Ταξίδια στην άλλη Ελλάδα τόμος Η’ καλοκαίρι 2006

 Ενδεικτική βιβλιογραφία εργασιών τόμου H’ 2006

Περισσότερες πληροφορίες για την ΔΟΝΟΥΣΑ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Κ υ ρ ι ά κ ο ς  Σ ι μ ό π ο υ λ ο ς, Ξενοκρατία Μισελληνισμός και Υποτέλεια, Αθήνα 1990.
  • Φ ω τ ε ι ν ή  Ζ α φ ε ι ρ ο π ο ύ λ ο υ,«Ο Γεωμετρικός Οικισμός της Δονούσας», στο Α. Μιχοπούλου – Α. Μπάκαλου (επιμ.), Διαλέξεις 1986 – 1989, έκδοση ίδρυμα Ν. Π. Γουλανδρή, Αθήνα 1990.
  • Φ ω τ ε ι ν ή  Ν. Ζ α φ ε ι ρ ο π ο ύ λ ο υ, «Οι Κυκλάδες στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου ως την ύστερη Αρχαϊκή εποχή», στο Ν. Χρ. Σ τ α μ π ο λ ί δ η ς – Α. Γ ι α ν ν ι κ ο ύ ρ η (επιμ.), Το Αιγαίο στην πρώιμη εποχή του σιδήρου. Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Ρόδος, 1 – 4 Νοεμβρίου 2002, έκδοση Πανεπιστήμιο Κρήτης – ΥΠΠΟ, Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αιγαιακών Σπουδών, Αθήνα 2004.
  • Υδρογραφική Υπηρεσία του Π.Ν., «Πλοηγός», Νοτιοανατολικές Ακτές, έκδοση Υδρογραφική υπηρεσία του Π.Ν., τ. Β’, Αθήνα 42004.
  • Ό λ γ α   Φ ι λ α ν ι ώ τ ο υ, «Μικρές Κυκλάδες», στο: Α ν δ ρ. Β λ α χ ό π ο υ λ ο ς (επιμ.), Αρχαιολογία. Νησιά του Αιγαίου. εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 2005.
  • Μ α ρ γ α ρ ί τ α   Β ρ ε τ τ ο ύ  – Σ ο ύ λ η, Δονούσα, Ένα νησάκι των Μικρών Κυκλάδων ταξιδεύει στο χρόνο, αυτοέκδοση, Αθήνα 1996.
  • Chr. D o u m a s, Vas. L a m b r I n o u d a k i s, Lina G. M e n d o n i, Eva S i m a n t o n i – Bournia (Scientific Committee), στο Archaeological Atlas of the Aegean, Ministry of the Aegean – University of Athens, Athens 1999.
  • A l d o   L e v i,  G i u s e p p e  F i o r a v a n z o, ΓεγονόταστοΑιγαίομετάτηνανακωχή, μτφ. Ιωάννης Ν. Καστής, εκδότης Δήμος Λέρου, Λέρος 1999.
  • J o s e p h   P i t t o n   d e  T o u r n e f o r t, Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους 1700 – 1702 (τίτλος πρωτότυπου Relation d’un voyage du Levand, Paris 1717), μτφ. & εισ: Μάκης – Μυρτώ Απέργη, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2003.
  • Γ ε ώ ρ γ ι ο ς   Κ. Γ ι α γ κ ά κ η ς, Πληθυσμιακές απεικονίσεις των Ελληνικών Νησιών 1896 – 1940 – 2001,  Αυτοέκδοση, Τήνος 2004.

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Γ ι ώ ρ γ ο ς   Π α π α δ ό π ο υ λ ο ς, «Μικρές Ανατολικές Κυκλάδες», περιοδικό Ταξιδεύω τ.7 Ιούνιος 1991.
  • Ε λ έ ν η   Ο ι κ ο ν ο μ ο π ο ύ λ ο υ, «Μικρές Ανατολικές Κυκλάδες», περιοδικό Cosmosτ.12 Καλοκαίρι 1995.
  • Ν. Α. Κ ε φ α λ λ η ν ι ά δ η ς, «Μαρτυρίες θυμάτων πειρατικών επιδρομών από έγγραφα της εποχής», ένθετο περιοδικό ‘’Επτά ημέρες’’, 12-14 της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή (Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 1997). 
  • Dim. M a n o l a k o s, Gior. P a p a d a k I s, Dim. P a p a n t o n I s, Spir. K y r i t s i s, «A stand-alone photovoltaic power system for remote villages, using pumped water energy storage», περιοδικό Energy  τ. 26, 2001.
  • Κ ώ σ τ α ς   Ζ υ ρ ί ν η ς, «[Η]ΔΟΝΟΥΣΑ» ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό ‘’ΓΕΩ’’, (τ.72) 38-48, της εφημερίδας Αθηνών Ελευθεροτυπία (Σάββατο 25 Αυγούστου 2001).
  • Dim. M a n o l a k o s, Gior. P a p a d a k I s, Dim. P a p a n t o n I s, Spir. K y r i t s i s, «A stand-alone photovoltaic power system for remote villages, using pumped water energy storage», περιοδικό Energy57 – 69, τ. 29, 2004. 

Περισσότερες πληροφορίες για την ΣΧΙΝΟΥΣΑ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Β α σ ι λ ι κ ή  Γ ι α ν ο ύ λ η, Αρχαιολογικό Δελτίο 46 (1991), Β’ 2 Χρονικά, 381, 382.
  • Γ ε ώ ρ γ ι ο ς   Κ. Γ ι α γ κ ά κ η ς, Νησιολόγιο των Κατοικούμενων Ελληνικών Νησιών 1940 – 1991,  Αυτοέκδοση, Αγκίστρι του Σαρωνικού 1995.
  • Γ ε ώ ρ γ ι ο ς   Κ. Γ ι α γ κ ά κ η ς, Η πολυσήμαντη Σπουδαιότης των Νησαίων Εδαφών, Αυτοέκδοση, Τήνος 1999.
  • Chr. D o u m a s, Vas. L a m b r I n o u d a k i s, Lina G. M e n d o n i, Eva S i m a n t o n i – Bournia (Scientific Committee), στο Archaeological Atlas of the Aegean, Ministry of the Aegean – University of Athens, Athens 1999.
  • J o s e p h   P i t t o n   d e  T o u r n e f o r t, Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους 1700 – 1702 (τίτλος πρωτότυπου: Relation d’un voyage du Levand), μτφ. & εισ: Μάκης – Μυρτώ Απέργη, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2003.
  • Γ ε ώ ρ γ ι ο ς   Κ. Γ ι α γ κ ά κ η ς, Πληθυσμιακές απεικονίσεις των Ελληνικών Νησιών 1896 – 1940 – 2001, Αυτοέκδοση, Τήνος 2004.
  • Υδρογραφική Υπηρεσία του Π.Ν., «Πλοηγός», Νοτιοανατολικές Ακτές, έκδοση Υδρογραφική υπηρεσία του Π.Ν., τ. Β’, Αθήνα 42004.
  • Ό λ γ α   Φ ι λ α ν ι ώ τ ο υ, «Μικρές Κυκλάδες», στο  Α ν δ ρ. Β λ α χ ό π ο υ λ ο ς (επιμ.), Αρχαιολογία. Νησιά του Αιγαίου. εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα  2005. 

Περισσότερες πληροφορίες για την ΑΜΟΡΓΟ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Φ ο ί β ο ς  Ι.  Π ι ο μ π ί ν ο ς, Έλληνες Αγιογράφοι μέχρι το 1821, έκδοση Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, Αθήνα 1984.
  • Λ ί λ α  Ι.  Μ α ρ α γ κ ο ύ, Μονή Παναγίας της Χοζοβιώτισσας, έκδοση: Ιερά Μονή Χοζοβιώτισσας, Αθήνα 1991.
  • Χ α ρ ά λ α μ π ο ς   Μ π ο ύ ρ α ς, «Η βυζαντινή αρχιτεκτονική στα νησιά του Αιγαίου», Μ ύ ρ τ α λ η   Α χ ε ι μ ά σ τ ο υ – Π ο τ α μ ι ά ν ο υ, «Η βυζαντινή τέχνη στο Αιγαίο» στο συλλογικό έργο: Το Αιγαίο – Επίκεντρο Ελληνικού Πολιτισμού, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1995.
  • Λ ί λ α  Ι.  Μ α ρ α γ κ ο ύ, Αρχαιολογική Συλλογή Αμοργού Ι, έκδοση: Ίδρυμα Σταύρου Σ. Νιάρχου, Αθήνα 1999.
  • T a s s o s   A n a s t a s i o u – Archipelagos Cultural Corporation, A Travelogue of Amorgos, Book and Hiking Map 1:10.000, Produktion: Prefecture of Cyclades – Amorgos Municipality – Regional Development Agency of Cyclades, Cyclades 2001.
  • Λ ί λ α  Ι.  Μ α ρ α γ κ ο ύ, Αμοργός I – Η Μινώα, Η πόλις, ο λιμήν και η μείζων περιφέρεια, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 228, Αθήνα 2002.
  • J o s e p h  P i t t o n  d e  T o u r n e f o r t, Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους 1700 – 1702 (τίτλος πρωτότυπου: Relation d’un voyage du Levand), μτφ. & εισ: Μάκης – Μυρτώ Απέργη, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2003.
  • Υδρογραφική Υπηρεσία του Π.Ν., «Πλοηγός», Νοτιοανατολικές Ακτές, έκδοση Υδρογραφική υπηρεσία του Π.Ν., τ. Β’, Αθήνα 42004.
  • Τ ρ ι α ν τ ά φ υ λ λ ο ς   Α δ α μ α κ ό π ο υ λ ο ς  –  Π η ν ε λ ό π η   Μ α τ σ ο ύ κ α, Αμοργός, περιηγητικός και πεζοπορικός χάρτης σε κλίμακα 1:35.000, έκδοση Ανάβαση, Αθήνα 2004.
  • Λ ί λ α  Ι.  Μ α ρ α γ κ ο ύ, «Μικρές Κυκλάδες - Αμοργός», στο Ανδρ. Βλαχόπουλος (επιμ.), Αρχαιολογία. Νησιά του Αιγαίου. εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 2005.
  • Τ ζ έ η μ ς  Μ π ε ν τ, Η Αμοργός το 1885 από το βιβλίο «Κυκλάδες ή η ζωή με τους νησιώτες», μτφ. Νίκος Νικητίδης, έκδοση της εφημερίδας Αμοργού: Το κάστρο της Αμοργού, Αμοργός 2005.

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Α ν τ ω ν ί ο υ   Μ η λ ι α ρ ά κ η, «Υπομνήματα περιγραφικά των Κυκλάδων νήσων. Αμοργός» Δ’ έκδοση στο περ. Αμοργιανά, έτος πρώτο, τ. 1, έκδοση: σύνδεσμος Αμοργίνων, Αθήνα 1995.
  • Ν ι κ ή τ α ς  Β α σ σ ά λ ο ς, «Η Εκκλησία του Θεολόγου στην Αιγιάλη» στο: περ. Αμοργιανά, έτος έβδομο, τ. 8, έκδοση: σύνδεσμος Αμοργίνων, Αθήνα 2004.
  • Συλλογικό, του Συνδέσμου Αμοργίνων, «Μεγάλες Μορφές της Αμοργού - Γεώργιος Νομικός» στο: περ. Αμοργιανά, έτος ένατο, τ. 10, Αθήνα 2004.
  • Ά γ γ ε λ ο ς  Σ ι ν ά ν η ς, «Ευρυτανία – Κερασοχώρι – Κρέντης – Μοναστηράκι», στο: Ταξίδια στην άλλη Ελλάδα, έτος έκτο, τ. 6, εκδόσεις Χαϊσάιντινγκ, Αθήνα 2004.
  • Ν ι κ ή τ α ς  Β α σ σ ά λ ο ς, «Η Αμοργός τον καιρό της πειρατείας» στο: περ. Αμοργιανά, έτος δέκατο, τ. 11, έκδοση: σύνδεσμος Αμοργίνων, Αθήνα 2005.
  • Α λ έ ξ α ν δ ρ ο ς   Κ υ ρ ι α κ ό π ο υ λ ο ς, «Ναυτίλος στο Αιγαίο» ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό ‘’ΓΕΩ’’, (τ.268), της εφημερίδας Αθηνών Ελευθεροτυπία (Σάββατο 4 Ιουνίου 2005).

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή, Κυριακής 29 Μαΐου 2005, (έτος 86ο, φύλλο 25.911), ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό Επτά ημέρες, αφιέρωμα στην Αμοργό, επιμέλεια: Ελευθερία Τράϊου.
  • Κ α τ ε ρ ί ν α  Ρ ω μ ι ο π ο ύ λ ο υ, «Πανάρχαιο λιμάνι η ανεμόεσσα Αμοργός» εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή, Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 1999.
  • Τ ά κ η ς   Κ α τ σ ι μ ά ρ δ ο ς, «Το ρήγμα της Αμοργού γέννησε το ’56 τσουνάμι» εφημερίδα Αθηνών Έθνος, Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2005.

Περισσότερες πληροφορίες για τις 449 Περιοχές Ιδιαίτερου Κάλλους της Χώρας μας αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Μ ι χ ά λ η ς   Κ α ρ α ν δ ε ί ν ο ς (υπεύθυνος Προγράμματος), Το κόκκινο βιβλίο των απειλούμενων σπονδυλόζωων της Ελλάδας, έκδοση Ελληνικής Ζωολογικής Εταιρείας – Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας, Αθήνα 1992.
  • Γ.  Χ.  Ζ α λ ί δ η ς – Α.  Λ.  Μ α ν τ ζ α β έ λ α ς (συντονιστές έκδοσης), Απογραφή των Ελληνικών Υγροτόπων ως Φυσικών Πόρων, Συλλογικό, έκδοση Ελληνικού Κέντρου Βιοτόπων – Υγροτόπων – Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας, Θεσσαλονίκη 1994.
  • Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας, ειδική έκδοση, Αθήνα 1994.
  • Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο ς  Ι ω.  Μ α ρ ο ύ δ η ς, Περί της Χρησιμότητος των Πτηνών, έκδοση Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας – Ευωνύμου Οικολογικής Βιβλιοθήκης, Αθήνα 1995.
  • Π.  Α.  Γ ε ρ ά κ η ς – Ε.  Θ.  Κ ο υ τ ρ ά κ η ς (συντονιστές έκδοσης), Ελληνικοί Υγρότοποι, έκδοση Μουσείου Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας, Αθήνα 1996.
  • Γ ι ώ ρ γ ο ς  Σ φ ή κ α ς, Τα Εθνικά Πάρκα της Ελλάδος, έκδοση Explorer – Καθημερινή, Αθήνα 2002.
  • B o b   G I b b o n s, Οδοιπορικό στην ελληνική Φύση, μτφ. Χρυσάνθη Σφήκα, έκδοση ExplorerΚαθημερινή, Αθήνα 2004.

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Μ α ν ί ν α  Ν τ ά ν ο υ, «Το κλίμα έχει αλλάξει, οι πολιτικοί δεν έχουν πια δικαιολογίες», ένθετο περιοδικό ‘’ΟΙΚΟ’’, τ. 38 (2005) της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή, Σαββάτου 12 Νοεμβρίου 2005, (έτος 87ον, φύλλο 26.130). Επίσης δείτε: περιοδικό ‘’ΟΙΚΟ’’ τ. 1, (15 Σεπτ. 2002) 8 – 9, άρθρο του Γιάννη Ελαφρού, του ίδιου  τ.12, (13 Σεπτ. 2003) 12 – 14, και Μανίνα Ντάνου – Γιάννη Ελαφρού τ. 24, (11 Σεπτ. 2004) 14 – 19.
  • Κ ώ σ τ α    Κ α σ ι ο ύ μ η, «Πράσινοι Παράδεισοι της ελληνικής γης», Π έ τ ρ ο ς   Μ π ρ ο ύ σ α λ η ς, «Το βουνό των Μουσών», Γ ι ώ ρ γ ο ς  Ν τ ο ύ ρ ο ς, «Ανάσα ζωής η Πάρνηθα», ένθετο περιοδικό Επτά ημέρες, της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή (Κυριακή 19 Μαρτίου 1995), στο Αφιέρωμα Εθνικοί Δρυμοί.
  • Βαγγέλης Ευθυμίου, «Οι Εθνικοί μας Δρυμοί», περιοδικό ‘Experiment - Γαιόραμα’’, έτος 2, τ.6, 1995.
  • Τ ρ ι α ν τ ά φ υ λ λ ο ς  Α δ α μ α κ ό π ο υ λ ο ς, «Εθνικοί Δρυμοί», περιοδικό ‘Oxygen’’, τ.1, 1995.
  • Έ φ η  Γ ο υ ν έ λ α  (ΕΕΤΑΑ) – Μ α ρ ί α   Α ν τ ω ν έ λ ο υ,«Ο Θεσμός των προστατευόμενων περιοχών» στο: Διαχείριση & Προστασία Φυσικού Περιβάλλοντος, Υποπρόγραμμα 3, ΥΠΕΧΩΔΕ, Αθήνα 1999.

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Λ ο ύ λ η  Σ τ α υ ρ ο γ ι ά ν ν η (επιμ.), «Ούτε στα χαρτιά προστατευόμενες περιοχές», εφημερίδα Αθηνών Αυγή, Κυριακής 29 Ιανουαρίου 2006, (έτος 54ο φύλλο 9.538) σ.42. 

Περισσότερες πληροφορίες για ΕΥΡΥΤΑΝΙΑ – ΕΠΙΝΙΑΝΑ - ΑΓΡΑΦΑ -  ΠΑΡΑΜΕΡΙΤΑ – ΜΑΡΑΘΟ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο ς   Κ ο ύ ρ κ ο υ λ α ς, Λεύκωμα Διδασκάλων του Γένους, ΟΕΔΒ, Αθήνα 1971.
  • Φ ο ί β ο ς  Ι.  Π ι ο μ π ί ν ο ς, Έλληνες Αγιογράφοι μέχρι το 1821, έκδοση Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, Αθήνα 1984
  • Γ.Χ.  Ζ α λ ί δ η ς  –  Α.Λ. Μ α ν τ ζ α β έ λ α ς (συντ. έκδοσης), Απογραφή των Ελληνικών Υγροτόπων ως Φυσικών Πόρων, Συλλογικό, έκδοση Ελληνικού Κέντρου Βιοτόπων – Υγροτόπων – Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας, Θεσσαλονίκη 1994.
  • Θ ε ό δ ω ρ ο ς  Α.  Ν η μ ά ς, Η εκπαίδευση στη Δυτική Θεσσαλία κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, Διδακτορική Διατριβή, εκδόσεις Αφοι Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη 1995.
  • Λ ά ζ α ρ ο υ  Α ρ σ.  Α ρ σ ε ν ί ο υ, Το έπος των Θεσσαλών Αγροτών και οι εξεγέρσεις τους 1881 - 1993, εκδόσεις Αφοι Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη 2005.
  • Ν ι κ ο λ ά ο υ   Ι ε ρ ό π α ι δ ο ς Εξ Αγράφων (;), Πραγματεία περί Φυσιολογίας και Παθολογίας, πρόλογος: Γ.Ν. Αντωνακόπουλος, εισαγωγή: Αγαμέμνων Τσελίκας – Γιάννης Ν. Ηλιούδης, έκδοση Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας – τμήμα ιατρικής, Λάρισα 1996.
  • Ν ι κ ο λ ά ο υ   Ι ε ρ ό π α ι δ ο ς  Εξ Αγράφων, Εκδόσεις μερικαί είς αρχάριον Ιατρόν, πρόλογος: Γ.Ν. Α ν τ ω ν α κ ό π ο υ λ ο ς, εισαγωγή: Α γ α μ έ μ ν ω ν  Τ σ ε λ ί κ α ς – Γ ι ά ν ν η ς  Ν.  Η λ ι ο ύ δ η ς, έκδοση Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας – τμήμα ιατρικής, Λάρισα 1997.
  • Μ ι χ α ή λ  Σ τ α μ α τ ε λ ά τ ο υ  - Φ ω τ ε ι ν ή   Β ά μ β α  –  Σ τ α μ α τ ε λ ά τ ο υ, Ελληνική Γεωγραφική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Α’, εκδόσεις Τεγόπουλου - Μανιατέα Αθήνα 1997.
  • Μ ά ρ κ ο υ  Α.  Γ κ ι ό λ ι α, Ιστορία της Ευρυτανίας στους Νεότερους Χρόνους (1939 – 1821), εκδόσεις Πορεία, Αθήνα 1999.
  • Γ ε ω ρ γ ί ο υ  Χ ρ υ σ ι κ ο ύ, Το χωριό μου Μοναστηράκι των Αγράφων Ευρυτανίας, Αυτοέκδοση, Αθήνα 2000.
  • Σ τ α υ ρ ο ύ λ α   Σ δ ρ ό λ ι α, Οι τοιχογραφίες του Καθολικού της μονής Πέτρας (1625) και η ζωγραφική των Ναών των Αγράφων τον 17ο αιώνα, τ.Α’ Κείμενο, Διδακτορική Διατριβή, Ιωάννινα 2000.

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Σ τ α υ ρ ο ύ λ α   Σ δ ρ ό λ ι α, «Οι τοιχογραφημένες εκκλησίες των Βραγγιανών», πρακτικά ιστορικής και αναπτυξιακής διημερίδας 25 – 26 Ιουλίου 2001 Βραγγιανά Αγράφων Ευρυτανίας, έκδοση Εκπολιτιστικού Συλλόγου Βραγγιανιωτών ‘’Αναστάσιος Γόρδιος’’ [Αθήνα] Ιούλιος 2002.
  • Θ ε ό φ ι λ ο ς  Δ.  Μ π α σ γ ι ο υ ρ ά κ η ς, «Άγραφα», στο περιοδικό Ελληνικό Πανόραμα, τ.32 2003.
  • Κ. Τ ρ ι α ν τ α φ υ λ λ ί δ η  –  Δ. Σ τ α β ά ρ η, «περιγραφή της διαδρομής Τροβάτο – Ντεληδήμι – Ασπρόρεμα – Επινιανά», περιοδικό Κορφές τ.160, 2003.
  • Α ν α σ τ α σ ί α  Μ π ο υ ν ό β α, «περιγραφή της διαδρομής Επινιανά – Ασπρόρεμα», περιοδικό Κορφές τ.126, 1997.
  • Μ ί λ τ ο ς  Ζ έ ρ β α ς, «περιγραφή της διαδρομής Πρασιά – Οψιμοχώραφα – Μπαλτενήσι – Παλούκια – Βασιλέσι», περιοδικό Ανεβαίνοντας τ. 24, 2003.
  • Μ ί λ τ ο ς  Ζ έ ρ β α ς, «περιγραφή της διαδρομής Επινιανά – Εκκλησίες – Ασπρόρεμα – Καρυά – Τροβάτο», περιοδικό Ανεβαίνοντας τ.11, 2000.
  • Τ ά κ η   Ν τ ά σ ι ο υ, «περιγραφή της διαδρομής Άγραφα – Πόρτες – Μπορλέρο – Μούχα», στο περιοδικό Ανεβαίνοντας τ.1, 1998.

Περισσότερες πληροφορίες για τα δύο άρθρα του ΓΡΑΜΜΟΥ (5ο και 6ο) αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

 Α’        Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Αναμνηστικό Λεύκωμα, Ο Εφημεριακός Κλήρος της Ιεράς Μητροπόλεως Καστοριάς, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1931.
  • Π α ν τ ε λ ή  Τ σ α μ ί σ η, Η Καστοριά και τα μνημεία της, Αθήνα 1949.
  • Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο υ  Ν.  Σ ά θ α, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς 1453 – 1821, έκδοση Κ. Καμαρινόπουλος – Θ. Γυφτάκης, Αθήνα 21962.
  • Ι ω α κ ε ί μ   Μ α ρ τ ι ν ι α ν ο ύ, Η Μοσχόπολις 1330 – 1930, Στ. Κυριακίδου (επιμ.) Θεσσαλονίκη 1965.
  • Α ν α σ τ ά σ ι ο ς  Κυρ. Σ ι ο ύ κ α ς, Σύντομος Ιστορία Γιαννοχωρίου – Μονοπύλου – Σλημνίτσης – Καλής Βρύσης – Λειβαδοτόπου, αυτοέκδοση, Θεσσαλονίκη χ.χ. [1970].
  • [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον αντισυμμοριακόν αγώνα (1946 – 1949. Το δεύτερον έτος του αντισυμμοριακού αγώνος, 1947, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα 1980. 
  • Θ ε ό δ ω ρ ο υ  Α.  Ν η μ ά, Τραγούδια Θεσσαλίας, τ. Α’, εκδόσεις Αφοι Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη 21983.
  • Π α ν α γ ι ώ τ ο υ  Α ρ α β α ν τ ι ν ο ύ, Περιγραφή της Ηπείρου εις μέρη τρία, (Εισαγ. Κ.Θ. Δημαρά) εκδόσεις Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, τ. Α’ Γιάννινα 21984.
  • Φ ο ί β ο ς  Ι.  Π ι ο μ π ί ν ο ς, Έλληνες Αγιογράφοι μέχρι το 1821, έκδοση Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, Αθήνα 1984.
  • A l a n  J. B.  W a c e – Maurice S. Thompson, Οι Νομάδες των Βαλκανίων, Περιγραφή της ζωής και των εθίμων των Βλάχων της βόρειας Πίνδου, Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. Τρικάλων - Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1989.
  • Α χ ι λ λ έ α  Π α π α ϊ ω ά ν ν ο υ, Γιώργης Γιαννούλης η θρυλική μορφή του Γράμμου το άγνωστο ημερολόγιό του, εκδόσεις Γλάρος, Αθήνα 1990.  
  • Α ν α σ τ α σ ί α  Γ.  Τ ο ύ ρ τ α, Οι ναοί του Αγίου Νικολάου στη Βίτσα και του Αγίου Μηνά στο Μονοδέντρι, Δημοσιεύματα του Αρχαιολογικού Δελτίου αρ. 44, Έκδοση ΤΑΠΑ, Αθήνα 1991. 
  • Δ η μ η τ ρ ί ο υ  Γ.  Κ α λ ο ύ σ ι ο υ, «Μετσοβίτες ξυλογλύπτες στο Νομό Τρικάλων (18ος – 19ος και 20ος αι.», ανάτυπο από: Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Μετσοβίτικων Σπουδών, Μέτσοβο 28 – 30 Ιουνίου 1991, Τριαντ. Δημ. Παπαζήση (επιμ.),Αθήνα 1993.
  • Α χ ι λ λ έ α  Ι.  Π α π α ϊ ω ά ν ν ο υ, Η Καλή Βρύση στο πέρασμα των αιώνων, Αυτοέκδοση, Θεσσαλονίκη 1994.
  • Θ ε ό δ ω ρ ο υ  Α.  Ν η μ ά, Η εκπαίδευση στη Δυτική Θεσσαλία κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, Διδακτορική Διατριβή, εκδόσεις Αφοι Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη 1995.
  • Κ ο ύ λ α  Ξ η ρ α δ ά κ η, Γυναίκες του ’21, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα – Γιάννινα 1995.
  • Χ ρ ή σ τ ο υ  Π α τ ρ ι ν έ λ η  - Σ ω τ ή ρ η  Κ ί σ σ α κ.ά, Μακεδονία, Οδηγός, (εκδ. ΠΤΙ. ΕΤΒΑ και ΕΟΤ), Αθήνα 1997.
  • Μ ι χ ά λ η  Αλ. Ρ ά π τ η, Τα μαρτυρικά Γραμμοχώρια της Καστοριάς (Σλίμνιτσα, Μονόπυλο, Γιαννοχώρι, Λειβαδοτόπι, Καλή Βρύση), αυτοέκδοση, Αθήνα 1997.
  • Γ ε ω ρ γ ί α  Κ α ρ α μ ή τ ρ ο υ – Μ ε ν τ ε σ ί δ η, Βόιον – Νότια Ορεστίς, Αρχαιολογική Έρευνα και Ιστορική Τοπογραφία, Θεσσαλονίκη 1999.
  • Α σ τ έ ρ ι ο υ  Ι.  Κ ο υ κ ο ύ δ η, Οι Μητροπόλεις και η Διασπορά των Βλάχων, εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2000.
  • Ν ι κ ο λ ά ο υ  Ι. Μ έ ρ τ ζ ο υ, Αρμάνοι – Οι Βλάχοι, εκδόσεις Ρέκος, Θεσσαλονίκη 2001.
  • Β α σ ί λ η  Γ.  Ν ι τ σ ι ά κ ο υ, Αετομηλίτσα – Λαογραφικά, Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Αετομηλίτσας, Γιάννινα 22003.
  • Γ ε ω ρ γ ί ο υ  Π.  Τ σ ό τ σ ο υ, Η γεωγραφική διασπορά στοιχείων της Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής της Αχρίδας, ανάτυπο από: ΛΓ’ τόμο των «Μακεδονικών» Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2003.
  • Μ ά ρ κ ο υ  Α.  Γ κ ι ό λ ι α, Παραδοσιακό Δίκαιο και Οικονομία του Τσελιγκάτου, εκδόσεις Πορεία 2004.
  • Χαράλαμπου Ρεμπέλη, Κονιτσιώτικα, Εκδόσεις Ηπειρωτικής Εταιρείας Αθηνών 11953, Επανέκδοση του Συλλόγου Ασημοχωριτών Αθηνών «Η Πρόοδος», 22005.
  • Χαρητάκη Ι. Παπαιωάννου, Αγριόγιδο στα όρια της επιβίωσης, Αυτοέκδοση, Ιωάννινα 22005.
  • Λεύκωμα, Βαλκανικοί Πόλεμοι – Ο ναυτικός Αγώνας, Ιωάννη Παλούμπη (κειμ.), έκδοση Ναυτικού μουσείου Ελλάδας, Πειραιάς 2005.
  • Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο υ  Κ ο ύ ρ κ ο υ λ α, Λεύκωμα Διδασκάλων του Γένους, ΟΕΔΒ, Αθήνα 1971.
  • G u s t a v   W e i g a n d, Οι Αρωμούνοι (Βλάχοι), τ. Α’, έκδοση Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. Τρικάλων - Αφοι Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη 2001.
  • Γ ι ώ ρ γ ο υ  Μ α ρ γ α ρ ί τ η, Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946 – 1949, τ. Β’ εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2002.
  • Ν ί κ ο ς  Τ ε ρ ζ ό γ λ ο υ (Πύραυλος), Η στρατιωτική εκπαίδευση στελεχών στο ΔΣΕ, εκδόσεις Σύγχρονη εποχή, Αθήνα 2003.
  • Αμαλία Κ. Ηλιάδη, «Διηγήσεις και βίοι Αγίων Γυναικών της Πρώιμης, Μέσης και Ύστερης Βυζαντινής Περιόδου ως ιστορικές πηγές» στο: www.dide.ach.sch.gr/thriskeftika/keimena/iliadi/8/women.htm
  • Αχιλλέα Ι. Παπαϊωάννου, Ο αληθινός Γράμμος, εκδόσεις Μπίμπη, Αθήνα χ.χ.  

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Στίλπωνα Π. Κυριακίδη, «Άσματα Λεχόβου – Άργους Ορεστικού», Σύγγραμμα περιοδικόν Μακεδονικά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, τ. 3 Θεσσαλονίκη 1953 – ‘55.
  • Αντωνίου Δ.Κεραμόπουλλου, «Αρχιερατική επιστολή και αι προς Σέρβους Σχέσεις της Ελληνικής Εκκλησίας», Σύγγραμμα περιοδικόν Μακεδονικά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, τ. 3 Θεσσαλονίκη 1953 – ’55.
  • Απόστολος Βακαλόπουλος,«Οι Δυτικομακεδόνες απόδημοι επί τουρκοκρατίας», Ε.Ε.Μ.Σ. – ίδρυμα μελετών χερσονήσου του Αίμου Νο 22, Θεσσαλονίκη 1958 (το πρόσθεσα 17/2/07), του ιδίου, ομότιτλο, στο  περιοδικό Αριστοτέλης τ.10 Φλώρινα 2000000000000000; Θα βάλω ημερομηνία μόλις το παραλάβω
  • Μιχαήλ Αθ. Καλινδέρη, «Ο Βαρώνος Κωνσταντίνος Βέλιος 1772 – 1838, η ζωή και η υπέρ του Έθνους προσφορά του», Δημοσιεύματα τ.40, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1973. 
  • Χρυσάνθη Μαυροπούλου – Τσιούμη, «Ένας σημαντικός Αγιογράφος του 16ου αιώνα από το Λινοτόπι», Πρακτικά Γ’ Συνεδρίου Ιστορίας Λαογραφίας – Γλωσσολογίας Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής Δυτικομακεδονικού χώρου, Θεσσαλονίκη 3 – 5 Απριλίου 1982, έκδοση Βοιακή Εστία Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη χ.χ.
  • Γιώργου Χ. Χιονίδη, «Οι ανέκδοτες αναμνήσεις του Γιώτη (Παναγιώτη) Ναούμ», Σύγγραμμα περιοδικόν Μακεδονικά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, τ. 24 Θεσσαλονίκη 1984. 
  • Μίλτου Γαρίδη, «Ο Μητροπολίτης Παΐσιος και η Βλάχικη επιγραφή του Κλεινοβού: αλφάβητο και εθνικό πρόβλημα», Τα Ιστορικά 3, Αθήνα 1985.
  • Γιαννάτος Γ., Γ. Μερτζάνης και Δ. Μπούσμπουρας, «Στοιχεία για την κατανομή της Αρκούδας και την κατάσταση των πληθυσμών και των βιοτόπων στην Κεντρική και Νότιο Αλβανία», Πρόγραμμα ΑΡΚΤΟΣ [Αρκτούρος, WWF - Ελλάς, ΕΕΠΦ, Υπ. Γεωργίας, Ε.Ε. (DG XI)], Θεσσαλονίκη 1995.
  • Δημήτρη Μπούσμπουρα, (Συντονιστής – Υπευθ. Σύνταξης), «Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη περιοχής Γράμμου – Δ. Βοΐου», Αρκτούρος, ΥΠΕΧΩΔΕ, Υπ. Γεωργίας, Ευρωπαϊκή Ένωση Γεν. Διευθ. ΧΙ, Θεσσαλονίκη 1999.  
  • Δημήτρη Μπούσμπουρα, «Γράμμος – φυσικό περιβάλλον», περιοδική πολιτιστική έκδοση εκ Χιονιάδων, έκδοση Πολιτιστικού Συλ. Χιονιαδιτών – Αδελφότητα Χιονιαδιτών «Ο Αγ. Αθανάσιος», τ.3, Άνοιξη 2000.  
  • Νικόλαος Δ.Σιώκης, «Η βλάχικη γλώσσα και οι προσπάθειες διατήρησής της από τους βλάχους αποδήμους (τέλη 18ου – τέλη 19ου αιώνα)», στο περ. Ελιμειακά,, έτος εικοστό πρώτο, τ. 49, έκδοση συλλόγου Κοζανιτών Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2002.
  • Ελευθέριος Απ.Καρακίτσιος, «Ο Ιωάννης Βαζούρας από τη Σούρπη του Αλμυρού εθελοντής στον Βορειοηπειρωτικό Αγώνα 1914 - 1924», Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τ. 46, έκδοση: Κώστας Σπανός, Λάρισα 2004.
  • Βασίλης Γ. Παπαγεωργίου – Αργύρης Π.Π. Πετρονώτης, «Ο απογραφικός κατάλογος 1885 του Αγίου Όρους και οι τεχνίτες του, κυρίως οικοδόμοι», περιοδική πολιτιστική έκδοση εκ Χιονιάδων, έκδοση Πολιτιστικού Συλ. Χιονιαδιτών – Αδελφότητα Χιονιαδιτών «Ο Αγ. Αθανάσιος», τ.8, Καλοκαίρι 2005.
  • Άγγελος Μακρής / Πρωτεύουσα σχέση / περιοδικό RIDER τ.14 / Μάιος 1996
  • Δημήτρης Παπατριανταφύλλου / Ναύπλιο / περιοδικό Κόσμος τ.18 / Αύγουστος 1996
  • Αντώνης Αναγνώστου / Αργολίδα / εκδόσεις AD & ED / Αθήνα 1997
  • Κατερίνα Πλασσαρά / Ναύπλιο ένα ταξίδι μέσα στον χρόνο / περιοδικό Ελληνικό Πανόραμα τ.18 / Φθινόπωρο 2000
  • Θοδωρής Αθανασιάδης – Ζερμαίν Αλεξάκη / Αποκριά στο Ναύπλιο / περιοδικό VITA τ.46 / Φεβρουάριος 2001
  • Μάρθα Κορινθίου / WeekendZone / περιοδικό Voyager / Ιούνιος – Ιούλιος 2001
  • Κύρος Κόκκας / Ναύπλιο το Αρχοντικό της Αργολικής Γης / περιοδικό Γαιόραμα τ.57 / Σεπτ – Οκτ 2003
  • Ά γ γ ε λ ο ς  Μ α κ ρ ή ς, Πρωτεύουσα σχέση, περιοδικό Riderτ.14, 1996.
  • Δ η μ ή τ ρ η ς   Π α π α τ ρ ι α ν τ α φ ύ λ λ ο υ, «Ναύπλιο», περιοδικό Κόσμος τ.18, 1996.
  • Α ν τ ώ ν η ς   Α ν α γ ν ώ σ τ ο υ, «Αργολίδα», εκδόσεις AD & ED, Αθήνα 1997.
  • Κ α τ ε ρ ί ν α   Π λ α σ σ α ρ ά, «Ναύπλιο ένα ταξίδι μέσα στον χρόνο», περιοδικό Ελληνικό Πανόραμα τ.18, 2000
  • Θ ο δ ω ρ ή ς  Α θ α ν α σ ι ά δ η ς – Ζ ε ρ μ α ί ν   Α λ ε ξ ά κ η, «Αποκριά στο Ναύπλιο», περιοδικό VITA τ.46,  2001.
  • Κ ύ ρ ο ς  Κ ό κ κ α ς, «Ναύπλιο το Αρχοντικό της Αργολικής Γης», περιοδικό Γαιόραμα τ.57, 2003.

Περισσότερες πληροφορίες για το ΝΑΥΠΛΙΟ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο ς   Κ ο ύ ρ κ ο υ λ α ς, Λεύκωμα Διδασκάλων του Γένους, ΟΕΔΒ, Αθήνα 1971.

  • Τ ά σ ο ς  Β ο υ ρ ν ά ς, Η Δολοφονία του Καποδίστρια, εκδόσεις Φυτράκη, Αθήνα 1976.

  • Γ ι ά ν ν η ς  Π.  Γ κ ί κ α ς, Κάστρα – Ταξίδια, τ. Γ’ εκδόσεις Αστήρ, Αθήνα 1985.
  • Κ ο ύ λ α  Ξ η ρ α δ ά κ η, Γυναίκες του ’21, εκδόσεις Δωδώνη, Γιάννινα 1995.
  • Θ α ν ά σ η ς   Χ ρ ή σ τ ο υ, Τα σύνορα του Ελληνικού Κράτους και οι διεθνείς συνθήκες (1830 – 1947),  τ. Α’, εκδόσεις Δημιουργία, Αθήνα 1999.
  • Έ λ σ η ς  Σ π α θ ά ρ η, Ναύπλιο – Παλαμήδι, εκδόσεις Έσπερος, Αθήνα 2000.
  • Γιώργου Καλλίτση – Νίκου Βασιλειάδη (επιμ.), Η ιστορία του ελληνικού χαρτονομίσματος, εκδόσεις Finatec Α.Ε., Αθήνα 2001.
  • Ό θ ω ν  Τ σ ο υ ν ά κ ο ς, Δραχμούλα μου καλό σου ταξίδι, εκδόσεις Ηλιοτρόπιο, Αθήνα 2001.
  • Α ρ ι σ τ ε ί δ η ς   Μ ι χ α λ ό π ο υ λ ο ς (υπεύθ.), Συλλογικό, Πελοπόννησος, εκδόσεις EXPLORER, Αθήνα 2002.
  • Θ ο δ ω ρ ή ς  Γ κ ό ν η ς, Ναύπλιο, μια πόλη στη Λογοτεχνία, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2004.

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Ε λ έ ν η  Ο ι κ ο ν ο μ ο π ο ύ λ ο υ, «Ναύπλιο», περιοδικό Κόσμος τ.10, 1995.
  • Το ιστορικό Ναύπλιο – συλλογικό, Αφιέρωμα 7 ημερών Εφημ. Καθημερινή 12/11/95.
  • Ά ρ η ς   Θ ε ο δ ω ρ ό π ο υ λ ο ς, «αναρρίχηση Ναύπλιο», περιοδικό Κορφές τ.169, 2004. Προσθήκη 17/3/10 βλ και τ. 202 σελ 18
  • Γ ι ώ ρ γ ο ς  Σ τ α μ α τ ί ο υ, «Άγγελος Τερζάκης και Ναύπλιο», περιοδικό Ελληνικό Πανόραμα τ.42, 2004.
  • Συλλογικό, «Ναύπλιο», περιοδικό Περιηγήσεις τ.19, ένθετο στην εφημερίδα Αθηνών Ημερησία 21 Αυγούστου 2004.

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Ν ί κ ο ς  Μ α σ τ ρ ο π α ύ λ ο ς, «Το Μπούρτζι του Ναυπλίου», ένθετο Ταξίδια Νο 24, εφημερίδα Αθηνών το Βήμα 5 Οκτωβρίου 1997.

 ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (10617 λέξεις)

ΚΑΣΤΟΡΙΑ – ΦΟΥΣΙΑ – ΣΛΙΜΝΙΤΣΑ – ΜΟΝΟΠΥΛΟ – ΓΙΑΝΝΟΧΩΡΙ – ΛΙΒΑΔΟΤΟΠΙ

(Γράμμος 6η εργασία από 8)

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Μάρτιος 2006

Τα Γραμμοχώρια του Άνω Αλιάκμονα

Τα θαυμάσια τοπία του ορεινού συγκροτήματος της βόρειας Πίνδου - ψηλά βουνά, απότομες χαράδρες, άφθονα νερά, πλούσια βλάστηση και σπάνια είδη του ζωικού βασιλείου, δημιουργούν την απαράμιλλα όμορφη περιοχή του βόρειου Γράμμου. Το ομώνυμο χωριό, το πεδίο «Μπαρούγκα - Φλάμπουρο» σε συνδυασμό με τα «Λιβάδια Έλμας» και το παρθένο από επεμβάσεις περιβάλλον, φροντίζουν να κατακλύζουν με ωραιότατες εικόνες τα μάτια και την ψυχή, αποτελώντας ταυτόχρονα μοναδικούς πόλους έλξης επισκεπτών. 

Η περιοχή δεν είναι διαφημισμένη, ενώ για πολλούς είναι δυσπρόσιτη και, με εξαίρεση το Νεστόριο, δεν είναι ανεπτυγμένη τουριστικά. Αυτό όμως λειτουργεί υπέρ της, αφού σε τίποτα δεν μειώνει την υψηλή οικολογική της αξία. Ίσα – ίσα, το αποτέλεσμα της απλοχεριάς της φύσης προσθέτει ειδικό βάρος και, σιγά αλλά σταθερά, κάνει την περιοχή γνωστή σ’ ένα όλο και μεγαλύτερο κύκλο μυημένων περιηγητών. 

Η διάσχιση του βουνού από το Γράμμο (χωριό) μέχρι τη Φούσια από το δασικό δίκτυο προσφέρει εντυπωσιακή θέα της πλούσιας χλωρίδας του συγκροτήματος που αποτελείται από τα πιο ενδιαφέροντα φυσικά τοπία στην Ελλάδα· δύσκολα θα εντοπίσετε παρόμοιο. Μόλις 1,5 χλμ., απέχει απ’ το χωριό η διασταύρωση (δστ. στο εξής), με την πινακίδα προς «Μπαρούγκα», «Μούζα» και «Φούσια» που προσπεράσετε πηγαίνοντας προς Γράμμο. Τώρα επιστρέψτε, ακολουθώντας πλέον τον καλοστρωμένο δρόμο που περνάει από την τοποθεσία «Λιβάδια», μέχρι την επόμενη δστ., ανάμεσα στις κορυφές 1944 και 1771, όπου ο αυχένας. Εκεί φεύγει δρόμος αριστερά (Ν), προς την τοποθεσία «τυροκομείο» ανεβάζοντάς σας ψηλότερα, σχεδόν δίπλα από τα σύνορα με την Αλβανία και κάνοντας έναν τεράστιο κύκλο, περνάει από τη θέση ‘’Γκιστόβα’’ κοντά στη λίμνη του Γράμμου (35’ – 40’ πεζοπορία) φέρνοντας σας πάλι στο Γράμμο (χωριό). Εσείς, στον αυχένα να πάτε δεξιά, και, αφού περάσετε το ρέμα «Μπαρούγκα», θα μπείτε στο θαυμάσιο δάσος. 

Σε όλη τη διαδρομή σάς ‘’συνοδεύουν’’ λίγα Ρόμπολα αρκετές στροφές, ενώ πιο κάτω, ψηλή ευθύκορμη Μαύρη Πεύκη και Οξιά. Κατηφορίζοντας, περνάτε δίπλα από την κορυφή Πέτρα (1614 μ.) μια κορυφή σαν πυραμίδα και σύντομα βρίσκεστε στον ευρύτερο χώρο της Φούσιας.Αυτός ο τομέας διασχίζεται από το ρέμα «Μπαρούγκα» που έχει δώσει το όνομά του σε όλη την περιοχή. Είναι περισσότερο γνωστή σαν Διατηρητέο μνημείο της Φύσης Φλάμπουρου, (ΦΕΚ 656/Β/1986) ονομασία που αντλεί από τη γειτονική ομώνυμη κορφή δίπλα από την οποία περάσατε και που φτάνει τα 1882 μ. υψ. Το δάσος αυτό είναι σπουδαίο, προστατεύεται, και μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει καμία δασοπονική εκμετάλλευση. Σύμφωνα με την Υπ. Απόφαση 105497/86, «…παρουσιάζει μεγάλη οικολογική σημασία», και περιλαμβάνει ένα φυσικό παρθένο μικτό δάσος οξιάς – υβριδογενούς Ελάτης και Μαύρης Πεύκης στη θέση «Μπαρούγκα» ή «Φλάμπουρο» με συνολική έκταση 130 ha (ha: εκτάρια, επί 10 = 1300 στρ.). Λόγοι περαιτέρω προστασίας οδήγησαν στο να συμπεριληφθεί στο δίκτυο «biogenetic reserves» του συμβουλίου της Ευρώπης.

Στην ελληνική πλευρά του Γράμμου, εκτός από τον κεντρικό πυρήνα υπήρχαν όπως είδαμε (βλ. στον ίδιο τόμο Γράμμος 5ο), οι περιφερειακοί οικισμοί Φούσια, Βετέρνικο, Λιβάδι και Πισκοχώρι, και οι ανεξάρτητοι, Λινοτόπι με τον περιφερειακό οικισμό του Αγίου Ζαχαρία. Οι αιτίες για την πληθυσμιακή αυτή συγκέντρωση σε τόσο ορεινά, απροσπέλαστα μέρη, πρέπει να αναζητηθούν στις ανακατατάξεις που έφερναν οι πολεμικές συγκρούσεις, η αλληλένδετη με την τουρκική κατάκτηση τρομοκρατία, οι βίαιες εξισλαμίσεις που ανάγκασαν τελικά το ελληνοχριστιανικό στοιχείο, να εγκαταλείψει τα εδάφη που μέχρι τότε ζούσαν. Η αναζήτηση ασφαλέστερου καταφυγίου ώστε να εξασφαλιστεί η κοινωνική και πολιτισμική ζωή σε μεγάλο βάθος χρόνου και όσο γίνεται πιο μακριά από τους δυνάστες τους, οδήγησε σ’ αυτά τα μέρη. 

Η οριακή γεωγραφική θέση της περιοχής είχε καθοριστική σημασία στην μετέπειτα πορεία της. Αυτή, διακρίνεται για την πολυ-πολιτισμικότητα που προέρχεται από διάφορες εθνοτικές ομάδες που κατοίκησαν είτε σε ξεχωριστές ζώνες είτε σε μικτά χωριά, ειδικά κατά την μακρά περίοδο της τουρκοκρατίας, η οποία, κράτησε μέχρι τους Βαλκανικούς πολέμους. Η μικρασιατική καταστροφή και η μετέπειτα ανταλλαγή των πληθυσμών αναδιοργάνωσε αυτή την πληθυσμιακή σύνθεση παίζοντας το δικό της ρόλο στις επί μέρους πληθυσμιακές ομάδες και την ιστορική παρουσία τους στην περιοχή. Η ύπαρξη αξιόλογων μεταβυζαντινών εκκλησιών μαρτυρεί κοινότητες με οικονομική αυτοτέλεια και πλούτο. 

Το ίδιο συμβαίνει και με τη Φούσια (και Φούσα(1) στα 1000 μ. υψ.), ένα μεγάλο και σημαντικό(2) χωριό που, όπως και το Βετέρνικο, λειτουργούσε και ευημερούσε περιφερειακά της Γράμμοστας και ταυτισμένο με αυτή. Πρέπει να είχε μικρή δημογραφική δύναμη, γιατί τα ίχνη των κατοίκων της χάθηκαν στις νέες συνοικήσεις ανάμεσα σε πολυπληθέστερους βλάχους από άλλους οικισμούς, όπως το Μοναστήρι, ενώ κάποιοι άλλοι αναφέρονται να ακολούθησαν γραμμουστιάνικα φαλκάρια του Οσόγκοβου, στα ανατολικά εδάφη της π.Γ.Δ.Μ(3). Σημαντικό για την κατοπινή εξέλιξη αυτών των κοινοτήτων αποτελεί το γεγονός της πλήρους εγκατάλειψης, εν αντιθέσει με τη Γράμμοστα. Οι πληθυσμοί έφυγαν χωρίς να επιστρέψουν ποτέ στα πάτρια εδάφη, όπως έγινε και με το Λινοτόπι ή τη Νικολίτσα. 

Ο αείμνηστος φιλόλογος Μιχάλης Ράπτης καταγράφει(4) ένα άγνωστο τραγούδι που του είπε ο Κώστας Πίσσιος, γεννημένος στη Σλίμνιτσα το 1904, που μέσα από τους στίχους του αναφέρεται η στενή σχέση της Φούσιας με το γειτονικό Λινοτόπι και την ταυτόχρονη καταστροφή τους ως εξής: «Φούσα και Λινοτόπι, τα δυο μαζί χωριά | Δίδυμα αδέρφια στο διάβα των αιώνων | Λόγο δώσανε να μείνουν σταυραδέρφια | Βλάμηδες πιστοί, εδώ στον Προμαχώνα, | στου Γράμμου τα μαρτυρικά χωριά. | Εδώ ‘χουνε τις ρίζες τους βαθιά, | στης Μπέλιτσας τ’ ορμητικά νερά. | Πού ‘θε να βρούνε τέτοια ευφοροχώματα | εύφορα και τόσο καρπερά; | Μα η αποφράδα μέρα έφτασε | Στάχτη τα δυό τά ‘κανε ο οχτρός | οι βάνδαλοι Τουρκαλβανοί του Αλή». 

Οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών κρατούν ζωντανή την ανάμνηση του εποικισμού από μωαμεθανούς Αλβανούς οι οποίοι, αναζητώντας καλύτερες και άδειες βοσκές, φτάσανε και εγκαταστάθηκαν σε αυτό το χώρο. Αναφέρουν(5) μάλιστα σαν επικεφαλής του χωριού τον Φετί Μπέη, ο οποίος, σύμφωνα με την παράδοση, ευνοήθηκε από τον Αλή πασά των Ιωαννίνων για τις υπηρεσίες που του πρόσφερε, και εκείνος, για ανταμοιβή, του παραχώρησε το τσιφλίκι Λιβαδοτόπι. Η ευρύτερη περιοχή ήταν θέατρο σκληρών μαχών καθ’ όλη τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα (1903 – 1908) με πρωταγωνιστές πολλούς οπλαρχηγούς, όπως ο Νταλίπης (1872 – 1906), ο Καπετάν Κώτας (1863 – 1905), ο Βαγγέλης Στρεμπενιώτης (1872 – 1904). 

Μετά ακολούθησαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι (1912 – 1913). Με την κήρυξη του πρώτου, στις 5 Οκτωβρίου του 1912, αναπτερώθηκαν οι ελπίδες των κατοίκων για ελευθερία και ένωση με την Ελλάδα. Ήταν τόση η σιγουριά τους που, σε συνεννόηση με τους δημογέροντες, προσκάλεσαν επιτροπές από τα γειτονικά Αλβανικά χωριά, Βιδόβα, Φούσια και Ζαγάρι, και τους συνέστησαν να παραδώσουν τα όπλα, υποσχόμενοι προστασία. Όμως η περιοχή ελεγχόταν από τον Σαλή Μπούτκα με βάση την Ερσέκα και δεν την άφηνε εύκολα, ανεξάρτητα της θέλησης των επίσης Αλβανών κατοίκων. Εντυπωσιάζει όμως η στάση του επικεφαλής της Φούσιας, Φετί Μπέη που ειδοποίησε τα γύρω χωριά (Σλίμνιτσα, Μονόπυλο, Γιαννοχώρι, Καλή Βρύση), να φύγουν οι κάτοικοι, γιατί επίκειται επίθεση από την Ερσέκα. Έτσι γλίτωσε όλος ο πληθυσμός των χωριών. 

Με την ανακήρυξη της Αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου, (17 Μαΐου 1914) αρχίζει να συγκροτείται ο στρατός της. Εκείνη την εποχή έφτασαν στα Γραμμοχώρια πολλοί οπλαρχηγοί μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει ο Τσόντος – Βάρδας, που κοντά του μαζεύτηκαν πολλοί νέοι εθελοντές από τα γύρω χωριά. «Στις 14 Απριλίου αφίχθηκε στο Αρχηγείο των αυτονομικών δυνάμεων ο ταγματάρχης Πυροβολικού [Γεώργιος] Τσόντος – Βάρδας και ανέλαβε την διοίκηση όλων των σωμάτων που είχαν συγκεντρωθεί στην περιοχή. Στις 20 Απριλίου ο Τσόντος – Βάρδας εγκατέστησε την έδρα του αρχηγείου του στο χωριό Φούσια»(6).  Εξορμώντας από τη Φούσια προέλασαν γρήγορα, και στις 23 Ιουνίου 1914 ο στρατός της Αυτόνομης Βόρειας Ηπείρου απελευθέρωσε την Κορυτσά και την επομένη τη Μοσχόπολη. 

Αργότερα, και, ενώ στην άλλη άκρη της Ελλάδας, ξεκινούσαν οι μεγάλες διώξεις κατά των Ελλήνων της Ιωνίας, καθορίστηκαν τα νέα σύνορα και όλα αυτά τα εδάφη που περιλάμβαναν τη Βόρεια Ήπειρο δόθηκαν στο νεοσύστατο κράτος της Αλβανίας όπως έλεγε το προηγηθέν, (4/17 Δεκ.1913) κατάπτυστο «πρωτόκολλο της Φλωρεντίας». Μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1914 – 1919) η Φούσια εκκενώθηκε, ακολουθώντας την τύχη των υπολοίπων και, όπως έγινε στον γειτονικό Άγιο Ζαχαρία, μόνο η ανάμνησή τους φωλιάζει πλέον στις μνήμες. Κατά τον οριστικό καθορισμό των συνόρων (1924) τύχη αγαθή στο πεπρωμένο τους έφερε τα Γραμμοχώρια στην Ελληνική επικράτεια, εγκαθιστώντας από τότε, μια διμοιρία στο Μονόπυλο και ένα φυλάκιο στο Γιαννοχώρι(7)

Στην εποχή μας, η Φούσια δεν έχει τίποτα που να θυμίζει πρότερη κατοίκηση. Περπατώντας στο λιβαδάκι εκεί που κάποτε ήταν το χωριό, διαπιστώνετε και εσείς ότι στην αιώνια πάλη της πέτρας με τη φύση, υπήρξε κι’ εδώ το γνωστό αποτέλεσμα της νίκης της δεύτερης, πάνω στα ανθρώπινα δημιουργήματα. Μόνο ψηλότερα στο λόφο, σώζεται ένα μικρό πετρόχτιστο εκκλησάκι του Αγίου Αθανασίου, με δύο εντοιχισμένες, σκαλισμένες σε πέτρα, επιγραφές που γράφουν: «Ανηγέρθη)(τω 1946 υπο Κρητών στρατιωτών» προφανώς κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, και η δεύτερη στο υπέρθυρο η οποία αναφέρει: «Ανακατασκευάστηκε το 1997 από το 601 τ.π.» τάγμα, της 61ης Ταξιαρχίας με έδρα τη Θεσσαλονίκη, το οποίο έδρασε εδώ κατά τη διάρκεια του εμφυλίου(8). Αυτό το νεώτερο εκκλησάκι είναι το μοναδικό που θα δείτε στο χώρο, ενώ σύμφωνα με τον Αχιλλέα Παπαϊωάννου(9) στη Φούσια είναι θαμμένος ο Γιώργης Γιαννούλης (από το Επταχώρι βλ. προσθήκη πιο κάτω) που θεωρείτο ένας «εκ των ικανοτέρων και τολμηρότερων ηγητόρων»(10) του Δ.Σ.Ε. που έδρασε στο Γράμμο.

 Ολόκληρη η περιοχή που διασχίσατε γειτονεύει με την περιοχή της Κορυτσάς στην Αλβανία, στην οποία υπάγεται το όρος Μοράβα (1500 μ. υψ.), και θεωρείται από τους ειδικούς συνδετική ζώνη για τους υποπληθυσμούς ειδών πανίδας, ιδιαίτερα των απειλούμενων ειδών αρκούδας (Ursus arctos) και αγριόγιδου (Rupicapra rupicapra balcanica). Στο πλαίσιο του προγράμματος Άρκτος (1η φάση) του Αρκτούρου, είχε πραγματοποιηθεί αναγνωριστική περιοδεία και αυτοψία του βιοτόπου τους στον ορεινό όγκο Μοράβα, που αποτελεί τη φυσιογραφική συνέχεια του ορεινού όγκου του Γράμμου στο Αλβανικό έδαφος, συνοδεία του διευθυντή δασών Κορυτσάς κ. Stravri Pllaho και του υπεύθυνου θήρας Κορυτσάς κ. Piro Pojani. 

Έγινε διάσχιση του Εθνικού Πάρκου Bosdovec που πρόκειται για μια θαυμάσια περιοχή με έκταση 1030 ha η οποία, σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Γεωργίας της Αλβανίας, περιλαμβάνει πυκνό δάσος Ελάτης - Μαύρης Πεύκης (833 ha), βραχώδεις περιοχές (182 ha), χορτολιβαδικές (12 ha), και αγροτικές εκτάσεις (3 ha), που έχει κηρυχθεί Εθνικό πάρκο και διέπεται με τους αντίστοιχους κανονισμούς όπως τα δικά μας «Αισθητικά δάση» (11). Η έρευνα αυτή, έγινε για την εκτίμηση της κατάστασης των βιοτόπων των πληθυσμών και της εξάπλωσης της αρκούδας στην Νότια Αλβανία με ιδιαίτερη έμφαση στις συνδετικές ζώνες μεταξύ των ορεινών όγκων Μοράβα και Γράμμου»(12). Η γενική εικόνα της κατάστασης του δασικού βιότοπου παρουσιάζεται πολύ ικανοποιητική. Δεν αποκλείεται καθόλου να διασταυρωθείτε με αρκούδα ή αρκουδάκια, ενώ είναι σχεδόν βέβαιο, ότι θα δείτε πατημασιές.

Η φύση εδώ οργιάζει σ’ ένα περιβάλλον που θα σας μείνει αξέχαστο. Από τη Φούσια ο κεντρικός δρόμος είναι μόλις εξακόσια μέτρα. Σε όλη τη διαδρομή προς το Τρίλοφο σάς συνοδεύει μέσα στο φαράγγι, σωστό ποτάμι πια, ο Αλιάκμονας (παλιά «Βίστριζα») που με τις φιδίσιες διαδρομές του αρκετές φορές προδιαθέτει για ψάρεμα, όπως κάνουν κοντά στην κοίτη του αρκετοί κάτοικοι το καλοκαίρι. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο ποταμό της Ελλάδας με μήκος 297 χλμ. Πηγάζει από τα όρη Βέρνο, Βαρνούντα και Γράμμο και εκβάλει στο Θερμαϊκό κόλπο.  Τα δάση, από την ώρα που αφήσατε τη μεγάλη κοιλάδα του Γράμμου, όσο πάνε πυκνώνουν προσφέροντας ολοένα πιο όμορφα, ήρεμα τοπία.

Από τις πυκνές συστάδες των δέντρων, αρκετά πριν φτάσετε στο χωριό, διακρίνετε το Τρίλοφο (προ του 1953 Σλίμνιτσα και Σλήμνιτσα(13) στα 1180 μ. υψ.), χτισμένο ανάμεσα στην κορφή «Κονοπίτσες» (1334 μ. υψ.) και «Πόρος» (1202 μ. υψ.), ο «Άγιος Χριστόφορος» των ντόπιων, ονομασία που αντλεί από το παλιό ξωκλήσι που υπήρχε εκεί μέχρι πριν τον εμφύλιο. Όπως όλες οι πρώην κοινότητες του Άνω Αλιάκμονα υπάγεται στο Δήμο Νεστορίου και παλιότερα ήταν η μεγαλύτερη της περιοχής με διακόσιες οικογένειες (1880), ενώ στην απογραφή της 15ης – 16ης Μαΐου 1928 ζούσαν εδώ 366 κάτοικοι(14). Ένας παραπόταμος του Αλιάκμονα και μια μικρή χαμηλή κοιλότητα του εδάφους χώριζε τους δύο μεγάλους μαχαλάδες που μέχρι τα χρόνια του Β’ παγκοσμίου πολέμου, διέθεταν πλήθος λιθόχτιστες αρχοντικές διώροφες και τριώροφες κατοικίες. Αυτές ήταν χτισμένες όπως σε όλα τα χωριά, σύμφωνα με την παράδοση, από Ηπειρώτες, (Πυρσογιαννίτες και Βουρμπιανίτες) μαστόρους και τα μπουλούκια τους. 

Από τη Σλίμνιτσα κατάγονται ο καπετάνιος Βάσος [Βασίλειος] Φαρμάκης [Γεωργίου], γιος του υλοτόμου Κώστα Γεωργίου, που κατά την επανάσταση της Μακεδονίας, το 1878, συνεργάστηκε με τον Δημήτριο Νταλίπη από το Γάβρο, και ο οπλαρχηγός Νικόλαος Μπέλλος(15). Το θαραλλέο αυτό κίνημα απέτυχε γιατί γύρω της ήταν πολλά Μουσουλμανικά χωριά, οι κάτοικοι των οποίων εξεγέρθηκαν εναντίον των επαναστατών. Τότε όλη η περιοχή δέχθηκε τα αντίποινα του τουρκαλβανού λήσταρχου Αμπιδίν και τα χωριά, ειδικά η Σλίμιτσα και το Μονόπυλο, λεηλατήθηκαν ενώ πολλοί κάτοικοι τα εγκατέλειψαν καταφεύγοντας στην Καστοριά. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας (1881) εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο σημερινό Συκούριο (Μέγα Κεσερλί) Λάρισας και άλλοι στα Τρίκαλα, μεταξύ αυτών και ο προαναφερθείς Νικόλαος Μπέλλος. 

Είναι αλήθεια ότι στις μέρες μας και, ενώ πέρασαν πολλές δεκαετίες εγκατάλειψης, γίνονται μεγάλες προσπάθειες από τους τριανταένα μόνιμους κατοίκους (’01) για να χτιστούν και άλλα σπίτια, εκτός των δεκατεσσάρων που υπάρχουν σήμερα, και να ξαναζωντανέψει το χωριό. Την καλοκαιρινή περίοδο ανεβαίνουν όλοι οι ντόπιοι και φτιάχνουν, επισκευάζουν, χτίζουν θυμίζοντας μελίσσι που προετοιμάζει τη φωλιά του. Είναι βέβαιο ότι μόλις σας ακούσουν, από κάπου θα πεταχτούν, προσκαλώντας σας για ένα τσιπουράκι. Στο Τρίλοφο υπάρχουν τέσσερα απ’ τα πιο όμορφα μνημεία των Γραμμοχωρίων. Το πρώτο το συναντάτε δεξιά σας, λίγο πριν μπείτε στον οικισμό καθώς έρχεστε από τη Φούσια και δεν είναι άλλο, από την πανέμορφη πέτρινη σκεπαστή κρήνη χτισμένη πάνω στο παλιό ρέμα που διέσχιζε το χωριό. Αμέσως μετά, αριστερά σας είναι η Κοίμηση της Θεοτόκου με μια πανέμορφη είσοδο που μαζί με την εικόνα της Παναγίας πάνω από το υπέρθυρο, και τους εξωτερικούς τοίχους, είναι το μόνο που σώζεται από την άλλοτε μεγάλη εκκλησία, που λειτουργούσε (1928) ο παπα-Θόδωρος Τσαλδήκας. Αργότερα, θυμούνται οι κάτοικοι τον παπα Δημήτρη και τον παπα Νικόλα. 

Μέσα στην παλιά, με έξοδα των κατοίκων και εργασία του πολιτιστικού συλλόγου χτίστηκε το 1992 μικρή, νεότερη εκκλησία, που λειτουργείται λίγες φορές το χρόνο διαδοχικά με τον Άγιο Αθανάσιο, στο μεγάλο πανηγύρι του δεκαπενταύγουστου. Τότε έρχονται περισσότεροι από διακόσιοι προσκυνητές ακόμα και από τα γύρω χωριά. Στην αριστερή πλευρά της τοιχοποιίας ένα από τα χαμηλά πελεκημένα αγκωνάρια φέρει σκαλισμένη τη χρονολογία 1908. Δεν αποκλείεται να προσδιορίζει επισκευή, αφού από την κύρια μεγαλογράμματη επιγραφή στο τύμπανο της παλιότερης μνημειακής εισόδου και με την αμέριστη συμπαράσταση του καθηγητή Αρχιτεκτονικής κ. Αργύρη Πετρονώτη μαθαίνουμε ότι χτίστηκε το 1843:
Α) Η κυρίως μεγαλογράμματη επιγραφή στο τύμπανο, εκατέρωθεν της κορυφής του ανοίγματος:

α) Μεταγράφεται:

ΚΗΜΗCHC THC ΗΠΕΡ

ΑΓΗΑC  ΘΕ  ΤΩΚΩΥ  ΚΟΥ

Χ    1843    2 CΕΜΤΕ

β) Ορθογραφείται και συμπληρώνεται:

ΚΟΙΜΗCICTHC ΥΠΕΡ –

ΑΓΙΑC   ΘΕ -  ΟΤΟΚΟΥ {ΚΟΥ}

Χ    1843   2  CEM[Π]TE[MBΡIOY]

Β) Η επιγραφή στο πάνω οριζόντιο μέρος του θυρώματος και στην κεφαλή των παραστάδων:

1)  Πάνω – πάνω δύο μεμονωμένες λέξεις. Η δεξιά δυσανάγνωστη.

    Η αριστερή: α) μεταγράφεται: ΠΡωΕCTHκαι β) ορθογραφείται ΠΡΟΕΣΤΟΙ με ευνόητο νόημα.

2) Η μεγάλη συνεχής σειρά παρέχει τα ονόματα των Προεστών:

CΩΤΗΡΗ   ΓΗΩΡΓΗ  ΠΑΔΩΚΙΡΓΑ  ΘΩΜΑ  ΥΔΩΚΑΚΩ  ΧΡΗCTΩ  ΘΗΜΗ Εύκολη είναι η απόδοση των ονομάτων εκτός του τρίτου και πέμπτου, στο οποίο κάποιο «Κ» μπορεί να σημαίνει «Ν».

2α) Συνεχίζεται στη δεξιά παραστάδα: ΘΑΝΑ | CH  |  ΓΙΩΡ | ΓΗ   ΘΟ | ΜΑ   ΓΗ | ΩΡΓΟ |  ΓΗΩΡ | ΓΗ

3) Στην κορυφή της αριστερής παραστάδας: α) Μεταγράφεται: ΜΑΤΟ | ΡΟΥΔΗ (;) | ΑC β) Ορθογραφείται και συμπληρώνεται: ΜΑ[Σ]ΤΟ   ΡΟΥ – [ΑΝ] ΔΡ  ΕΑΣ (;)  ο μάστορας που από ότι φαίνεται γνωρίζει καλά τη γλυπτική.

Λίγο πιο κάτω, στον ίδιο λόφο που προσδιόριζε το όριο του Κάτω με τον Πάνω μαχαλά βρίσκεται σε καλή κατάσταση το  θαυμάσιο λιθόχτιστο Δημοτικό Σχολείο χτισμένο το 1924 με έξοδα του Αλεξίου Σαμαρά που διέπρεψε με το εμπόριο ξυλείας στο Βόλο. Αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα οικοδόμησης αρβανιτών μαστόρων από τη Στίκα της Κολώνιας (σύμφωνα με μαρτυρία του Βασ. Παπαγεωργίου – καλοκαίρι 2004, που του μετέδωσε ο αείμνηστος Πίσσος Θεόδωρος του Νικολάου). Στο διτάξιο σχολείο φοιτούσαν, το 1928, εξήντα οκτώ μαθητές, ενώ στο νηπιαγωγείο πήγαιναν άλλοι είκοσι δύο. Υπήρξε μάρτυρας όλων των συνταρακτικών γεγονότων ενώ μέχρι πρόσφατα (2004) είχε παραχωρηθεί η χρήση του από τον πολιτιστικό σύλλογο Τριλόφου στο στρατό (574 τ.π.). για να χρησιμοποιείται για φυλάκιο.

Από την καλοκαιρινή περίοδο του 2005 και μετά, φαίνεται ότι δεν επανδρώνεται(16). Στη σκέψη του συλλόγου είναι να αξιοποιηθεί σαν ξενώνας για τους περιηγούμενους, αφού αυτός που υπάρχει διαθέτει μόνο τρία δωμάτια. Είναι πραγματικά αξιόλογη ιδέα, που πρέπει να έχει απόλυτη προτεραιότητα στην υλοποίηση και χρειάζεται να υποστηριχτεί, μια που θα ωφεληθεί όλη η περιοχή. Απ’ όπου και να έρθετε, το φρουριακής κατασκευής μνημείο που πραγματικά ξεχωρίζει με την παρουσία του και τον δεκάπλευρο τρούλο του, είναι ο μεγαλόπρεπος  Άγιος Αθανάσιος στον λοφίσκο του Κάτω μαχαλά. Πετρόχτιστο οικοδόμημα του 1872, όπως πληροφορεί το λιθανάγλυφο με άνθη και αποτρεπτικές μικρές κεφαλές, υπέρθυρο. 

Πάνω από την είσοδο του ναού, εκεί που συνήθως βρίσκεται η εικόνα του αγίου στην οποία είναι αφιερωμένη, βρίσκεται ζωγραφιστή σε λαμαρίνα η εικόνα του Αγίου Νικολάου που τοποθετήθηκε εκεί, γιατί του Αγίου Αθανασίου καταστράφηκε. Ο προσεκτικός επισκέπτης θα διακρίνει γύρω απ’ την αγιογραφία τις τρύπες από τις σφαίρες. Κόσκινο απ’ αυτές, ήταν και ο δεκάπλευρος τρούλος από τις τρύπες του οποίου έμπαινε τόσο νερό, που, φοβούμενοι οι κάτοικοι μήπως διαβρωθεί η στέγη, τον σοβάτισαν (2005). Συνήθως είναι ανοιχτός, μπείτε και περπατήστε πάνω στο παλιό, στρωμένο με πλάκα δάπεδο. Ξεχωρίζει το ίδιας χρονολογίας με την ανέγερση ξυλόγλυπτο τέμπλο, ενώ εντυπωσιάζει περισσότερο ο έντονα χρωματιστός άμβωνας, επίσης ξυλόγλυπτος.

Ο καθηγητής Αρχιτεκτονικής κ. Νικόλαος Μουτσόπουλος που ήρθε εδώ επικεφαλής ομάδας φοιτητών ανέφερε ότι παρόμοιο τέμπλο υπάρχει και στο Πήλιο. Μάταια ο μοναδικός πολυέλαιος προσπαθεί να φωτίσει όλο το εσωτερικό του μεγάλου ναού που στερείται τοιχογραφιών, ενώ ο μεγάλος υπερυψωμένος γυναικωνίτης θυμίζει τις εποχές που το Τρίλοφο είχε πολλούς κατοίκους. Απέναντι από την εκκλησία είναι ο μικρός λόφος, το καραούλι των ντόπιων, με το μνημείο πεσόντων στους πολέμους σε ένα σημείο με πραγματικά ανυπέρβλητη θέα πραγματικό ‘’καραούλι’’, απ’ όπου ο επισκέπτης αγναντεύει όλο το χωριό και το πυκνό δάσος. 

Αρκετά μακρύτερα από το Τρίλοφο, λίγο πριν τα σύνορα, υπήρχε η Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου κάποτε πλούσια μονή που την έκτισαν οι κάτοικοι της ακμάζουσας Νικολίτσας, στις μέρες μας καθ’ ολοκληρίαν ερειπωμένο. Ο γραμματέας του συλλόγου κ. Βασίλης Μπέλλος άκουσε από τους γεροντότερους κατοίκους ότι είχε πολλούς κοιτώνες για τους προσκυνητές, πολλά αλώνια και έκανε κουμάντο σε μεγάλες εκτάσεις. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι οι παλιότεροι κάτοικοι το αναφέρουν αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο, πράγμα που διορθώνει ο καθηγητής Απ. Βακαλόπουλος γράφοντας: «Ο μητροπολίτης Καστοριάς και κατόπιν Διδυμοτείχου Φιλάρετος που περιηγήθηκε την περιοχή Καστοριάς, επισκέφθηκε τα εξής Μοναστήρια:..[]…το ερειπωμένο καθ’ ολοκληρίαν τώρα μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου απέναντι από τον Γράμμο προς το άλλοτε τουρκικό χωριό Άρζα και το χριστιανικό Σλήμνιτζα»(17).  Υπάρχει μια πληροφορία από τον παλιό αγροφύλακα κ. Μιχάλη Ράπο, ότι πήγε μια αρχαιολόγος το είδε από κοντά και ίσως κατέγραψε κάποια στοιχεία του. Σε αναζητήσεις που έγιναν δεν βρέθηκε κάποια καταγραφή, ώστε να μάθουμε περισσότερα. Λένε ότι πριν 20 χρόνια υπήρχαν οι τοίχοι του, αλλά η δράση χρυσοθήρων το ξεθεμέλιωσε αρχικά, το σώριασε αργότερα. 

