιτωλίων (Μοναστήρι) εν προκειμένω, πρωτεύουσας του ομώνυμου Βιλαετιού. Για περισσότερα, δείτε την έκδοση της κοινότητας Νυμφαίου (1997), Συμβόλαια Νεβέσκης 1860 – 1910.

(5)Όλοι οι ‘’δρόμοι’’ του χωριού σκάφτηκαν σε βάθος 70 πόντων, στρώθηκαν με πλάκα κάτω, και δεξιά – αριστερά χτίστηκαν με πέτρα. Το μέγεθος της αποχέτευσης ήταν 40Χ40. Από πάνω σκεπάστηκαν με πλάκα.

(6) Ο Μιχάλης Αθ. Χαρίσης αναφέρει (σελ 15), ότι έγινε πριν από την εκκλησία (1853), ‘’γιατί πρέπει να αναρωτηθούμε πώς πήγαν τα υλικά εκεί πάνω;’’ [για να χτίσουν την εκκλησία.]. Ο Κίτσος Γιαγγιώργος γράφει (σελ 149), ότι χτίστηκε το 1888 – 1890 από τον Γιανστήλο ‘’ο αρχιμάστορας, που το όνομά του είναι γραμμένο σε μεγάλο μοναστήρι στο Άγιο Όρος’’. Ο Γεώργιος Π. Τσότσος αναφέρει (σελ 109) 1860 [σύμφωνα με μαρτυρίες των ντόπιων]. Οι άνθρωποι που μου μίλησαν γιαυτό (12/4/05), μου είπαν ότι κατέληξαν στο έτος 1881. Πιο κοντά στην αλήθεια φαίνεται να είναι το 1888 – 1890 γιατί ο Γιαγγιώργος προσθέτει λεπτομέρειες για την κατασκευή του καλντεριμιού από το γεφύρι προς το χωριό.

(7) Πολύ ενδιαφέρον το βιβλίο της Σοφίας Ηλιάδου – Τάχου, Το Κρούσοβο, πέρα από την Ιστορία και την Μνήμη (1845 – 1903). Παρουσιάζονται όψεις από την οικονομία, την εκπαίδευση και την Κοινωνία του ως την εξέγερση του Ήλιντεν, μέσα απο το αρχείο του Γ. Νιτσιώτα. Εκδόσεις Σταμούλη – Θεσσαλονίκη.

(8)Μετά τον ατυχή πόλεμο του 1897 οι Βούλγαροι εντείνουν τις προσπάθειές τους για εκβουλγαρισμό της τουρκοκρατούμενης Μακεδονίας. Με οπλισμένες συμμορίες (κομιτάτα), με εκβιασμούς, με πυρπολήσεις, με στυγνές δολοφονίες σε βάρος του ελληνικού στοιχείου, προσπαθούν να πετύχουν εκείνο που δεν κατόρθωσαν τριάντα χρόνια με την προπαγάνδα και τα χρήματα (Σοφοκλής Γ. Δημητρακόπουλος / Ιστορία και δημοτικό τραγούδι, 278 / εκδόσεις Παρουσία 1998).

(8α)Τσακαλάρωφ, αρχικομιτατζής της Δυτικής Μακεδονίαςπου στην έναρξη του Β’ Βαλκανικού πολέμου τον Ιούνιο του 1913 επανήλθε από τη Βουλγαρία επικεφαλής ενόπλου σώματος για να οργανώσει επαναστατικό κίνημα στα μετόπισθεν του Ελληνικού Στρατού (Μέρτζος, Βλάχοι, 101). Ενδεικτική της εγκληματικής του δραστηριότητας είναι το τραγούδι: «Τ’ είν’ το κακό που γένηκε το φετινό χειμώνα, κλαίγαν μανάδες για παιδιά, γυναίκες κλαιν για άντρες. Κλαίγουν και δυο Βουλγάρισσες στης Φλώρινας τον κάμπο: - Ανάθεμά σας βόιβοντες και σένα, Τσακαλάρωφ, όπου ‘ στε σεις οι αίτιοι, σεις είστε η αιτία, που σκότωσαν τους άντρες μας μαζί και τα παιδιά μας» (Δ. Πετρόπουλου: ‘’Δημοτικά τραγούδια του Μακεδονικού Αγώνα, περιοδικό Μακεδονικά, Β’, 353), Περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Σοφοκλή Γ. Δημητρακόπουλου (βλ. σημ. 8).

(9) Στον Εμφύλιο 700.000 – 800.000 κάτοικοι των ορεινών περιοχών μετακόμισαν βιαίως στις πόλεις για να μην έχουν οι αντάρτες πηγές ανεφοδιασμού, στρατολογίας και υπηρεσιών. Λίγοι από αυτούς επέστρεψαν στα χωριά τους το 1950, με τον επαναπατρισμό, όπως είχε ονομαστεί. (Λεωνίδας Λουλούδης – εξαμηνιαία έκδοση ‘’Γεωγραφίες’’ καλοκαίρι 2003 – τ.5 - εκδόσεις Εξάντας σελ 39).

(10)Οι Νιβεστιάνοι όχι μόνοδεν υπόκειντο σε κανέναν Οθωμανό τοπάρχη, (πασά, μπέη, και αγά), αλλά οπλοφορούσαν όλοι – κάτι που συναντάμε μόνο στα πολύ ιδιαίτερα προνόμια της περιοχής Χειμάρας (Ήπειρος, εκδ. Αθηνών, 243).

(11)Αποτελεί μια μεγάλη και τραγική αντίφαση της ιστορίας μας, το γεγονός ότι η πολυπόθητη απελευθέρωση σήμανε ταυτόχρονα την αρχή μιας πορείας προς την παρακμή των άλλοτε ανθηρών κοινοτήτων (τ. ΣΤ’, 217 και Πολιτιστική Γεωγραφία, Νομαρχία Ιωαννίνων, 85).

(12) Εκκενώνοντας τα χωριά οι κάτοικοι, αυτά καταλαμβανόντουσαν από τον ΔΣΑ και γινόντουσαν σωστά φρούρια. Για να τα ξαναπάρει ο στρατός χύθηκε άδικα τόσο αίμα. Μετά τη λήξη του πολέμου, είχαμε τόσο έξυπνη διοίκηση, που δεν καταλάβαιναν γιατί οι παλιοί κάτοικοι δεν γύριζαν πίσω. Κανενός δεν πέρασε η ιδέα ότι, α) δεκάδες χιλιάδες είχαν φύγει ήδη, μετανάστες (σήμερα ζούμε το αποτέλεσμα και τον αντίκτυπο), και β) όσοι έμειναν ρίζωσαν στα καινούργια μέρη, βρήκαν νέες εργασίες, μεγάλωναν τα παιδιά τους στη νέα γενέτειρα (εκείνη την εποχή το σπίτι στο χωριό, έγινε, ‘’το πατρικό’’.). Απ’ ό,τι βλέπανε τότε (1950 – 1955), και απ’ ό,τι αντικρίζουμε εμείς οι νεώτεροι σήμερα, απ’ όσα χωριά εκκενώθηκαν, ποτέ, κανένα δεν ξαναβρήκε την παλιά του αίγλη και ούτε κατά διάνοια έφτασαν τον πληθυσμό που είχαν.

(13)Οι κοινές αυτές αξίες ορίστηκαν και είναι: α) η παράδοση, η λαϊκή αρχιτεκτονική και ο λαϊκός πολιτισμός β) η ήπια, ισόρροπη οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, γ) η διαφύλαξη του φυσικού περιβάλλοντος και δ) ο κοινοτικός βίος, ως αυθύπαρκτος τρόπος ζωής των Ελλήνων, διαποτισμένος βαθιά από την αλληλεγγύη και την επιείκεια, τη Δημοκρατία και τη συνεισφορά, στα κοινά του τόπου (Μέρτζος, Νέα Οικολογία, 20).

(14)Ο άρχοντας της Νεβέσκας (Νυμφαίου), κυρ Μίχας εφένδης Τσίρλης, βαθύπλουτος έμπορος βαμβακιού και γαιοκτήμων της Αιγύπτου ανέπτυξε πολυσχιδή δραστηριότητα υπέρ του μακεδονικού ελληνισμού. Μέγας εθνικός ευεργέτης τιμήθηκε δύο φορές με το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος από τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη. Επίσης για την εθνική εισφορά τους, με Μεγαλόσταυρους τιμήθηκαν από τον Χαρίλαο Τρικούπη, ο ευεργέτης Νάνος Σωσσίδης, και από τον Ελευθέριο Βενιζέλο ο Ιωάννης Ζαν Νίκου.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: περ. Φλώρινας 23850, περ. Νυμφαίου - Αμύνταιου 23860

ΔΙΑΜΟΝΗ: www.e-city.gr/florina/index.php Στη Δροσοπηγή Φλώρινας υπάρχουν τρία ξενοδοχεία – ξενώνες. ‘’Γαλαξίας’’ 30354, ‘’Πούλια Α’’’ και ‘’Πούλια Β’’’, το ένα μέσα στο χωριό και το άλλο 2 χλμ έξω από αυτό 30625, 6. Νυμφαίο Λα Μοάρα και Λα Σοάρε 31377, κρατήσεις απο Θεσσαλονίκη 2310287626, 287401, Αθηνά 31141, Λα Γκάλμπα 31314, Λα Μπέτλου 41282, Νεβέσκα 31442, Εντερνέ 31230, 31351, Gura di Valle 6972929612, Τα Λινούρια 31030, 31133, Κοινοτικό 31382.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Στην Μπελκαμένη και στα πλατώματα του δρόμου προς Νυμφαίο.