Η ύπαρξη νερού από τους παραποτάμους και πιο κάτω από τον ίδιο τον Αλιάκμονα, αποτελεί βασικό στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος και υπήρξε καθοριστική πηγή ζωής για την οικονομία και την κοινωνική ζωή των κατοίκων στα Γραμμοχώρια. Το ίδιο και τα μεγάλα δάση του Γράμμου που απασχολούσαν επαγγελματικά μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Η κάθε οικογένεια σε όλες τις κοινότητες είχε πάντα κάποιους να ασχολούνται με δασικές εργασίες, ενώ οι κορμοί, για χρόνια ‘’μεταφέρονται’’ με τη δύναμη της ροής του ποταμού στο Κάτω Νεστόριο, όπου μεγάλα νεροπρίονα ανελαμβάναν τον τεμαχισμό. Το δασαρχείο Καστοριάς χορηγούσε κάθε χρόνο άδειες στους «Υλοτομικούς Συνεταιρισμούς», που, εν συνεχεία, ξύλευαν τα δημόσια δάση της περιοχής και τα κέρδη τα μοίραζαν μεταξύ τους ανάλογα τις εργασίες που έκανε ο καθένας. Παράλληλα, άλλα επαγγέλματα, συνεταιρισμοί και υποδομές άνθισαν στην περιοχή. 

Εκτός από τα νεροπρίονα, υπήρχαν νερόμυλοι, νεροτριβές, μαντάνια που έδιναν δουλειά οδηγώντας στην ευημερία και την ανάπτυξη. Στην περιοχή του Γράμμου λειτουργούσαν πολλές τέτοιες εγκαταστάσεις, αρκετά πιο μακριά από τον κύριο τόπο κατοικίας των κατοίκων, για παράδειγμα το νεροπρίονο του Σλιμιτσιώτη Ζήκα, ήταν στη Μυροβλήτη, ενώ στον τομέα που εξετάζουμε υπήρχαν στο ρέμα «Μπαρούγκα» και μέσα στο δάσος, στα «Στραβά Δέντρα». Όταν ξεκινούσαν οι εργασίες οι κάτοικοι έφευγαν και γύριζαν μια φορά την εβδομάδα για προμήθειες. Μόνο στο Τρίλοφο, υπήρχαν μέχρι τη δεκαετία του ’40 τρία νεροπρίονα, τα οποία είναι γνωστά με τα ονόματα των ιδιοκτητών τους, Καραμάλη, Πίσιου, και Παπά, ενώ στο μεγάλο ρέμα της «Γερακίνας», παραπόταμου του Αλιάκμονα που περνά δίπλα από το χωριό, λειτουργούσε ο νερόμυλος. 

Λίγα χλμ. απέχει το Μονόπυλο (πριν το 1928 Πελκάτη ή Πελκάτικαι Πυλκάτη»(18)) σε μια διαδρομή που σας συντροφεύει ο Αλιάκμων. Η άμεση εξάρτηση του ανθρώπου από το νερό τον οδήγησε, και έχτισε τα χωριά του εδώ, δίπλα σχεδόν από το ποτάμι. Από το κεντρικό δρόμο το μόνο που φαίνεται είναι το τετράγωνο σπίτι του παλιού προέδρου του πολιτιστικού συλλόγου, Κλειούση Δημήτρη. Για να φτάσετε στο χωριό, προχωρήστε κάποια μέτρα προς Καλή Βρύση και αμέσως, αριστερά σας, θα δείτε το στενό ανηφορικό μονοπάτι, τη μια και μοναδική είσοδό του (από εκεί και τ’ όνομα), που βγάζει στα δύο σπίτια και την εκκλησία της Αγίας Ματρώνας, τα μόνα οικοδομήματα, που προσδιορίζουν την παλιά κοινότητα. 

Είναι εκπληκτικό πως όλοι έχουν στη σκέψη τους κάποια μικρά χωριουδάκια υλοτόμων που με τον καιρό παρήκμασαν και έσβησαν, όμως εδώ έχουμε να κάνουμε με μεγάλες και δυνατές κοινότητες που δύσκολα χάνονται έτσι, δια μιας, από προσώπου γης. Το Μονόπυλο ήταν από τα μεγάλα αρχοντικά χωριά της περιοχής και, βλέποντας τη φωτογραφία που κρατάει ο πρόεδρος του πολιτιστικού συλλόγου Βασίλης Τούλιος, εύκολα πιστεύουμε ότι είχε όχι τρία παντοπωλεία – καφενεία που μας λέει, αλλά πολλά περισσότερα. Οι κάτοικοι του χωριού σύμφωνα με την απογραφή(19) του 1913 ήταν 341 και παρ’ όλους του πολέμους, το 1928 ήταν 315, ενώ την ίδια χρονιά το διτάξιο σχολείο είχε πενήντα εννέα μαθητές και το νηπιαγωγείο είκοσι τέσσερις»(20).

Πριν τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο είχαν αυξηθεί σε 120 συνολικά και το σχολείο ήταν τριτάξιο. Και εδώ οι κάτοικοι είχαν σαν κύρια ασχολία την υλοτομία και τη γεωργία, ενώ αρκετοί αναδείχτηκαν σαν αρχιυλοτόμοι και ξυλέμποροι. Σήμερα δεν υπάρχει τίποτα να θυμίζει όλα αυτά τα χρόνια στους είκοσι κατοίκους (’01) και οι καλοχτισμένες με πελεκητή πέτρα μεγάλες διώροφες και τριώροφες κατοικίες αποτελούν ανάμνηση. Πραγματικά, αν δεν υπήρχε η φωτογραφία που σαν αρχιτεκτονικό δείγμα θα πρέπει να ισχύει για όλα τα χωριά, δύσκολα θα πίστευε κανείς ότι εδώ πάνω υπήρχε τέτοια ποιότητα ζωής και τέτοια μεγέθη οικοδομών. Μια μεγάλη αλήθεια για την κυριολεκτική εξαφάνιση αυτών, είναι η εγκατάλειψή τους μετά τον εμφύλιο και για πολλά χρόνια. Τότε, άλλοι γείτονες ερχόντουσαν και έπαιρναν αρχικά τις πόρτες και τα παράθυρα, την πλάκα από τις στέγες, την ξυλεία στέγης και πατωμάτων, κατόπιν τους πελεκημένους γωνιόλιθους, τις απλές πέτρες της τοιχοποιίας και σιγά αλλά σταθερά τις μετακόμισαν όλες, χτίζοντας ολόκληρες γειτονιές αλλού. 

Το μοναδικό κτήριο που καλύπτει σήμερα όλες τις ανάγκες είναι ‘’το ξενοδοχείο’’, ένα μεγάλο διώροφο που έφτιαξαν οι Μονοπυλιώτες για να μένουν τους καλοκαιρινούς μήνες. Εκεί, αν υπάρξει συνεννόηση, μπορείτε να φιλοξενηθείτε, αν και η περιοχή είναι τόσο όμορφη που οι σκηνές στο πλάτωμα της Αγίας Ματρώνας είναι η καλύτερη λύση. Η πανέμορφη, εξ΄ ολοκλήρου πετρόχτιστη εκκλησία είναι χτισμένη το 1873 σύμφωνα με λιθανάγλυφη εντοιχισμένη επιγραφή σε σιδερόφραχτο παράθυρο αλλά και στο υπέρθυρο της εισόδου. Το ωραίο πανύψηλο λιθόχτιστο κωδωνοστάσιο έγινε το 1903, την ίδια χρονιά με αυτό της Κοίμησης της Θεοτόκου (Αγίου Νικολάου ‘’του καλοκαιρινού’’), στο Γιαννοχώρι(21)

Παλιότερα, γινόταν μεγάλο πανηγύρι στις δύο Μαΐου, τον δεκαπενταύγουστο και στις εννέα Νοεμβρίου, που γιορτάζει η αγία Ματρώνα η Χιοπολίτιδα(22). Στο μεγάλο, ευρύχωρο εσωτερικό της, δεν σώζονται παρά ελάχιστες τοιχογραφίες κι’ αυτές μαυρισμένες από την κάπνα της φωτιάς. Ήταν τότε, μετά την εμφύλια σύγκρουση, που είχε αδειάσει το χωριό από τους κατοίκους και οι κτηνοτρόφοι που ήρθαν για τις πλούσιες βοσκές αναγκάστηκαν να ξεχειμωνιάσουν εδώ. Μη βρίσκοντας άλλο διαθέσιμο κτήριο, όλα είχαν ερειπωθεί από τη λαίλαπα, έμπαιναν στον ναό μαζί με τα ζώα για να προφυλαχθούν από τις κακοκαιρίες. Κάποια από τις πολλές φορές που άναβαν φωτιά για να ζεσταθούν, αυτή φούντωσε και ανεξέλεγκτη έκαψε πολλά λατρευτικά αντικείμενα και κειμήλια, μεταξύ άλλων και το θαυμάσιο παλιό ξυλόγλυπτο τέμπλο κατασκευασμένο την ίδια χρονιά με την εκκλησία. Ευτυχώς σώθηκε, ο ξύλινος γυναικωνίτης, που πρόσφατα ανακαινίστηκε, και λίγες φορητές εικόνες με βαθιά σημάδια απ’ τη φωτιά. Αυτές, μαρτυρούν ‘’ρωσική’’ προέλευση, τις είχαν φέρει οι παππούδες των σημερινών κατοίκων από το Άγιο Όρος, (πιθανά από το ‘’ρώσικο’’ μοναστήρι του Αγ. Παντελεήμονος), επιβεβαιώνοντας την εκδοχή που θέλει τους Γραμμοχωρίτες να ταξιδεύουν(23) για δουλειά, πολύ μακρύτερα από τα μέρη τους. 

Μάλιστα, έχουν την ίδια συνήθεια με τους μαστόρους από το Κάντσικο (σημερινή Δροσοπηγή Δήμου Μαστοροχωρίων), να φεύγουν δηλαδή απ’ το Σεπτέμβρη και μετά, με άδεια και διαβατήριο από τις τουρκικές αρχές της Καστοριάς, και να επιστρέφουν από τις 15 Ιουνίου και μετά(24). Εκείνη την εποχή δούλευαν στο Άγιο Όρος σαν τεχνίτες, χτίστες, πετράδες, κυρίως όμως σαν υλοτόμοι («Πριονάδες»), αναλαμβάνοντας οποιαδήποτε εργασία είχε σχέση με την ξυλεία. Την εποχή μετά τον εμφύλιο χάθηκαν και τα τέσσερα κειμήλια του χωριού που φύλασσαν οι κάτοικοι στην Αγία Ματρώνα. Ένα ευαγγέλιο που είχαν φέρει από τα χωριά του Βοίου, το ιερό δισκοπότηρο, το παμπάλαιο σκευοφυλάκιο (λένε ότι ήταν του 1600 ίσως και παλιότερο), και το βαρύτιμο ιερό λείψανο του Αγίου Αλεξίου που θεωρούταν θαυματουργό και ήταν στολισμένο με 7 – 8 κιλά ασήμι. Στο τέλος του εμφυλίου (1949) η εκκλησία βομβαρδίστηκε, και ένα μικρό τμήμα της κατέρρευσε. Πολύ αργότερα (1980) πήρε την πρωτοβουλία ο Χαρίλαος Τούλιος(25) κάνοντας έρανο μεταξύ των ντόπιων και των ομογενών Αμερικής και Αυστραλίας για την αναστήλωση του γκρεμισμένου τμήματος και την ανακαίνιση του εσωτερικού της, ζητώντας και τη βοήθεια της Ι. Μητρόπολης Καστοριάς. Στη βάση του καμπαναριού, υπάρχει μαρμάρινη πλάκα με σκαλισμένη επιγραφή που θυμίζει ότι εκτός από τους ντόπιους, ο ναός «αναπαλαιώθηκε με την συνδρομή των ομογενών μας της Αυστραλίας» [και της Αμερικής]. Στις μέρες μας, η εκκλησία της Αγίας Ματρώνας γιορτάζεται με μεγάλο πανηγύρι τον δεκαπενταύγουστο, τότε που ανεβαίνουν εδώ όλοι οι κάτοικοι και, τις περισσότερες φορές, συμμετέχουν και δεκάδες  ομογενείς του εξωτερικού. 

Στενή γιδόστρατα, σας οδηγεί λίγο πιο πάνω από το Μονόπυλο σε μικρή απόσταση από το μικρό, μοναδικό εκτός του ‘’ξενοδοχείου’’, σπίτι, όπου αντικρίζετε ένα μεγάλο πλάτωμα και κτήρια της παλιάς ‘’διμοιρίας’’.  Αυτά τα οικοδομήματα ήταν οι θάλαμοι του μικρού κέντρου εκπαίδευσης υπαξιωματικών και αργότερα της διμοιρίας του λόχου προκάλυψης του 575 τάγματος. «Η δράσις του [Δημοκρατικού Στρατού] εσυνεχίσθη αμείωτος…[…]…κατά τη νύκτα της 31ης Ιανουαρίου [1947] 300μελής δύναμίς των προσέβαλε την εις το χωρίον Μονόπυλον ΒΔ Νεστορίου διμοιρίαν του λόχου προκαλύψεως του 575 τάγματος με αποτέλεσμα την ανατροπήν της, την διάλυσιν του λόχου και την σύλληψιν 65 εκ των ανδρών του. Εξ’ αυτών 38 αφέθησαν βραδύτερον ελεύθεροι»(26)

Αυτό το περιστατικό, ήταν ένα μικρό τμήμα της ιστορίας της διμοιρίας, που ξεκίνησε με την εγκατάστασή της το 1924. Στο μικρό πλάτωμα, υπάρχουν πια μόνο τα ερείπια από τα πέτρινα κτήρια, κάποια βαριά αγκωνάρια που δύσκολα μεταφέρονται και ο χώρος που κάποτε είχε γύρω του τις ασπρισμένες πέτρες πιθανά το σήμα της μονάδας, και στο κέντρο, τον ιστό για την έπαρση της σημαίας. Πραγματικά η καλύτερη θέση για κατασκήνωση με πολύ ωραία θέα στον ευρύτερο χώρο. Από τη Φούσια μέχρι το Μονόπυλο κινήστε στα χνάρια της γενικής απαγκίστρωσης του κύριου όγκου του Δημοκρατικού Στρατού από την περιοχή του Γράμμου, με αποτέλεσμα τον ιστορικό ελιγμό που τον οδήγησε στο Βίτσι. Ο ελιγμός(27) ξεκίνησε λίγες ώρες μετά την άδικη δολοφονία του Γιώργη Γιαννούλη(28) από τους ‘’συντρόφους’’ του, τη νύχτα 20 προς 21 Αυγούστου 1948 και από τη περιοχή της Φούσιας διέσχισε τη Σλίμνιτσα έφτασε στο Μονόπυλο και από εδώ, ανέβηκε τον αυχένα Αλεβίτσας – Χελώνας συνεχίζοντας προς Καλή Βρύση – Διποταμία – Κομνηνάδες – Πολυάνεμο – Χαράδρα Κρυσταλλοπηγής – Βίτσι.

Από το Μονόπυλο όπου υπάρχει η κεντρική δστ., σας δίνετε η δυνατότητα να κατευθυνθείτε προς την πρώτη έξοδο του ορεινού χώρου και τα χωριά Καλή Βρύση, Διποταμία, Χιονάτο και Νεστόριο ή Κομνηνάδες, Κρυσταλοπηγή(29) απ’ το βουνό, όμως η καλύτερη επιλογή είναι να συνεχίσετε προς Γιαννοχώρι ολοκληρώνοντας αυτή τη θαυμάσια διαδρομή. Στο χώρο κυριαρχεί ο ποταμός Αλιάκμονας που μετά την έξοδό του από την κοιλάδα της Γράμμοστας, φουσκωμένος απ’ τους δεκάδες παραποτάμους του, περνάει από το Μονόπυλο και συνεχίζοντας προς τ’ άλλα χωριά, δημιουργεί μερικά από τα πιο όμορφα, αξέχαστα τοπία. Δεξιά σας, υψώνεται η κορυφή «Ψωριάρικα» (1440 μ. υψ.), που μαζί με τον «Καβαλλάρη» (1302 μ. υψ.) οριοθετούν το «Τσάρνο» ή «Τσιάρνο» (Μαύρο(30)), ένα θαυμάσιο καταφύγιο άγριας ζωής με το κύριο τμήμα του να βρίσκεται στην πλευρά της κορυφής «Παππούλη» (1601 μ. υψ.) κοντά στον Άγιο Ζαχαρία. 

Όλες αυτές οι δασωμένες περιοχές είναι γεμάτες καταφύγια, οχυρά, και όπως λένε ακόμα και σήμερα στη διεύθυνση δασών Καστοριάς, ναρκοπέδια. Επειδή ποτέ δεν ξέρετε που ακριβώς θα βρεθείτε όταν μπείτε στους δασικούς, κόσμο στο δάσος σπάνια θα συναντήσετε (ανάλογα την εποχή βέβαια), γιαυτό χρειάζεται προσοχή και σωστός προσανατολισμός. Μην ξεχνάτε ότι υπήρχαν και παγιδευμένοι χώροι κρυφοί, χωρίς σχέδιο, που δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουν πού βρίσκονται οπότε αδυνατούν να τους εξουδετερώσουν. Βέβαια, τα περισσότερα δάση γίνονται αντικείμενο δασοπονικής εκμετάλλευσης και έχουν εδώ και χρόνια καθαριστεί από το στρατό, οι μπάρες δε, που μπορεί να συναντήσετε, αφορούν την προστασία των θηραμάτων, δεν απαγορεύουν τη διέλευση. Το καλύτερο πάντως είναι να καταστρώστε τη βόλτα σας σ’ ένα αξιόπιστο χάρτη και να περάσετε αυτούς τους δρόμους που ούτε στο όνειρο σας είχατε φανταστεί ότι υπάρχουν.

Ένα από τα χωριά που κάποτε ευημερούσαν ήταν το Γιαννοχώρι (πριν το 1928 Γιαννοβαίνη και Γιαννοβένι(31) στα 1000 μ. υψ.), το μεγαλύτερο κεφαλοχώρι, της περιοχής, που έδωσε το παρατσούκλι Γιαννοχώρια στις γειτονικές κοινότητες. Η κοινότητα, μια από τις πολλές των Νέων Χωρών τότε, ιδρύθηκε το 1917 και περιλάμβανε τους συνοικισμούς Λιβαδότοπου, Αγίου Ζαχαρία, και τα Λιβάδια ή Λειβάδια Τούχουλης (καταστραμμένο σήμερα, βρισκόταν κοντά στον Πεύκο). Είναι χτισμένο κάτω από τα ιστορικά υψώματα «Χελώνα» (1428 μ. υψ.) και «Αλεβίτσα» (1585 μ. υψ.) ενώ απέναντί του (δυτικά), έχει την κορυφή «Ψωριάρικα». 

Από το Γιαννοχώρι κατάγεται ο Βασίλειος Ιωάννου Χατζής (Καστοριά 1870 – Αθήνα 1915), σπουδαίος θαλασσογράφος που σπούδασε στο Πολυτεχνείο υπό την καθοδήγηση του καθηγητού Κωνσταντίνου Βολανάκη. Είχε τόσο καλές επιδόσεις ώστε κατά τη διάρκεια του Βαλκανικού πολέμου 1912 – 1913, η Ελληνική Κυβέρνηση του ανέθεσε να αποδώσει με τη ζωγραφική του τέχνη τις ναυμαχίες του στόλου. «Ο Έλλην καλλιτέχνης με ειδικήν άδειαν παραμένων επί των Ελλην. Πολεμικών, θα δυνηθεί επί τόπου να συλλέξη όλα τα στοιχεία και όλας τας λεπτομερείας, ας χρειάζεται για το έργον του(32)». Όλες οι θαλασσογραφίες που αφορούν τους Βαλκανικούς πολέμους, «Το θωρηκτό ‘’Γ. Αβέρωφ’’ στην ναυμαχία της Έλλης», «Η ναυμαχία της Λήμνου», ο «Αβέρωφ ανθρακεύων εις Μούδρον», η «Αμφιτρίτη [βασιλική θαλαμηγός] κομίζουσα την σορόν του Βασιλέως Γεωργίου του Α’» κ.ά, εκτίθενται στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδας στην ακτή Θεμιστοκλέους. 

Στο Γιαννοχώρι γεννήθηκε ο Στρατηγός Νικόλαος Λιούμπας που πολέμησε στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, ενώ στον δεύτερο, υπήρξε διοικητής της πρώτης, μοναδικής τότε, Ελληνικής μηχανοκίνητης μονάδας τεθωρακισμένων, που έλαβε μέρος στον αγώνα κατά των Γερμανών στην κοιλάδα του Αξιού. Μεγάλη ήταν η προσφορά του χωριού, όπως και των δημογερόντων Β. Σιδέρη, Π. Κατσιαμάκη, Ευάγ. Άγου, Νικ. Σίμου, Ν. Χατζή, και του ιεροδιδάσκαλου Χρήστου Θ. Τσιαλντίκα(33) στη διάρκεια του πολύχρονου μακεδονικού αγώνα ενάντια στα σχέδια εκβουλγαρισμού της περιοχής αλλά και στους κατοπινούς σκληρούς αγώνες. Παρότι πέρασε πολλές δοκιμασίες, με αποκορύφωμα το κάψιμο και τη λεηλασία του από τον Αλβανό Σαλή – Μπούτκα στις 3 και 4 Δεκεμβρίου 1912, οι 481 κάτοικοι του (1928) όχι μόνο δεν το εγκατέλειψαν, αλλά στην απογραφή(34) που έγινε παραμονές του Β’ παγκοσμίου πολέμου είχε ακόμα περισσότερους (674). Επίσης, είχε έναν από τους μεγαλύτερους δασικούς συνεταιρισμούς που με τη συλλογική δουλειά και το πνεύμα αλληλεγγύης των μελών του, πρόσφερε πολλά στην περιοχή. 

Όμως η κρισιμότερη περίοδος για όλα τα Γραμμοχώρια, είχε φτάσει. Στις 28 Οκτωβρίου για λόγους αντιπερισπασμού κυρίως, (το κύριο μέτωπο ήταν στην Ήπειρο), οι Ιταλοί χτύπησαν όλη αυτή τη μεθόριο. Πρώτα δέχτηκαν τις επισκέψεις των βομβών το 29ο φυλάκιο «Νικόλαος Μπέλλος» που βρισκόταν δυτικά του υψώματος της Χελώνας και η κορυφή Αλεβίτσα, όπου πέτυχαν το ξωκλήσι του Αγίου Αχχιλείου που το είχε χτίσει ο Γκίνης απ’ τη Καλή Βρύση. Κάμποσες μέρες μετά τη γενική αντεπίθεση και αφού ο στρατός μας είχε προωθηθεί στην Αλβανία, οι κάτοικοι των χωριών που είχαν μεταφερθεί στο Νεστόριο για προστασία, επανήλθαν. Στο διάστημα εκείνου του χειμώνα όλες οι επιχειρήσεις μεταφοράς φορτηγών ζώων (κυρίως μουλάρια), προσωπικού, πυρομαχικών και λοιπών απαραίτητων εφοδίων, για το μέτωπο της Κορυτσάς και πέραν αυτής, περνούσαν από εδώ και στρατωνίζονταν στα σπίτια μαζί με τους κατοίκους. Αυτά τα χρόνια ήταν τα τελευταία που οι ντόπιοι έβλεπαν τα σπίτια τους όπως τα είχαν φτιάξει οι παππούδες και οι πατεράδες τους. Μετά τη λήξη του πολέμου, ειδικά του εμφυλίου, το μεγαλύτερο ποσοστό είχαν φύγει μετανάστες ή είχαν μετακομίσει δια παντός σε μεγαλύτερες πόλεις. Τίποτα δεν θα θύμιζε πλέον αυτές τις πλούσιες κοινότητες, τον πληθυσμό που πρόκοψε και τον πολιτισμό που άνθισε, σε τούτα τα δυσπρόσιτα μέρη. 

Η γύρω περιοχή θαμπώνει με την ανεξάντλητη φυσική της ομορφιά. Οι μοναδικές εναλλαγές τοπίων και βλάστησης φτιάχνουν ένα πεδίο ιδανικό για πεζοπορία ενώ το ποτάμι προσφέρεται για πολλές δραστηριότητες. Το καλοκαίρι ειδικά, που είναι ανοιχτός κι’ ο ξενώνας του πολιτιστικού συλλόγου Γιαννοχωρίου,είναι η καλύτερη εποχή για επίσκεψη. Στο χωριό πάντα υπάρχει κόσμος και τόσο οι ντόπιοι όσο και οι περιηγούμενοι κατεβαίνουν στο ποτάμι και με το ψάρεμα περνούν κάποιες από τις ομορφότερες ώρες τους. Αυτό που έδωσε νέα ώθηση σε όλα τα Γραμμοχώρια ήταν κυρίως το επάγγελμα του υλοτόμου και η άνθηση όλο και περισσότερο του συνεταιριστικού πνεύματος. Οι άνθρωποι εδώ μάθαιναν από τις διηγήσεις των μεγαλυτέρων για δρόμους και μονοπάτια πριν καν τους περπατήσουν, αφού άλλοι, πριν απ’ αυτούς, με το όραμα μιας καλύτερης ζωής ωθήθηκαν σε μια μετακίνηση με διάρκεια πολλών γενεών. Πολλές φορές τα βήματά τους οδήγησαν στη μετοικεσία ή ακόμα χειρότερα, στη μετανάστευση, σε μια διαρκή αναζήτηση προκοπής και προόδου.

Αγωγιάτες από τα Τρίκαλα ερχόντουσαν εδώ πάνω με τ’ άλογα και τα μουλάρια τους πηγαίνοντας στα χωριά της περιοχής για να πάρουν όλους όσους είχαν κλείσει συμφωνίες για εργασία, μεταφέροντάς τους στα δάση όπου θα δούλευαν (βλ. παρακ. σημ. 24). Σε τοπικό επίπεδο, μαζί με την παραγωγή ξυλοκάρβουνου, την κτηνοτροφία και τους μικρούς κλήρους που καλλιεργούσε με ζήλο κάθε οικογένεια, είχαν θεαματικά αποτελέσματα στην οικονομία, ξεχωριστά σε κάθε κοινότητα. Το κέρδος από τα διάφορα επαγγέλματα εξωτερικεύτηκε στα ίδια τα χωριά, με ωραίες πετρόχτιστες οικοδομές δύο και τριών ορόφων, προστέθηκαν χαγιάτια, στάβλοι, εξωτερικοί φούρνοι ενώ μετά τα σκληρά χρόνια του Μακεδονικού αγώνα, ήρθε η ανάσα της ελευθερίας που αγκάλιασε όλη τη Μακεδονία. Εκείνη την εποχή, άρχισαν να χτίζονται περισσότερες και πολυτελέστερες κατοικίες, όλο και μεγαλύτερα σχολεία.

Ειδικά για την εκπαίδευση το Γιαννοχώρι φαίνεται να έχει την πρωτοκαθεδρία στη μόρφωση ήδη από το 1868 που ανεγέρθη το πρώτο(35) διδακτήριο. Μέχρι τότε τα μαθήματα γινόντουσαν στην εκκλησία ή σε νοικιασμένα σπίτια, όπου δίδασκαν οι ιερείς. Το 1924 ιδρύθηκε από τον αείμνηστο Αναστάσιο Κυρ. Σιούκα ο «Προοδευτικός σύλλογος Γιαννοχωρίου», του οποίου σκοπός ήταν με δωρεές και προσωπική εργασία να ανεγερθή νέον διδακτήριον κατάλληλον δια την λειτουργίαν του προαχθέντος δημοτικού σχολείου εις Τριτάξιον. Το 1926 με έξοδα του δημοσίου χτίστηκε από μαστόρους της Καλής Βρύσης περικαλλές κτήριο και στην απογραφή της 15ης – 16ης Μαΐου 1928 έχει ενενήντα τέσσερις μαθητές και μονοτάξιο νηπιαγωγείο με είκοσι πέντε μαθητές(36), τους περισσότερους από κάθε άλλο χωριό στην περιοχή. Ο Αναστάσιος Κυρ. Σιούκας θήτευσε επί σειρά δεκαετιών δημοδιδάσκαλος ενώ το βιβλίο Σύντομος Ιστορία Γιαννοχωρίου – Μονοπύλου – Σλημνίτσης – Καλής Βρύσης – Λειβαδοτόπου που εξέδωσε το 1970 αποτελεί και σήμερα φάρο γνώσης που φωτίζει με λεπτομέρειες τη ζωή στα Γραμμοχώρια.

Στο Γιαννοχώρι ανεβαίνουν όλη την καλοκαιρινή περίοδο οι δεκαεπτά (’01) φιλόξενοι κάτοικοι, πολλοί μάλιστα χτίζουν σπίτια, επιθυμώντας να τους ακολουθήσουν κι’ άλλοι. Περίβλεπτος, ξεχωρίζει απ’ όπου κι’ αν έρθετε ο ναός της  Κοίμησης της Θεοτόκου θεμελιωμένος πάνω στην παλιότερη του Αγίου Νικολάου. Μάλιστα, επειδή πολλοί κάτοικοι τον είχαν προστάτη, βοήθησαν με ζήλο στην ανοικοδόμηση με προσωπική εργασία και πολλές δωρεές. Ολοπέτρινος εξωτερικά, εντυπωσιάζει ακόμα και σήμερα με τις διαστάσεις του και το διώροφο κωδωνοστάσιο φτιαγμένο την ίδια χρονιά, από τους ίδιους μαστόρους που ανήγειραν όμοιο στην Αγία Ματρώνα Μονόπυλου. 

Εκτός τον Δεκαπενταύγουστο και την 7η Ιανουαρίου, του Αγίου Ιωάννου του Πρόδρομου, γιόρταζαν και του Αγίου Νικολάου ‘’του καλοκαιρινού’’, όπως λένε ακόμα και σήμερα, με μεγάλα πανηγύρια που συμμετείχε όλο το χωριό, ενώ το απόγευμα στηνόταν, πάντα, μεγάλος χορός με οργανοπαίχτες στην πλατεία. Στο εσωτερικό, κρύβει στις σοβατισμένες κολώνες του, τα τεράστια ξύλινα δοκάρια που στηρίζουν την οροφή και με ένα είδος τσατμά, τις εσωτερικές καμάρες. Ένα ωραιότατο χρωματιστό τέμπλο, τα βημόθυρα, ο αρχιερατικός θρόνος, όλα ξυλόγλυπτα και λεπτοδουλεμένα συμπληρώνουν την εικόνα. Είναι σημαντικός, γιατί διασώζει το μοναδικό δείγμα ξύλινου διώροφου γυναικωνίτη στα Βαλκάνια, επιβεβαιώνοντας άμεσα το πολυπληθές της κοινότητας. Στον πρώτο όροφο εκκλησιαζόντουσαν οι γερόντισσες, ενώ στον δεύτερο οι νεώτερες ανύπαντρες κοπέλες. Εκεί, φυλάσσεται πέτρινη εγχάρακτη επιγραφή που αναφέρει 1903 | ΣΕΠΤΕ[Μ]ΒΡ[Ι]OY | 18, πιθανόν η ημερομηνία κτίσεως(37).

Ο καθηγητής Αρχιτεκτονικής κ. Νικόλαος Μουτσόπουλος ήρθε εδώ αρκετές φορές επικεφαλής ομάδας φοιτητών καταδεικνύοντας το εξαίρετο της κατασκευής, ενώ κάποια χρονιά άφησε δύο φοιτητές του για να τον μελετήσουν. Το μόνο που γνωρίζουμε, αφού κανείς εκδότης δεν ενδιαφέρθηκε να εκδώσει τις Εκκλησίες της Καστοριάς, είναι ότι στο ναό, βρέθηκε από τον ίδιο ένα ελαιοδοχείο χάλκινο για να γεμίζουν τα καντήλια, με αφιέρωση «Βασίλη Στέφο αφιέροσεν του Αγίου Νικολάου 1769. Χωρίον Καλογέρ», με ευνόητο νόημα, που πιθανολογείται ότι έγινε σε μια από τις μετοικήσεις των κατοίκων λόγω της βαριάς φορολογίας που επέβαλε ο Αλή πασάς. Άλλη εκδοχή είναι η μετακίνηση των επαγγελματιών υλοτόμων για εργασία στα δάση της Καρδίτσας, των Τρικάλων, της Ευρυτανίας και αλλού. Πιθανά σε κάποιο ταξίδι τους να γύρισε μαζί τους ο «Βασίλη Στέφο» και να αφιέρωσε στο ναό το λαδικό. Σε ερωτήσεις που έγιναν για πιθανές μετακινήσεις στο χωριό Καλόγεροι που είναι στα Τρίκαλα, (Δήμος Αιθήκων), κανείς από τους παππούδες του χωριού δεν γνώριζε κάτι. 

Στην ευρύτερη απομονωμένη και δυσπρόσιτη περιοχή, απέναντι από το Γιαννοχώρι προς το Λιβαδοτόπι ή το Μονόπυλο υπερτερούν τα δάση και η πυκνή βλάστηση, ιδανικός χώρος που τον χαίρονται οι πεζοπόροι. Φανταστείτε αυτό το τοπίο με τις λευκές νιφάδες του χειμώνα που απλώνει για μήνες το κρύο πέπλο του, σκεπάζοντας τα πάντα. Τα χωριά είναι αρκετά ψηλά, και τα χιόνια σ’ αυτό το υψόμετρο κρατούν μέχρι το Μάιο. Όπως όλος ο Γράμμος έτσι και εδώ θεωρείται σημαντικός βιότοπος για τα πουλιά και τα αρπακτικά, όσο και για τα θηλαστικά σαν το λύκο, την αλεπού, την αγριόγατα και φυσικά την αρκούδα. Η μελέτη του Αρκτούρου έδειξε ότι υπάρχουν κατ’ ελάχιστον 15 – 20 άτομα. Μάλιστα, η εγκατάσταση αυτόματης φωτογράφησης κατέγραψε και ταυτοποίησε στην περιοχή «Τσάρνο» τρεις διαφορετικές αρκούδες με το αξιοσημείωτο συμβάν να φωτογραφηθούν κι’ τρεις την ίδια ημέρα!. Τα παραπάνω πληθυσμιακά δεδομένα δείχνουν ότι ο υποπληθυσμός της αρκούδας στην ευρύτερη περιοχή διατηρείται σε σταθερά επίπεδα(38) δείγμα της καθαρότητας των δασών και της πληθώρας τροφής. 

Περίπου επτά χλμ., απέχει το Λιβαδοτόπι (πριν το 1928 Όμοτσκον πριν το 1940 Λιβαδότοπος(39) στα 960 μ. υψ.) που αμέσως εντυπωσιάζει τον επισκέπτη περισσότερο από τα άλλα χωριά. Έχει σαρανταένα (’01) κατοίκους αρκετά καινούργια σπίτια και έναν όμορφο οργανωμένο ξενώνα πράγμα που πιθανά οφείλεται στην κοντινή απόσταση με το Νεστόριο (14 χλμ.) και την ευκολία μεταφοράς οικοδομικών υλικών. Από το παλιό χωριό δεν υπάρχει ούτε ίχνος. Γνωρίζουμε ότι ήταν μεγάλο και αποτελούσε συνοικισμό της κοινότητας Γιαννοχωρίου, σε σύγκριση δε με τ’ άλλα, είχε τους λιγότερους, 123 (1928),κατοίκους(40). Όπως σε όλη την περιοχή έτσι κι’ εδώ, η κτηνοτροφία, η γεωργία, και η υλοτομία ήταν τα κύρια επαγγέλματα. Επειδή ήταν τσιφλίκι των Μπέηδων της Φούσιας έδιναν κάθε χρόνο, τμήμα της γεωργικής τους παραγωγής πράγμα που σταμάτησε μετά την απελευθέρωση, το 1912. Τότε, διέθετε μονοτάξιο σχολείο με τριάντα μαθητές. Στο πιο ψηλό σημείο του, σε περίοπτη θέση και με πολύ ωραία θέα βρίσκεται η παλιότερη εκκλησία της περιοχής ο Άγιος Νικόλαος,χτισμένος σύμφωνα με τη παράδοση στη θέση ακόμα πιο παλιάς, αφιερωμένης στους Άγιους Ταξιάρχες. Η εγχάρακτη επιγραφή στο υπέρθυρο της εισόδου μαρτυρεί την ημερομηνία κτίσεως, 1657

Αυτά τα ακριτικά χωριά ταλαιπωρήθηκαν και εγκαταλείφθηκαν από τους κατοίκους τους πολλές φορές στο πέρασμα των χρόνων, άλλες φορές από φυσικές καταστροφές κι’ άλλες λόγω των πολέμων του 19ου και 20ου αιώνα.  Όλες οι κοινότητες βοήθησαν με κάθε τρόπο και με όσες δυνάμεις είχαν για τον διωγμό των Τούρκων (Ελληνοτουρκικός Πόλεμος, 1897), για την ελευθερία της Μακεδονίας (Μακεδονικός Αγώνας, 1903 – 1908) παίζοντας σοβαρό ρόλο στους Βαλκανικούς πολέμους (1912 – 1913), όπως έκαναν και με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου (1940 – 1941). Τότε, πολλοί κάτοικοι χρησιμοποιήθηκαν σαν οδηγοί, αφού, στις πρώτες επιχειρήσεις, στην κοντινή μεθοριακή γραμμή με την Αλβανία, χρειαζόντουσαν άνθρωποι που γνώριζαν καλά τα κατατόπια. 

Τις ‘’δάφνες’’ για την πιο τρομερή περίοδο έχει δρέψει σύμφωνα με τις μαρτυρίες των κατοίκων, ο εμφύλιος. Αυτός ήταν που καταρράκωσε τα συναισθήματα των κατοίκων, την κατοίκηση και τα μνημεία τριών αιώνων. Μόνο αυτός, απ’ όσους πολέμους έγιναν στάθηκε πιο αδυσώπητος και περισσότερο καταστροφικός σε όλη την πολυτάραχη ιστορία των Γραμμοχωρίων του Άνω Αλιάκμονα, ξεριζώνοντας και οδηγώντας στην αδυσώπητη μετανάστευση(41). Όλα τα χωριά εκκενώθηκαν το 1947. Η αρχή έγινε από το Μονόπυλο στις 18 Ιουλίου και στη συνέχεια ήρθε η σειρά της Σλίμνιτσας που μαζί με το Γιαννοχώρι και πιθανά το Λιβαδοτόπι εκκενώθηκαν στις 27 Ιουλίου(42)

Μετά απ’ αυτόν, σε πολιτικό επίπεδο, αντί να δοθεί όλο το βάρος για να συμμαζευτούν τα αποκαΐδια της πατρίδας, όπως ήθελε ο ελληνικός λαός όλων των παρατάξεων, ήρθαν οι μαζικές διώξεις, οι φυλακίσεις, η εξορία και οι εκτελέσεις αντιφρονούντων. Οι νέες κοινωνικές και οικονομικές ανακατατάξεις της μεταπολεμικής περιόδου, εξελίχθηκαν σε καθεστώς «περιορισμένης Δημοκρατίας» με θύμα αυτή τη φορά, τις περιουσίες όσων έφυγαν, που δεσμεύθηκαν(43) από το μετεμφυλιακό ελληνικό κράτος, και τα πάντα ερήμωσαν. Οι γείτονες, όπως αναφέραμε πιο πάνω, εκμεταλλευόμενοι αυτά τα αποκρουστικά νομοθετήματα, συμμετείχαν στην εγκληματική και πλήρη καταστροφή των υπερήφανων κοινοτήτων και των οικοδομημάτων τους μέχρις τελικής αποψιλώσεως.

Ακόμα και το 1956 που επετράπη από την διοίκηση ο επαναπατρισμός, ελάχιστοι ήταν αυτοί που επέστρεψαν στα λεηλατημένα, ανύπαρκτα επί της ουσίας, σπίτια τους. Οι περισσότεροι από τότε, διαμένουν μόνιμα στην Καστοριά και το Άργος Ορεστικό. Η αρχιτεκτονική των κατεστραμμένων χωριών, έτσι όπως καταγράφεται από τις παλιές φωτογραφίες, από τα εναπομείναντα ερείπια αλλά και τις μαρτυρίες, λαλούν την κοινωνική και οικονομική ευημερία. Τα σχολεία και τα νηπιαγωγεία που ήταν γεμάτα παιδιά, επίσης μαρτυρούν πνευματική ανάπτυξη. Μια εποχή τεσσάρων – πέντε ετών πως μπόρεσε να καλύψει τόσους αιώνες ιστορίας;. Στις μέρες μας, η φύση διεκδικεί ολοένα μεγαλύτερο μερίδιο απ’ αυτήν και πολλά σκεπάζονται πλέον από τις συνεχείς επιθέσεις της, ενώ ο ερευνητής, πρέπει να κοπιάσει αρκετά για να βγάλει το παραμικρό στην επιφάνεια.

Όμως το σήμερα είναι εδώ, και οι δυνατότητες όπως και οι ιδέες ή οι χρηματοδοτήσεις υπάρχουν. Αδικαιολόγητα η περιοχή του Γράμμου έγινε ‘’γνωστή’’ μόνο από τον εμφύλιο. Αυτός, υπήρξε παντού και όλα τα πρώην κέντρα του έχουν γίνει ‘’επώνυμα’’ και διάσημα για την τουριστική τους ανάπτυξη. Όχι όμως και αυτός που πραγματικά το αξίζει. Ανάμεσα από τα τέσσερα χωριά που αναφερθήκαμε και το τεράστιο δάσος απέναντί τους, κυλάει για αιώνες ο ποταμός Αλιάκμονας, που όπως και ο Σαραντάπορος πηγάζει από το Γράμμο. Και οι δύο είναι συνεχούς ροής με αντίθετες κατευθύνσεις και πλουτίζουν με την παρουσία τους το υδρογραφικό δίκτυο όλων των περιοχών που διασχίζουν. 

Όσον αφορά τον Άνω Αλιάκμονα και το πεδίο που περιγράψαμε, αυτός είναι που βοηθά να αναπτυχθεί σπουδαίας οικολογικής σημασίας παρυδάτια βλάστηση και αντίστοιχη ορνιθοπανίδα. Είναι από τους μεγαλύτερους σε μήκος ποταμούς της χώρας (320 χλμ.), που διασχίζει τους νομούς Καστοριάς, Κοζάνης, Γρεβενών, Ημαθίας και εκβάλει στο Θερμαϊκό κόλπο. Αυτό το τεράστιο φυσικό εργαστήριο, αναφέρεται για την αξία του σε διεθνείς,  ευρωπαϊκούς καταλόγους βιοτόπων – υγροτόπων, (ICBP – IWRB, CORINE Biotopes), ενώ είναι άριστο πεδίο για οικολογικές μελέτες και έρευνες. Θα πρέπει να του δοθεί μεγαλύτερη σημασία, αφού κοντά στις κοινότητες που περνά, είναι  εύκολο να δημιουργήσει σπουδαίους χώρους αναψυχής και γιατί όχι, εκτάσεις που να μπορεί ο επισκέπτης απερίσπαστος να κάνει κάποιες δραστηριότητες.

Η εποχή μας, βρίσκει τους νεώτερους ιδιοκτήτες γης μαζί με τους παλιότερους κατοίκους και τους απογόνους τους, να επιστρέφουν στους τόπους καταγωγής, επιδιώκοντας με ασίγαστο πάθος να οικοδομήσουν από την αρχή αυτές τις ξεχασμένες κοινότητες. 

Ίσως ο γειτονικός Αλιάκμων να μην έχει πια τόσους κήπους να ποτίζει, ίσως πάλι κάποιες νέες επενδύσεις τον κάνουν πρωτοσέλιδο σε αθλήματα ποταμού, σίγουρα όμως, στο πέρασμα των χρόνων οι νέοι, με ανάλογη περίσκεψη μπορούν να κάνουν την περιοχή να ανθίσει. Ας ελπίσουμε ότι σύντομα όλοι θα μιλούν για την ανάσταση αυτών των χωριών, σε μια χωρίς όρια παρθένα περιοχή, ιδανική για κάθε είδους διακοπές, δίπλα από τα αξέχαστα τοπία του βόρειου Γράμμου.

Σημειώσεις:

(1) Αστέριου Ι. Κουκούδη, Οι Μητροπόλεις και η Διασπορά των Βλάχων, εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη (2000) 390.

(2) Gustav Weigand, Οι Αρωμούνοι (Βλάχοι), τ. Α’, έκδοση Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. Τρικάλων - Αφοι Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη (2001) 331.

(3) Κουκούδη ο.π. 420.

(4) Μιχάλης Αλ. Ράπτης, Τα μαρτυρικά Γραμμοχώρια της Καστοριάς (Σλίμνιτσα, Μονόπυλο, Γιαννοχώρι, Λειβαδοτόπι, Καλή Βρύση), αυτοέκδοση, Αθήνα (1997) 234.

(5) Αχιλλέα Ι. Παπαϊωάννου, Η Καλή Βρύση στο πέρασμα των αιώνων, Αυτοέκδοση, Θεσσαλονίκη (1994) 50.

(6) Ελευθέριος Απ. Καρακίτσιος, «Ο Ιωάννης Βαζούρας από τη Σούρπη του Αλμυρού εθελοντής στον Βορειοηπειρωτικό Αγώνα 1914 - 1924», Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τ. 46, έκδοση: Κώστας Σπανός, Λάρισα (2004) 173, 174.

(7)Ράπτης ο.π. 66 – 67.

(8) [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον αντισυμμοριακόν αγώνα (1946 – 1949. Το δεύτερον έτος του αντισυμμοριακού αγώνος, 1947, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα (1980) 385, 421, 441. 

(9) Αχιλλέα Παπαϊωάννου, Γιώργης Γιαννούλης η θρυλική μορφή του Γράμμου το άγνωστο ημερολόγιό του, εκδόσεις Γλάρος, Αθήνα (1990) 153.  

(10) ΓΕΣ / ΔΙΣ ο.π. 213. 

(11) Δημήτρης Μπούσμπουρας (Συντονιστής – Υπευθ. Σύνταξης), «Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη περιοχής Γράμμου – Δ. Βοΐου», Αρκτούρος, ΥΠΕΧΩΔΕ, Υπ. Γεωργίας, Ευρωπαϊκή Ένωση Γεν. Διευθ. ΧΙ, Θεσσαλονίκη (1999) § 2.2. σελ 2.

(12) Γιαννάτος Γ., Γ. Μερτζάνης και Δ. Μπούσμπουρας, «Στοιχεία για την κατανομή της Αρκούδας και την κατάσταση των πληθυσμών και των βιοτόπων στην Κεντρική και Νότιο Αλβανία», Πρόγραμμα ΑΡΚΤΟΣ [Αρκτούρος, WWF - Ελλάς, ΕΕΠΦ, Υπ. Γεωργίας, Ε.Ε. (DG XI)], Θεσσαλονίκη (1995) 14, παράρτημα, χάρτης.

(13) Παντελή Τσαμίση, Η Καστοριά και τα μνημεία της, Αθήνα (1946) 232.

(14) Τσαμίση ο.π. 237.

(15) Ο Νικόλαος Μπέλλος οπλαρχηγός του Μακεδονικού Αγώνα κατάγεται από το Τρίλοφο (Σλίμνιτσα). Μετά το γάμο του εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Γιαννοχώρι, γιαυτό συνήθιζε να λέει ότι κατάγεται από εκεί. Αναστάσιος Κυρ. Σιούκας, Σύντομος Ιστορία Γιαννοχωρίου – Μονοπύλου – Σλημνίτσης – Καλής Βρύσης – Λειβαδοτόπου, αυτοέκδοση, Θεσσαλονίκη χ.χ. [1970] 116.

(16) Σε επιτόπια επίσκεψη που έγινε στις 21 Μαΐου 2005 ήταν κλειστό, ενώ, άλλες χρονιές, οι φαντάροι ήταν εκεί τέτοια εποχή. 

(17) Απόστολος Βακαλόπουλος,«Οι Δυτικομακεδόνες απόδημοι επί τουρκοκρατίας», Ε.Ε.Μ.Σ. – ίδρυμα μελετών χερσονήσου του Αίμου Νο 22, Θεσσαλονίκη (1958) 434.

(18) Πελκάτη: Τσαμίσης ο.π. 237. Πελκάτι:Σιούκας ο.π. 104. Πυλκάτη:αναφέρεται στο αδημοσίευτο χειρόγραφο ημερολόγιο [σελ 8], του παπά Ηλία Κωνσταντίνου Τούλιου (Κιουτέζα 1918 – Ξινό Νερό 20 Ιουλίου 1947), του Γρηγορίου, που μου έστειλε ο Αλέξανδρος Τούλιος και τον ευχαριστώ. Από το ίδιο χειρόγραφο μαθαίνουμε ότι μετονομάστηκε σε Μονόπυλο γιατί είχε μια και μοναδική είσοδο, μια ‘’πύλη’’, πράγμα που ακόμα και σήμερα επιβεβαιώνουν οι γεροντότεροι κάτοικοι του χωριού.

(19) Ράπτης ο.π. 60.

(20) Τσαμίσης ο.π. 237, 243.

(21) Την πληροφορία ότι το καμπαναριό χτίστηκε το 1903 μου μετέδωσε ο Βασίλης Τούλιος σε επιτόπια επίσκεψη στις 3 Σεπτεμβρίου 2005. Τότε με άφησε να φωτογραφήσω τις περίφημες και μοναδικές απεικονίσεις του χωριού, όπως ήταν τη δεκαετία του 1930.

(22) Σιούκας ο.π. 104. Σύμφωνα με την παράδοση ήταν μια αρχοντοπούλα από τη Ρόδο που πριν από επτακόσια και παραπάνω χρόνια (το 1306 βρισκόταν ήδη στη Χίο) εγκατέλειψε κρυφά την πατρική της γη, εγκαταστάθηκε στη Χίο όπου έγινε μοναχή, ενώ, με τμήμα της πατρικής κληρονομιάς, οικοδόμησε ναό. Βλ. ηλεκτρονική έκδοση του βιβλίου της κ. Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, «Διηγήσεις και βίοι Αγίων Γυναικών της Πρώιμης, Μέσης και Ύστερης Βυζαντινής Περιόδου ως ιστορικές πηγές» στο: www.dide.ach.sch.gr/thriskeftika/keimena/iliadi/8/women.htm Στη Μονή Διονυσίου, στην δυτική πλευρά του Αγίου Όρους φυλάσσεται σε περίτεχνη αργυρή θήκη η δεξιά χείρα της Αγίας. Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης, Άγιον Όρος, εκδόσεις explorer, Αθήνα (2003) 109.

(23) Την πληροφορία για μετακινήσεις μαστόρων στο Άγιο Όρος μου μετέδωσε τηλεφωνικά ο Βασίλης Τούλιος (3 Απριλίου 2006), πράγμα που μου επιβεβαίωσε την ίδια ημέρα, ο Αλέξανδρος Τούλιος ο οποίος επιπροσθέτως φυλάσσει ξύλινο, κούφιο σταυρό του παππού του, παπα - Αλέξανδρου Τούλιου, που τον έφερε από το Άγιο Όρος. Μέσα στην κοιλότητα του σταυρού υπάρχει σημείωμα που όμως δεν διαβάζεται. Στο πρόδρομο δημοσίευμα – ανακοίνωση: «Ο απογραφικός κατάλογος 1885 του Αγίου Όρους και οι τεχνίτες του, κυρίως οικοδόμοι» παρ’ ότι πληθώρα μαστόρων δηλώνουν τόπο προέλευσης την Κολώνια (Κολωνιάτες) δεν γίνεται μνεία σε μαστόρους από το Πελκάτη ή Πελκάτι. Ίσως, όταν δημοσιευθεί ολόκληρος, να υπάρξει κάποια πληροφορία. Βλ. Βασίλης Γ. Παπαγεωργίου – Αργύρης Π. Π. Πετρονώτης, περιοδική πολιτιστική έκδοση εκ Χιονιάδων, έκδοση Πολιτιστικού Συλ. Χιονιαδιτών – Αδελφότητα Χιονιαδιτών «Ο Αγ. Αθανάσιος», τ.8, Καλοκαίρι (2005) 13 – 27. Η άλλη πληροφορία που μου μετέδωσε ο Βασίλης Τούλιος αφορά την διάρρηξη από περαστικούς Αλβανούς του ‘’ξενοδοχείου’’, όπου, μεταξύ άλλων, πήραν τις φωτογραφίες, που είχα αντιγράψει ευτυχώς λίγες μέρες πρίν, μαζί με τις κορνίζες.

(24) Σιούκα ο.π. 101 – 102.

(25) Την πληροφορία μου μετέδωσε τηλεφωνικά ο γιος του, Αλέξανδρος Τούλιος 2 Φεβρουαρίου 2006.

(26) ΓΕΣ / ΔΙΣ ο.π. 23.

(27)  Νίκος Τερζόγλου (Πύραυλος), Η στρατιωτική εκπαίδευση στελεχών στο ΔΣΕ, εκδόσεις Σύγχρονη εποχή, Αθήνα (2003) 116 – 119. Πρβλ. Γιώργου Μαργαρίτη, Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946 – 1949, τ. Β’ εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα (2002) 84 – 88, Παπαϊωάννου ο.π. Γιαννούλης (1990) 150, του ιδίου: Ο αληθινός Γράμμος, εκδόσεις Μπίμπη, Αθήνα χ.χ. 153 - 159.  

(28) Παπαϊωάννου ο.π. (1990) 151.του ιδίου, υπό έκδοση:Σκοτίδας – Γιαννούλης – Γεωργιάδης, οι δολοφονημένοι καπεταναίοι του Γράμμου, εκδόσεις Μπίμπη, Θεσσαλονίκη.

(29) Μια διαδρομή που σε συνδυασμό με το Νεστόριο θα παρουσιάσουμε σε επόμενο τόμο.

(30 )Ράπτη ο.π. 161.

(31) Γιαννοβαίνη: Τσαμίση ο.π. 231. Ράπτη ο.π. 9. Γιαννοβένη:αναφέρεται στο ίδιο χειρόγραφο [σελ 8] του ημερολογίου, (βλ. σημ. 18).

(32) Απόσπασμα από τα περιοδικό ‘’Εικονογραφημένη’’, τεύχος Ιανουαρίου 1913, όπου σημειώνεται η στήριξη του τότε Υπουργού Ναυτικών Ν. Στράτου προς το ζωγράφο Β. Χατζή προκειμένου να αποθανατίσει τη νικηφόρα ναυμαχία της Έλλης, στο: Λεύκωμα, Βαλκανικοί Πόλεμοι – Ο ναυτικός Αγώνας, Ιωάννη Παλούμπη (κειμ.), έκδοση Ναυτικού μουσείου Ελλάδας, Πειραιάς (2005) 61. Βλ. και Σιούκα ο.π. 14 – 15.

 (33)  Αναμνηστικό Λεύκωμα, Ο Εφημεριακός Κλήρος της Ιεράς Μητροπόλεως Καστοριάς, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα (1931) 32. Ο παπα Χρήστος υπήρξε επί σειρά ετών εκτός από ιερέας και δάσκαλος στο Γιαννοχώρι. Άλλοι συγγραφείς τον αναφέρουν Τσαλδήκα (Τσαμίσης ο.π. 240), και Τσαλδίκα (Ράπτης ο.π. 65). Το σωστό πρέπει να είναι Τσιαλντίκας γιατί όσοι ιερείς περιλαμβάνονται στο «Λεύκωμα» έστειλαν οι ίδιοι το βιογραφικό και τη φωτογραφία τους.

(34) Ράπτη ο.π. 60.

(35) Σιούκα ο.π. 37.

(36) Τσαμίση ο.π. 245, 246.

(37) Ο Αναστάσιος Σιούκας ο.π. 10, αναφέρει σαν έτος κτίσεως το 1904, όμως η μαρτυρία για το καμπαναριό (βλ. σημ. 21) αναφέρει 1903. Μπορεί ο Σιούκας να έχει δίκιο όπως πιθανό είναι η πινακίδα να προέρχεται από άλλο κτήριο.

(38) Μπούσμπουρας ο.π. (1999) § 4.7.2.2.

(39) Το συναντάμε με πολλές διαφορετικές γραφές. Λειβαδοτόπι και Λειβαδιά στον Ράπτη ο.π. 43, Λιβαδότοπον και Λιβαδίτση το αναφέρει ο Τσαμίσης ο.π. 231 και 234 αντίστοιχα, Λειβαδότοπος το γράφει ο Σιούκας ο.π. 130, τελικά επικράτησε η γραφή Λιβαδοτόπι.

(40) Τσαμίσης ο.π. 234.

(41) Εξαιρετική έκδοση (Θεσσαλονίκη 2005) που αποδίδει στο αναγνωστικό κοινό σημαντικό υλικό από επιστημονικές συναντήσεις και συνέδρια με θέμα την προσφυγιά και τους πολιτικούς πρόσφυγες της περιόδου του ελληνικού εμφυλίου αποτελεί το βιβλίο:  «Το όπλο παρά πόδα» των Ε. Βουτηρά, Β Δαλκαβούκη, Ν. Μαραντζίδη, Μ. Μποντίλα (επιμ.) από τις εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Επίσης διαβάστε το σπουδαίο: Άλλος δρόμος δεν υπήρχε του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή, εκδόσεις Πολύτυπο, Αθήνα 2002.

(42) Σύμφωνα με προφορική μαρτυρία (7 Απριλίου 2006) του γραμματέα του συλλόγου Βασίλη Μπέλλου 27 Ιουλίου 1947 εκκενώθηκε η Σλίμνιτσα. Σύμφωνα με προφορική μαρτυρία απο επιτόπια επίσκεψη (3 Σεπτεμβρίου 2005) του προέδρου του συλλόγου Βασίλη Τούλιου 18 Ιουλίου 1947 εκκενώθηκε το Μονόπυλο. 27 Ιουλίου 1947 εκκενώθηκε το Γιαννοχώρι. Σιούκας ο.π. 57. Ο ίδιος, (Σιούκας ο.π. 133) γράφει ότι το Λιβαδοτόπι εκκενώθηκε το 1948.

 (43) Θ’ ψήφισμα (24.8.1946) «περί εξυγιάνσεων των δημοσίων υπηρεσιών» που αφορούσε διώξεις εκπαιδευτικών και όσων υπηρετούσαν σε θέσεις του Δημοσίου. Για την απαλλοτρίωση και κατάληψη περιουσιών ψηφίστηκαν ειδικοί νόμοι, Ν. Δ. 2536/1953 «Περί εποικισμού των παραμεθορίων περιοχών και ενισχύσεως του πληθυσμού αυτών» και Ν. Δ. 2781/1954 «Περί αναγνωρίσεως και καταλήψεως περιερχομένων εις το δημόσιον αγροτικών ακινήτων». Πολλά παραμένουν ακόμα δεσμευμένα, και άλλα έχουν αποδοθεί στους παλιούς ιδιοκτήτες. Προσθήκη 13/4/07: Δες σελ 96 του βιβλίου Γλυκονέρι. παλιούς ιδιοκτήτες με απόφαση του Νομάρχη Καστοριάς ΚΗ/2427 της 12ης Απριλίου 1988 «Απόδοση καταληφθέντων αγροτικών ακινήτων».

ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΙΚΕΣ ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ

ΔΙΠΟΤΑΜΙΑ – ΜΟΝΟΠΥΛΟ

Μηδενίστε στη Διποταμία. 00,00

3,28 χλμ. Καλή Βρύση. Μηδενίστε στην έξοδο του χωριού (Αγ. Δημήτριος). 

1,70 χλμ. αριστερά στάνη, δεξιά Μονόπυλο.

3,20 χλμ. αριστερά δασικός προς Αλεβίτσα και Γιαννοχώρι (προσοχή στην κλίση του ‘’δρόμου’’), δεξιά Μονόπυλο.

10,26 Μονόπυλο και δστ. δεξιά Σλίμνιτσα – Γράμμος, αριστερά Γιαννοχώρι – Λιβαδοτόπι. 

ΜΟΝΟΠΥΛΟ – ΤΡΙΛΟΦΟ – ΓΡΑΜΜΟΣΤΑ

00,00 Μηδενίστε στην δστ. Μονόπυλου.

3,40 Σλίμνιτσα

4,44 δεξιά δασικός, αριστερά Γράμμος,

8,2 αριστερά ποτάμι, δεξιά Γράμμος,

8,6 δεξιά Ξύλευση και πλάτωμα, αριστερά Γράμμος,

9,5 δεξιά ξύλευση Φούσια – Γράμμος, αριστερά Γράμμος (για αρχή να πάτε από τον κεντρικό δηλ. αριστερά, στην επιστροφή πιάστε αυτό το δρόμο όπως περιγράφουμε στο άρθρο),

13,06 δεξιά Γράμμος, ευθεία Άγιος Ζαχαρίας,

15,65 αριστερά παλιός δρόμος για Γράμμο, δεξιά νέος δρόμος για Γράμμο (για αρχή να πάτε από τον κεντρικό δηλ.  δεξιά, αλλά και ο παλιός δρόμος είναι βατός ακόμα και από 4Χ4, πιο στενός και όλο πρασινάδες),

  • Στάνες ‘’Βολιώτικα Καλύβια’’,

18,7 δεξιά Φούσια – Σλίμνιτσα, ευθεία Γράμμοστα,

20,00 Γράμμοστα,

20,19 Καφενείο.

ΤΡΙΛΟΦΟ – ΜΟΝΟΠΥΛΟ – ΓΙΑΝΝΟΧΩΡΙ – ΛΙΒΑΔΟΤΟΠΙ – ΚΕΝΤΡΙΚΟΣ (προς Πεύκο ή Νεστόριο)

Από τη δστ., του κεντρικού δρόμου που οδηγεί στο ΓΡΑΜΜΟ και το ομώνυμο χωριό, το Τρίλοφο απέχει 9,6 χλμ.

00,00 Μηδενισμός στο Τρίλοφο.

3,00 χλμ. δστ. αριστερά Μονόπυλο (100μ. και πάλι αριστερά) πρώτη έξοδος προς Δήμο Ακριτών: Καλή Βρύση 9,8 χλμ. και Διποταμία 13,08 (3,28 από Καλή Βρύση), ευθεία Γιαννοχώρι, 

5,1 χλμ. Γιαννοχώρι,

11,8 χλμ. Λιβαδοτόπι,

17,6 χλμ. Άσφαλτος (5,8 χλμ. από Λιβαδοτόπι), δστ. δεύτερη έξοδος προς Δήμο Νεστορίου: δεξιά Πεύκος (6,2 χλμ.), ευθεία Νεστόριο (8,7 χλμ.).  

ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΗΜΑΝΣΗ ΟΔΙΚΗ και ΜΟΝΟΠΑΤΙΩΝ:

Στην Φούσια υπάρχει σήμανση για το Μονοπάτι Κ: ΦΟΥΣΙΑ - ΜΟΝΟΠΥΛΟ, υψόμετρο 1200 – 1080 - Μήκος [διαδρομής] 5.840. Στην δστ. Μονόπυλου υπάρχει πινακίδα για το Μονοπάτι Κ: ΜΟΝΟΠΥΛΟ – ΦΟΥΣΙΑ, υψόμετρο 1080 – 1200 - Μήκος [διαδρομής] 5.840. 

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 24670

ΔΙΑΜΟΝΗ: Η κοινότητα Γράμμου διαθέτει ξενώνα 61180. Τα πιο κοντινά, ανοιχτά όλο το χρόνο, είναι στο Πευκόφυτο, Γεράσης Κωσταντίνος 81585 και στο Νεστόριο ο ‘’Αλέξανδρος’’ Μιχάλης Νταούτης 31114 www.hostel-alexandros.gr , ‘’Αχχίλειον’’ 31120, ‘’Βατύνα’’ 31118, ‘’Αναστασία’’ 31101. Τους καλοκαιρινούς μήνες κατόπιν συνεννόησης λειτουργεί  ο ξενώνας Τρίλοφου, Βασίλης Μπέλλος μέλος πολιτιστικού συλλόγου 82411, 6978641877 το ‘’Ξενοδοχείο’’ Μονόπυλου, Τούλιος Βασίλης πρόεδρος πολιτιστικού συλλόγου 71824, ο ξενώνας πολιτιστικού συλλόγου Γιαννοχωρίου που λειτουργεί στα πρότυπα ορειβατικού καταφυγίου 82395 Νίκος (Βασιλική η γυναίκα του) Χαλκιάς 2467028715 και ο κοινοτικός ξενώνας Λιβαδοτοπίου, Πέτρος Κοράνης πρόεδρος πολιτιστικού συλλόγου 2467082444.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Ο απόλυτος και ανεξάντλητος παράδεισος για τους λάτρεις της φύσης. Στην κεντρική δστ. προς Λιανοτόπι στο χώρο της παλιάς σκοπιάς, στο χώρο του Βετέρνικου και στο χωριό Γράμμος. Και στις τρεις περιπτώσεις έχει κρήνη με νερό. Στη Φούσια χωρίς νερό, και στην Αγία Ματρώνα του Μονόπυλου στην ‘’διμοιρία’’. Σε κάθε περίπτωση να έχετε μαζί σας παγούρι γεμάτο και προσέξτε μην αφήσετε σκουπίδια.

ΦΑΓΗΤΟ: Να έχετε μαζί σας προμήθειες. Αν όχι, ψωνίστε στο Επταχώρι ή το Νεστόριο. Στην κοινότητα Γράμμου υπάρχει ο μισθωτής του ξενώνα και του καφενείου (Ηλίας Κλουσιάδης προς το παρόν), που σερβίρει ψητά της ώρας, 61180.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Κοινότητα Γράμμου:42361, Δήμος Νεστορίου 31204, 31027 – 8, Αστυνομία Νεστόριου 31218, 31205, Α’ Βοήθειες Νεστόριου 31216. Συνεργείο – Βουλκανιζατέρ: Μόνο στην Καστοριά Ζουρνατζής Νίκος Λεωφόρος Κύκνων 14, www.moto-action.gr 86979, 6977705092.

ΧΡΗΣΙΜΑ:  Πολιτιστικός σύλλογος Γραμμουστιανών ‘’η Γράμμουστα’’, Ανδρομάχη Πισιώτη  41535, 6944864532. Διεύθυνση δασών Καστοριάς 26666, 22881, 22995.  

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Προσοχή στις βενζίνες. Αν έχετε μικρό ντεπόζιτο πάρτε ένα τετράλιτρο από το Επταχώρι 84064 (BP)  ή από το Νεστόριο. Κόνιτσα όλες οι εταιρείες,

ΧΑΡΤΕΣ: Χάρτης σεκλίμακα 1: 50.000, με τοπογραφικό υπόβαθρο της Γ.Υ.Σ., φύλλο Γράμμος – Κάμενικ, περιοδικό Κορφές, τ.156, Ιουλ – Αυγ. 2002, Χάρτης σεκλίμακα 1: 50.000, με τοπογραφικό υπόβαθρο της Γ.Υ.Σ., φύλλο Γράμμος – Επάνω Αρένες – Κάτω Αρένες, περιοδικό Κορφές, τ.157, Σεπτ – Οκτ. 2002, Χάρτης σεκλίμακα 1: 50.000, με τοπογραφικό υπόβαθρο της Γ.Υ.Σ., φύλλο Γράμμος – Περήφανο, περιοδικό Κορφές, τ.158, Νοε – Δεκ. 2002.

Ο Ε.Ο.Τ. έχει βγάλει, (με την συνεργασία του Ε.Ο.Σ. Αχαρνών), 12 χάρτες για την οροσειρά της Πίνδου. Μεταξύ αυτών, είναι δύο που ενδιαφέρουν, ο Σμόλικας και ο Γράμμος σε κλίμακα 1:50.000. Αν δεν βρείτε εκεί (στον Ε.Ο.Τ. ή στον Ε.Ο.Σ. Αχαρνών) η μόνη λύση είναι η Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, Πεδίον Άρεως 2108842811. Αγοράστε 2 φύλλα 1:250.000 (1:50.000 δεν δίνουν εκτός και αν ζητηθούν από δημόσια υπηρεσία), Κοζάνη, Ιωάννινα. 

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: Μ.Ο.Κ. (Μοτοσυκλετιστικός Όμιλος Καστοριάς) Τάνια Ρήμου, Περιοχή Χλόη, τηλ 2467026431, 6938045052. Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών, Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για τα δύο άρθρα του ΓΡΑΜΜΟΥ (5ο και 6ο) αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

 Α’        Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Αναμνηστικό Λεύκωμα, Ο Εφημεριακός Κλήρος της Ιεράς Μητροπόλεως Καστοριάς, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1931.
  • Π α ν τ ε λ ή  Τ σ α μ ί σ η, Η Καστοριά και τα μνημεία της, Αθήνα 1949.
  • Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο υ  Ν.  Σ ά θ α, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς 1453 – 1821, έκδοση Κ. Καμαρινόπουλος – Θ. Γυφτάκης, Αθήνα 21962.
  • Ι ω α κ ε ί μ   Μ α ρ τ ι ν ι α ν ο ύ, Η Μοσχόπολις 1330 – 1930, Στ. Κυριακίδου (επιμ.) Θεσσαλονίκη 1965.
  • Α ν α σ τ ά σ ι ο ς  Κυρ. Σ ι ο ύ κ α ς, Σύντομος Ιστορία Γιαννοχωρίου – Μονοπύλου – Σλημνίτσης – Καλής Βρύσης – Λειβαδοτόπου, αυτοέκδοση, Θεσσαλονίκη χ.χ. [1970].
  • [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον αντισυμμοριακόν αγώνα (1946 – 1949. Το δεύτερον έτος του αντισυμμοριακού αγώνος, 1947, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα 1980. 
  • Θ ε ό δ ω ρ ο υ  Α.  Ν η μ ά, Τραγούδια Θεσσαλίας, τ. Α’, εκδόσεις Αφοι Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη 21983.
  • Π α ν α γ ι ώ τ ο υ  Α ρ α β α ν τ ι ν ο ύ, Περιγραφή της Ηπείρου εις μέρη τρία, (Εισαγ. Κ.Θ. Δημαρά) εκδόσεις Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, τ. Α’ Γιάννινα 21984.
  • Φ ο ί β ο ς  Ι.  Π ι ο μ π ί ν ο ς, Έλληνες Αγιογράφοι μέχρι το 1821, έκδοση Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, Αθήνα 1984.
  • Alan  J. B.  W a c e – Maurice S. Thompson, Οι Νομάδες των Βαλκανίων, Περιγραφή της ζωής και των εθίμων των Βλάχων της βόρειας Πίνδου, Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. Τρικάλων - Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1989.
  • Α χ ι λ λ έ α  Π α π α ϊ ω ά ν ν ο υ, Γιώργης Γιαννούλης η θρυλική μορφή του Γράμμου το άγνωστο ημερολόγιό του, εκδόσεις Γλάρος, Αθήνα 1990.  
  • Α ν α σ τ α σ ί α  Γ.  Τ ο ύ ρ τ α, Οι ναοί του Αγίου Νικολάου στη Βίτσα και του Αγίου Μηνά στο Μονοδέντρι, Δημοσιεύματα του Αρχαιολογικού Δελτίου αρ. 44, Έκδοση ΤΑΠΑ, Αθήνα 1991. 
  • Δ η μ η τ ρ ί ο υ  Γ.  Κ α λ ο ύ σ ι ο υ, «Μετσοβίτες ξυλογλύπτες στο Νομό Τρικάλων (18ος – 19ος και 20ος αι.», ανάτυπο από: Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Μετσοβίτικων Σπουδών, Μέτσοβο 28 – 30 Ιουνίου 1991, Τριαντ. Δημ. Παπαζήση (επιμ.),Αθήνα 1993.
  • Α χ ι λ λ έ α  Ι.  Π α π α ϊ ω ά ν ν ο υ, Η Καλή Βρύση στο πέρασμα των αιώνων, Αυτοέκδοση, Θεσσαλονίκη 1994.
  • Θ ε ό δ ω ρ ο υ  Α.  Ν η μ ά, Η εκπαίδευση στη Δυτική Θεσσαλία κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, Διδακτορική Διατριβή, εκδόσεις Αφοι Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη 1995.
  • Κ ο ύ λ α  Ξ η ρ α δ ά κ η, Γυναίκες του ’21, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα – Γιάννινα 1995.
  • Χ ρ ή σ τ ο υ  Π α τ ρ ι ν έ λ η  - Σ ω τ ή ρ η  Κ ί σ σ α κ.ά, Μακεδονία, Οδηγός, (εκδ. ΠΤΙ. ΕΤΒΑ και ΕΟΤ), Αθήνα 1997.
  • Μ ι χ ά λ η  Αλ. Ρ ά π τ η, Τα μαρτυρικά Γραμμοχώρια της Καστοριάς (Σλίμνιτσα, Μονόπυλο, Γιαννοχώρι, Λειβαδοτόπι, Καλή Βρύση), αυτοέκδοση, Αθήνα 1997.
  • Γ ε ω ρ γ ί α  Κ α ρ α μ ή τ ρ ο υ – Μ ε ν τ ε σ ί δ η, Βόιον – Νότια Ορεστίς, Αρχαιολογική Έρευνα και Ιστορική Τοπογραφία, Θεσσαλονίκη 1999.
  • Α σ τ έ ρ ι ο υ  Ι.  Κ ο υ κ ο ύ δ η, Οι Μητροπόλεις και η Διασπορά των Βλάχων, εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2000.
  • Ν ι κ ο λ ά ο υ  Ι. Μ έ ρ τ ζ ο υ, Αρμάνοι – Οι Βλάχοι, εκδόσεις Ρέκος, Θεσσαλονίκη 2001.
  • Β α σ ί λ η  Γ.  Ν ι τ σ ι ά κ ο υ, Αετομηλίτσα – Λαογραφικά, Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Αετομηλίτσας, Γιάννινα 22003.
  • Γ ε ω ρ γ ί ο υ  Π.  Τ σ ό τ σ ο υ, Η γεωγραφική διασπορά στοιχείων της Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής της Αχρίδας, ανάτυπο από: ΛΓ’ τόμο των «Μακεδονικών» Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2003.
  • Μ ά ρ κ ο υ  Α.  Γ κ ι ό λ ι α, Παραδοσιακό Δίκαιο και Οικονομία του Τσελιγκάτου, εκδόσεις Πορεία 2004.
  • Χαράλαμπου Ρεμπέλη, Κονιτσιώτικα, Εκδόσεις Ηπειρωτικής Εταιρείας Αθηνών 11953, Επανέκδοση του Συλλόγου Ασημοχωριτών Αθηνών «Η Πρόοδος», 22005.
  • Χαρητάκη Ι. Παπαιωάννου, Αγριόγιδο στα όρια της επιβίωσης, Αυτοέκδοση, Ιωάννινα 22005.
  • Λεύκωμα, Βαλκανικοί Πόλεμοι – Ο ναυτικός Αγώνας, Ιωάννη Παλούμπη (κειμ.), έκδοση Ναυτικού μουσείου Ελλάδας, Πειραιάς 2005.
  • Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο υ  Κ ο ύ ρ κ ο υ λ α, Λεύκωμα Διδασκάλων του Γένους, ΟΕΔΒ, Αθήνα 1971.
  • G u s t a v   W e i g a n d, Οι Αρωμούνοι (Βλάχοι), τ. Α’, έκδοση Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. Τρικάλων - Αφοι Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη 2001.
  • Γ ι ώ ρ γ ο υ  Μ α ρ γ α ρ ί τ η, Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946 – 1949, τ. Β’ εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2002.
  • Ν ί κ ο ς  Τ ε ρ ζ ό γ λ ο υ (Πύραυλος), Η στρατιωτική εκπαίδευση στελεχών στο ΔΣΕ, εκδόσεις Σύγχρονη εποχή, Αθήνα 2003.
  • Αμαλία Κ. Ηλιάδη, «Διηγήσεις και βίοι Αγίων Γυναικών της Πρώιμης, Μέσης και Ύστερης Βυζαντινής Περιόδου ως ιστορικές πηγές» στο: www.dide.ach.sch.gr/thriskeftika/keimena/iliadi/8/women.htm
  • Αχιλλέα Ι. Παπαϊωάννου, Ο αληθινός Γράμμος, εκδόσεις Μπίμπη, Αθήνα χ.χ.  