ΦΑΓΗΤΟ: Στη Δροσοπηγή στον Ξενοδοχείο ‘’Πούλια Α’ ’’,  στο καφενείο του ξενοδοχείου ‘’ο Γαλαξίας’’ του Γεωργίου Αθ. Κύρκου 30354, και στο Δημοτικό παραδοσιακό καφενείο ‘’ο Λάλας’’ του Θεοδωρίδη Σταύρου 30815. Στο Νυμφαίο το καφε – ουζερί ‘’ Ο Μπέκας’’, δυνατό τσίπουρο με μεζέδες, ταβέρνα ‘’Αρχοντικό’’ του κ. Στέργιου και της κ. Νικολέτας 31107, Παραδοσιακή ταβέρνα ‘’ η πλατεία’’ 31321. Σε κάθε περίπτωση δοκιμάστε κρασί ΟΠΑΠ Ροζέ Αμυνταίου.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Φλώρινας 44325, Δήμος Περάσματος 31000, Α΄ Βοήθειες 22555, 6, Αστυνομία 22100, 44240, 1, Κοινότητα Νυμφαίου 31382, 31400, Αστυνομία 31361, 3, Α’ Βοήθειες 31360, Συνεργεία – Βουλκανιζατέρ Φλώρινα Μικρόπουλος Νικόλαος, 28259, 22666. Αμύνταιο Παπαδάκη Όλγα, 22496, Χρήστος Στάιος, 23990.

ΧΡΗΣΙΜΑ: www.myflorina.gr www.florinaonline.gr Λαογραφική συλλογή Δροσοπηγής, επικοινωνήστε με τον Γραμματέα Τατσιώκα Σωτήρη 30351. Το Λαογραφικό Ιστορικό Μουσείο ‘’σπίτι των Χρυσικών’’ στο Νυμφαίο, ανοιχτό καθημερινά 10:30 – 18:30 εκτός Δευτέρας, τη Κυριακή, ανοίγει μετά την εκκλησία στις 11:00, 31065. Ιππασία ή Mountain Bike, στον Ιππικό όμιλο Νυμφαίου 31117. Συνεταιρισμός Γυναικών Νυμφαίου 31117. Επίσκεψη στο κέντρο διάσωσης της Αρκούδας του λύκου και των βιοτόπων τους ‘’Αρκτούρος’’ Αετός 41500 www.arcturos.gr ‘’Άρτεμις’’, εταιρεία περιβαλλοντικών περιηγήσεων και υπαίθριων δραστηριοτήτων 31028, 31286. Διεύθυνση Δασών Φλώρινας 22529, Χιονοδρομικό στο Βίτσι, Βίγλα (1.650μ.), 45801, 22082, 29939, www.vigla-ski.gr Info: Σ.Ο.Χ. Φλώρινας 46026, 29939, 23688. Info: Ε.Ο.Σ. Φλώρινας, 28008, 23377, 22354, Φ. Ο. Φλώρινας 26567

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Στην Φλώρινα όλες οι εταιρείες, στο Αμύνταιο πολλές ενώ προς Δροσοπηγή υπάρχει στον Τροπαιούχο Cyclon και την Υδρούσα Rodoil.

ΧΑΡΤΕΣ: Πλαστικοποιημένοι χάρτες ανά νομό που χωρούν στο tang Bag. Αγοράστε τον χάρτη Νο 47 ‘’Φλώρινα’’, εκδόσεις ‘’Ελλάδα’’ Κολοκοτρώνη 11 Αθήνα 2103222573, 3225241, Βενιζέλου 3 Θεσσαλονίκη 2310223063. Μια καλή χαρτογραφική εργασία του μελετητή Αλέξανδρου Πέτρους σε ένα όμορφο διπλό φάκελο, ζητήστε την από τη Νομαρχία Φλώρινας, 54409, 10, Διεύθυνση τουρισμού – πολιτισμού 54460, 1, 2, 3 Τ.Ε.Δ.Κ. 28887, 24539.

ΒΙΒΛΙΑ: Μιχάλης Αθ. Χαρίσης / η ζωή και οι περιπέτειες στη Δροσοπηγή / Δροσοπηγή 2000, και Κίτσος Γιαγγιώργος / Μπελκαμένη / εκδόσεις Διογένης / Αθήνα 2000.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: Μ.Ο.Κ. (Μοτοσυκλετιστικός όμιλος Καστοριάς) 25ης Μαρτίου 17, Τηλ 2467029514, 23470. Μ.Ο.Π. (Μοτοσυκλετιστικός όμιλος Πτολεμαΐδας) 2463080272, Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσυκλετιστών - Ελάτη Τρικάλων  - τ.κ. 42032  Πύλη, Τηλ - Fax 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για τη ΔΡΟΣΟΠΗΓΗ και το ΝΥΜΦΑΙΟ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Νικολάου Αργ. Λούστα / Λαογραφική μελέτη Νιβεάστας – Νεβέσκας – Νυμφαίου Φλωρίνης / Θεσ/νίκη 1996
  • Νικολάου Ι. Μέρτζου / Συμβόλαια Νεβέσκης 1860 – 1910 / έκδοση Κοινότητα Νυμφαίου 1997
  • Μιχάλης Αθ. Χαρίσης / 1844 – 1994 Η ζωή και οι περιπέτειες στη Δροσοπηγή / Δροσοπηγή 2000
  • Κίτσος Γιαγγιώργος / Μπελκαμένη – εκατό χρόνια ζωή / εκδόσεις Διογένης / Αθήνα 2000
  • Αστέριος Ι. Κουκούδης / Οι μητροπόλεις και η διασπορά των Βλάχων / εκδόσεις Ζήτρος / Θεσσαλονίκη 2000
  • Νικολάου Ι. Μέρτζου / Αρμάνοι – Οι Βλάχοι / εκδόσεις Ρέκος / Θεσσαλονίκη 2001
  • Νικολάου Αργ. Λούστα / Η ιστορία του Νυμφαίου – Νεβέσκας Φλωρίνης / Θεσ/νίκη 2002
  • Λεύκωμα φωτογραφιών Νυμφαίου / έκδοση αστικού συνεταιρισμού γυναικών Νυμφαίου 1998

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Ιούλιος Μ. Ευλαμπίου / Νυμφαίο / περιοδικό Cosmos τ.7 Δεκέμβριος 1994
  • Θοδωρής Αθανασιάδης / Νυμφαίο – Κλεισούρα / Περιοδικό Vita τ.5 Σεπτέμβριος 1997
  • Αλέξανδρος Τσαντούλας / Νυμφαίο / περιοδικό Ταξιδεύοντας τ.1 Δεκέμβριος 1997
  • Αναστασία Γκολιομύτη / Νυμφαίο / περιοδικό Οξυγόνο τ.7½ Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1998
  • Νικολάου Ι. Μέρτζου / Από τη Νεβέσκα στο χωροχρόνο / περιοδικό Νέα Οικολογία τ.160 Φεβ. 1998
  • Θοδωρής Αθανασιάδης / Πάσχα στο Νυμφαίο / Περιοδικό Vita τ.12 Απρίλιος 1998
  • Ντίνου Κιούση / Νυμφαίο / περιοδικό Μετρό Φεβρουάριος 2000
  • Θοδωρής Αθανασιάδης / Ξενώνες με άποψη / Περιοδικό Vita τ.44 Δεκέμβριος 2000
  • Κώστας Ζυρίνης / Νυμφαίο / περιοδικό ΓΕΩ τ.59 Μάιος 2001
  • Θοδωρής Αθανασιάδης / Σαμαρίνα – Νυμφαίο / Περιοδικό Vita τ.79 Νοέμβριος 2003
  • Αλέξανδρος Τσαντούλας / Φλώρινα / ένθετο Ταξιδιωτικοί Οδηγοί τ.16 εφημ. Ημερησία
  • Νίκος Σπανός / Νυμφαίο / ένθετο Action Zone τ.9 περιοδικό 0-300 Νοέμβριος 2004

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Συλλογικό / Φλώρινα – Βίτσι / ένθετο Περιηγήσεις τ.15 εφημ. Ημερησία 24/1/04
  • Ραχήλ Χάουαρντ / Καστοριά – Νυμφαίο / ένθετο ταξίδια Νο 24 εφημ. Βήμα 5/10/97
  • Έφη Χατζηιωαννίδου / Νυμφαίο / εφημ. Καθημερινή 19/10/99
  • ΤΗΛΕΦΟΣ / Tα νέα της Αννούλας της Κλεισούρας / εφημ. Καθημερινή 3/9/00
  • Ντίνου Κιούση / Νυμφαίο / εφημ. Καθημερινή ένθετο ταξιδεύοντας 4/11/01
  • ΤΗΛΕΦΟΣ / Το σπίτι των Χρυσικών / εφημ. Καθημερινή 16/4/02
  • Ντίνου Κιούση / Βέρνο / ετήσιος οδηγός της εφημ. Καθημερινή ε. 86ο, φ. 25381, 14/11/04
  • Μιχάλη Κωστάρα / Χορεύοντας με τις Αρκούδες / εφημ. Ελευθεροτυπία 24 – 25/12/04
  • Ντίνου Κιούση / Νυμφαίο / εφημ. Καθημερινή ένθετο ταξίδια 27/3/05

 EDITORIAL Τόμου Ζ’ 2005 (462 λέξεις)

Ορεινές Περιοχές και Τουριστική Ανάπτυξη Β’

Η αποδυνάμωση και απονεύρωση της επαρχίας τόσα χρόνια και τόσο συνειδητά, είναι δυνατόν να μην εκπορεύεται από κάποιο στόχο; Ακόμα και να δεχτούμε ότι δεν  υπάρχει, ώστε να μην κατηγορηθούμε ότι βλέπουμε παντού πλεκτάνες και λοιπές ανθελληνικές πράξεις, τότε ξεφυτρώνει μια άλλη αμείλικτη πραγματικότητα, μια διαφορετική και εξίσου ενδιαφέρουσα εκδοχή. 