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Στίλπωνα Π. Κυριακίδη, «Άσματα Λεχόβου – Άργους Ορεστικού», Σύγγραμμα περιοδικόν Μακεδονικά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, τ. 3 Θεσσαλονίκη 1953 – ‘55.
  • Αντωνίου Δ.Κεραμόπουλλου, «Αρχιερατική επιστολή και αι προς Σέρβους Σχέσεις της Ελληνικής Εκκλησίας», Σύγγραμμα περιοδικόν Μακεδονικά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, τ. 3 Θεσσαλονίκη 1953 – ’55.
  • Απόστολος Βακαλόπουλος,«Οι Δυτικομακεδόνες απόδημοι επί τουρκοκρατίας», Ε.Ε.Μ.Σ. – ίδρυμα μελετών χερσονήσου του Αίμου Νο 22, Θεσσαλονίκη 1958 (το πρόσθεσα 17/2/07), του ιδίου, ομότιτλο, στο  περιοδικό Αριστοτέλης τ.10 Φλώρινα 2000000000000000; Θα βάλω ημερομηνία μόλις το παραλάβω
  • Μιχαήλ Αθ. Καλινδέρη, «Ο Βαρώνος Κωνσταντίνος Βέλιος 1772 – 1838, η ζωή και η υπέρ του Έθνους προσφορά του», Δημοσιεύματα τ.40, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1973. 
  • Χρυσάνθη Μαυροπούλου – Τσιούμη, «Ένας σημαντικός Αγιογράφος του 16ου αιώνα από το Λινοτόπι», Πρακτικά Γ’ Συνεδρίου Ιστορίας Λαογραφίας – Γλωσσολογίας Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής Δυτικομακεδονικού χώρου, Θεσσαλονίκη 3 – 5 Απριλίου 1982, έκδοση Βοιακή Εστία Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη χ.χ.
  • Γιώργου Χ. Χιονίδη, «Οι ανέκδοτες αναμνήσεις του Γιώτη (Παναγιώτη) Ναούμ», Σύγγραμμα περιοδικόν Μακεδονικά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, τ. 24 Θεσσαλονίκη 1984. 
  • Μίλτου Γαρίδη, «Ο Μητροπολίτης Παΐσιος και η Βλάχικη επιγραφή του Κλεινοβού: αλφάβητο και εθνικό πρόβλημα», Τα Ιστορικά 3, Αθήνα 1985.
  • Γιαννάτος Γ., Γ. Μερτζάνης και Δ. Μπούσμπουρας, «Στοιχεία για την κατανομή της Αρκούδας και την κατάσταση των πληθυσμών και των βιοτόπων στην Κεντρική και Νότιο Αλβανία», Πρόγραμμα ΑΡΚΤΟΣ [Αρκτούρος, WWF - Ελλάς, ΕΕΠΦ, Υπ. Γεωργίας, Ε.Ε. (DG XI)], Θεσσαλονίκη 1995.
  • Δημήτρη Μπούσμπουρα, (Συντονιστής – Υπευθ. Σύνταξης), «Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη περιοχής Γράμμου – Δ. Βοΐου», Αρκτούρος, ΥΠΕΧΩΔΕ, Υπ. Γεωργίας, Ευρωπαϊκή Ένωση Γεν. Διευθ. ΧΙ, Θεσσαλονίκη 1999.  
  • Δημήτρη Μπούσμπουρα, «Γράμμος – φυσικό περιβάλλον», περιοδική πολιτιστική έκδοση εκ Χιονιάδων, έκδοση Πολιτιστικού Συλ. Χιονιαδιτών – Αδελφότητα Χιονιαδιτών «Ο Αγ. Αθανάσιος», τ.3, Άνοιξη 2000.  
  • Νικόλαος Δ.Σιώκης, «Η βλάχικη γλώσσα και οι προσπάθειες διατήρησής της από τους βλάχους αποδήμους (τέλη 18ου – τέλη 19ου αιώνα)», στο περ. Ελιμειακά,, έτος εικοστό πρώτο, τ. 49, έκδοση συλλόγου Κοζανιτών Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2002.
  • Ελευθέριος Απ.Καρακίτσιος, «Ο Ιωάννης Βαζούρας από τη Σούρπη του Αλμυρού εθελοντής στον Βορειοηπειρωτικό Αγώνα 1914 - 1924», Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τ. 46, έκδοση: Κώστας Σπανός, Λάρισα 2004.
  • Βασίλης Γ. Παπαγεωργίου – Αργύρης Π.Π. Πετρονώτης, «Ο απογραφικός κατάλογος 1885 του Αγίου Όρους και οι τεχνίτες του, κυρίως οικοδόμοι», περιοδική πολιτιστική έκδοση εκ Χιονιάδων, έκδοση Πολιτιστικού Συλ. Χιονιαδιτών – Αδελφότητα Χιονιαδιτών «Ο Αγ. Αθανάσιος», τ.8, Καλοκαίρι 2005.

 ΜΙΚΡΕΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΕΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ (6858 λέξεις)

ΝΗΣΟΣ ΣΧΙΝΟΥΣΑ αρχ. Εχινούσα

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Φεβρουάριος 2006

Κυκλαδίτικος  Παράδεισος 

Η συστάδα των Νήσων στο τρίγωνο μεταξύ Νάξου, Ίου και Αμοργού αποτελείται από έναν κεντρικό πυρήνα επτά νησιών, εκ των οποίων τα τέσσερα, Σχινούσα, Ηρακλειά, Πάνω Κουφονήσι, Δονούσα, έχουν μόνιμη κατοίκηση. Εάν σε αυτά προσθέσουμε τα τρία γειτονικά(1), που αντίθετα με τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο κατά την αρχαιότητα, σήμερα είναι ακατοίκητα, (με προεξάρχουσα την Κέρο), και τα δεκάδες ακατοίκητων παρακείμενων σ’ αυτά, τότε προκύπτει ένα μοναδικά ωραίο πολύνησο, σχετικώς σπάνιο στον ελλαδικό χώρο κυρίως λόγω της εύκολης πρόσβασης. 

Τα αξιομνημόνευτα ευρήματα της έρευνας, κυρίως αρχαιολογικής, φωτίζουν τις γνωστές αλλά κυρίως τις άγνωστες, έως τώρα, πτυχές του συμπλέγματος αποκαλύπτοντας εκτός των άλλων, την μακρά κατοίκηση, την πρόοδο, και τον μοναδικό πολιτισμό όλων αυτών των κάποτε διαλαμψάντων νησιών, που ακόμα και σήμερα πολλοί αγνοούν, προσεγγίζοντας και ονομάζοντάς τα, με ένα είδος υπεροψίας σαν ‘’ξερονήσια’’, ‘’μικρά και άγονα νησιά’’, ‘’βραχονήσια’’ κ.ά. 

Όλη η περιοχή των Μικρών Ανατολικών Κυκλάδων, ακόμα και το μικρότερο νησάκι, περιλαμβάνεται στο δίκτυο «Φύση (Natura) 2000» και είναι ενταγμένη στους «Τόπους Κοινοτικής Σημασίας». Σε αυτόν τον ανεξερεύνητο από τουρίστες μικρόκοσμο, κυριολεκτικά πάνω στην ‘’άγονη γραμμή’’ της ακτοπλοΐας άργησε πολύ να υποδηλωθεί ή να τύχει έμπρακτου ενδιαφέροντος από την πολιτεία, ή έστω, από επίδοξους επενδυτές. Χωρίς να απαλλάσσονται από τις ευθύνες τους οι καθ’ ύλη αρμόδιοι που κάποια φορά πρέπει με γνώση να στρέψουν την μέριμνά τους και σε αυτά τα νησιά, επισημαίνεται ότι το οικιστικό – αρχιτεκτονικό αποτέλεσμα είναι πολλές φορές ευνοϊκό για τους περιηγούμενους, που αντικρίζουν το αληθινό τοπίο των Κυκλάδων χωρίς τις κραυγαλέες αντιθέσεις των μεγαλυτέρων και ‘’επωνύμων’’ νησιών.

Στο «Express Skopelitis» έχουμε αναφερθεί επανειλημμένα, όμως είναι πραγματικά δύσκολο να σκεφθεί κανείς τη γρήγορη πρόσβαση και τη γνωριμία με αυτά τα παρθένα από ανάπτυξη νησιά χωρίς την παρουσία του. Με καπετάνιο τον Γιάννη Σκοπελίτη, γιο του καπτα – Δημήτρη (Μήτσου) Σκοπελίτη, οργώνει καθημερινά, όλο το χρόνο, τις ανεμοδαρμένες θάλασσες των «μικρών Ανατολικών Κυκλάδων», εξυπηρετώντας τα Κατάπολα και την Αιγιάλη Αμοργού, Δονούσα, Πάνω Κουφονήσι, Σχινούσα, Ηρακλειά, φέρνοντας καθημερινά τα νέα αλλά και τα εμπορεύματα από τη Νάξο. 

Τα λιμάνια που ‘’πιάνει’’ τα γνωρίζει καλύτερα απ’ όλους, έτσι και το Μερσίνη στον ομώνυμο φυσικό και βαθύ όρμο στα νοτιοδυτικά της Σχινούσας, όπου ‘’έδεσε’’ ένα ζεστό απομεσήμερο του Ιουλίου. Το μικρό, απάνεμο από μελτέμια αγκυροβόλι, αποτελεί το επίνειο του χωριού Σχινούσα και φημίζεται σαν ένα απο τα καλύτερα καταφύγια μικρών σκαφών στο Αιγαίο. Διαθέτει μεγάλη προβλήτα και μόλο στην απέναντι πλευρά, για να δένουν με ασφάλεια τα σκάφη. Αυτό που αμέσως γίνεται αντιληπτό από τους επισκέπτες είναι η άμεση εξυπηρέτηση, εκ μέρους των κατοίκων που διατηρούν στο νησί ενοικιαζόμενα δωμάτια ή ξενοδοχεία. Όλοι, είναι στην προβλήτα στη σειρά με τα πουλμανάκια τους, ώστε ο επισκέπτης να μην ασχοληθεί καθόλου με τον εντοπισμό του καταλύματός του. 

Τα σπιτάκια στον μικρό παραλιακό οικισμό είναι ελάχιστα, όμως υπάρχουν δύο ψαροταβέρνες η ‘’Μερσίνη’’ και του ‘’Νικόλα’’ που εκτός από ολόφρεσκα ψαρικά σερβίρουν και δροσερά αναψυκτικά – καφέ ή ρακί με τοπικούς μεζέδες. Η καλύτερη περίπτωση για την αρχή της εξερεύνησης είναι ένα μπουκάλι δροσερό νερό, γιατί παρά το απαλό δροσερό μελτεμάκι, μάλλον είναι οι πιο ζεστές μέρες του μήνα. Σχεδόν δίπλα από το λιμάνι είναι το όμορφο ακρογιάλι ‘’Πίσω Άμμος’’ με μεγάλα αρμυρίκια κατά μήκος της παραλίας που κρατούν σκιά. Πολλά από τα δέντρα του νησιού τα έχει φυτέψει ο δραστήριος σύλλογος Σχινουσιωτών σε μια προσπάθεια που ξεκίνησε πριν είκοσι χρόνια και απ’ ό,τι φαίνεται, συνεχίζεται.

Η ασφαλτοστρωμένη διαδρομή δεν είναι πάνω από ενάμισι χιλιόμετρο (χλμ. στο εξής), και σας φέρνει στη Σχινούσα ή Χώρα (πριν το 1940 Παναγιά σε 70 μέτρα υψόμετρο, μ. υψ. στο εξής), ένα δεμένο σύνολο από κατοικίες και καταστήματα. Όπως συνέβη σε όλα τα νησιά, έτσι και δω, για να προστατευτούν από τις πειρατικές επιδρομές, εγκατέλειψαν τα παράλια και έχτισαν το χωριό σε ύψωμα, ώστε να υπάρχει οπτική επαφή με τους θαλάσσιους δρόμους και να είναι δύσκολο για τους επιδρομείς να τους αιφνιδιάσουν. Από τη Χώρα σήμερα δε λείπει τίποτα, φούρνος, ψιλικά, πρακτορείο τύπου και εισιτηρίων, το παραδοσιακό καφενείο, «το κέντρο», ένα όμορφο κάτασπρο café – snack bar στην πλατεία «η λόζα», όλα γενικά είναι στο ‘’κέντρο’’, μαζεμένα δίχως όμως να έχουν σχέση με ό,τι έχετε δει σε άλλα νησιά. Υπάρχει μια δυσεύρετη αρμονία στον χώρο, όλα έρχονται πιο κοντά στα ανθρώπινα μεγέθη, και τίποτα δεν φαίνεται να είναι ικανό να το αλλάξει αυτό.

Και γιατί να το κάνει; Ο αρκετά μεγάλος οικισμός φτάνει μέχρι τους πρόποδες του κοντινού λοφίσκου, ζωηρεύοντας τις αισθήσεις και τη ματιά του περιηγητή. Οι κάτασπρες κυκλαδίτικης αρχιτεκτονικής κατοικίες κυριαρχούν, χωρίς να λείπουν οι εξαιρέσεις, κρατούν το χαρακτήρα τους, και χωρίς υπερβολές, κατακτούν το χώρο ξεκουράζοντας τον επισκέπτη. Τα περισσότερα σπίτια και καταστήματα είναι κοντά το ένα στο άλλο, σχεδόν κολλητά, όμως δεν λείπουν και κάποια που απέχουν αξιοπρεπώς μεταξύ τους, διαθέτοντας μικρούς κήπους για λαχανικά και κυρίως λουλούδια, πολλά λουλούδια. Δεν λείπουν, προς το χαμηλό λόφο κάποιες μικρές περιφράξεις για τα κοτόπουλα, τα χοιρινά και τα λοιπά ζωντανά. Από εκεί ψηλά η θέα απλώνεται στις κοντινές παραλίες του νησιού και ακόμα μακρύτερα, όσο φτάνει η ματιά στα κοντινά νησιά, και το απέραντο μπλε της θάλασσας.

Μιας θάλασσας που με ανυπομονησία περιμένουμε να γνωρίσουμε. Ο «Άνεμος», η γρήγορη λάντζα του Δημήτρη Κωβαίου που γνωρίσαμε από το ταξίδι στην Ηρακλειά(2), εκδράμει για ημερήσιες διαδρομές και στη Σχινούσα. Πάντα συνεπής στην ώρα του…. περιμένει στην λαμπερή από τον ήλιο Μερσίνη,χωρίς παρέα αυτή τη φορά. Ξεκινώντας, αφήνετε  πίσω σας το ολόλευκο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, που χτισμένο στην είσοδο – έξοδο του όρμου υποδέχεται ή αποχαιρετά τα πλοία, τους ναυτικούς και τους επισκέπτες. 

Με νοτιοανατολική κατεύθυνση ξανοίγεστε στο ήρεμο πέλαγος. Η δυτική πλευρά είναι άγρια, με μοναδική εξαίρεση την αμμώδη παραλία του «Γερολιμιώνα», που μέσα σε έναν βαθύ όρμο φαντάζει, και είναι, χωρίς πρόσβαση στα οχήματα. Οι χαμηλές σε ύψος πετρώδεις ακτές εναλλάσσονται με μικρούς κολπίσκους, ήπιες βραχώδεις εξάρσεις μέχρι να παρακάμψετε το βορειότερο ακρωτήριο ‘’Ψιλή’’ ή ‘’Μέσα Κάβος’’, που το τοπίο ημερεύει, με τις παραλίες ‘’Φύκιο’’ και το παράξενο γεωλογικό φαινόμενο της αμμουδερής ‘’Ψιλής Άμμου’’ που η άμμος ξεκινά από την ψηλή βουνοπλαγιά, για να καταλήξει στην όμορφη παραλία. Οι ακτές από δω και πέρα εναλλάσσονται συνεχώς σε ένα παιχνίδι με την κρυστάλλινη θάλασσα, ‘’Φουντάνα’’, ‘’Αλμυρός’’, ‘’Μπαζαίου’’, ‘’Λιόλιου’’,με ένα καινούργιο, ομώνυμο της παραλίας ξενοδοχείο, και με το Ασπρονήσι ή Λιγάρι (0,039 τ. χλμ.) πιο κάτω, μεσοπέλαγα, συνθέτουν πολλά και αξιόλογα αραξοβόλια στο νοτιοανατολικό τμήμα της νήσου. 

Ίσως το ομορφότερο τοπίο της Σχινούσας είναι όταν μπαίνετε στον μεγάλο όρμο Λυγαριά (Αλυγαριά των ντόπιων). Το τοπίο γεμίζει με την παρουσία των δύο νησιών, ο Αγριλός Αγριλού των ντόπιων, 0,088 τ. χλμ., 66 μ. υψ. +/- 1 ναυτικό μίλι μήκος, ν.μ. στο εξής), στο βάθος, και εμπρός σας η Φιδούσα ή Οφιδούσα Φιδού των ντόπιων, 0,623 τ. χλμ., 1,3 ν. μ. μήκος), που όταν τα αντικρίζεις από ψηλότερο σημείο φαίνονται σαν δύο τεράστιες προεκτάσεις του νησιού που ‘’βυθίζονται’’ σιγά – σιγά στη θάλασσα. Δεξιά, τρεις γνωστές παραλίες του νησιού, από τις οποίες η ‘’Αλυγαριά’’ έχει πρόσβαση με δρόμο, ενώ στις άλλες δύο, ‘’Κάμπος’’, και ‘’Γκαγκάβι’’, πάει μονοπάτι (60 μ.) και αυτό φαίνεται ότι είναι θετικό αφού ποτέ δεν έχουν πολυκοσμία. Από μακριά η Φιδού, φαίνεται πολύ κοντά στο υπόλοιπο νησί, όμως όταν δεις από κοντά τη ‘’Στένωση’’, (το πέρασμα ανάμεσα στα δύο νησιά με βάθος 4,5 μ.) τότε βλέπετε καθαρά την απόσταση (+/- 100 μ.) που τη χωρίζει από τη Σχινούσα.

Ο Δημήτρης δεν διακινδυνεύει να περάσει ανάμεσα από το άνοιγμα, γιατί όπως λέει έχει ξέρες. Μόνο φουσκωτό χωράει κι’ αυτό πολύ προσεκτικά. Για να βγείτε στις νοτιοδυτικές παραλίες κάνετε τον κύκλο που περνά σχεδόν σύρριζα από τις απότομες άκρες των νησιών. Στο βάθος διακρίνεται καθαρά το ακρωτήρι ‘’Βενέτικο’’ της Ηρακλειάς ενώ αμέσως μετά, η παραλία του ‘’Αγίου Βασιλείου’’ η πρώτη που φαίνεται δεξιά σας· βρίσκεται σε τεράστιας έκτασης ιδιωτικό χώρο, που περιλαμβάνει όλη την ομώνυμη χερσόνησο, όμως υπάρχει πρόσβαση από μονοπάτι. Αμέσως μετά, στο βάθος του ομώνυμου όρμου είναι το ‘’Λιβάδι’’,που μαζί με το ‘’Τσιγγούρι’’ είναι το δυνατό ατού της Σχινούσας έναντι των άλλων ‘’Μικρών’’ Κυκλάδων. Θεωρούνται οι κοσμοπολίτικες του νησιού με γαλήνια και διαυγή θάλασσα, βρίσκονται πολύ κοντά στη Χώρα, διαθέτουν υπέροχες ολόλευκες αμμουδερές αγκαλιές και υποδομές για τους επισκέπτες. 

Ο γύρος του νησιού δεν διαρκεί πάνω από μιάμιση ώρα, γι’ αυτούς που δε θα σταματήσουν για κολύμπι σε κάποια από τις απόμερες παραλίες. Ο ‘’κύκλος’’ κλείνει στο Μερσίνη ανάμεσα στα σκάφη που κατακλύζουν το λιμάνι όλη την καλοκαιρινή περίοδο. Ο φίλος Δημήτρης, έχει ήδη κλείσει την επόμενη ομάδα, που αυτή τη φορά θα εκδράμει για λίγο στην Ηρακλειά, που απέχει μόλις ένα ν. μ. Προτείνουμε πάντα τον περίπλου των νησιών και γιατί όχι, σε κάποιες περιπτώσεις τις κοντινές εκδρομές σε άλλα, γιατί με αυτό τον τρόπο προσεγγίζετε, καμιά φορά ευκολότερα, τις μοναχικές παραλίες, αποκτώντας ταυτόχρονα καλύτερη άποψη για το ανάγλυφο του νησιού, και τα τυχόν ‘’μυστικά’’ του. Δοκιμάστε το και θα διαπιστώσετε ότι τις περισσότερες φορές θα βρείτε τη δικιά σας παραλία, που συνήθως δεν έχει πρόσβαση από κανένα μονοπάτι, παρά μόνο από τη θάλασσα.

Σύντομα, είσαστε πάλι στη Χώρα και μια επίσκεψη, στο μοναδικό σε αυτά τα νησιά, λαογραφικό μουσείο είναι απαραίτητη, μια που μέσα από τις αίθουσές του θα ‘’δείτε’’ το αγροτικό στην περίπτωσή του παρελθόν, αλλά και παλιές φορητές εικόνες, παραδοσιακές φορεσιές, έναν θαυμάσιο ξυλόφουρνο στην αυλή, και δεκάδες γεωργικά εργαλεία, που στις μέρες μας, κοντεύουμε να ξεχάσουμε τι εργασίες έκαναν. Μας το θυμίζουν όμως οι προσεκτικά τοποθετημένες επεξηγηματικές πινακίδες που διαθέτουν.

Μια μαρτυρία για την κατοίκηση στο νησί, μας δίνει ο αξιόπιστος ταξιδιώτης Ζοζέφ Πιτόν ντε Τουρνεφόρ (Joseph Pitton de Tournefort). 22 Σεπτεμβρίου του 1700: Αφού περπατήσαμε λίγο στην Κέρο, διαπεραιωθήκαμε στη Σκινόζα (Skinosa [Σχινούσα], άλλο ακατοίκητο μικρό νησί, που απέχει 8 μίλια από την Κέρο και 12 από τη Νάξο. Η Σκινόζα(3) είναι προφανώς η Σχινούσα, την οποία ο Πλίνιος τοποθετεί κοντά στη Νάξο και τη Φολέγανδρο. Οι Έλληνες δεν υποψιάζονται ότι η Σχινούσα, (γιαυτό Σχινούσα είναι σωστότερο και όχι Σχοινούσα όπως επικράτησε να γράφεται) πήρε το όνομά της από τους σχίνους με τους οποίους είναι καλυμμένη(4). Στη Σχινούσα υπάρχουν μόνο τα χαλάσματα ενός ερειπωμένου χωριού, ανάμεσα στα οποία δεν βλέπει κανείς τίποτα το αξιοσημείωτο, γεγονός το οποίο μας έκανε να παραμείνουμε εκεί μόνο δύο ώρες για να βοτανολογήσουμε(5)

Σήμερα γνωρίζουμε από τα αρχαιολογικά ευρήματα του τόπου ότι υπήρξε κατοίκηση από τους αρχαίους χρόνους, όπως επίσης και κατά τους Βυζαντινούς, που παρουσίαζαν πλούσια εμπορική δραστηριότητα που μαρτυρείται από την άφθονη κεραμική και τα σπαράγματα βυζαντινών ναών.  Το ότι ο Τουρνεφόρ δεν βρήκε κατοίκους οφείλεται στις πειρατικές επιδρομές που τους είχαν ωθήσει να εγκαταλείψουν το νησί και να μετακομίσουν σε άλλο ασφαλέστερο καταφύγιο, χωρίς να αφήσουν ίχνη της πρότερης παρουσίας τους εκτός ‘’τα χαλάσματα ενός ερειπωμένου χωριού’’. Την ίδια εποχή, οι ιδιοκτησίες(6) της Ι. Μονής Χοζοβιώτισσας κατείχαν καθολικά, μεταξύ άλλων, την Ηρακλειά και τη Σχινούσα. Με μια οργανωμένη μετοικεσία, περίπου το 1840, έστειλαν στο νησί τις  πρώτες αμοργιανές οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στη Χώρα, τη Μεσαριά, και πιθανά στο Σταυρό, ξεκινώντας τη νεώτερη κατοίκηση.

Το ήπιο, γλυκό και δροσερό κλίμα χωρίς τις απότομες μεταβολές άλλων νησιών, οδηγούν πολλούς στην αλιεία, ενώ οι διαθέσιμες εκτάσεις, και το επίπεδο του εδάφους βοήθησε ώστε το μεγαλύτερο ποσοστό να στραφεί κύρια στη γεωργία αλλά και τη κτηνοτροφία. Οργανωμένοι πλέον ζεύουν βοοειδή και οργώνουν τη γη, σπέρνουν κριθάρι (ωριμάζει πρώτο το καλοκαίρι χωρίς να θέλει πολύ νερό), στάρι (για ψωμί), ακόμα και καπνό, και η παραγωγή ολοένα μεγαλώνει, ασχολούνται με ζήλο στις καλλιέργειες που ευνοούνται από τις καλές συνθήκες παράγοντας τα πάντα, όλων των ειδών τα λαχανικά, φάβα, και γενικά όσπρια. 

Έτσι, με κοπιώδη εργασία αυτοί οι πρώτοι κάτοικοι έμειναν, ρίζωσαν στο νησί και εξελίχθηκαν πληθυσμιακά μέχρι που η οικονομική δυσπραγία κυρίως από το σταμάτημα της καλλιέργειας καπνού έφερε το πρώτο μεταναστευτικό κύμα προς την Αμερική, Καναδά, Αυστραλία, Γερμανία κ. ά. Έτσι φτάνουν ως τη δεκαετία 1940 - 1950, που άρχισε, λόγω του Β’. παγκοσμίου πολέμου η συρρίκνωση. Μετά τον πόλεμο και στη διάρκεια της εικοσαετίας 1950 – 1970 ήρθε ανατροπή αυτών των δραστηριοτήτων, χωρίς να συγκινηθεί κανείς από αυτούς που όφειλαν. Η πλήρης αδιαφορία, η έλλειψη  πρόνοιας και οποιουδήποτε σχεδιασμού ή προγράμματος εκ μέρους της διοίκησης, η ανάγκη να εξασφαλιστεί ένα καλύτερο αύριο για την οικογένεια, ανάγκασε πολλούς κατοίκους να εγκαταλείψουν το νησί και να στραφούν προς τα μεγάλα αστικά κέντρα, κυρίως προς την Αθήνα, για εξασφάλιση σίγουρης και μόνιμης εργασίας. Σήμερα, αντίθετα με άλλα νησιά, οι Σχινουσιώτες συνεχίζουν να ασχολούνται με την αλιεία, την κτηνοτροφία και λίγο με τη γεωργία και τη μελισσοκομία, ενώ ο τουρισμός και οι οικοδομικές εργασίες, κρατάνε τα σκήπτρα της οικονομίας. Έχει νηπιαγωγείο – Δημοτικό – Γυμνάσιο – Λύκειο με 43 παιδιά και ανεξάρτητα της απογραφής(7) του 2001 που κατέγραψε 206 κατοίκους σήμερα κατοικούν περίπου 250. Αν σε αυτούς προστεθούν και οι αλλοδαποί που απασχολούνται σε οικοδομικές εργασίες (και τον χειμώνα), τότε προκύπτουν 270 – 300 μόνιμοι κάτοικοι. 

Η εκκλησία των Εισοδίων της Θεοτόκου είναι στο κέντρο του οικισμού της Σχινούσας με το διπλό καμπαναριό και τον μεγάλο μπλε τρούλο να ξεχωρίζει από παντού. Είναι αφιερωμένη στα Εισόδια της Θεοτόκου και τον Ακάθιστο Ύμνο, ενώ μέσα στο ναό φυλάσσεται η εικόνα της ‘’Παναγίας της Ακαθής’’ που παρουσιάζει τη Θεοτόκο σε μια σπάνια απεικόνιση από τον ακάθιστο ύμνο. ‘’Κάποτε λέει, ένας Μανιάτης πειρατής βγήκε στο νησί για να ληστέψει, για πειρατεία. Διάλεξε για τόπο της ληστείας την εκκλησία της ‘’Παναγίας Ακαθής’’. Την ώρα της ληστείας, έβλεπε την εικόνα και νόμιζε πως τον παρακολουθούσε (έχετε ίσως προσέξει πως πολλές εικόνες είναι έτσι ζωγραφισμένες που τα μάτια τους θαρρείς πως σε κοιτάνε). Νευρίασε κι αυτός κι έβγαλε την κουμπούρα του και πυροβόλησε την εικόνα και την τρύπησε. Τώρα αυτός, αφού πήρε τη λεία του κατέβηκε για να φύγει και στο δρόμο έπεσε κάτω, πλάι σε μια σπηλιά και σκοτώθηκε. Λένε ότι κατόπι τον κάψανε εκεί και μαύρισε η σπηλιά, κι ακόμα τα βράχια είναι κατάμαυρα’’.  Η σπηλιά είναι κοντά στην ακρογιαλιά, δίπλα στο πηγάδι, πάνω ακριβώς από το λιμανάκι. Από τότε πια πήρε τ’ όνομα ‘’η σπηλιά του Μανιάτη’’(8). Η εκκλησία γιορτάζει τρεις φορές το χρόνο (Ευαγγελισμός, Κοίμηση, Εισόδια) με παραδοσιακά νησιώτικα πανηγύρια που διοργανώνονται από τους ντόπιους, με φαγητό, κρασί, βιολιά και τραγούδια που τις περισσότερες φορές διαρκούν μέρες.

Σχεδόν δίπλα είναι η πλατεία ‘’Ντόλλι Μωνουρί’’ που ονομάστηκε έτσι στην μνήμη της γυναίκας ενός Γάλλου που ήρθε, αγάπησε το νησί, και έκανε κάποιες δωρεές. Στη ‘’Λόζα’’ της κυρίας Ευαγγελίας ή λίγο πριν, στο παραδοσιακό καφενείο ‘’το στέκι’’, με σκαλιστή τη χρονολογία ανέγερσης στο υπέρθυρο «1926» της κυρίας Κωβαίου, αληθινό στέκι για τους ντόπιους, θα βρείτε καφέ, παγωτό αλλά και ρακί με μεζεδάκια για να καταστρώσετε την εκδρομή σας με τη μοτοσυκλέτα ή με τα πόδια. Το νησί είναι μικρό με ομαλό έδαφος χωρίς μεγάλες ανηφόρες, και η πεζοπορία ενδείκνυται. Η φυσική ομορφιά και τα δέντρα κάνουν τη Σχινούσα να διαφέρει από όλες τις μικρές Κυκλάδες πράγμα που θα διαπιστώσετε, αν οδηγήσετε προς το εσωτερικό του νησιού. Παντού υπάρχει σήμανση ενώ μέσα από τη Χώρα ο δρόμος περνάει από το καινούργιο ιατρείο, διαγνωστικό κέντρο, δωρεά του υπουργείου Υγείας από την προίκα των ολυμπιακών αγώνων, και απομακρύνεται προς τις εξοχές.

Μόλις 2,5 χλμ., αρκούν για να βγείτε στην διασταύρωση (δστ. στο εξής) όπου υπάρχει πάλι σήμανση δεξιά προς Μεσαριά και Ψιλή Άμμο (παραλία), και αριστερά προς το ψηλότερο σημείο του νησιού. Προτιμείστε για αρχή τον δρόμο προς το βουνό και σε λίγο θα βγείτε σε στενό μονοπάτι, όπου αριστερά με λίγη πεζοπορία θα ανεβείτε εύκολα προς την κορφή Βάργιες (133μ. υψ.) και τον παλιό ανεμόμυλο. Κάτι παράξενο συμβαίνει με τους ανεμόμυλους εδώ· οι ντόπιοι που το παρατήρησαν το ονομάζουν ‘’φαινόμενο’’. Στο νησί υπάρχουν δύο στην Μεσαριά, δύο στη Χώρα, και ένας εδώ, στην κορφή, πέντε συνολικά. Με μετρήσεις που έγιναν βρήκαν (αν και δεν έχουν οπτική επαφή όλοι μεταξύ τους), ότι είναι χτισμένοι σε δύο ευθείες οι οποίες τεμνόμενες σχηματίζουν ορθή γωνία!. Σύμπτωση μάλλον. 

Η θέα από τον λόφο απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις, στην κοντινή Ηρακλειά και το ‘’Κάτω’’ Κουφονήσι, μέχρι μακρύτερα στην Κέρο, και τη Νάξο. Εμπρός σας, με δύσκολη προσέγγιση λόγω των βάτων, η ήσυχη, μοναχική και λιλιπούτεια παραλία του ‘’Γερολιμνιώνα’’.Γυρνώντας πάλι στην δστ. που συναντήσατε πριν, υπάρχει δρόμος αριστερά σας, που θεωρητικά (εμείς τον βρήκαμε κλειστό με συρματόπλεγμα), οδηγεί στην παραλία ‘’Φύκιο’’, διασχίζοντας τον μεγάλο και επίπεδο σχεδόν, ‘’Κάμπο’’, που δικαιολογεί απόλυτα την ονομασία του. Σ’ αυτό το σημείο πραγματικά αντιλαμβάνεστε αυτό που αναφέραμε στην αρχή, για τις διαθέσιμες εκτάσεις και τις καλλιέργειες στο νησί. Αν στην άκρη δεν ήταν η θάλασσα θα νομίζατε ότι βρισκόσαστε σε ατελείωτη κοιλάδα. Τη μεγάλη ενιαία έκταση που καταλαμβάνει ο ‘’Κάμπος’’ δεν την αφήνουν ανεκμετάλλευτη, βόσκουν τα γελάδια τους και σπέρνουν κριθάρι – στάρι, φάβα, ακόμα και σήμερα. 

Επιστρέφοντας από τη μεγάλη, σχεδόν επίπεδη κοιλάδα περνάτε τα γεμάτα σταφύλια αμπέλια (‘’Ροδίτες’’ αλλά δε λείπουν και τα άσπρα), και μπαίνετε στον δεύτερο, μικρότερο οικισμό του νησιού, τη Μεσαριά (30 μ. υψ. 2,7 χλμ. από τη Χώρα), με τους δύο ανεμόμυλους, έναν μέσα στον οικισμό και άλλον ψηλότερα στο λόφο. Σχεδόν στην είσοδο του οικισμού, σας υποδέχεται η εκκλησία της Ευαγγελίστριας με το περίτεχνο δίλοβο καμπαναριό, χτισμένο από Σαντορινιό μάστορα. Η εκκλησία πιθανολογείται ότι χτίστηκε στη θέση παλιότερης, μάλιστα αφηγούνται(9) ότι: Πριν πολλά χρόνια ο μπάρμπα Μιχάλης πήρε τις πέτρες από την γκρεμισμένη εκκλησία, τις έστρωσε και έκανε ένα αλώνι, εδώ στη Μεσαριά. Από τότε που έκανε αυτή την πράξη, κάθε βράδυ έβλεπε στον ύπνο του την Παναγία που του έλεγε ‘’πάρε αυτά που πήρες από εκεί και πήγαινέτα πίσω’’. Κάθε βράδυ το ίδιο, μέχρι που ο παππούς το είπε στη γυναίκα του. ‘’Τάξε’’, του λέει η γυναίκα του, ‘’τάξε τα και πήγαινέτα πίσω. Τι να κάνει κι’ αυτός, χάλασε το αλωνάκι και πήγε πίσω τις πέτρες. Το ίδιο βράδυ ήρθε πάλι στο όνειρο η Παναγία, αλλά αυτή τη φορά του έλεγε ‘’σκάψε, σκάψε για να με βρεις’’. Έσκαψε λοιπόν ο μπάρμπα Μιχάλης και βρήκε την εικόνα της Ευαγγελίστριας. Η εικόνα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στολίζει μαζί με το ωραίο χρωματιστό τέμπλο και τις παλιές εικόνες την εκκλησία. Δεν έχει τοιχογραφίες όμως κάτω από το δωδεκάορτο υπάρχει ξυλόγλυπτη επιγραφή «1909» χρονολογία κατά την οποία κατασκευάστηκε το τέμπλο. Επίσης, στο εξωτερικό υπέρθυρό της δυτικής, κεντρικής, εισόδου διαβάζουμε [ΕΑΒΚΤΛΙΣΤΙΑ … 1887]. Η εκκλησία γιορτάζει με πανηγύρι στις 25 Μαρτίου. 

Στην ψηλότερη, βραχώδη περιοχή της Μεσαριάς βρίσκονται τα παλιά της κτήρια, κατοικίες και στάβλοι, με τα σημάδια και τα αποτυπώματα του χρόνου πάνω τους. Είναι επτά – οκτώ στο σύνολό τους, σαν μικρή γειτονιά στο πάνω μέρος του λόφου, εκεί που βρίσκεται ο ανεμόμυλος, εμφανώς εγκαταλειμμένα σήμερα. Αιφνιδιάζει η παρουσία τους γιατί μέσα από τον στενό δρόμο του χωριού και τα νέα ψηλότερα και νεώτερα σπίτια, αυτά τα παλιότερα κρύβονται από τα βλέμματα του κόσμου, δεν φαίνονται καθόλου. Η προσέγγιση κοντά τους χαρίζει την έκπληξη για το πώς ακόμα αυτές οι εξ’ ολοκλήρου πετρόχτιστες κατασκευές διατηρούνται, έστω έτσι. 

Γνώριμες κυκλαδικές τετράγωνες και παραλληλόγραμμες αρχιτεκτονικές φόρμες από αυτές που συναντάμε στις παλιές φωτογραφίες των αρχών του 20ου αι., με τον συνήθως μεγάλο πληθυσμό εμπρός από τις πλατείες των χωριών, που στάθηκαν στο κέντρο για τις ανάγκες της φωτογράφησης. Οι κατοικίες, ξεχωρίζουν με έναν ελαφρύ κιτρινωπό σοβά εξωτερικά, (εξασφαλίζει τη στεγανότητα), που μεριές - μεριές αφήνει μικρά ανοίγματα απ’ όπου, ξεπετάγονται θαρρείς τα αγκωνάρια της λιθοδομής γυαλίζοντας στον ήλιο. Αντίθετα, τα βοηθητικά κτήρια, στάβλοι για τα ζώα ή αποθήκες για τα γεννήματα της γης, είναι χωρίς επίχρισμα, σκέτη πέτρα, λαξεμένη και αλφαδιασμένη τέλεια. Το ίδιο στους φούρνους που καμία φορά είναι χωνευτοί, ενσωματωμένοι στην εξωτερική τοιχοποιία, αναπόσπαστο τμήμα της. Εκμεταλλευτείτε το χρόνο σας και περπατήστε, φωτογραφίστε αυτά τα κτήρια, είναι βέβαιο ότι οι περιστάσεις δεν βοηθούν στη διατήρηση αυτού που θ’ αντικρίσετε, ίσως σύντομα άλλες κατασκευές θα πάρουν τη θέση τους.  

Πιο κάτω, προς την άκρη του οικισμού, υπάρχει σήμανση με πινακίδα που κατευθύνει τους επισκέπτες προς τη παραλία. Σαν από το πουθενά ξεφυτρώνει το καφενείο – εστιατόριο, ψησταριά ‘’το Πέτρινο της Μεσαριάς’’, της Ακαθής Σκαρλάτου. Ωραία έκπληξη, τις ζεστές μέρες του Ιουλίου δίνει την ευκαιρία για δροσερό καφέ η ακόμη και για σπιτικό φαγητό και μεζέδες με ρακί. Μετά κατηφορίστε στο χωματόδρομο (400 μ.), μέχρι το επίνειο της Μεσαριάς την ‘’Ψιλή Άμμο’’. Μια μικρούλα παραλία με μεγάλα αρμυρίκια για σκιά που όμως ξεφεύγει από τις συνηθισμένες αφού η άμμος ξεκινάει και φτάνει ως τη παραλία. ….από τον ψηλό λόφο, αριστερά σας. Προσέξτε αν είστε δύο άτομα μη κολλήσετε. 

Και στις παραλίες, αλλά και σε όλες τις διαδρομές που θα κάνετε, δεν μπορεί, θα προσέξετε ότι παντού έχουν γίνει δεντροφυτεύσεις, ομορφαίνοντας το τοπίο, και δίνοντας έναν άλλο ‘’αέρα’’ στο νησί. Αυτές εντάσσονται στις πολλές, πολύπλευρες και σπάνιες σε άλλα νησιά, δραστηριότητες του συλλόγου ‘’των εν Αθήναις Σχινουσιωτών’’. Μοναδικός και ίσως ο πρώτος στις ‘’μικρές’’ Κυκλάδες, σε σχέση με τον πληθυσμό, ιδρύθηκε το 1938 ‘’…παρακινούμενοι από την ανάγκη για την διατήρηση των σχέσεων μεταξύ τους, την διατήρηση των ηθών, εθίμων και των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων του τόπου τους’’. Η δράση του συλλόγου(10) σταμάτησε βίαια με το γεγονός του Β’ Π.Π. με καταστροφή του αρχείου και του πρώτου καταστατικού. Με το πέρασμα των χρόνων την ‘’ανάπτυξη’’ των Κυκλάδων και τα νέα δεδομένα στις επιδόσεις, κυρίως, του τουριστικού τομέα, η ανάγκη για επανίδρυση έγινε περισσότερο επιτακτική. Το 1961, εγκρίθηκε με την ίδια επωνυμία το νέο καταστατικό που από το 1987 περιλαμβάνει στα μέλη του και τους μόνιμους κατοίκους, καθώς και τους Σχινουσιώτες της υπόλοιπης Ελλάδας και του εξωτερικού. Η δράση, οι διεκδικήσεις του, οι συνεστιάσεις, το πολυβραβευμένο χορευτικό, οι εκατοντάδες δεντροφυτεύσεις, και τα τελευταία δεκαέξι χρόνια οι Αυγουστιάτικες πολιτιστικές εκδηλώσεις χωρίς να είναι τα μόνα που έχει κάνει, υπήρξαν πραγματικά ευεργετικές για το νησί.

Η νοτιοανατολική πλευρά της Σχινούσας με το πολύπλοκο ανάγλυφο είναι αυτή που εμφανίζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, αφού εκεί είναι μαζεμένες όλες οι παραλίες. Καθώς φεύγετε από τη Χώρα η πρώτη δστ. αριστερά σας (ανατολικά) οδηγεί στην ‘’Φουντάνα’’ χωρίς δέντρα αλλά με ωραία αμμουδιά. Αντίθετα, αρκετή σκιά από τα αρμυρίκια διαθέτει ο πανέμορφος όρμος του ‘’Αλμυρού’’, (1.4 χλμ. από τη Χώρα). Λίγο πριν φτάσετε εκεί περνάτε τον παλιό οικισμό του Σταυρού που παλιότερα διέσωζε κάποιες παλιές κατοικίες και αμέσως μετά το περίφημο φρούριο του Προφήτη Ηλία, που βρίσκεται στην κορυφή (120 μ.) του ομώνυμου λόφου.

Η αρχαιολογική έρευνα(11)  αποκάλυψε ότι: ‘’…το φρούριο καταλαμβάνει έκταση 90 Χ 17 μ. περίπου. Το τείχος του έχει πλάτος 0,80 μ. περίπου, με μεγάλους ογκόλιθους και στις δύο όψεις και πυρήνα από μικρές πέτρες και χώμα. Σε πρόχειρο καθαρισμό που έγινε στο νότιο τμήμα του βρέθηκαν το χείλος μεγάλου μεγέθους αγγείου. Εντοπίστηκαν δύο πύργοι, ένας στη βορειοανατολική και ένας στη νότια πλευρά της ακρόπολης, πολλοί τοίχοι κτισμάτων στο εσωτερικό της και ερείπια μονόκλιτης βασιλικής, που καλύπτονται από μεταγενέστερες κατασκευές, ενώ σώζεται παλαιότερος τοίχος, που εφάπτεται στην αψίδα του ιερού. Τα επιφανειακά όστρακα είναι διαφόρων εποχών, προϊστορικά, ελληνιστικά (πολλά από τα οποία μελαμβαφή) και ρωμαϊκά, κυρίως στη δυτική κλιτύ του λόφου, όπου βρέθηκαν πολλές λαβές αμφορέων χωρίς σφράγισμα. Σημαντικό είναι ότι επιβεβαιώθηκε η οπτική επαφή ανάμεσα στα δύο φρούρια’’(12). Επίσης: ‘’…η Σχινούσα διαθέτει, έναν λόφο με Κάστρο [πρόκειται για τον ίδιο χώρο] των ύστερων κλασικών χρόνων, κτισμένο ίσως στη θέση μια πρωτοκυκλαδικής ακρόπολης. Το Κάστρο στης Σχινούσας, που συνεχίζει να χρησιμοποιείται μέχρι την εποχή της ρωμαιοκρατίας, είναι μεσόγειο, ωστόσο δεν απέχει πολύ από τη θάλασσα’’(13).  

Η πιο ‘’μακρινή’’ (2,5 χλμ. από τη Χώρα) και για πολλούς, η πιο γραφική παραλία στη νοτιοανατολική πλευρά του νησιού είναι η παραλία του ‘’Λιόλιου’’. Δεν είναι μεγάλη, όμως έχει καθαρή θάλασσα, δέντρα για σκιά και διακόσια μέτρα παρακάτω είναι το Lioliou Beach hotel ένα καινούργιο συγκρότημα με οργανωμένο café – bar και εστιατόριο με τοπικά εδέσματα. Μετά το κολύμπι είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να απολαύσετε τον καφέ ή το γεύμα σας καθώς ο ήλιος βυθίζετε στη θάλασσα, δίνοντας την σκυτάλη σε μια πραγματικά λαμπερή νύχτα.

Εκεί που θα βρεθείτε οπωσδήποτε είναι στις νοτιοδυτικές κοσμοπολίτικες παραλίες του νησιού ‘’Τσιγκούρι’’, που στο άνοιγμα του όρμου του έχει ένα μικρό τριγωνικό νησάκι, την Πλάκα, και ‘’Λιβάδι’’, με τον όμορφο χτιστό περιστερώνα στην άκρη του. Αυτός, οριοθετεί τη μεγάλη ιδιοκτησία Παπαδημητρίου – Μιχαηλίδη μέχρι κάτω στο στρογγυλό ‘’παρατηρητήριο’’, πάνω από την ‘’στένωση’’ καλύπτοντας την πανέμορφη χερσόνησο του Αγίου Βασιλείου. Η καλύτερη θέα της χερσονήσου είναι από τον ανεμόμυλο του Χρήστου Νομικού, δεξιά σας καθώς κατηφορίζετε από τη Χώρα. Από εκεί, διακρίνεται ο μεγάλος ελαιώνας, η τσιμεντένια εξέδρα για το μάζεμα του νερού (σήμερα έχει διαμορφωθεί σε θεατράκι!), και στο μέσον της, ο ολόλευκος, ομώνυμος της χερσονήσου ναός.

Οι παραλίες είναι πολύ κοντά στη Χώρα(500 και 850 μ. αντίστοιχα), με πολλές υποδομές για τους επισκέπτες, αλλά και αρχαιολογικό χώρο, ‘’….Στην παράλια θέση Τσιγκούρι έχει εντοπιστεί μεγάλος οικισμός των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων, μια παλαιοχριστιανική βασιλική, ενώ μαρμάρινα παλαιοχριστιανικά και βυζαντινά μέλη έχουν συγκεντρωθεί στο χωριό από διάφορα μέρη του νησιού. Ο αρχαιολόγος L. Ross  είχε παρατηρήσει αρχαίες αναβαθμίδες και είναι δελεαστικός ο συσχετισμός με την αρχαιότητα του νεότερου, καθαρά αγροτικού χαρακτήρα της Σχινούσας, όπου μέχρι πρόσφατα λειτουργούσαν παραδοσιακά ελαιοτριβεία και αλευρόμυλοι(14).

Η ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια συμβαδίζει τις περισσότερες φορές και με μεγάλα έργα. Άλλες φορές είναι πετυχημένα και για τους επισκέπτες και για τον τοπικό πληθυσμό, που βλέπει τις προσπάθειές του (σε λίγες περιπτώσεις είναι αλήθεια), να δικαιώνονται απ’ τη διοίκηση. Το αμέσως επόμενο καλοκαίρι, έχει προγραμματιστεί να κατασκευαστεί μεγάλο, καινούργιο λιμάνι στη θέση ‘’Χοχλακιά’’ στον όρμο Λιβάδι, ενώ το πρόγραμμα περιλαμβάνει δρόμο που θα το συνδέει με το παλιό. Όσοι ταξιδεύουν, βλέπουν πως σιγά αλλά σταθερά διαμορφώνεται το ‘’καινούργιο’’ τουριστικό πρόσωπο της Ελλάδας, και μύχια ίσως, αναρωτιούνται αν όλη αυτή η συνεχής υποβάθμιση του τοπίου και ο βανδαλισμός της αρχιτεκτονικής έχουν κάποια σχέση με την ανάπτυξη. Αυτές τις ανησυχίες δείχνει να τις γνωρίζει ο πρόεδρος της κοινότητας κ. Θεοδόσης Σκαρλάτος και τα λεγόμενά του πραγματικά καθησυχάζουν όσους έχουν παρόμοιες ανησυχίες. Έχουν γίνει όλες οι περιβαλλοντικές μελέτες και το έργο θα αναβαθμίσει τις υπηρεσίες και την πρόσβαση στο νησί από μεγαλύτερα πλοία. Ο προσεκτικός σχεδιασμός θα δώσει νέα πνοή στο νησί.

Πολλοί, ιδιαίτερα οι πολιτικοί υπάλληλοι, μιλούν για την περίφημη βιώσιμη (αειφορική όπως λένε), ανάπτυξη σε συνδυασμό με την προστασία του περιβάλλοντος. Όλοι θα έπρεπε να έλθουν μια βόλτα από τη Δονούσα, τη Σχινούσα ή την Ηρακλειά, για να δουν πως ήταν κάποτε το φυσικό – παρθένο από επεμβάσεις τοπίο. Βλέπουμε όλοι κάθε χρόνο την πραγματικότητα στα νησιά μας· παντού κυριαρχεί η αυθαιρεσία, η ασυδοσία, η άγρια και λυσσαλέα ‘’ανάπτυξη’’ ώστε να πειστεί και ο πλέον δύσπιστος ότι την εικοσαετία που πέρασε συντελέστηκε πλήρως η αλλοίωση του κυκλαδικού τοπίου, με εγκληματικό τρόπο. Επενδύσεις εξαμβλώματα, ξένων προς τον τόπο με μοναδική έννοια το βραχυπρόθεσμο κέρδος, επενδύσεις καλοκαιρινές βεβαίως μια που το χειμώνα η ανεργία φτάνει το 15 – 20%. 

Η άνιση ανάπτυξη τα πρόσκαιρα ‘’μπαλώματα’’ και η απομόνωση ιδιαίτερα των μικρών νησιών, εξακολουθεί να είναι το αποτέλεσμα, σε μια αγορά που, επιτακτικά πλέον, αναζητεί γνήσιο και αμόλυντο κυκλαδικό περιβάλλον, που να μην θυμίζει αστικό χώρο. Μια αντίφαση που φαντάζει ευεξήγητη όσο οι πλοιοκτήτες αρνούνται να συμπεριλάβουν αυτά τα νησιά στα δρομολόγια των πλοίων που διαθέτουν. Όμως δεν είναι άμοιροι ευθυνών τόσο το πολιτικό προσωπικό, που χαράσσει (οφείλει να το κάνει) την στρατηγική, όσο και οι τοπικής εμβέλειας ‘’αναπτυξιακές’’ εταιρείες που έβαλαν τις προτεραιότητες, διαχειρίσθηκαν και διένειμαν τον πακτωλό των κοινοτικών κονδυλίων για την ανάπτυξη των Κυκλάδων. Τι έγινε με αυτά τα κονδύλια;, τι έμεινε στα νησιά και για αύριο; ουδείς γνωρίζει να απαντήσει με σαφήνεια.

Σήμερα ο προϋπολογισμός του ΠΕΠ Νοτίου Αιγαίου για τις Κυκλάδες(15) είναι, σε σταθερές τιμές, μικρότερος από τον αντίστοιχο του προγράμματος ανάπτυξης 1978 – 1982!, ενώ η απορρόφηση των κονδυλίων, παρά τις ανάγκες, φτάνει μόλις το 12%! Αφ’ ετέρου, δεν προωθήθηκαν από τη διοίκηση, όπως θα όφειλαν να κάνουν αν υπήρχε, έστω, και το παραμικρό ενδιαφέρον, οι δύο Κανονισμοί της Ε.Ε. που ήταν καίριοι για τα νησιά μας. Ο κανονισμός 1257/99 για την αγροτική ανάπτυξη (μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ανακαίνιση χωριών, για την ενίσχυση της παραγωγής και εμπορίας αγροτικών προϊόντων και για την συνταξιοδότηση των αγροτών με 1.250 ευρώ / μήνα), και ο 3577/92 για την ακτοπλοΐα, που μπορούσε να αναπτύξει περαιτέρω την συγκοινωνία – επικοινωνία ειδικά μεταξύ των μικρών νησιών. 

Το αποτέλεσμα σήμερα από την μη εφαρμογή των κανονισμών, είναι τα αγροτικά προϊόντα να παραμένουν στάσιμα στην παραγωγή, οι αγρότες να παίρνουν κατ΄ ανώτατο όριο 350 ευρώ σύνταξη, και επιπλέον η ελλιπής, περιορισμένη ή ανύπαρκτη συγκοινωνία να φέρνει δυσκολίες και απογοήτευση ακόμα και σε αυτούς που πράγματι πασχίζουν να παραμείνουν στο νησί τους. Για να στηριχθούν αυτές οι κοινωνίες πρώτη προτεραιότητα για τη διοίκηση πρέπει να γίνει η ανάπτυξη των υπηρεσιών του Δημοσίου τομέα, παιδεία, μεταφορές, και ειδικά η υγεία που σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από την ευαισθησία του Π. Ναυτικού(16), δηλαδή τα βασικά, που σήμερα είτε λείπουν ή είναι περιορισμένα, ειδικά τους χειμωνιάτικους μήνες. 

Η Σχινούσα σήμερα είναι ένα από τα πλέον όμορφα, αναπτυσσόμενα σύνολα των Κυκλάδων. Άργησε να έρθει η ανάπτυξη, αλλά η εμπειρία από άλλους χώρους και νησιά, η καταστροφή και η αρχιτεκτονική κατάπτωση την οποία υπέστησαν φαίνεται να είναι ο καλός οδηγός των κατοίκων. Υπάρχουν ποιοτικά δωμάτια, οργανωμένη εστίαση, και τα περίφημα καλοκαιρινά πανηγύρια που πολλές φορές με την παραδοσιακή μουσική και τα ακούσματα μένουν αξέχαστα. Ο επισκέπτης θα απολαύσει αυτά τα πλεονεκτήματα προσθέτοντας ίσως το πιο ουσιαστικό, πεντακάθαρες παραλίες, ησυχία και φιλοξενία κοντά σε δύο διατηρημένους παραδοσιακούς κυκλαδικούς οικισμούς.

Την Σχινούσα αντιμετωπίστε την σαν έναν από τους τελευταίους ελληνικούς παράδεισους. Σεβαστείτε την και είναι σίγουρο ότι θα σας το ανταποδώσει, όταν ξανάρθετε.

Σημειώσεις:

(1)Τα τρία νησιά που επισήμως παρουσιάζουν εποχική κατοίκηση, στην ίδια πάντα γεωγραφική ενότητα, είναι το Κάτω Κουφονήσι (4,45 τ. χλμ – ακτογραμμή 16 χλμ.), που από το 1940 μέχρι το 1981 είχε 32, 16, 15, 6, και 5 κατοίκους (στο εξής κατ.), η Κέρος (15 τ.χλμ. – ακτογραμμή 27 χλμ.) που από το 1940 μέχρι το 1971 είχε 10, 2, 8, και 7 κατ. και το ιδιωτικό Κάτω Αντικέρι ή Δρίμα (1,050 τ.χλμ – ακτογραμμή 6 χλμ.), που ενώ προηγουμένως ήταν ακατοίκητο το 1981 εμφανίζει 4 κατ., το 1991, 2 κατ.(1α)και το 2001 έναν κατ.(1β). Εκτός από αυτά, υπάρχουν πραγματικά δεκάδες άλλα που χωρίς να καταγράφει κάποια κίνηση η Ε.Σ.Υ.Ε., είναι βέβαιο ότι τα επισκέπτονται εποχικά (από την άνοιξη ως το φθινόπωρο), μελισσοκόμοι, κτηνοτρόφοι, και γεωργοί. Ενδεικτικά αναφέρουμε (από Ν. προς Β.), στην Ηρακλειά το Βενέτικο και τα δύο Αβελονήσια, στην Σχινούσα την Πλάκα, την Αγριλού την Φιδούσα ή Οφιδούσα, το Ασπρονήσι ή Λιγάρι,και τη Γαϊδούρα, ανάμεσα από Πάνω και το Κάτω Κουφονήσι τον Γλάρο, βόρεια από το Πάνω Κουφονήσι την Κοπριά, στην Κέρο το Πλακί τον Αγ. Ανδρέα, το Γουργάρι, και τη Σκάνδια (Σκαλιά), τα ιδιωτικά ‘’Πάνω’’ Αντικέρι (1,3 τ. χλμ.) και Δρύμα (Κάτω Αντικέρι), νοτιοδυτικά της Δονούσας οι τρεις Μάκαρες (Άγιος Νικόλαος ή Μεγάλο Νησί, η Πράσινη ή Αγία Παρασκευή και η Στρογγυλή), βορειοανατολικά της Δονούσας οι τρεις νησίδες Μελάντιοι ή Μπούβε(1γ). Αν προσθέσουμε και τα δεκαέξι που είναι γύρω από την Αμοργό έχουμε τριάντα επτά νησιά. Αυτά, διαθέτουν επίσημη ονομασία που την αναφέρουμε, φαντασθείτε τώρα πόσα άλλα μικρότερα – ανώνυμα βρίσκονται κατά μήκος της ακτογραμμής των ‘’μικρών Κυκλάδων’’ και θα αντιληφθείτε ότι το όνομα ‘’μικρές’’ κάθε άλλο παρά ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Όλα αυτά τα νησαία εδάφη, ακόμα και τα ανώνυμα, (αν και ανεπισήμως οι ντόπιοι έχουν δώσει ονόματα σύμφωνα με τα χερσαία ή τα θαλάσσια ή λοιπά χαρακτηριστικά τους), έχουν σπουδαία και πολύπτυχη σημασία: Γεωγραφική, Γεωλογική, Στρατηγική, Ναυτιλιακή, Μετεωρολογική, Αμυντική, Αρχαιολογική – Ιστορική – Καλλιτεχνική, Θρησκευτική, Λαογραφική, Γλωσσολογική, Οικολογική – Βιολογική, Οικονομική(1δ).

(1α) Γεώργιος Κ. Γιαγκάκης, Νησιολόγιο των Κατοικούμενων Ελληνικών Νησιών 1940 – 1991,  Αυτοέκδοση, Αγκίστρι του Σαρωνικού (1995) 26. (1β) Γεώργιος Κ. Γιαγκάκης, Πληθυσμιακές απεικονίσεις των Ελληνικών Νησιών 1896 – 1940 – 2001, Αυτοέκδοση, Τήνος (2004) 8.  (1γ) Φύλλο χάρτη ‘’Πάρου μέχρι Ν. Αστυπάλαια’’ σε κλίμακα 1:150.000, Αθήνα, έκδοση Υδρογραφικής Υπηρεσίας Π.Ν., Ιούνιος 1983. (1δ) Γεώργιος Κ. Γιαγκάκης, Η πολυσήμαντη Σπουδαιότης των Νησαίων Εδαφών, Αυτοέκδοση, Τήνος (1999) 6, 7, 8.

(2)  Παρουσίαση της Νήσου στο: Άγγελος Σινάνης, «Νήσος Ηρακλειά», στο: Ταξίδια στην άλλη Ελλάδα, έτος έκτο, τ. 6, εκδόσεις Χαϊσάιντινγκ, Αθήνα (2004), 46 - 62.

(3)  Για την ονομασία βλ.: Β.Δ. 1ης (13ης) Οκτωβρίου 1834 (ΦΕΚ 4 / 1835) ‘’Περί του σχηματισμού των δήμων του νομού Κυκλάδων’’.Ελευθέριου Γ. Σκιαδά, Ιστορικό Διάγραμμα των Δήμων της Ελλάδας 1833 – 1912, Αθήνα (1994), 446, 465. 

(4)  Είναι γεγονός ότι εκείνη την εποχή η Σχινούσα ήταν γεμάτη σχίνα τα οποία εξήγαγε στην Αμοργό. Ο Ζοζέφ Πιτόν ντε Τουρνεφόρ αναφέρει: Στην Αμοργό δεν έχει ξυλεία. Καίνε μόνο σχίνα και κέδρους που η φωτιά τα καταβροχθίζει αμέσως. Φέρνουν αυτό το ξύλο στην Αμοργό από τον Καλόγερο, από την Κέρο, από την Σχινούσα και από άλλα κοντινά μικρά νησιά. Joseph Pitton de Tournefort, Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους 1700 – 1702, (τίτλος πρωτότυπου: Relation d’un voyage du Levand), μτφ. & εισ: Μάκης – Μυρτώ Απέργη, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο (2003) 265.

(5) Tournefort ο.π. 269.

(6)  Βλ. αναφορά στα: Αντωνίου Μηλιαράκη, Υπομνήματα περιγραφικά των Κυκλάδων νήσων κατά μέρος.  Αμοργός. Αθήνα 1884, στην Δ’ έκδοση στο: περ. ‘’Αμοργιανά’’, του Συνδ. Αμοργίνων έτος πρώτο, τ.1 Αθήνα (1995), 100. Επίσης στο: James T. Bend, The Cyclades, or Life among the Insular Greeks (London 1885: Longmans, Green), μτφ. Εμμ. Α. Λάμπρου, στο: περ. ’’Αμοργιανά’’ έτος έκτο, τ.7 Αθήνα (2000), 285. Οι ιδιοκτησίες της Ι. Μ. Χοζοβιώτισσας με διάφορες διοικητικές αλλαγές κράτησε μέχρι την απαλλοτρίωση των μοναστηριακών περιουσιών, από την κυβέρνηση Νικολάου Πλαστήρα και στα χρόνια μας (1986) επί Ανδρέα Παπανδρέου που εδόθησαν στους ενοικιαστές, αφήνοντας στην μονή, όσα χρειαζόταν για τις ανάγκες των μοναχών. Αυτό ήταν και το τέλος της ‘’δέσμευσης’’ των νησιών με την Αμοργό. Τα συμβούλια περιοχής κλήθηκαν να αποφασίσουν εάν ήθελαν να συμπεριληφθούν στα συμβούλια της Αμοργού ή της Νάξου. Στις 21/2/1985 (Φ.Ε.Κ. 21 τ.Α’) επιλέχθηκε η Νάξος, χωρίς να σημαίνει κάτι ιδιαίτερο, αφού οι ρίζες, οι συγγενικοί δεσμοί, η επικοινωνία μαζί της, είναι καθημερινή. Άγγελος Σινάνης, «Νήσος Ηρακλειά», στο: Ταξίδια στην άλλη Ελλάδα, έτος έκτο, τ. 6, εκδόσεις Χαϊσάιντινγκ, Αθήνα (2004), 54.

(7) Περισσότερα για τους πληθυσμούς των νησιών δείτε στην παραπομπή Νο 12, ‘’Νήσος Δονούσα’’ στον ίδιο τόμο, επίσης στο: Γεώργιος Κ. Γιαγκάκης, Πληθυσμιακές απεικονίσεις των Ελληνικών Νησιών 1896 – 1940 – 2001, αυτοέκδοση, Τήνος (2004) 8.

(8)  Αφήγηση: Γεώργιος Ι. Τζαννετής Εκπαιδευτικός. Πηγή: www.schinousa.gr_history.html

(9)  Την πληροφορία για τον Σαντορινιό μάστορα που έκτισε το καμπαναριό, όπως και την ιστορία για την εύρεση της εικόνας και το χτίσιμο της εκκλησίας μου αφηγήθηκε η Σχινουσιώτισα Ειρήνη Ρωσσέτου σε επιτόπια επίσκεψη στις 18/7/05.

(10)Σημερινός πρόεδρος του συλλόγου ο κ. Νερούτσος Ισίδωρος. Στοιχεία κειμένου: www.schinousa.gr/schinousa_club.html

(11)Φωτεινή Ζαφειροπούλου, ΑΔ (Αρχαιολογικό Δελτίο στο εξής) 22 (1967): Χρονικά, 466. (το έχω στο φάκελο Κουφονήσι) Βασιλική Γιανούλη, ΑΔ 46 (1991), Β’ 2 Χρονικά, 381, 382. Όλγα Φιλανιώτου, «Μικρές Κυκλάδες», στο  Ανδρ. Βλαχόπουλος (επιμ.), Αρχαιολογία. Νησιά του Αιγαίου, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα (2005) 289.

(12) Γιανούλη ο.π. (1991) 382, βλ. σημ. 9. Chr. Doumas, Vas. LambrInoudakis, Lina G. Mendoni, Eva Simantoni – Bournia (Scientific Committee), στο Archaeological Atlas of the Aegean, Ministry of the Aegean – University of Athens, Athens (1999) 295.

(13) Όλγα Φιλανιώτου, «Μικρές Κυκλάδες», στο Ανδρ. Βλαχόπουλος (επιμ.), Αρχαιολογία. Νησιά του Αιγαίου. εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα  (2005) 289.

(14)  Φιλανιώτου ο.π. 289, και AtlasoftheAegean ο.π. 295, όπου αναφέρονται ευρήματα και στη παράλια περιοχή του Αγίου Βασιλείου. 

 (15) Στοιχεία από το κείμενο προέρχονται από συνέντευξη του κ. Γιάννη Παλαιοκρασσά, τ. βουλευτή Κυκλάδων, στον Γ. Ταμπακόπουλο δημοσιογράφο της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή σε άρθρο που τιτλοφορείται: ‘’Εγκαταλειμμένες οι Κυκλάδες παρά τον πακτωλό από Ε.Ε.’’. Σάββατο 28 Φεβρουάριου 2004.

(16) ‘’…Επίσης, ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη εκστρατεία προληπτικής ιατρικής σε ακριτικά νησιά του Αιγαίου, υπό την αιγίδα των Υπουργείων Εθνικής Άμυνας, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, στο πλαίσιο του προγράμματος «Ανοιχτή Αγκαλιά». Πιο συγκεκριμένα, κλιμάκιο ιατρών επισκέφθηκε στα μέσα Απριλίου για δωρεάν ιατρική εξέταση των κατοίκων, τα νησιά Ηρακλειά, Σχινούσα, Δονούσα, Κουφονήσια και Αμοργό. Η μεταφορά των ιατρών και του υγειονομικού προσωπικού, που ανήκει σε μεγάλα νοσοκομεία της Αττικής, πραγματοποιήθηκε με την πυραυλάκατο του ΠΝ «Μαριδάκης». Πηγή: Περιοδικό ‘’Νέες Ιδέες’’, «Ο κοινωνικός ρόλος των ΕΔ» Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 2005, το ίδιο, στο μενού ‘’άρθρα’’ του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας στο www.mod.mil.gr

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Θέση: 36ο 52’,3 βόρειο, 25ο 31’,4 ανατολικό, Έκταση: 8, 1 τ.χ., Ακτογραμμή: 25 χλμ., Υψόμετρο: 0 –  134 κορυφή Βάρδιες, Πληθυσμός: 206 κατ (’01), Πρωτεύουσα: Σχινούσα ή Χώρα, Νομός: Κυκλάδων, επαρχία: Νάξου, απόσταση από Πειραιά 103 ν.μ.  – 5ω 30’, (Νάξος), απόσταση από Νάξο 20 ν.μ – 1ω 30’, απόσταση από Ηρακλειά 1 ν.μ. – 10’.

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 22850, Ταχυδρομικός Κώδικας: Σχοινούσα Κυκλάδων / 84 3 00 Νάξος.

ΔΙΑΜΟΝΗ:www.schinousa.gr/schinousa_rooms.html Μόλις φτάσετε ρωτήστε που είναι το δωμάτιο και φροντίστε να πηγαίνετε μπροστά εσείς. Αν μείνετε πίσω θα σας ‘’φάει’’ η σκόνη από το πουλμανάκι που θα προηγείται. Γύρω στα 300 ενοικιαζόμενα δωμάτια δίκλινα, τρίκλινα και τετράκλινα μπορούν να φιλοξενήσουν γύρω στους χίλιους επισκέπτες. Χώρα: Ριρίκα Πράσινου 71938, Σταυρούλα Κωβαίου 74025, Στέφανος Κωβαίος 71983, Άγγελος Κωβαίος 71178, Ευδοκία Νομικού 71948, Νίκος Οικονομίδης 71987, Ευάγγελος Πράσινος 74005, Ηλίας Πράσινος 71947, Παρασκευή Πρωτονοτάριου 74224, Στράτος Σπυρίδης 71180, Μεσαριά: Γεώργιος Σκαρλάτος 71928, Λιβάδι: Γιώργος Βγόντζας 71160, Θεόδωρος Κουσουλάκος 71910, Νικόλαος Κωβαίος 71166,  Ιωσήφ Λεβαντής 2109765370, Ιωάννης Νομικός 71935, Μερσίνι: Κώστας Χρύσος 71159,  Λιόλιου: Γιάννης Σκαρλάτος 71975, Μπροβάλωμα: Γιάννης Νομικός 71936, Τσιγκούρι: Γιώργος Γρίσπος 71930.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Στον ‘’Γερολιμνιώνα’’, το ‘’Φύκιο’’ και ‘’τ’ αυλάκι του Παπά’’, να έχετε προμήθειες ή φιλότιμο βαρκάρη να σας τις φέρνει. Οι κεντρικές παραλίες έχουν όλες τη γνωστή σήμανση ‘’προσοχή δεν επιτρέπεται’’ κ.τλ., που εντός σαιζόν τηρείται.

ΦΑΓΗΤΟ: Τα φρέσκα ψάρια, πιασμένα μόλις λίγες ώρες πριν και μαγειρεμένα με την τέχνη που μόνο οι ντόπιοι διαθέτουν είναι πάντα η καλύτερη επιλογή, δοκιμάστε ξινομυζήθρα. Στο λιμάνι η Ψαροταβέρνα ‘’Νικόλας’’ 71154, ‘’Μερσίνι’’ 71159, στη Χώρα ‘’Το Κέντρο’’ 71925, ‘’Λόζα’’ 71973, ‘’Μαργαρίτα’’ 74278, ‘’Όστρια’’ 71174, ‘’το Στέκι της Μαρούσας’’ 71156.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Κοινότητα 71150, Fax: 74190, Κ.Ε.Π. 74250, Αστυνομία: δεν έχει, Α’ Βοήθειες: 71385, και ελικοδρόμιο, Φαρμακείο στο ιατρείο. Ενοικιάσεις – Βουλκανιζατέρ: Νίκος Πράσινος στην Ηρακλειά 71991, 71569 e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. για κάτι πιο σοβαρό Πολυκρέτης Γιώργος, Χώρα Νάξου, 24872. Να έχετε μαζί σας δύο Fast.

ΧΡΗΣΙΜΑ: www.schinousa.grΣτους θαλάσσιους αγώνες για το 2006 περιλαμβάνεται και ένας οκταήμερος με την ονομασία ‘’Κυκλάδες’’ που ξεκινά την 1η Σεπτεμβρίου και τερματίζει στις 9 Σεπτεμβρίου με τις διαδρομές Βουλιαγμένη – Μύκονος, Μύκονος – Σχινούσα, Σχινούσα – Κύθνος, Κύθνος – Βουλιαγμένη. Οι δυσπρόσιτες παραλίες και ο γύρος του νησιού είναι εύκολο να γίνουν με τον Δημήτρη Κωβαίο και τον ‘’Άνεμο’’ 6977310427. Τράπεζες με Α.Τ.Μ. στη Νάξο. Επισκεφθείτε τον φούρνο της Χώρας φτιάχνει εκπληκτικά γλυκά ταψιού.