Αν πραγματικά ο στόχος είναι απροσδιόριστος, τότε η διοίκηση είναι στα αλήθεια αδύναμη να προσεγγίσει τις αναπτυξιακές ανάγκες και δυνατότητες της επαρχίας και γιαυτό δεν υλοποιεί έργο χρήσιμο. Και σε αυτή την περίπτωση όμως, δεν καταλήγουμε ότι αυτή η ανεπάρκεια θα έχει κάποιο επακόλουθο; Εννοώ στην παραπέρα ερήμωση. 

Όπως και να εξετάσουμε το θέμα της ερήμωσης στην επαρχία, καταλήγουμε, και πρέπει να το παραδεχθούμε, ότι δεν ενεργοποιήθηκε καμία διαδικασία προετοιμασίας σε επίπεδο περιφέρειας τουλάχιστον, ούτε υπήρξαν ποτέ οι κατάλληλες δομές και προτεραιότητες για την υγιή ανάπτυξή της και για τον αδόκιμο και πολυφορεμένο πλέον όρο ‘’αειφόρος ανάπτυξη’’, που όλοι οι διοικούντες τον αναμασούν ανούσια.

Σε ένα περιβάλλον που ευνόησε και εξακολουθεί να ευνοεί τη μετανάστευση, που διεύρυνε με ανόητα και επικίνδυνα προσχήματα τις κοινωνικές, περιφερειακές ανισότητες και που διαμορφώθηκε από τις υψηλές μονομερείς επιδοτήσεις της εντατικής πεδινής γεωργίας, η φυσιολογική αξιοποίηση δεν πρέπει να περιμένει τίποτα. 

Καμία κυβέρνηση, και κανένα διοικητικό σχήμα, δεν αντιμετώπισε σε βάθος χρόνου με ήπιο και εύλογο τρόπο, τα πλεονεκτήματα των ‘’ορεινών και μειονεκτικών περιοχών’’. Πάντοτε το πολιτικό κόστος και η άγνοια, στεκόταν αξεπέραστο εμπόδιο ακόμα και για μοναδικές ευκαιρίες, (βλ. διατήρηση και προστασία του φυσικού περιβάλλοντος μέσω της πρόσφατης αναθεώρησης της ΚΑΠ).  Στο μεταξύ, αν δεν έγινε αυτά τα χρόνια κάτι, αν δεν δημιουργήθηκαν υποδομές τώρα, που πέρασαν πακτωλοί κοινοτικών επιδοτήσεων, ακριβώς, και συγκεκριμένα για αυτές, τώρα που τελείωσαν ‘’προγράμματα’’ που ‘’έτρεχαν’’, πότε θα γίνουν; 

Θα ήθελα να προσθέσω ότι, δεν πρέπει να νομίζετε ότι τα προβλήματα μπορεί να λυθούν μόνο μέσω της Διοίκησης. Αυτό δημιουργεί ψευδαισθήσεις για το πώς, και από ποιους διοικούμεθα. Γνωρίζουμε χρόνια τώρα, ότι χρειάζεται σοβαρότερη πολιτική και πολιτικοί για να έχουμε όλοι, αξιοσέβαστη χώρα. Οι μη άξιοι σεβασμού πολιτικοί που ξεφύτρωσαν ανάμεσά μας, στα χρόνια τα δικά μας, κρατούν στα χέρια τους τις τύχες μας. 

Ας απαιτήσουμε λοιπόν να μειωθούν, αφού αποδεδειγμένα βλάπτουν, ακόμα και την δύσκολα διακρινόμενη αξιοπρέπεια.  

Ταξιδεύοντας και αναβοσβήνοντας τα φώτα.

Άγγελος Σινάνης  

Υ/Γ: Λυσσαλέα και σε πλήρη άνθηση η διακίνηση ''ιδεών'', και ''ταξιδιών'' σε πολιτισμούς και αγαθά που ονομάζονται κατά κόρον, ‘’ταξίδια’’. Ας είναι οπουδήποτε … από τη Γη του Πυρός μέχρι την ‘’Άγνωστη Γενεύη’’ και από το Kirkenes μέχρι την, εξ’ ίσου, ‘’Άγνωστη Βιέννη’’. Κύριος λόγος και εδώ η μόδα αλλά κυρίως η κερδοσκοπία. Αποφύγετε τις ‘’μούσες’’ και εμπιστευτείτε τους χάρτες σας και το μεράκι του ταξιδιού, που είτε φωλιάζει στην ψυχή σας, είτε όχι. Να γνωρίζετε και τούτο, στην παραμικρή οικονομική αντιξοότητα, όλοι αυτοί οι ‘’ταξιδιώτες’’ θα εξαφανιστούν.

 ΘΕΣΣΑΛΙΑ (8481 λέξεις)

ΑΣΠΡΟΠΟΤΑΜΟΣ – ΠΟΛΥΘΕΑ – ΚΡΑΝΙΑ – ΔΟΛΙΑΝΑ – ΠΑΛΙΟΧΩΡΙ 

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Μάρτιος 2004 

Στα Βλαχοχώρια του Ασπροποτάμου

Μια από τις περιοχές της Κεντρικής Πίνδου, που συναρπάζουν τον ταξιδιώτη – περιηγητή, είναι αυτή των βλαχοχωρίων του Ασπροποτάμου. Υψηλής οικολογικής και αισθητικής αξίας δάση, παρθένες από την ανθρώπινη δραστηριότητα εκτάσεις περιτριγυρίζουν τους γεμάτους μνημεία οικισμούς. Ολόκληρος ο τόπος είναι ενταγμένος στο δίκτυο Φύση 2000 αποπνέοντας μια διαφορετική αύρα υψηλών πολιτισμικών στοιχείων που φαίνονται ικανά να φέρουν πολλές φορές στον ίδιο χώρο και τον πιο ‘’δύσκολο’’ επισκέπτη.

Η Δυτική Θεσσαλία, παρόλο που βρίσκεται στο κεντρικότερο σημείο του ελληνικού ηπειρωτικού χώρου, παραμένει για τον έξω κόσμο ελάχιστα γνωστή ή και τελείως άγνωστη. Οι αιτίες της απομόνωσής της οφείλονταν στο απρόσιτο, γεωφυσικό ανάγλυφο, στην ανυπαρξία ως τα πρόσφατα χρόνια αξιόπιστου οδικού δικτύου αλλά και σε παράγοντες ιστορικούς, οικονομικούς, και κοινωνικούς. Από την άλλη πλευρά όλες αυτές οι ‘’δυσκολίες’’ την έκαναν ευρύτερα γνωστή σε οδοιπόρους, ορειβάτες, και έναν κύκλο απαιτητικών περιηγητών που αναζητούν άθικτη και αμόλυντη φύση.

Τα δημόσια δάση Πολυθέας – Κρανιάς και Δολιανών, ανάμεσα από τη Τριγγία (2204 μ. υψ.), τη Σκλίβα (1995 μ. υψ.), το Καπ – Γκράς (1824 μ. υψ.), και τη Μπουτζά (1997 μ. υψ.), είναι από τα ομορφότερα του Ασπροποτάμου, αλλά και της χώρας, με πολλές δασικές διαδρομές, άγριες κορφές, φαράγγια, ρέματα στεφανωμένα με απέραντα δάση Ελάτης – Οξιάς. Έχοντας περιγράψει (ταξίδια, τ. Ε’, 168 – 169), την οριοθέτηση των Δασικών συμπλεγμάτων, των βουνών της Κεντρικής Πίνδου που διαρρέονται από τον Ασπροπόταμο, και την πρόσβαση σε αυτά, θα προσθέσουμε μόνο ότι ο πυρήνας Καπ – Γκράς – Νεράιδας στον οποίο θα αναφερθούμε, έχει έκταση 43.500 στρ και καταλαμβάνει το δυτικό τμήμα του σχηματισμού της Νεράιδας, στο όριο με την Τριγγία.

Ολόκληρη η περιοχή και η φύση της έχει παραμείνει αναλλοίωτη και αμόλυντη και λόγω αυτού του γεγονότος, είναι από τους ελάχιστους στη χώρα με πλουσιότατη πανίδα και χλωρίδα. Δεκάδες είδη φαρμακευτικών φυτών, αγριολούλουδα, άγρια ζώα και πουλιά. Ορεινές πέρδικες, τσίχλες, αγριοπερίστερα, δρυοκολάπτες, φάσες, και όλα σχεδόν τα είδη των ενδημικών μικροπουλιών, αλλά και ελάφια, λύκοι, αγριογούρουνα ζουν και αναπαράγονται στα απέραντα δασικά συμπλέγματα. Είναι ένας από τους σημαντικούς βιότοπους της αρκούδας, συχνότατα δε οι επισκέπτες, οι ντόπιοι αλλά και οι ειδήμονες αναφέρουν την εμφάνισή της. Σε όλη τη διαδρομή, όσο προσεγγίζετε το ‘’κέντρο’’ της, τόσο γίνεται αισθητή η παρουσία του νερού, σαν ένα από τα κυρίαρχα στοιχεία του περιβάλλοντος. Σε αυτά τα ποτάμια και τα ρέματα υπάρχει αραιή παρουσία της ορεινής Πέστροφας Ασπροποτάμου (Truta Fario). 

Ο ταξιδιώτης που θα φθάσει μέχρι εδώ, θα μείνει έκθαμβος από τον πολιτιστικό πλούτο, τη φύση και τα μνημεία του χώρου. Βαθιά μέσα στον ορεινό όγκο Τρικάλων, κοντά στον ρου του Άνω Αχελώου, του Αράου Άλμπου των βλάχων (αρχ. Ίναχος) ή όπως επικράτησε να λέγεται, Ασπροπόταμος, βρίσκεται η ομώνυμη περιοχή και τα χωριά της. Τα ιστορικά, εξήντα επτά χωριά του Ασπροποτάμου, παλιότερα ήταν ενιαία επαρχία των πρώην Δήμων Λάκμωνος, με έδρα το Χαλίκι (ΦΕΚ 126 31/ 3/1883), και Χαλκίδος με θερινή έδρα την Κρανιά και χειμερινή τον Κλεινοβό (στο ίδιο ΦΕΚ ), μετά δε την επανάσταση(1), διέθεταν εκπρόσωπο στην βουλή του Ναυπλίου, τον Ιωάννη Χατζηπέτρο

Τα βουνά της περιοχής, κατοικούνται τα καλοκαίρια από τους βλάχους, τους Σαρακατσάνους και τους  ‘’ντόπιους’’. Τα βλαχοχώρια που βρίσκονται στην κοιλάδα του Ασπροποτάμου, είναι τα περισσότερα και τα μεγαλύτερα στην περιοχή, αποτελώντας την νοτιότερη εκτεταμένη και πυκνή ομάδα, που απλώνεται στις ψηλές πλαγιές της Πίνδου, φτάνει βόρεια ως το Μέτσοβο, στην ομάδα των χωριών της Χώρας Μετσόβου, και δυτικά στην ομάδα βλαχοτζουμέρκων. Οι γηραιότεροι κάτοικοι μιλούν ακόμη αραιά και πού, την τοπική βλάχικη, διάλεκτο, τουλάχιστον μεταξύ τους, (βλ. ‘’βλάχοι – ποιοι είναι’’ - ταξίδια, τ. Ε’, 176 - 177). Μέχρι τις μέρες μας, η οικονομία των χωριών βασίστηκε στην κτηνοτροφία, δραστηριότητα οι οποία μαζί με την επεξεργασία του ξύλου, έδινε δουλειά και τροφοδοτούσε όλα τα χωριά με τα προϊόντα της. 

Στο κέντρο της περιοχής Ασπροποτάμου, στην περιοχή ‘’Τρία Ποτάμια’’, δεσπόζει το Διοικητήριο, απ’ όπου ξεκινούν όλες οι διαδρομές, και η γνωριμία με τον τόπο. Αν έρχεστε από την Πύλη Τρικάλων περίπου 500 μέτρα πριν το διοικητήριο θα δείτε την πινακίδα, και τον ανηφορικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο που σύντομα σας φέρνει στην Πολυθέα (πριν το 1928 Δραγοβίστι ή Ντράουζα στα βλάχικα σε 1100 μ. υψ.). Όπως παραπέμπει το όνομά της, έχει πολύ ωραία θέα προς την μεγάλη κοιλάδα του Ασπροποτάμου, και τις κορφές της Νότιας Πίνδου, Αυγό 2.148 μ, Μεγάλος Πύργος 1.938 μ, και Νεράιδα 1.931 μ, ενώ βαθιά μέσα στο δάσος διακρίνεται η γειτονική Μηλιά.

Πανέμορφα πέτρινα αρχοντικά, λιθανάγλυφα υπέρθυρα εκκλησιών και σπιτιών, αποπνέουν ένα απαράμιλλο τόνο αρχοντιάς, που συνυπάρχει τόσο με το ιστορικό παρελθόν, όσο και με την σύγχρονη πραγματικότητα. Παλιά, όμορφη και αρχοντική η Πολυθέα, μνημονεύεται η ύπαρξή της σε Τούρκικο φιρμάνι της 9ης Μαΐου 1542, σύμφωνα με το οποίο διευθετούνται κτηματικές περιουσίες της Μονής του Μεγάλου Μετεώρου, που βρισκόταν εδώ. Από εδώ καταγόταν ο Σαραχούμης, μυστικοσύμβουλος του Σουλτάνουο  γιος του ήταν μέλος της φιλικής Εταιρείας (Νημάς, 341). Ο GustavWeigand που ταξίδεψε στα βλαχοχώρια του Ασπροποτάμου, δεν πέρασε από το χωριό, όμως βρήκε στα Τρίκαλα άτομα και πήρε πληροφορίες για τη θέση και το μέγεθός της. Αναφέρει ‘’…Δραγοβίστι, μια ώρα νότια από τη Μηλιά με τριακόσιες Ψυχές..’’. Με δεδομένο ότι οι Τούρκοι έγραφαν μόνο τον αντρικό πληθυσμό συμπεραίνουμε ότι ο πληθυσμός ήταν τουλάχιστον διπλάσιος, (Weigand, τ. Α’, 317). 

Ο κεντρικός δρόμος στρώθηκε με πέτρα, σε ανάμνηση των παλιών καλντεριμιών, που φτάνει μέχρι την πλατανοσκέπαστη σκιερή πλατεία. Εκεί, τους καλοκαιρινούς μήνες λειτουργούν καφενεδάκια, με σπέσιαλ τοπικούς μεζέδες, για τσιπουράκι, κοκορέτσι, ολόφρεσκες σαλάτες και θαυμάσια τυροκομικά προϊόντα. Υπάρχει και ο ξενώνας ‘’Κάζα Κάλντα’’, με νέο ιδιοκτήτη που τον ανακαίνισε με σκοπό να λειτουργεί και τον χειμώνα, πράγμα θετικό, για τη προσέγγιση του τόπου. Αν τύχει και βρεθείτε εδώ χειμωνιάτικα, ίσως γνωρίσετε και εσείς τη ‘’μασκώτ της Πολυθέας’’, που γυροφέρνει τα καφενεία για κάποιο κοψίδι. Πρόκειται για μια αλεπού, που με τη συνεχή επαφή της με τους κατοίκους απέκτησε οικειότητα, και τους επισκέπτεται συχνότερα από ότι οι ίδιοι φανταζόντουσαν. 

Στην άκρη της πλατείας, δίπλα από τον πλακόστρωτο δρόμο, ήταν το μεγάλο αρχοντικό (18ου αι.) των Τεγόπουλων. Ο πατέρας Τεγόπουλος, μεγαλέμπορος στα Τρίκαλα των αρχών του περασμένου αιώνα και μετά στην Αθήνα, πτώχευσε στο παγκόσμιο κράχ του 1929. Μετά την πτώχευση, ο νεαρός τότε Κίτσος – (Χρήστος) Τεγόπουλος, ένα από τα τέσσερα παιδιά, εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση με το ΕΑΜ, φυλακίστηκε, εξορίστηκε. Το 1951 ήρθε στην Αθήνα και το 1975 εκδίδει, την εφημερίδα ‘’Ελευθεροτυπία’’. Σήμερα, ο εκδότης και μέτοχος του ‘’Mega’’ Κίτσος Τεγόπουλος είναι ένας ισχυρός πολιτικοκοινωνικός παράγων της Ελλάδας, γνήσιος απόγονος των βλάχων της Πολυθέας, (Μέρτζος, 370).