ΠΡΟΣΒΑΣΗ:  Από Νάξο για Δονούσα με τον θρυλικό ‘’Σκοπελίτη’’ κάθε Δευτ – Τετ – Πέμ – Σαβ ώρα 15:00 τον χειμώνα. Από 16 Ιουλίου καθημερινά. Γενικά για δρομολόγια πλοία και τυχόν αλλαγές δείτε www.schinousa.gr/schinousa_transport.html  Από Πειραιά για Δονούσα 4 φορές την εβδομάδα το καλοκαίρι, 2 τον χειμώνα με τα Blue Star του Στρίντζη 2108919800 www.bluestarferries.com. Εισιτήρια: Κόστος (Φεβ 06 – για Νάξο) 23,20 EUR το άτομο, 14,50 EUR η μοτοσυκλέτα έως 250 cc & 21,80 EUR πάνω από 250 cc. Λιμεναρχείο Πειραιά 2104226001 - 4, δρομολόγια πλοίων info ΟΤΕ 1440, www.yen.gr/main.htm Λιμεναρχείο Θεσσαλονίκης (ανταπόκριση για Πάρο ή Νάξο) 2310531504 – 5, διάρκεια ταξιδιού 15ω – 250 ν.μ. Το συντομότερο ταξίδι είναι Πειραιάς - Νάξος (μέσω Πάρου) με τα highspeed I, II, III, IIII, διάρκεια ταξιδιού 4ω. Από εκεί αναλαμβάνει ο Σκοπελίτης με 6,50 EUR το άτομο & 5 EUR η μοτοσυκλέτα ανεξαρτήτως κυβισμού. Πρακτορείο εισιτηρίων για τον Σκοπελίτη στη Νάξο: ΖΑΣ travel 2285023330. Πρακτορείο εισιτηρίων και πληροφορίες για τα δρομολόγια και τις ανταποκρίσεις στη Σχινούσα Γιώργος Γρίσπος 29329, Γιάννης Βγόντζας 71160.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Δεν έχει. Ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος είναι μέχρι την Χώρα, το υπόλοιπο δίκτυο είναι χωμάτινο και καλό. Αν γεμίσετε στον Πειραιά ή την Νάξο δεν θα αντιμετωπίσετε πρόβλημα. Γεμίστε όμως, γιατί μετά μπορεί να πάτε και στα υπόλοιπα νησιά, Ηρακλειά, Κουφονήσι, Δονούσα. 

ΧΑΡΤΕΣ: Αποκλειστικά για το νησί σε κλίμακα 1:10.000 θα βρείτε στο λαογραφικό μουσείο και στα καταστήματα της Χώρας. Όλος ο Νομός Κυκλάδων σε κλίμακα 1:350.000, σε έναν μοναδικό πλαστικοποιημένο χάρτη που χωράει στο tang Bag Εκδόσεις ‘’Ελλάδα’’ χάρτης Νο 29 ‘’Κυκλάδες’’, Κολοκοτρώνη 11 Αθήνα 2103222573, 3235241, Βενιζέλου 3, Θεσσαλονίκη 2310223063.

ΒΙΒΛΙΑ: Δεν εντοπίστηκε κάποιο αποκλειστικά για τη Σχινούσα.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax: 2434071826. 

Περισσότερες πληροφορίες για την ΣΧΙΝΟΥΣΑ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Β α σ ι λ ι κ ή  Γ ι α ν ο ύ λ η, Αρχαιολογικό Δελτίο 46 (1991), Β’ 2 Χρονικά, 381, 382.
  • Γ ε ώ ρ γ ι ο ς   Κ. Γ ι α γ κ ά κ η ς, Νησιολόγιο των Κατοικούμενων Ελληνικών Νησιών 1940 – 1991,  Αυτοέκδοση, Αγκίστρι του Σαρωνικού 1995.
  • Γ ε ώ ρ γ ι ο ς   Κ. Γ ι α γ κ ά κ η ς, Η πολυσήμαντη Σπουδαιότης των Νησαίων Εδαφών, Αυτοέκδοση, Τήνος 1999.
  • Chr. D o u m a s, Vas. L a m b r I n o u d a k i s, Lina G. M e n d o n i, Eva S i m a n t o n i – Bournia (Scientific Committee), στο Archaeological Atlas of the Aegean, Ministry of the Aegean – University of Athens, Athens 1999.
  • J o s e p h   P i t t o n   d e  T o u r n e f o r t, Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους 1700 – 1702 (τίτλος πρωτότυπου: Relation d’un voyage du Levand), μτφ. & εισ: Μάκης – Μυρτώ Απέργη, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2003.
  • Γ ε ώ ρ γ ι ο ς   Κ. Γ ι α γ κ ά κ η ς, Πληθυσμιακές απεικονίσεις των Ελληνικών Νησιών 1896 – 1940 – 2001, Αυτοέκδοση, Τήνος 2004.
  • Υδρογραφική Υπηρεσία του Π.Ν., «Πλοηγός», Νοτιοανατολικές Ακτές, έκδοση Υδρογραφική υπηρεσία του Π.Ν., τ. Β’, Αθήνα 42004.
  • Ό λ γ α   Φ ι λ α ν ι ώ τ ο υ, «Μικρές Κυκλάδες», στο  Α ν δ ρ. Β λ α χ ό π ο υ λ ο ς (επιμ.), Αρχαιολογία. Νησιά του Αιγαίου. εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα  2005.

 Οι 449 Περιοχές Ιδιαιτέρου Κάλλους της Ελλάδας (4607 λέξεις)

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Φεβρουάριος 2006

Πρόγραμμα «Φιλότης» 

Η Ελλάδα είναι κυρίως, ηπειρωτική χώρα με τεράστιο αποθεματικό ιστορικών τόπων, μνημείων ανθρώπινου πολιτισμού, πλούσια σε τοπία και φυσικό περιβάλλον με δεκάδες είδη αυτοφυούς χλωρίδας και μεγάλων, πυκνών δασικών εκτάσεων που δημιουργούν φιλόξενο περιβάλλον για χιλιάδες φυτικά και ζωικά είδη. Πολλές από αυτές τις περιοχές τις γνωρίζουμε ή έχουμε σκοπό να το κάνουμε μέσα από τα ταξίδια, που ολοένα πιο πολύ φαντάζουν, και είναι, απαραίτητα για την εξισορρόπηση του άγχους που δημιουργούν οι καινούργιες συνθήκες εργασίας, κυρίως όμως, οι μεγαλουπόλεις.  

Οι επεμβάσεις του ανθρώπου σ’ αυτά τα φυσικά οικοσυστήματα, οι κάθε είδους παραγωγικές δραστηριότητες μεταβάλουν στο πέρασμα του χρόνου το περιβάλλον, και όπως αποδείχθηκε(1) πρόσφατα και το κλίμα, ενώ οι συνέπειες από την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων γίνονται ολοένα και πιο αισθητές. Όλα αυτά, και κυρίως ο ορατός πλέον κίνδυνος εξαφάνισης πολλών ειδών αυτοφυούς χλωρίδας και άγριας πανίδας καθώς και ο κίνδυνος υποβάθμισης πολλών οικοτόπων είχε σαν αποτέλεσμα την κινητοποίηση για τη λήψη μέτρων που σκοπό έχει την προστασία και διατήρηση της φυσικής κληρονομιάς. Αυτή η προσπάθεια που καταβάλει ο άνθρωπος για τη διατήρηση της φύσης ξεκίνησε ήδη πριν από ενάμισι αιώνα, από τα κράτη που είχαν λύσει τις βασικές τους ανάγκες, και είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία προστατευόμενων περιοχών. 

Ως πρώτη προσπάθεια για τη θεσμοθέτηση αυτών των περιοχών θεωρείται η ίδρυση του Εθνικού Πάρκου Yellowstone(2), το 1872, αν και είχε προηγηθεί το 1864 η ίδρυση του Εθνικού Δρυμού(3) Yosemite στην Καλιφόρνια των Η.Π.Α. Από τότε έως σήμερα, έχουν κηρυχθεί σε όλον τον κόσμο χιλιάδες προστατευόμενες περιοχές. Η Ελλάδα, λόγω της γεωγραφικής της θέσης (σταυροδρόμι τριών Ηπείρων και βιογραφικών περιοχών), της μεγάλης ποικιλίας κλιματικών συνθηκών και της γεωμορφολογίας (έντονα ορεινό ανάγλυφο, κοιλάδες, λίμνες, χιλιάδες νησιά), παρουσιάζει σε σχέση με την έκτασή της, μεγάλη βιοποικιλότητα.  

Η έννοια της προστασίας της φύσης αναγνωρίστηκε και εκφράστηκε για πρώτη φορά με την κήρυξη του Ολύμπου σε Εθνικού Δρυμού με πυρήνα 40.000 στρ., ήδη από το 1938 (9 Ιουνίου). Την πρώτη αυτή περιοχή που χαρακτηρίστηκε «Εθνικός Δρυμός» και προστατεύεται με ειδικό καθεστώς ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια, άλλες εννέα(4). Σήμερα, εικοσιτρείς περιοχές(5) χαρακτηρίζονται με τον όρο «Εθνικά Πάρκα» και προστατεύονται από την εθνική νομοθεσία, (Ν.1650/86, ο αρχικός νόμος πλαίσιο (ΦΕΚ 160/Α/16.10.86), για την προστασία του περιβάλλοντος που συμπληρώθηκε από το Π.Δ. 67/1981 (ΦΕΚ 23/Α/30.1.81) τον Ν. 2742/99 και τον Ν. 3044/02), αλλά και από τα πλαίσια που έχουν θέσει οι διεθνείς συμβάσεις, σημαντικότερες(6) από τις οποίες είναι: 

  • «Συμφωνία επί των Διεθνούς ενδιαφέροντος Υγροτόπων», γνωστή περισσότερο ως Σύμβαση Ραμσάρ, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 1974 με το Ν.Δ.191/1974 (ΦΕΚ 350/Α/20.11.1974) και στην οποία έχουν περιληφθεί οι έντεκα υγρότοποι(7) της χώρας.
  • «Σύμβαση της Βέρνης» (Συμβούλιο της Ευρώπης, 19/9/1979) για τη διατήρηση της άγριας ζωής, χλωρίδας και πανίδας, των απειλούμενων με εξαφάνιση ειδών και των μεταναστευτικών πουλιών, Ν. 1335/1983 (ΦΕΚ 32/Α/14.3.83).
  • «Σύμβαση Cites» για το διεθνές εμπόριο άγριων ειδών πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση Ν. 2055/1992 (ΦΕΚ 112/Β/1.3.85).
  • «Σύμβαση για τη βιολογική ποικιλότητα» του ΟΗΕ (Ρίο,5/6/1992) για τη διατήρηση και προστασία της βιολογικής ποικιλότητας. Ν. 2204/1994 (ΦΕΚ 59/Α) και απόφαση 93/626/ΕΟΚ του Συμβουλίου, Αριθ.L 309, 13/12/1993
  • «Σύμβαση της Βόννης» για τη διατήρηση των μεταναστευτικών ειδών της άγριας πανίδας (Βόννη, 1979) που τέθηκε σε ισχύ το 1983, με σκοπό την προστασία των πτηνών, θηλαστικών, Ψαριών και ασπόνδυλων. 

Στα πλαίσια της Ε.Ε. δύο είναι οι πιο σημαντικές Οδηγίες: 

  • Οδηγία 79/409/ΕΟΚ (Ε.Ε) για «τη διατήρηση των άγριων πτηνών», η οποία σκοπό έχει τη λήψη των αναγκαίων μέτρων από τα κράτη μέλη, ώστε να διατηρηθεί ο πληθυσμός της άγριας ορνιθοπανίδας σε ικανό επίπεδο, τέτοιο, που να καλύπτει τις οικολογικές και επιστημονικές απαιτήσεις, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις οικονομικές δραστηριότητες. Η εναρμόνιση με το ελληνικό δίκαιο έγινε με την Κοινή Υπουργική Απόφαση 414885/29.11.1985 (ΦΕΚ757/Β/18.12.85). Από αυτήν προκύψαν 52 περιοχές ως «Περιοχές Ειδικής Προστασίας», (SPASpecialProtectedAreasκαι IBAImportantBirdArea), η τελευταία, σύμφωνα με την πρόταση των ICBPIWRB (InternationalCouncilforBirdPreservationInternationalWaterfowlWetlandsResearchBureau)  .
  • Οδηγία 92/43/ΕΟΚ (Ε.Ε.) για «τη διατήρηση των οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας», στην οποία προβλέπεται η δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Ειδικών Ζωνών Διατήρησης, περισσότερο γνωστό σαν Δίκτυο Natura 2000. Αυτή η οδηγία έχει σκοπό να προστατεύσει τους φυσικούς υγρότοπους και τα είδη φυτών και ζώων που έχουν ενδιαφέρων για τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο ελληνικός κατάλογος περιλαμβάνει 264 περιοχές, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι προαναφερθείσες 52 σύμφωνα με την ως άνω οδηγία, 79/409/ΕΟΚ. 

Μέσα σε αυτό το θεσμικό πλαίσιο που δημιουργούν αυτές οι αποφάσεις και οι συμβάσεις, πορεύεται και η Ελλάδα η οποία, με τις σημαντικές ρυθμίσεις του Νόμου 1650/86 κατηγοριοποίησε τις προστατευόμενες περιοχές ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του τόπου. Έτσι έχουμε, περιοχές Απόλυτης Προστασίας, Φυσικά Καταφύγια, Θαλάσσια, Φυσικά και Εθνικά Πάρκα, Αισθητικά Δάση – Μνημεία της Φύσης, και τέλος, προστατευόμενα τοπία. Στα πλαίσια του Ν.1465/1950 υπάρχει η δυνατότητα ανακήρυξης ορισμένων περιοχών ως «Τοπίων Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους».  

Σε αυτή την κατηγορία, ανήκει το πρόγραμμα του Ε.Μ.Π. που αναδημοσιεύουμε. Αυτή η μοναδική έρευνα του Πολυτεχνείου δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην Εφημερίδα Καθημερινή της Κυριακής 4ης Ιουλίου 1999. Σε συνεργασία, και με άδεια της Καθημερινής, που και μέσα από αυτές τις σελίδες την ευχαριστώ πολύ, αναδημοσιεύουμε τα αποτελέσματα της τριετούς έρευνας με τις 449 πιο όμορφες περιοχές της Ελλάδας με την ευχή να επισκεφθείτε όσο το δυνατόν περισσότερα. 

Με την ολοκλήρωση του επίπονου προγράμματος «Οριοθέτηση και καθορισμός μέτρων προστασίας τοπίων ιδιαίτερου φυσικού κάλλους», καταμετρήθηκαν οι πιο όμορφες περιοχές της Ελλάδας. Το πρόγραμμα, αποτελεί συνέχεια των αντίστοιχων προσπαθειών καταγραφής της χλωρίδας και της πανίδας καθώς και των βιοτόπων της Ελλάδας. Το ιδιαίτερο δύσκολο και φιλόδοξο πλάνο ανέλαβε να υλοποιήσει, ύστερα από ανάθεση του ΥΠΕΧΩΔΕ, ο Τομέας Υδραυλικών και Θαλασσίων Έργων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, με επιστημονικό υπεύθυνο τον επίκουρο καθηγητή κ. Κίμωνα Χατζημπίρο.  

Για την εργασία αυτή, μίλησε στον δημοσιογράφο Απόστολο Λακασά της εφημερίδας Καθημερινή ο κ. Κίμωνας Χατζημπίρος: «Ο τίτλος όλου του προγράμματος είναι «Φιλότης»· λέξη που σύμφωνα με τον κ. Χατζημπίρο χρησιμοποιήθηκε από τον φιλόσοφο Εμπεδοκλή και σημαίνει την ενοποιητική δύναμη της φύσης. Στο τρίτο μέρος του προγράμματος, αυτό που παρουσιάζουμε σήμερα, τετρακόσιες σαράντα εννέα περιοχές επιλέχθηκαν για να προταθούν και να κηρυχθούν Τοπία Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους (ΤΙΦΚ).  

Οι τόποι αυτοί καταλαμβάνουν περίπου το 5% της συνολικής χερσαίας επιφάνειας της Ελλάδος, ποσοστό, το οποίο θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό με βάση την αξιολόγηση και τα κριτήρια που τίθενται από τους επιστήμονες σε ανάλογες έρευνες. Τα κριτήρια της επιλογής είναι πολλαπλά και τόσα, όσα και οι λόγοι προστασίας κάποιου τόπου.«Για μας το φυσικό κάλλος δεν περιορίζεται μόνο σε καθαρά φυσικά στοιχεία, όπως είναι η βλάστηση, το νερό, και άλλα γεωλογικά στοιχεία, αλλά επεκτείνεται και σε ανθρώπινες κατασκευές όπως ένας παραδοσιακός οικισμός, ένα πέτρινο γεφύρι, ένα μοναστήρι κ.λπ. προσπαθήσαμε να ορίσουμε την ομορφιά με ένα τρόπο πιο πολύπλευρο απ’ αυτό μόνο του φυσικού κάλλους. Όσον αφορά αυτό καθ’ αυτό το φυσικό κάλλος, προτείνουμε μόνο τις περιοχές εκείνες που έχουν πολύ σημαντικά φυσικά στοιχεία». 

Τι σημαίνει όμως η κήρυξη ενός τόπου ως Τοπίο Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλους; Όπως μας πληροφορεί ο κ. Χατζημπίρος «ένα ΤΙΦΚ προστατεύεται από τις ανθρώπινες επεμβάσεις που θα το «διαταράξουν» και το ΥΠΕΧΩΔΕ σκοπεύει να ορίσει με σαφήνεια τις αναλυτικές προδιαγραφές για την προστασία των ΤΙΦΚ». Έως τώρα η κήρυξη μιας περιοχής σε ΤΙΦΚ ήταν στην αρμοδιότητα του υπουργείου Πολιτισμού. Όμως, παρατηρεί ο κ. Χατζημπίρος, «οι τόποι που είχαν ορισθεί από αυτό ως προστατευόμενοι ήταν μόνο ιστορικής, αρχαιολογικής και αρχιτεκτονικής αξίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των κριτηρίων, που είχαν υιοθετηθεί από το υπουργείο Πολιτισμού, είναι ότι ως ΤΙΦΚ είχε χαρακτηρισθεί ο χώρος που έγινε η μάχη των Δερβένων». Αρχικά, από το Υπουργείο Πολιτισμού ως ΤΙΦΚ είχαν κριθεί 507 τόποι. Με το πρόγραμμα του ΕΜΠ διατηρούνται 190 παλιά ΤΙΦΚ και προτείνονται 259 νέες τοποθεσίες.

ΝΟΜΟΣ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ 

  1. 1.      Δάσος Βαλανιδιάς Σκούρτου -Παλιομάνινας
  2. 2.      Δάσος Φράξου Λεσινίου
  3. 3.      Κλεισούρα Μεσολογγίου
  4. 4.      Λίμνη Κομήτη Βόνιτσας
  5. 5.      Λόφος και Φρούριο Βόνιτσας
  6. 6.      Ναύπακτος
  7. 7.      Νησάκι Κουκουμίτσα Βόνιτσας
  8. 8.      Νησίδα Κλείσοβα και λιμνοθάλασσα Κλείσοβας
  9. 9.      Νησίδα Οξειά
  10. 10.   Νησίδες Αγίου Νικολάου
  11. 11.   Νήσος Κάλαμος
  12. 12.   Όρος Βαράσοβα
  13. 13.   Στενά Αχελώου
  14. 14.   Φαράγγι Κότσαλου
  15. 15.   Φρούριο Αγ. Μαύρας και περιβάλλων Χώρος 

ΝΟΜΟΣ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ 

  1. 16.   Ακροναυπλία και Παλαμίδι
  2. 17.   Ανώνυμος Λόφος Δυτικά της Ασίνης
  3. 18.   Νέα Επίδαυρος 

ΝΟΜΟΣ ΑΡΚΑΔΙΑΣ 

  1. 19.   Δημητσάνα, Στεμνίτσα και Φαράγγι Λούσιου
  2. 20.   Καρύταινα
  3. 21.   Καστάνιτσα Πάρνωνα
  4. 22.   Κερασιά – Βλαχοκερασιά Αρκαδίας
  5. 23.   Λόφος Στόχος Νεστάνης (Τσιπιανών)
  6. 24.   Χώρος μάχης Βερβαίνων 

ΝΟΜΟΣ ΑΡΤΑΣ 

  1. 25.   Λιμνοθάλασα Λογαρού και Δέλτα Αράχθου
  2. 26.   Λιμνοθάλασσες Ροδιάς – Τσουκαλιού
  3. 27.   Νότια Στενά Λούρου 

ΝΟΜΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 

  1. 28.   Ακρόπολη – Αρχαία Αγορά – Λόφοι Νυμφών, Μουσών και Πνύκας
  2. 29.   Αλεποχώρι – Ψάθα – Πόρτο Γερμενό
  3. 30.   Άρμα και φαράγγι Γκούρας
  4. 31.   Βουνά Σουνίου
  5. 32.   Βραυρώνα
  6. 33.   Δάσος Καισαριανής
  7. 34.   Διαβολογέφυρο Τροιζήνας
  8. 35.   Ελλάνιο Όρος
  9. 36.   Καψάλι και Χώρα Κυθήρων
  10. 37.   Λίμνη Βουλιαγμένης Αττικής
  11. 38.   Λίμνη Κουμουνδούρου και Λόφος Ηχούς
  12. 39.   Μονή Δαφνίου
  13. 40.   Μυλοπόταμος, Κάτω Χώρα και Πίσω Πηγάδι
  14. 41.   Νήσος Δοκός
  15. 42.   Νήσος Πόρος και Μόδι
  16. 43.   Νήσος Σπέτσες
  17. 44.   Νήσος Ύδρα
  18. 45.   Παραλία Καλαδί Κυθήρων
  19. 46.   Περιοχή Αμφιαράειου
  20. 47.   Περιοχή Ραμνούντα – Λοιμικού
  21. 48.   Πρώην Βασιλικό κτήμα Τατοΐου
  22. 49.   Σχινιάς Μαραθώνα
  23. 50.   Φαράγγι Παλαιοχώρας Κυθήρων
  24. 51.   Χερσόνησος Μεθάνων 

ΝΟΜΟΣ ΑΧΑΪΑΣ 

  1. 52.   Βράχος Αγ. Λεοντίου Μονής Ταξιαρχών
  2. 53.   Λίμνη Τσιβλού
  3. 54.   Μονή Μακελαριάς, Βράχος, Γερακοβούνι, Λίμνη Ρακίτα
  4. 55.   Μπουφούσκια Αιγίου
  5. 56.   Πηγές Ποταμού Αροανίου
  6. 57.   Πηγές Ποταμού Λάδωνα
  7. 58.   Φαράγγι Βουραϊκού 

ΝΟΜΟΣ ΒΟΙΩΤΙΑΣ 

  1. 59.   Λίμνη Παραλίμνη
  2. 60.   Όσιος Λουκάς
  3. 61.   Σπηλιά Αλιάρτου 

ΝΟΜΟΣ ΓΡΕΒΕΝΩΝ 

  1. 62.   Κοιλάδα Βάλια Κίρνα Σμόλικα
  2. 63.   Μονή Ζάβορδας
  3. 64.   Σπήλαιο Γρεβενών και Όρλιακας 

ΝΟΜΟΣ ΔΡΑΜΑΣ 

  1. 65.   Βυργιώτισσα – Κεφαλόσκαλο (Δάσος Σημύδας)
  2. 66.   Φαλακρόν Όρος (αλπική περιοχή) 

ΝΟΜΟΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ 

  1. 67.   Αρχαία Κάμειρος
  2. 68.   Ασφένδιου στην Κω
  3. 69.   Κοσκινού Ρόδου
  4. 70.   Λίνδος Ρόδου
  5. 71.   Λόφος Φιλερήμου Ρόδου
  6. 72.   Μονόλιθος Ρόδου
  7. 73.   Νήσοι Μεγίστη (Καστελλόριζο), Ρω, Στρογγυλή
  8. 74.   Νήσος Γυαλί
  9. 75.   Νήσος Νίσυρος
  10. 76.   Νήσος Πάτμος
  11. 77.   Νήσος Σύμη
  12. 78.   Νήσος Χάλκη
  13. 79.   Παντέλι, Πλάτανος, Αγία Μαρίνα Λέρου
  14. 80.   Προφήτης Ηλίας Ρόδου
  15. 81.   Ροδίνι
  16. 82.   Χαράδρα Πετελούδων Ρόδου
  17. 83.   Χώρα Αστυπάλαιας 

ΝΟΜΟΣ ΕΒΡΟΥ 

  1. 84.   Παραποτάμιο Δάσος Έβρου
  2. 85.   Φαράγγι Γριά Βάθρας (Βαράδες) Σαμοθράκης
  3. 86.   Φαράγγι Στομάρι Σαμοθράκης
  4. 87.   Φαράγγι Φονιάς Σαμοθράκης 

ΝΟΜΟΣ ΕΥΒΟΙΑΣ 

  1. 88.   Ακρωτήριο Καφηρέας (Κάβο Ντόρο)
  2. 89.   Δημοσάρι και Καστανόλογγος στην Οχη Ευβοίας
  3. 90.   Κοιλάδα Ρουκλιών Καρυστίας
  4. 91.   Νησίδα Σαρακηνό Σκύρου
  5. 92.   Νησίδα Στρογγυλή Ευβοίας
  6. 93.   Νησίδες Μονολιά και Λιχάδες Ευβοίας
  7. 94.   Ορεινοί οικισμοί περιοχής Κύμης
  8. 95.   Όρμος Καλογριάς, Ατσίτσα και γειτονικό Πευκοδάσος
  9. 96.   Ρέματα Μουρτερής και Μανικιώτικο περιοχής Κύμης
  10. 97.   Χώρα Σκύρου 

ΝΟΜΟΣ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ 

  1. 98.   Φαράγγι Αγραφιώτη Ευρυτανίας
  2. 99.   Φαράγγι Ασπρορέματος Ευρυτανίας
  3. 100. Φαράγγι Κρικελοπόταμου
  4. 101. Φαράγγι Πανταβρέχει Ευρυτανίας 

ΝΟΜΟΣ ΗΛΕΙΑΣ 

102. Ακρωτήριο Αγ. Ανδρέα Κατάκωλου

103. Ανδρίτσαινα

104. Αρχαία Ολυμπία

105. Λίμνη και δάσος Καιάφα

106. Μονή Κρεμαστής

107. Παραπόταμοι Αλφειού 

ΝΟΜΟΣ ΗΜΑΘΙΑΣ 

108. Άγιος Νικόλαος Ναούσης

109. Μονή Τιμίου Προδρόμου Βεροίας (Στενά Αλιάκμονα)

110. Ξηρολίβαδο Βεροίας 

ΝΟΜΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ 

  1. 111.  Αγία Ειρήνη
  2. 112. Αγία Τριάδα
  3. 113. Αστερούσια Όρη (Κοφινάς)
  4. 114. Βαθύπετρο
  5. 115. Βώρος
  6. 116. Γιούχτας
  7. 117. Γόρτυς
  8. 118. Κανλί Καστέλι (Προφήτης Ηλίας, Ρόκκα)
  9. 119. Καρφί, Κράσι, Κερά
  10. 120. Κνωσσός
  11. 121. Λύττος ή Ξυδάς
  12. 122. Μονή Βροντησιού
  13. 123. Πρινιάς
  14. 124. Σίβα
  15. 125. Σπήλαιο Καμαρών
  16. 126. Φαιστός
  17. 127. Χόνδρος 

ΝΟΜΟΣ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ 

128. Κοιλάδα Καλαμά μεταξύ των χωριών Σίδερη και Πηγαδούλια

129. Εκβολή Καλαμά

130. Όρμος Αρίλας

131. Παραλία και Νησάκι Πέραμος

132. Στενά Καλαμά

133. Σύβοτα

134. Φράγμα Καλαμά

135. Χαράδρα Καλπακιώτικου ρέματος στο Φοινίκι

136. Χαράδρα Ρέματος Ντάλα και Στενά Αχέροντα 

ΝΟΜΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 

137. Κέδρινος Λόφος Θεσσαλονίκης (Σέιχ Σου) 

ΝΟΜΟΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Από το Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. προστατεύονται το Μέτσοβο βάσει ειδικού διατάγματος, ως παραδοσιακός οικισμός και όλα τα χωριά του Ζαγορίου και της ευρύτερης περιοχής (61 οικισμοί) οι οποίοι χαρακτηρίζονται ως παραδοσιακοί με βάση το Π.Δ. της 26/9/79, όπως τροποποιήθηκε με Π.Δ. το 1995

138. Αισθητικό δάσος Ιωαννίνων

139. Βόρεια Στενά Λούρου

140. Δίλοφο Ζαγορίου

141. Εκκλησάκι Ταξιαρχών στα Κάτω Πεδινά

142. Καπέσοβο και Βραδέτο Ζαγορίου

143. Κήποι, Κουκούλι και το μεταξύ τους φαράγγι

144. Λίμνη Παμβώτιδα και Νησί Ιωαννίνων

145. Λίμνη πηγών Αώου

146. Λίμνη Ζαραβίνας

147. Μέτσοβο

148. Μικρό και Μεγάλο Πάπιγκο

149. Μονοδέντρι και Βίτσα Ζαγορίου

150. Οροπέδιο Μονοδενδρίου Ιωαννίνων

151. Στενά Άραχθου

152. Στενά Σαραντάπορου

153. Συμβολή Αώου – Βοϊδομάτη

154.  Τμήμα της Κοιλάδας του Καλαμά από Σουλόπουλο μέχρι Γρίμποβο

155. Φαράγγι Βίκου και ποταμός Βοϊδομάτης

156. Φαράγγι Δολού Πωγωνιανής

157. Φαράγγι Μονής Ρογκοβού

158. Φαράγγι ποταμού Χρούσια, Σιράκο, Καλαρίτες

159. Χαράδρα Αώου

160. Χαράδρα Θεογέφυρου

161. Χαράδρα ποταμού Γόρμου 

ΝΟΜΟΣ ΚΑΒΑΛΑΣ 

162. Άγιος Ιωάννης Καβάλας

163. Αισθητικό Δάσος Αμυγδαλεώνα Καβάλας

164. Αλυκή Θάσου

165. Αρχαία Θάσος

166. Αστρίς Θάσου

167. Ελευθερούπολη Καβάλας

168. Κοίνυρα Θάσου

169. Νέα Πέραμος

170. όρος Παγγαίο

171. Παναγία ή Αναστάσιον Θάσου

172. Συνοικία (Χερσόνησος) Παναγία Καβάλας 

ΝΟΜΟΣ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ 

173. Αισθητικό δάσος Καραισκάκη Καρδίτσας

174. Άλσος Παπαράντζας (Χίλια Δέντρα Καρδίτσας

175. Ιερά Μονή Ρεντίνας

176. Μονή Σπηλιάς Κουμπουριανών Αγράφων (Σπηλιώτισσα)

177. Περιοχή Λίμνης Πλαστήρα (Ταυρωπού ή Μέγδοβα) 

ΝΟΜΟΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ 

178. Κρανιώνας, Χάλαρα, Παύλος Μελάς

179. Λίμνες Αρένες Γράμμου

180. Λίμνη και Χερσόνησος Καστοριάς

181. Παρόχθια τμήματα του Αλιάκμονα στο Νεστόριο Καστοριάς

182. Περιοχή Πεύκου Γράμμου

183. Υψώματα Επταχωρίου

184. Φαράγγι Κορομηλιάς Καστοριάς 

ΝΟΜΟΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ 

185. Ακρωτήριο Αρίλλας και Πόρτο Τιμόνι

186. Ακρωτήριο Ελάια (Κλαμπ Μεντιτερανέ)

187. Ακρωτήριο και Όρμος Καλάμι

188. Ακρωτήριο και Όρμος Κουλούρας

189. Ακρωτήριο Καστρί και γύρω πλαγιές

190. Ακρωτήριο Κεφάλι και Νησίδες Διάπλο και Διάκοπο

191. Άνω Κορακιανά Κέρκυρας

192. Αχχίλειο και Γαστούρι Κέρκυρας

193. Βαρυπατάδες

194. Βουνό πάνω από Μπενίτσες

195. Καρουσάδες

196. Κάτω Γαρούνα και γύρω περιοχή

197. Λιμνοθάλασσα Αντηνιώτη

198. Λιμνοθάλασσα Κορισσίων

199. Λιμνοθάλασσα Χαλκιοπούλου

200. Νησίδα Λαζαρέττο (Γουβίνο)

201. Νησίδα Πτυχία (Βίδος)

202. Νησίδες Γυναίκα, Συκιά και Κραβιά

203. Νήσος Παξοί

204. Όρμος και Χερσόνησος Αγίου Στεφάνου

205. Παλιοκαστρίτσα

206. Πέλεκας – Γλυφάδα Κέρκυρας

207. Πλαγιές γύρω από τους Λάκωνες

208. Πλαγιές νότια της παραλίας Αγίου Γεωργίου και Αγγελόκαστρο

209. Ύψωμα πάνω από τα χωριά Ασπιωτάδες και Μανατάδες

210. Φρούριο Αγίου Νικολάου (Παλιό) Κέρκυρας

211. Χερσόνησος και Όρμος Κερασιάς

212. Χερσόνησος Κανόνι και Ποντικονήσι Κέρκυρας

213. Χρσόνησος Κασσιόπης (Κασσώπης)

214. Χωριό Άγιος Μάρκος και γύρω περιοχή 

ΝΟΜΟΣ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ 

215. Εθνικός Δρυμός Αίνου ή Μόντε Νέρο και Κόλπος Λουρδάς

216. Κάστρο Αγίου Γεωργίου, Σαν Τζόρτζιο ή πόλη της Κεφαλονιάς

217. Λίμνη Μελισσάνη

218. Όρμος Μύρτου Κεφαλλονιάς

219. Όρμος Σαρακήνικο Ιθάκης

220. Φρίκες – Κιόνι Ιθάκης

221. Χερσόνησος Άσσου

222. Χερσόνησος Ερίσου 

ΝΟΜΟΣ ΚΙΛΚΙΣ 

223. Μεγάλο Ρέμα 

ΝΟΜΟΣ ΚΟΖΑΝΗΣ 

224. Καταρράκτης «Σκεπασμένο» Βελβενδού

225. Υψώματα Βυθού Πενταλόφου

226. Φαράγγι και Κάστρο Σερβίων Κοζάνης (Πόρτες) 

ΝΟΜΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ 

227. Αισθητικό δάσος Πευκιά Ξυλοκάστρου

228. Ακροκόρινθος

229. Βουνό Παναγίας Κορυφής

230. Κοιλάδα Φενεού

231. Λίμνη Στυμφαλία

232. Λόφος Παναγία Νεμέας

233. Μετέωρα Κορινθίας

234. Μονή Θεοτόκου Περαχώρας

235. Περιοχή Ηραίου Περαχώρας

236. Πέτρα Περαχώρας (Βράχος Βουνού

237. Υψώματα βόρεια του χωριού Στενό Κορινθίας

238. Υψώματα Ελληνικού

239. Υψώματα Λυγιάς 

ΝΟΜΟΣ ΚΥΚΛΑΔΩΝ 

240. Άνω Σύρος

241. Βόλαξ Τήνου

242. Διπόταμα Άνδρου

243. Ερμούπολη

244. Κλέφτικο Μήλου

245. Νάουσα Πάρου

246. Νησίδα Άνυδρος

247. Νησίδα Νικουριά Αμοργού

248. Νήσοι Θηρασία, Ασπρονήσι, Παλιά και Νέα Καμένη

249. Νήσος Ανάφη

250. Νήσος Αντίμηλος

251. Νήσος Θήρα ή Σαντορίνη

252. Νήσος Ίος

253. Νήσος Κίμωλος

254. Νήσος Μύκονος

255. Νήσος Σέριφος

256. Νήσος Σίκινος

257. Νήσος Σίφνος

258. Νήσος Φολέγανδρος

259. Όρμος Οτζιάς

260. Παναγία Χοζοβιώτισσα Αμοργού

261. Παροικιά Πάρου

262. Χώρα Αμοργού

263. Χώρα Νάξου

264. Χώρα Τήνου 

ΝΟΜΟΣ ΛΑΚΩΝΙΑΣ 

265. Αρεόπολη

266. Βάθεια

267. Γύθειο

268. Κεντρικός Ταΰγετος

269. Κίττα

270. Λαγκάδα Ταϋγέτου

271. Μίνα Μάνης

272. Μονεμβασιά

273. Περιοχή Μυστρά – Παρορίου – Αγίου Ιωάννου 

ΝΟΜΟΣ ΛΑΡΙΣΗΣ 

274. Αισθητικό Δάσος Όσσας

275. Η μεταξύ Λαρίσης και Φαρσάλων  αγροτική περιοχή

276. Κοιλάδα Τεμπών

277. Χαράδρες Ξερολάκκί και Παπά Ρέμα Ολύμπου 

ΝΟΜΟΣ ΛΑΣΙΘΙΟΥ 

278. Βάι

279. Βόιλα

280. Βρόκαστρο

281. Δικταίον Άντρον

282. Δρήρος

283. Ζάκρος

284. Κριτσά

285. Λατώ

286. Λιθίνες Σητείας

287. Μίλατος

288. Μονή Καψά

289. Νησάκι Ψείρα

290. Νήσοι Άγιοι Πάντες και Μικρονήσι

291. Νήσοι Διονυσιάδες

292. Νήσος και Χερσόνησος Σπιναλόγκα

293. Νήσος Κουφονήσι (Λευκή)

294. Νήσος Χρυσή ή Γαιδουρονήσι

295. Οροπέδιο Καθαρού (Δίκτη)

296. Οροπέδιο Λασιθίου

297. Περιοχή Βρυονησίου

298. Πετσοφάς

299. Σελάκανο

300. Σταυροχώρι

301. Φαράγγι Μύθων

302. Φαράγγι Χα 

ΝΟΜΟΣ ΛΕΣΒΟΥ 

303. Καρύνη Αγιάσου

304. Μήθυμνα ή Μόλυβος

305. Περιοχή Μουσείου Τεριάντ στη Λέσβο

306. Πέτρα Λέσβου 

ΝΟΜΟΣ ΛΕΥΚΑΔΟΣ 

307. Ανατολική Λιμνοθάλασσα και Αλυκές Λευκάδας

308. Βόρεια Λιμνοθάλασσα (Παλιώνης – Αβλιμών) Λευκάδας

309. Νησάκι Μαδουρή Λευκάδας

310. Νησίδα Σκορπίδι Λευκάδας

311. Νησίδα Σκορπιός Λευκάδας

312. Νησίδα Σπάρτη Λευκάδας

313. Χρσόνησος Νυδρίου Λευκάδας 

ΝΟΜΟΣ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ 

314. Άγιος Βλάσιος και Άγιος Γεώργιος Πηλίου

315. Αγνώντας – Λιμνονάρι Σκοπέλου

316. Αισθητικό Δάσος Κουρί Αλμυρού

317. Βράχος Μονής Αγίου Ιωάννου Σκοπέλου

318. Δράκεια και Άγιος Λαυρέντιος Πηλίου

319. Ζαγορά

320. Κόλπος Νηών Σούρπης

321. Μακρινίτσα και Πορταριά Πηλίου

322. Μηλιές, Βυζίτσα, Πινακάτες Πηλίου

323. Όρμος Κουκουναριές Σκιάθου

324. Πάνορμος – Μηλιά – Χόβολο Σκοπέλου

325. Περιοχή Ι. Μ. εΥΑΓΓΕΛΊΣΤΡΙΑς Σκιάθου

326. Στάφυλος Σκοπέλου

327. Τσαγκαράδα – Μούρεσι – Κισσός – Ανήλιο Πηλίου

328. Χερσόνησος Τραγοβούνι (Σουφλερή) 

ΝΟΜΟΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ 

329. Άνω Πόλη Κυπαρισσίας

330. Καρδαμύλη

331. Κορώνη

332. Μανιάκι – Ταμπούρια – Παπαφλέσσα

333. Μεθώνη

334. Όρος Προφήτης Ηλίας (Λιούστρα) Μεσσηνίας

335. Πύλος και Όρμος Ναυαρίνου

336. Φαράγγι Κοσκάρακας

337. Φαράγγι ποταμού Νέδα 

ΝΟΜΟΣ ΞΑΝΘΗΣ 

338. Γυφτόκαστρο Ξάνθης

339. Δάσος Τσίχλας Χαϊντούς

340. Καταρράκτης  Λειβαδίτη

341. Λιμανάκι Πόρτο Λάγος

342. Στενά Νέστου (Θρακικά Τέμπη)

343. Το παλιό τμήμα της Ξάνθης 

ΝΟΜΟΣ ΠΕΛΛΑΣ 

344. Καλή Πεδιάδα (Ντόμπρο Πόλε) Όρους Βόρα (Καϊμάκτσαλαν)

345. Καταρράκτες Έδεσσας

346. Κοιλάδα Κόζιακα Όρους Βόρας (Καϊμάκτσαλαν)

347. Λίμνη Άγρα

348. Φαράγγι Νικολάου (Λουτρά Αριδαίας) Όρους Βόρα 

ΝΟΜΟΣ ΠΙΕΡΙΑΣ 

349. Εθνικός Δρυμός Ολύμπου

350. Πιέρια όρη

351. Πλαταμώνας

352. Στενά Πέτρας Ολύμπου 

ΝΟΜΟΣ ΠΡΕΒΕΖΗΣ 

353. Κοιλάδα Αχέροντα από Αλώνι μέχρι Γλυκή

354. Αισθητικό Δάσος Μύτικα Πρέβεζας

355. Εκβολή Αχέροντα και Νεκρομαντείο

356. Έλος Καλοδίκι Πάργας

357. Λίμνη Ζηρός Φιλιππιάδας

358. Λιμνοθάλασσα Τσοπέλι Αμβρακικού

359. Νησάκια και Φρούριο Πάργας

360. Τμήμα Αχέροντα από Γλυκή μέχρι Καστρί 

ΝΟΜΟΣ ΡΕΘΥΜΝΟΥ 

361. Ελεύθερνα

362. Ιδαίον Άντρον ή Αγία Τριάδα

363. Μαρουλάς

364. Μονή Πρέβελη και Κουρταλιώτικο φαράγγι

365. Μπονριπάρι (Βονιπάρι ή Μονιπάρι)

366. Μύλοι

367. Πατσός (Πατσιανό Φαράγγι)

368. Σύβριτος

369. Φαράγγι Κοτσυφού

370. Φαράγγι Πετρέ

371. Χρωμοναστήρι

372. Ψηλορείτης (Ίδη) 

ΝΟΜΟΣ ΡΟΔΟΠΗΣ 

373. Μαρώνεια 

ΝΟΜΟΣ ΣΑΜΟΥ 

374. Άνω Βαθύ

375. Ζωοδόχος Πηγή και Ακρωτήριο Πράσσο Σάμου

376. Μονή Μεγάλης Παναγιάς

377. Μονή Τιμίου Σταυρού

378. Μονοπάτι από Μονή Βροντά προς πηγή Μάνα

379. Όρος Κέρκης Σάμο

380. Ποτάμι Σάμου

381. Πυθαγόρειο

382. Υδρούσσα

383. Χαράδρα από Κακοπερατό μέχρι Σεϊτάνι

384. Χαράδρα και χωριό Μανολάτες 

ΝΟΜΟΣ ΣΕΡΡΩΝ 

385. Μονή Τιμίου Σταυρού Σερρών

386. Όρος Λαϊλιάς (Όρη Βροντούς)

387. Στενά Προμαχώνα Σερρών

388. Φαράγγι Αγγίτη ποταμού 

ΝΟΜΟΣ ΤΡΙΚΑΛΩΝ 

389. Αισθητικό Δάσος Λόφων Κάστρου και Αηλιά Τρικάλων

390. Περιοχή Μετεώρων

391. Περιοχή Μονής Δουσίκου

392. Πύλη Τρικάλων 

ΝΟΜΟΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ 

393. Αισθητικό δάσος Τιθορέας

394. Όρος Καλλίδρομο (Μενδενίτσα)

395. Περιοχή Αγίου Κωνσταντίνου – Καμένων Βούρλων

396. Φαράγγι Γοργοποτάμου 

ΝΟΜΟΣ ΦΛΩΡΙΝΑΣ 

397. Βίγλα Πισοδερίου

398. Λέχοβο, Κλεισούρα, Βαρικό

399. Λίμνες Ζάζαρη και Χειμαδίτιδα

400. Λίμνη Μικρή Πρέσπα

401. Λίμνη Πετρών

402. Νυμφαίο 

ΝΟΜΟΣ ΦΩΚΙΔΑΣ 

403. Γαλαξείδι

404. Δελφικό τοπίο

405. Νησίδα Δριμνιά Δωρίδας

406. Νησίδα Πρασούδι Δωρίδας

407. Νήσος Τριζόνια Δωρίδας

408. Χερσόνησος Κόκκινος Μοναστηρακίου 

ΝΟΜΟΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ 

409. Άγιος Μάμμας

410. Άθυτος Κασσάνδρας

411. Βουρβουρού Σιθωνίας

412. Ιερισσός

413. Στέγειρα (Ολυμπιάδα) και Νησίδα Κάπρος

414. Στενά Ρεντίνας

415. Τορώνη – Πόρτο Κουφό Σιθωνίας

416. Χαράδρα Κηπουρίτσα Στρατωνικού 

ΝΟΜΟΣ ΧΑΝΙΩΝ 

417. Άγιος Παύλος

418. Απτέρα

419. Άσπρο

420. Γαβαλοχώρι

421. Γλυκά Νερά Σφακίων

422.  Δίκτυνα

423. Δουλιανά (Νταϊλιανά)

424. Έλυρος

425. Θέρισο

426. Ιμπριώτικο Φαράγγι

427. Λευκά Όρη (Ζώνη 2000 μ.)

428. Λίμνη Κουρνά

429. Λισσός

430. Λουτρό

431. Μεσκλά

432. Μονή Γουβερνέτου ή Καθολικό

433. Μπάλος (Γραμβούσα)

434. Νήσοι Άγρια και Ήμερη Γραμβούσα

435. Νήσος Γαυδοπούλα

436. Νήσος Γαύδος (Βόρεια ακτή)

437. Νήσος Γαύδος (Τρυπητή)

438. Νήσος Ελαφόνησος (Λαφονήσι) Κρήτης

439. Πολυρρήνια

440. Ρόκκα Χανίων

441. Σούγια

442. Υρτάνικα

443. Φαράγγι Σαμαριάς και Τάρρα

444. Φρέ 

ΝΟΜΟΣ ΧΙΟΥ 

445. Ανάβατος

446. Βόρειο Τμήμα Χίου

447. Μεστά

448. Νέα Μονή Χίου

449. Πυργί

Από το 1990 μέχρι σήμερα έχει δημιουργηθεί μια αξιόλογη τράπεζα στοιχείων για την Ελληνική φύση όπου ο κάθε πολίτης έχει πρόσβαση. Όλα τα στοιχεία που έχουν συλλεχθεί παρουσιάζονται και σε ηλεκτρονική μορφή στη διεύθυνση www.itia.ntua.gr/filotis/. Μετά από όλη αυτή την αναλυτική εργασία θα περίμενε κανείς, ότι η διοίκηση θα ενδιαφερόταν ώστε αυτά τα τοπία να προστατευτούν και με κάποιο προγραμματισμό να γίνουν περισσότερο γνωστά, σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητες και την «φέρουσα ικανότητα»(8) του κάθε ενός. Δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει και όπως μας λέει ο κ. Κίμων Χατζημπίρος, αυτά τα στοιχεία δεν αξιοποιήθηκαν.

Σημειώσεις: 

(1)‘’Οι κλιματικές αλλαγές είναι μια πραγματικότητα, ο άνθρωπος έχει καταδικάσει τον πλανήτη σε έναν σταδιακό αυτοεμπρησμό, εκπέμποντας όλο και μεγαλύτερες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα’’. Ματ Κόλινς, μετεωρολόγος του Κέντρου Πρόβλεψης και Έρευνας του Κλίματος στο Hadley Center της Μεγάλης Βρετανίας σε συνέντευξή του: Μανίνα Ντάνου, «Το κλίμα έχει αλλάξει, οι πολιτικοί δεν έχουν πια δικαιολογίες», ένθετο περιοδικό ‘’ΟΙΚΟ’’, τ. 38 (2005) 32-33, Σαββάτου 12 Νοεμβρίου (2005) 32, της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή, (έτος 87ον, φύλλο 26.130). Επίσης δείτε: περιοδικά ‘’ΟΙΚΟ’’ τ. 1, (15 Σεπτ. 2002) 8 – 9, άρθρο του Γιάννη Ελαφρού, του ίδιου  τ.12, (13 Σεπτ. 2003) 12 – 14, και Μανίνα Ντάνου – Γιάννη Ελαφρού τ. 24, (11 Σεπτ. 2004) 14 – 19.

(2)Κώστα Κασιούμη «Πράσινοι Παράδεισοι της ελληνικής γης», ένθετο περιοδικό ‘’Επτά ημέρες’’, της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή (Κυριακή 19 Μαρτίου 1995) 2, στο Αφιέρωμα «Εθνικοί Δρυμοί» 2 – 4, και Έφη Γουνέλα (ΕΕΤΑΑ) – Μαρία Αντωνέλου,«Ο Θεσμός των προστατευόμενων περιοχών» στο: Διαχείριση & Προστασία Φυσικού Περιβάλλοντος, Υποπρόγραμμα 3, ΥΠΕΧΩΔΕ, Αθήνα (1999) 5.

(3) Βαγγέλης Ευθυμίου, «Οι Εθνικοί μας Δρυμοί», περιοδικό ‘Experiment - Γαιόραμα’’, έτος 2, τ.6, σ.σ. 96 – 135 (1995) 99.

(4)Παρνασσού (Ίδρυση 1938 με πυρήνα(2α) 36.000 στρ.), Πάρνηθας (Ίδρυση 1961 με πυρήνα(2β) 38.000 στρ.), Σαμαριάς (Ίδρυση 1962 με πυρήνα 48.500 στρ.). Εθνικός Δρυμός Αίνου (Ίδρυση 1962 με το Β.Δ. 776/19.11.1962 – ΦΕΚ 199/τ.Α’ με πυρήνα 28.000 στρ.), Οίτης (Ίδρυση 1966 Β.Δ. 218 - ΦΕΚ 56/12.3.1999/τ.Α’, με πυρήνα 30.000 στρ.), Βάλια Κάλντας (Ίδρυση 1966 με πυρήνα 34.000 στρ), Βίκου – Αώου (Ίδρυση 1973 με πυρήνα 34.120 στρ.), Σουνίου (Ίδρυση 1974 με πυρήνα 7.500 στρ.), Πρεσπών (Ίδρυση 1974 με το Ν.Δ. 191/1974 & Π.Δ. 46/1974 με πυρήνα 49.120 στρ.). Το φαράγγι της Σαμαριάς μαζί με τον Όλυμπο το 1981 ανακηρύχθηκαν Βιογενετικά καταφύγια(Biogenetic Reserves) από την UNESCO(2γ).

(2α)Πέτρος Μπρούσαλης, «Το βουνό των Μουσών», ένθετο περιοδικό ‘’Επτά ημέρες’’, της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή (Κυριακή 19 Μαρτίου 1995) 22, στο Αφιέρωμα «Εθνικοί Δρυμοί» 22 – 23.

(2β) Τριαντάφυλλος Αδαμακόπουλος, «Πάρνηθα», περιοδικό ‘Oxygen’’, τ.1 (1995) 68, στο αφιέρωμα «Εθνικοί Δρυμοί» 60 – 79, και Γιώργος Ντούρος, «Ανάσα ζωής η Πάρνηθα» ο.π. ‘’Επτά ημέρες’’, (1995) 26.

(2γ) Ευθυμίου βλ. σημ. 3 (1995) 134.

(5)Σε αυτές τις περιοχές δεν υπολογίζονται: το Πάρκο Ταΰγετου, Αλιάκμονα – Αξιού, Βόρα (Καϊμακτσαλάν), Αμβρακικού (οριοθέτηση στο ΦΕΚ 194/Β/23.3.1990), Υγρότοπος Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης που προτάθηκαν από την Ελληνική Εταιρεία Προστασίας της Φύσης και σχεδιάζονται για το μέλλον. 1) Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Ζακύνθου (Π.Δ.:ΦΕΚ 906/Α/22.12.99, τροποποίηση: ΦΕΚ 1272/Δ/27.11.03), 2) Εθνικό Πάρκο Σχινιά Μαραθώνα (Π.Δ.: ΦΕΚ 395/Δ/3.7.00), 3) Περιοχή Οικοανάπτυξης Λίμνης Παμβώτιδας Ιωαννίνων (Κοινή υπουργική απόφαση, στο εξής ΚΥΑ: 22943/ΦΕΚ 649/Δ/5.6.03), 4) Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Αλοννήσου – Σποράδων (ΚΥΑ: 23537, ΦΕΚ 621/Δ/19.6.03), 5) Εθνικό Πάρκο Λιμνών Κορώνειας - Βόλβης (ΚΥΑ: 6919/ΦΕΚ 248/Δ/5.3.04), 6) Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου (τέως Δρυμός Βίκου – Αώου ΚΥΑ: 23069/ΦΕΚ 639/Δ/14.6.05), 7) Περιοχή Οικοανάπτυξης Κάρλας Μαυροβουνίου – Κεφαλόβρυσου Βελεστίνου (σχέδιο ΚΥΑ προς υπογραφή), 8) Εθνικό Πάρκο Δαδιάς – Λευκίμης – Σουφλίου (σχέδιο ΚΥΑ προς υπογραφή), 9) Εθνικό Πάρκο Λιμνοθάλασσας Μεσολογγίου (σχέδιο ΚΥΑ προς υπογραφή), 10) Εθνικό Πάρκο Υγρότοπου Κερκίνης (σχέδιο ΚΥΑ προς υπογραφή), 11) Εθνικό Πάρκο Δέλτα Έβρου (το σχέδιο ΚΥΑ υπεγράφη από τον ΥΠΕΧΩΔΕ κ. Γιώργο Σουφλιά), 12) Εθνικό Πάρκο Υγροτόπων Κοτυχίου – Στροφυλιάς (υπό διαμόρφωση τελικού σχεδίου ΚΥΑ), 13) Εθνικό Πάρκο Δρυμού Πρεσπών, με διασυνοριακή συνεργασία της Αλβανίας και Π.Γ.Δ.Μ. (υπό διαμόρφωση τελικού σχεδίου ΚΥΑ), 14) Περιοχή Οικοανάπτυξης Ολύμπου Καρπάθου – Σαρίας (σχέδιο ΚΥΑ και Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη, στο εξής ΕΜΠ, προς δημοσιοποίηση), 15) Εθνικό Πάρκο Χελμού – Βουραϊκού (υπό διαμόρφωση τελικού σχεδίου ΚΥΑ), 16) Εθνικό Πάρκο Δρυμού Αίνου (σχέδιο ΚΥΑ και ΕΜΠ προς δημοσιοποίηση), 17) Πάρκο Προστασίας της Φύσης Στενών και εκβολών των ποταμών Αχέροντα – Καλαμά (σχέδιο ΚΥΑ και ΕΜΠ προς δημοσιοποίηση), 18) Εθνικό Πάρκο Οίτης (σχέδιο ΚΥΑ και ΕΜΠ σε επεξεργασία), 19) Εθνικό Πάρκο Δρυμού Παρνασσού (σχέδιο ΚΥΑ και ΕΜΠ σε επεξεργασία), 20) Περιοχές Οικοανάπτυξης Οροσειράς Ροδόπης (σχέδιο ΚΥΑ), 21) Εθνικό Πάρκο Δρυμού Ολύμπου (σχέδιο ΚΥΑ και ΕΜΠ σε επεξεργασία),  22) Εθνικό Πάρκο Δρυμών Σαμαριάς και Λευκών Ορέων (δεν υπάρχει ΚΥΑ), 23) Εθνικό Πάρκο Δρυμού Πάρνηθας (ΕΜΠ υπό ανάθεση): Λούλη Σταυρογιάννη (επιμ.), «Ούτε στα χαρτιά προστατευόμενες περιοχές», εφημερίδα Αθηνών Αυγή, Κυριακής 29 Ιανουαρίου 2006, (έτος 54ο φύλλο 9.538) σ. 42.

(6) ΥΠΕΧΩΔΕ ο.π. (1999) 9.

(7)  Δέλτα του Έβρου, Λίμνη Ισμαρίδα & Λιμνοθάλασσες της Θράκης, Λίμνη Βιστωνίδα & Πόρτο Λάγος, Δέλτα Νέστου, Λίμνη Κερκίνη, Λίμνες Κορώνεια και Βόλβη, Δέλτα Αξιού – Λουδία - Αλιάκμονα, Λίμνη Μικρή Πρέσπα, Δέλτα Λούρου – Αράχθου, Δέλτα Αχελώου & λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου – Αιτωλικού, Λιμνοθάλασσα Κοτύχι.

(8) Η έννοια της «φέρουσας ικανότητας», στην Οικολογία, αφορά τον μέγιστο αριθμό ειδών που ένα οικοσύστημα μπορεί να υποστηρίξει κατά τη διάρκεια της εποχής του έτους με τις δυσμενέστερες συνθήκες ή τη μέγιστη βιομάζα που μπορεί να συντηρήσει αέναα ή ακόμη τον μέγιστο αριθμό ζώων που βόσκουν σε μια περιοχή και μπορούν να συντηρηθούν χωρίς επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσής τους. Γιολάντα Ζιάκα, «Πόση ανάπτυξη μπορούν ακόμη να αντέξουν τα νησιά μας;», μηνιαίο περιοδικό δαίμων της οικολογίας τ.59 Απρίλιος (2006) 10 – 11, με βιβλιογραφία. Ένθετο στην εφημερίδα Αθηνών Αυγή, (έτος 54ο φύλλο 9.595) Κυριακής 2 Απριλίου 2006.

Περισσότερες πληροφορίες για τις 449 Περιοχές Ιδιαίτερου Κάλλους της Χώρας μας αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Μ ι χ ά λ η ς   Κ α ρ α ν δ ε ί ν ο ς (υπεύθυνος Προγράμματος), Το κόκκινο βιβλίο των απειλούμενων σπονδυλόζωων της Ελλάδας, έκδοση Ελληνικής Ζωολογικής Εταιρείας – Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας, Αθήνα 1992.
  • Γ.  Χ.  Ζ α λ ί δ η ς – Α.  Λ.  Μ α ν τ ζ α β έ λ α ς (συντονιστές έκδοσης), Απογραφή των Ελληνικών Υγροτόπων ως Φυσικών Πόρων, Συλλογικό, έκδοση Ελληνικού Κέντρου Βιοτόπων – Υγροτόπων – Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας, Θεσσαλονίκη 1994.
  • Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας, ειδική έκδοση, Αθήνα 1994.
  • Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο ς  Ι ω.  Μ α ρ ο ύ δ η ς, Περί της Χρησιμότητος των Πτηνών, έκδοση Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας – Ευωνύμου Οικολογικής Βιβλιοθήκης, Αθήνα 1995.
  • Π.  Α.  Γ ε ρ ά κ η ς – Ε.  Θ.  Κ ο υ τ ρ ά κ η ς (συντονιστές έκδοσης), Ελληνικοί Υγρότοποι, έκδοση Μουσείου Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας, Αθήνα 1996.
  • Γ ι ώ ρ γ ο ς  Σ φ ή κ α ς, Τα Εθνικά Πάρκα της Ελλάδος, έκδοση Explorer – Καθημερινή, Αθήνα 2002.
  • B o b   G I b b o n s, Οδοιπορικό στην ελληνική Φύση, μτφ. Χρυσάνθη Σφήκα, έκδοση ExplorerΚαθημερινή, Αθήνα 2004. 

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Μ α ν ί ν α  Ν τ ά ν ο υ, «Το κλίμα έχει αλλάξει, οι πολιτικοί δεν έχουν πια δικαιολογίες», ένθετο περιοδικό ‘’ΟΙΚΟ’’, τ. 38 (2005) της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή, Σαββάτου 12 Νοεμβρίου 2005, (έτος 87ον, φύλλο 26.130). Επίσης δείτε: περιοδικό ‘’ΟΙΚΟ’’ τ. 1, (15 Σεπτ. 2002) 8 – 9, άρθρο του Γιάννη Ελαφρού, του ίδιου  τ.12, (13 Σεπτ. 2003) 12 – 14, και Μανίνα Ντάνου – Γιάννη Ελαφρού τ. 24, (11 Σεπτ. 2004) 14 – 19.
  • Κ ώ σ τ α    Κ α σ ι ο ύ μ η, «Πράσινοι Παράδεισοι της ελληνικής γης», Π έ τ ρ ο ς   Μ π ρ ο ύ σ α λ η ς, «Το βουνό των Μουσών», Γ ι ώ ρ γ ο ς  Ν τ ο ύ ρ ο ς, «Ανάσα ζωής η Πάρνηθα», ένθετο περιοδικό Επτά ημέρες, της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή (Κυριακή 19 Μαρτίου 1995), στο Αφιέρωμα Εθνικοί Δρυμοί.
  • Βαγγέλης Ευθυμίου, «Οι Εθνικοί μας Δρυμοί», περιοδικό ‘Experiment - Γαιόραμα’’, έτος 2, τ.6, 1995.
  • Τ ρ ι α ν τ ά φ υ λ λ ο ς  Α δ α μ α κ ό π ο υ λ ο ς, «Εθνικοί Δρυμοί», περιοδικό ‘Oxygen’’, τ.1, 1995.
  • Έ φ η  Γ ο υ ν έ λ α  (ΕΕΤΑΑ) – Μ α ρ ί α   Α ν τ ω ν έ λ ο υ,«Ο Θεσμός των προστατευόμενων περιοχών» στο: Διαχείριση & Προστασία Φυσικού Περιβάλλοντος, Υποπρόγραμμα 3, ΥΠΕΧΩΔΕ, Αθήνα 1999.

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Λ ο ύ λ η  Σ τ α υ ρ ο γ ι ά ν ν η (επιμ.), «Ούτε στα χαρτιά προστατευόμενες περιοχές», εφημερίδα Αθηνών Αυγή, Κυριακής 29 Ιανουαρίου 2006, (έτος 54ο φύλλο 9.538) σ.42.

 ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (13484 λέξεις)

ΚΑΣΤΟΡΙΑ – ΛINOTOΠI – ΑΓΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ – ΒΕΤΕΡΝΙΚΟ – ΓΡΑΜΜΟΥΣΤΑ – ΜΟΣΧΟΠΟΛΗ

(Γράμμος 5η εργασία από 8)

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Μάρτιος 2006

Ιχνηλατώντας το Γράμμο των Ανθρώπων

Η Δυτική Μακεδονία είναι η πλέον νευραλγική περιοχή της Ελλάδας, με μια θάλασσα κορυφών που ξεπετάγονται από ατέλειωτους ορεινούς όγκους, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους με σπάνιας ομορφιάς οδικές και πεζοπορικές διαδρομές. Αυτές, διασχίζουν ένα ποικιλόμορφο ανάγλυφο με στενές διαβάσεις, φαράγγια, ποτάμια και ρέματα, ενώ τα τελευταία χρόνια το άνοιγμα μεγάλων δασικών δρόμων κάνει ακόμα πιο εύκολη την εξερεύνηση των βουνών και της ιστορίας τους. 

Ξεχωριστή σημασία έχει το θαυμάσιο ορεινό συγκρότημα του Γράμμου που σε κάθε βήμα, σε κάθε χιλιόμετρο, φανερώνει απέραντα υγιή δάση, τα οποία καλύπτουν τεράστιες εκτάσεις. Το εξ’ ίσου άφθονο υδάτινο στοιχείο ευνοεί τη διαβίωση πλούσιας πανίδας συμπληρώνοντας αρμονικά το θεάρεστο έργο της φύσης, συνθέτοντας ίσως, το πιο πλούσιο σύνολο, στην πιο όμορφη, δυσπρόσιτη και, γιαυτό αλώβητη από επεμβάσεις, περιοχή της πατρίδας μας. 

Ο ευρύτερος χώρος του Γράμμου με υψόμετρα που κυμαίνονται από 600 μέτρα (μ. στο εξής), έως 2520 βρίσκεται στη βόρεια απόληξη της οροσειράς της Πίνδου, και πρόκειται, σύμφωνα με τις τοπογραφικές πληροφορίες του Στράβωνα, για το αρχαίο Βόιον(1). Είναι πάνω στη συνοριακή γραμμή με την Αλβανία και γειτονικό με το ορεινό συγκρότημα Μοράβα Κορυτσάς (1500 μ.). Ο κύριος κορμός του με κατεύθυνση (Ν – ΝΔ) – (Β – ΒΔ) διέρχεται από τις κορυφές(2): «Κάμενικ» (2043 μ. υψ.), «Γκόλιο» (1934 μ.), «Μαύρη Πέτρα» (2431μ.) «2520»(3), (2521 μ.), «Σακκούλι» (2412 μ.), «Μπουλογιάνη» (2251μ), «Μπαταρός» (2036 μ.). Το κεντρικό του τμήμα καταλαμβάνουν οι κορφές «Κάτω Αρένα» (2075 μ), «Πάνω Αρένα» (2192 μ.), «Κανελοπούλου» (2171 μ.), «Μαύρη Πέτρα» (2217 μ.), «Κιάφα» (2393 μ.), «Περήφανο» (2442 μ.) που οριοθετούν διοικητικά τους νομούς Ιωαννίνων (Ηπείρου) – Καστοριάς (Δ. Μακεδονίας). 

Στο συγκρότημα υπολογίζουμε και την κορυφή του όρους «Μπουχέτσι» (1.700 υψ.), που διαμορφώνει τα νοτιοανατολικά άκρα του Γράμμου, μέχρι τον Σαραντάπορο. Πιο βόρεια είναι οι κορυφές «Σούφλικας» (2146 μ.) και «Φαρμάκι» (2139 μ.). Το μεγαλύτερο και πιο ψηλό τμήμα του ανήκει στην Ελλάδα έχοντας σαν όριο από τα νότια τον ποταμό Σαραντάπορο, ενώ στα ανατολικά, χωρίζεται από το Βόιο με μια καλλιεργήσιμη κοιλάδα των χωριών Χρυσή – Πευκόφυτο – Μυροβλήτη και πιο πάνω του Πεύκου – Λιβαδοτοπίου στο βόρειο όριο, εκεί που κυλά ο Αλιάκμονας (παλιά «Βίστριζα»). Περιλαμβάνεται στις σημαντικότερες περιοχές της χώρας λόγω της μεγάλης οικολογικής, αισθητικής αξίας, και προστατεύεται καθ’ ολοκληρίαν σε εθνικό και ευρωπαϊκό(4) επίπεδο.

Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη που εκπόνησε ο Αρκτούρος σε συνεργασία με το ΥΠΕΧΩΔΕ και το Υπ. Γεωργίας, στο πλαίσιο του προγράμματος LIFE της Ε.Ε., στοιχειοθετούν και προτείνουν την κήρυξη όλου του ορεινού όγκου ως ‘’Εθνικό Πάρκο’’ σύμφωνα με το νόμο για το περιβάλλον(5). Αυτό που δεν γνωρίζουν οι επισκέπτες είναι ότι ο Γράμμος διεκδίκησε το βραβείο LandscapeoftheYear («Φυσικό τοπίο της χρονιάς»), που θεσπίσθηκε από την Ε.E και απονέμεται κάθε δύο χρόνια από την οργάνωση FriendsofNature (το ελληνικό τμήμα της είναι η οργάνωση «Όμιλος Φίλων Βουνού και Θάλασσας»), σε ορεινές περιοχές που πληρούν κριτήρια βιώσιμης ανάπτυξης. Στη διεκδίκηση αυτή, ισοψήφησε στην συνδιάσκεψη στο LesHoushes στην Γαλλία (6 Μαΐου 2005) και στην τελική, τέταρτη συνδιάσκεψη στο Μόναχο (7 Οκτωβρίου 2005), κατέλαβε την δεύτερη θέση με πρώτο το Δέλτα του Δούναβη(6).  

Μέσα σ’ αυτό το πεδίο, παρουσιάζει εκτεταμένο ενδιαφέρον η ιστορία χιλιάδων ανθρώπων και δεκάδων κοινοτήτων που άνθισαν και έσβησαν, τυλιγμένες ακόμα και σήμερα, από ένα αδιόρατο πέπλο λήθης και λησμονιάς, τέτοιας, που ακόμα και τα υπολείμματα τους είναι δύσκολο να εντοπιστούν. Τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν πριν από εξήντα χρόνια, η ακόμα παλιότερη ιστορία της περιοχής, αλλά και οι θρύλοι, οι παραδόσεις που έρχονται από το παρελθόν φαίνεται ό,τι έχουν χαράξει ανεξίτηλα τις ράχες του συγκροτήματος.

Η συνηθισμένη οδική πρόσβαση που βολεύει τους επισκέπτες από βόρεια Ελλάδα, έρχεται από την Καστοριά προς το Νεστόριο απ’ όπου υπάρχουν αρκετές επιλογές για ολοκληρωμένες κυκλικές διαδρομές(7). Όμως η πιο όμορφη, αυτή που βολεύει τους επισκέπτες από τη νότια Ελλάδα και βρίσκεται σε άμεση επαφή με τη φύση και τα μοναχικά τοπία του βουνού, είναι η προσπέλαση από Χρυσή – Πευκόφυτο – Αρένες εκεί που σταματήσαμε την περιήγηση στο προηγούμενο αφιέρωμα (Ταξίδια τ. Ζ’, Γράμμος 4ο, 2005, 104 – 115). 

Όλη αυτή η έκταση μέχρι το 1974, ήταν απαγορευμένη ζώνη κι’ αυτό στάθηκε καθοριστικός παράγοντας για τα δάση που αναπτύχθηκαν σε ένα παρθένο από επεμβάσεις τοπίο, φτάνοντας στις μέρες μας, να αντιπροσωπεύουν ίσως το πιο πλούσιο οικοσύστημα στην Ευρώπη. Λόγω της οικολογικής της σημασίας, η περιοχή των Αρένων και η λίμνη Μουτσάλια έχουν ενταχθεί σε ειδικό νομικό καθεστώς προστασίας, ως Καταφύγιο Άγριας Ζωής(πρώην καταφύγιο Θηραμάτων). Γνωστότερο ως «ΚΑΖ Αρρένων», καλύπτει μια έκταση 32.000 στρεμμάτων (στο εξής στρ.) με στόχο την προστασία και διατήρηση των σπάνιων ειδών της πανίδας (ΦΕΚ 527/Β/1986).  Όλη αυτή η περιοχή, ξεκινώντας από το νοτιότερο άκρο, τη Ζούζουλη, ανήκει στο Δασικό Σύμπλεγμα Δημοσίων Δασών Νοτίου Γράμμου το πρώτο, από τα έξι που υπάρχουν στο νομό Καστοριάς. 

Κατηφορίζοντας από τις Αρένες, προς Μυροβλήτη και Πευκόφυτο μέσα σε ένα καταπράσινο φυσικό περιβάλλον που κατακλύζεται από Οξιά και Μαύρη Πεύκη συναντάτε διασταύρωση (δστ. στο εξής), αριστερά σας προς «Σγούρο» (υπάρχει πινακίδα Σγούρος 4 χλμ.). Φεύγετε από το φαρδύ, κεντρικό, ακολουθώντας τον στενότερο αλλά πληθωρικό σε εικόνες δρόμο και σε λίγο, περνάτε τσιμεντένιο γεφυράκι φτάνοντας στον οργανωμένο χώρο αναψυχής. Ιδανικό τοπίο, απόκρυφο και ακαταμάχητα όμορφο με πετρόχτιστες υπερυψωμένες ψησταριές και χώρο για σκηνές. Σε 3,3 χλμ. συνολικά βγαίνετε στον κεντρικό χωματόδρομο, όπου δεξιά γυρνάει πάλι στη Μυροβλήτη και το Πευκόφυτο ενώ αριστερά φεύγει προς Γράμμο όπου ο προορισμός μας· υπάρχουν πινακίδες με τις χλμ. αποστάσεις αλλά την τελευταία φορά (Νοε 05), ήταν πεσμένες (βλ. στο τέλος, αντιγραφή τους). 

Σ’ αυτή τη κεντρική δστ., υπάρχει μεγάλη κρήνη σκεπασμένη με γκρίζα πέτρα, ολόδροσο, πεντακάθαρο νερό, χρήσιμο και στους πεζοπόρους, αφού απ’ εδώ ξεκινούν δύο από τις ομορφότερες πεζοπορικές διαδρομές για την κορφή «Κανελλοπούλου» και για «Τούμπα» (βλ. στο τέλος μήκος διαδρομής). Από τη θέση «Σγούρος» και πάνω, εισέρχεστε πλέον στο Δασικό Σύμπλεγμα Δημόσιων Δασών Βορείου Γράμμου σε ένα νοητό διαχωρισμό με το νότιο σύμπλεγμα. Σε όλη τη διαδρομή μέχρι το Λινοτόπι η οδήγηση γίνεται μέσα από μια γενναιόδωρη φύση που χρωματίζει με την παλέτα της όλες τις διαβαθμίσεις του πράσινου και του καφέ. Μικροσκοπικά και μεγαλύτερα άνθη ξεπροβάλλουν από παντού δίνοντας λίγο χρώμα στην κυριαρχία της Μαύρης Πεύκης, μέχρι που, χωρίς να το καταλάβετε, εισχωρείτε σε μια μικρή γραφική κοιλάδα στη καρδιά του δάσους ανάμεσα στις κορφές Σκάλα (1845 μ. υψ.), Μεγάλη Πέτρα (1842 μ. υψ.), Παππούλη (1601 μ. υψ.), στη κεντρικότερη δστ. της περιοχής Γράμμου. Αυτή, παλιότερα οδηγούσε στην περιοχή της Αλβανικής Κολώνιας (Kolonje), γύρω από την σημερινή πρωτεύουσα Ερσέκα και τα χωριά της. Υπάρχουν παντού πινακίδες που καθοδηγούν τον περιηγητή στην ευρύτερη περιοχή που κάποτε έλαμπε μια μεγάλη, ζωντανή κωμόπολη, το βλαχόφωνο Λινοτόπι(8) (Ληνοτόπι και Ελληνοτόπι(9) στα 1230 μ. υψ.). Αφήστε, προς το παρόν, πίσω σας την πινακίδα που γράφει ‘’προς Άγιο Ζαχαρία’’ (+/- 1,5 χλμ.) και ανηφορίστε δεξιά (500μ.). Σε λίγα λεπτά θα φτάσετε στα όρια της τοποθεσίας που υπήρχε ο ένας από τους τρεις μαχαλάδες που είχε το χωριό.