Στην σκιερή πλατεία υπάρχει το μνημείο ηρώων, προσφορά των εκπολιτιστικών συλλόγων Αθηνών – Τρικάλων – Λαρίσης, και η παλιά πετρόχτιστη κρήνη στην άκρη της. Όλη η περιοχή θεωρείται, δικαίως, ‘’ανεξερεύνητη’’ και έξω από οποιαδήποτε ‘’τουριστική’’ υποψία ή εκμετάλλευση. Φροντίστε να έχετε κάμποσο χρόνο και περπατήστε στα καλντερίμια της, βλέποντας ορισμένα από τα αναστηλωμένα αρχοντικά. Όπως όλοι οι βλάχικοι οικισμοί έτσι και εδώ, οι κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με την κτηνοτροφία και την υλοτομία. Διέθεταν βέβαια και μικρούς κλήρους, τα ‘’Κήπια’’ μια περιοχή έξω από το χωριό όπου έσπερναν τα χρειαζούμενα για την οικογένεια. Η δυναμική παρουσία της Πολυθέας χαρακτηρίζεται κυρίως από την κατεργασία μαλλιού, την υφαντουργία, τη ραπτική, και την τυροκομία. Μέχρι το 1912, υπάρχουν στην ευρύτερη περιοχή της δώδεκα τυροκομεία, που έστελναν την παραγωγή τους στις μεγαλύτερες αγορές του νομού. Ο πλούτος που συσσωρεύτηκε εκφράστηκε με δεκάδες έργα στην γενέτειρα και μεγάλα δίπατα, τρίπατα αρχοντικά με εξώστες, ελάχιστα εκ΄ των οποίων σώζονται, αναστηλωμένα. Το χωριό ακολούθησε την τύχη που είχαν όλοι οι οικισμοί του Ασπροποτάμου, κάηκε από τους Γερμανούς στις 23 Οκτωβρίου του 1943, και ξανακατοικήθηκε μετά από αρκετά χρόνια.  

Στους καιρούς μας, θα έλεγε κανείς ότι η Πολυθέα ξανακτίζεται από την αρχή. Δεκάδες ντόπιοι που έρχονται, σύμφωνα με τις παλιές συνήθειες, μόνο το καλοκαίρι, αναστηλώνουν ή επισκευάζουν και προεκτείνουν τα σπίτια τους, περιποιούνται τους ολάνθιστους κήπους με τις αγριοτριανταφυλλιές, και γενικά ο επισκέπτης έχει την αίσθηση τις κίνησης. Στις 8 Σεπτεμβρίου στη γέννηση της Θεοτόκου (ή Γενέθλιον),γίνεται το μεγάλο πανηγύρι που πρέπει να είστε εδώ, για να πιστέψετε το μεγάλο γλέντι που ακολουθεί. Θα έχετε την ευκαιρία να ακούσετε τα θαυμάσια τραγούδια του Ασπροποτάμου, που με το τοπικό κλαρίνο αποκτούν μαγικές διαστάσεις. Επίσης, το πρώτο ή δεύτερο Σάββατο του Αυγούστου, ο σύλλογος Πολυθεατών Τρικάλων ή και οι τρεις μαζί, (Αθήνας – Τρικάλων & Λάρισας), κάνει το ετήσιο αντάμωμα, και γίνεται μεγάλη γιορτή μέχρι το πρωί. 

Λίγο πριν την κεντρική πλατεία, είναι ο τρίκλιτος Ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου ή Παναγίας Φανερωμένης (1748). Στο ιερό βήμα υπάρχουν τοιχογραφίες που φέρουν χρονολογία 1851 Οκτωβρίου 4. Σε μια προσπάθεια καλλωπισμού που έγινε τα τελευταία χρόνια, έχασε αρκετή από την παλιά πατίνα του χρόνου. Αλώβητο από επεμβάσεις έμεινε, το πραγματικά πανέμορφο μνημείο του χώρου, που βρίσκεται λίγο πριν μπείτε στον κεντρικό οικισμό, στα δεξιά σας, εκεί που φεύγει ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος, (υπάρχει πινακίδα), προς τον κάτω μαχαλά. Αυτός ο δρόμος οδηγεί στον πετρόχτιστο τρίκλιτο Ναό του Αγίου Δημητρίου (1830), ένα από τα εξαιρετικά μνημεία του Ασπροποταμίτικου τοπίου, με περίτεχνο - πιθανά από Πραμαντιώτες μαστόρους - λεπτοδουλεμένο καμπαναριό. Η εικόνα του Ιησού Χριστού στην συρόμενη πόρτα της Ωραίας Πύλης, είναι έργο του Σαμαριναίου ζωγράφου Γεωργίου Ζήση (1850 – 1879), που δημιουργήθηκε, σε συνεργασία με τον συχωριανό του Αθανάσιο στις 4 Αυγούστου 1858. Πάνω της υπάρχει μικρογράμματη επιγραφή της ιστόρησης, με πέντε στίχους, (Καλούσιος, Σύμμεικτα ΙΓ’, 164, 184). Ξακουστό πανηγύρι γίνεται εδώ, στην γιορτή του αγίου (26 Οκτωβρίου), προσελκύοντας Πολυθεάτες αλλά και κατοίκους από τα γύρω χωριά, τόσους, ώστε το ‘’μποτιλιάρισμα’’ να είναι αναπόφευκτο. Στον ‘’κάτω μαχαλά’’ ομώνυμο της εκκλησιάς, θα δείτε μερικά από τα πολύ όμορφα και απλοϊκά παλιά σπίτια του χωριού. 

Η διαδρομή συνεχίζει μέχρι τον μεγάλο χώρο αναψυχής - ξεκούρασης, στον Αγ. Αθανάσιο (1,5 χλμ) που φαίνετε απέναντι, με το μεγάλο κιόσκι. Ωραίος χώρος για σκηνές, με ανυπέρβλητη θέα στις απέναντι βουνοκορφές και τη Μηλιά. Από εδώ ο κακοτράχαλος χωματόδρομος κατηφορίζει, διασχίζει όλο το δάσος με τα έλατα, (υπάρχουν πιθανότητες να βρεθεί κάποιος κορμός πεσμένος στο δρόμο), περνάει το ποτάμι, και φτάνει σε +/- 8 χλμμέχρι κάτω τον κεντρικό δρόμο. Εκεί, λίγο πριν αλλά και μετά από την δστ προς Μηλιά, (υπάρχει σήμανση) είναι τα σημεία που οι απανταχού φίλοι του κανόε - καγιάκ δίνουν το ραντεβού τους, ειδικά τους χειμωνιάτικους μήνες. Οι ολοκαίνουργιες ‘’γλίστρες’’ διευκολύνουν την είσοδο των κανό στο ποτάμι και η κατάβαση, που μπορεί να αρχίσει και από τα ‘’τρία ποτάμια’’, ξεκινά. Για όσους δεν έχουν την απαιτούμενη εμπειρία ή τον εξοπλισμό, υπάρχει ο Θανάσης Σαμούρης της Trekking Hellas (γραφείο Θεσσαλίας), που διοργανώνει ασφαλείς - περιπετειώδεις καταβάσεις.

Φεύγοντας από τη Πολυθέα, υπάρχει η δυνατότητα να μην γυρίσετε στον κεντρικό δρόμο προς το Διοικητήριο, αλλά από το βουνό, να κατευθυνθείτε προς την Κρανιά, απ’ τον μεγάλο και φαρδύ δασικό που ενώνει τους δύο οικισμούς, (δες Road Book στο τέλος). Ακριβώς στο πλάτωμα της εξόδου από το χωριό πηγαίνετε δεξιά στον ανηφορικό χωματόδρομο, μπαίνοντας στο πανέμορφο δάσος. Η διαδρομή κινείται στην ισοϋψή των 1250 μ και στην αρχή ‘’γλύφει’’ σε όλο της το μήκος τον αχανή γκρεμό αριστερά σας ενώ μετά από +/- 2,5 χλμ. σας χαρίζει σπάνια θέα μεγάλου μέρους του ανυπέρβλητου Ασπροποταμίτικου τοπίου. 

Ατενίζοντας την περιοχή σε πρώτο πλάνο, σαν να βλέπετε από αεροπλάνο, είναι ο ξενώνας ‘’Μαντάνια’’, πιο ψηλά η ιστορική Καλλιρρόη με το καινούργιο ξενοδοχείο της, και η ψηλή κορφή ‘’Τρία σύνορα’’ (1796 μ). Λίγο πιο κάτω (+/- 3,5 χλμ), υπάρχει η μοναδική στη διαδρομή, δστ που οδηγεί αριστερά, στον κεντρικό δρόμο. Αγνοήστε τη, και χωθείτε ακόμα βαθύτερα στο δάσος, ώσπου θα βγείτε σε πλάτωμα με πέτρινη κρήνη και δστ δεξιά σας (στην αρχή έχει λίγο τσιμέντο), που καταλήγει στη κορυφή ‘’Ψήλωμα’’ στα 1637 μ. υψ, εκεί που βρίσκονται οι κεραίες(2).  Σε ολόκληρη τη διαδρομή (βλ. Road Book στο τέλος), θα βρείτε πολλούς χώρους – πλατώματα για να ‘’στήσετε’’ σκηνές, όμως, ξεχωρίζει αυτό με τη παλιά πετρόχτιστη κρήνη ‘’ΠΑΙΑΝΑ’’.

Αν διαλέξετε τον κεντρικό δρόμο για τη συνέχεια, η διαδρομή περνά έξω από το Διοικητήριο – κέντρο ενημέρωσης για την ζωή στον Ασπροπόταμο και την αρκούδα της Πίνδου - στο πίσω ύψωμα του οποίου υπάρχει η ταβέρνα – ψησταριά του Απόστολου Δρόσου, και συνεχίζει, περνώντας μπροστά από το ξενοδοχείο ‘’τα Μαντάνια’’ του Λάμπρου και του Γιώργου, φτάνοντας μέσα από καταπράσινα τοπία στην δστ για Κρανιά, τον πανέμορφο και πεντακάθαρο χώρο αναψυχής ‘’Κρανιά’’. Στον χαμηλό λοφίσκο, διακρίνεται ο ναός του Αγ, Νικολάου (1966) κτισμένος στην ίδια θέση άλλου, μικρότερου και πολύ κομψού, που κάηκε το 1943 από τους Γερμανούς. Δίπλα από το δρόμο, είναι το ταβερνάκι του Στέφου Ζαραμπούκα, ανοιχτό καθημερινά όλο το χρόνο, και το χειμώνα, σε ένα από τα ομορφότερα και πιο βολικά σημεία του Ασπροποτάμου. Ο χώρος αναψυχής και η θαυμάσια περιφραγμένη παιδική χαρά, προσφέρει ανέμελο παιχνίδι, στα τα πιτσιρίκια της παρέας, ενώ στο ταβερνάκι οι μεγαλύτεροι θα γευθούν ασπροποταμίτικες νοστιμιές. Οι διαδρομές στο βουνό σ’ αυτό το σημείο προσφέρουν δυνατότητες κατασκήνωσης, νερό υπάρχει άφθονο (κρήνες με καθαρό νερό υπάρχουν σε πολλά σημεία), σε ένα μοναδικής φυσικής ομορφιάς τοπίο. 

Συνολικά 48 χλμ από Καλαμπάκα ή 60 χλμ από Ελάτη, βρίσκεστε στην Κρανιά (παλιά Κόρνου ή λα Κόρνου στα 1140 μ. υψ.), το μεγαλύτερο βλαχοχώρι της περιοχής Ασπροποτάμου. Στην διαδρομή, σας συνοδεύει το Κρανιώτικο ρέμα που τρέχει να ενωθεί με το Σληνιασώτικο, κάτω στη διασταύρωση όπου και τα δύο μαζί ενώνονται με τον Αχελώο στη θέση ‘’τρία ποτάμια’’. Στην είσοδό του χωριού, σας υποδέχεται το καλοδιατηρημένο παραδοσιακό πέτρινο γεφύρι ‘’Κατούνα’’, κτισμένο σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες το 1860 – ’70. Το γεφύρι διευκόλυνε την επικοινωνία μεταξύ των δύο μεγάλων συνοικισμών, του Αγίου Δημητρίου, στις υπώρειες του βουνού ‘’Τσονάρικο’’ (1767 μ. υψ.) και της αγίας Παρασκευής, στην πλαγιά της ράχης ‘’Γκιώναλη’’ (1913 μ. υψ.), που τους χώριζε το προαναφερθέν ρέμα. Και εδώ έφτασαν οι Βουρμπιανίτες μαστόροι, αφού στην ιστορία του το γεφύρι δέχθηκε εργασίες συντήρησης, (πριν το 1900) που έγιναν από τον πρωτομάστορα Σκούφια από το χωριό Βούρμπιανη Κόνιτσας, (Γοργογέτας, 193). Δίπλα του, ακόμα και σήμερα διακρίνονται τα ερείπια του παλιού νερόμυλου. Στον ίδιο χώρο, λειτουργούσαν και μαντάνια.

Πανέμορφο κεφαλοχώρι, με 600 - 700 μόνιμους κατοίκους το καλοκαίρι, (στις γιορτές και τα πανηγύρια φτάνουν και ξεπερνούν τους δύο χιλιάδες), που σφύζει από ζωή, με μίνι μάρκετ, ταβερνάκια, καφενεία, καφετέριες, νέους ανθρώπους, που μεταφέρει στον περιηγητή την αίσθηση μεγαλούπολης. Η θαυμάσια πλατεία της, με την παιδική χαρά, κάτω από το πλακοστρωμένο προαύλιο του κοινοτικού ξενώνα και της ταβέρνας, είναι από τις ελάχιστες που έχουν απομείνει στα χωριά φυτεμένη με γκαζόν για να παίζουν τα πιτσιρίκια, πραγματική προκλητική αποκάλυψη και για τους μεγάλους, που λιάζονται στον ήλιο. 

Μια πολύ όμορφη τοποθεσία για πεζοπορία, ξεκινά από την πλατεία προς το ακραίο σημείο του χωριού, στο ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία (1880). Εκεί, στην κορυφή του λοφίσκου που δεσπόζει στη συνοικία του Αγίου Δημητρίου, πηγαίνει μονοπάτι από το χωριό, που βγάζει μπροστά στο μεταλλικό κωδωνοστάσιο, ή δρόμος, ακολουθώντας τις πινακίδες ‘’Γκουντρουσέϊκο’’ – ‘’Προφήτης Ηλίας’’. Μονόκλιτη βασιλική σκεπασμένη σήμερα με κεραμίδια που αντικατέστησαν την πλάκα. Στο υπέρθυρο της κεντρικής εισόδου υπάρχει ανάγλυφη επιγραφή 1880. Μέσα στον Ναό βρίσκεται μια φορητή εικόνα του Παντοκράτορα με μεταγενέστερη επιγραφή: ‘’Διασωθείσα υπό Στέφ. Νικ. Σιάχου και Ηλίαν Αθ. Σκρέταν εκ της εκκλησίας Μπαλτζάβας Μικράς Ασίας κατά την οπιστοχόρισιν τη 26 Αύγουστος 1922’’. Σ.σ. Διατηρείται η ορθογραφία της επιγραφής. (Καλούσιος τρικαλινό ημερολόγιο 1988 χρόνος 12ος, 122).

Η μεγάλη γιορτή της φύσης, γίνεται σε ολόκληρη την περιφέρεια του χωριού, που περιστοιχίζεται από θαυμάσια δάση Ελάτης, παρθένα τοπία και αξιόλογες τοποθεσίες, που δίνουν τη δυνατότητα να χαραχθούν πολλές διαδρομές σε μια πολυήμερη γνωριμία με τον τόπο. Η εικαστική, πολιτιστική, πνευματική και επιχειρηματική παράδοση(3) της Κρανιάς, αποτελεί έκπληξη για τον ανυποψίαστο επισκέπτη. Οι ιδιαιτερότητες του ορεινού χώρου, δεν εμπόδισαν και μάλλον διευκόλυναν, την επιχειρηματική, καλλιτεχνική και γενικότερα την πνευματική παρουσία. Αρκετοί Κρανιώτες, ασχολήθηκαν επίσης με το εμπόριο μάλλινων υφαντών και καπνού, στην Κύπρο, (Α. Γ. Πατίκης) όπου διέπρεψαν. Μέχρι πρόσφατα μάλιστα, υπήρχαν τα καπνά ‘’Πατίκη’’, στη Πάφο.

Δείτε από κοντά, στον ομώνυμο μαχαλά, τον μεγαλοπρεπή ναό της Αγ. Παρασκευής (1869), με το επιβλητικό πετρόχτιστο καμπαναριό, και το καινούργιο μαρμάρινο τέμπλο. Η εκκλησία δεν γλίτωσε από τη μήνη των Γερμανών και ανατινάχτηκε, αλλά επειδή ήταν πολύ προσεκτικά κτισμένη δεν έπεσε. Ότι όμως υπήρχε μέσα κάηκε, και από τα ξυλόγλυπτα καλλιτεχνήματα (άμβωνας, τέμπλο), που θυμούνται οι παλιοί, δεν έμεινε τίποτα. Σώθηκε μόνο η εικόνα της αγίας, που βρίσκεται και σήμερα στο ναό, και ορισμένα άγια σκεύη που φυλάσσονται στην γυναικεία μονή του αγίου Στεφάνου Μετεώρων. Δίπλα από την εκκλησία, υπάρχει η ορειχάλκινη προτομή του Πατροκοσμά του Αιτωλού ο οποίος, περιόδευσε και δίδαξε στον Ασπροπόταμο, το 1777 και 1778. Λίγο πιο πάνω, στη θέση ‘’Σταυρός’’, ‘’Λα Κρούτσια’’ για τους βλαχόφωνους, βρίσκεται ο μεγάλος λευκός σταυρός, (στη θέση ξύλινου που είχε τοποθετήσει ο ίδιος ο Άγιος – αναφέρει η παράδοση), που στήθηκε το 1988 δαπάνη του Κρανιώτη, ταξίαρχου εν αποστρατεία κ. Γιαννίκα Αθανασίου, σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος, στο σημείο που πιστεύεται ότι έγινε το κήρυγμα. Σχεδόν δίπλα απ’ την εκκλησία, είναι ένα κτήριο που κατείχε από παλιά, ξεχωριστή παρουσία στο χώρο και στις καρδιές των κατοίκων αφού εκτός των άλλων, γλίτωσε από τους Γερμανούς. 