Εδώ η ιστορία γυρίζει στο 18ο αι. τότε που ο Γράμμος, αποτελούσε τον ζωτικό χώρο για όλα τα βλαχόφωνα κέντρα της περιοχής, όπως οι κωμοπόλεις Νικολίτσα, Γράμμοστα, Λινοτόπι και άλλα μικρότερα, στην ουσία περιφερειακοί οικισμοί της φημισμένης Μοσχόπολης(10). Μέχρι το 1912 – 13 και τη χάραξη των συνόρων ανάμεσα στα βαλκανικά κράτη, η περιοχή του Λινοτοπίου υπαγόταν στον καζά Χρούπιστας ( Άργος Ορεστικό), συνδετικός κρίκος τότε ανάμεσα στην Ήπειρο, τη Μακεδονία και την Αλβανία, καθώς βρίσκεται εκεί που συναντώνται τα όρια τους.

Τα πάμπλουτα βλαχοχώρια όμως, είχαν προ πολλού λεηλατηθεί από τις συνεχείς επιθέσεις Τουλκαλβανών, είχαν αποδυναμωθεί από τους πληθυσμούς τους και πλέον δεν είχαν ουδεμία σχέση με τους κυρίαρχους οικισμούς 17ου – 18ου αιώνα. Το Λινοτόπι, συνοικισμένο από Κουτσοβλάχους, συγκροτήθηκε τους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας, πιθανά και νωρίτερα, όταν οι καταπιέσεις του κατακτητή ωθούν τους χριστιανικούς πληθυσμούς στα βουνά, σε πιο απόμερες και άρα περισσότερο ασφαλείς περιοχές. Ίσως είναι από τα αρχαιότερα χωριά του Γράμμου. Ονομαστό για τα ισχυρά τσελιγκάτα, τις συγκροτημένες βιοτεχνίες, το εμπόριο μάλλινων σκουτιών, την κτηνοτροφία – υφαντουργία, στηρίχθηκε οικονομικά και κοινωνικά στην ευρωστία της πρωτογενούς παραγωγής των τσελιγκάτων(11)

Φαίνεται ό,τι γνώρισε χρόνια οικονομικής ευμάρειας και πνευματικής ακμής ιδίως το 17ο και το 18ο αιώνα, με τους κατοίκους να ασχολούνται και με τεχνικές δραστηριότητες: έργα χρυσοχοΐας – αργυροχοΐας, χαλκογραφίας, εκκλησιαστικής ξυλογλυπτικής(12), χρύσωσης τέμπλων, ενώ την ίδια εποχή ιδρύεται σχολείο. Όλα αυτά είναι γνωστά και έχουν καταγραφεί ως ξεχωριστής σημασίας φαινόμενα. Οι Άγγλοι αρχαιολόγοι Wace και Thomson έγραψαν για τις περιοχές που κυριαρχούσαν οι βλάχοι: «Η ιστορία της Σίπισχας είναι από κάθε άποψη παρόμοια με την ιστορία της γειτονικής Μοσχόπολης. Οι δύο αυτές πόλεις με την Νικολίτσα και το Λινοτόπι ήταν σύντροφοι στην ευημερία και τη δυστυχία και θα μπορούσε να πει κανείς με σιγουριά ότι κανένα βλάχικο χωριό ποτέ ή έκτοτε δεν έφτασε σε τέτοιο βαθμό υλικής ακμής. Ο πλούτος τους και η φήμη τους είναι γνωστά σε όλη τη Βαλκανική…»(13).  Η θαυμαστή αυτή κωμόπολη ανέδειξε μια πλειάδα εξαίρετων καλλιτεχνών που έγιναν ευρύτερα γνωστοί για τη ζωγραφική τους τέχνη. Αγιογράφοι(14) και συνεργεία τους χάραξαν βήματα, που αργότερα ακολούθησαν οι Χιονιαδίτες και άλλοι ζωγράφοι. 

Ένα από τα πρωιμότερα έργα είναι του ζωγράφου Νικολάου από το Λινοτόπι που σύμφωνα με την επιγραφή, τοιχογράφησε τον ναό του Αγίου Δημητρίου στα Παλατίτσια (κοντά στη Βεργίνα – Βέροια), το 1570. Οι στιλιστικές διαφορές που υπάρχουν στις τοιχογραφίες δείχνουν ότι ο Νικόλαος δεν τις έκανε μόνος του, αλλά είχε και βοηθούς, ήταν ίσως ο επικεφαλής του συνεργείου που ανέλαβε την αγιογράφηση(15). Σύμφωνα με τα ενυπόγραφα έργα η δραστηριότητα αυτή διαρκεί ογδόντα έξι χρόνια, με τελευταία διακόσμηση αυτή του μοναστηριού της Ζέρμας, που αναφερθήκαμε ήδη (Ταξίδια τ. Ζ’, Γράμμος 3ο, 2005, 30). Η κτητορική επιγραφή στην οποία αναφέρει τη θεμελίωση (1656), με χορηγό τον προύχοντα από το Λινοτόπι Ιωάννη Νικολάου, δείχνει με τον καλύτερο τρόπο την ευημερία του χωριού. 

Η απασχόληση αυτή μας δίνει ακόμα ένα παράδειγμα, τόσο οικείο στα χωριά του Γράμμου, κατοίκων ορεινής κοινότητας που εξειδικεύονται σε συγκεκριμένες τέχνες με κοινό σημείο τον ίδιο γεωγραφικό χώρο. Το Λινοτόπι, πάνω στην ακμή του με έξι χιλιάδες κατοίκους, καταστρέφεται γύρω στο 1769 – 1770 από πάνοπλους Αλβανούς «μπορτζιλήδες» (στυγνοί δανειστές, που εξορμούσαν με πλήθος ατάκτων και επιβάλλονταν με τη βία), συγχρόνως με τη Μοσχόπολη και τα γύρω βλαχόφωνα χωριά, ο δε πληθυσμός μετακινήθηκε προς τις ελληνόφωνες περιοχές της Δυτ. και Ανατ. Μακεδονίας – Θράκης(16), κυρίως όμως στο Κρούσοβο, Μεγάροβο και Αχρίδα, μεγάλα αστικά κέντρα του βλαχόφωνου ελληνισμού. Ειδικά η Αχρίδα υπήρξε ήδη από τη μεσαιωνική περίοδο το σημαντικότερο οικιστικό κέντρο, πράγμα που επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ήταν έδρα του ομώνυμου Πατριαρχείου και της Αρχιεπισκοπής(17), όπου υπάγονταν σχεδόν όλες οι μεγάλες Μητροπόλεις και Επισκοπές.

Μεταξύ των περιοχών που δέχθηκαν πληθυσμό από το Λινοτόπι ήταν η Βλάστη (και Μπλάτσι, δες Βακαλόπουλος Ιστορία Μακεδονίας 1354 – 1833) εκεί όπου γεννήθηκε ο λόγιος βαρόνος της Αυστροουγγαρίας Κωνσταντίνος Δ. Βέλιος (1772 – 1838), μέγας εθνικός ευεργέτης, που ανέγειρε μεταξύ άλλων, το δημοτικό Πολιτικό Νοσοκομείο, σημερινό Πνευματικό κέντρο του Δήμου Αθηναίων και ίδρυσε την Αρχαιολογική Εταιρία. Απόδειξη της καταγωγής του αποτελεί το εξώφυλλο της μεταφρασμένης έκδοσης του 1792, Του νέου Ρομπινσόν συμβάντα, όπου αναφέρει ότι κατάγεται «εκ Λινοτοπόλεως της Μακεδονίας, και παρ’ αυτού αφιερωθέντα». Γεννημένος στη Βλάστη με καταγωγή από το Λινοτόπι, ήταν και ο Στέργιος Δούμπας, χρυσοχόος (βλ. παρακ. σημ. 9), ο μεγαλύτερος ευεργέτης του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου. 

Γύρω στο 1886 η παλιά αίγλη του Λινοτοπίου έχει χαθεί και πλέον το κατοικούν λίγες μουσουλμανικές οικογένειες βοσκών, ενώ στις αρχές του 20ου αι. ερήμωσε εντελώς, το μόνο που θύμιζε την αλλοτινή λαμπρή παρουσία του ήταν τα ερείπια διακοσίων σχεδόν οικιών και τριών ναών, από τους οποίους ξεχώριζε ο μητροπολιτικός που, κατά τη μαρτυρία γερόντων, υπήρχε μέχρι το 1913 πράγμα που επιβεβαιώνει, το 1919, ένας χωροφύλακας του σταθμού Καλής Βρύσης(18). Σήμερα, μια μικρή ανιστόρητη πινακίδα «Λιανοτόπι», λιγοστοί σωροί από πέτρες και ένα μικρό λιθόκτιστο ξωκλήσι, χτισμένο ψηλότερα πάνω στο λόφο από στρατιώτες στην περίοδο του εμφυλίου, έχει μείνει να ‘’φυλάει’’ τα άγια τούτα χώματα.

Ο δρόμος είναι στρωμένος πρόσφατα (Νοε ’05) με χοντρό χαλίκι και όλη η περιοχή με κάποιον αδιόρατο τρόπο φορτίζει την ψυχή, προτιμότερο να είστε με κάποιον παρέα. Η συνέχειά του, βγάζει στον Πεύκο συναντώντας την άσφαλτο που έρχεται από το Νεστόριο. Καλύτερα όμως να επιστρέψετε στην προηγούμενη τοποθεσία, προς την κεντρική δστ. Ακολουθώντας την πλούσια σε νερά κοίτη του ρέματος Παλιοχωρίου [Λινοτοπίου] που πηγάζει ανάμεσα από το Σούφλικα και το Φαρμάκι και κάποτε ‘’χώριζε’’ τις δύο συνοικίες του χωριού, πλησιάζετε στην μικρή κοιλάδα. Στην πρώτη δεξιά δστ., υπάρχει πινακίδα προς Άγιο Ζαχαρία (4 χλμ.). 

Ο ‘’μαλακός’’ χωρίς χαλίκι δρόμος έχει κάποια νεροφαγώματα, λιμνούλες, λάσπες και ντανιασμένους στην άκρη κορμούς από τη ξύλευση, κάποια πεσμένα δέντρα, αλλά στο μεγαλύτερο από τα πέντε + χλμ. είναι εύκολα βατός οδηγώντας σας στα άδυτα του δάσους που είναι Καταφύγιο Άγριας Ζωής(πρώην καταφύγιο Θηραμάτων). Γνωστότερο ως «ΚΑΖ Ψωριάρικα – Τσάρνο»με έκταση 41.000 στρ. έχει στόχο, την προστασία και διατήρηση των σπάνιων ειδών της πανίδας (ΦΕΚ 527/Β/1986). Το όμορφο θέαμα από τον ανεξερεύνητο παράδεισο του μικτού δάσους με τα κωνοφόρα και φυλλοβόλα κερδίζουν αμέσως τα ψηλόκορμα μαυρόπευκα, μέχρι που συναντάτε ένα μεγάλο ξέφωτο που, αμέσως, αιχμαλωτίζει το αδηφάγο βλέμμα. 

Στο βάθος του ορίζοντα διακρίνεται η κορυφογραμμή των συνόρων με τις κορυφές «Σακούλι» και «Μουτσέλι» (2334 μ. υψ.), που υψώνονται πάνω από την αθέατη κοιλάδα της Γράμμοστας. Μπροστά στα μάτια σας ένα πέτρινο τείχος σφραγίζει θαρρείτε την κοιλάδα, αφήνοντας μόνο τη στενή δίοδο του φαραγγιού «Καταφύκι», όπου βρίσκει την έξοδό του ο Αλιάκμονας. Σε πρώτο πλάνο κάτω στο πλάτωμα, λιγοστά οπωροφόρα και ταπεινοί λιθοσωροί, προσδιορίζουν το χωριό Άγιος Ζαχαρίας (Ζαγάρι στα 1250 μ. υψ.) κάτω από την κορυφή «Παππούλη». «Τρείς ώρας μακράν του Γιαννοχωρίου είναι το χωριόν Άγιος Ζαχαρίας, έξ επτά οικογενειών (1928), του οποίου οι κάτοικοι ομιλούσι την Αλβανικήν και εν μέρει την Ελληνικήν, διότι, ως μοί έλεγεν ο αγροφύλαξ αυτού, οι πρόγονοι των κατοίκων ήσαν Έλληνες εξισλαμισθέντες καταγόμενοι από το Λινοτόπι. Το χωρίον επί τουρκοκρατίας ωνομάζετο Ζαγάρι εκ της μεγάλης Μονής του Αγίου Ζαχαρίου. Οι ολίγοι Αλβανοί οι κατοικούντες σήμερον, κατά την μαρτυρίαν του 95χρονου γέροντος Μουχαμέτ Μεχμέτ, ήρθον από την Στάριαν (Κολώνια) επί Αλή Πασά είς Λινοτόπι ένθα έμειναν επί 25 ακριβώς έτη»(18α). Οι ίδιες οικογένειες που αναφέρει ο γυμνασιάρχης και επιμελητής αρχαιοτήτων Παντελής Τσαμίσης, συνοίκησαν τον Άγιο Ζαχαρία (Ζαγάρι), ενώ άλλες επτά εγκαταστάθηκαν στα κελλιά του μοναστηριού, λίγα χλμ. πιο κάτω. Στην τελευταία για το χωριό απογραφή του 1928, καταγράφονται συνολικά τριάντα ένας κάτοικοι.

Τριγύρω το τοπίο έχει μια αξεπέραστη αρμονία, μόνο κάποια θροΐσματα από τα φύλλα των δέντρων και τα τιτιβίσματα των πουλιών σπάνε την άκρα σιωπή. Ο παραμικρός θόρυβος αντηχεί απέναντι στα βράχια του Φλάμπουρου (1882 μ. υψ.) και επιστρέφει πίσω δυνατότερος, ενώ ο ήχος των μοτοσυκλετών που παίρνουν μπρος, ίσως, ξενίσει και εσάς. Η διαδρομή πολύ σύντομα φτάνει στο τέλος σ’ ένα μεγάλο, χαμηλότερο από το δρόμο πλάτωμα, όπου βρίσκεται μοναχικό, ένα από τα ελάχιστα θρησκευτικά μνημεία της περιοχής Γράμμου. 

Ο μικρός μεταβυζαντινός ναός του Αγίου Ζαχαρία που γλίτωσε το γκρέμισμα και την καταστροφή είναι το μοναδικό προσκύνημα που σώθηκε από τη λαίλαπα του πολέμου και του πανδαμάτορα χρόνου. Αποτελεί τμήμα της ομώνυμης Ιεράς Μονής, «…εις ήν υπήγοντο επτά μετόχια, έν οίς και η σήμερον Μονή της Τσούκας»(18β), ενώ τα κελιά των μοναχών, έχουν προ πολλών ετών αφανιστεί. Το 1921 με ενέργειες του Παν. Τσαμίση και με βοήθεια των κατοίκων του Γιαννοχωρίου, Μονόπυλου, Σλίμνιτσας και των μουσουλμάνων Αλβανών του χωριού Αγίου Ζαχαρία έγινε η προσθήκη, ώστε να προφυλαχθούν οι εξωτερικές, έως τότε, τοιχογραφίες της δυτικής πλευράς. Εξαιρουμένης αυτής της προσθήκης, όπου και η νέα είσοδος, ο περίτεχνος σωζόμενος ναός είναι μονόχωρος καμαροσκέπαστος, συνεπτυγμένος σταυροειδής εγγεγραμμένος μετά τρούλου (δηλ. ενώ η κάτοψη του είναι ορθογώνια το πάνω μέρος του εξωτερικά δείχνει έναν κανονικό σταυροειδή). 

Εξωτερικά όλο το σύνολο αμέσως υποβάλει τον επισκέπτη. Η σκεπασμένη με γκρίζα πλάκα στέγη, ο πανέμορφα λαξεμένος σε πωρόλιθο οκτάπλευρος τρούλος τα τρία τοξωτά παράθυρα όμοια με πολεμίστρες, χτισμένα σε ίσες αποστάσεις μεταξύ τους, στολίζουν τη νότια πλευρά του ναού δημιουργώντας ένα κομψότατο σύνολο. Κάτω από το σημερινό υπόλειμμα τοιχογραφίας της εξωτερικής επιφάνειας του νότιου τοίχου πάνω από την παλιότερη είσοδο ο Π. Τσαμίσης είχε διαβάσει επιγραφή στην κατάληξη της οποίας υπήρχε η ημερομηνία 1671, το ίδιο και ο αρχαιολόγος Μύρων Μιχαηλίδης, το 1967, και αφορά την ιστόρηση της μονής. Σήμερα, μόνο με σκάλα υπάρχει πιθανότητα να διακρίνει κάτι ο φιλόπονος ερευνητής. 

Στο εσωτερικό η κατάσταση είναι τραγική, απογοητεύοντας ακόμα και τον πιο καλοπροαίρετο επισκέπτη. Οι τοιχογραφίες της δυτικής πλευράς παρά την ύπαρξη του μεταγενέστερου πρόναου έχουν σχεδόν καταστραφεί. Ακόμα και αυτές που σώζονται δεν διακρίνονται εύκολα από τα άλατα, την υγρασία, τις φθορές και τους καπνούςπου άναβαν οι «…βλαχοποιμένες το χειμώνα εντός του…»(18γ). Πάνω από το χαμηλό υπέρθυρο της εισόδου υπάρχει επιγραφή πολύ κατεστραμμένη. Με δυσκολία διαβάζονται κάποιες λέξεις, που μαρτυρούν λογία επιγραφή, αλλά δεν αρκούν για συμπεράσματα. Αναφέρεται(19) ότι αυτή ήταν γραμμένη στα βλάχικα με ελληνικούς χαρακτήρες και έλεγε: «Κάρι βα σ’ ίντρα τρου αέστα μπισιάρικα σι βα σ’ ινκλίνα κου εβλάβιε Ντουμνιτζάου βα λι ατζιούτα», που σημαίνει ό,τι «όποιος θα μπει σ’ αυτόν το ναό και θα προσκυνήσει με ευλάβεια, ο Θεός θα τον βοηθήσει». Είναι πολύ ενδιαφέρουσα άποψη που θα έπρεπε να ερευνηθεί από ειδικούς, αφού, όσο περνάει ο καιρός, οι ‘’αποδείξεις’’ χάνονται. Μέχρι σήμερα πάντως, γνωρίζουμε μόνο μία επιγραφή, μάλιστα τρίγλωσση, «ελληνικόν» στη λόγια και επίσημη εκκλησιαστική γλώσσα, «απλούν», στη δημοτική της εποχής, και «βλάχικον», με βάση το ελληνικό αλφάβητο, στο παλιό μοναστήρι των Αγίων Αποστόλων Κλεινοβού Καλαμπάκας(20). Στον κυρίως ναό περνάει ελάχιστο φως από τις λεπτές σχισμές των παραθύρων, που μοιάζουν με πολεμίστρες. Η καπνιά των αιώνων σκεπάζει όλες τις επιφάνειες, όμως οι Άγιοι είναι εδώ, όρθιοι με τις ρομφαίες τους, άλλοι με σταυρούς άλλοι με ευαγγέλια στα χέρια, ενώ στον τρούλο σώζεται ο Παντοκράτορας που περιβάλλεται από αγγελικές δυνάμεις. Οι τοιχογραφίες είναι καλό έργο τοπικού εργαστηρίου(21), αλλά χρειάζονται συντήρηση και ανάδειξη. 

Ολόκληρο το μνημείο βοά για αυτή την ανάγκη, ήδη από το 1993 που έγινε η μελέτη και η αποκατάσταση της στέγης που είχε καταρρεύσει. Όπως αναφέρθηκε, είχε επισκεφθεί το μνημείο ο αρχαιολόγος Μύρων Μιχαηλίδης, αργότερα ακολούθησαν κι’ άλλοι(22), που μελέτησε την αρχιτεκτονική και τις τοιχογραφίες του. Στο Αρχαιολογικό Δελτίο 22 (1967): Μελέται Α’, 86, κλείνει την εργασία του αναφέροντας: «…το ενδιαφέρον γι’ αυτό [το μοναστήρι] γίνεται ακόμα μεγαλύτερο εξ’ αιτίας της θέσεώς του, γιατί βρίσκεται αφ’ ενός τόσο κοντά σε πατρίδα ζωγράφων, το Ληνοτόπι, και αφ’ ετέρου σε μια περιοχή τόσο έρημη και δυσπρόσιτη, στην οποία δεν συναντά κανείς μνημείο σε μεγάλη ακτίνα». Μοναδικό μνημείο που δυστυχώς η διοίκηση όχι μόνο δεν το αξιοποιεί, αλλά δεν συγκινείται από την αντίστροφη μέτρηση, που ήδη έχει αρχίσει.

Κάποτε ο Άγιος Ζαχαρίας υπήρξε σπουδαίο μοναστήρι, διέθετε αξιόλογα κτήματα, βοσκότοπους, μεγάλη κτηνοτροφική περιουσία και πολλούς καλόγερους. Αργότερα όλα αυτά χάθηκαν, υπήχθη στον ενοριακό ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου Γιαννοχωρίου, σε μια εποχή που ακόμα γιόρταζαν με μεγάλο πανηγύρι την εορτή του Αγίου, κάθε χρόνο στις 5 Σεπτεμβρίου, της Ζωοδόχου Πηγής. Στα χρόνια μας, η μονή αγρυπνεί ολομόναχη στην απεραντοσύνη του Γράμμου πολύ κοντά στα σύνορα με την Αλβανία. Δεν λειτουργείται πια, ούτε κανείς πλησιάζει έστω να ανάψει ένα κερί. Αναρωτιέστε ίσως, ποιος να ήταν ο πρωτομάστορας που με περίσσια τέχνη ζύμωσε την τεχνική του, με την πίστη, την ευαισθησία, το σεβασμό και μαζί με τα μαστορόπουλα και τους καλφάδες του τον θεμελίωσε; Δεν γνωρίζουμε ποιος, γνωρίζουμε όμως μέσα από την ιστορία, πόσα είδε και έζησε η μονή σε κείνους τους δύσκολους καιρούς. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών μιλούν ακόμα, έχοντας την ανάμνηση των καλών στιγμών της, πριν ακόμα ξεσπάσει ο πόλεμος, τότε που τα καντήλια άναβε ο Μουχαμέτ Μεχμέτ Αλής και όταν αυτός πέθανε, ανέλαβε ο γιος του Αλής. Φορτισμένες μνήμες από έναν τόπο που τα είδε όλα, μετατρέπουν τη θύμηση σε σουβλιά στην καρδιά. Αν στα 1924 κάποιοι Αλβανοί, μουσουλμάνοι το θρήσκευμα, άναβαν τα καντήλια και συντηρούσαν το ναό του Αγίου Ζαχαρία στο ακρότατο αυτό σύνορο της πατρίδας μας, εμείς οι Έλληνες ξεμακρύναμε πολύ….. 

Η καλύτερη εκδοχή, είναι να επιστρέψετε από τον ίδιο δρόμο, κάτω, στην μικρή κοιλάδα με το τρίστρατο, στην τοποθεσία όπου τοποθετείται ο κεντρικός οικισμός του Λινοτοπίου και ο μεγάλος μητροπολιτικός ναός του. Τη θέση του, έχει πάρει το πυκνό δάσος κι’ ένα ωραίο πλάτωμα με μικρό στέγαστρο, πετρόχτιστη κρήνη με σχεδιασμένη πάνω της με μπογιά, την ελληνική σημαία και το 595 [τ.π.], στον ευρύτερο χώρο που παλιότερα υπήρχε σκοπιά. Ολόδροσο, τρεχούμενο ‘’κρύσταλλο’’ νερό, σ’ ένα πανέμορφο περιβάλλον για ξεκούραση, ανασύνταξη της παρέας, (που το πιθανότερο είναι να έχει σκορπίσει), ή προκαθορισμένη συνάντηση με άλλους φίλους μια που αυτή η περιοχή βρίσκεται στο κεντρικότερο σημείο και, λόγω διαμόρφωσης, βοηθά στον εντοπισμό της. 

Όπου να πηγαίνει ο ταξιδιώτης από εδώ θα περάσει οπωσδήποτε, χώρια που είναι από τα λίγα μέρη με μεγάλο άνοιγμα που βοηθά να ‘’πιάνουν’’ τα κινητά. Το εκτεταμένο δάσος που σας περιτριγυρίζει κρύβει με επιμέλεια υπολείμματα σπιτιών και το ξεκίνημα ή την κατάληξη, ανάλογα από πού έρχεται κανείς, της φημισμένης Σκάλας της Γράμμοστας,το φαρδύ λιθόστρωτο μονοπάτι που αποτελούσε για πολλά χρόνια τη βασική οδό επικοινωνίας του Λινοτοπίου με τη Γράμμοστα. Υπάρχει μάλιστα πιθανότητα τριγύρω να υπάρχουν στημένες σκηνές ή στοιβαγμένα ξύλα για φωτιά, από πεζοπόρους ή ορειβάτες που ανακάλυψαν τη γοητεία της εξερεύνησης σε αυτή τη διαδρομή (υπάρχει σήμανση με κόκκινους ρόμβους και παλιά σύρματα τηλεφώνου). Σχεδόν πίσω και αριστερά (Δ – ΝΔ), από τη κρήνη, σας δίνεται η ευκαιρία να ξεκινήσετε μια μικρή πεζοπορία πάνω στα χνάρια αυτής της ιστορικής στράτας, που κάποτε διέσχιζαν φορτωμένα καραβάνια εμπόρων από όλα τα μήκη και πλάτη των Βαλκανίων. Εκεί προς το τέλος της, συναντάει ένα μικρό εικονοστάσι, μετά διάσελο και συνεχίζει απέναντι από τα ‘’Βολιώτικα Καλύβια’’ μέχρι το χωριό (1ω). 

Η άλλη εκδοχή, είναι να ακολουθήσετε τις πινακίδες ‘’προς Γράμμο’’ όπου σε δύο χλμ., αριστερά, είναι ο παλιός στενός δρόμος (με μικρή πινακίδα), με νεροφαγώματα, πρασινάδες (μπορεί να προκαλέσουν μικρογλιστρήματα), που οδηγεί στην κοινότητα Γράμμου. Στο χώρο κυριαρχεί το υδάτινο στοιχείο και η υπόκωφη βοή απ’ τον ορμητικό Αλιάκμονα (Προσθήκη 17/4/08: βλ. περιγραφή του ποταμού στο Καραμήτρου Μεντεσίδη Βόιον σελ 49) καθώς πετάγεται φουριόζος απ’ το απόκρημνο φαράγγι και με εξαιρετική δύναμη περνάει κάτω από τη τσιμεντένια γέφυρα για να ξεχυθεί στη νέα του κοίτη, αλλάζοντας διεύθυνση, πηγαίνοντας προς το βορά (Φούσια). Από αυτό το σημείο ξεκινά η διάσχιση του Φαραγγιού «Καταφύκι» που έχει κηρυχθεί Καταφύγιο Άγριας Ζωής(πρώην καταφύγιο Θηραμάτων), γνωστό ως «ΚΑΖ Καταφύκι – Σκάλα – Πέτρα Μεγάλη» έκτασης 11.000 στρ.με στόχο την προστασία – διατήρηση των σπάνιων ειδών της πανίδας (ΦΕΚ 522/Β/1986). 

Πληθώρα χλωρίδας συνοδεύει τα βήματα των οδοιπόρων οδηγώντας περισσότερο στα άδυτα του κρημνώδους φαραγγιού, στις πυκνές συστάδες οξιάς, δίπλα στη σπηλαιώδη βάση του, όπου κάποτε φιλοξενούσε το πρόχειρο αντάρτικο νοσοκομείο. Εκεί προς το τέλος (500 – 600 μ. σύνολο αλλά τι μέτρα!), οδηγεί σε πέρασμα μικρού καταρράκτη και λιμνούλας. Σε αυτό το σημείο μπορεί ν’ αντιμετωπίσετε πρόβλημα αφού πρέπει να περάσετε απέναντι για να ολοκληρώσετε τη διαδρομή. Αν το ποτάμι έχει πολύ νερό (εξαρτάται από την εποχή) αυτό δεν γίνεται. Όταν όμως περάσετε, είστε ήδη στο δρόμο για τα μεγάλα βοσκοτόπια της κοιλάδας της Γράμμοστας. 

Όλος αυτός ο τόπος με την εξαιρετικά ανεπτυγμένη παρόχθια φυσική βλάστηση τη συνεχή ροή του Αλιάκμονα και το δυσπρόσιτο του ποταμού έχει δημιουργήσει έναν σπάνιο βιότοπο. Από μελέτες και έρευνα στο πεδίο(23) που έγιναν από τον Αρκτούρο, έχει προκύψει ότι εδώ ζει και αναπτύσσεται η σπάνια ευρασιατική βίδρα (Lutra lutra), που θεωρείται από τα σπανιότερα και πιο απειλούμενα θηλαστικά της Ευρώπης. Γνωρίζουμε ό,τι η παρουσία της είναι ο θετικότερος δείκτης καθαρότητας και υγείας των ποτάμιων και λιμναίων οικοσυστημάτων. Άφθονα ίχνη της παρουσιάζονται σε όλο το μήκος του Αλιάκμονα από την περιοχή του Φαραγγιού «Καταφύκι» έως λίγο πριν το Νεστόριο.

Όλο το τοπίο θαρρείτε ό,τι βγήκε από παραμύθι, ενώ συνεχίζοντας άλλα διακόσια μέτρα συναντάτε τη πινακίδα που δείχνει προς τον καινούργιο δρόμο για το ομώνυμο του Γράμμου κοινοτικό διαμέρισμα. Φαρδύς, άνετος, σας ανεβάζει γρήγορα ψηλά μέχρις ότου συναντάτε δεξιά σας τους απότομους βραχώδεις σχηματισμούς, στη βάση των οποίων υπάρχουν κάποια εθνόσημα από διάφορες μονάδες του στρατού. Τα ψηλά, γυμνά από βλάστηση βράχια, εντυπωσιάζουν, ενώ για τους τολμηρούς η φύση πρόβλεψε, κι’ εκεί, σε έναν αποκομμένο από τον κύριο ορεινό όγκο, βράχο έχει αφήσει μια τεράστια οπή σχηματίζοντας ένα πολύ όμορφο, περίεργο πεδίο, ιδανικό για αναρρίχηση. 

Αριστερά σας, στο χαμηλό πλάτωμα υπήρχε κάποτε μια ανθούσα κοινότητα το Βετέρνικο (Βετεάρνικο, Βετεάρνικ(24), Βαρτένιστα σε 1400 μ. υψ.), μια από τις πολλές εξαφανισμένες κυριολεκτικά, μικρότερες βλάχικες εγκαταστάσεις. Το πιθανότερο είναι ότι αυτές βοήθαγαν στην καλύτερη εξυπηρέτηση των αναγκών της κτηνοτροφίας, ρόλο που είχαν άλλοι, περιφερειακοί εξίσου σημαντικοί οικισμοί όπως το Λειβάδι (κοντά στον Πεύκο βλ. Βιβλίο Πεύκος σελ 11), το Πισκοχώρι (νότια προς την Αετομηλίτσα), και η Αετομηλίτσα. Το ότι υπήρχε σοβαρή εξάρτηση από τον κεντρικό πυρήνα που ήταν η Γράμμοστα, φαίνεται από το γεγονός της πλήρους αποχώρησης του ελληνικού στοιχείου μετά την καταστροφή το 1769, και κυρίως από το ότι ποτέ δεν επέστρεψαν, ακολουθώντας την τύχη τους, μόνιμα πια, σε ξένα μέρη. 

Ελάχιστες πληροφορίες διασώζονται για το Βετέρνικο, το οποίο ο Gustav Weigand αναφέρει ως Βαρτένι(25), προσθέτοντας παρακάτω ότι: «…οι Αρωμούνοι [Βλάχοι] το έχουν αφήσει. Έχουν εγκατασταθεί κάποιες οικογένειες Αλβανών βοσκών». Μετά την καταστροφή των χωριών της περιοχής βρέθηκαν πρόσφυγες μαζί με Μοσχοπολιάνους που σχημάτισαν τον αρχικό πυρήνα, στο Μοναστήρι (Βιτώλια) αλλά και αλλού. Στη διαδρομή που έκανε ο Weigand προς την Αχρίδα, μέσω Μηλόβιστας (11 – 12 Ιουλίου 1889), σταμάτησε στη Ρέσνα(26), «…ένα μεγάλο χωριό, που μετράει και περίπου εκατόν πενήντα αρωμουνικές οικογένειες, οι οποίες κατάγονται κατά το πλείστον από το Βαρτένι στην οροσειρά του Γράμμου»(27).

Στα χρόνια μας, κάποιοι λίγοι λιθοσωροί υπενθυμίζουν την παρουσία του, ενώ λίγο πιο πάνω, στο πλάτωμα, υπάρχει ένας πολύ όμορφα διαμορφωμένος χώρος αναψυχής, εξ’ ολοκλήρου πετρόχτιστος με κρήνη, υπερυψωμένες ψησταριές, τραπέζι, κάδο απορριμμάτων και γενικά ότι μπορεί να χρειαστεί ένας φυσιολάτρης. Παραδίπλα είναι (μάλλον ήταν, αφού έσπασε), η ξύλινη πινακίδα που δίνει πληροφορίες για τη πεζοπορική διαδρομή Βετέρνικο – Φούσια. Όλα αυτά τα όμορφα, χρήσιμα έργα που απευθύνονται κυρίως, στους περιηγούμενους της περιοχής, όπως οι χώροι αναψυχής, οι ξύλινες ενημερωτικές πινακίδες που συναντάτε συχνά – πυκνά, έχουν γίνει από τη Νομαρχία Καστοριάς σε μια προσπάθεια να γίνει πιο άνετη η επίσκεψη σ’ αυτά τα μέρη.  

Ανηφορίζοντας θα βρεθείτε στον αυχένα όπου υπάρχει μικρό στέγαστρο, παγκάκι, και ένα ωραίο με ξύλινη κορνίζα ενημερωτικό πάνελ για το Αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra balcanica), που κάποιοι πληθυσμοί του, γύρω στα πενήντα άτομα, ζουν εδώ. Συνολικά η χώρα μας διαθέτει 500 – 600 από αυτά τα πανέμορφα θηλαστικά, που επιβιώνουν, διασκορπισμένα σε πέντε μεγάλες και δύο μικρότερες γεωγραφικές ενότητες. Μία από αυτές είναι ο Γράμμος όπου ζουν περίπου 50 άτομα(28). Φαίνεται ότι βρήκαν τον ιδανικό βιότοπο στην περιοχή, με επικλινείς, καλυμμένες με δάση πλαγιές, όπως είναι δηλαδή ο παρακείμενος του αυχένα μεγάλος γκρεμός, αριστερά σας. Πραγματικά, το θέαμα απ’ τις βραχώδεις κάθετες ορθοπλαγιές που, ανάμεσά τους, απύθμενο θαρρείς σχηματίζεται το βαθύσκιο κατάφυτο φαράγγι, κόβει την ανάσα κερδίζοντας τη ματιά σας. Σαν τεράστιοι τοίχοι ξεχωρίζουν οι δύο κορφές, Σκάλα (1845 μ. υψ.) σε πρώτο πλάνο και Πέτρα Μεγάλη (1842 μ. υψ.) η δεύτερη, ενώ, στο βάθος, ακούγεται ο Αλιάκμονας καθώς με περίσσια δύναμη διασχίζει με θόρυβο το φαράγγι «Καταφύκι», αναζητώντας με ανυπομονησία την έξοδο. Είναι ένα απ’ τα εξαιρετικά σημεία, με άφθονη βλάστηση που πρέπει να σταματήσετε για να το δείτε από κοντά. 

Η κατηφορική διαδρομή συνεχίζει μέσα στο  θαυμάσιο τοπίο, που σε όλη τη διάρκεια της καλοκαιρινής περιόδου βόσκουν δεκάδες γελάδια, περνάει δίπλα από τη θέση «Βολιώτικα Καλύβια» (σύμφωνα με το χάρτη της Γ.Υ.Σ.), όμως σήμερα δεν έχει, όπως υποθέτει ο επισκέπτης, κάποια σχέση με Βολιώτες. Ίσως παλιότερα να υπήρχαν και ‘’καλύβια’’, όμως από το 1980 η διεύθυνση δασών Καστοριάς έχει φτιάξει αυτά τα παράξενα ‘’σπιτάκια’’, από ελλενίτ και κάθε καλοκαίρι μένουν εδώ οι Χατζαραίοι από τη Θεσπρωτία, βόσκοντας τα κοπάδια τους. Η ίδια διεύθυνση, στην περιοχή ευθύνης της, έχει ανοίξει πάνω από 1300 χλμ. από αυτό το χρήσιμο δίκτυο δασικών δρόμων. Πιο κάτω είναι η μοναδική δστ., το ενημερωτικό πάνελ για το Γράμμο και η πινακίδα που οδηγεί στις περιοχές «Μπαρούγκα», «Μούζα» και τη θέση «Φούσια», όπου κάποτε βρισκόταν η ομώνυμη κοινότητα. 

Έχουν ήδη αρχίσει να διαγράφονται στον ορίζοντα οι μυτερές κορφές, ενώ, καθώς οδηγείτε, εμφανίζεται ένα ανυπέρβλητο θέαμα έξω από κάθε περιγραφή. Εμπρός σας, στον ευρύτερο χώρο που υπήρχε η εκθαμβωτική Γράμμοστα, απλώνεται η απέραντη ομώνυμη Κοιλάδα, η λιλιπούτεια σημερινή μετονομασμένη κοινότητα Γράμμου (στα 1350 μ. υψ.),ενώ, πιο ψηλά, ορθώνονται σε όλο το μεγαλείο τους οι θεόρατες κι’ απόκρημνες κορφές του Γράμμου που περιλαμβάνονται στο δίκτυο περιοχών «Φύση (Natura) 2000», σύμφωνα με την οδηγία 92/43. Η «2520» δεν φαίνεται απ’ εδώ, όμως η «Κιάφα», πιο πίσω το «Περήφανο» κι’ άλλες χαμηλότερες, συνθέτουν ένα αποκαλυπτικό πανόραμα με ‘’σάρες’’, ‘’λούκια’’, και ‘’διαζώματα’’ που δύσκολα θα φύγει από τη μνήμη σας. 

Σύμφωνα με τις ενδείξεις και την παράδοση, ο πρώτος οικισμός φαίνεται ότι δημιουργήθηκε περί τον 11ο ή 12ο αι. και έφτασε στη μεγαλύτερη ακμή του κατά τον 17ο αρχές 18ου αι., τότε, που θεωρείται η σημαντικότερη κωμόπολη στην ευρύτερη περιοχή με τρεις μεγάλες συνοικίες. Εκείνη την εποχή η πολυάνθρωπη μητρόπολη των Βλάχων σε αυτή τη σπάνια τοποθεσία με τα δεκάδες πλεονεκτήματα, κατοικείται από τρεις χιλιάδες οικογένειες, (15.000 κατ.) τα μέλη των οποίων ασχολούνται με την κτηνοτροφία, την παραδοσιακή υφαντουργία και το εμπόριο μάλλινων σκουτιών όπως το γειτονικό Λινοτόπι. Σε όλη την περίοδο της ακμής της οι κάτοικοι είχαν οργανώσει τις παραγωγικές δομές γύρω από μεγάλους Τσελιγκάδες, τα πλούτη των οποίων, ακόμα και με τα σημερινά δεδομένα, ήταν μυθικά.

Ενδεικτικό των κτηνοτροφικών μεγεθών της Γράμμοστας είναι το τσελιγκάτο του Πατσιαούρα, που αριθμεί 10.000 πρόβατα, αποτελώντας μια πλήρως διαρθρωμένη συνεταιριστική επιχείρηση, η οποία απασχολεί πολλά εργατικά χέρια, αποδίδοντας άφθονες πρώτες ύλες για τη μεταποίηση και το εμπόριο(29). Αυτή την περίοδο, οι ισχυρότερες φάρες ήταν οι Χατζηστέργιου, Στάθη, Πατσιαούρα(30), Χατζημπίμπλου, Νάκου, Χατζητζιούλα και οι Πισιωταίοι(31). Απ’ όλους, ξεχώριζαν οι Χατζηστεργαίοι(32) [αργότερα έλαβε το επώνυμο Χατζόπουλος] και Πατσιαουραίοι· για τους τελευταίους, λέγεται ακόμα και τώρα, ότι είχαν τόσα κοπάδια και τόσο μεγάλη παραγωγή γάλατος, ώστε είχαν κάνει ολόκληρες εγκαταστάσεις πήλινων σωληνώσεων, πολλών χλμ., ώστε να το διοχετεύουν από τις στάνες στο τυροκομείο τους δίπλα από το χωριό.

Λείψανα αυτών, γνωστότερων ως ‘’κιούγκια’’, εξακολουθούν να υπάρχουν στις πλαγιές του βουνού(33). Όπως σε όλα τα βλαχόφωνα κέντρα έτσι και στη Γράμμοστα ενδιαφέρθηκαν για μόρφωση και πολύ νωρίς λειτούργησε σχολείο. Εκεί μαθήτευσε το 1756 ο Άνθιμος Ολυμπιώτης (1737 – 1794), ιερομόναχος από το Λιβάδι Ελασσόνας. Αργότερα ανέλαβε ηγούμενος της ιεράς μονής Παναγίας Ολυμπιώτισσας Ελασσόνας (1780 – 1794), όπου ίδρυσε, με δική του δαπάνη, σχολή, συγκροτώντας και μια από τις σπουδαιότερες βιβλιοθήκες, την οποία δυστυχώς έκαψαν οι Γερμανοί κατακτητές το 1944. Το 1781 ίδρυσε Ελληνικό σχολείο στο Λιβάδι Ολύμπου, δίδαξε ρητορική, φιλοσοφία και μαθηματικά κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα(34). Και αυτή η πολιτεία αναπτύχθηκε σε πνευματικό επίπεδο και ευτύχησε να δει γόνους της να εξελίσσονται σε σημαντικούς καλλιτέχνες που διακρίνονται στην αγιογραφία. Το πρωιμότερο έργο φέρεται να το ζωγράφισε ο Κωνσταντίνος μαζί με το συντοπίτη του Μιχαήλ, το 1604 που τοιχογραφούν τη βασιλική της Μονής Παναγίας στην περιοχή του Δελβίνου της Βορείου Ηπείρου. Δύο χρόνια αργότερα, το 1606 ο Δημήτριος με άγνωστο συνεργάτη του, φιλοτέχνησε τις τοιχογραφίες του Μητροπολιτικού ναού των Αγίων Αποστόλων Αρχιεπισκοπής Πωγωνίου. Αργότερα ακολούθησαν και άλλοι(35).

Αναφερθήκαμε κι’ άλλη φορά (Ταξίδια τ. Στ’’, Γράμμος 1ο, 2004, 193, 210),στο ότι η περιοχή αυτή ήταν ενιαία, δεν υπήρχαν σύνορα και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που όλα αυτά τα κέντρα του βλαχόφωνου ελληνισμού αναπτύχθηκαν, φτάνοντας σε δυσθεώρητα επίπεδα πλούτου και οικονομικής αυτονομίας. Περιφερειακά της Γράμμοστας, στη σημερινή Αλβανία, ήταν και άλλες μεγάλες πόλεις της εποχής (Γράμποβα, Σίπισχα, Νικολίτσα), κυρίως όμως η Μοσχόπολη. Με τρεις συνοικισμούς αρχικά, έξι αργότερα, υπό την προστασία της εκάστοτε βαλιντέ – σουλτάνας (βασιλομήτορος) εξασφάλισε προνόμια και εξελίχτηκε σε μια από τις πλουσιότερες πόλεις με πολυάριθμα δημόσια κτήρια, αξιομνημόνευτους «..είκοσι περικαλλείς και ευρύχωρους..», ιερούς ναούς (Αγ. Παρασκευής, Αγ. Αθανασίου, Ταξιαρχών, Αγ. Αποστόλων, Αθανασίου, Δημητρίου, Νικολάου, και το περίφημο οχυρό μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου), ορισμένοι από τους οποίους σώζονται ακόμα. 

Διέθετε θαυμάσια πανδοχεία, εμπορικά καταστήματα σε άμεση σχέση με τη Βενετία, ήδη από το 1586, ενώ, αργότερα, επεκτείνεται στη Βιέννη, τη Γαλλία κι’ αλλού. Υπήρξε μια μεγάλη πόλη, η οποία από κτηνοτροφικό βλαχοχώρι το 1684, εξελίχθηκε (18ος αι.) σε πνευματικό, εμπορικό και βιοτεχνικό κέντρο της Άνω Μακεδονίας με συμπαγή βλάχικο πληθυσμό 30.000 – 45.000 κατοίκων, και δεκατεσσάρων συντεχνιών, με ουσιώδη προνόμια, μεταξύ των οποίων η οπλοφορία. 

Αυτά καταδεικνύουν μικρό μόνο μέρος του συσσωρευμένου πλούτου της, που, όπως ήταν φυσικό, κέντρισε το ενδιαφέρον πολλών, ήδη από την εποχή των Ορλωφικών (1769 – 1770), τότε που πλησίαζε η αποφράδα ημέρα της. Τότε που ο ρωσικός στόλος εμφανίζεται στη Πελοπόννησο, οι επαναστάσεις ενθαρρύνονται και  συνταράζουν την υπόδουλη χώρα απ’ άκρη σ’ άκρη. Από το ναύαρχο Ορλώφ σχηματίζεται η Ανατολική και Δυτική Λεγεώνα της Σπάρτης(36), ξεκινά η πολιορκία του φρουρίου της Κορώνης, στο Αίγιο ο μητροπολίτης Πατρών Παρθένιος, στην Κόρινθο ο Γεώργιος Νοταράς με το γιο του Μακάριο, μητροπολίτη Κορίνθου, στην επαρχία Φαναρίου ο προεστός της Ανδρίτσαινας Αναστάσιος Χριστόπουλος, στην Καλαμάτα ο Μπενάκης, στον Βάλτο ο Σταθάς Γεροδήμος, στη Βόνιτσα και το Ξηρόμερο ο Χρήστος Γρίβας, στο Αγγελόκαστρο ο Γιώργος Λαχούρης, ακολουθούν το Μεσολόγγι, τα Κράβαρα, το Λιδόρικι, ο Παρνασσός και τα χωριά του, η Λιβαδειά, τα Μέγαρα, η Κρήτη με τον Δασκαλογιάννη, η Θεσσαλία και η Ήπειρος συμμετέχουν με ενθουσιασμό κατά του βάρβαρου τουρκικού ζυγού(37). Όλα τα Βαλκάνια αναστατώθηκαν ενώ: «το απαίσιον της αναρχίας φάσμα εκυριάρχει πανταχού»(38)

Όσο γινόντουσαν αυτά, πολύ μακρύτερα, το λαμπρό άστρο της Μοσχόπολης που αναπτύχθηκε και αναδείχτηκε μέσα σ’ ένα εξαίσιο πνευματικό, αστικό, περιβάλλον και ουδέποτε αισθάνθηκε τον τουρκικό ζυγό, ετοιμαζόταν να διαγράψει την τελευταία του τροχιά. Ουσιώδες αίτιο υπήρξε μεταξύ άλλων, το θολό πολιτικό τοπίο που απλώθηκε σαν μαύρο πέπλο παντού, δίνοντας την ευκαιρία σε αγάδες ή μπέηδες να εκβιάζουν για ‘’προστασία’’, πιστώνοντας σιγά - σιγά τον πλούτο της, δήθεν για την ασφάλειά των εμπορικών δραστηριοτήτων. Η είδηση της εξεγέρσεως [και η ατυχή της έκβαση] γέμισε μανία τους Τούρκους που αντεκδικήθηκαν με μανία. «Η Τρίκκη [Τρίκαλα] επυρπολήθη και διηρπάγη, η εμπορικοτάτη και ευδαίμων Μοσχόπολις άρδην κατεστράφη, οι προεστώτες της Φιλιππουπόλεως ερραβδίσθησαν, τα υπάρχοντα των χριστιανών διηρπάργησαν, αι οικίαι των εκάησαν, και πολλοί έπεσαν θύματα της μαχαίρας των εξηγριωμένων βαρβάρων. Εις Λήμνον απεκεφαλίσθηκαν ό τε αρχιερεύς και οι προύχοντες των Ελλήνων, εν δε τη Σμύρνη πολλοί εφονεύθησαν εξερχόμενοι του ναού της αγίας Φωτεινής(39)».

Οι Τούρκοι έστειλαν στρατό αποτελούμενο από πενήντα χιλιάδες Αλβανούς που ξεκίνησαν την ερήμωση του τόπου από τις βόρειες επαρχίες, «Γενίτσαροι πλημμύρισαν τις βόρειες επαρχίες…ολόκληρη η Ελλάδα λούστηκε στο αίμα(40)», φτάνοντας μέχρι τη Φωκίδα την Παρνασσίδα και από εκεί στην Πελοπόννησο. Εξοντώθηκαν όχι μόνο οι επαναστάτες και οι ύποπτοι, αλλά και άμαχος πληθυσμός. Η Μοσχόπολη, ένα μοναδικό σε μέγεθος αυτόφωτο αστέρι που φώτισε και επηρέασε όλες τις μεγάλες πόλεις της εποχής καταστρέφεται από την 21η Μαΐου 1769 και για τρεις μέρες. Το συμβάν της ταχύτατης όσο και απροσδόκητης διάλυσης, που οφείλεται εν μέρει και στους ‘’προστάτες’’ – πιστωτές που υποχρέωναν τους εμπόρους να υπογράφουν χρεωστικές ομολογίες, επηρέασε ραγδαία όλα τα μεγάλα κέντρα, που δέχθηκαν χιλιάδες οικογένειες προσφύγων. Μετά τον αφανισμό της, οι πλούσιοι Μοσχοπολιάνοι βλάχοι (αποκαλούνται και Μοσχόβλαχοι(41)), δημιούργησαν τη «Νέα Μοσχόπολη» στο γνωστό Μοναστήρι (Βιτώλια – Μπίτουλε στη βλάχικη), τη μεγαλύτερη Μητρόπολη του βλαχόφωνου ελληνισμού που στις αρχές του 20ου αιώνα είχε συγκεντρώσει μέχρι και 3.300 βλάχικες οικογένειες. Οι φτωχότερες τάξεις, μην έχοντας την οικονομική δύναμη να αντεπεξέλθουν, επέστρεψαν, «οπότε η πόλις συνελθούσα διετέλει εν τινι ικανή ησυχία(42)». 

Μεταξύ των πόλεων και κωμοπόλεων που δέχθηκαν καίριο πλήγμα, καθοριστικό της μελλοντικής τους πορείας, ήταν και η Γράμμοστα. Οι συνεχείς επιδρομές Τουρκαλβανών είχαν φέρει από νωρίς διαδοχικά κύματα μαζικών εξόδων, σε αναζήτηση ασφαλέστερου χώρου. Οι μεγάλες πληθυσμιακές αφαιμάξεις διήρκεσαν πολύ, συμπαγείς ομάδες Γραμμοστιάνων εξαπλώνονται παντού και εγκαθίστανται στη Μακεδονία, τη Ροδόπη και ακόμα μακρύτερα, Βουλγαρία, Σερβία, Ρουμανία. Είναι βέβαιο ότι την ίδια εποχή που καταστράφηκε η Μοσχόπολη έγινε το ίδιο και στη Γράμμοστα, μάλιστα η παράδοση, όπως συνηθίζει στα σημαντικά γεγονότα, την έκανε τραγούδι(43). Οι κάτοικοι που παρέμειναν στο ερειπωμένο χωριό ήταν πια λίγοι και σίγουρα αρκετά φτωχοί. 

Ο Weigand, στη διάρκεια του ταξιδιού που πραγματοποίησε το 1889, αναφέρεται συχνά στους Γραμμοστιάνους που συναντά σε όλες τις μεγάλες πόλεις αλλά για τη Γράμμοστα γράφει(44) ότι έχει 300 ψυχές, η Αετομηλίτσα με 400 και το Πληκάτι με 250. Σε σημείωση του ιδίου όλα αυτά τα χωριά μνημονεύονται στο EthnographiedelaMacedoine, (Φιλιππούπολη 1881), με ακόμα μικρότερο πληθυσμό: 210 κεφαλές φόρου συνολικά (500 ψυχές). Όποια στατιστική και να είναι σωστή η βλαχόφωνη Μητρόπολη της Γράμμοστας παρά τις λεηλασίες και τις δύσκολες συνθήκες που διαμορφώθηκαν στη Βόρεια Πίνδο κρατούσε ακόμα, μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Αργότερα όμως, στη δεκαετία 1930, δεν θυμίζει σε τίποτε τον άλλοτε εκπάγλου καλλονής οικισμό, υπάρχουν μόνο ελάχιστα ταπεινά σπίτια τριγυρισμένα από απέραντα ερείπια.

Διαβάζοντας την απογραφή(45) της 15ης – 16ης Μαΐου 1928, η νεοσύστατη (1927) κοινότητα Γράμμου είχε 13 κατοίκους, πιθανά δεν είχαν ανέβει ακόμα οι κτηνοτρόφοι, αφού στο αναμνηστικό λεύκωμα(46) της Ι. Μητροπόλεως Καστοριάς διαβάζουμε ότι είχε 60 οικογένειες. Για σχολείο ούτε λόγος, ενώ τη καλοκαιρινή περίοδο στον ενοριακό ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι εφημέριος ο Παπά Δαμιανός Καρακώττας που τον χειμώνα ακολουθούσε τους «βλαχοποιμένες» ενορίτες του, στο Άργος Ορεστικό. Το 1950 είναι παντέρημη, ενώ μέχρι το 1974 ολόκληρη η περιοχή θεωρείται απαγορευμένη ζώνη και δεν πλησιάζει κανείς για μόνιμη εγκατάσταση, με εξαίρεση τους ντόπιους κτηνοτρόφους που, πατροπαράδοτα, απ’ του Αγ. Γεωργίου και μετά ανέβαιναν με τα κοπάδια τους και ξεκαλοκαίριαζαν. Οι πρώτοι, έφτασαν το 1952 με ό,τι τους είχε απομείνει, ξεκινώντας την οργάνωση με καινούργιες ελπίδες. Εκείνη την εποχή χτίζεται το Κοινοτικό κατάστημα, το τυροκομείο, τα γεφύρια, έρχεται από κοντά η τηλεφωνική σύνδεση και ξεκινά η διάνοιξη του δρόμου που ολοκληρώθηκε το 1966(47). Εβδομήντα χρόνια μετά την ίδρυση της κοινότητας Γράμμου, για ιστορικούς λόγους, η πολιτεία με το σχέδιο Καποδίστριας (Ν.2539/1997, ΦΕΚ 244/Δ/4-12-1997) περί «σύστασης των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης» το 1997, διατήρησε την ανεξαρτησία της κοινότητας, με έδρα το Άργος Ορεστικό (75 χλμ., μακρύτερα) και 203 εγγεγραμμένους, από τους οποίους ψήφισαν οι 185 (2002). Στο πέρασμα του χρόνου έγιναν άλλα έργα υποδομής, το 2001 ήρθε το ρεύμα και η συνεχής ζήτηση οικοπέδων φέρνει κάθε χρόνο όλο και περισσότερους στα γραφεία της κοινότητας, όπου γίνονται οι δημοπρασίες.  

Σήμερα ο επισκέπτης αντικρίζει δεκατρείς συνολικά κατοικίες, ενώ η κοινοτάρχις Γράμμου κυρία Κατερίνα Φιλιάδου, αναφέρει ότι κάθε χρόνο, όλο και περισσότεροι εκδίδουν άδειες ανέγερσης. Στο κέντρο της σχεδόν, βρίσκεται το παλιό κτήριο της κοινότητας που αρκετά χρόνια πριν επεκτάθηκε στεγάζοντας και το καφενείο, που με την παρουσία του κυρ – Ηλία Κλουσιάδηπου το νοικιάζει, έχει μεταμορφωθεί σε μια πρώτης τάξεως ταβέρνα – ψησταριά. Το εξωτερικό περιφραγμένο προαύλιο διαθέτει πολλά παγκάκια και τεράστια μακρόστενα τραπέζια που μπορούν να φιλοξενήσουν δεκάδες άτομα, ενώ οι μυρωδιές από τα ντόπια ψητά που φτιάχνει ο κυρ Ηλίας κυριολεκτικά ‘’σπάνε μύτες’’. Είναι αδύνατον κάποιος από τους επισκέπτες ή τους 28 κατοίκους (’01) που έρχεται ή που φεύγει να μην περάσει από δω ενώ ο χώρος είναι εξαιρετικά όμορφος για αυτούς που αποζητούν ησυχία και άμεση επαφή με τη φύση. Ίσως δεν θα μπορέσετε να θυμηθείτε κάτι παρόμοιο. 

Από τις τρεις περίβλεπτες εκκλησίες της παλιάς Γράμμοστας: Κοίμηση Θεοτόκου, Αγία Παρασκευή και Άγιο Γεώργιο με σπουδαία ιστορικά κειμήλια, υπάρχουν μόνο τα ερείπια της παλιάς βασιλικής του 18ου αιώνα και η καινούργια (1982), που είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου.Στο ορεινό συγκρότημα του Γράμμου, ειδικά στην περιοχή του σημερινού χωριού υπάρχουν τα πιο εκτεταμένα, πλούσια και αδιάσπαστα αλπικά βοσκοτόπια στο Νομό Καστοριάς, ίσως τα μεγαλύτερα στην Ελλάδα. Η άφθονη βλάστησή τους καταλαμβάνει μια έκταση περίπου 60.000 στρ., που αποτελείται από δεκάδες είδη φυτών, μεταξύ τους και πολλά σπάνια φαρμακευτικά και νανώδεις θάμνοι συχνά με αγκάθια, που κατά τόπους αναπτύσσονται από τα 1500 μ., ενώ από τα 1800 μ. και ψηλότερα κυριαρχούν ολοκληρωτικά.

Από αυτά τα αλπικά λιβάδια, τα 40.000 στρ. ανήκουν στην κοινότητα και είναι απ’ τους πιο σημαντικούς και υγιείς βοσκότοπους πράγμα σημαντικό για την μετακινούμενη (νομαδική), κτηνοτροφία, που μεταφέρει εδώ κάθε καλοκαίρι εκατοντάδες γιδοπρόβατα και γελάδια. Βέβαια, τα μέτρα που παίρνει η διοίκηση προκαλούν ερωτηματικά, γιατί πλέον δεν είναι θέμα αν επαρκούν ή όχι, αλλά για πιο λόγο αντί για την υποτιθέμενα επιθυμητή και επιδοτούμενη αύξηση αυτής της δραστηριότητας, υπάρχει δραματική μείωση. Εντύπωση προκαλεί επίσης ότι ακόμα δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς επεδίωξε το επιχειρησιακό πρόγραμμα «Αγροτική Ανάπτυξη – Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου 2000 - 2006» (ΚΥΑ 103/20.4.2001, ΦΕΚ 747/14.6.2001) με προϋπολογισμό 100 δις. δρχ. που εντάχθηκε στο Γ’ ΚΠΣ και με θόρυβο και πηχυαίους τίτλους(48) αναγγέλθηκε.

Αν εξαιρέσουμε τις συνεχείς παρατάσεις, επίσημος απολογισμός δεν υπάρχει, αν και το πιθανότερο είναι ότι, όπως τα άλλα ΚΠΣ έτσι και αυτό, εξαντλήθηκε χωρίς να δημιουργήσει την παραμικρή υποδομή γιαυτό το περίφημο ..αύριο ή έστω την χιλιοειπωμένη σύγκλιση. Έτσι, ενώ το 1978, υπήρχαν 1022 βοοειδή και 8900 πρόβατα και το 2000: 1200 και 6750 αντίστοιχα(49) τα στοιχεία της κοινότητας για το 2005, αναφέρουν 1.500 βοοειδή και 1.350 πρόβατα!. Αν πραγματικά ξοδεύτηκαν 100 δις. δρχ. για ανάπτυξη, και αυτή η πλούσια σε βοσκές περιοχή παρουσιάζει αυτό το αποτέλεσμα, τότε η ανοησία έχει πάρει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις από ότι πιστεύαμε.

Σε κάθε περίπτωση, οι δύσκολα χαραγμένοι αγροτικοί δρόμοι και τα δεκάδες μονοπάτια οδηγούν τα βήματα των πεζοπόρων (βλ. στο τέλος «πεζοπορικές διαδρομές»), σε εκπληκτικές κορυφές με άπλετη, χωρίς όρια θέα. Σε περασμένο αφιέρωμα για την Αετομηλίτσα είχαμε αναφερθεί στο αίτημά της για τη διάνοιξη δρόμου που θα συνέδεε τις δύο κοινότητες. Αυτό το έργο όσον αφορά τη σύνδεση Αετομηλίτσας – Αρένων θα είναι εφέτος (2006) πραγματικότητα, αφού από την μεριά της Αετομηλίτσας άρχισε, ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2005. Η δεύτερη οδός επικοινωνίας Αετομηλίτσα – Στάνη Λάμπρου ή Λάμπρη (20 χλμ.) – ύψωμα Φαρμάκι έχει εγκριθεί και είναι θέμα χρόνου να υλοποιηθεί. Άλλωστε είναι μόνο τρία – τέσσερα χλμ. και ο δρόμος Γράμμοστα – Φαρμάκι υπάρχει.

Όταν ολοκληρωθεί, η διαδρομή Γράμμοστα – Αετομηλίτσα και αντίστροφα θα είναι μόλις 25 – 28 χλμ., δέκα λιγότερο από ό,τι είναι από τον ‘’κάτω’’ δρόμο, χώρια ότι θα έχει καλύτερη θέα. Στην κοινότητα, μπορείτε να στήσετε τις σκηνές σας σχεδόν παντού, όλο το καλοκαίρι μέχρι αργά το φθινόπωρο, μόνο προσέξτε, μην είναι πάνω σε μονοπάτι που περνούν πρόβατα. Ένα καλό σημείο, εκτός του στεγασμένου αλλά τσιμεντένιου προαυλίου της εκκλησίας, είναι στην κρήνη που έφτιαξε ο σύλλογος Γραμμουστιανών ‘’η Γράμμουστα’’, το 1987. Κοντά της είναι ο καλύτερος χώρος. Στο χωριό, έρχονται δεκάδες περιηγητές με σκοπό να ανεβούν στις τριγύρω ψηλές κορφές, ενώ σχεδόν όλοι οι ορειβατικοί σύλλογοι περιλαμβάνουν στο πρόγραμμά τους, μια εξόρμηση στο βόρειο Γράμμο. 

Ένα μοναδικό τοπίο στη Βόρεια Πίνδο που θα μείνει ανεξίτηλα χαραγμένο στη μνήμη σας είναι η αθέατη από τις γύρω κορφές, αλπική Λίμνη του Γράμμου στα +/- 2380 μ. υψ. στη θέση «Γκιστόβα», η ψηλότερη στην Ελλάδα, και φυσικά η κορυφή «2520», (βλ. στο τέλος πληροφορίες πρόσβασης) τρίτη σε ύψος στη χώρα (2521 μ. υψ.), μετά τον Όλυμπο και τον Σμόλικα. Στα σκούρα μπλε νερά της, φιλοξενεί τον σπάνιο Αλπικό Τρίτωνα (Triturusalpestris) έναν από τους τρεις που συναντάμε στην Ελλάδα. Βρέθηκε εδώ, αλλά και στις λίμνες Μουτσάλια και Αρένες, όπου συμβίωνε με άλλα είδη, κυρίως με τον Κοινό Τρίτωνα (Triturusvulgaris) και τον βάτραχο των ρυακιών (Ranagraeca). Εξ’ ίσου βέβαιο είναι ότι όλη αυτή η κορυφογραμμή που καλύπτει μια μεγάλη περιοχή, μέχρι κάτω το νομό Ιωαννίνων, συνορεύει(50) με τους Αλβανικούς νομούς Κορυτσάς και Κολώνιας(51) πράγμα που επιτρέπει σε πεζοπόρους της άλλης πλευράς να έρχονται εδώ πάνω. Δεν αποκλείονται, λοιπόν, φιλικές συναντήσεις. 

Εσείς, σε κάθε περίπτωση, μη χάσετε την ευκαιρία για αυτή την περιπετειώδη διαδρομή, ειδικά αν έχει καλό καιρό. Ενημερώστε για τη πρόθεσή σας τον κυρ Ηλία στο καφενείο, ρωτήστε για σκυλιά και ξεκινήστε. Η ευρύτερη περιοχή της κοινότητας Γράμμου μπορεί να μην έχει ατελείωτα δάση όπως τα μέρη που προσπελάσατε για να φτάσετε εδώ, διαθέτει όμως πανύψηλες βουνοκορφές, θαυμάσια αλπικά λιβάδια και το κυριότερο, πεντακάθαρη ατμόσφαιρα και μια γαλήνη που θα σας θυμίσει τις πιο καλές στιγμές που έχετε περάσει δίπλα σ’ αγαπημένα σας πρόσωπα.

Σημειώσεις:

(1)  «Η δε Ορεστίς πολλή και όρος έχει μέγα μέχρι του Κόρακος της Αιτωλίας. Ένί μεν δη κοινώ ονόματι καλείται Βόιον το όρος, κατά μέρη πολυώνυμος έστιν». (Στράβωνος, 7, αποσπ. 6). Γεωργία Καραμήτρου – Μεντεσίδη, Βόιον – Νότια Ορεστίς, Αρχαιολογική Έρευνα και Ιστορική Τοπογραφία, Θεσσαλονίκη (1999) 99. επίσης: «Γράμμος: Πρόκειται για το αρχαίο Βόϊον ή Βοίον...», στο: Μάρκου Α. Γκιόλια, Παραδοσιακό Δίκαιο και Οικονομία του Τσελιγκάτου, εκδόσεις Πορεία (2004) 382.

(2)  Χάρτης Γ.Υ.Σ. ‘’Γενικής Χρήσεως’’, κλίμακα 1: 50.000, φύλλο GRAMOS, 4η έκδοση Ιούλιος 1970. Χάρτες Macedonia, MountainsPindosNo 1/12 κλίμακα 1: 50.000, «Gramos», MacedoniaEpirus και MountainsPindos Νο 2/12 κλίμακα 1: 50.000, «Smolikas» έκδοση ΕΟΤ – ΕΟΣ Αχαρνών, Αθήνα 2001. Β. Βυτανιώτης, Γ. Κοράκης, Δ. Μπούσμπουρας, Ι. Τσακνάκης, Χάρτης Περιοχής Γράμμου, κλίμακα 1:80.000, Αρκτούρος 2000.

(3)Παλιότερα, ήταν γνωστή σαν Τσιούκα (αλ) Πέτς (κορφή του Πέτση). Παραθέτουμε την λαϊκή παράδοση για την ονομασία, όπως την άφησε γραμμένη ο αείμνηστος Βουρμπιανίτης δάσκαλος Χαράλαμπος Νικ. Ρεμπέλης (1887 – 1947). «Η Τσιούκα Πέτς(2α), (κατά Κώτσιο Παπαχρήστον από Τούρνοβον(2β)). Απ’ οχπάν’ απ’ το Ροζντόλ’ είναι μια κορφή τ’ς Σκάλας που τη λεν’ Τσιούκα Πέτς, που είναι ντιπ γκόλια, γιατ’ είναι πολύ ψηλή και καν’ κρύγιο. Το καλοκαίρ’ βόσκ’ν εκεί τα πρόβατα τα Πετουλαίικα που βγαίν’ ν απ’ εδώ κι’ άλλα βλάχ’κα που βγαίν’ ν από την Κολώνια, γιατ’ είναι στο σύνορο. Από την Τσιούκα Πέτς αγναντεύονται πεκείθε η Κολώνια, τα βουνά του Σκραπαριού και της Γκιόρτζιας κι’ ο κάμπος τ’ς Μπίλιστας. Μια βολά, θα είναι καμμιά ‘κατοστή χρόνια, έσμιξαν εκεί στη κορφή καταρραχής τρείς – τέσσερ’ς τσιελεγκάδες και ξέχαζαν και κουβέντιαζαν για το’να και για τ’ άλλο. Εκεί που μασ’λατούσαν έβαλαν στοίχημα σε χίλια πρόβατα και σ’ εκατό αργκελέδες για να τα παρ’ εκείνος που θα αποφασίσ’ να κάτσ’ ένα χειμώνα σ’ αυτή τη κορφή μέσα σε μια πετρένια καλύβα που θα την έφκιαναν μέσα στης γης. Απ’ τ’ς τέσσερ’ς τσιελεγκάδες μονάχα ένας, ο Πέτ’ς(2γ), δέχτ’κε να κάτσ’ όλον το χειμώνα, μον’ να τάχ’ όλα, να μη του λείπ’ τίποτες. Τόφειακαν μια καλύβα καλή και γερή, τόβαλαν μέσα θροφή, νερό, ξύλα, σεπάσματα κι’ άλλα χρειγιαζούμενα και στα ‘βγα τ’ Άι Δημήτρ’  πόφ’γαν οι βλάχ’ για τα χειμαδιά, ο Πέτ’ς κλείσκε μέσα στην καλύβα. Πέρασ’ όπως – όπως ο δόλιος ο Πέτ’ς το Χαμένο(2δ), μον’ σα μπήκ’ ο Αντριγιάς(2ε) κι’ αρχίν’ς ο βαρύς χειμώνας κι’ έπεσαν κάνα δύο – τρίγια μέτρα χιόν’ και φ’σούσε τ’ ανεμοσούρ’, μετάνοιωσε ο καημένος, μον’ πώς να φύγ’ ; Δε μπορούσε!…Κακοπέσασ’ ο μαύρος και στον Αντριγιά και το Γενάρ’, μόν’ στα ‘μπα του Φλεβάρ’ απελπίσ’κ’ ο Πέτ’ς και γράφ’ σ’ ένα χαρτί: Ως τα τώρ’, αδέρφια, βαστάχ’κα, νταγιάντ’σα, μον απέδω κι΄ομπρός κιοτεύω, δε θα μπορέσω να νταγιαντίσω….θα πεθάνω. Ως τώρα ούτ’ από κρύγιο ‘πόφερα, ούτε από τομ πάγο ούτ’ από θροφή. Τον αγέρ’ ωρ’ αδέρφια, τον αγέρα δε μπορώ να ‘ποφέρω, με ξεκούφανε μέρα νύχτα το βουγγητό τ’ αγέρα, Κουνιέτ’ ο τόπος ώρ’ αδέρφια, και μου φαντάζ’ πως γκυλιούμαι ολοένα στα κατάβαθα τ’ς γής. Αν πεθάνω, θα πεθάνω απ’ το βουγγητό τ’ αγέρα, όχ’ από τίποτες άλλο. Αν θέλετε δίνετε το μισό το στοίχ’μα στο παιδί μ’ τον Πήλιο… Το Μάη πού’ρθαν οι βλάχοι ανέβκαν ίσια στο βουνό, ηύραν την καλύβα και μέσα τον τσιέλεγκα τομ Πέτ’ς πεθαμένον σύξυλο! Από τότες αυτή την κορφή τ’ν είπαν Τσιούκα Πέτς, κι’ όντας οι πιραστικοί βγαίνουν καμμιά βολά στο σκάρ’σμα ή στο σουρούπωμα ως’ εκεί, παίρν’ν με τη φλοέρα τους το μοιργιολόϊ του Πέτ’ς, έτσ’ σε χαβά αρβανιτοβλάχ’κο…». (2α) Υψόμετρον 2520 μ., (2β) Γοργοπόταμος Μαστοροχωρίων, (2γ) Πέτρος, (2δ) Ο Νοέμβριος, (2ε) Ο Δεκέμβριος. Χαράλαμπου Ρεμπέλη, Κονιτσιώτικα, Εκδόσεις Ηπειρωτικής Εταιρείας Αθηνών 1(1953), Επανέκδοση του Συλλόγου Ασημοχωριτών Αθηνών «Η Πρόοδος», 2(2005) 153 – 154. Βασίλη Γ. Νιτσιάκου, Αετομηλίτσα – Λαογραφικά, Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Αετομηλίτσας, Γιάννινα 2(2003) 108, 109. Για το υψόμετρο βλ. παρακ. σημ. 50.

(4)  Μετά τις καταγραφές του Αρκτούρου και της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας περιλαμβάνεται: Α) στις Σημαντικές Περιοχές για την Αρκούδα, λόγω της μεγάλης έκτασης και των κατάλληλων βιοτόπων για τη διαβίωσή της, και γιατί συνδέεται με τις περιοχές Αλβανίας και Φλώρινας που ζουν Αρκούδες. Β) Έχει ενταχθεί στο ευρωπαϊκό δίκτυο περιοχών «Φύση 2000» (Natura 2000), μαζί με άλλες περιοχές της Ελλάδας, που εμφανίζουν σημαντική βλάστηση, χλωρίδα και πανίδα. Οι περιοχές αυτές πρέπει να προστατευτούν βάσει της νομοθεσίας (92/43 ΕΟΚ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περιλαμβάνεται στον ευρωπαϊκό κατάλογο CORINE που βρίσκονται καταχωρημένες οι πιο σημαντικές περιοχές για την πανίδα και τη χλωρίδα σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. Γ) Η περιοχή Κορυφές Όρους Γράμμος εντάχθηκε στον κατάλογο CORINE και στο δίκτυο περιοχών «Φύση 2000» κυρίως λόγω της σημαντικής χλωρίδας στις υποαλπικές περιοχές. Δ) Έχει ενταχθεί στις Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά στην Ελλάδα, γιατί περιλαμβάνει σπάνια και απειλούμενα είδη πουλιών σύμφωνα με την οδηγία 79/409. Δημήτρης Μπούσμπουρας (Συντονιστής – Υπευθ. Σύνταξης), «Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη περιοχής Γράμμου – Δ. Βοΐου», Αρκτούρος, ΥΠΕΧΩΔΕ, Υπ. Γεωργίας, Ευρωπαϊκή Ένωση Γεν. Διευθ. ΧΙ, Θεσσαλονίκη (1999) § 3.2 Νομοθεσία – Καθεστώς προστασίας.  