Το λιθόκτιστο σχολείο, που από το καλοκαίρι του 2001 στεγάζει το πολύ ενδιαφέρον, μοναδικό στην ευρύτερη περιοχή, Λαογραφικό Μουσείο Κρανιάς. Δημιουργήθηκε και διαχειρίζεται από τον δραστήριο πολιτιστικό σύλλογο, που αφουγκράστηκε την επιθυμία των επισκεπτών και των κατοίκων κατορθώνοντας, μετά από πολλά χρόνια, να το κάνει πραγματικότητα. Τα εκθέματα του, αναπτύσσονται σε τρεις αίθουσες εκ’ των οποίων οι δύο είναι οι παλιές τεράστιες ψηλοτάβανες ‘’τάξεις’’, και η τρίτη ο προθάλαμος του σχολείου. Τα πάσης φύσεως αντικείμενα, ταξιδεύουν τον επισκέπτη και ‘’αφηγούνται’’ τη ζωή στις ορεινές κοινότητες της Κεντρικής Πίνδου και ιδιαίτερα, των χωριών του Ασπροποτάμου, καλύπτοντας μια περίοδο από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, ως τις μέρες μας. Στις συλλογές του υπάρχουν πολύτιμα υφαντά, με ασπροποταμίτικα σχέδια και χρονολογίες ύφανσης, ενδυμασίες με λεπτοδουλεμένα κεντήματα, βαριές υφαντές κουρτίνες, οικιακά σκεύη, τα μέσα που επεξεργάζονταν το μαλλί, αργαλειός, και πλούσιο φωτογραφικό υλικό. Πραγματικά ο επισκέπτης μένει έκθαμβος από τον πλούτο των εκθεμάτων. Αναζητήστε το μέλος του πολιτιστικού συλλόγου και επίτροπο της εκκλησίας της αγίας Παρασκευής, κ. Κωνσταντίνο Ψαρρή, που θα σας ‘’ξεκλειδώσει’’, το μουσείο, και μαζί, τα ‘’μυστικά’’ του τόπου. 

Ενός τόπου, που καλύπτεται από την άχλη της ιστορίας. Εξετάζοντας τα ιστορικά δεδομένα, τις μετακινήσεις πληθυσμών, ειδικά μετά τη δεύτερη καταστροφή (1792), του εμπορικού και πολιτισμικού κέντρου της Βαλκανικής, τη Μοσχόπολη, είναι δύσκολο για τον ερευνητή να μην δεχθεί, ότι υπήρχε κάποια σχέση με τη μητρόπολη του βλαχόφωνου Ελληνισμού. Τα παλιά χρόνια, η Κρανιά είχε ανεπτυγμένη κτηνοτροφία, (Ζαφόλιας, Πατίκης, Κλιάφας κ.λπ.) με τουλάχιστον εικοσιπέντε - τριάντα χιλιάδες πρόβατα. Το κάθε τσελιγκάτο είχε τρεις ως τέσσερις χιλιάδες πρόβατα και διακόσια γίδια. Μαζί με το Στεφάνι, έκανε έντονη τη παρουσία της, με τη βιοτεχνία επεξεργασίας μαλλιού. 

Στις προβιομηχανικές εγκαταστάσεις τους, έφτιαχναν κυρίως σκουτιά, μαύρα και άσπρα, κάπες, βελέντζες, ‘’μαλιότου’’ (μάλλινη χοντρή ποιμενική κάπα), μάλλινα και φλοκωτά υφάσματα γενικά, που τα εξήγαγαν στην Κύπρο, (Χρήστος Παπαμάνος), και σε άλλες πόλεις του εξωτερικού. Την τελική επεξεργασία την έκαναν στα μαντάνια του χωριού, αλλά και κάτω, στα άφθονα νερά του Σκληνιασώτικου και Κρανιώτικου ρέματος στην τοποθεσία που και σήμερα ονομάζεται ‘’τα Μαντάνια’’, εκεί που τώρα είναι το ξενοδοχείο. Από αυτή τη δραστηριότητα άλλωστε, πήρε την ονομασία του. Εκεί λοιπόν, υπήρχαν τα μαντάνια ή κοπάνες, που με τις παλινδρομικές κινήσεις τους, χτυπούσαν όλη αυτή την μάλλινη παραγωγή για να ‘’δέσει’’, και να γίνει πιο απαλή.

Στην απογραφή του 1840 εμφανίζεται με 4080 κατοίκους, την στιγμή που η Καλαμπάκα, την ίδια περίοδο είχε 1043. Με τον σχηματισμό σε δήμο το 1883, εμφανίζεται με 2444 κατοίκους, (600 οικογένειες – Γεωργιάδης, Θεσσαλία, 199), δεύτερη σε πληθυσμό πόλη του νομού μετά τα Τρίκαλα!. Ο Gustav Weigang, γράφει στο βιβλίο του, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1895, ότι: η Κρανιά, είχε 500 σπίτια 2500 ‘’ψυχές’’ και 30 σπίτια τα γειτονικά Δολιανά με 150 ‘’ψυχές’’. Οι Αρωμούνοι (Βλάχοι) κάτοικοι, είχαν αφήσει τα δυο χωριά τους τον Οκτώβριο κιόλας. Οι κοιλάδες δεν κατοικούνται, όχι όμως επειδή κάνει τόσο κρύο, αλλά επειδή τα μονοπάτια για τους πεζούς γίνονται εντελώς αδιάβατα έπειτα από κάποιες χιονοπτώσεις, και σε τέτοια περίπτωση οι άνθρωποι θα ήταν αποκομμένοι από κάθε επικοινωνία και εκτός απ’ αυτό δεν θα υπήρχε τροφή για τα πολυάριθμα κοπάδια. (Weigang, τ. Α’, 205).

Όλη αυτή η ανάπτυξη διεκόπη, στον πόλεμο του 1940, όταν οι Γερμανοί, μεταξύ του Οκτωβρίου 1943 και Οκτωβρίου 1944, πυρπόλησαν όλα(4) σχεδόν τα βλαχοχώρια και αποδεκάτισαν τον πληθυσμό τους. Από τα πρώτα θύματα ήταν ο Κλεινοβός (έδρα υποδιοίκησης), και άλλα οκτώ βλαχόφωνα χωριά του Ασπροποτάμου. Η μνήμη των ηλικιωμένων έχει σταματήσει στις 23 με 26 Οκτωβρίου 1943. Αυτό το δραματικό τριήμερο, που οι εισβολείς εκτέλεσαν τους επτά γέροντες που έμειναν στη Κρανιά, και στη συνέχεια βάλανε φωτιά καίγοντας όλο το χωριό, μην αφήνοντας κανένα(5)  από τα οκτακόσια είκοσι!, δίπατα – τρίπατα αρχοντικά όρθιο εκτός από ορισμένα που έμεναν οι ίδιοι. Μέχρι πρόσφατα(6), θεωρούσαν ότι αυτή η καταστροφή έγινε σε αντίποινα για την αιχμαλωσία και εκτέλεση ογδόντα(7) περίπου Γερμανών στρατιωτών, που είχαν συλλάβει  οι αντάρτες του ΕΛΑΣ μετά την μάχη του Σαραντάπορου. 

Σύμφωνα με νεώτερα έγγραφα, αποκαλύφθηκε ότι αξιωματικοί του Γερμανικού επιτελείου είχαν ήδη, από το καλοκαίρι του 1943, σχεδιάσει εκκαθαριστική επιχείρηση κατά των ανταρτών, η οποία έγινε πραγματικότητα όταν αποφασίστηκε να κρατηθεί ανοικτός ο δρόμος, Τρικάλων – Ιωαννίνων. Την εκκαθάριση, με τον κωδικό ‘’Πάνθηρας’’ έκανε το 22ο Σώμα Στρατού το φθινόπωρο του 1943 (Κλιάφα, 63). Μυστήριο καλύπτει το γιατί δεν εμφανίστηκαν οι αντάρτες, της γύρω περιοχής. Μάλιστα στην Καστανιά είχε εγκατασταθεί το αρχηγείο του ΕΛΑΣ και είχε λάβει χώρα, η Πανθεσσαλική συνδιάσκεψη, με συμμετοχή του Άγγλου Έντυ Μάγερ και εκπροσώπων της Αλβανίας και Γιουγκοσλαβίας. Αναφέρουν μάλιστα χαρακτηριστικά ότι, ‘’μόνο η μεραρχία του Στρατηγού Σαράφη είχε 7-8.000 άντρες’’, οι οποίοι δεν φάνηκαν για να αποτρέψουν την καταστροφή.