(5) Δημήτρης Μπούσμπουρας, «Γράμμος – φυσικό περιβάλλον», περιοδική πολιτιστική έκδοση εκ Χιονιάδων, έκδοση Πολιτιστικού Συλ. Χιονιαδιτών – Αδελφότητα Χιονιαδιτών «Ο Αγ. Αθανάσιος», τ.3, Άνοιξη (2000) 31.

(6) Γιώργος Κ. Παπαγεωργίου – Δώρα Κομίνη – Διαλέτη, «Να γιατί η Ευρώπη υποκλίθηκε στο Γράμμο», περιοδικό Αζιμούθιο, έκδοση Φίλων Βουνού και Θάλασσας, τ.43, Ιαν – Φεβ – Μαρτ (2006) 33. Δέσποινα Κουρουπάκη (επιμ.), «Γράμμος, η Ευρώπη υποκλίνεται στην ομορφιά του», περιοδικό Αζιμούθιο, έκδοση Φίλων Βουνού και Θάλασσας, τ.40, Απρ – Μάιος – Ιούν. (2005) 7 – 17. Σταύρου Τζίμα, «Γράμμος εναντίον Δούναβη για βραβείο φυσικής ομορφιάς», εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή, Σάββατο 21 Μαΐου 2005, (έτος 86ο φύλλο 25.984) σ.7.

(7) Οι δύο βασικές ξεκινούν από το Νεστόριο (βόρεια έξοδος) προς Στενά – Χιονάτο – Κομνηνάδες – Διποταμία – Καλή Βρύση – Μονόπυλο – Γιαννοχώρι – Λιβαδοτόπι – Νεστόριο και αντίστροφαή Νεστόριο (νότια έξοδος) προς Πεύκο – Λιανοτόπι (Λινοτόπι), παράκαμψη για Γράμμοστα (Γράμμος) – Τρίλοφο – Μονόπυλο – Γιαννοχώρι – Λιβαδοτόπι – Νεστόριο και αντίστροφα.

(8)  Όσους συναντήσαμε από την Αετομηλίτσα μέχρι το Νεστόριο το αναφέρουν Λιανοτόπι, το ίδιο και οι πινακίδες, όμως η ονομασία Λινοτόπι είναι αυτή που αποτελεί «κοινό τόπο στις κτητορικές επιγραφές». Αναστασία Γ. Τούρτα, Οι ναοί του Αγίου Νικολάου στη Βίτσα και του Αγίου Μηνά στο Μονοδέντρι, Δημοσιεύματα του Αρχαιολογικού Δελτίου αρ. 44, Έκδοση ΤΑΠΑ, Αθήνα (1991) 41. 

 (9)  Τη γραφή Ληνοτόπι καθιέρωσε ο Α. Δ. Κεραμόπουλλος, ως προερχόμενη από το (Ελ)ληνοτόπι. Τούρτα ο.π. 41. Επίσης, στην εργασία του, «Αρχιερατική επιστολή…» πληροφορούμαστε ότι μετά την καταστροφή του Ελληνοτοπίου από Αλβανούς, κάτοικοι μετοίκησαν στη Βλάστη και από εκεί, στις Σέρρες. Μεταξύ αυτών ήταν και Στέργιος, γεννηθείς στη Βλάστη, γιος του Μιχαήλ της αξιόλογης οικογενείας Δούμπα, από τη Μοσχόπολη. Ο Στέργιος φαίνεται ότι από τις Σέρρες πήγε στη Βιέννη, [μετέπειτα ονομάστηκε βαρόνος] ενώ άλλος κλάδος της οικογενείας «με άλλο όνομα» βρέθηκε στο Άργος Ορεστικό όπου ασχολούνται με την χρυσοχοϊκή τέχνη. Στο νεκροταφείο της Βιέννης υπάρχει επιτάφιο επίγραμμα: «Stergio Dumba | geb.zu Blaci Macedonien 1794 | gest. Zu Wien 1870». Αντωνίου Δ. Κεραμόπουλλου, «Αρχιερατική επιστολή και αι προς Σέρβους Σχέσεις της Ελληνικής Εκκλησίας», στο: Σύγγραμμα περιοδικόν Μακεδονικά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, τ. 3, Θεσσαλονίκη (1956) 17. Για τον Βαρόνο Κων. Βέλιο βλ. Μιχ. Αθ. Καλινδέρη, «Ο Βαρώνος Κωνσταντίνος Βέλιος 1772 – 1838, η ζωή και η υπέρ του Έθνους προσφορά του», Δημοσιεύματα τ.40, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη (1973) 15 - 78. 

(10)Μοσχόπολη (Voscopoja - Βοσκόπολη):(1330 – 1600 ίδρυση, 1769 1η καταστροφή, 1792 2η καταστροφή, 1916 3η καταστροφή – 1930). Η οικονομική ευμάρεια των αποδήμων Μοσχοπολιτών (οικογένεια Σίνα) στην Βενετία, Βιέννη, Ουγγαρία, Οδησσό και τις Παραδουνάβιες ηγεμονίες έφερε σχολές, (‘’Νέα Ακαδημία’’) το δεύτερο τυπογραφείο στον ελληνικό χώρο, (μέχρι τότε είχε μόνο η Κωνσταντινούπολη) επιβλητικούς ναούς, με αξιόλογες τοιχογραφίες κ.ά. «Εκ της Θεοφρουρήτου Χώρας Βοσκοπόλεως» όπως γράφει το εξώφυλλο του βιβλίου του «Πίστις» έλκει την καταγωγή του, ο Νεκτάριος Τέρπος (1690 – 1740), κληρικός και διδάσκαλος που απέτρεψε με τα κηρύγματά του πολλούς εξισλαμισμούς. Έγινε από τους μεγαλύτερους εθνοφωτιστές ενώ με τη διδασκαλία και το βιβλίο του «Πίστις» που τυπώθηκε στη Βενετία, το 1732 προετοίμασε τον ερχομό του Ρήγα. Βλ. Κ. Κούρκουλα, Λεύκωμα Διδασκάλων του Γένους, ΟΕΔΒ, Αθήνα (1971) 63 - 67 και Α. Γλαβίνα, ‘’Η Συμβολή του Μοσχοπολίτη ιερομονάχου Νεκτάριου Τέρπου στην ανάσχεση των εξισλαμισμών’’, Διεθνές Συμπόσιο ‘’Μοσχόπολις’’, Θεσσαλονίκη 31 Οκτ – 1 Νοε 1996, Ε.Μ.Σ., Θεσσαλονίκη (1999) 29 – 44. Για τη Μοσχόπολη, βλ. Ιωακείμ Μαρτινιανός, Η Μοσχόπολις 1330 – 1930, Στ. Κυριακίδου (επιμ.) Θεσσαλονίκη 1965, Παναγιώτου Αραβαντινού, Περιγραφή της Ηπείρου εις μέρη τρία, (Εισαγ. Κ.Θ. Δημαρά) εκδόσεις Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, τ. Α’ Γιάννινα 21984.Αστέριος Ι. Κουκούδης, Οι Μητροπόλεις και η Διασπορά των Βλάχων, εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2000. Νικολάου Ι. Μέρτζου, Αρμάνοι – Οι Βλάχοι, εκδόσεις Ρέκος, Θεσσαλονίκη 2001. Πύρρος Θώμος, ‘’Η Μοσχόπολη και οι σχέσεις της με τον έξω κόσμο’’, ΙΑ’ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης, Κάστρο Μονεμβασιάς 23 – 26 Ιουλίου 1998, Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Αθήνα (2001) 137 – 144.

(11) Γκιόλια ο.π. 382.

(12) Εργασία ανακαίνισης του παλιού τέμπλου στο Ναό της Μεταμορφώσεως του Μεγάλου Μετεώρου από τον ξυλογλύπτη Κώστα και τον συνώνυμό του Κωνσταντίνο από το Λινοτόπι, και κατασκευή του τέμπλου της Μονής Δουσίκου (Αγ. Βησσαρίωνος) κοντά στο ομώνυμο χωριό Άγιος Βησσαρίων (παλιό Δούσικο και Δούσκο) στα ριζά του Κόζιακα, «δια χειρός Κωνσταντίνου και εκ του αδελφού μακαρήτι Μιχάλη και εξαδέλφων Δημήτρη και Γεώργη. Εκ χωριων Λινοτόπι. 1767». Δημήτριος Γ. Καλούσιος, «Μετσοβίτες ξυλογλύπτες στο Νομό Τρικάλων (18ος – 19ος και 20ος αιώνες», ανάτυπο από: Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Μετσοβίτικων Σπουδών, Μέτσοβο 28 – 30 Ιουνίου 1991, Τριαντ. Δημ. Παπαζήση (επιμ.),Αθήνα (1993) 218, 231, 232. Τούρτα ο.π. 43 σημ. 138.

(13) Alan J. B. Wace – Maurice S. Thompson, Οι Νομάδες των Βαλκανίων, Περιγραφή της ζωής και των εθίμων των Βλάχων της βόρειας Πίνδου, Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. Τρικάλων - Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη (1989) 215 – 216.

 (14) Ο Γεώργιος το 1657 σε συνεργασία με τους συγχωριανούς του Ιωάννη και Δημήτριο ιστόρησε τον κυρίως ναό του Προφήτη Ηλία Ζίτσας Ιωαννίνων, το όνομα του Ζωγράφου Κωνσταντίνου φέρει εικόνα της δέησης, του 1636, που προέρχεται από το τέμπλο του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Κουκούλι Ζαγορίου που φυλάσσεται στο Μουσείο Ιωαννίνων. Ο Κωνσταντίνος, γιος του αγιογράφου Μιχαήλ τον οποίο βοήθησε στην τοιχογράφηση δύο εκκλησιών: την πρώτη φορά μόνος του, το 1620, στο ναό του αλλοτινού μοναστηριού του Αγίου Μηνά στο Μονοδένδρι, και τη δεύτερη φορά μαζί με το συγχωριανό του Νικόλαο, το 1630, στο ναό του Αγίου Νικολάου στη Σαρακήνιστα της Βορείου Ηπείρου, ενώ το 1653 με τη βοήθεια του μαθητή του Νικολάου, ιστόρισε το καθολικό της Ι. Μ. Προφήτη Ηλία στη Στεγόπολη της Βορείου Ηπείρου. Φοίβος Ι. Πιομπίνος, Έλληνες Αγιογράφοι μέχρι το 1821, έκδοση Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, Αθήνα (1984) 75, 124, 210. Ακολουθούν πολλοί ακόμα, πιθανά με οικογενειακά συνεργεία που διευρύνουν τους ορίζοντες και παρουσιάζουν αξιόλογη γεωγραφική εξάπλωση (Λινοτόπι, Παλατίτσια, Μονή Φωτμού, Μονή Μακρυαλέξη, Γεωργουτσάτες, Βίτσα, Μονοδέντρι, Κλειδωνιά, Riljevo, Τσιάτιστα, Σαρακήνιστα, Μονή Πατέρων, Καστοριά, Τύρναβος, Ζαγορά, Ελαφότοπος, Δρυόβουνο, Στεγόπολη, Ζέρμα). Τούρτα ο.π. πίνακες, 137 και αναλυτικά 226 – 230 με βιβλιογραφία. Στο πέρασμα των χρόνων, δημιούργησαν παραδοσιακά πρότυπα που εδραιώθηκαν.

(15)  Χρυσάνθη Μαυροπούλου – Τσιούμη, «Ένας σημαντικός Αγιογράφος του 16ου αιώνα από το Λινοτόπι», Πρακτικά Γ’ Συνεδρίου Ιστορίας Λαογραφίας – Γλωσσολογίας Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής Δυτικομακεδονικού χώρου, Θεσσαλονίκη 3 – 5 Απριλίου 1982, έκδοση Βοιακή Εστία Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη χ.χ., 92 – 93. Τούρτα ο.π. 42.

(16) Alan J. B. Wace – Maurice S. Thompson ο.π. 213, σημ. 150.

(17)Γεώργιος Π. Τσότσος, Η γεωγραφική διασπορά στοιχείων της Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής της Αχρίδας, ανάτυπο από: ΛΓ’ τόμο των «Μακεδονικών» Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη (2003) 282. Για την εγκατάσταση στο Κρούσοβο και την Αχρίδα βλ. Gustav Weigand, Οι Αρωμούνοι (Βλάχοι),  Α’ τόμος / Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. Τρικάλων - Αφοι Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη (2001) 83, 99.

(18 – 18α – 18β – 18γ) Βρύσης Παντελή Τσαμίση, Η Καστοριά και τα μνημεία της, Αθήνα (1946)126, 124, 125.

(19) Νικόλαος Δ. Σιώκης, «Η βλάχικη γλώσσα και οι προσπάθειες διατήρησής της από τους βλάχους αποδήμους (τέλη 18ου – τέλη 19ου αιώνα)», στο περ. Ελιμειακά, έτος εικοστό πρώτο, τ. 49, έκδοση: σύλλογος Κοζανιτών Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη (2002) 138.

(20) Γενικά για την επιγραφή, βλ. Μίλτος Γαρίδης, «Ο Μητροπολίτης Παΐσιος και η Βλάχικη επιγραφή του Κλεινοβού: αλφάβητο και εθνικό πρόβλημα», Τα Ιστορικά 3, Αθήνα (1985) 183 – 203.

(21) Χρήστος Πατρινέλης, Σωτήρης Κίσσας κ.ά, Μακεδονία, Οδηγός, (εκδ. ΠΤΙ. ΕΤΒΑ και ΕΟΤ), Αθήνα (1997) 199.

(22) Γενικά για τον Αγ. Ζαχαρία, βλ. Χαράλαμπος Μπούρας, «Η εκκλησιαστική Αρχιτεκτονική κατά τον 16ο αι.», ΙΑ’ Συμπ. ΧΑΕ (1991) 26 – 28. [Καθολικά Ζάβορδας, Αγίου Ζαχαρία Καστοριάς. Ναοί Καστοριάς]. Χαράλαμπος Μπούρας, «Στηρίξεις συνεπτυγμένων τρούλων σε μονόκλιτους ναούς», Ευφρόσυνον Β’, Αθήνα (1992) 407 – 415. [Καστοριά, Άγιος Ζαχαρίας]. Ε. Δεληγιάννη – Δωρή, «Εισαγωγή στη μεταβυζαντινή αρχαιολογία και τέχνη», 15ος – 16ος αι. (Φοιτητικές σημειώσεις, Α’ και Β’), Αθήνα, 1990. [Καστοριά, Άγιος Ζαχαρίας]. Πατρινέλης - Κίσσας κ.ά, ο.π. 181 – 199. [Ναοί Καστοριάς, Γράμμος, Άγιος Ζαχαρίας].

(23)Δημήτρης Μπούσμπουρας ο.π. § 4.7.2.4 Βίδρα.

(24) Βετέρνικο, Βετεάρνικο, (Βετεάρνικ): Αστέριος Ι. Κουκούδης, Οι Μητροπόλεις και η Διασπορά των Βλάχων, εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη (2000) 358, 361, 505.

(25) Βαρτένι, Βετέρνικο: Gustav Weigand, Οι Αρωμούνοι (Βλάχοι), τ. Α’, Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. Τρικάλων – Αφοι Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη (2001) 322.

 (26)  Η Ρέσνα (Αρέσιανη στη βλάχικη), στη σημερινή π.Γ.Δ.Μ. είχε ελληνικό πληθυσμό και σχολείο, που κατεδαφίστηκε το 1998. Ο Γ. Παπανδρέου υπουργός εξωτερικών τότε, είχε αναφέρει σε απάντηση (υπ. Αριθ. 6618 απο 8.2.99, απαντήθηκε στις 24.2.99), προς τον βουλευτή κ. Ευγ. Χαϊτίδη ότι: «…η κατεδάφιση ενός κτηρίου συνδεδεμένου με την πολιτιστική και ιστορική παρουσία του ελληνισμού στην περιοχή θεωρούμε ότι ήταν αποτέλεσμα ενεργειών διαφόρων κύκλων, που επιθυμούν την παραχάραξη ή και αλλοίωση των μνημείων και των στοιχείων της διαρκούς ελληνικής παρουσίας στην περιοχή της Πελαγονίας …». Πηγή: www.papandreou.gr, λήμμα: Ρέσνα.

(27)  Weigandο.π. 89.

(28) Χαρητάκης Ι. Παπαιωάννου, Αγριόγιδο στα όρια της επιβίωσης, Αυτοέκδοση, Ιωάννινα 2(2005) 21, 23. Δημήτρης Μπούσμπουρας ο.π. § 4.7.2.3 Αγριόγιδο σελ 4.

(29)Γκιόλια ο.π. 382.

(30)Πατσιαούρας Φίλιππος, προερχόμενος από ισχυρό οικογενειακό τσελιγκάτο των Αγράφων, υπήρξε μέλος αποστολής αντάρτικου σώματος στην Κρήτη. Ακόμα και περικυκλωμένος από δύο λόχους ιππικού και τέσσερις λόχους φαντάρων απορρίπτει την πρόταση παράδοσης: «…Παρουσιάσου, βρέ ληστή και συ βρέ Πατσιαούρα.| Μηδά είμαι κόρη να ντραπώ, νύφη να προσκηνήσω,| εγώ είμαι ο πρώτος ο ληστής(30α), με λέγουν Πατσιαούρα». Θοδωρή Α. Νημά, Τραγούδια Θεσσαλίας, τ. Α’, εκδόσεις Αφοι Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη 2(1983) 170, Νο 18. (30α)Άγραφος νόμος των ληστανταρτών σύμφωνα με τον οποίο η αναγκαστική παράδοση κρίνεται ως ατίμωση. Γκιόλια ο.π. 510.

(31)Μεγάλο τσελιγκάτο της Γράμμοστας με χιλιάδες αιγοπρόβατα που διέσχιζε ένοπλο τη Μακεδονία επί 250 χρόνια. Στο Βελεστίνο, όπου τα χειμαδιά τους, είχαν κουμπαριά με την πατρική οικογένεια του Ρήγα Βελεστινλή την οποία εξανδραπόδισαν οι Οθωμανοί, μετά τον στραγγαλισμό του Εθνομάρτυρα στο φρούριο του Βελιγραδίου το 1798. Οι Πισιωταίοι έσωσαν από τη σφαγή τον 13χρονο τότε Παναγιώτη, ανιψιό του Ρήγα, γιο του αδελφού του Δημήτρη.  Νικολάου Ι. Μέρτζου, Αρμάνοι – Οι Βλάχοι, εκδόσεις Ρέκος, Θεσσαλονίκη 2(2001) 123, 194.

(32)Μια καταστροφική επίθεση που έγινε στα χρόνια της διοίκησης του Αλή πασά και μας μεταφέρει η παράδοση του τόπου έχει σχέση με την Σιάνα, κόρη του αρχιτσέλιγκα Χατζηστέργιου. Την ήθελε ο Αλή πασάς στο χαρέμι του και έφτασε να την ζητήσει από τον πατέρα της, Χατζηστέργιο. Ούτε η Σιάνα όμως, ούτε ο πατέρας της ήθελαν να πάει στα Γιάννινα. Μαθαίνοντας ο Αλή πασάς την ανυπακοή έστειλε στρατό να αρπάξουν τη Σιάνα ή να καταστρέψουν τη Γράμμοστα. Η παράδοση θέλει τη Σιάνα να κλειδώνεται στο σπίτι της και πολεμώντας, σκοτώνεται «με το όπλο στο χέρι» για να μην πέσει στα χέρια των απίστων. Έτσι, μετά από αυτή την εξέλιξη, οι άπιστοι ‘’χάλασαν’’ τη Γράμμοστα. Αυτό που γνωρίζουμε σίγουρα, είναι ότι η χριστιανική ηθική και η οικογενειακή τιμή των βλάχων δεν θα άφηνε ποτέ κόρη απροστάτευτη [θεωρείται προσβολή για όλη την ποιμενική κοινότητα], ακόμα και εάν ήταν ορφανή, όχι που ήταν κόρη αρχιτσέλιγκα. Άρα η ‘’αποτυχημένη’’ αρπαγή ήταν βέβαιο ότι θα συνέβαινε. Παραθέτουμε μια μαρτυρία που δίνει διαφορετική άποψη, συμπεραίνοντας ότι η Γράμμοστα δεν καταστράφηκε γιαυτό το λόγο. Την παραθέτουμε ολόκληρη όπως την αναφέρει ο συγγραφέας Γιώργος Χ. Χιονίδης.

«Κάποτε ανακάλυψε ο Αλή πασάς, ότι ο τσέλιγκας Χατζηστέργιος, κάτοικος του χωριού Γράμμοστα (που ήταν ορεινή κωμόπολη με τρεις χιλιάδες σπίτια) είχε ένα πολύ όμορφο κορίτσι, που ονομαζόταν Τάνα [με το πέρασμα του χρόνου έγινε Σιάνα]. Ο Αλή πασάς παρουσιάστηκε ο ίδιος στη Γράμμοστα, επικεφαλής πολυάριθμης ομάδας Αλβανών. Ο Χατζηστέργιος και όλοι οι άλλοι τσελιγκάδες, όπως και ο αρσενικός πληθυσμός του οικισμού, βγήκαν να τον προϋπαντήσουν και να τον υποδεχθούν σε μεγάλη παράταξη. Μόλις κατέλυσε ο Αλή πασάς, άρχισαν να φτάνουν κριάρια, τα οποία έβαζαν στη σούβλα για να φιλοξενήσουν τον υψηλό μουσαφίρη τους. Τρεις μέρες συνεχίστηκε η διασκέδαση και τέλος ο Αλή παίρνει κατά μέρος τον Χατζηστέργιο και του λέει: «Έχω ακούσει ότι έχεις ένα όμορφο κορίτσι και θέλω να το πάρω στο χαρέμι μου. Πιστεύω πως η πράξη μου αυτή σε κάμνει τιμή». Ο Χατζηστέργιος, αν και η καρδιά του τραυματίστηκε βαθιά με όσα άκουσε, δεν έχασε την ψυχραιμία του και υποκρίθηκε ότι δεν περίμενε τέτοια μεγάλη τιμή από το μέρος του πασά και απήντησε ότι αποδεχόταν με μεγάλη χαρά την πρόταση, πρόσθεσε όμως ότι, επειδή υπήρχε η διαφορά της θρησκείας και ο κόσμος της κωμοπόλεως ήταν πολύ θρησκόληπτος, αν και ο ίδιος δεν έδινε σημασία σε τούτα, παρακαλεί τον πασά να μη βιασθεί και ότι στο διάστημα των ερχόμενων τριών ημερών, μετά την αναχώρησή του, θα έπαιρνε το κορίτσι του (χωρίς να ξέρει κανένας) και θα το έφερνε στο χαρέμι του. Του μίλησε τόσο πειστικά, ώστε ο πασάς τα έχαψε, τον πίστεψε και έμεινε κατενθουσιασμένος, Ο Χατζηστέργιος δεν περίμενε να περάσει ούτε μια μέρα από την αναχώρηση του πασά και έδωσε διαταγή μόλις βραδιάσει να ξεκινήσουν κρυφά τα κοπάδια με κατεύθυνση τα Βιτώλια (Μοναστήρι) δια μέσου των βουνών του Βιτσίου, αφού φορτώσουν τα υπάρχοντά τους στα μουλάρια. Τα χαράματα τα κοπάδια και οι οικογένειες βρίσκονταν στο δρόμο μακριά από την κωμόπολη. Έπρεπε να περάσουν από τέτοια μονοπάτια και δάση, ώστε να μην βρει ίχνη ο Αλή πασάς. Μετά από πολλές περιπέτειες στα βουνά του Βιτσίου έφτασαν στο Πισοδέρι. Ύστερα κατέβηκαν στη Φλώρινα. Από εκεί ανηφόρησαν προς τη δεξιά όχθη του ποταμού Τσέρνα, που διασχίζει τον κάμπο των Βιτωλίων και, αφού πέρασαν από τον Περλεπέ, έφτασαν στο Νεράτσικο, στην όχθη του ποταμού Βαρδάρη. Από εκεί πήραν τον κατήφορο του ποταμού και έφτασαν στη Γευγελή, όπου και πέρασαν τον Αξιό στην αριστερή όχθη του. Αργότερα εγκαταστάθηκαν στο χωριό Λιβάδια, κοντά στην Γευγελή. Έτσι κατόρθωσαν να γλιτώσουν την οικογενειακή τιμή τους και να διατηρήσουν καθαρή την ψυχική γαλήνη της καημένης Τάνας. Ο Αλή με τους κατασκόπους που είχε παντού πληροφορήθηκε, ουδέ τη δεύτερη μέρα, την αναχώρηση της ομάδας. Πολλές ομάδες καβαλαραίων Αλβανών (που ήταν οπλισμένοι μέχρι τα δόντια) είχαν σταλεί προς όλες τις κατευθύνσεις, από όπου μπορούσε να υποτεθεί ότι ήταν δυνατόν να περάσει ο Χατζηστέργιος, αλλά μονάχα προς το Βίτσι δεν πήγαν, γιατί κανένας δεν πίστευε ότι ήταν πιθανό να χρησιμοποιηθεί αυτός ο δρόμος». Όλα αυτά μου τα δηγήθηκε ο ενενηντάρης Μιχάλης Παπάζης, ο οποίος είχε λάβει μέρος σ’ αυτή την αναπάντεχη περιπλάνηση, όταν ήταν εφτά χρονών. Η εξιστόρηση στον Παναγιώτη (Γιώτη) Ναούμ έγινε κοντά στο 1902. Γιώργος Χ. Χιονίδης, «Οι ανέκδοτες αναμνήσεις του Γιώτη (Παναγιώτη) Ναούμ», στο: Σύγγραμμα περιοδικόν Μακεδονικά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, τ. 24 Θεσσαλονίκη (1984) 48 – 49.

(33) Κουκούδης ο.π. 401.

(34)  Θεόδωρος Α. Νημάς, Η εκπαίδευση στη Δυτική Θεσσαλία κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, Διδακτορική Διατριβή, εκδόσεις Αφοι Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη (1995) 258. Μέρτζος ο.π. 346.

(35) Ο Γεώργιος, με τους συγχωριανούς του Ιωάννη και Δημήτριο ιστόρισε το 1657 τον κυρίως ναό του καθολικού της Ι. Μ. Προφήτη Ηλία στη Ζίτσα Ιωαννίνων.Ο Ευστάθιος υπογράφει το 1730 την παράσταση του Ευαγγελισμού, στην Ωραία Πύλη της Αγίας Παρασκευής στο Πισοδέρι Φλώρινας. Πιομπίνος ο.π. 75, 99, 118, 210, 253.

(36)Κωνσταντίνος Ν. Σάθας, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς 1453 – 1821, έκδοση Κ. Καμαρινόπουλος – Θ. Γυφτάκης, Αθήνα 2(1962) 482.

(37) Κ. Ν. Σάθα ο.π. 486.

(38) Ιωακείμ Μαρτινιανού, Η Μοσχόπολις 1330 – 1930, (επιμ.) Στ. Κυριακίδου, Θεσσαλονίκη (1965) 165.

(39) Κ. Ν. Σάθα ο.π. 496.

(40) Κούλα Ξηραδάκη, Γυναίκες του ’21, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα – Γιάννινα (1995) 178.

(41)Μέρτζος ο.π. 59.

(42)Μαρτινιανού ο.π. 181.

(43) Το τραγούδι Γραμμουστηνίτισσα καταγράφει ο Στίλπων Π. Κυριακίδης: «Μαρή Γραμμουστηνίτισσα κί από το Λιανοτόπι, | τί ν’ τα ντουφέκια πόπιφταν, πουλύ βαριά βρουντούσαν; | Μήνα σε γάμου ρίχνουνταν, μήνα σε πανηγύρι; | Ουδέ σε γάμου ρίχνουνταν ουδέ σε πανηγύρι. | Μας πάτησαν τη Γράμμουστα κί αυτό το Λιανοτόπι. |  Πήραν άσπρα, πήραν φλουριά, πήραν μαργαριτάρια, | πήραν τη Νικουλάκαινα, την μικροπαντρεμένη». Στίλπων Π. Κυριακίδης, «Άσματα Λεχόβου – Άργους Ορεστικού», στα: Σύγγραμμα περιοδικόν Μακεδονικά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, τ. 3 Θεσσαλονίκη (1953 – ‘55) 416, Νο 6. Παραλλαγή του έχει καταγράψει ο Χαράλαμπος Ρεμπέλης όπου αντί για φλουριά και την αρπαγή της Νικουλάκαινας αναφέρει: «Πήραν παιδιά απ’ το δάσκαλο, κορίτσι’ απ’ το γκεργκέφι, | Πήραν και τ’ αρχοντόϊπουλο το γυιό που Πατσιαούρα». Ρεμπέλη ο.π. 34, No 36.

(44) Weigand ο.π. 322.

(45)Τσαμίσης ο.π. 235.

(46)Αναμνηστικό Λεύκωμα, Ο Εφημεριακός Κλήρος της Ιεράς Μητροπόλεως Καστοριάς, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα (1931) 12, 46.

(47) Στην κοινότητα Γράμμου υπάρχει μια σύντομη ιστορική αναφορά. Εκεί (σελ 1) υπάρχει αναφορά στις υποδομές. Βλ. επίσης στο: Πισιώτη Ανδρομάχη Αδάμ – Κων/ νος Αδάμ, «Οδοιπορικό στην Γράμμουστα, δεύτερο σεμινάριο παραδοσιακών χορών», πρακτικά σεμιναρίων βλάχικων παραδοσιακών χορών, έκδοση πανελλήνιας ομοσπονδίας πολιτιστικών συλλόγων βλάχων, Λάρισα 2005.

(48)Τασούλα Καραϊσκάκη, «Πώς θα ζωντανέψουν οι ορεινές περιοχές», εφημερίδα Αθηνών Η Καθημερινή, Κυριακής 5 Σεπτεμβρίου (1999) σ. 28. Διονύση Σταμπόγλη, «Οι 5 άξονες ανάπτυξης των ορεινών περιοχών», εφημερίδα Αθηνών το Βήμα, Κυριακής 12 Δεκεμβρίου (1999) σ.Δ16. 

(49)Τα στοιχεία προέρχονται από την Ειδική Λιβαδοπονική μελέτη όρους Γράμμου που έγινε από τον Αρκτούρο και το εργαστήριο λιβαδικής οικολογίας του ΑΠΘ: 2001. Μου μεταδόθηκαν τηλεφωνικά από τον Δημήτρη Μπούσμπουρα (5 Απριλίου 2006). Συμπληρωματικά στοιχεία Βλ. Δημήτρης Μπούσμπουρας ο.π § 5.4.2.2 Κτηνοτροφία σελ 10.

(50) Η συνοριακή γραμμή καθορίστηκε με το«Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας» στην ομώνυμη πόλη από διεθνή Επιτροπή στις 17 Δεκεμβρίου 1913 και αναφέρει τα εξής: «Η οροθετική γραμμή αναχωρεί εκ του σημείου C (επι του Αυστριακού Χάρτου υψόμετρον 1738, βορειοανατολικώς της Μάνδρας Νικολίκα), ένθα η μεσημβρινή μεθόριος του Καζά Κορυτσάς ενούται με την όφρύν του Γράμμου μέχρι της Μαύρης Πέτρας. Κατόπιν διέρχεται δια των υψομέτρων 2536 [το σωστότερα μετρημένο σήμερα 2521μ., «2520» στους χάρτες της Γ.Υ.Σ.] και 2019 και φθάνει εις Γόλο [σημερινό Γκόλιο]». Νικολάου Κ. Παπαδόπουλου, «Πώς είδε την Δρόπολιν ο Luciano Magrini» στο: Λεύκωμα Η Δρόπολις Βορείου Ηπείρου, έτος 1ο, έκδοση της εν Αθήναις ενώσεως Δροπολιτών «Ο Δρίνος», Αθήναι (1965) 57, του ιδίου: Η Δρόπολις της Βορείου Ηπείρου κατά την Τουρκοκρατίαν (1430 – 1913), εν Αθήναις (1976) 126, όπου βιβλιογραφία: Στ. Αντωνοπούλου, Αι συνθήκαι Λονδίνου, Βουκουρεστίου και Αθηνών, εν Αθήναις (1917), 29 – 30. Στις μέρες μας, πολλά από τα παλιά μονοπάτια χρησιμεύουν για τη μεταφορά λαθραίων προϊόντων, κοπαδιών προβάτων, ακόμα και ναρκωτικών. Παρά τις συχνότατες περιπολίες των χιλίων συνοριοφυλάκων της ελληνοαλβανικής μεθορίου το παράνομο εμπόριο εξακολουθεί να υφίσταται. Βλ. Σταύρου Τζίμα «Άγριες μάχες με συμμορίες στα σύνορα», εφημερίδα Αθηνών Η Καθημερινή, Τρίτη 11 Απριλίου 2006, (έτος 87ο φύλλο 26251) σ.7.

(51)Η γεωγραφική ενότητα του ορεινού συγκροτήματος του Γράμμου καλύπτει ένα σημαντικό τμήμα που ανήκει στην Αλβανία και ειδικότερα στους νομούς Κορυτσάς και Κολώνιας. Ο νομός Κορυτσάς έχει έκταση 2.181 τ. χ. και πληθυσμό 218.000 κατοίκους (‘90), συνορεύει από την ελληνική πλευρά, με τους νομούς Καστοριάς και Φλώρινας Πρωτεύουσα είναι η Κορυτσά με πληθυσμό 65.300 κατοίκους. Ο νομός είναι ο δεύτερος κατά σειρά σε έκταση και ο έκτος σε πληθυσμό στην Αλβανία. Ο νομός της Κολώνιας έχει έκταση 805 τ. χ. και πληθυσμό 31.000 κατοίκους, βρίσκεται νότια του νομού Κορυτσάς και συνορεύει μ' αυτόν στην κορυφογραμμή του Γράμμου. Με την Ελλάδα συνορεύει κυρίως στο τμήμα του νομού Ιωαννίνων. Δημήτρης Μπούσμπουρας ο.π. § 2.3. Υφιστάμενες Χρήσεις  γης - βασικές δραστηριότητες και έργα, σελ 6.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 24670

ΔΙΑΜΟΝΗ: Η κοινότητα Γράμμου διαθέτει ξενώνα 61180. Τα πιο κοντινά, ανοιχτά όλο το χρόνο, είναι στο Πευκόφυτο, Γεράσης Κωσταντίνος 81585 και στο Νεστόριο ο ‘’Αλέξανδρος’’ Μιχάλης Νταούτης 31114 www.hostel-alexandros.gr , ‘’Αχχίλειον’’ 31120, ‘’Βατύνα’’ 31118, ‘’Αναστασία’’ 31101. Τους καλοκαιρινούς μήνες κατόπιν συνεννόησης λειτουργεί  ο ξενώνας Τρίλοφου, Βασίλης Μπέλλος μέλος πολιτιστικού συλλόγου 82411, 6978641877 το ‘’Ξενοδοχείο’’ Μονόπυλου, Τούλιος Βασίλης πρόεδρος πολιτιστικού συλλόγου 71824, ο ξενώνας πολιτιστικού συλλόγου Γιαννοχωρίου που λειτουργεί στα πρότυπα ορειβατικού καταφυγίου 82395 Νίκος (Βασιλική η γυναίκα του) Χαλκιάς 2467028715 και ο κοινοτικός ξενώνας Λιβαδοτοπίου, Πέτρος Κοράνης πρόεδρος πολιτιστικού συλλόγου 2467082444.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Ο απόλυτος και ανεξάντλητος παράδεισος για τους λάτρεις της φύσης. Στην κεντρική δστ. προς Λιανοτόπι στο χώρο της παλιάς σκοπιάς, στο χώρο του Βετέρνικου και στο χωριό Γράμμος. Και στις τρεις περιπτώσεις έχει κρήνη με νερό. Στη Φούσια χωρίς νερό, και στην Αγία Ματρώνα του Μονόπυλου στην ‘’διμοιρία’’. Σε κάθε περίπτωση να έχετε μαζί σας παγούρι γεμάτο και προσέξτε μην αφήσετε σκουπίδια.

ΦΑΓΗΤΟ: Να έχετε μαζί σας προμήθειες. Αν όχι, ψωνίστε στο Επταχώρι ή το Νεστόριο. Στην κοινότητα Γράμμου υπάρχει ο μισθωτής του ξενώνα και του καφενείου (Ηλίας Κλουσιάδης προς το παρόν), που σερβίρει ψητά της ώρας, 61180.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Κοινότητα Γράμμου:42361, Δήμος Νεστορίου 31204, 31027 – 8, Αστυνομία Νεστόριου 31218, 31205, Α’ Βοήθειες Νεστόριου 31216. Συνεργείο – Βουλκανιζατέρ: Μόνο στην Καστοριά Ζουρνατζής Νίκος Λεωφόρος Κύκνων 14, www.moto-action.gr 86979, 6977705092.

ΧΡΗΣΙΜΑ:  Πολιτιστικός σύλλογος Γραμμουστιανών ‘’η Γράμμουστα’’, Ανδρομάχη Πισιώτη  41535, 6944864532. Διεύθυνση δασών Καστοριάς 26666, 22881, 22995.  

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Προσοχή στις βενζίνες. Αν έχετε μικρό ντεπόζιτο πάρτε ένα τετράλιτρο από το Επταχώρι 84064 (BP)  ή από το Νεστόριο. Κόνιτσα όλες οι εταιρείες.

ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΙΚΕΣ ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ

ΓΡΑΜΜΟΣΤΑ – ΣΛΙΜΝΙΤΣΑ – ΜΟΝΟΠΥΛΟ

00,00 Κοινότητα – Καφενείο Γράμμου μηδενίστε:

0,2 μ. τελευταίο σπίτι Γράμμου,

1,5 χλμ. αριστερά Μπαρούγκα - Φούσια – Τρίλοφο, δεξιά Βετέρνικο και κεντρικός δρόμος για Πεύκο ή Τρίλοφο,

3,55 χλμ. (περιοχή Βετέρνικου) δεξιά παλιός δρόμος που καταλήγει στην έξοδο του φαραγγιού Καταφύκι και τον

κεντρικό δρόμο, αριστερά Πεύκος ή Τρίλοφο από τον καινούργιο δρόμο,

6,1 χλμ. δστ. κεντρικός δρόμος δεξιά Πεύκος, αριστερά Τρίλοφο,

9,7 χλμ. αριστερά Φούσια, ευθεία Τρίλοφο,

10,6 χλμ. αριστερά πλάτωμα – ξύλευση δεξιά Τρίλοφο,

11,0 χλμ. δεξιά Αλιάκμονας, ευθεία Τρίλοφο,

14,7 χλμ. αριστερά δασικός, δεξιά Τρίλοφο,

15,6 χλμ. Σλίμνιτσα.

ΓΡΑΜΜΟΣΤΑ – ΑΕΤΟΜΗΛΙΤΣΑ

00,00 Κοινότητα – Καφενείο Γράμμοστας μηδενίστε:

1,50 χλμ. αριστερά Μπαρούγκα - Φούσια – Τρίλοφο, δεξιά Βετέρνικο και κεντρικός δρόμος για Πεύκο ή Τρίλοφο,

3,55 χλμ. (περιοχή Βετέρνικου) αριστερά Πεύκος ή Τρίλοφο από τον Καινούργιο δρόμο, δεξιά Πεύκος ή Τρίλοφο από τον Παλιό δρόμο

6,1 χλμ. δεξιά Πεύκος αριστερά Τρίλοφο

  • 7,05 χλμ. δεξιά παλιός δρόμος για Γράμμοστα ο οποίος βγαίνει στον καινούργιο

9,7 χλμ. δεξιά Αετομηλίτσα Αριστερά Πεύκος κεντρική δστ. Πέτρινη κρήνη, στέγαστρο, αριστερά Τρίλοφο

14,10 χλμ. αριστερά Δασικός δεξιά Αετομηλίτσα

14,66 χλμ. δστ. με σκεπαστή κρήνη στη θέση ‘’Σγούρος’’ δεξιά Αετομηλίτσα ευθεία Μυροβλήτη

20,23 χλμ. δεξιά Αετομηλίτσα αριστερά Μυροβλήτη

21,58 χλμ. δεξιά δασικός ευθεία Αετομηλίτσα

  • 24,30 πηγή τρακοσάρα και δεξιά δασικός για στάνη και βοσκοτόπια. Ευθεία Αετομηλίτσα.
  • 25,49 Λίμνη ‘’Αρρένες’’

25,60 χλμ. δεξιά δασικός αριστερά Αετομηλίτσα

 27,00 χλμ. δεξιά Αετομηλίτσα αριστερά δασικός προς Χρυσή στη θέση ‘’στρούγκες Βέρμπη’’

  • 27,50 χλμ. ΔΙΑΣΕΛΟ στη θέση ‘’Τρίγωνο’’

28,75 χλμ. Λιβάδι στη θέση ‘’Καμπίτσιο’’ δεξιά Αετομηλίτσα αριστερά (Λούψικο – Λυκόραχη)

  • 29,50 χλμ. Πέρασμα με παχιά λάσπη. Κάντε παράκαμψη 50μ από το δάσος

33,17 χλμ. αριστερά στάνη Ευθεία Αετομηλίτσα

34,17 χλμ. δεξιά στάνη Αριστερά Αετομηλίτσα

  • Πέτρα Μούκα στα δεξιά σας

35,10 χλμ. Κεντρικός δρόμος Δεξιά Αετομηλίτσα – αριστερά Ε.Ο. Κόνιτσας – Επταχωρίου – Κοζάνης. Υπάρχει πινακίδα για Αρένες – Λιανοτόπι – Γράμμος.

35,20 χλμ. δεξιά στάνες ευθεία Αετομηλίτσα υπάρχει πινακίδα για στάνη Λάμπρη – Γκούρα – Καζάνι - Σούφλικα

36,20 χλμ. Δεξιά στάνες ευθεία Αετομηλίτσα.

37,80 χλμ. Πλατεία Αετομηλίτσας. Η διαδρομή είναι 1ω 07’.

ΓΡΑΜΜΟΣΤΑ – ΛΙΜΝΗ ΓΚΙΣΤΟΒΑ

Ο δρόμος που ξεκινά μέσα από το χωριό (υπάρχει πινακίδα ‘’προς Γκιστόβα’’), ανεβαίνει ψηλότερα, μόνο φροντίστε να μην έχετε φορτωμένα πράγματα ή δεύτερο άτομο. Συνεχίστε όπως πάει ο κεντρικός αγροτικός (στα 1450 μ. υψ υπήρχε μια, από τις τρεις, συνοικίες της Παλιάς Γράμμοστας), και σε 15 – 20 λεπτά θα βρεθείτε σε δστ. που αριστερά βγαίνει σε μαντριά – τόλ και την «2520», ενώ δεξιά πηγαίνει σε νεόκτιστο εκκλησάκι (12χλμ.). Εδώ, στη θέση «Γκιστόβα» αφήστε τη μοτοσυκλέτα και συνεχίστε περπατώντας αριστερά (βόρεια), σε 45 – 60 λεπτά θα την βρείτε μπροστά σας. Οι πιο θαρραλέοι είναι βέβαιο ότι θα προσπαθήσουν να ανεβούν από τα σπανά. Πηγαίνει, αρκεί το εντουράκι σας να είναι ελαφρύ, τα μεγάλα δεν ανεβαίνουν. Ο περίφημος δρόμος, (εκεί που αφήσατε τη μοτοσυκλέτα) συνεχίζει, κάνει έναν τεράστιο κύκλο στο πλάι του βουνού περνά τη δστ., για Φούσια (αριστερά) καταλήγοντας στη δστ., για Γράμμο (δεξιά) ή Βολιώτικα Καλύβια (αριστερά). Όλη η κυκλική διαδρομή είναι +/-24 χλμ. Η Πεζοπορική προσέγγιση (απο το χωριό μέχρι την λίμνη) είναι 3ω 40’.

ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΗΜΑΝΣΗ ΟΔΙΚΗ και ΜΟΝΟΠΑΤΙΩΝ:

Όπως έρχεστε από τις Λίμνες στη θέση ‘’Αρένες’’ βρίσκετε διασταύρωση που φεύγει αριστερά για Σγούρο (υπάρχει πινακίδα που γράφει ‘’Σγούρος 4 χλμ.’’). Δεξιά βγάζει πάλι στο σημείο με την ντριστέλα, απ’ όπου πιθανά ήρθατε σύμφωνα με την διαδρομή που περιγράφουμε στον τόμο Ζ’ (Επταχώρι – Χρυσή – Πευκόφυτο – Αρένες). Προτείνω να πάτε αριστερά και σε 3,3 χλμ. (όχι 4 όπως λέει η πινακίδα), βρίσκεστε στον κεντρικό δρόμο.

Εκεί υπάρχουν πινακίδες προς: δεξιά Μυροβλήτη (όπου ντριστέλα) 17 χλμ., αριστερά Λιανοτόπι 7 χλμ. – Γράμμος 12 χλμ. Το καλοκαίρι του 2005 τοποθετήθηκε πινακίδα προς Αετομηλίτσα χωρίς χλμ απόσταση. Στο ίδιο σημείο (Σγούρος) είναι η αρχή μονοπατιών και υπάρχει ξύλινη πινακίδα που γράφει: 

Μονοπάτι Η: ΣΓΟΥΡΟΣ – ΚΟΡΥΦΗ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, υψόμετρο 1500 – 2080, Μήκος [διαδρομής] 8.350 μ.

Μονοπάτι Α: ΣΓΟΥΡΟΣ – ΤΟΥΜΠΑ, υψόμετρο 1400 - 1500 Μήκος [διαδρομής] 8.600 μ.

Στην επόμενη δστ., (περιοχή Λιανοτοπίου) υπάρχουν πολλές πινακίδες Αγ. Ζαχαρίας 5 χλμ., Πεύκος 13 χλμ., Μυροβλήτη 12 χλμ., Κοτύλη 21 χλμ.,  Επταχώρι 34 χλμ.

Στην επόμενη δστ., (κεντρική για Γράμμο) υπάρχουν πινακίδες Λιανοτόπι 2 χλμ., Μυροβλήτης 14 χλμ., Γράμμος 6 χλμ.

Στο χώρο αναψυχής Βετέρνικο υπάρχει ξύλινη πινακίδα που γράφει: Μονοπάτι Ι: Ερ [είπια] ΒΕΡΤΕΝΙΚ – ΦΟΥΣΙΑ, υψόμετρο 1400 – 1200, Μήκος [διαδρομής] 4.940 μ.   

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΑΝΑΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΕΖΟΠΟΡΙΕΣ ΣΤΟ ΓΡΑΜΜΟ

  • Ε Ο Σ  Α χ α ρ ν ώ ν, «περιγραφή της διαδρομής Γράμμος – Λίμνη Γκιστόβα – Ταμπούρι – Σμόλικας με διαγράμματα», περιοδικό Κορφές τ.61, Σεπτ. – Οκτ. 1986, 22 – 24.
  • Χ ρ υ σ η ί δ α   Τ σ ε ρ ώ ν η - Θ ε ο χ α ρ ί δ η, «περιγραφή της διαδρομής Κάμενικ – 2520 – Λίμνη Γκιστόβα – Αρένες», περιοδικό Κορφές τ.115, Σεπτ - Οκτ. 1995, 42 – 43.
  • Τ ά κ η  Ν τ ά σ ι ο υ, «περιγραφή της διαδρομής Γράμμοστα – Λιανοτόπι από τη ‘’Σκάλα Γράμμοστας’’», περιοδικό Κορφές τ.107, Μάιος – Ιουν. 1997, 56 – 57.
  • Κ ώ σ τ α ς  Τ σ ι β ε λ έ κ α ς, «περιγραφή της διαδρομής Γράμμοστα – Γκιστόβα – 2520 – Γράμμοστα», περιοδικό Γεώ  τ.23, 2000, 58 – 64.
  • Μ ί λ τ ο ς  Ζ έ ρ β α ς, «περιγραφή της διαδρομής Αετομηλίτσα – Στάνη Λάμπρου – Λιανοτόπι – Σκάλα Γράμμοστας – Γράμμοστα – Περήφανο – Κιάφα – Μαύρη Πέτρα – Αετομηλίτσα», περιοδικό Ανεβαίνοντας τ.28, 2004, 40 – 46.
  • Θ ε ό φ ι λ ο υ  Δ.  Μ π α σ γ ι ο υ ρ ά κ η, «Νεστόριο, η ανατολική πύλη του Γράμμου», περιοδικό Ελληνικό Πανόραμα, τ.43 Ιαν – Φεβ. 2005, 182 – 185.
  • Κ. Κ ο ύ κ ο υ ρ η  -  Κ. Κ α ρ π α δ ά κ η, «περιγραφή της διαδρομής Αμάραντος – Κάμενικ», περιοδικό Κορφές τ.176, Νοε – Δεκ. 2005, 50 – 56. εδώ αναφέρει για τον βομβαρδισμό που χαμήλωσε η 2520 κατά δύο μέτρα.

Περισσότερες πληροφορίες για τα δύο άρθρα του ΓΡΑΜΜΟΥ (5ο και 6ο) αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

 Α’        Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Αναμνηστικό Λεύκωμα, Ο Εφημεριακός Κλήρος της Ιεράς Μητροπόλεως Καστοριάς, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1931.
  • Π α ν τ ε λ ή  Τ σ α μ ί σ η, Η Καστοριά και τα μνημεία της, Αθήνα 1949.
  • Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο υ  Ν.  Σ ά θ α, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς 1453 – 1821, έκδοση Κ. Καμαρινόπουλος – Θ. Γυφτάκης, Αθήνα 21962.
  • Ι ω α κ ε ί μ   Μ α ρ τ ι ν ι α ν ο ύ, Η Μοσχόπολις 1330 – 1930, Στ. Κυριακίδου (επιμ.) Θεσσαλονίκη 1965.
  • Α ν α σ τ ά σ ι ο ς  Κυρ. Σ ι ο ύ κ α ς, Σύντομος Ιστορία Γιαννοχωρίου – Μονοπύλου – Σλημνίτσης – Καλής Βρύσης – Λειβαδοτόπου, αυτοέκδοση, Θεσσαλονίκη χ.χ. [1970].
  • [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον αντισυμμοριακόν αγώνα (1946 – 1949. Το δεύτερον έτος του αντισυμμοριακού αγώνος, 1947, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα 1980. 
  • Θ ε ό δ ω ρ ο υ  Α.  Ν η μ ά, Τραγούδια Θεσσαλίας, τ. Α’, εκδόσεις Αφοι Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη 21983.
  • Π α ν α γ ι ώ τ ο υ  Α ρ α β α ν τ ι ν ο ύ, Περιγραφή της Ηπείρου εις μέρη τρία, (Εισαγ. Κ.Θ. Δημαρά) εκδόσεις Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, τ. Α’ Γιάννινα 21984.
  • Φ ο ί β ο ς  Ι.  Π ι ο μ π ί ν ο ς, Έλληνες Αγιογράφοι μέχρι το 1821, έκδοση Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, Αθήνα 1984.
  • A l a n  J. B.  W a c e – Maurice S. Thompson, Οι Νομάδες των Βαλκανίων, Περιγραφή της ζωής και των εθίμων των Βλάχων της βόρειας Πίνδου, Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. Τρικάλων - Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1989.
  • Α χ ι λ λ έ α  Π α π α ϊ ω ά ν ν ο υ, Γιώργης Γιαννούλης η θρυλική μορφή του Γράμμου το άγνωστο ημερολόγιό του, εκδόσεις Γλάρος, Αθήνα 1990.  
  • Α ν α σ τ α σ ί α  Γ.  Τ ο ύ ρ τ α, Οι ναοί του Αγίου Νικολάου στη Βίτσα και του Αγίου Μηνά στο Μονοδέντρι, Δημοσιεύματα του Αρχαιολογικού Δελτίου αρ. 44, Έκδοση ΤΑΠΑ, Αθήνα 1991. 
  • Δ η μ η τ ρ ί ο υ  Γ.  Κ α λ ο ύ σ ι ο υ, «Μετσοβίτες ξυλογλύπτες στο Νομό Τρικάλων (18ος – 19ος και 20ος αι.», ανάτυπο από: Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Μετσοβίτικων Σπουδών, Μέτσοβο 28 – 30 Ιουνίου 1991, Τριαντ. Δημ. Παπαζήση (επιμ.),Αθήνα 1993.
  • Α χ ι λ λ έ α  Ι.  Π α π α ϊ ω ά ν ν ο υ, Η Καλή Βρύση στο πέρασμα των αιώνων, Αυτοέκδοση, Θεσσαλονίκη 1994.
  • Θ ε ό δ ω ρ ο υ  Α.  Ν η μ ά, Η εκπαίδευση στη Δυτική Θεσσαλία κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, Διδακτορική Διατριβή, εκδόσεις Αφοι Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη 1995.
  • Κ ο ύ λ α  Ξ η ρ α δ ά κ η, Γυναίκες του ’21, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα – Γιάννινα 1995.
  • Χ ρ ή σ τ ο υ  Π α τ ρ ι ν έ λ η  - Σ ω τ ή ρ η  Κ ί σ σ α κ.ά, Μακεδονία, Οδηγός, (εκδ. ΠΤΙ. ΕΤΒΑ και ΕΟΤ), Αθήνα 1997.
  • Μ ι χ ά λ η  Αλ. Ρ ά π τ η, Τα μαρτυρικά Γραμμοχώρια της Καστοριάς (Σλίμνιτσα, Μονόπυλο, Γιαννοχώρι, Λειβαδοτόπι, Καλή Βρύση), αυτοέκδοση, Αθήνα 1997.
  • Γ ε ω ρ γ ί α  Κ α ρ α μ ή τ ρ ο υ – Μ ε ν τ ε σ ί δ η, Βόιον – Νότια Ορεστίς, Αρχαιολογική Έρευνα και Ιστορική Τοπογραφία, Θεσσαλονίκη 1999.
  • Α σ τ έ ρ ι ο υ  Ι.  Κ ο υ κ ο ύ δ η, Οι Μητροπόλεις και η Διασπορά των Βλάχων, εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2000.
  • Ν ι κ ο λ ά ο υ  Ι. Μ έ ρ τ ζ ο υ, Αρμάνοι – Οι Βλάχοι, εκδόσεις Ρέκος, Θεσσαλονίκη 2001.
  • Β α σ ί λ η  Γ.  Ν ι τ σ ι ά κ ο υ, Αετομηλίτσα – Λαογραφικά, Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Αετομηλίτσας, Γιάννινα 22003.
  • Γ ε ω ρ γ ί ο υ  Π.  Τ σ ό τ σ ο υ, Η γεωγραφική διασπορά στοιχείων της Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής της Αχρίδας, ανάτυπο από: ΛΓ’ τόμο των «Μακεδονικών» Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2003.
  • Μ ά ρ κ ο υ  Α.  Γ κ ι ό λ ι α, Παραδοσιακό Δίκαιο και Οικονομία του Τσελιγκάτου, εκδόσεις Πορεία 2004.
  • Χαράλαμπου Ρεμπέλη, Κονιτσιώτικα, Εκδόσεις Ηπειρωτικής Εταιρείας Αθηνών 11953, Επανέκδοση του Συλλόγου Ασημοχωριτών Αθηνών «Η Πρόοδος», 22005.
  • Χαρητάκη Ι. Παπαιωάννου, Αγριόγιδο στα όρια της επιβίωσης, Αυτοέκδοση, Ιωάννινα 22005.
  • Λεύκωμα, Βαλκανικοί Πόλεμοι – Ο ναυτικός Αγώνας, Ιωάννη Παλούμπη (κειμ.), έκδοση Ναυτικού μουσείου Ελλάδας, Πειραιάς 2005.
  • Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο υ  Κ ο ύ ρ κ ο υ λ α, Λεύκωμα Διδασκάλων του Γένους, ΟΕΔΒ, Αθήνα 1971.
  • G u s t a v   W e i g a n d, Οι Αρωμούνοι (Βλάχοι), τ. Α’, έκδοση Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. Τρικάλων - Αφοι Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη 2001.
  • Γ ι ώ ρ γ ο υ  Μ α ρ γ α ρ ί τ η, Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946 – 1949, τ. Β’ εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2002.
  • Ν ί κ ο ς  Τ ε ρ ζ ό γ λ ο υ (Πύραυλος), Η στρατιωτική εκπαίδευση στελεχών στο ΔΣΕ, εκδόσεις Σύγχρονη εποχή, Αθήνα 2003.
  • Αμαλία Κ. Ηλιάδη, «Διηγήσεις και βίοι Αγίων Γυναικών της Πρώιμης, Μέσης και Ύστερης Βυζαντινής Περιόδου ως ιστορικές πηγές» στο: www.dide.ach.sch.gr/thriskeftika/keimena/iliadi/8/women.htm
  • Αχιλλέα Ι. Παπαϊωάννου, Ο αληθινός Γράμμος, εκδόσεις Μπίμπη, Αθήνα χ.χ. 

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Στίλπωνα Π. Κυριακίδη, «Άσματα Λεχόβου – Άργους Ορεστικού», Σύγγραμμα περιοδικόν Μακεδονικά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, τ. 3 Θεσσαλονίκη 1953 – ‘55.
  • Αντωνίου Δ.Κεραμόπουλλου, «Αρχιερατική επιστολή και αι προς Σέρβους Σχέσεις της Ελληνικής Εκκλησίας», Σύγγραμμα περιοδικόν Μακεδονικά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, τ. 3 Θεσσαλονίκη 1953 – ’55.
  • Απόστολος Βακαλόπουλος,«Οι Δυτικομακεδόνες απόδημοι επί τουρκοκρατίας», Ε.Ε.Μ.Σ. – ίδρυμα μελετών χερσονήσου του Αίμου Νο 22, Θεσσαλονίκη 1958 (το πρόσθεσα 17/2/07), του ιδίου, ομότιτλο, στο  περιοδικό Αριστοτέλης τ.10 Φλώρινα 2000000000000000; Θα βάλω ημερομηνία μόλις το παραλάβω
  • Μιχαήλ Αθ. Καλινδέρη, «Ο Βαρώνος Κωνσταντίνος Βέλιος 1772 – 1838, η ζωή και η υπέρ του Έθνους προσφορά του», Δημοσιεύματα τ.40, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1973. 
  • Χρυσάνθη Μαυροπούλου – Τσιούμη, «Ένας σημαντικός Αγιογράφος του 16ου αιώνα από το Λινοτόπι», Πρακτικά Γ’ Συνεδρίου Ιστορίας Λαογραφίας – Γλωσσολογίας Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής Δυτικομακεδονικού χώρου, Θεσσαλονίκη 3 – 5 Απριλίου 1982, έκδοση Βοιακή Εστία Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη χ.χ.
  • Γιώργου Χ. Χιονίδη, «Οι ανέκδοτες αναμνήσεις του Γιώτη (Παναγιώτη) Ναούμ», Σύγγραμμα περιοδικόν Μακεδονικά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, τ. 24 Θεσσαλονίκη 1984. 
  • Μίλτου Γαρίδη, «Ο Μητροπολίτης Παΐσιος και η Βλάχικη επιγραφή του Κλεινοβού: αλφάβητο και εθνικό πρόβλημα», Τα Ιστορικά 3, Αθήνα 1985.
  • Γιαννάτος Γ., Γ. Μερτζάνης και Δ. Μπούσμπουρας, «Στοιχεία για την κατανομή της Αρκούδας και την κατάσταση των πληθυσμών και των βιοτόπων στην Κεντρική και Νότιο Αλβανία», Πρόγραμμα ΑΡΚΤΟΣ [Αρκτούρος, WWF - Ελλάς, ΕΕΠΦ, Υπ. Γεωργίας, Ε.Ε. (DG XI)], Θεσσαλονίκη 1995.
  • Δημήτρη Μπούσμπουρα, (Συντονιστής – Υπευθ. Σύνταξης), «Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη περιοχής Γράμμου – Δ. Βοΐου», Αρκτούρος, ΥΠΕΧΩΔΕ, Υπ. Γεωργίας, Ευρωπαϊκή Ένωση Γεν. Διευθ. ΧΙ, Θεσσαλονίκη 1999.  
  • Δημήτρη Μπούσμπουρα, «Γράμμος – φυσικό περιβάλλον», περιοδική πολιτιστική έκδοση εκ Χιονιάδων, έκδοση Πολιτιστικού Συλ. Χιονιαδιτών – Αδελφότητα Χιονιαδιτών «Ο Αγ. Αθανάσιος», τ.3, Άνοιξη 2000.  
  • Νικόλαος Δ.Σιώκης, «Η βλάχικη γλώσσα και οι προσπάθειες διατήρησής της από τους βλάχους αποδήμους (τέλη 18ου – τέλη 19ου αιώνα)», στο περ. Ελιμειακά,, έτος εικοστό πρώτο, τ. 49, έκδοση συλλόγου Κοζανιτών Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2002.
  • Ελευθέριος Απ.Καρακίτσιος, «Ο Ιωάννης Βαζούρας από τη Σούρπη του Αλμυρού εθελοντής στον Βορειοηπειρωτικό Αγώνα 1914 - 1924», Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τ. 46, έκδοση: Κώστας Σπανός, Λάρισα 2004.
  • Βασίλης Γ. Παπαγεωργίου – Αργύρης Π.Π. Πετρονώτης, «Ο απογραφικός κατάλογος 1885 του Αγίου Όρους και οι τεχνίτες του, κυρίως οικοδόμοι», περιοδική πολιτιστική έκδοση εκ Χιονιάδων, έκδοση Πολιτιστικού Συλ. Χιονιαδιτών – Αδελφότητα Χιονιαδιτών «Ο Αγ. Αθανάσιος», τ.8, Καλοκαίρι 2005.

 ΜΙΚΡΕΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΕΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ (8104 λέξεις)

ΝΗΣΟΣ ΔΟΝΟΥΣΑ αρχ. Δονούσα, Δονουσία

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Ιανουάριος 2006

Με θέα το πέλαγος

Η Δονούσα είναι ένα μικρό νησάκι στο βορειότατο άκρο των νοτιοανατολικών Κυκλάδων. Μαζί με την Ηρακλειά, τη Σχινούσα, το Άνω και το Κάτω Κουφονήσι, την Κέρο, το Άνω και το Κάτω Αντικέρι, τους Μάκαρες(1), και άλλα μικρότερα νησαία εδάφη, αποτελούν ένα πολύνησο που βρίσκεται στο τρίγωνο μεταξύ Νάξου, Ίου και Αμοργού, γνωστό περισσότερο με το όνομα ‘’μικρές Ανατολικές Κυκλάδες’’. Όλα μαζί και το καθένα ξεχωριστά αποτελούν έναν υπέροχο κόσμο με θαυμάσιες, ήπιες παραλίες και λιμάνια, που διευκολύνουν την επικοινωνία με τις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα. 

Ο θρυλικός ‘’Σκοπελίτης’’ το παλιό σκαρί που ξεκίνησε το παρθενικό του ταξίδι το 1985, με πρωτεργάτη τον καπετάν Δημήτρη (Μήτσο) Σκοπελίτη, έχει πλέον αποσυρθεί. Έδωσε τη θέση του στο καινούργιο καμάρι της οικογένειας Σκοπελίτη (με καταγωγή από τη Σκόπελο ο παππούς, και από τη Δονούσα οι απόγονοι (2)), το «ExpressSkopelitis» που συνεχίζει το έργο του παλιού, ήδη από το 1999. Το καινούργιο σκαρί, συνδετικός κρίκος και τροφοδότης των μικρών Ανατολικών Κυκλάδων, προσεγγίζει καθημερινά όλα τα μικρονήσια του συμπλέγματος. Έτσι αποβιβαστήκαμε και εμείς τις ζεστές μέρες του Ιουλίου στο λιμάνι, το μητροπολιτικό κέντρο της ΔονούσαςΣταυρός σε 20 μ. υψ.), στο βορειότερο και πιο απομακρυσμένο από τις υπόλοιπες «μικρές Κυκλάδες». 

Το όνομά της διατηρείται από τους αρχαίους χρόνους ενώ οι ντόπιοι την αναφέρουν και Ντενούσα(3). Ταξιδιώτες και ναυτικοί του 18ου – 19ου αιώνα την ονομάζουν Stenosa ή Spinosa (βλ. παρακ.), και στο Βασιλικό διάταγμα για τον σχηματισμό του δήμου Αμοργού εμφανίζεται ως Γενούσης (4) (νησίς). Στις μέρες μας είναι γνωστή και ως Δενούσα. Στους αυτοκρατορικούς (27 π.Χ. – τέλος 3ου αι. μ. Χ.), όπως και άλλα νησιά του Αιγαίου, υπήρξε τόπος εξορίας.

Όλη η ζωή του νησιού εκπορεύεται από την πρωτεύουσα που έχει όλα τα καταστήματα, τα καφενεία, τις ταβέρνες, μίνι – μάρκετ και ενοικιαζόμενα δωμάτια, ικανά να εξυπηρετήσουν ένα αρκετά μεγάλο αριθμό επισκεπτών. Τα λίγα λεπτά που πιάνει το καράβι είναι αρκετά να αναστατώσουν το λιμάνι και τη ζωή των ντόπιων. Έρχονται νέα εμπορεύματα, ταχυδρομείο, καινούργιοι επισκέπτες, ξένοι οι περισσότεροι, χωρίς να λείπουν όμως οι Έλληνες. Όταν φύγει το πλοίο, καταλαγιάσουν οι φωνές, τα σφυρίγματα, τα μαρσαρίσματα απ’ τα αυτοκίνητα και τα φορτηγά, και έρθει αυτή η μοναδική ησυχία, αμέσως αντιλαμβάνεστε ότι φτάσατε σε ένα, από τα μετρημένα στα δάχτυλα πλέον, αυθεντικά Κυκλαδονήσια. 

Το χωριό είναι μικρότερο απ’ ότι έχουμε συνηθίσει να αντικρίζουμε, η άγρια και λυσσαλέα ‘’ανάπτυξη’’ φαίνεται ότι δεν έχει φτάσει ως εδώ. Μια πρώτη γεύση φιλοξενίας και ενημέρωσης για το νησί και τα αξιοθέατά του, αποτελεί η στάση για καφέ στο υπερυψωμένο καφενείο – μίνι μάρκετ – εστιατόριο (το καλοκαίρι), εμπρός από τον μόλο, του Νικήτα και της Ευαγγελίας Μαρκουλή. Ωραία θέα προς την παραλία του ‘’Σταυρού’’, το μικρότερο προστατευμένο με κυματοθραύστη λιμανάκι που δένουν οι ντόπιοι τις βάρκες και τα ψαροκάικα, ενώ ψηλότερα και ανατολικά, πάνω στον λόφο, διακρίνεται η ολόλευκη διπλή εκκλησία της Παναγίας και του Αγ. Ιωάννη. Ανάλογα την ώρα, εκτός τον σπέσιαλ καφέ θα δοκιμάσετε σπιτικούς μεζέδες της κυρίας Ευαγγελίας και ακόμα νοστιμότερο φαγητό. Η βόλτα ανάμεσα στα σπιτάκια του παραλιακού οικισμού είναι από αυτά που επιβάλλεται να γίνουν ώστε να δείτε και να αναπνεύσετε αυτόν τον τόσο διαφορετικό αέρα της Δονούσας(5). Όσο πεζοπορείτε ανάμεσά τους, δίνουν τη θέση τους στα ψηλότερα, προς την κορφή του λόφου. Η όμορφη, καινούργια πλακόστρωση δίνει ένα τόνο πολυτέλειας ενώ οι παλιές οικοδομές, με τους μεγάλους κήπους, τα πολλά λουλούδια, τις θεόρατες φραγκοσυκιές και τις φούξια μπουκαμβίλιες, προσδίδουν στον οικισμό την χαμένη αθωότητα παιδικών χρόνων.

Η φωνές του καπετάνιου Νίκου Κωβαίου μας αφυπνίζουν για την μεγάλη βόλτα στις ‘’πίσω παραλίες’’ του νησιού, τις δυσπρόσιτες, εκεί που δεν φτάνουν οχήματα. Όλη την καλοκαιρινή περίοδο, μάλιστα σε καθημερινή βάση, η κοινότητα βάζει μια ‘’λάντζα’’ (αρκετά μεγάλη στην περίπτωσή μας) για να πηγαίνει τους επισκέπτες βόλτα ή για κατασκήνωση σχεδόν σε όποιο μέρος αυτοί τους υποδείξουν. Η νότια πλευρά της νήσου αρχίζει να δείχνει τις χάρες της μόλις η ‘’Δονούσα’’ μας ξανοίγεται με ταχύτητα προς τον αθέατο προορισμό. Αμέσως μόλις παρακάμψουμε τον κάβο ‘’της Παναγιάς’’ αντικρίζουμε την ολόλευκη, πρασινογάλανη και ευρύχωρη παραλία του ‘’Κέδρου’’. Αριστερά από τον μόλο που δένει η βάρκα μας, στην κορυφή της πλαγιάς, διακρίνεται το ιερό από το δίδυμο εκκλησάκι της Παναγίας και του Αγ. Ιωάννη ενώ, λίγο πιο κάτω, ξεχωρίζουν τα χωράφια σε μορφή αναβαθμίδων, εγκαταλειμμένα στις μέρες μας, που κάποτε, ποιος ξέρει πόση παραγωγή θα έβγαζαν. Μεταξύ των επιβατών της λάντζας, ήταν παιδιά που είχαν πάει στον κοντινό Σταυρό με τα πόδια για ψώνια, νερό, και λοιπά χρειαζούμενα και τώρα αποβιβάστηκαν στον μεγάλο μόλο.

Η περιοχή του Κέδρου έχει πρόσβαση με καλό χωματόδρομο που φτάνει μέχρι το αξιόλογο ομώνυμο της παραλίας snack bar – café, με καλαμένια σκίαστρα και αρκετά δέντρα στο πλάι που προσφέρουν, και αυτά, την πολύτιμη στις ζεστές μέρες του καλοκαιριού, σκιά τους. Εντυπωσιάζει δε, η περίσκεψη με την οποία η κοινοτική αρχή του νησιού αντιμετωπίζει τους επισκέπτες που θέλουν να στήσουν σκηνές, για να κάνουν ελεύθερη κατασκήνωση. Στα περισσότερα ‘’δήθεν’’ κοσμοπολίτικα νησιά οι campers είναι στο στόχαστρο και τους διώχνουν. Αντίθετα στον ‘’Κέδρο’’, υπάρχουν συνήθως πάνω από 20 αντίσκηνα. Κάπως ξαφνικά, μόλις αποβιβάστηκε και ο τελευταίος επιβάτης η ‘’Δονούσα’’ μας, με έναν ακροβατικό ελιγμό, ‘’σουζάρισε’’ με σκέρτσο, ξεκινώντας για την συνέχεια της ολόδροσης διαδρομής, κατά μήκος της ακτογραμμής, φέρνοντάς μας, αμέσως μετά, στο γνωστό για τον σημαντικό, γεωμετρικών χρόνων (9ος – 8ος αι. π.Χ.), οικισμό του, Βαθύ Λιμενάρι. 

Οι ανασκαφές ξεκίνησαν το 1966 – ’67 και σε τέσσερις ανασκαφικές περιόδους ερευνήθηκε μια έκταση 80Χ40 μ., στην οποία αποκαλύφθηκαν τα ερείπια γεωμετρικών σπιτιών (δώδεκα οικοδομές), κτισμένων όχι μόνο στην επίπεδη επιφάνεια του ακρωτηρίου, αλλά και στις απόκρημνες πλαγιές. Αποκαλυπτικό είναι ότι στο νοτιότατο σημείο, όπου οι βράχοι σχηματίζουν φυσικά επίπεδα, βρέθηκαν λείψανα πρωτοκυκλαδικών σπιτιών, που σημαίνει ότι η χρήση του χώρου και η κατοίκηση άρχισε πολύ πριν τα γεωμετρικά χρόνια. Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι ένας δεύτερος προϊστορικός οικισμός, με αφθονία οψιανών, έχει εντοπιστεί στη βόρεια ακτή του νησιού. Η Δονούσα λοιπόν, ήταν κατοικημένη ήδη από τα χρόνια της ακμής του πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού(6)

Η γεωγραφική θέση των Κυκλάδων μαζί με άλλα στοιχεία, όπως π.χ. το καλό κλίμα, ήταν ανέκαθεν σημαντικός παράγοντας για την ανάπτυξη των νησιών στην αρχαιότητα. Αυτός όμως ο αξιομνημόνευτος οχυρωμένος οικισμός του 9ου αι. π.Χ. με το νεκροταφείο(7) που αποκαλύφθηκε στο Βαθύ Λιμενάρι, έδωσε πολύ ενδιαφέροντα νέα στοιχεία. Η ανασκαφική έρευνα(8) έφερε στο φως την άφθονη και αξιόλογη κεραμική του οικισμού αυτού (επιβλητικά μεγάλα αγγεία μεταφοράς υγρών, αμφορείς, υδρίες, οινοχόες), μαρτυρώντας για σχέσεις όχι μόνο με τη Νάξο, όπως θα ήταν φυσικό, αλλά και με τον ΝΑ κόσμο του Αιγαίου, και συγκεκριμένα με την κεραμική παραγωγή της Κω και της Ρόδου. Αυτό σημαίνει ότι ο γεωμετρικός οικισμός στη Δονούσα ήταν μια σκάλα ‘’ανεφοδιασμού’’ στη μέση περίπου του εμπορικού θαλάσσιου δρόμου Ευβοίας – Δωδεκανήσων – νοτιοδυτικών μικρασιατικών ακτών, στον οποίο θα διακινούνταν όχι μόνο αττικοευβοϊκά κεραμικά αλλά και προϊόντα δωδεκανησιακών εργαστηρίων, που έφταναν ως τη βορειοανατολικότερη Σάμο, αλλά και τη δυτική Κρήτη, ως και στην κοσμοπολίτικη Κυδωνία(9), της Δυτικής Μικρασίας. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε, και αυτό είναι το σημαντικό, με έναν εμπορικό σταθμό πάνω στον θαλάσσιο δρόμο που ένωνε την Αττική και την Εύβοια με το ανατολικό Αιγαίο, στον ίδιο δρόμο όπου ιδρύθηκαν η Ζαγορά και η Υψηλή της Άνδρου, η Κάρδιανη, το Χτικάδο και το καλύτερα προστατευμένο και πολύ μακροβιότερο ‘’Ξώμπουργο’’, της Τήνου(10)

Σαν τοπίο, ο κολπίσκος Βαθύ Λιμενάρι είναι ένα εξαιρετικό μέρος για κολύμπι και βουτιές. Η θάλασσα έχει αυτό το εξωτικό βαθυπράσινο, απόλυτα διαφανές χρώμα ως το βυθό. Στην μέση της στενής, με καμιά πενηνταριά μέτρα μήκος, παραλίας, βρίσκονται  δύο πέτρινοι σχηματισμοί, σαν σπιτάκια, που στις χειμωνιάτικες τρικυμιώδεις μέρες φιλοξενούσαν τις βάρκες των ντόπιων. Είναι ένα μαγευτικό σημείο, όπως και το ανάγλυφο στις πλαγιές του βουνού με τις μικρές αλλά και τις μεγαλύτερες σπηλιές, καθώς πλησιάζουμε πλέον στην τρίτη, (δεύτερη διάσημη) παραλία του νησιού, το περίφημο Λιβάδι. 