Μετά την εκκαθάριση, και του ορεινού συγκροτήματος της θεσσαλικής Πίνδου, όλα τα χωριά ερήμωσαν και εγκαταλείφθηκαν. Η Κρανιά, για οκτώ ολόκληρα χρόνια. Μόλις τον Αύγουστο του 1951 ορισμένα δημοσιεύματα στις εφημερίδες κάλεσαν τους Κρανιώτες να ξανανέβουν στα πάτρια. Σιγά – σιγά με κόπο, θυσίες των ιδίων, και βοήθεια του τομέα ανοικοδόμησης(8) του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας, άρχισαν να ξανακτίζουν. Τα επόμενα χρόνια, και άλλοι Κρανιώτες ξεθάρρεψαν, γύρισαν πίσω και μετά από πολύ καιρό η Κρανιά έγινε αυτό που σήμερα αντικρίζει ο επισκέπτης, χωρίς ποτέ να μπορέσει να ξαναβρεί την παλιά της αίγλη. Στις μέρες μας, συνεχίζεται η ανοικοδόμηση, και το χωριό έχει φτάσει να έχει 450 – 500 σπίτια. Όλα τα καμένα βλαχοχώρια του Ασπροποτάμου Χαλίκι, Ανθούσα, Μηλιά, Κρανιά, Αγ. Παρασκευή (Τζούρτζια), Πολυθέα (Δραγοβίστι), Κατάφυτο, Στεφάνι, Καλλιρρόη, Δολιανά, Γαρδίκι κ.α. ξανακτίστηκαν. Αλλά δεν ξανάζησαν!…

Από τη συνοικία της αγίας Παρασκευής, (1,5 χλμ χώμα) αλλά και από τον κεντρικό δρόμο (3,0 χλμ + 700 μ. χώμα), υπάρχει πρόσβαση προς την εκκλησία του Τίμιου Σταυρού, μέσα στο δάσος των Δολιανών. Αν πάτε από την Κρανιά, είναι ευκολότερο να προτιμήσετε τον κεντρικό δρόμο, έχοντας το νου σας, μην ‘’χάσετε’’ την δστ. με την πινακίδα, που κατευθύνει (δεξιά) τους επισκέπτες της Εκκλησίας, λίγο πριν από τις εγκαταστάσεις του Δασαρχείου στην περιοχή ‘’Κουκουφλί’’. Ο ανηφορικός χωματόδρομος φτάνει πρώτα στα ερείπια της Ιεράς Μονής Αγίας Ζώνης που χρονολογείται το 1770, ενώ η προφορική παράδοση πιστεύει ότι υπήρχε ήδη από το 1630. 

Από την μονή δεν διακρίνεται τίποτα ή σχεδόν τίποτα, αν εξαιρέσουμε ένα μικρό τοιχίο που φάνηκε μετά τις εργασίες αποκάλυψης του μνημείου. Οι εργασίες συνεχίζονται από τις μοναχές του Αγίου Στεφάνου Μετεώρων και έτσι θα υπάρχει κάποια περαιτέρω εξέλιξη, ίσως και αναστήλωση. Περνώντας την μοναδική δστ αριστερά σας, που οδηγεί στον μικρό οικισμό των Δολιανών, με την ταβέρνα του ‘’Μπόμπα’’ και το καλό τσίπουρο, βρίσκεστε ξαφνικά σε ένα μαγικό τοπίο, απ’ όπου ξεπροβάλει με θάρρος η εκπληκτική σε σύλληψη και κατασκευή, δεκατριάτρουλη εκκλησία τουΤιμίου Σταυρού Δολιανών, χαρακτηρισμένο ιστορικό διατηρητέο μνημείο (ΦΕΚ 143 Β/13.3.1984). 

Αξιοθαύμαστα μνημεία της περιοχής, και μοναδικές παρουσίες στην Ελλάδα που καλύπτονται από Πέπλο μυστηρίου, όσον αφορά την ιστορία της Μονής Αγίας Ζώνης, αλλά και της μνημειώδους εκκλησίας που αποτελούσε εξάρτημά της. Ελάχιστα στοιχεία είναι γνωστά και αυτά, από την μέση ηλικία τους, και πέρα. Το πιο παράξενο είναι ότι τόσοι περιηγητές που μελέτησαν την Θεσσαλία και τον ορεινό της χώρο δεν αναφέρουν τίποτα για την ύπαρξή τους. Τα πρώτα, και μοναδικά γραπτά ευρήματα, είναι δύο έγγραφα(9) που αφορούν την εκκλησία του Τιμίου Σταυρού αναφέροντας την ανακαίνιση το πρώτο (1839), και την ανοικοδόμηση το δεύτερο (1841). Και τα δύο φυλάσσονται στο αρχείο της γυναικείας Ιεράς Μονής Αγίου Στεφάνου Μετεώρων όπου ανήκει διοικητικά (ΦΕΚ 134 Α/ 14.6.1924), μαζί με την Μονή Αγίας Ζώνης και μεταφέρθηκαν εκεί μαζί με τα ελάχιστα υπολείμματα του αρχείου της εκκλησίας, μετά την καταστροφική φωτιά που έβαλαν οι Γερμανοί στις 25 Οκτωβρίου 1943. 

Η εκκλησία σε ρυθμό βασιλικής με τρία κλίτη, έχει μικρό σύνθρονο, ίσως μεταγενέστερο. Σπουδαίο αρχιτεκτονικό μέλος που το συναντάμε συνήθως σε ναούς των πρώτων χριστιανικών χρόνων.  Για τη σημασία του σύνθρονου ο Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων υπογραμμίζει ότι ‘’είναι τύπος Δεσποτικού θρόνου, επάνω στο οποίο εκάθησε ο Χριστός, αφού προηγουμένως νίκησε τον κόσμο, με τη σταυρική θυσία του, αναστήθηκε, και στη συνέχεια αναλήφθηκε’’. Μέχρι σήμερα, τα σπουδαιότερα σύνθρονα είναι της Εκατονταπυλιανής στην Πάρο, και της αγίας Ειρήνης Κωνσταντινουπόλεως. Το μοναστήρι εγκαταλείφθηκε το 1924 και ο τελευταίος μοναχός, κατά τις διηγήσεις των παλιότερων, ζούσε εδώ μέχρι το 1943. Είναι από τα μνημεία της περιοχής που ο επισκέπτης πρέπει να αντικρίσει, όχι μόνο λόγω της μοναδικότητάς του στον Ελλαδικό χώρο, αλλά και της ομορφιάς του. Μελετήθηκε από τον καθηγητή Παύλο Μυλωνά, ο οποίος την χαρακτηρίζει από τα σπάνια δείγματα αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα, οικοδομημένο πιθανά το 1770. Εξωτερικά διακρίνονται οι λεπτομερείς λιθανάγλυφες διακοσμητικές παραστάσεις βοηθούμενες και από τις εργασίες καθαρισμού και στήριξης που έγιναν, από την 7η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Οι πιο ενδιαφέρουσες είναι η τριάδα, που αποτελείται από την ύψωση του Τιμίου Σταυρού και τους στρατιωτικούς αγίους, Άγιο Γεώργιο και Άγιο Δημήτριο.

Πρόκειται για τους δύο αγίους που εκτός της φύλαξης του σταυρού, χαρακτηρίζουν την αρχή και το τέλος της ποιμενικής περιόδου, τότε δηλαδή που βγαίνουν και αντίστοιχα επιστρέφουν τα κοπάδια απ’ τις βοσκές και τότε που είναι κατοικημένα τα βλαχοχώρια. Ο σκοτεινός λιτός εσωτερικός του χώρος αναδεικνύει την χωρίς επίχρισμα πέτρα. Δεν υπάρχουν τοιχογραφίες ή κάτι που να εντυπωσιάζει περισσότερο από την ίδια την κατασκευή.  Οι εικόνες του τέμπλου φέρουν τις χρονολογίες 1883 και 1885. Προφανώς εκείνη την εποχή θα έγιναν κάποια μικρά έργα, και πιθανά το τέμπλο που κάηκε το 1943. Η εκκλησία γιορτάζει με κάθε επισημότητα, δύο φορές το χρόνο, τον 15 Αύγουστο και το μεγάλο πανηγύρι του Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου. Οι Κρανιώτες και οι κάτοικοι από τα γύρω χωριά την αγαπούν πολύ, και επανειλημμένα έχουν βοηθήσει και οικονομικά την περιποίησή της. Στην εκκλησία του τιμίου Σταυρού κρατήθηκαν οι γερμανοί αιχμάλωτοι, μάλιστα λέγεται(10) ότι προσευχόμενοι για να σωθούν, άφησαν τα δαχτυλίδια(11) τους στα καντήλια της εκκλησίας σαν αφιέρωμα. Αφού οι αιχμάλωτοι πέρασαν στρατοδικείο, δόθηκε η εντολή της εκτέλεσής τους. 

Πόλος έλξης η Τριγγία (2204 μ. υψ.), για όλους τους απλούς επισκέπτες, αλλά και τους πεζοπόρους – ορειβάτες. Στον ευρύτερο χώρο της, από την μεριά που είναι το καταφύγιο του Κλεινοβού έχει γίνει η 59η Πανελλήνια Ορειβατική συνάντηση. Δεν θα μπορούσε να λείπει η παρουσία Μοτοσυκλετιστών εδώ πάνω. Υπάρχουν δύο διαδρομές που προσεγγίζουν το χώρο της, και συγκεκριμένα την κορυφή ‘’Γκιώναλη’’ (1913 μ. υψ). Η πρώτη ξεκινά από τον συνοικισμό της αγίας Παρασκευής και ακολουθώντας την πινακίδα ‘’Κονάκια’’ ή ‘’Παλιοχώρι’’  βγαίνει από το χωριό και ανηφορίζει προς τον συνοικισμό ‘’Κονάκια’’. Στην δεύτερη – πιο ‘’σκληρή’’ – (δες Road Book στο τέλος), ξεκινάτε από την πλατεία της Κρανιάς. Είναι η ίδια, που θα κάνετε αν έρθετε από τον δασικό της Πολυθέας στην Κρανιά. Περνάτε το νεκροταφείο, τη ‘’Διαλονή’’, και σύντομα θα βρείτε το παραδοσιακό πέτρινο γεφύρι του ‘’Γκίκα’’,