Πάνω και αριστερά από την παραλία, στο ψηλότερο σημείο, δεσπόζει με την παρουσία του πραγματικός βιγλάτορας, ο παλιός, γκρεμισμένος στις μέρες μας (μόνο αυτός ο νότιος τοίχος που βλέπετε υπάρχει), πετρόχτιστος ανεμόμυλος. Σε ολόκληρη τη διαδρομή με την ‘’Δονούσα’’ μας, είναι εμφανείς οι καλοδουλεμένες ξερολιθιές, αφάνταστα κουραστικές στην κατασκευή τους, που συμπυκνώνουν όλη τη φροντίδα των κατοίκων ώστε να στηριχθούν ακλόνητες στο πέρασμα των χρόνων, των βροχών και των δυνατών ανέμων. Αυλακώνοντας το τοπίο μέχρι ψηλά στους λόφους, ξεχωρίζουν τις ιδιοκτησίες με επιβλητικό τρόπο, οριοθετώντας καμιά φορά τα καλλιεργήσιμα από τα χέρσα χωράφια, συνοδεύοντας τον περιηγητή, με τον τρόπο τους, παντού. 

Η πλατιά, τεράστια παραλία Λιβάδι είναι μακρύτερα από τον Σταυρό (το λιμάνι), και γιαυτό δεν έχει τόσες πολλές σκηνές ή κάποιο καφενεδάκι - ταβέρνα. Επίσης δεν έχει μόλο, οπότε όποιος θέλει να κατέβει, όπως πολλοί από τους επισκέπτες σήμερα, πέφτει κατ’ ευθείαν στη θάλασσα με τις αποσκευές ψηλά, στα χέρια. Όποιος δεν επιθυμεί την βουτιά αμέσως, υπάρχει εκτός της θαλάσσιας, πρόσβαση με μονοπάτι από την κοντινή Μερσίνη σε λίγα λεπτά με τα πόδια. Ο μικρός οικισμός είναι λίγο ψηλότερα· ο προσεκτικός επισκέπτης θα διακρίνει αρκετά πάνω από την παραλία τις κολώνες της ΔΕΗ, και τον κεντρικό δρόμο που κόβει σαν μαχαίρι το βουνό, ενώνοντας τα χωριά. Λίγα μέτρα πιο δίπλα απ’ το Λιβάδι, σ’ ένα λιλιπούτειο κολπίσκο, είναι το μικρό λιμανάκι με τσιμεντένιο μόλο και η πανέμορφη παραλία Φύκιο. Από εδώ φεύγει καλογραμμένο ανηφορικό μονοπάτι μέχρι την Μερσίνη περίπου 45’ με τα πόδια. Στην διαδρομή μέχρι το χωριό υπάρχει αριστερά σας, σε 10’, μονοπάτι για το Λιβάδι.

Από τις θαυμάσιες παραλίες απομακρυνόμαστε σύντομα με κατεύθυνση τη Φωκοσπηλιά. Η ‘’Δονούσα’’ μας, πιο γρήγορη από ποτέ αφού ρίξει μια φευγαλέα ματιά στη Μερσίνη που από τα ανοιχτά, φαίνεται πιο καθαρά, παρακάμπτει το ακρωτήριο ‘’Γλαριά’’ τα λιλιπούτεια Γλαρονήσια, και ξεχύνεται προς το ιδανικό καταφύγιο. Το τοπίο στην διαδρομή αλλάζει υπερβολικά. Από τις ήρεμες παραλίες και τους γοητευτικούς κολπίσκους αντικρίζουμε σε όλο του το μεγαλείο το απότομο, απόκρημνο ανάγλυφο του βουνού και των θεόρατων βράχων που κατεβαίνουν σαν θεριά, με δύναμη και ανυπέρβλητο όγκο προς τη θάλασσα, εκεί, στο άκρο του ‘’Κάβου Μοσχονά’’. Απορήσαμε πως ακόμα δεν τα έχουν ανακαλύψει οι σπουδαίες αναρριχητικές ελληνικές ομάδες ώστε να ανοίξουν διαδρομές. Πραγματικά, η όψη τους και μόνο κόβει την ανάσα. 

Δεν έχει περάσει πάνω από ένα τέταρτο και αρχίζουν να φαίνονται καθαρά οι σπηλιές, εκεί που παλιότερα βρίσκανε καταφύγιο οι συμπαθητικές, για μας, φώκιες. Είναι δυο – τρεις στη σειρά, όμως ο έμπειρος Νίκος Κωβαίος προσεγγίζει αυτή που ξέρει καλά, την μεγαλύτερη. Από το φως μπαίνουμε σιγά – σιγά στο σκοτάδι, αφού ο όγκος της Λάντζας καλύπτει τον ήλιο, μέχρι που, με μια περίτεχνη μανούβρα του καπετάνιου μας, το όμορφο σκαρί της ‘’Δονούσας’’ πάλλεται, γυρνάει, και απελευθερώνει με μίας όλο το φως του ήλιου, που με απληστία θαρρείς, καθρεφτίζεται μέσα στην πανύψηλη, ευρύχωρη Φωκοσπηλιά. Το θέαμα είναι ασύλληπτο, αφού το ολόλευκο φως τρυπώνει από την επιφάνεια της βαθυπράσινης κρυστάλλινης θάλασσας φτάνοντας μέχρι τον ήσυχο βυθό με ευκολία. Στην πορεία του διαχέεται παντού και ‘’χρωματίζει’’ το περιβάλλον που μεταβάλλεται σε παραμυθένιο. Λες, δεν μπορεί! αν δεν εμφανιστεί κάποια φώκια θα έρθουν στα σίγουρα από κάπου γοργόνες, νύμφες, νεράιδες ή ξωτικά. Είναι εξαίσιο το θέαμα και οι βουτιές αναπόφευκτες, παρά τις εκκλήσεις του καπετάνιου για την ώρα που περνά, και πως πρέπει να γυρίσουμε πίσω.  

Η αλήθεια είναι ότι δεν περιμέναμε πραγματικά να δούμε φώκιες(11), το αντίθετο μάλιστα θα προκαλούσε εντύπωση, αφού τα ευαίσθητα αυτά θηλαστικά, όπως κάθε άγριο ζώο, απαιτούν ησυχία, απόσταση και σεβασμό. Αυτός είναι ο λόγος που ο τόπος που διάλεξαν να ζήσουν και να αναπαραχθούν είναι τόσο μακριά από κατοικημένα μέρη. Η μεσογειακή φώκια ζει στις ελληνικές θάλασσες από τα αρχαία χρόνια και μας έχει χαρίσει πολλά τοπωνύμια. Αναφέρεται από τον Όμηρο, τον Ηρόδοτο κ.ά., ενώ ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έγραψε το γνωστό διήγημα ‘’Το μοιρολόγι της φώκιας’’. Σήμερα είναι το περισσότερο απειλούμενο με εξαφάνιση θαλάσσιο θηλαστικό της Ευρώπης. Στη χώρα μας ανήκει η μεγαλύτερη ευθύνη για την προστασία και τη διάσωση(12) της μεσογειακής φώκιας Μονάχους – Μονάχους, καθώς ο μεγαλύτερος πληθυσμός του είδους συναντάται στον ελληνικό χώρο. 

Η επιστροφή στο λιμάνι της Δονούσας είναι πιο γρήγορη, αφού δεν σταματήσαμε σε όλες τις παραλίες για να παραλάβουμε ή να αφήσουμε επισκέπτες. Η απόσταση της Δονούσας από τη Νάξο είναι περίπου 10 ναυτικά μίλια (ν.μ. στο εξής), και σήμερα μοιάζει απομονωμένη από τις υπόλοιπες Κυκλάδες, μόνη της πάνω στο σύνορο του Αιγαίου με το Ικάριο πέλαγος. Ωστόσο, ακριβώς λόγω της γεωγραφικής θέσης της, υπήρξε κατά καιρούς, ίσως αναπόφευκτος, λόγω των απότομων καιρικών μεταβολών, σίγουρα όμως, αναγκαίος σταθμός στα ποικίλα ταξίδια, εμπορικά ή περιηγητικά.

Ταξιδιώτες του 18ου – 19ου αιώνα, πλέοντας από τη Νάξο στην Πάτμο ή αντίστροφα, περνούσαν πάντα από αυτήν(13)Ένας από τους εξέχοντες και αξιόπιστους περιηγητές των αρχών του 18ου αι. είναι και ο Ζοζέφ Πιτόν ντε Τουρνεφόρ (JosephPittondeTournefort), ο οποίος αναχώρησε από την Μασσαλία τον Απρίλιο του 1700 με χρηματοδότηση του Γαλλικού Στέμματος για το περίφημο ταξίδι του στο Αιγαίο και την Εγγύς Ανατολή. «…στις 15 Σεπτεμβρίου [1700], αφήσαμε τη Νάξο, με πρόθεση να πάμε στην Πάτμο, αλλά ο νοτιοδυτικός άνεμος μας ανάγκασε να προσορμισθούμε στην Στενόζα – (Stenosa [Δονούσα], ένα άθλιο μικρό νησί χωρίς κατοίκους που έχει περίμετρο 10 – 12 μίλια. Υπάρχει μόνο μια στάνη, καταφύγιο 5 – 6 φτωχών γιδοβοσκών. Από τον φόβο μήπως τους πιάσουν (σ.σ αιχμαλωτίσουν και πουλήσουν για σκλάβους), κουρσάροι ή ληστές, αναγκάζονται να κρυφθούν στους βράχους μόλις πλησιάζει κάποιο πλεούμενο. Κάθε τρεις μήνες στέλνουν (σ.σ. από την Αμοργό) στους βοσκούς παξιμάδια. Μόλις και μετά βίας βρίσκουν νερό στο νησί. Ανήκει στην κοινότητα Αμοργού…»,  (σ.σ. στην Μονή Χοζοβιώτισσας).

Στην Δονούσα έμεινε λίγο, όσο να κοπάσουν οι άνεμοι, όμως εντυπωσιάστηκε από «….τα ωραία φυτά που ευδοκιμούν εδώ· το νησί είναι γεμάτο από σχίνα, πουρνάρια και λαδανιές». Στο τέλος της αναφοράς, και αφού έχει προηγηθεί η αναλυτική μελέτη των σαλιγκαριών, που έκαναν σούπα, γράφει: «Η Δονούσα θα άξιζε να μνημονευθεί μόνον για μερικά σπάνια φυτά και ιδίως για ένα είδος Πταρμικής (σ.σ. πραγματικά σπάνια αγριαψιθιά που μόλις την μυρίζεις φτερνίζεσαι), που δεν είχαμε δει πουθενά αλλού στη διαδρομή μας…». Τόσο τον εντυπωσίασε που παραθέτει το σχέδιό και την περιγραφή. Σήμερα γνωρίζουμε το φυτό αυτό σαν Αγριαψιθιά (Achillea aegyptiaca). Όσο αφορά τους βοσκούς που βρήκε στο νησί αναφέρει: «…οι βοσκοί, εξ’ άλλου μας πέρασαν για ληστές και δεν τόλμησαν να κατεβούν από τους βράχους τους, μολονότι οι ναύτες μας, οι οποίοι δεν ήξεραν που να βρουν νερό, είχαν υψώσει όλα τα άσπρα κουρέλια που υπήρχαν στο πλοίο για να τους πείσουν ότι είχαμε ειρηνικές διαθέσεις(14).».

Εκτός όμως από εμπορικός δρόμος χρησίμευσε κατά καιρούς σαν άντρο και καταφύγιο πειρατών ταλαιπωρώντας σκληρά τον νησιώτικο κυρίως πληθυσμό έως τους νεώτερους χρόνους. Νύχτα και ημέρα όργωναν κυριολεκτικά το Αιγαίο, σφάζοντας, καίγοντας, αρπάζοντας, ότι εύρισκαν μπροστά τους, αιχμαλωτίζοντας άντρες και γυναίκες για να τους πουλήσουν σκλάβους στα σκλαβοπάζαρα της Πόλης, της Σμύρνης ή της Μπαρμπαριάς(15). Μετά την συντριβή της πειρατείας από τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια(16) πολλοί πειρατές για να αποφύγουν την σύλληψη από τις διωκτικές αρχές, κατέφυγαν φυγόδικοι στα Κουφονήσια και εξορμούσαν πλέον στα γειτονικά νησιά Σχινούσα, Ηρακλειά, Δονούσα «…κλέπτοντες τα ζώα και παν ό,τι άλλο εύρωσι χρήσιμον αυτοίς(17)….».

Στο απάνεμο από τους βοριάδες λιμάνι αναλώστε κάμποσο χρόνο, για περπάτημα ιδιαίτερα μέχρι το κεντρικότερο και πιο ωραίο σημείο του χωριού που είναι χτισμένο το νεώτερο (1962) μονοθέσιο σχολείο. Από εκεί η ματιά σας, φτάνει στο βάθος του ορίζοντα ενώ με καλό καιρό διακρίνεται η Νάξος, η Αμοργός και οι Μάκαρες. Αντίφαση αποτελεί ότι το παλιό μικρότερο σχολείο είχε 60 παιδιά(18). Στις μέρες μας, το ευρύχωρο νέο, έχει μόλις τέσσερα στο δημοτικό και έξι στο γυμνάσιο - λύκειο, όμως στο σύνολό του το νησί, είναι από τα ελάχιστα (οκτώ συνολικά), που όχι μόνο συγκράτησε, αλλά αύξησε τον πληθυσμό(19) του, σε 163 κατοίκους, έναντι 111 το 1991.

Επίσης εδώ είναι η μεγαλύτερη εκκλησία, με τον χαρακτηριστικό στις Κυκλάδες μπλε τρούλο, που ξεχωρίζει από παντού, ο Τίμιος Σταυρός,πολιούχος και μητρόπολη, απ’ όπου έλκει τη δεύτερη ονομασία της, η πρωτεύουσα. Η εκκλησία αρχικά (τέλη 19ου αι.), ήταν χτισμένη κοντά στον ‘’Ρύακα’’, ένα μικρό ποτάμι που ακόμα χωρίζει τον οικισμό στα δύο, (πρόκειται για τον ‘’δρόμο’’ που οδηγεί στην παραλία του ‘’Σταυρού’’) και που όταν βρέχει, λόγω του ύψους του νερού, είναι αδύνατο να περάσει κανείς στα απέναντι σπίτια. Κάποια χρονιά έβρεξε τόσο πολύ που τα άφθονα νερά παρέσυραν την εκκλησία, μην αφήνοντας τίποτα στο διάβα τους. Πέρασαν κάμποσες μέρες και το χαρμόσυνο γεγονός της εύρεσης της εικόνας του Τιμίου Σταυρού απάλυνε την στεναχώρια των κατοίκων. Η εικόνα είχε βρεθεί στα επιφανειακά σπηλαιώδη ανοίγματα της παραλίας της Αγίας Παρασκευής, στην νότια Αμοργό. Ο Δημήτρης Σκοπελίτης που την βρήκε, οργάνωσε αμέσως έρανο για την ανέγερση του καινούργιου ναού, ο οποίος χτίστηκε ψηλότερα και ασφαλέστερα από τον παλιό, στη θέση που τον αντικρίζουμε σήμερα. Τα θυρανοίξια έγιναν το 1902 και ήταν τόσο μεγάλη η χαρά και η αγαλλίαση των κατοίκων που μετονόμασαν τον τότε οικισμό ‘’Κάμπο’’, σε ‘’Σταυρό’’, ονομασία που διατηρείται μέχρι τις μέρες μας. Δεξιά από το υπέρθυρο της κεντρικής εισόδου υπάρχει αναμνηστική μαρμάρινη πλάκα με σκαλισμένη επιγραφή που αναφέρει: 

«ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΘΗ ΥΠΟ ΔΗ
ΜΗΤΡΙΟΥ ΣΚΟΠΕΛΙΤΟΥ ΤΗ,
ΣΥΝΔΡΟΜΗ, ΚΑΛΥ
ΜΝΥΩΝ ΚΑΙ ΔΕΝΟΥΣΗς
ΙΟΥΝΙΟΝ 1902»

Ο ναός αγιογραφήθηκε σε πρώτη φάση το 1980, και σε δεύτερη φάση το 2003. Εντύπωση όμως προκαλεί εκτός της αγιογράφησης οι εικόνες που με προσοχή φυλάσσει ο νεαρός ιερέας Κωνσταντίνος Ν. Μαρκουλής. Σε μια από τις παλιότερες, που απεικονίζει τον Μυστικό Δείπνο διαβάζουμε: « ΔΑΠΑΝΗ ΜΕΝ ΜΙΧΑΗΛ Γ. ΜΠΙΛΗ ΚΑΙ ΣΥΖΥΓΟΥ, ΥΠΟ ΧΕΙΡΟΣ ΔΕ ΣΚΕΥΟΦ. Γ. ΤΑΤΑΡΗ. ‘ΕΝ ΚΑΛΥΜΝΩ ΤΗ 10η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1905 ». Ο Τίμιος Σταυρός γιορτάζει με πανηγύρι στις 14 Σεπτεμβρίου προσελκύοντας πολλούς προσκυνητές από τα γύρω νησιά. Μετά την λειτουργία ακολουθεί μεγάλο γλέντι στον προαύλιο χώρο με φαγητό, κρασί, και παραδοσιακά συγκροτήματα που καλούνται από τα διπλανά νησιά. 

Οι περισσότεροι επισκέπτες της Δονούσας προτιμούν να κολυμπήσουν στην κοντινή και ευρύχωρη παραλία του ‘’Σταυρού’’, δίπλα από το λιμάνι. Εκεί που σταματάει ο δρόμος και ξεκινά η γοητευτική αμμουδιά βρίσκεται η ψησταριά – ταβέρνα «Αποσπερίτης» του Ηλία Σκοπελίτη, όπου θα γευθείτε ‘’ψημένη ρακή’’, και παραδοσιακό το σπιτικό μαγειρευτό φαγητό και τους ρακομεζέδες. Πιο πάνω, στην κορυφή του λόφου είναι ένα δεύτερο σημείο, μετά το σχολείο, που έχει υπέροχη θέα, αυτή τη φορά προς τον οικισμό του ’’Σταυρού’’ και προς την παραλία του ‘’Κέδρου’’. Στο ψηλότερο σημείο του λόφου είναι χτισμένο, όπως είπαμε, το δίδυμο ολόλευκο εκκλησάκι της Παναγίας και του Αγ. Ιωάννη, που γιορτάζει με πανηγύρι τον Δεκαπενταύγουστο. Στο μαρμάρινο υπέρθυρο της αριστερής εισόδου (της Παναγίας), υπάρχει σκαλισμένη επιγραφή με την ημερομηνία κτίσεως, «1892». Προς την μεριά της θάλασσας διακρίνεται το άρτιο ελικοδρόμιο με το μικρό κτήριο που εξασφαλίζει την λειτουργία των εγκαταστάσεων. Έχει δρομολογηθεί η άδεια λειτουργίας του, πράγμα που θα εξασφαλίσει τη γρήγορη ανταπόκριση σε επείγοντα περιστατικά υγείας των κατοίκων αλλά και των καλοκαιρινών επισκεπτών. 

Φεύγοντας από τον κυρίως οικισμό για τον γύρο του νησιού ακολουθείστε τον παραθαλάσσιο δρόμο που ασφαλτοστρώθηκε πρόσφατα (Σεπτέμβριος 2005), οδηγώντας στις εξοχές και ευκολότερα, στα μικρά χωριουδάκια του τόπου. Πριν φύγει από τα μάτια σας η Δονούσα θα δείτε, αριστερά σας, την διασταύρωση (στο εξής δστ.), που κατευθύνεται βορειοδυτικά οδηγώντας στη ‘’Λίμνη’’, μια λιλιπούτεια και ρομαντική μοναχική παραλία. Το μονοπάτι συνεχίζει μέχρι την απότομη χερσόνησο και τον περίφημο για τη θέα του βραχώδες ακρωτήριο ‘’Άσπρος Κάβος’’, στην περιοχή που γενικά ονομάζεται ‘’Ξυλομπάτη’’ και που στις σπηλιές της, λένε οι ντόπιοι, ότι προσεγγίζουν φώκιες. Με πρόσβαση από τη θάλασσα, βρίσκεται η σπουδαία ‘’Σπηλιά του Τοίχου’’ με σταλακτίτες. Δύσκολη η προσέγγιση, εμείς λόγω καιρού δεν την είδαμε, αλλά εσείς μην χάσετε την ευκαιρία γι αυτή τη σημαντική βόλτα. 

Στη συνέχεια του κεντρικού δρόμου υπάρχει δεύτερη δστ. που οδηγεί στους πρόποδες του Πάπα (383 μ. υψ.), με εκπληκτική θέα σχεδόν ολόκληρης της Δονούσας και των γύρω νησιών. Στον γυρισμό από τον Πάπα είναι προτιμότερο να επιστρέψετε από το μονοπάτι που περνά από τα μεταλλεία (παλιότερα εξόρυσσαν χαλκό, καλαμίνα και λουλάκι), και τον αθέατο Τρούλο (ένα σπίτι). Εδώ τα περασμένα χρόνια φύτευαν καπνό λόγω της ύπαρξης νερού από πηγές που υπάρχουν και σήμερα. Αργότερα εγκατέλειψαν την προσπάθεια λόγω της μικρής παραγωγής. Από τον Τρούλο θα βγείτε σύντομα σχεδόν μέσα στο χωριό, (στην δστ. που οδηγεί στο δίδυμο εκκλησάκι απέναντι από τον ‘’Σταυρό’’). Όλες αυτές οι πεζοπορικές διαδρομές δίνουν το πραγματικό στίγμα της Δονούσας, μοσχοβολώντας εκεί που ακόμα ριζώνουν οι κέδροι και τα σχίνα, το μυρωδάτο θρούμπι οι συκιές και οι αγριλιές. Όσοι προτιμήσουν την ασφαλτοστρωμένη διαδρομή δεν θα μείνουν παραπονεμένοι αφού τους δίνεται η δυνατότητα να δούνε την θαυμάσια παραλία του ‘‘Κέδρου’’από ψηλά και γιατί όχι να κατεβούν ως εκεί για βουτιές ή για δροσερό παγωτό, με θέα τη θάλασσα. Αναφέραμε στην αρχή, ότι η Δονούσα λόγω της γεωγραφικής της θέσης ήταν σπουδαίος, και σύντομος εμπορικός δρόμος, αναγκαίος σταθμός στα ποικίλα ταξίδια, εμπορικά ή περιηγητικά ενώ κατά καιρούς χρησίμευσε σαν άντρο και καταφύγιο πειρατών. 

Δεν θα μπορούσαν να λείπουν περιστατικά από τον μεγάλο Β’ παγκόσμιο πόλεμο, αφού καθ’ όλη τη διάρκεια του, το Αιγαίο, διασχίζονταν απ’ άκρη σ’ άκρη από νηοπομπές ιταλικών, γερμανικών αλλά και συμμαχικών δυνάμεων. Ειδικά τον Οκτώβριο του 1943 που επίκειται η γερμανική επίθεση κατά της Λέρου και Σάμου η κινητικότητα φτάνει στο απόγειο της, και οι στόχοι το ίδιο. Στην πορεία από τη Νάξο προς Αμοργό – Αστυπάλαια – Κω, που εξετάζουμε, δέχτηκαν επίθεση και βυθίστηκαν τα ιταλικά Tarquinia (749 τόνων), στις 15/10/43 το Kari (1.925 τόνων), στις 29/10/1943 το ατμόπλοιο Ingeborg με το περιπολικό Nioi, και στις 6 – 7 Νοεμβρίου 1943 το GA 45 (Γερμανική κανονιοφόρος) που βυθίστηκε από αγγλικό αντιτορπιλικό, καθώς πήγαινε σε σημείο συγκέντρωσης στην Αμοργό(20). Στις 23/9/1944 στο τέλος του Β’ παγκοσμίου πολέμου βυθίστηκε ακόμα ένα Γερμανικό πλοίο, που φαινόταν μάλιστα η σκιά του μέχρι πρόσφατα από τα ψηλότερα σημεία του νησιού, την κορυφή Βάρδια (386 μ. υψ.) και τον Πάπα (383 μ. υψ.). Το πλοίο ήταν στον βυθό της παραλίας του ‘’Κέδρου’’, μέχρι το 2000 που το κόψανε και το αποσύρανε, αφήνοντας μόνο την καρίνα του σκάφους.

Σε 4,7 χλμ από το λιμάνι, σχεδόν πάνω στον περιφερειακό δρόμο και αριστερά, εμφανίζεται η Χαραυγή (πριν το 1971 Μεσαριά, σε 160 μ. υψ.). Μικρός πετρόχτιστος οικισμός, ο δεύτερος που συναντά ο επισκέπτης που κατευθύνεται προς την Καλοταρίτισσα. Έκπληξη προκαλούν οι αυθεντικές παραδοσιακές κατοικίες που λες ότι έχουν βγει από τα βάθη των αιώνων, τη γνώση και την ανθρώπινη σοφία στην κατασκευή. Ο χωματόδρομος σταματάει στο μικρό αλωνάκι, συνεχίζει όμως μονοπάτι που φέρνει τον ερευνητή πιο ψηλά στον ‘’Πάνω Μαχαλά’’, με τις εντυπωσιακές ξερολιθιές και τα σπίτια, άλλα με την πέτρα καθαρή και άλλα ασβεστωμένα, με βαμμένα προσεκτικά παντζούρια, παραθυρόφυλλα και εξώπορτες με το μπλε σκούρο, της θάλασσας το χρώμα. 

Εντυπωσιάζουν με τη λιτότητά τους, με τους λειτουργικούς και σήμερα πετρόχτιστους φούρνους στις αυλές, αναδεικνύοντας με σπάνια σαφήνεια πώς ήταν πραγματικά η ζωή, η επαφή με τη φύση και οι απολαύσεις, πριν πολλά – πολλά χρόνια. Το μικρό πετράλωνο, οι ασπρισμένες ξερολιθιές και ο γέροντας βοσκός με την καθαρή σκέψη εντείνουν την τάση για φωτογραφία ενός αληθινά ακριβοθώρητου οικισμού των Κυκλάδων. Το ρεύμα ήρθε εδώ το 2002 και μέχρι τότε απουσίαζαν οι ηλεκτρικές συσκευές, με ό,τι αυτό σημαίνει για την αισθητική παράδοση των σπιτιών και, κυρίως, του εσωτερικού τους που είναι εξίσου λιτό, με χτιστά κρεβάτια και χωνευτά στον τοίχο ντουλάπια, ενώ τμήμα του, χρησιμοποιείται σαν αποθήκη για τα χρειαζούμενα, μεταξύ των οποίων και ο ασβέστης για τα περιποιημένα ασπρίσματα, έξω και μέσα στο σπίτι. 

Από τον ‘’Κάτω Μαχαλά’’ φαίνεται ολοκάθαρα η απέναντι πλαγιά με τις αναβαθμίδες των καλλιεργειών που ξεκινούν από χαμηλά, σκαρφαλώνουν και σταματούν στο τετράγωνο μισογκρεμισμένο και εμφανώς εγκαταλειμμένο πετρόχτιστο οικοδόμημα, κατοικία, αποθήκη και στάβλος ταυτόχρονα, που οριοθετεί την ιδιοκτησία, καθορίζοντας τη γεωργική δραστηριότητα και τη κίνηση της οικογένειας, των Μαρκουλήδων σήμερα. Στην κορφή του λόφου απέναντι και κόντρα σε όλους τους καιρούς, που τελικά τον λύγισαν, στεκόταν μέχρι πριν λίγα χρόνια (2002), αλώβητος, ο επίσης πετρόχτιστος ανεμόμυλος που πριν κάμποσα χρόνια ήταν πηγή ζωής για όλους τους κατοίκους του νησιού. 

Ο επόμενος οικισμός πάνω στη διαδρομή είναι η Μερσίνη,(160 μ. υψ. το Μερσίνη για τους ντόπιους) μόλις 1,5 χλμ. από τη Χαραυγή, είναι η πρώτη είσοδος του χωριού. Αν πάτε δεξιά σε 700 μέτρα είστε στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας, ενώ λίγο πριν, αριστερά σας, είναι ο τσιμεντόδρομος που καταλήγει σε χωματόδρομο μέχρι τα μεγάλα πλατάνια και την πηγή ‘’Μερσίνη’’ με το πόσιμο νερό. Ένας πολύ όμορφος χώρος με καταπράσινο φυσικό περιβάλλον που για λίγο ξεγελάει την ζέστη που πνίγει τον τόπο. Απόλυτα δικαιολογημένα οι κάτοικοι κάνουν σε αυτή την τοποθεσία το πανηγύρι της Αγίας Σοφίας στις 17 Σεπτεμβρίου, μόλις τρεις μέρες από το μεγάλο, του Τιμίου Σταυρού. 

Η στάση είναι κάτι παραπάνω από αναγκαία ενώ η παρουσία της δροσερής πηγής λειτουργεί σαν μαγνήτης, για πουλιά, ζώα, αλλά και ανθρώπους που έρχονται από το χωριό και την κοντινή Χαραυγή, με τα γαϊδουράκια τους για να πάρουν νερό. Το στενό πλέον μονοπάτι, συνεχίζει να κατηφορίζει, και σε 30’ φτάνει ως κάτω, στην θαυμάσια παραλία ‘’Λιβάδι’’. Από την εκκλησία της Αγίας Σοφίας, αλλά και πριν τη δστ. για το χωριό, σώζεται ένα μικρό κομμάτι από τον παλιό δρόμο, καλντερίμι που ένωνε το χωριό με την πρωτεύουσα Σταυρό. Η εκκλησία όπως μας πληροφορεί η σκαλιστή επιγραφή στο υπέρθυρο της εισόδου χτίστηκε το 1948, ενώ δίπλα της στον ακάλυπτο χώρο, υπάρχει μια χτιστή λευκή πέτρινη κατασκευή με σταυρό και κλίτος σαν μικρό εκκλησάκι. Μάλλον πρόκειται για οστεοφυλάκιο, όπως συνηθίζετε σε ορισμένα νησιά των Κυκλάδων (Ανάφη, Οία, κ.ά.).

Η δεύτερη είσοδος της Μερσίνης απέχει εξακόσια μέτρα από την πρώτη, βρίσκεται πάνω στον κεντρικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο, και έχει σκαλοπάτια που εισχωρούν στον μικρό οικισμό, με τα σπίτια και τις αποθήκες κολλητά το ένα στο άλλο. Δρασκελίστε τους χαμηλούς τοίχους και δείτε στις τετράγωνες στέγες των σπιτιών, το επιδέξια χτισμένο αυλάκι γύρω – γύρω, που σκοπό έχει να μαζεύει το νερό της βροχής, και με την ελαφρά κλίση που υπάρχει από την κατασκευή να το διοχετεύει, μέσω ενός σωλήνα (την άφουκλα), στη στέρνα. Προνοητικότητα και αυτάρκεια που μάλλον δεν διδάχθηκαν πουθενά, παρά απ’ ευθείας από την ίδια την φύση, το ξερό, άνυδρο, και πετρώδες της νήσου. Εκεί ανάμεσα στα σπίτια συναντήσαμε την κυρά-Ειρήνη, μόνιμη κάτοικο, και ρωτήσαμε για το μικρό κτίσμα δίπλα από την Αγία Σοφία. Μας είπε ότι πράγματι είναι μνημείο ενώ μέσα περιέχει τα ρούχα και τα παπούτσια από τέσσερις Δονουσιώτες. Το περιστατικό έγινε πριν πολλά χρόνια (ούτε εκείνη θυμόταν πόσα), όταν για κάποια επείγουσα ασθένεια έφυγαν οι τέσσερις φίλοι για να πάνε απέναντι, στην Αμοργό. Στο δρόμο όμως τους πρόλαβε κακοκαιρία και φουρτούνα που αναποδογύρισε τη βάρκα πνίγοντάς τους όλους.

Ο όμορφος παραδοσιακός οικισμός είναι χτισμένος πάνω σε έναν βραχώδη λόφο με αρκετά μεγάλη κλίση, γιαυτό το μεγάλο μέρος του χωριού παραμένει αθέατο από την άσφαλτο. Η πάνω γειτονιά είναι ακόμα ψηλότερα +/- 200μ ενώ το σύνολο των κατοίκων για τον χειμώνα είναι 20 άτομα που κατοικούν σε επτά σπίτια. Τα άλλα έξι σπίτια του οικισμού κατοικούνται μόνο το καλοκαίρι από περίπου άλλα 20 άτομα. Εδώ έγινε μια ενδιαφέρουσα έρευνα του τμήματος φυσικών πόρων και αγροτικής παραγωγής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών σε συνεργασία με το τμήμα μηχανολογίας του Ε.Μ.Π., για την αξιοποίηση της ηλιακής ενέργειας. Εκείνη την εποχή (1998) δεν είχε έρθει ακόμα το ρεύμα, όπως συνέβαινε και στην Χαραυγή, εγκατέστησαν λοιπόν 300 φωτοβολταϊκά στοιχεία 60 Watt το κάθε ένα, ώστε η συνολική ισχύς να είναι 18 kW. Η ενέργεια αυτή υπολόγισαν ότι κάλυπτε τις ανάγκες του οικισμού, βασικό για κάθε σπίτι θεωρήθηκε, ο φωτισμός, η τηλεόραση και το ψυγείο. 

Αργότερα το σύστημα επεκτάθηκε περιλαμβάνοντας μια υδραντλία 6 kV Α και έναν στρόβιλο νερού που συνδεόταν με μια γεννήτρια 7,5 kW και δύο υδραγωγείων χωρητικότητας 150 m3 το κάθε ένα. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, οποιοδήποτε ενεργειακό πλεόνασμα από τα φωτοβολταϊκά, κατευθυνόταν στην αντλία για την άντληση του ύδατος από μια δεξαμενή χαμηλού επιπέδου (περίπου 100 μ. υψ), στη δεξαμενή υψηλού επιπέδου (περίπου 200 μ υψ.). Κατά τη διάρκεια της νύχτας, το νερό διοχετεύονταν μέσω ενός υδροστροβίλου που παρήγαγε ρεύμα προς κατανάλωση. Υπήρχε επίσης μια τράπεζα μπαταριών από 186 στοιχεία ονομαστικής τάσης 2 V το καθένα, εν σειρά, με μια συνολική χωρητικότητα 100 Α h. Οι μπαταρίες κάλυπταν κατά κύριο λόγο τα στιγμιαία υψηλά φορτία(21). Το σύστημα δούλεψε ικανοποιητικά μέχρι τον Οκτώβριο του 2002 που έγινε η επέκταση του δικτύου της ΔΕΗ, οπότε η Μερσίνη, η Χαραυγή και η Καλοταρίτισσα (2003), πήραν ρεύμα κανονικά.

Στο τελευταίο σκέλος, η διαδρομή μας κατακλύζει από όμορφες εικόνες, προσφέροντας απλόχερα το αληθινό νησιώτικο τοπίο δίπλα από τη θάλασσα, τη βραχώδη ακτή, και θέα μέχρι τα γεμάτα πυκνή θαμνώδη βλάστηση Σκυλονήσια (Σκουλονήσια των Ντόπιων). Οι κάτοικοι παλιότερα, το μεγαλύτερο απ’ αυτά, (0,246 τ. χλμ.) το χρησιμοποιούσαν για βοσκότοπο. Ο τελευταίος, πιο απομακρυσμένος, και ίσως πιο ελκυστικός οικισμός στην περιήγησή μας είναι η Καλοταρίτισσα (20 μ. υψ.) 4 χλμ. από την Μερσίνη, 10 χλμ. από τον Σταυρό. Η πρώτη παραλία που συναντάμε είναι ακριβώς μπροστά του και φαντάζει σαν μια από τις όμορφες και απόμερες του νησιού, συνδυάζοντας το μπάνιο, τις βουτιές στην καταγάλανη θάλασσα και φυσικά την γνωριμία με τον τόπο.

Προς το παρόν δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε αλλοίωση αλλά ένα απλό καφενεδάκι είναι επιβεβλημένο, να φτιαχτεί, ώστε να αισθανθεί άνετα ο ταξιδιώτης και να χαρεί περισσότερο την θαυμάσια αμμουδιά.  Στον μικρό οικισμό, μας υποδέχεται η ολόλευκη εκκλησία του Αγ. Γεωργίου χτισμένη το 1984 με δαπάνες της οικογένειας Πράσινου, όπως μας ενημερώνει η νεότερη, μαρμάρινη επιγραφή. Τυπικά παραδοσιακό χωριό, χωρίς καμιά διαφοροποίηση στην αρχιτεκτονική από τη Χαραυγή και τη Μερσίνη. Γύρω στα 15 μικρά χαμηλά τετράγωνα πετρόχτιστα σπιτάκια, σοβατισμένα και ασπρισμένα, φούρνος στην εξωτερική αυλή, και όλοι οι στάβλοι – αποθήκες, πετρόχτιστα και αυτά χωρίς επίχρισμα, απ’ τη μεριά του μικρού ρέματος, και ακόμα, λίγα γίδια και κατσίκια που βόσκουν έξω απ’ το χωριό. Οι τέσσερις ντόπιοι που κάθονται στην φαρδιά πεζούλα μας είπαν ότι παλιότερα στο νησί είχε χιλιάδες πρόβατα, είχε όμως και πιο πολύ νερό, σήμερα έχουν μείνει λίγα, που φτάνουν δε φτάνουν για την οικογένεια. 

Δύο μονοπάτια οδηγούν στις εξοχές, προς την παραλία της Τρυπητής ή προς το ακρωτήριο Φανάρι (ανατολικά) ή προς το Ακρωτήριο Καβί (Βορειοανατολικά). Και στις δύο περιπτώσεις βαθιά στο πέλαγος θα διακρίνετε με καλό καιρό τις Μελάντιες νησίδες ή Μπούβες (τα Χτένια των ντόπιων, 0,23 τ. χλμ.), που απέχουν 7, 2 μίλια από την Άκρα Καλοτερούσα. Αποτελούν συστάδα ενός νησιαίου εδάφους με ύψος 55 μέτρα, με απότομη όψη και σχήμα πυραμίδας, εκεί που νοητά συνορεύουν δύο πέλαγα, το Αιγαίο με το Ικάριο. Το βράδυ διακρίνονται από το δυνατό τους φάρο, (56μ. υπερθαλάσσιο ύψος(22)). 

Ο ευρύστερνος βορειοανατολικός όρμος της Καλοταρίτισσας πέρασε στην ιστορία από ένα σημαντικό γεγονός που διαδραματίστηκε στη διάρκεια του Α’ παγκοσμίου πολέμου. Τότε που το γερμανικό καταδρομικό Γκέμπεν (Göben), δρούσε στη Μεσόγειο μαζί με το επίσης γερμανικό Μπρεσλάου (Breslau). Σε μια από τις πολλές επιχειρήσεις προέβη στον βομβαρδισμό και καταστροφή γαλλικών λιμανιών. Προκειμένου να αποφύγει την επαφή με τον βρετανικό στόλο κατέπλευσε και κρύφτηκε στη Δονούσα σ’ αυτό το μικρό ακρωτήρι – κρησφύγετο. Μάταια οι βρετανοί το αναζητούσαν σε όλο το Αιγαίο επί δεκαπέντε μέρες, το καταδρομικό ‘’εξαφανίστηκε’’. Βέβαια, ο λόγος που έγινε άφαντο το πλοίο ήταν η συνεννόηση με την κυβέρνηση του γερμανόφιλου Βασιλιά Κωνσταντίνου και του αγγλόφιλου πρωθυπουργού Βενιζέλου που προς το παρόν, κρατούσαν ουδέτερη την Ελλάδα(23), ώστε να βρεθεί σύντομα τρόπος για ανεφοδιασμό με κάρβουνο (ανθράκευση). Μόλις έφτασε στο ίδιο σημείο και το  Μπρεσλάου έγινε ο ανεφοδιασμός(24) και έφυγαν και τα δύο προς Δαρδανέλια όπου κατάφεραν, παρά τον εντοπισμό τους από τον βρετανικό στόλο, να εισέλθουν στις 10 Αυγούστου 1914 και να φτάσουν τελικά στην Προποντίδα που ήταν ο τελικός τους προορισμός, (Πηγή: http://el.wikipedia.org).

Οι βραδιές που περάσαμε στο νησί ήταν από τις πιο ήρεμες, βυθισμένοι σε ένα από τα ωραιότερα τοπία, γοητευμένοι από τις κρυστάλλινες παραλίες και από τους παραδοσιακούς οικισμούς που αποπνέοντας μια εντελώς διαφορετική ‘’αύρα’’, στέλνουν το μήνυμα για την άμεση προστασία τους ώστε να μην χαθούν δια παντός. Αυτό που εντυπωσιάζει πιο πολύ, είναι η αίσθηση της φιλοξενίας. Σχεδόν την τελευταία στιγμή ο Γιώργος Μαρκουλής του Βασιλείου μας έφερε σπόρο ντόπιας ντομάτας, ‘’κουμεντέρι’’ να τη φυτέψουμε στο χωριό ώστε να’ χουμε τη Δονούσα στο μυαλό μας.

Σε κουβέντα που κάναμε για τις καλλιέργειες μάς είπε ότι παλιότερα το νησί που είχε περισσότερα νερά καλλιεργούσαν τα πάντα, στάρι, φρούτα (ξεχώρισε για τη νοστιμιά τους τα ροδάκινα), κάθε είδους λαχανικά και όσπρια, σε όλα αυτά τα χωράφια που σήμερα βλέπουμε χέρσα, περιτοιχισμένα με ξερολιθιές, η κάθε οικογένεια μάζευε την ‘’κουμπάνια’’ της, την ετήσια σοδιά. Η μεγάλη παραγωγή όμως του νησιού ήταν τα κρεμμύδια. Όταν έβγαζε 100 τόνους έλεγαν ότι δεν πήγε καλά, πράγμα φυσικό, αφού συνήθως έφτιαχναν 140 – 150 τόνους. Ο ανταγωνισμός στις τιμές και αργότερα η ανάπτυξη του τουρισμού έδωσαν τέλος στη γεωργική δραστηριότητα. Σήμερα απόμειναν μόνο μικροί κήποι ίσα – ίσα για να κρατούν το σπόρο, τα περισσότερα πια, έρχονται από τη Νάξο. Επίσης στις Μάκαρες ή Άγιο Νικόλαο παλιά καλλιεργούσαν σιτηρά(25).

Σε αυτό το σύμπλεγμα νήσων και νησίδων, η Δονούσα πράγματι πλανεύει τις αισθήσεις, ίσως γιαυτό η μυθολογία μας θυμίζει την ιστορία με τη θυγατέρα του Μίνωα και της Πασιφάης. Η Αριάδνη λοιπόν, ήταν που ερωτεύτηκε τον Θησέα και τον βοήθησε να σκοτώσει τον μινώταυρο και να βγει ζωντανός από τον λαβύρινθο. Ο Θησέας, σε ένα ξέσπασμα αγάπης την έκλεψε, και πήρε το θαλάσσιο δρόμο του γυρισμού στο Σούνιο, όπου τον περίμενε ο πατέρας του, Αιγαίας. Όμως στη Νάξο το ξανασκέφθηκε και την εγκατέλειψε. Εκεί εμφανίστηκε ο θεός Διόνυσος, και πήρε την Αριάδνη στη Δονούσα. 

Τα αξιοθέατα του νησιού για λίγες μέρες διαμονή είναι αρκετά, η λιτή ομορφιά του τοπίου ανυπέρβλητη. Τόσο, που εδώ γύρισε η Αγγελική Αντωνίου (σενάριο – σκηνοθεσία) την ταινία(26) ‘’Δονούσα’’, που προβλήθηκε στο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τον Οκτώβριο του 1992. Καλό είναι να ολοκληρώσετε τον περίπλου του νησιού και οπωσδήποτε να πάτε στις, άγνωστες γενικά, λιλιπούτειες παραλίες ‘’Πλάκες’’, ‘’Λίμνη’’και σίγουραστην ‘’Σπηλιά του Τοίχου’’ με τους σταλακτίτες, η δεύτερη αξιόλογη μετά την ‘’Φωκοσπηλιά’’, βλέποντας αυτά τα αξιόλογα μοναχικά αραξοβόλια, διασχίζοντας αυτή την πανέμορφα γαλαζοπράσινη θάλασσα δίπλα από θαλασσοδαρμένους βράχους. 

Στη Δονούσα μόλις τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει η ανάπτυξη του τουρισμού, προσφέροντας απλόχερα με χαμόγελο, ευγένεια και πραγματική αίσθηση της φιλοξενίας, ότι της έδωσε η φύση. Ανέμελες ώρες στις παραλίες, ανέσεις όσες χρειάζονται, εύκολες πεζοπορικές διαδρομές, κυρίως όμως, την πραγματικά σπάνια ησυχία σε ένα ήρεμο τοπίο που με καλή παρέα και ένα βιβλίο μπορεί να μετατραπεί σε πραγματικό ησυχαστήριο για χρόνια.

Σημειώσεις:

(1) Οι Μάκαρες ή Μακαριά είναι μια συστάδα τριών νησίδων μεταξύ Νάξου και Δονούσας (περνάτε πολύ κοντά στην διαδρομή Δονούσα – Πάνω Κουφονήσι). Απέχουν 4 ν.μ. ανατολικά της Άκρας Μουτσούνα της Νάξου και 4,6 ν.μ από τη Δονούσα. Οι ονομασίες τους είναι Άγιος Νικόλαος ή Μεγάλο νησί (109 μ.υψ.), Πράσινη ή Αγία Παρασκευή στο κέντρο και νοτιότερα η Στρογγυλή. Ανάμεσά τους σχηματίζονται αβαθή, με βάθη μικρότερα των 2 μέτρων. Στο κείμενο του Ζοζέφ Πιτόν ντε Τουρνεφόρ τις συναντάμε σαν Ακαριές. Joseph Pitton de Tournefort, Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους 1700 – 1702 (τίτλος πρωτότυπου Relation d’un voyage du Levand, Paris 1717), μτφ. & εισ: Μάκης – Μυρτώ Απέργη, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο (2003) 246.

(2) Από συνέντευξη του καπετάν Δημήτρη Σκοπελίτη στον Γιάννη Παλαιολόγο περιοδικό ’’Κ’’ της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή τ.65 Σάββατο 29 Αυγούστου (2004) 62 - 66.

(3) Φωτεινή Ζαφειροπούλου,«Ο Γεωμετρικός Οικισμός της Δονούσας», στο: Α. Μιχοπούλου – Α. Μπάκαλου (επιμ.), Διαλέξεις 1986 – 1989, έκδοση ίδρυμα Ν. Π. Γουλανδρή, Αθήνα (1990) 43.

(4)Β.Δ. 1ης (13ης) Οκτωβρίου 1834 (ΦΕΚ 4 / 1835) ‘’Περί του σχηματισμού των δήμων του νομού Κυκλάδων’’.Ελευθέριου Γ. Σκιαδά, Ιστορικό Διάγραμμα των Δήμων της Ελλάδας 1833 – 1912, Αθήνα (1994), 446. Επίσης στο Β.Δ. 21ης Μαρτίου 1864 (ΦΕΚ 16) ‘’Περί μετασχηματισμού του δήμου Αμοργού’, ο.π. 445.

(5) Η προφορική λαϊκή παράδοση του νησιού αναφέρει ότι η ονομασία προέρχεται από τις δονήσεις που προκαλούν τα θεόρατα χειμωνιάτικα κύματα.

(6)Ζαφειροπούλου ο.π. (1990) 44. 

(7) Chr. Doumas, Vas. Lambrinoudakis, Lina G. Mendoni, Eva Simantoni – Bournia (Scientific Committee), στο Archaeological Atlas of the Aegean, Ministry of the Aegean – University of Athens, Athens (1999) 295.

(8) Για τις ανασκαφικές αναφορές της Φ. Ζαφειροπούλου δείτε στα Αρχαιολογικά Δελτία (ΑΔ στο εξής), 22 (1967), Χρονικά 467, ΑΔ 24 (1969), Χρονικά 390 και εξής (κ.εξ. στη συνέχεια), ΑΔ 25 (1970), Χρονικά 426 κ.εξ., ΑΔ 26 (1971), Χρονικά 465 κ.εξ, ΑΔ 28 (1973), Χρονικά 544 κ.εξ., Ζαφειροπούλου 1971, 1973, 1990, 1994, 231 – 232 Coldstream 1977, 91 – 92.

(9) Φωτεινή Ν. Ζαφειροπούλου, «Οι Κυκλάδες στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου ως την ύστερη Αρχαϊκή εποχή», στο Ν. Χρ. Σταμπολίδης – Α. Γιαννικούρη (επιμ.), Το Αιγαίο στην πρώιμη εποχή του σιδήρου. Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Ρόδος, 1 – 4 Νοεμβρίου 2002, έκδοση Πανεπιστήμιο Κρήτης – ΥΠΠΟ, Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αιγαιακών Σπουδών, Αθήνα (2004) 414, 415.

(10)  Όλγα Φιλανιώτου, «Μικρές Κυκλάδες - Δονούσα», στο: Ανδρ. Βλαχόπουλος (επιμ.), Αρχαιολογία. Νησιά του Αιγαίου. Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα  (2005) 287.

 (11) Σε γραπτή επικοινωνία με την εταιρεία για τη μελέτη και προστασία της Μεσογειακή φώκιας, γνωστής περισσότερο σαν Mom, ελήφθη (την 31/1/06) επιστολή, όπου η κυρία Αδαμαντοπούλου, υπεύθυνη δικτύου συλλογής πληροφοριών [για την εμφάνιση φώκιας] αναφέρει, και την ευχαριστώ, ότι, ‘’η περιοχή δεν έχει ερευνηθεί, υπάρχουν όμως πληροφορίες για εμφανίσεις ζώων, η πιο πρόσφατη από τις οποίες είναι το 1998’’. Και συνεχίζει, ‘’Παρόλα αυτά άλλοι ερευνητές έχουν καταγράψει στην περιοχή την ύπαρξη ενός καταφυγίου κατάλληλου για αναπαραγωγή στα ανατολικά του νησιού, αλλά δεν αναφέρουν εάν ονομάζεται ‘’φωκοσπηλιά’’. ‘’Η εμπειρία μας λέει ότι προφανώς οι ντόπιοι εννοούν αυτή’’.

(12)Στον αγώνα της διάσωσης του είδους έχουν εισέλθει και άλλες χώρες. Λίγους μήνες πριν, το Σχέδιο Έκτακτης Επέμβασης που εφαρμόζεται στις ακτές της Δυτικής Σαχάρας, ανοιχτά της Μαυριτανίας, απηύθυνε έκκληση για βοήθεια, προκειμένου να σωθεί ο πληθυσμός της φώκιας Μονάχους - Μονάχους. Και τούτο καθώς οι ερευνητές της ισπανικής ομάδας του προγράμματος LIFE, που εργάζεται στην περιοχή του Λευκού Ακρωτηρίου στη Δυτική Σαχάρα, διαπίστωσαν έντονη θνησιμότητα μεταξύ του πληθυσμού της μεσογειακής φώκιας. Οι νεκρές φώκιες που είχαν βρεθεί υπολογίζεται ότι αντιστοιχούσαν τουλάχιστον στο 65% του πληθυσμού του είδους στην περιοχή. Η ανταπόκριση ήταν μεγάλη και άμεση από δεκάδες μη κυβερνητικούς οργανισμούς ανά τον κόσμο, που προσέφεραν οικονομική βοήθεια για την αντιμετώπιση της κατάστασης και την καλύτερη διεξαγωγή της έρευνας στο πεδίο. ‘’Ενημερωτικό Δελτίο Τ.Ε.Ε’’.  – Τεύχος 2005 – Δευτέρα 1 Ιουνίου 1998 και στο http://www.tee.gr/online/afieromata/1998/2005/fokies.htm

(13)  Όλγα Φιλανιώτου, «Μικρές Κυκλάδες - Δονούσα», στο: Ανδρ. Βλαχόπουλος (επιμ.), Αρχαιολογία. Νησιά του Αιγαίου. Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα  (2005) 286.

(14)Joseph Pitton de Tournefort, Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους 1700 – 1702, (τίτλος πρωτότυπου Relation d’un voyage du Levand, Paris 1717), μτφ. & εισ: Μάκης – Μυρτώ Απέργη, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο (2003) 247, 248, 249.

(15)Ν. Α. Κεφαλληνιάδη, «Μαρτυρίες θυμάτων πειρατικών επιδρομών από έγγραφα της εποχής», ένθετο περιοδικό ‘’Επτά ημέρες’’, 12-14 της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή (Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 1997) 12. 

(16)Δείτε στον ίδιο τόμο το ‘’Ναύπλιο’’.

(17) Νικήτας Μ. Βασσάλλος, «Αφιέρωμα στην Πειρατεία», περιοδική έκδοση του Συνδέσμου Αμοργίνων ‘’Αμοργιανά’’ (έτος δέκατο, τ. 11) Αθήνα (2005) 75. Η είδηση προέρχεται από την εφημ. ‘’ΣΚΡΙΠ’’ (5 Ιουνίου 1911), και αναδημοσιεύτηκε στην εφημ. ‘’Το κάστρο της Αμοργού’’ (Απρίλιος 2005), 3. ο.π., 95.

(18) Η πληροφορία δόθηκε τηλεφωνικά από την Χρύσα Πράσινου(31 Ιανουαρίου 2006).

(19)Αν και οι διαφοροποιήσεις από νησί σε νησί είναι σημαντικές, από τα 24 νησιά με σημαντική μόνιμη κατοίκηση στο ίδιο χρονικό διάστημα των 105 ετών, (1896 – 2001), μόνο η Δονούσα, η Σχινούσα, η Νάξος, με 163, 206, 18.188, κατοίκους (και οι τρεις όμως δεν έχουν καλύψει ακόμα τα πληθυσμιακά επίπεδα του 1940 όπου έχουμε 213, 239, 20.132 κατοίκους αντίστοιχα), το Κουφονήσι, (όπου η έντονη αλιευτική δραστηριότητα συνδυάζεται πλέον με την τουριστική ανάπτυξη), η Πάρος, η Αντίπαρος, και η Μύκονος, παρουσιάζουν αύξηση του πληθυσμού. Η ανάκαμψη της Θήρας διαρκεί ήδη μια τριακονταετία, όμως αυτή δεν έχει ακόμα υπερβεί το πληθυσμιακό επίπεδο του 1896 όπου 13.617 κάτοικοι έναντι 13.402 το 2001. Γεώργιος Κ. Γιαγκάκης, Πληθυσμιακές απεικονίσεις των Ελληνικών Νησιών 1896 – 1940 – 2001. Αυτοέκδοση, Τήνος (2004) 3.

(20)Ιστορικό Αρχείο του Πολεμικού Ναυτικού, Το Ιταλικό Ναυτικό στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, Aldo Levi, Giuseppe Fioravanzo, «Γεγονότα στο Αιγαίο μετά την ανακωχή», μτφ. Ιωάννης Ν. Καστής, εκδότης Δήμος Λέρου, Λέρος (1999) 441, 442.

(21)Dim. Manolakos, Gior. Papadakis, Dim. Papantonis, Spir. Kyritsis, «A stand-alone photovoltaic power system for remote villages, using pumped water energy storage», Περιοδικό Energy  57 – 69,τεύχος 29, (2004) 57, 58.

(22) Υδρογραφική Υπηρεσία του Π.Ν., «Πλοηγός»,Νοτιοανατολικές Ακτές, έκδοση Υδρογραφική υπηρεσία του Π.Ν., τ. Β’, Αθήνα 4(2004) 461.

(23)Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξενοκρατία Μισελληνισμός και Υποτέλεια, Αθήνα (1990) 568 – 569.

(24)Η ανθράκευση έγινε από το γερμανικό ανθρακοφόρο «Bogador» που έφερε το ελληνικό όνομα «Πολύμητις» (ο πολλά σκεπτόμενος, ο πολύπειρος), επανδρωμένο με Έλληνες. 

(25) Μαργαρίτα Βρεττού – Σούλη, Δονούσα, Ένα νησάκι των Μικρών Κυκλάδων ταξιδεύει στο χρόνο, αυτοέκδοση, Αθήνα (1996) 6.

(26)Μια συμπαραγωγή του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και των Von Vietinghoff Filmproduction, Kyros Film, Flash Film, WDR, Πηγή: Υπουργείο Πολιτισμού www.culture.gr/2/22/222/22200/1992/g2229204.html. Σε αυτή την ταινία ο Δημήτρης Πουλικάκος πήρε το δεύτερό του βραβείο (το πρώτο ήταν στην Ρεβάνς του Νίκου Βεργίτση), β’ αντρικού ρόλου, Πηγή: www.musiconline.gr/politiki/poylikakos.html

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Θέση: 37ο 06’ βόρειο, 25ο 41’ ανατολικό, Έκταση: 13, 6 τ.χ., Ακτογραμμή: 37 χλμ., Υψόμετρο: 0 –  386 κορυφή Βάρδια,  Πληθυσμός: 163 κατ (’01), Πρωτεύουσα: Δονούσα ή Σταυρός, Νομός: Κυκλάδων, επαρχία: Νάξου, Απόσταση από Πειραιά 103 ν.μ.  – 5ω 30’, (Νάξος),  Απόσταση από Νάξο 35 ν.μ – 4ω (κάτω ‘’δρόμος’’),  24 ν.μ. – 2ω (‘’πάνω’’ δρόμος), απόσταση από Αιγιάλη Αμοργού 14 ν.μ. – 50’.

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 22850, Ταχυδρομικός Κώδικας: Δονούσα Κυκλάδων 84 3 00 Νάξος.

ΔΙΑΜΟΝΗ: www.donoussa.net/index2.htm Ξενοδοχεία δεν υπάρχουν ακόμα, όμως, γύρω στα 150 ενοικιαζόμενα δωμάτια δίκλινα, τρίκλινα και τετράκλινα μπορούν να φιλοξενήσουν γύρω στους τετρακόσιους επισκέπτες. Επικοινωνήσετε νωρίτερα, ο παράδεισος της Δονούσας γρήγορα παρουσιάζει πληρότητα. Βενετσάνος Σταύρος 51609, Κωβαίου Άννα 51658 www.firoa-studios.gr, Μαρκουλή Μαρία 52203, Μαρκουλής Κώστας 51569, Μαρκουλής Γιώργος 51556, Μιχαλοπούλου Μαρία 51603, Μαύρος Δημήτρης 51590, Μαραμπούτ Υπακοή 51656, Πράσινος Μιχαήλ 52012, Πράσινος Δημήτριος 51579, Πράσινος Ιωάννης 51575, Πράσινος Μαρίνος 51630, Πράσινος Β. Νικόλας 51551, Πράσινος Γ. Νικόλας 51322, Πράσινου Δήμητρα 51626, Πράσινου Μαρία 51578, Πράσινου Παρασκευή 51580, Σιγάλα Σοφία 51570, Σιγάλας Χρήστος 51604, Σκοπελίτης Ηλίας 51571, Σκοπελίτης Σπύρος 52296, Κωβαίος Κώστας 51624.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Στις παραλίες Κέδρος. Μην αφήσετε σκουπίδια, και  νάχετε προμήθειες.

ΦΑΓΗΤΟ: Τα φρέσκα ψάρια, πιασμένα μόλις λίγες ώρες πριν και μαγειρεμένα με την τέχνη που μόνο οι ντόπιοι διαθέτουν είναι η καλύτερη επιλογή, στη Δονούσα. Στο λιμάνι ‘’το κύμα’’ του Νικήτα & Ευαγγελίας Μαρκουλή 51566, και δίπλα του, ο ‘’καπετάν Γιώργης’’ του Μανώλη Κωβαίου & Δημήτρη Μισσίρη 51867. Στην Παραλία του ‘’Σταυρού’’ ο ‘’Αποσπερίτης’’ του Ηλία Σκοπελίτη 51571, το ‘’Ηλιοβασίλεμα’’ του Νίκου Σιγάλα 51570, 51607, και το ‘’Μελτέμι’’ 52241. Δοκιμάστε το διάσημο για τη νοστιμιά του πατατάτο (κοκκινιστό με πατάτες), επίσης τοπικό ο Καβουρμάς και φυσικά γεμιστό κατσίκι με ρύζι. Kafe – bar ''Σκατζόχειρος’’  Κωβαίος Ηλίας – Ζάχος Δημήτρης 51880, και ‘’Κέδρος’’ στην παραλία του Κέδρου Μιχάλης Πράσινος.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Κοινότητα 51600, Fax: 51639, Κ.Ε.Π. 29107, Αστυνομία: δεν έχει, Α’ Βοήθειες: 51506, και ελικοδρόμιο, Φαρμακείο στη Νάξο. Ενοικιάσεις – Βουλκανιζατέρ: Νίκος Πράσινος στην Ηρακλειά 71991, 71569 e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. για κάτι πιο σοβαρό Πολυκρέτης Γιώργος, Χώρα Νάξου, 24872. Να έχετε μαζί σας δύο Fast.

ΧΡΗΣΙΜΑ: http://hellas.teipir.gr/prefectures/greek/Kikladon/MikresKiklades.htm         www.donoussa.net   www.amorgos-island.gr/donusa.htmΟι δυσπρόσιτες παραλίες και η Φωκοσπηλιά έχουν εύκολη πρόσβαση με το σκάφος ‘’Δονούσα’’ που αναχωρεί καθημερινά στις 10:00 με καπετάνιο τον Νίκο Κωβαίο. Αρχαιολογικό μουσείο Νάξου για τα ευρήματα στο Βαθύ Λιμενάρι 22725, 2103250148, ανοιχτά καθημερινά 08:30 – 15:00 εκτός Δευτέρας. Τράπεζες με Α.Τ.Μ. στην Νάξο. Ξεκινώντας κάποια πεζοπορία, περάστε πρώτα από τον φούρνο του Σταυρού, για προμήθειες. Εκτός από τα ψωμάκια (για σάντουιτς), δοκιμάστε την τυρόπιτα και το σπέσιαλ γαλακτομπούρεκο. Οι χομπίστες ψαράδες και οι ψαροντουφεκάδες θα βρουν εδώ ότι τραβάει η ψυχή τους αφού η Δονούσα είναι γνωστός ψαρότοπος. Όλες οι ακτές κρύβουν πολύ ψάρι, προσοχή όμως στα βάθη γιατί αλλάζουν απότομα.

ΠΡΟΣΒΑΣΗ: Από Νάξο για Δονούσα με τον θρυλικό ‘’Σκοπελίτη’’ κάθε μέρα εκτός Κυριακής ώρα 15:00 τον χειμώνα (Δευτ. – Τετ 13:00). Γενικά για δρομολόγια πλοία και τυχόν αλλαγές δείτε www.schinousa.gr/schinousa_transport.html Από Πειραιά για Δονούσα 3 φορές την εβδομάδα το καλοκαίρι, 2 τον χειμώνα με τα ‘’Ρομίλντα’’ και τη ‘’Δημητρούλα’’. Για Νάξο με τα Blue Star του Στρίντζη 2108919800 www.bluestarferries.com. Εισιτήρια: Κόστος (Φεβ 06 – για Νάξο) 23,20 EUR το άτομο, 14,50 EUR η μοτοσυκλέτα έως 250 cc & 21,80 EUR πάνω από 250 cc. Λιμεναρχείο Πειραιά 2104226001 - 4, Λιμεναρχείο Νάξου 2285022300, δρομολόγια πλοίων info ΟΤΕ 1440, www.yen.gr/main.htm Λιμεναρχείο Θεσσαλονίκης (ανταπόκριση για Πάρο ή Νάξο) 2310531504 – 5, διάρκεια ταξιδιού 15ω – 250 ν.μ.  Το συντομότερο ταξίδι είναι Πειραιάς - Νάξος (μέσω Πάρου) με τα highspeed I, II, III, IIII, διάρκεια ταξιδιού 4ω. Από εκεί αναλαμβάνει το «Express Skopelitis» με 7,50 EUR το άτομο & 5 EUR η μοτοσυκλέτα ανεξαρτήτως κυβισμού. Πρακτορείο εισιτηρίων για τον Σκοπελίτη στη Νάξο: ΖΑΣ travel 2285023330. Πρακτορείο εισιτηρίων και πληροφορίες για τα δρομολόγια και τις ανταποκρίσεις στη Δονούσα Σοφία Ν. Ρούσσου 51648 Fax: 51649.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Δεν έχει. Ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος είναι 12,5 χλμ. στο σύνολό του και φτάνει μέχρι την Καλοταρίτισσα. Αν γεμίσετε στον Πειραιά ή την Νάξο δεν θα αντιμετωπίσετε πρόβλημα. Γεμίστε όμως, γιατί μετά μπορεί να πάτε και στα υπόλοιπα νησιά, Ηρακλειά, Σχινούσα, Κουφονήσι. 

ΧΑΡΤΕΣ: Υπάρχει τοπική έκδοση στο νησί που περιλαμβάνει και τα μονοπάτια. Όλος ο Νομός Κυκλάδων σε κλίμακα 1:350.000, σε έναν μοναδικό πλαστικοποιημένο χάρτη που χωράει στο tang Bag. Εκδόσεις ‘’Ελλάδα’’ χάρτης Νο 29 ‘’Κυκλάδες’’, Κολοκοτρώνη 11 Αθήνα 2103222573, 3235241, Βενιζέλου 3, Θεσσαλονίκη 2310223063.

ΒΙΒΛΙΑ:  Δονούσα, Ένα νησάκι των Μικρών Κυκλάδων ταξιδεύει στο χρόνο, της Μαργαρίτας Βρεττού – Σούλη, Αθήνα 1996. Δύσκολο αλλά πάντα υπάρχει πιθανότητα να το βρείτε στο νησί.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax: 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για την ΔΟΝΟΥΣΑ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Κ υ ρ ι ά κ ο ς  Σ ι μ ό π ο υ λ ο ς, Ξενοκρατία Μισελληνισμός και Υποτέλεια, Αθήνα 1990.
  • Φ ω τ ε ι ν ή  Ζ α φ ε ι ρ ο π ο ύ λ ο υ,«Ο Γεωμετρικός Οικισμός της Δονούσας», στο Α. Μιχοπούλου – Α. Μπάκαλου (επιμ.), Διαλέξεις 1986 – 1989, έκδοση ίδρυμα Ν. Π. Γουλανδρή, Αθήνα 1990.
  • Φ ω τ ε ι ν ή  Ν. Ζ α φ ε ι ρ ο π ο ύ λ ο υ, «Οι Κυκλάδες στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου ως την ύστερη Αρχαϊκή εποχή», στο Ν. Χρ. Σ τ α μ π ο λ ί δ η ς – Α. Γ ι α ν ν ι κ ο ύ ρ η (επιμ.), Το Αιγαίο στην πρώιμη εποχή του σιδήρου. Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Ρόδος, 1 – 4 Νοεμβρίου 2002, έκδοση Πανεπιστήμιο Κρήτης – ΥΠΠΟ, Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αιγαιακών Σπουδών, Αθήνα 2004.
  • Υδρογραφική Υπηρεσία του Π.Ν., «Πλοηγός», Νοτιοανατολικές Ακτές, έκδοση Υδρογραφική υπηρεσία του Π.Ν., τ. Β’, Αθήνα 42004.
  • Ό λ γ α   Φ ι λ α ν ι ώ τ ο υ, «Μικρές Κυκλάδες», στο: Α ν δ ρ. Β λ α χ ό π ο υ λ ο ς (επιμ.), Αρχαιολογία. Νησιά του Αιγαίου. εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 2005.
  • Μ α ρ γ α ρ ί τ α   Β ρ ε τ τ ο ύ  – Σ ο ύ λ η, Δονούσα, Ένα νησάκι των Μικρών Κυκλάδων ταξιδεύει στο χρόνο, αυτοέκδοση, Αθήνα 1996.
  • Chr. D o u m a s, Vas. L a m b r I n o u d a k i s, Lina G. M e n d o n i, Eva S i m a n t o n i – Bournia (Scientific Committee), στο Archaeological Atlas of the Aegean, Ministry of the Aegean – University of Athens, Athens 1999.
  • A l d o   L e v i,  G i u s e p p e  F i o r a v a n z o, ΓεγονόταστοΑιγαίομετάτηνανακωχή, μτφ. Ιωάννης Ν. Καστής, εκδότης Δήμος Λέρου, Λέρος 1999.
  • J o s e p h   P i t t o n   d e  T o u r n e f o r t, Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους 1700 – 1702 (τίτλος πρωτότυπου Relation d’un voyage du Levand, Paris 1717), μτφ. & εισ: Μάκης – Μυρτώ Απέργη, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2003.
  • Γ ε ώ ρ γ ι ο ς   Κ. Γ ι α γ κ ά κ η ς, Πληθυσμιακές απεικονίσεις των Ελληνικών Νησιών 1896 – 1940 – 2001,  Αυτοέκδοση, Τήνος 2004.

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Γ ι ώ ρ γ ο ς   Π α π α δ ό π ο υ λ ο ς, «Μικρές Ανατολικές Κυκλάδες», περιοδικό Ταξιδεύω τ.7 Ιούνιος 1991.
  • Ε λ έ ν η   Ο ι κ ο ν ο μ ο π ο ύ λ ο υ, «Μικρές Ανατολικές Κυκλάδες», περιοδικό Cosmosτ.12 Καλοκαίρι 1995.
  • Ν. Α. Κ ε φ α λ λ η ν ι ά δ η ς, «Μαρτυρίες θυμάτων πειρατικών επιδρομών από έγγραφα της εποχής», ένθετο περιοδικό ‘’Επτά ημέρες’’, 12-14 της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή (Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 1997). 
  • Dim. M a n o l a k o s, Gior. P a p a d a k I s, Dim. P a p a n t o n I s, Spir. K y r i t s i s, «A stand-alone photovoltaic power system for remote villages, using pumped water energy storage», περιοδικό Energy  τ. 26, 2001.
  • Κ ώ σ τ α ς   Ζ υ ρ ί ν η ς, «[Η]ΔΟΝΟΥΣΑ» ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό ‘’ΓΕΩ’’, (τ.72) 38-48, της εφημερίδας Αθηνών Ελευθεροτυπία (Σάββατο 25 Αυγούστου 2001).
  • Dim. M a n o l a k o s, Gior. P a p a d a k I s, Dim. P a p a n t o n I s, Spir. K y r i t s i s, «A stand-alone photovoltaic power system for remote villages, using pumped water energy storage», περιοδικό Energy57 – 69, τ. 29, 2004. 

 ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ (6840 λέξεις)

 ΝΑΥΠΛΙΟ 

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Φεβρουάριος 2005

Ιστορικό Λεύκωμα

Θυμάμαι τις πρώτες δειλές επισκέψεις στην πόλη του Ναυπλίου, σχεδόν είκοσι χρόνια πριν, από την κλασική τότε διαδρομή. Κόρινθος – Δερβενάκια – Άργος – Ναύπλιο, με καμία παράκαμψη για σουβλάκια στους Μύλους - επιστρέφοντας. Ο εξοπλισμός και τα μέσα ήταν διαφορετικά, η διαδρομή ήταν δύσκολη με στροφές, στενό, γλιστερό και επικίνδυνο δρόμο. Όμως οι βαθυπράσινες εκτάσεις με τα απέραντα χωράφια εσπεριδοειδών, ήταν σχεδόν δίπλα μας. Ευωδιές μανταρινιών, πορτοκαλιών, λεμονανθών, βερίκοκων, συνόδευαν πάντα αυτό το ταξίδι.

Ο δρόμος μπορεί να άλλαξε, και οι μυρωδιές να απομακρύνθηκαν, όπως αλλάζουν πάντα οι καιροί και μεταλλάσσονται τα αρώματα. Ωστόσο, η ευλογημένη Αργολική γη και το επίνειό της, το Ναύπλιο, η μεν πρώτη και σήμερα προσφέρει τους ολόγλυκους ζουμερούς καρπούς της σε όλη τη Χώρα, το δε Ναύπλιο συνεχίζει να γοητεύει κρατώντας τα σκήπτρα στην πιο συναρπαστική ιστορική περιήγηση με θέμα την Ελλάδα και τους Έλληνες. 

Η Αττική οδός και οι σήραγγες της Κακιάς σκάλας έφεραν το Ναύπλιο ακόμα πιο κοντά στην Αθήνα, το πολύ μιάμιση ώρα (148χλμ). Πλησιάζοντας, το πρώτο που φαίνεται από μακριά, είναι ο σκληρός βραχώδης όγκος του Παλαμηδίου και του ομώνυμου κάστρου που στέκει προστατευτικά πάνω από την πόλη. Μπαίνοντας στο Ναύπλιο αυτό που δίνει ιδιαίτερο τόνο είναι η ζωηράδα και η κίνηση γύρω από το Λιμάνι(1) και το τεράστιο πάρκινγκ του. Αυτό το ήσυχο θαλασσινό καταφύγιο, γνώρισε μαζί με την πόλη μεγάλες μέρες δόξας και ακμής. Στις αρχές του περασμένου αιώνα, το εμπόριο γινόταν δια μέσου του λιμανιού, που είχε την δυνατότητα να εξυπηρετεί πολυάριθμα αλλά και μεγάλης χωρητικότητας πλοία. 

Λιμάνι απλόχωρο στο μυχό του αργολικού κόλπου παρέχει ασφάλεια και κίνηση σε όλη την περιοχή της Αργολικής χώρας. Ακόμα και σήμερα, που οι οδικές μεταφορές έχουν ελαττώσει την σημασία του, εξακολουθεί να συμβάλει βοηθώντας την ανάπτυξη όλης της Αργολίδας. Το Μπούρτζι σε πρώτο πλάνο, εκεί προς το τέλος του λιμανιού προβάλλει σαν γεννημένο απ’ τη θάλασσα, και η πρώτη στάση στην μικρή πλατεία, απέναντι του, αμέσως γυρνά και ‘’ξεκλειδώνει’’ το βιβλίο της ιστορίας. Η αρμονική παρουσία των χρωμάτων φαντάζει σ’ αυτή τη σύγχρονη πόλη σαν ένας τεράστιος πίνακας ζωγραφικής, λες και έχει βγει από τα παραμύθια.

Το Ναύπλιο, δημιουργήθηκε εκεί που η εύφορη Αργολική πεδιάδα συναντά την θάλασσα, στην ανατολική πλευρά του μυχού του αργολικού κόλπου, με το πιο βαθύ γαλάζιο, αρχοντικό χρώμα. Ο μυθολογικός ήρωας Ναύπλιος, γιος του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης, θεωρείται ως ο πρώτος οικιστής της αρχαίας Ναυπλίας και αυτός που την τείχισε με κυκλώπεια τείχη. Στον Λόφο της Ακροναυπλίας έχουν βρεθεί ίχνη της πρώτης ανθρώπινης εγκατάστασης στην περιοχή όπως και λείψανα της πρώτης ακρόπολης, διάφορα αγγεία, χάλκινα όπλα που εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης. Ως το 676 π.Χ, που καταστράφηκε από τους Αργείους, το Ναύπλιο αποτελούσε αυτόνομο κράτος. Από την εισβολή των Αργείων και μετά, η τύχη του συνδέθηκε με το Άργος και έγινε το επίνειό του. Στην Ελληνιστική περίοδο, η Ακροναυπλία απέκτησε οχύρωση, τμήματα της οποίας σώζονται και σήμερα. Στην βυζαντινή εποχή τα τείχη ενισχύθηκαν. 

Ένα χρόνο μετά τον θάνατο του άρχοντα του Ναυπλίου Λέοντα Σγουρού το 1204 οι Φράγκοι με τον Γοδεφρείδο Βιλλαρδουίνο κατέλαβαν αρχικά την Κόρινθο, μετά το Ναύπλιο (1212), και τελικά, ολόκληρη την Πελοπόννησο, ιδρύοντας το Πριγκιπάτο του Μορέως. Οι οχυρώσεις του Ναυπλίου βελτιώθηκαν αλλά οι δολοπλοκίες, οι φυλακίσεις, οι πλεκτάνες αναγκάζουν τους Φράγκους το 1389 να παραδώσουν την  πόλη στους Βενετούς όπου παρέμεινε έως το 1540. Αυτά τα χρόνια μεγάλωσε η πόλη, επεκτάθηκε στην θάλασσα με τεχνητές προσχώσεις, ισχυροποιήθηκαν οι οχυρώσεις αποτελώντας έναν απόρθητο θεωρητικά, σταθμό ανεφοδιασμού, ενώ οι Βενετοί μοίρασαν πολλά προνόμια στους Έλληνες, με αποτέλεσμα η πόλη να γίνει μια από τις πιο όμορφες και πλούσιες της Ανατολής. 

Το 1540 μετά τον τρίτο πόλεμο με τους Τούρκους και μετά από επίπονη τρίχρονη πολιορκία παραδίδουν την πόλη, μεταφέροντας τους κατοίκους σε άλλες βενετικές κτήσεις. Το 1686 όμως, κατά την διάρκεια του έκτου βενετοτουρκικού πολέμου (1684 – 1689), με αρχηγό τον παλαίμαχο αρχιστράτηγο Φραντσέσκο Μοροζίνι, επιστρέφουν πανηγυρικά στο Ναύπλιο αρχίζοντας η περίοδος της δεύτερης Βενετοκρατίας (1686 – 1715). Οι Έλληνες τότε διατήρησαν όλα τους τα προνόμια και το Napoli De Romania (Ναύπλιο) έγινε πρωτεύουσα του Βασιλείου του Μορέως. Την ίδια εποχή κτίζεται και το φρούριο στο Παλαμήδι.

Όσες φορές και αν αγναντεύεις την θέα της πόλης και την θάλασσα από το τρομερό Παλαμήδι πάντα υπάρχει κάτι καινούργιο βρεις. Υπάρχουν δύο τρόποι να φτάσει ο επισκέπτης στο κάστρο. Ο ένας, είναι ο παλιός σχολικός – από τα 857 σκαλιά – (999 τα θέλει η παράδοση) που θέλει υπομονή, αριθμομνήμονα σύντροφο, αντικαπνιστική παιδεία αλλά πολλά είναι. Αν είστε αθλητικός τύπος ή θέλετε να κάνετε προπόνηση ανεβείτε τα, αλλά και πάλι πολλά είναι.          Ο δεύτερος τρόπος, είναι να οδηγήσετε από την 25ης Μαρτίου στον δρόμο για Καραθώνα, (4χλμ) που ανεβαίνει στον λόφο και σύντομα, (2 χλμ) θα σας φέρει εμπρός από την βαριά είσοδο του Παλαμηδίου. Ο Παλαμήδης, ένας από τους τρεις γιους του οικιστή Ναύπλιου, ήταν γιατρός, αστρονόμος και εφευρέτης της εποχής, (συγγενική σχέση με τους Παλαμάονες, του γένους του Ηφαίστου – Παλάμη σημαίνει επιδεξιότητα χεριού, πρακτική γνώση, τέχνασμα). Μεταξύ των ανακαλύψεών του, ήταν τα φωτεινά σήματα (φάροι), ορισμένα γράμματα του αλφάβητου, τα αγαπημένα στους αρχαίους – και τους νέους – Έλληνες, παιχνίδια των πεσσών (ζάρια), της ντάμας και των αστραγάλων. 

Από αυτόν πήρε το όνομα το Βουνό, που πάνω του, οι Βενετοί έκτισαν το αγέρωχο Παλαμήδι, στεφανωμένο με τα τείχη της Ακροναυπλίας, που κατηφορίζουν διακόσια δεκάξι μέτρα ως τη θάλασσα. Θεωρείται το πιο μεγάλο και εντυπωσιακό κάστρο στην Ελλάδα, το τελευταίο αριστούργημα της Βενετσιάνικης Αρχιτεκτονικής. Από εκεί, αγναντεύει κανείς όλον τον κόλπο, την πεδιάδα της Αργολίδας, τα βουνά της Αρκαδίας σε μια μεγαλειώδη θέα. Περνώντας την Πύλη του, ο επισκέπτης αισθάνεται πραγματικό δέος. Οι θεόρατοι προμαχώνες και το ακόμα μεγαλύτερο εξωτερικό τείχος, τα οκτώ ανεξάρτητα μεταξύ τους φρούρια, οι δίοδοι επικοινωνίας, οι αποθήκες για τα τρόφιμα, οι δεξαμενές νερού, οι πολεμίστρες, οι ζεματίστρες. 

Τα πάντα έχουν προβλεφθεί σε έναν ιδιοφυή σχεδιασμό του Δαλματού Giaxich και του Φράγκου μηχανικού La Salle, κατόπιν διοικητή και μετέπειτα προδότη, (αποκάλυψε στους Τούρκους τα σχέδια αφήνοντας το, στα χέρια τους, μαζί με τους υπερασπιστές). Η οχύρωση ολοκληρώθηκε από τον Βενετό Αρχιστράτηγο και γενικό προβλεπτή του στόλου Αυγουστίνο Σαγρέδο (Sagredo), και όλα αυτά σε μόλις τρία χρόνια (1711 – 1714). Από το γκισέ της εισόδου, είναι χρήσιμο να προμηθευτείτε τον οδηγό του σημαντικού αρχαιολογικού χώρου, είναι βέβαιο ότι θα σας βοηθήσει. Ο πρώτος προμαχώνας που βλέπει ο επισκέπτης (δεξιά) είναι αυτός του Μιλτιάδη, ο μεγαλύτερος και ανεξάρτητος από τους υπόλοιπους επτά. Σας προτείνουμε να μην πάτε ευθεία όπως δείχνουν οι πινακίδες ‘’προς φυλακή Κολοκοτρώνη’’ αλλά αριστερά στο στενότερο καλντερίμι. 

Με αυτή την κατεύθυνση θα μπείτε απ’ το πλάι στον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, θα ανεβοκατεβείτε τις πέτρινες σκάλες, τις διόδους επικοινωνίας και θα φτάσετε στο εσωτερικό του, με τις τεράστιες αποθήκες και το εκκλησάκι του Αγίου Ανδρέα. Να δείτε την κανονική είσοδο, (από την μεριά που είναι τα σκαλιά) με το εντοιχισμένο οικόσημοτης Βενετίας, το φτερωτό λιοντάρι του προστάτη της Αγίου Μάρκου, και μετά ακολουθήστε τις πινακίδες προς το προμαχώνα του Μιλτιάδη και τα υγρά κελιά του, που φυλακίστηκε το 1834 και για 11 μήνες, (πέντε μήνες πριν την δίκη του και έξι μήνες μετά), στα χρόνια των δολοπλοκιών της Αντιβασιλείας, ο Κολοκοτρώνης. 

Κάστρα, προμαχώνες, πυργίσκοι, πολεμίστρες, λιθόστρωτα καλντερίμια, σύμβολα εξουσίας - δύναμης αλλά και καταπίεσης – αντίστασης. Πότε όμως άρχισε το Ανάπλι, (Αναμπουλού το έλεγαν οι Τούρκοι), και οι κάτοικοί του να ζουν χωρίς τον φόβο της σφαγής και της καταπίεσης από τους λογής – λογής άρχοντες. Κατά την διάρκεια του τελευταίου (7ου) βενετοτουρκικού πολέμου ολόκληρος ο Μοριάς, (το Ναύπλιο ‘’έπεσε’’ με προδοσία το 1715) περνά για ακόμη μια φορά στην τουρκική κατοχή και πλέον η Τριπολιτσά, (Τρίπολη) γίνεται η πρωτεύουσα του Μοριά. Η δεύτερη τουρκοκρατία έληξε οριστικά το 1822, όταν ύστερα από σκληρή και μακρά πολιορκία απελευθερώνεται η πόλη, καταλαμβάνονται τα κάστρα του Ναυπλίου και του Παλαμηδίου, με πρώτο τον Δ. Μοσχονησιώτη που ‘’πήρε’’ τον προμαχώνα του Αχιλλέα, και στην συνέχεια, τον Στάικο Σταϊκόπουλο που‘’πήρε’’ τον αντίστοιχο του Αγίου Ανδρέα. Η κατάληψη συνέπεσε με την εορτή του Αγίου Ανδρέα 29 – 30 Νοεμβρίου και από τότε, κάθε χρόνο την ημέρα αυτή, εορτάζεται η επέτειος της απελευθερώσεωςμε επίσημη δοξολογία.

Έξι χρόνια αργότερα, στις 7/20 Ιανουαρίου 1828, αποβιβάζεται από το αγγλικό Δίκροτο ‘’Ουάρσπιτ’’ στο Ναύπλιο, ο άνθρωπος του πνεύματος, ο πατριώτης και ιδεολόγος κόμης Ιωάννης Καποδίστριας (1776 Κέρκυρα – 1831 Ναύπλιο). Γόνος παλιάς κερκυραϊκής οικογένειας (Capo d’ Istria με καταγωγή από την Δαλματία – εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα τον 14ο αι.), με σπουδές ιατρικής στην Ιταλία (Πάντοβα 1794), αναδείχθηκε στα ύπατα αξιώματα του τσαρικού υπουργείου των εξωτερικών (1814 – 1822) και πλέον, είναι ο πρώτος κυβερνήτης, ο πρώτος πολιτικός του νέου Ελληνικού κράτους, εκλεγμένος με το ψήφισμα ΣΤ’ της Γ’ εθνικής συνέλευσης της Τροιζήνας στις 2 Απριλίου 1827 με πρόεδρο τον Γεώργιο Σισίνη. 

Το 1827 – 8, το πολύπαθο Ναύπλιο ήταν ένα βρώμικο χωριό με στενά σοκάκια, ερειπωμένες παράγκες, πλινθόκτιστα σπίτια και δυσώδεις βάλτους. Όταν ήρθε ο Καποδίστριας ήταν τόση η φτώχεια, που δεν επέτρεψε να κατεβάσουν από το καράβι τα έπιπλά του. Έδωσε εντολή να τα πάνε στην Αίγινα(2), για να μην προκαλέσει με την πολυτέλεια, δεν υπήρχε άλλωστε ούτε το κατάλληλο κτήριο για να στεγαστούν. Εκεί, είχε προγραμματιστεί συνάντηση με τη Βουλή των αντιπροσώπων του έθνους. Στις 11/24 Ιανουαρίου 1828 ο Καποδίστριας έφτασε στην Αίγινα με το ‘’Ουάρσπιτ’’ συνοδευόμενος από το γαλλικό ‘’Ήρα’’ και το ρωσικό ‘’Ελένη’’, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό στην παραλία της ‘’Περιβόλας’’. Στις 26 του μηνός ορκίστηκε στον μητροπολιτικό ναό της, ως πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας και η Αίγινα έγινε η πρώτη πρωτεύουσα(3), του νεοσύστατου κράτους. 

Με εξαίρεση τα έργα στην Αίγινα, το πρώτο μέλημα του κυβερνήτη για το Ναύπλιο (1828) θεωρείται το πολεοδομικό σχέδιο της πόλης, που ανετέθη στον Κερκυραίο Σταμάτη Βούλγαρη, μηχανικό του γαλλικού στρατού, που υλοποίησαν οι αρχιτέκτονες, Θεόδωρος Βαλιάνος και Δημήτριος Σταυρίδης. Η πόλη αρχίζει να μεταμορφώνεται και στις 3 Οκτωβρίου του 1829 ανακηρύσσεται πρωτεύουσα της Ελλάδος παραμένοντας ως το 1834. Η έντονη διπλωματική δραστηριότητα που ανέπτυξε ο Καποδίστριας, έφερε γρήγορα καρπούς με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (22 Ιανουαρίου / 3 Φεβρουαρίου 1830 ‘’περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος’’ Αγγλία – Γαλλία – Ρωσία οι πληρεξούσιοι), και την επίσημη αναγνώριση του Ελληνικού Κράτους, που περιλαμβάνει πλέον εκτός της Πελοποννήσου, την Στερεά, τις Κυκλάδες και την Εύβοια. 

Τα σύνορα προβλέπονται στη γραμμή Αχελώου – Σπερχειού αφήνοντας έξω από τον εθνικό κορμό μεγάλο τμήμα της Στερεάς Ελλάδας, ιδιαίτερα της δυτικής, Ακαρνανία – Αιτωλία – Άγραφα, (για μεταβολές βλ. το άρθρο Ευρυτανία 2). Θέτει σε κυκλοφορία τα πρώτα νομίσματα(4), τους περίφημους φοίνικες, το πρώτο επίσημο ελληνικό ‘’χρήμα’’. Στο τελείωμα του 1830 στην Ελλάδα των 600.000 κατοίκων λειτουργούν 84 σχολεία με 7327 μαθητές και το καποδιστριακό ορφανοτροφείο Αίγινας με 1500 παιδιά. Στην διάρκεια των τρεισήμισι χρόνων που κυβέρνησε λειτούργησαν συνολικά 121 σχολεία και γεωργικές σχολές, όμως ο πρώτος μεγάλος σταθμός στην ιστορία των σχολικών κτηρίων και της εκπαίδευσης γενικότερα, αποτέλεσε η σύνταξη ‘’Οδηγού’’, που από τα μέσα του 1830 είναι υποχρεωτικός τόσο για το που θα εγκατασταθούν σχολεία, πως θα χτιστούν και τι κτήρια θα περιλαμβάνουν, όσο και για την ίδια τη διδασκαλία, (αλληλοδιδακτική μέθοδος τότε).

Στις μέρες του λειτούργησαν νοσοκομεία, η πρώτη ταχυδρομική υπηρεσία, η σχολή Ευελπίδων Ναυπλίου, και το περίφημο οπλοστάσιο, τα μηχανήματα του οποίου είχαν έρθει από τη Γαλλία. Σε αυτό επισκευάζονταν και συναρμολογούντο τα όπλα του στρατού. Εδώ κατατάχθηκαν τα δύο παιδιά της ξεχασμένης ηρωίδας της επανάστασης Σταυριάνας Σάββαινας από το Παρόρι Σπάρτης, που πέρασε τα τελευταία της χρόνια σε ένα φτωχικό δωματιάκι στο Ναύπλιο(5). Η μάστιγα της πειρατείας, που τότε είχε κορυφωθεί, τον βρίσκει σφοδρό πολέμιο. Την καταπολεμά σε συνεργασία με  επιφανείς ναυτικούς, επικεφαλής των οποίων ορίζει τον Ανδρέα Μιαούλη (με ενέργειες του οποίου θα αποστατήσουν αργότερα η Ύδρα και η Σύρος), όμως οι δυσκολίες παραμένουν πολλές, τα συμφέροντα των μεγαλοεφοπλιστών στα νησιά τεράστια. Η λυσσαλέα αντιπολίτευση κατά του Καποδίστρια που θα αναπτυχθεί τα επόμενα χρόνια, με την εμπλοκή Υδραίων και Μανιατών, έχει σαν αποτέλεσμα την ακύρωση πολλών από τα επιτεύγματα του μεθοδικού Κυβερνήτη. 

Χωρίς να παραγνωρίζεται η σπουδαιότητα και η δυσκολία του έργου του, που αποτελεί την πρώτη σοβαρή απόπειρα οργάνωσης του κράτους, δεν είναι δυνατόν, ομοίως, να αγνοηθούν και τα δικτατορικά μέτρα με τα οποία θέλησε ή αναγκάστηκε να επιβάλει το πρόγραμμά του. Το αστυνομικό κράτος, τα μέτρα κατά της ελευθεροτυπίας, σχολιάζονται με δυσμένεια από την εφημερίδα ‘’Απόλλων’’, όργανο των Συνταγματικών της Ύδρας, και σφοδρών πολεμίων του. Οι αναφορές των Ερμουπολιτών, των κατοίκων της Μυκόνου, Πάρου, Άνδρου, Νάξου, Σέριφου, Τζιάς, Σπετσών, Πόρου ακόμα και της Κρήτης εναντίον του πολλαπλασιάζονται, ενώ οι μεγαλέμποροι της Σύρου διαθέτουν μεγάλα ποσά για την αντικαποδιστριακή προπαγάνδα. Ο ‘’Ρώσος ανθύπατος’’, όπως τον χαρακτήριζαν, μπαίνει στο στόχαστρο. 

Μετά από λίγους μήνες, στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, ο θεμελιωτής της ανεξαρτησίας της Ελλάδος Ιωάννης Καποδίστριας κατηφορίζει με τον μονόχειρα, πιστό σωματοφύλακά του Κοζώνη προς την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, αφιερωμένη στον συμπατριώτη του Κερκυραίο Άγιο, για την πρωινή λειτουργία. Στο σκαλί της εισόδου τον περίμεναν οι φονιάδες.  Οι επίορκοι αστυνομικοί, εντεταλμένοι για την παρακολούθηση ύποπτων αντικαποδιστριακών, Γ. Καραγιάννης και Α. Γιώργης, και οι Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάλης της γνωστής Μανιάτικης οικογενείας. Η σφαίρα του Κ. Μαυρομιχάλη τον σκοτώνει ενώ η σφαίρα του Γιάννη Καραγιάννη που αστόχησε φαίνεται και σήμερα, (το ίχνος της) στην είσοδο της εκκλησίας προστατευμένη με μια μπρούτζινη κορνίζα και κρύσταλλο.

Μετά τον φόνο δημιουργείται χάος, διακόπτονται δεκάδες ζητήματα που όδευαν προς λύση, η ανοδική πορεία του κράτους ανακόπτεται και αντικαθιστάται απο μια περίοδο αποσταθεροποίησης. Στις 25 Ιανουαρίου του 1833 οι Έλληνες, πάλι με ενθουσιασμό, υποδέχονται τον ανήλικο Όθωνα (Ότο Βίττελσμπαχ), δευτερότοκο γιο του Λουδοβίκου της Βαυαρίας, ως κληρονομικό βασιλιά της Χώρας, σε ηλικία 17 ετών. Τιμώμενος, αποβιβάζεται από την Αγγλική Φρεγάτα ‘’Μαγαδασκάρη’’ μαζί με τρεισήμισι χιλιάδες Βαυαρούς στρατιώτες Οι αλλαγές αρχίζουν. Από τα πρώτα βασιλικά διατάγματα που υπέγραψε, ήταν αυτό της 8ης Φεβρουαρίου 1833 που το ελληνικό κράτος έκανε επίσημο νόμισμα την δραχμή, (η οποία έμελλε να το συνοδεύει 169 χρόνια), καταργώντας τους φοίνικες του Καποδίστρια. Ακολούθησαν και άλλα, τα οποία δεν ήταν ανώδυνα για τους Έλληνες.

Μια μεγάλη βόλτα, περπατώντας, θα σας ξεδιπλώσει την αναλλοίωτη γοητεία της πόλης των δεκαεπτά χιλιάδων κατοίκων σε κάθε σας βήμα. Εκτός από τους ‘’αυστηρούς’’ μουσειακούς χώρους, που αναμφίβολα θα επισκεφθείτε, υπάρχει και ένας πανέξυπνα φτιαγμένος, μ’ αυτό το ιδιαίτερο, δημιουργικό μεράκι, που απευθύνεται στα απανταχού ‘’παιδιά’’. Αν έρθετε με πιτσιρίκια μην το χάσετε. Στο ολάνθιστο περιβάλλον του παλιού σιδηροδρομικού σταθμού έχει δημιουργηθεί ένα πρωτότυπο ‘’Μουσείο Παιδικής Ηλικίας’’(ξεχωρίζουν απ’ έξω τα χρωματιστά ‘’βαγόνια’’), από το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα ‘’Β. Παπαντωνίου’’. Από αυτόν τον χώρο έχουν περάσει χιλιάδες παιδιά παίρνοντας μέρος στα εκπαιδευτικά προγράμματα, (διοργανώνονται κάθε χρόνο), που εφαρμόζει η μουσειοπαιδαγωγός Πόπη - Ζάχου Καλκούνου. 

Ο Ο.Σ.Ε. παραχώρησε πρόσφατα δύο βαγόνια που σχεδιάζεται να μετατραπούν σε εκθεσιακό χώρο φιλοξενώντας την Ιστορία του Σιδηροδρόμου. Ο χώρος είναι ανοιχτός καθημερινά το πρωί, (10:00 – 13:00) και (17:00 – 20:00) το απόγευμα. Απέναντι από τον σιδηροδρομικό σταθμό, είναι το σπίτι του ποιητή, Νίκου Καρούζου (1926 Ναύπλιο – 1990 Αθήνα), και η προτομή του. Δυστυχώς, από αμέλεια ξέσπασε πυρκαγιά η οποία εκτός από τις ζημιές στο κτήριο, προξένησε και την απώλεια αντικειμένων του μεγάλου μας, πολυβραβευμένου ποιητή, (ανάλυση και βιβλιογραφία δες: http://book.culture.gr/logotexnes/result.html).

Ο κεντρικός δρόμος, η Βασιλέως Κωνσταντίνου ο ‘’Μεγάλος δρόμος’’ των ντόπιων, έργο του Καποδίστρια, καταλήγει στην πλατεία Συντάγματος. Αν την βαδίσετε από την αρχή, θα δείτε ένα πολύ ενδιαφέρον κομμάτι του σιδηροδρομικού σταθμού και το τραίνο. Τα εγκαίνια της γραμμής έγιναν στις 25 Μαρτίου 1886 και το τραίνο παρέμεινε σε λειτουργία μέχρι το 1963. Σήμερα μπορείτε να το δείτε σαν περιποιημένο, καλογυαλισμένο έκθεμα. Υπάρχει, πάντα, χώρος για παρκάρισμα ενώ δίπλα, βρίσκεται το θαυμάσια ανακαινισμένο νεοκλασικό κτήριο του σταθμού, που διαμορφωμένο σε αναψυκτήριο, μέσα σε ένα καταπράσινο και λουλουδιασμένο περιβάλλον, αποτελεί την ωραιότερη πρωινή εναλλακτική λύση από τα καφενεία της παραλίας. 

Ο ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη έφιππου να κοιτά το Παλαμήδι – έργο του γλύπτη Λάζαρου Σώχου δίπλα, και λίγα λεπτά πιο κάτω ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια έργο του γλύπτη Μιχάλη Τόμπρου. Πρόσφατα, (8 Μαΐου 2004) ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος εγκαινίασε ένα κόσμημα για το Ναύπλιο, το παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης, μια ευεργεσία του κοινωφελούς ιδρύματος ‘’Αλέξανδρος Ωνάσης’’. Το ολοκαίνουργιο μουσείο στεγάζεται σε ανακαινισμένο νεοκλασικό αρχοντικό στην οδό Σιδηράς Μεραρχίας 23, κοντά στο πάρκο του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Εκθέτει μόνιμα, έργα Ελλήνων και Ξένων ζωγράφων, από τον αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, με τις υπογραφές των Βρυζάκη, Γύζη, Βολανάκη, Λύτρα, Αλταμούρα, που στο σύνολό τους συνθέτουν ένα ειρηνικό προσκλητήριο μνήμης για το μεγαλείο του αγώνα του 1821. 

Πραγματικά, καμία άλλη πόλη δεν θα μπορούσε να προσφέρει ιδανικότερο πλαίσιο για την ίδρυση ενός μουσείου για τον Αγώνα του 1821. Το καινούργιο απόκτημα του Ναυπλίου οργανώνει, εκτός της μόνιμης και περιοδικές εκθέσεις. Απέναντι από τον ανδριάντα του Καποδίστρια είναι μεγάλη η πλατεία Τριών Ναυάρχων (πρώην Ηρώων) εκεί που ήταν το πρώτο φαρμακείο τ’ Αναπλιού, του Βονιφατίου Βοναφίν. Ο πρώτος φαρμακοποιός της Ελλάδας γεννήθηκε στην Τεργέστη και ήρθε στην Ύδρα 26 χρονών. Παντρεύτηκε εκεί και άνοιξε το πρώτο του φαρμακείο, που αποτελούσε το πρώτο της Ελλάδας. Δύο χρόνια αργότερα, γνωρίζεται με τον κυβερνήτη Καποδίστρια ο οποίος εντυπωσιάζεται από τις γνώσεις του. Η συνέχεια έρχεται με την μόνιμη εγκατάστασή του στο Ναύπλιο όπου το καλοκαίρι του 1928, το φαρμακείο ‘’ο Σωτήρ’’ αρχίζει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον υγειονομικό τομέα. 

Το πιο δύσκολο έργο στην καριέρα του ήταν η ταρίχευση του Καποδίστρια μέσα σε λίγες ώρες, την αποφράδα 27η Σεπτεμβρίου 1831. Τα σπλάχνα του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας τοποθετήθηκαν ευλαβικά, στο ιερό του Αγίου Σπυρίδωνα, για πολλά χρόνια. Το όμορφο τριώροφο κτήριο, δίπλα ακριβώς, είναι το πρώτο ελληνικό Γυμνάσιο που ίδρυσε ο Όθωνας, (το σημερινό Δημαρχείο) το 1834. Εκεί, κοντά στην οδό Αμαλίας, βρίσκεται η πρώτη σχολή Ευελπίδων, έργο κι’ αυτό, του Ιωάννη Καποδίστρια.

Στην Σοφρώνη και Βασιλέως Αλεξάνδρου στεγάζεται το Μουσείο του Λαογραφικού ιδρύματος Βασ. Παπαντωνίου που λειτουργεί από το 1974. Θεωρείται από τα πιο σημαντικά στην Ελλάδα με εννέα χιλιάδες εκθέματα, μεγάλη συλλογή παραδοσιακών φορεσιών, χρηστικά αντικείμενα απ’ όλη την Πελοπόννησο. Ο Μεγάλος Δρόμος θα σας ‘’βγάλει’’ στην πλατεία Συντάγματος, (πλατεία Πλατάνου κατά τον αγώνα του ’21 από τον πελώριο πλάτανο που υπήρχε εκεί), κέντρο της σύγχρονης πόλης, γεμάτο παιδιά με ποδήλατα κατά το απογευματάκι. Στην πλατεία δύο κτήρια θυμίζουν την τουρκική κατοχή και τα πρώτα χρόνια της Ελεύθερης Ελλάδας. 

Το πρώτο, είναι το Μεγάλο Τζαμί που στέγασε την Πρώτη Βουλή της Ελεύθερης Ελλάδας, μετά έγινε χώρος δημοσίων θεαμάτων και αργότερα φυλακή. Μέσα στο ‘’βουλευτικό’’ καταδικάστηκε ο Κολοκοτρώνης, για να μεταφερθεί στη συνέχεια αλυσοδεμένος στην Ακροναυπλία και το Παλαμήδι όπου φυλακίστηκε στον προμαχώνα του Μιλτιάδη. Στις μέρες μας φιλοξενεί το ωδείο και διάφορες εκθέσεις. Το δεύτερο, είναι το Μικρό Τζαμί που παλιότερα λειτουργούσε το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων και στις μέρες μας φιλοξενεί κινηματογράφο και πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Απέναντι, στο τέλος της πλατείας είναι το μνημειώδες τριώροφο κτήριο του Βενετσιάνικου Στόλου που χρησίμευε σαν αποθήκη οπλισμού. Το βαρύ πέτρινο κτήριο με τις καμάρες είναι το ιταλικό κομμάτι της πλατείας κτισμένο το 1713 από τον Αυγουστίνο Σαγρέδο την ίδια περίοδο που ολοκληρωνόταν η οχύρωση του Παλαμηδίου. Από το 1930 στεγάζει το Αρχαιολογικό Μουσείο που εκθέτει θησαυρούς από το Ναύπλιο και τα προϊστορικά κέντρα της περιοχής την αρχαία Τίρυνθα και τις Μυκήνες. Σε μια πλατεία συνυπάρχουν αιώνες ιστορίας, ρυθμών, και τελικά ένα μεγαλειώδες αίσθημα αρμονίας. Άξιο μνείας είναι ότι παρά τα τόσα μνημεία, (εκκλησίες, Ακροναυπλία, Μπούρτζι, Παλαμήδι, παλιά πόλη κ.α) γεγονός παραμένει ότι το Ναύπλιο στερείται, (παρά τις υπομνήσεις) Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων στην αρμοδιότητα και τον έλεγχο της οποίας ανήκουν όλα αυτά. Για την παραμικρή εργασία, ακόμα και επισκευή οικίας, απαιτείται η έγκριση της 5ης Ε.Β.Α. που όμως έχει έδρα …τη Σπάρτη! 

Στη συνέχεια είναι η οδός Σταϊκοπούλου, ανακαινισμένη με ωραία πλακόστρωση από πλακάκια πέτρας, σαν ψηφιδωτό. Εδώ βρίσκεται και ευτυχώς αναστηλώθηκε, το σπίτι της φλογερής πατριώτισσας Μαντώς Μαυρογένους, που μετά την εκστρατεία και πολιορκία της Καρύστου (1823), της απονεμήθηκε, μοναδικό προς γυναίκα κατά τη διάρκεια της επανάστασης, το αξίωμα του επιτίμου αντιστράτηγου και της παραχωρήθηκε αυτό το κεντρικό σπίτι για να εγκατασταθεί. Σήμερα λειτουργεί εδώ η δημόσια βιβλιοθήκη ‘’Παλαμήδης’’ και το ιστορικό, λογοτεχνικό και φωτογραφικό αρχείο.  Όταν έγινε στο Ναύπλιο ο μεγάλος έρανος(6), (μετά την ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου – 10 Απριλίου 1826), η Μαντώ Μαυρογένους ήταν από τους πρώτους που κατέθεσε στην επιτροπή εράνου χρήματα και τα πολύτιμα κοσμήματά της, με αποτέλεσμα στην μετέπειτα ζωή της, να μην ήθελαν να την δουν ούτε η μητέρα της, ούτε η αδελφή της. Από εδώ, στις 12 Αυγούστου 1824, έστειλε τις περίφημες επιστολές προς τις Παρισινές και Αγγλίδες κυρίες παρακινούμενη από το πνεύμα φιλελληνισμού που εκδηλώθηκε στην Ευρώπη και την Αμερική. Στο Ναύπλιο αναπτύχθηκε ζωηρό αίσθημα με τον Δημήτριο Υψηλάντη, που κατέληξε σε βίαια αρπαγή, υποχρεωτική μετάβαση στη Μύκονο, και εν’ τέλει απογοήτευση.

Η οδός Σταϊκοπούλου στο τελείωμά της, περνάει την Πύλη της Θάλασσας (Porta Marina) και σταματάει στην πλατεία ‘’Πέντε Αδέλφια’’ όπου το κανονιοστάσιο, η ντάπια, με τα πέντε βενετσιάνικα κανόνια στραμμένα προς την θάλασσα. Η ύπαρξη πάρκινγκ διευκολύνει τον περιηγητή που μπορεί και από εδώ να ξεκινήσει την γνωριμία με την ΑκροναυπλίαΔίπλα σας περίπου, βρίσκεται η ‘’Αμυμώνη’’, η βενετσιάνικη έπαυλη του φαρμακοποιού και πολυβραβευμένου για το συγγραφικό του έργο, Θοδωρή Κωστούρου με τον φοίνικα, που λένε ότι, ενάμιση αιώνα πριν τον φύτεψε εκεί ο ίδιος ο Καποδίστριας. Μάλιστα, τα παλιά χρόνια υπήρχε και μια αφήγηση, πιθανά ‘’ποιητική αδεία’’ του Θ. Κωστούρου που έλεγε τον εξής θρύλο για τον φοίνικα. Μετά την δολοφονία του Κυβερνήτη από τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη ο κόσμος κυνήγησε τον δολοφόνο φωνάζοντας ‘’θάνατος στον δολοφόνο του κυβερνήτη – θάνατος’’, ……αυτός, τρομαγμένος έτρεχε στα στενά σοκάκια της πόλης, ….. το δέντρο τότε, ταράχτηκε σύγκορμο …… ‘’ώστε τούτος ο αγγελόμορφος δαίμονας είχε σκοτώσει τον πατέρα μιας φυλής’’ εκείνος όμως, με το μάτι σκοτεινό τρέχοντας πάντα αναμαλλιασμένος έφτασε κοντά στον φοίνικα και κοντοστάθηκε να πάρει ανάσα….το χέρι του….το ματωμένο του χέρι,  άγγιξε το κορμί του δέντρου και κείνο ρίγησε σύγκορμο από την φρίκη και τον τρόμο. Μια στιγμή κράτησε τούτο….όμως το αίμα του κυβερνήτη από την παλάμη του φονιά αλείφτηκε πάνω στο κορμί του φοίνικα. Χρόνια ολόκληρα από τότε … λένε, φαινόταν πάνω στο κορμί του δέντρου η ανόσια παλάμη του δολοφόνου.

Υπάρχουν δύο τρόποι για ανέβει κανείς στους προμαχώνες της Ακροναυπλίας. Ο πρώτος, ο εύκολος, είναι οδηγώντας και ακολουθώντας τις πινακίδες ‘’Ακροναυπλία’’ που υπάρχουν δίπλα από την νεοαναστηλωμένη ‘’Πύλη της Ξηράς’’ στο πάρκο – πλατεία Σταϊκοπούλου, (δίπλα από το δικαστικό μέγαρο). Ο δεύτερος και καλύτερος είναι να παρκάρετε στην προαναφερόμενη πλατεία των ‘’Πέντε Αδελφών’’ να δείτε την έπαυλη Κωστούρου, τον φοίνικα και στην συνέχεια να περπατήσετε δίπλα από τους ευκαλύπτους έως την ‘’Πλατεία Ψαρομαχαλά’’ λίγο πιο πάνω. Υπάρχει και εκεί παρκινγκ. Από εκεί χαθείτε για λίγο στα ανηφορικά στενορύμια της συνοικίας, τυλιχθείτε με τα χρώματα της ώχρας και τις μυρωδιές από βασιλικούς, γεράνια και αρμπαρόριζα. Τα καλντερίμια οδηγούν σε πανέμορφες λουλουδιασμένες αυλές ψαράδων, σε παλιά σπίτια με λουλακί παραθυρόφυλλα και λαδομπογιές. Άλλος κόσμος. 

Επιστρέφοντας στην πλατεία, δοκιμάστε έναν διαφορετικό τρόπο για να ανέβετε ψηλά στον βράχο της Ακροναυπλίας. Μπείτε στην μεγάλη σήραγγα που ξεκινά από εκεί, χώνεται στα σωθικά του βράχου για καμία εκατονπενηνταριά μέτρα, και συναντά……το ασανσέρ που τάχιστα θα σας βγάλει σχεδόν μέσα στο Nafplia Palace που είναι κτισμένο σε μεγάλο πλάτωμα του φρουρίου. Από εκεί, σε μια ματιά χωράει όλος ο Αργολικός κόλπος. Από το πάρκινγκ του σύγχρονου ξενοδοχείου η καλύτερη εκδοχή είναι η πεζοπορία προς την περιοχή του παλιού ‘’Ρωμέικου Κάστρου’’ που φτάνετε σύντομα (5’) στον κεντρικό δρόμο και το διάσημο Ρολόι του Ναυπλίου. Ακριβώς μπροστά στα πόδια σας τώρα, στριμώχνονται στους στενούς δρόμους και τις δρομόσκαλες το ένα δίπλα στο άλλο, τα σπίτια της μικρής παλιάς πόλης, με σκεπές από κεραμίδια, τα περισσότερα χωρίς αυλές, άλλα με μικρές και λουλουδιασμένες, όλα όμως σαν μια υπέροχη φωτογραφία.

Πραγματικά αυτό το σημείο είναι το ωραιότερο μπαλκόνι στο Ναύπλιο με την ομορφότερη θέα της πόλης και όλου του Αργολικού κόλπου. Δεν είναι τυχαίο που αναφέρετε σαν περιοχή ιδιαίτερου φυσικού κάλλους της χώρας μας στην έρευνα του πολυτεχνείου (Ε.Μ.Π. 1999). Περπατώντας πιο κάτω φτάνετε στο ‘’Φράγκικο Κάστρο’’ που χωρίζεται από το Ελληνικό (Ρωμέικο) με ένα ενδιάμεσο τείχος και έναν πύργο που βρισκόταν εδώ για να ελέγχει την νότια πόλη και την προσπέλαση στο Ρωμέικο Κάστρο. Πανέμορφα στην όψη τα κάστρα της Ακροναυπλίας, μελετημένα και προσεγμένα στην κάθε τους λεπτομέρεια γι’ αυτό γίνεται εύκολα πιστευτό ότι τα παλιά χρόνια η Ακροναυπλία συγκοινωνούσε με το απέναντι υψωμένο φρούριο του Παλαμηδίου με μυστικό πέρασμα. Δεν μπορεί, με τέτοια εξελιγμένη οχυρωματική τέχνη αυτό φαντάζει και σήμερα πιθανό.

Η διαδρομή πια αρχίζει να κατηφορίζει και στα αριστερά σας (δεξιά αν ανεβείτε με όχημα) βρίσκεται το Kάστρο των Τόρων (Castello di Toro) ενώ από κάτω είναι η γνωστή παραλία ‘’της Αρβανιτιάς’’ που με την εύκολη πρόσβαση τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού γεμίζει γρήγορα κόσμο που ζητάει λίγη δροσιά. Απέναντι διακρίνεται από το πιο όμορφο σημείο ο προμαχώνας Ρομπέρ και τα απόκρημνα βράχια του Παλαμηδίου. Εκεί σε αυτά τα βράχια και κατόπιν στην θάλασσα έριξαν τους Αρβανίτες οι Τούρκοι (από εκεί και η ονομασία). Η εκκαθάριση  των Αρβανιτών του Ναυπλίου από τον Χασάν Πασά έγινε με τουρκική μέθοδο. Αφού τους ανέβασαν με ξύλινη γέφυρα στον προμαχώνα του Θεμιστοκλή τους έριξαν όλους μαζί από ψηλά, στα βράχια και τη θάλασσα. Ο λόγος ήταν ότι οι ντόπιοι περνούσαν τα πάνδεινα από τους καινούργιους επισκέπτες αφού εν’ το μεταξύ είχαν γίνει μεγάλες πληθυσμιακές μετακινήσεις - ήταν λίγα χρόνια μετά την κατάληψη του κάστρου - και οι ληστείες, οι φόνοι, και οι κάθε είδους αγριότητες τους εξώθησαν να ζητήσουν την συνδρομή του Σουλτάνου. Άλλη άποψη αναφέρει ότι έτσι τους ‘’πλήρωσαν’’ οι ομόθρησκοί τους Τούρκοι για την βοήθεια που τους πρόσφεραν εναντίων των Ελλήνων που είχαν ξεσηκωθεί στα Ορλωφικά.

Σταθμός απαραίτητος στην Ακροναυπλία, είναι το εκκλησάκι της Παναγίτσας Κατακρυμμένης πίσω από το Nafplia Palace, εκεί, που η χερσόνησος πλησιάζει την Θάλασσα. ‘’Εκεί κάτω από τις φυλακές, υπάρχει μια μικρή εκκλησία με κάτασπρους τοίχους ‘’που με συγκίνησε όσο λίγα πράγματα στην ζωή μου’’ δήλωνε το 1955 ο Ζεράρ Φιλίπ, όταν επισκέφθηκε το εκκλησάκι. Πράγματι, εδώ που περπατάμε και θαυμάζουμε την θέα υπήρχαν οι σκληρές φυλακές της Ακροναυπλίας που στα χρόνια πριν και μετά τον Β’ Π.Π. φυλακίζονταν οι πατριώτες(7) αγωνιστές του ΕΑΜ και άλλοι. Πάνω στον δρόμο, υπάρχει αναμνηστική στήλη, όμως η μνήμη όλων ψάχνοντας ….δεν μπορεί, θα βρει στο τέλος,  κάποιο παλιό δημοτικό τραγούδι που αναφέρετε στου Παλαμηδιού τις φυλακές, ή το γνωστό σε όλους ζεϊμπέκικο του Μάρκου Βαμβακάρη, ‘’αντιλαλούν οι φυλακές’’, τ’ Ανάπλι και Γεντικουλές. Δεν μπορεί…τα σκληρά κάστρα θέλησαν να μιλήσουν, και το τραγούδι του Μάρκου έρχεται αυθόρμητα στα χείλη έτσι…..σαν μνημόσυνο…για τους φυλακισμένους που έφτασαν μέχρις εδώ.  Δίπλα από το εκκλησάκι της Παναγίας (αριστερά) έχουν ανοιχτεί δεκαπέντε αναρριχητικές εκπαιδευτικές διαδρομές για τους απανταχού λάτρεις της αναρρίχησης. Στη βάση των πεδίων υπάρχει γραμμένο το όνομά τους και ο βαθμός δυσκολίας.

Ο παραλιακός δρόμος θα σας φέρει σίγουρα στο τεράστιο πάρκινγκ, (Μιαούλη 2) και την καφετέρια Napoli di Romania για καφέ, όση ώρα θα περιμένετε τα μικρά καϊκάκια που κάνουν εκδρομές, να σας περάσουν απέναντι στο Μπούρτζι. Το επιθαλάσσιο οκταγωνικό κάστρο – πύργος με περίβολο εκατόν πενήντα μέτρων, χτίστηκε απο τους βενετούς αρχιτέκτονες Γκαμπέλο - Μπρανκαλεόνε γύρω στα 1471 και αναπαύεται στη μέση του λιμανιού πάνω στο αλλοτινό μικρό ξερονήσι. Αρχικά η ιστορική νησίδα ονομαζόταν ‘’των Αγίων Θεοδώρων’’ λόγω της ύπαρξης μικρής εκκλησίας, μετά την οχύρωσή της μετονομάστηκε σε Scoglio di S. Theodoro και Castellum de Scoglio, αργότερα ‘’passage’’, και σήμερα λέγεται ‘’Μπούρτζι’’ από την τούρκικη παραφθορά της λέξης ‘’πύργος’’. Το φρούριο, προστάτευε από βορειοδυτικά την πόλη, με τις βαριές ποντισμένες αλυσίδες που ‘’έπιαναν’’ κάθε νύχτα, μέχρι την απέναντι ακτή, ασφαλίζοντας την είσοδο στο λιμάνι, λειτουργώντας σαν ασπίδα προστασίας από τις λεηλασίες των κουρσάρων. Τότε λεγόταν, Porto Catena – το λιμάνι της Αλυσίδας. Το Μπούρτζι, ένα ξερονήσι, που οι Βενετσιάνοι το μετέτρεψαν σε θαλάσσιο κάστρο, και που πολύ αργότερα κατέληξε να γίνει τόπος διαμονής των δημίων για τους θανατοποινίτες του Παλαμηδίου. Λειτούργησε για ένα μικρό διάστημα σαν ξενοδοχείο και σήμερα είναι ιδανικό για βραδινό περίπατο ή πολύ πρωινή βόλτα. 

Η ζωντάνια του Ναυπλίου θα σας σαγηνέψει, οι βαριές μνήμες θα σας ταξιδέψουν…..παρατηρήστε την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα (1702), εκεί που ‘’έφυγε’’ ο Ι. Καποδίστριας. Δίπλα της σχεδόν, η πλατεία Άγγελου Τερζάκη με την κατοικία και την προτομή του σπουδαίου Ναυπλιέως λογοτέχνη και ακαδημαϊκού, Άγγελου Τερζάκη (1907 Ναύπλιο – 1979 Αθήνα), αξεπέραστου μυθιστοριογράφου, διηγηματογράφου, δοκιμιογράφου και θεατρικού συγγραφέα, (ανάλυση και βιβλιογραφία δείτε στο Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών: http://book.culture.gr/1935/detail.asp?ID=394). Ο Άγγελος Τερζάκης, πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο και έγραψε γι’ αυτό, στο αλησμόνητο βιβλίο του, ‘’Ελληνική Εποποιία - 1940 - 1941’’ που πρωτοκυκλοφόρησε το 1964, κάνοντας από τότε έως σήμερα αλλεπάλληλες εκδόσεις με τελευταία το 2002. Να το βρείτε στο βιβλιοπωλείο της Εστίας.

Δείτε την ιστορική εκκλησία του Ναυπλίου, σημερινή μητρόπολη, τον Άγιο Γεώργιο (16ου αι.), που οι  Βενετοί χάρισαν στην πόλη, στολίζοντάς την με τοιχογραφίες και εικόνες πιστά αντίγραφα μεγάλων Ιταλών Ζωγράφων. Στον ναό αυτόν, έγινε η επίσημη υποδοχή του Μοροζίνι και ο τελευταίος αποχαιρετισμός του προαναφερθέντος και των Ιωάννη Καποδίστρια (1831), Δημητρίου Υψηλάντη (1832), Παλαιών Πατρών Γερμανού (1824). Επίσης εδώ μπορείτε να θαυμάσετε αντίγραφο του μυστικού δείπνου του Λεονάρντο ντα Βίντσι, και μια έκπληξη! τον πορφυρό θρόνο του βασιλιά Όθωνα. 

Στο δικαστικό μέγαρο υπάρχουν οι προτομές των δύο δικαστών Γ. Τερτσέτη – Γ. Πολυζωίδη, οι μόνοι που έμειναν αθάνατοι από τη σύνθεση εκείνου του δικαστηρίου, αυτοί που αρνήθηκαν να υπογράψουν την απόφαση – ντροπή για την καταδίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Φεύγοντας, κοντά το κοιμητήριο της πόλης, στην συνοικία Πρόνοια  υπάρχει ο βράχος με το εκκλησάκι των Αγίων Πάντων, πάνω στον οποίο είναι λαξεμένος από το 1836 ο θλιμμένος ‘’Λέων των Βαυαρών’’, έργο του γερμανού γλύπτη Ζίγκελ, κατά παραγγελία του βασιλιά Λουδοβίκου των Βαυαρών και πατέρα του Όθωνα. Είναι αφιερωμένος στην μνήμη των Βαυαρών αξιωματικών και στρατιωτών, που έπεσαν θύματα ασθενειών το 1833 - 1834. Ήταν οι ίδιοι στρατιώτες που συνόδευαν στην άφιξή του τον Όθωνα, και είχαν επιφορτιστεί την τήρηση της τάξης και την εκπαίδευση του στρατού. Όσοι δεν πέθαναν από την επιδημία του τύφου ακολούθησαν τον βασιλιά στην Αθήνα ενώ άλλοι γύρισαν στη Βαυαρία.

Το παλιό Ναύπλιο ήταν και παραμένει από τα σημαντικότερα ‘’ζωντανά’’ μνημεία της σύγχρονης ιστορίας. Ήδη από το 1962 είχε χαρακτηρισθεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο και από το 1989 έχουν οριστεί αυστηροί όροι δόμησης και χρήσης γης. Βέβαια καταστροφές και αλόγιστες επεμβάσεις δεν έλειψαν παρά τις κριτικές για την ‘’αξιοποίηση’’ που υπήρχαν από παλιά. Αναφέρουμε εδώ μια, από το ενδιαφέρον βιβλίο του Θοδωρή Γκόνη ‘’ Ναύπλιο – μια πόλη στη λογοτεχνία’’ – εκδόσεις Μεταίχμιο, .….σημειώνει ο Άγγελος Τερζάκης ότι το Ναύπλιο αλλάζει χαρακτήρα(8) απ’ αυτούς που υποτίθεται ότι το αγαπούν, σκεπτόμενοι…..πρακτικά. «…Αχ αυτό το πρακτικό πνεύμα, που δεν ξέρει ότι υπονομεύει το πρακτικό ακριβώς πνεύμα! Τι θ’ αξιοποιείται τουριστικά στο Ναύπλιον αύριο όταν το Ναύπλιον θα έχει πάψει να υπάρχει;». 

Αυτό μας θύμισε, όταν ρωτήσαμε για το σπίτι (του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη), που γεννήθηκε στις 11 Ιουλίου 1832 ένας από τους κορυφαίους των Ελλήνων Πολιτικών, ο Χαρίλαος Τρικούπης, ο ‘’πατέρας’’ του κοινοβουλευτισμού και της πρώτης σημαντικής φάσης της εκβιομηχάνισης της Ελλάδας. Ακόμα, στις μέρες μας, κουβεντιάζουμε για τους πρώτους σιδηρόδρομους, τη διώρυγα της Κορίνθου, την αποξήρανση της Κωπαΐδας(9) ή ακόμα για το όραμά της ζεύξης Ρίου – Αντίρριου (10). Το σπίτι γκρεμίστηκε και δεν υπάρχει κάτι να θυμίζει τον επιφανή πολιτικό. Ευτυχώς όμως, μέσα στις απώλειες δεν περιλαμβάνονται οι αναμνήσεις, τα ιστορικά γεγονότα, οι προσωπικότητες και οι αγωνιστές που πέρασαν από αυτό τον ιστορικό χώρο, που πραγματικά, συνθέτουν την νεότερη ιστορία της χώρας. Σαν τέτοια θα πρέπει να αντιμετωπίσετε την περιήγησή σας.  

Η θάλασσα του Ναυπλίου προσφέρεται για κολύμπι διαθέτοντας αρκετές οργανωμένες παραλίες. Την γνωστή Αρβανιτιά (2 χλμ), την κοσμική Καραθώνα (4 χλμ) με άμμο, τεράστιους ευκάλυπτους, μπαράκια και ψαροταβέρνες ή μακρύτερα στο θρυλικό Βιβάρι. Το ‘’Νεράκι’’ είναι μια όμορφη παραλία, στη μέση περίπου της απόστασης μεταξύ της παραλίας Καραθώνα και Αρβανιτιάς. Εκεί έχουν ανοιχτεί οι δεύτερες στην περιοχή αναρριχητικές διαδρομές (27 προς το παρόν), που μαζί με της Παναγίας Κατακρυμμένης (15 διαδρομές) έχουν δημιουργήσει δύο από τα ομορφότερα πεδία στη Χώρα (δες αναλυτική περιγραφή και βαθμούς δυσκολίας στις Κορφές τ.126 σελ 8, τ.156 σελ 26 και τ.177 σελ 30, επίσης την καινούργια ‘’Άρτεμις’’ στο τ.190 σελ 26.). Δράστες τόσο της εξαιρετικής εργασίας, όσο και του εξοπλισμού των διαδρομών οι Άρης Θεοδωρόπουλος, Θωμάς Μιχαηλίδης με την πολύτιμη συνδρομή του Χ.Ο.Σ Άργους και ιδιαίτερα του Θάνου Σωτηρόπουλου. Στην βάση όλων των διαδρομών υπάρχει γραμμένο το όνομά τους και η δυσκολία. 

Εμποτισμένη από τη νοσταλγία, η πόλη του Ναυπλίου, φιλόξενη και μοναδική είναι μια γοητευτική σύνδεση, ένας δεσμός, με μοναδικά κάστρα, κομψά νεοκλασικά κτήρια, μαρμάρινα πεζοδρόμια, βενετσιάνικα μπαλκόνια, τούρκικες κρήνες, σιδερένια κανόνια και άγκυρες. Σαν ανοιχτό ιστορικό λεύκωμα από τον Ναύπλιο των αρχαίων χρόνων, το βυζάντιο, τους κατακτητές Φράγκους, Βενετούς, Οθωμανούς μέχρι τον Καποδίστρια, τον Πρώτο Κυβερνήτη της Χώρας και τον Όθωνα, τον ‘’Ελέω Θεού’’ βασιλιά των Ελλήνων. 

Μπορεί να ‘’έχασε’’ την πρωτοκαθεδρία από την Αθήνα, αυτό το ‘’το άθλιο χωριό των εκατόν εξήντα σπιτιών’’ που μέχρι τα χρόνια μας δεν αξιώθηκε να αγαπηθεί από κανέναν, αλλά κέρδισε με περγαμηνές στην αιωνιότητα, αυτό που πραγματικά οφείλει να διαφυλάξει ως κόρη οφθαλμού. Την αυθεντική γραφική της ατμόσφαιρα και τους δεσμούς της με το παρελθόν, που τελικά, απελευθερώνουν όλον τον ρομαντισμό του περιηγητή – επισκέπτη. 

Σημειώσεις:

(1)Κατά την κάθοδο των Γερμανών στην Πελοπόννησο (24 – 25 Απρ 1941) επιβιβάστηκαν στα πλοία του στόλου και διέφυγαν από το λιμάνι του Ναυπλίου 6685 Άγγλοι στρατιώτες. Το επόμενο διήμερο (26 – 27 Απρ) έφυγαν από το Ναύπλιο και το Τολό 4527 Άγγλοι στρατιώτες. Δεν στάθηκαν τόσο τυχεροί οι 2200 της οπισθοφυλακής οι οποίοι στις 28 Απριλίου 1941 συνελήφθησαν αιχμάλωτοι στα ίδια λιμάνια.

(2) Την εποχή αυτή χτίστηκαν περίλαμπρα κτήρια στο νησί. Μεταξύ αυτών, το Κυβερνείο, ένα απλό διώροφο σπίτι που στο ισόγειο είχε το νομισματοκοπείο, στο πρώτο όροφο είχε το γραφείο του ο Καποδίστριας και στα άλλα υπήρχαν τα γραφεία του Σ. Τρικούπη και των υπαλλήλων της Κυβέρνησης. Μέχρι τις μέρες μας άλλαξε πολλές χρήσεις, σήμερα στεγάζει το Ιστορικό Αρχείο Αίγινας.

(3)Το Σεπτέμβριο του 1826 εγκαταστάθηκε στην Αίγινα η έδρα της Ελληνικής Διοίκησης και τον Ιανουάριο του 1828 η πρώτη υπό τον Καποδίστρια Ελληνική Κυβέρνηση. Έτσι η Αίγινα είχε την ιστορική τύχη να είναι η Πρώτη Πρωτεύουσα του νεώτερου Ελληνικού κράτους για δύο σχεδόν χρόνια (1828 – 1829). Δείτε στην φωτογραφία ‘’Γενική Εφημερίς’’ μια από τις πρώτες εφημερίδες του νεοσύστατου κράτους που τυπωνόταν στην Αίγινα.

(4)  Οι ασημένιοι πρώτοι Φοίνικες και οι  χάλκινες υποδιαιρέσεις του ενός, πέντε και δέκα λεπτών κόπηκαν στην Αίγινα τον Ιούλιο του 1829 στο ισόγειο του Κυβερνείου. Με απόφαση της κυβέρνησης ορίστηκε η ισοτιμία του νέου νομίσματος: ένας φοίνικας ίσος με 1/6 του Ισπανικού δίστηλου (κολονάτο) και ένα λεπτό ίσο με έναν Τουρκικό παρά. (Ιστορία του Ελληνικού χαρτονομίσματος σ. 8). Τον Ιούνιο του 1831, μετά την αποτυχία της Εθνικής Χρηματιστικής Τράπεζας, ο Ιωάννης Καποδίστριας αποφασίζει την έκδοση χαρτονομίσματος. Με το ψήφισμα ΚΖ’ της 17ης Ιουνίου 1831 αποφασίζεται η έκδοση χαρτονομισμάτων των 5, 10, 50, και 100 φοινίκων, συνολικού ύψους 3.000.000 φοινίκων με ημερομηνία 1η Ιουλίου 1831. Τα χαρτονομίσματα, είχαν ακανόνιστα κομμένη την αριστερή τους πλευρά για τον έλεγχο της γνησιότητας. (Ελένη Μπίστικα, από την παρουσίαση του βιβλίου ‘’ Το Ελληνικό χαρτονόμισμα – μια διαδρομή, 1822 - 2002‘’: Εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή  Σαββατοκύριακο 31/12/05 – 1/1/06, (έτος 87ο, φύλλο 26169), σ. 2.

(5)  Κούλα Ξηραδάκη «Γυναίκες του ‘21», εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα – Γιάννινα (1995)198.

(6)  Το 1824 ήρθε από το Βουκουρέστι στην Ελλάδα, ο Αναστάσιος Γεννάδιος (1786 - 1854). Αλησμόνητη παρέμεινε η δράση του στο Ναύπλιο το 1826. Ήταν αυτός, που με την εμπνευσμένη ομιλία του στον μεγάλο έρανο και το παράδειγμά του, συνετέλεσε ώστε να συγκεντρωθούν χρήματα και να συσταθεί στρατιωτική δύναμη. Ήταν τόσο συγκλονιστική η ομιλία ώστε μέχρι και η ζητιάνα ψωροκώσταινα, (που χρησιμοποιούμε σαν έκφραση ακόμα σήμερα) έδωσε χρήματα.

(7)Στην έναρξη της εισβολής των Ιταλών (Οκτ 1940) υπήρχαν σε 22 φυλακές, στρατόπεδα και νησιά 2000 στελέχη και μέλη του ΚΚΕ, με τους ηγέτες του. Ο γραμματέας του κόμματος, Ν. Ζαχαριάδης τάχθηκε αποφασιστικά υπέρ της αντίστασης στην ιταλική επίθεση. Επιστολή του, με παροτρύνσεις στους Έλληνες κομουνιστές, δημοσιεύτηκε στις 31 Οκτωβρίου 1940 στις εφημερίδες. Την ίδια ημέρα, οι κρατούμενοι στις φυλακές Ακροναυπλίας, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τον Ζαχαριάδη, έστειλαν ανάλογο υπόμνημα στον πρωθυπουργό Ι. Μεταξά, (Σόλων Γρηγοριάδης – Εποποιία και Κατάρρευση / εκδ. Φυτράκης – Αθήνα 1976, σελ 140). Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου δεν έκανε δεκτό το αίτημα, με αποτέλεσμα χίλιοι εξόριστοι στα νησιά και την Ακροναυπλία, εκατοντάδες πολιτικοί κρατούμενοι (Κέρκυρα, Αίγινα, Αβέρωφ κ.τλ) να εκτελεστούν ομαδικά από τους Γερμανούς, (Θάλεια Ζαΐμη – Ο Ιπποκράτης Ζαΐμης και η εποχή του / εκδ. Απόπλους – Σάμος 2004, σελ 119, 159, 176).

(8)Οι ανησυχίες του Άγγελου Τερζάκη καταγράφονται επίσης, από τον κοινωνιολόγο Κανέλλο Κανελλόπουλο, δείτε στο ένθετο επτά ημέρες της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή 12/11/95: ‘’Το ιστορικό Ναύπλιο’’ το άρθρο Πνευματικοί Άνθρωποι, σσ. 24 - 25.

(9) Εξαιρετική η συνέντευξη του Ηλία Μαριολάκου στο Νίκο Καρρά στο περιοδικό Κορφές τ.127 σελ. 34, με θέμα την αειφόρο ανάπτυξη και παράδειγμα την Κωπαΐδα.

(10)Φως στην προϊστορία του έργου της ζεύξης και τις ομιλίες του Τρικούπη στη βουλή, δείτε στην εφημερίδα Ημερησία 4 – 5 Σεπτεμβρίου (2004) 46.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 27520

ΔΙΑΜΟΝΗ: Nafplia Palace 28981 www.nafplionhotels.gr  Αμαλία 24401 www.amalia.gr  Καποδίστριας 29366 www.greek-tourism.gr/nafplio/kapodistrias Ίλιον 24497 www.ilionhotel.gr Αγαμέμνων 28021, Λόρδος Βύρων 22351, Ξενώνες ‘’Όμορφη Πόλη’’21565, Ακροναυπλία 24418, Ιππολύτη 96088, Ναυσιμέδων 25060, Αμυμώνη 99477.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Στην Ασίνη το πολύ καλό ‘’Καστράκι’’ 59386, Στο Δρέπανο το επίσης καλό ‘’Lefka beach 92394, Στην Πλάκα Δρεπάνου 92376, 92121, στην Κάντια 91353, 94366, στην Ίρια το ‘’Ποσειδών’’ 91341, 94253.

ΦΑΓΗΤΟ: Στην παραλία και στην οδό Σταϊκοπούλου τα περισσότερα εστιατόρια ταβέρνες και ψησταριές. Ενδεικτικά αναφέρουμε: Παραδοσιακό εστιατόριο Ελλάς (το πρώτο του Νεοελληνικού κράτους - εδώ γυρίζονται οι διαφημίσεις του Λουμίδη) Πλατεία Συντάγματος 27278. Παλιά ταβέρνα (από το 1810), και για φρέσκα θαλασσινά στο Μαγεμένο Κάστρο.  Δοκιμάστε τοπικό ούζο με απροσδιόριστους και παραπάνω βαθμούς.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Ναυπλίου 23332, τουριστικές πληροφορίες 24444, e – mail: Α’ Βοήθειες 27309, Αστυνομία 22100, Τουριστική αστυνομία 21051, Λιμεναρχείο 27022. Συνεργεία – Βουλκανιζατέρ – Ενοικιάσεις: Καλκανάκος Παναγιώτης Πολυζωίδου  8, 21407, Καλκανάκος Παναγιώτης, Τσιλικανίδου 3, 27183, Νταής Χρήστος, 5ο χλμ Λ. Ναυπλίου - Άργους, Μπολάτι, 2751069697, 2752022022, Τσιρίκος Παναγιώτης Λ. Ναυπλίου - Τολού, Λευκάκια, 2752061546, Γιώργος Μαλιαρός ‘’artofracing’’.

ΧΡΗΣΙΜΑ: www.argolida.gr  www.nafplio.gr www.nafplionet.gr www.rodosport.gr/enlefko/nafplio.htm Ιδανική εποχή όλοι οι χειμωνιάτικοι μήνες, το Πάσχα, η Άνοιξη. Όλες οι τράπεζες διαθέτουν Α.Τ.Μ. Μουσεία: Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα ‘’Β. Παπαντωνίου’’ Βασιλέως Αλεξάνδρου 1 Παλιά Πόλη 28379, γραφεία 28947, Παιδικό μουσείο 23792. Αρχαιολογικό, στην πλατεία Συντάγματος 27502, Πολεμικό, στην παλιά σχολή Ευελπίδων 25591, Κομπολογιού, Σταϊκοπούλου 25, 23329, 21618. Παράρτημα Εθνικής Πινακοθήκης, Σιδηράς Μεραρχίας 23 - Τρίτη κλειστά 21915, 21935. Κάστρο Παλαμηδίου – Αρχαιολογικός Χώρος 28036,είσοδος 4 EUR, Ανοιχτά από Απρίλιο έως Οκτώβριο 08:00 – 18:45, από Νοέμβριο έως Μάρτιο 08:30 – 15:00, κλειστά 25/26 Δεκεμβρίου, 1η κάθε έτους, 25η Μαρτίου, 1η Μαΐου, Πάσχα. Καϊκάκια για Μπούρτζι (κόστος 5 EUR) ‘’το Αναπλάκι’’ 6945576468 εκτός από την βόλτα στο νησάκι, αναλαμβάνει και νυχτερινό θαλάσσιο περίπατο μέχρι τις 01:00 το βράδυ με τιμή κατόπιν συμφωνίας. Το ίδιο ισχύει και για τον αδελφό του Γεράσιμο Καλαθά και το σκάφος ‘’Ρεμπέκα – Ιωάννα’’ 6942423646, 2752024908 email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Στο Ναύπλιο όλες οι εταιρείες, στον δρόμο για την Ασίνη και το Τολό τέσσερα.

ΧΑΡΤΕΣ: Παλιός, Καλός, πιθανόν εξαντλημένος ο χάρτης ‘’Αργολίδα – Κορινθία’’ σε κλίμακα 1:200.000 των εκδόσεων Μποζινάκη.Πλαστικοποιημένοι χάρτες ανά νομό που χωρούν στο tang Bag. Αγοράστε τον χάρτη Νο 2 ‘’Νομός Αργολίδας’’, εκδόσεις  ‘’Ελλάδα’’ Κολοκοτρώνη 11 Αθήνα 2103222573, 3225241, Βενιζέλου 3 Θεσσαλονίκη 2310223063.

ΒΙΒΛΙΑ: Τάσου Βουρνά Η δολοφονία του Καποδίστρια, Έλσης Σπαθάρη Ναύπλιο – Παλαμήδι, Πελοπόννησος από τις εκδόσεις Explorer και Πελοπόννησος των Καρποδίνη – Δημητριάδη από την εκδοτική Αθηνών. Στην έκδοση περιλαμβάνετε χάρτης της Πελοποννήσου, και όλα τα μουσεία και οι Αρχαιολογικοί χώροι με πανέμορφη φωτογράφηση.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: ΦΙΛ.Μ.Α. (Φίλοι Μοτοσυκλέτας Αργολίδας) Θερμογιάννη 19, Ναύπλιο 26830, Γ. Γραμματέας Σοφοκλής Παπαγεωργόπουλος 6977649796, e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. Ανοιχτά κάθε Τετάρτη τον χειμώνα από τις 20:00 και το καλοκαίρι από τις 21:00. Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax: 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για το ΝΑΥΠΛΙΟ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Κωνσταντίνου Κούρκουλα / Λεύκωμα διδασκάλων του Γένους / Ο.Ε.Δ.Β. / Αθήνα 1971

  • Τάσος Βουρνάς / Η Δολοφονία του Καποδίστρια / εκδόσεις Φυτράκη / Αθήνα 1976

  • Γιάννη Π. Γκίκα / Κάστρα – Ταξίδια / τομ Γ’ εκδόσεις Αστήρ / Αθήνα 1985
  • Κούλα Ξηραδάκη / Γυναίκες του ’21 / εκδόσεις Δωδώνη / Γιάννινα 1995
  • Θανάση Χρήστου / Τα σύνορα του Ελληνικού Κράτους και οι διεθνείς συνθήκες (1830 – 1947) τομ Α’ / εκδόσεις Δημιουργία / Αθήνα 1999
  • Έλσης Σπαθάρη / Ναύπλιο – Παλαμήδι / εκδόσεις Έσπερος / Αθήνα 2000
  • Η ιστορία του ελληνικού χαρτονομίσματος / εκδόσεις Finatec Α.Ε. / Αθήνα 2001
  • Όθων Τσουνάκος / Δραχμούλα μου καλό σου ταξίδι / εκδόσεις Ηλιοτρόπιο / Αθήνα 2001
  • Πελοπόννησος / εκδόσεις EXPLORER / Αθήνα 2002
  • Θοδωρής Γκόνης / Ναύπλιο, μια πόλη στη Λογοτεχνία / εκδόσεις Μεταίχμιο / Αθήνα 2004

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Ελένη Οικονομοπούλου / Ναύπλιο / περιοδικό Κόσμος τ.10 / Μάρτιος 1995
  • Το ιστορικό Ναύπλιο – συλλογικό / Αφιέρωμα 7 ημερών Εφημ. Καθημερινή 12/11/95
  • Άγγελος Μακρής / Πρωτεύουσα σχέση / περιοδικό RIDER τ.14 / Μάιος 1996
  • Δημήτρης Παπατριανταφύλλου / Ναύπλιο / περιοδικό Κόσμος τ.18 / Αύγουστος 1996
  • Αντώνης Αναγνώστου / Αργολίδα / εκδόσεις AD & ED / Αθήνα 1997
  • Κατερίνα Πλασσαρά / Ναύπλιο ένα ταξίδι μέσα στον χρόνο / περιοδικό Ελληνικό Πανόραμα τ.18 / Φθινόπωρο 2000
  • Θοδωρής Αθανασιάδης – Ζερμαίν Αλεξάκη / Αποκριά στο Ναύπλιο / περιοδικό VITA τ.46 / Φεβρουάριος 2001
  • Μάρθα Κορινθίου / WeekendZone / περιοδικό Voyager / Ιούνιος – Ιούλιος 2001
  • Κύρος Κόκκας / Ναύπλιο το Αρχοντικό της Αργολικής Γης / περιοδικό Γαιόραμα τ.57 / Σεπτ – Οκτ 2003
  • Άρης Θεοδωρόπουλος / αναρρίχηση Ναύπλιο / περιοδικό Κορφές τ.169 Σεπτ – Οκτ 2004
  • Γιώργος Σταματίου / Άγγελος Τερζάκης και Ναύπλιο / περιοδικό Ελληνικό Πανόραμα τ.42 Νοεμ – Δεκ 2004
  • Ναύπλιο / Συλλογική εργασία / Περιηγήσεις τ.19 - ένθετο στην Εφημερίδα Ημερησία 21 Αυγούστου 2004

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Νίκου Μαστροπαύλου / Το Μπούρτζι του Ναυπλίου / ένθετο Ταξίδια Νο 24 εφημ. Βήμα 5 Οκτωβρίου 1997

 ΑΝΑΤΟΛΙΚΕΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ (15186 λέξεις)

ΝΗΣΟΣ ΑΜΟΡΓΟΣ Α’ αρχ(1). Αμοργός, Παγκάλη, Ψυχία, Καρκήσιος ή Καρκησός

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Φεβρουάριος 2006

Αμοργός, το νησί της Χοζοβιώτισσας

Ανάμεσα ουρανού και θάλασσας στο μέσον του Αιγαίου πελάγους στέκει η Αμοργός, ανατολικότερα απ’ όλες τις Κυκλάδες, πρώτη γέφυρα για τις νοτιοανατολικές Σποράδες, τα ‘’Δωδεκάνησα’’. Απόκρημνα βουνά, δύσκολο ανάγλυφο, δυσθεώρητοι γκρεμοί, αλλά και δαντελωτά ακρογιάλια, παραδοσιακοί οικισμοί, τη διατρέχουν και ορίζουν τη γη της. Μακρόστενη στο σχήμα, αγκαλιάζει, προστατεύει θαρρείς, το πολύνησο των μικρών Κυκλάδων, ενώ η γεωγραφική της θέση καταλύτης της εξελικτικής της πορείας στην αρχαιότητα. Η παρουσία της, δημιούργησε, εξευγένισε και ανέδειξε με έμφαση, τον Κυκλαδικό πολιτισμό που σαν τηλαυγής φάρος, καταυγάζει με τη λαμπρότητά του ολόκληρο τον αιγιακό χώρο. 

Στο μεγαλύτερο νησί των ‘’μικρών’’ Κυκλάδων τα πλοία έρχονται συνήθως από τη Νάξο, έτσι και εμείς, φτάσαμε μέσω Σχινούσας παραπλέοντας τις απότομες βορειοανατολικές ακτές της Κέρου(2), μεγάλου κέντρου του  πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού κατά την 3η χιλιετία π. Χ.. Το ταξίδι δεν μας φάνηκε καθόλου, ίσα – ίσα ήταν πολύ σύντομο αντίθετα από ό,τι μας έλεγαν για εννιά, δέκα ή και παραπάνω ώρες. Τα δρομολόγια με τα καινούργια πλοία, που δυστυχώς λόγω των καιρικών συνθηκών του Αιγαίου δρομολογούνται το καλοκαιρινό εξάμηνο, έχουν συντομεύσει πολύ (3ω 30’ – 4ω) τη διάρκεια του ταξιδιού για τη Νάξο, και κατ’ επέκταση για την Αμοργό. 

Το νησί ξεπροβάλλει από το πέλαγος των επωνύμων χωρίς τυμπανοκρουσίες και θόρυβο, ενώ το «Express Skopelitis» δένει για λίγα λεπτά στον ευρύστερνο, μεγάλο και ασφαλή απ’ τους ανέμους φυσικό κόλπο - λιμάνι στα Κατάπολα, το τελευταίο και πιο απομακρυσμένο της ‘’άγονης Γραμμής’’, των Κυκλάδων!. Εκ πρώτης όψεως θάλεγε κανείς ευτυχώς, γιατί έτσι σώθηκε από την τουριστική ‘’αξιοποίηση’’ που διέλυσε την αφρόκρεμα των Κυκλάδων. Όμως, είναι πιο κοντά στην αλήθεια, ότι τα Κατάπολα εξελίχθηκαν τα τελευταία είκοσι χρόνια σε ένα πολυσύχναστο λιμάνι, με αρκετές αφίξεις και αντίστοιχες αναχωρήσεις, εμπορικό – διαμετακομιστικό κέντρο για επιβάτες και εμπορεύματα που εξυπηρετεί το νησί, με δεκάδες ανταποκρίσεις, σε λιμάνια των Κυκλάδων και των νοτιανατολικών Σποράδων - ‘’Δωδεκάνησα’’. 

Αυτό είχε αντίκτυπο στη δόμηση, την έκταση, και το ύψος των οικοδομών, με όλα τα αρνητικά που συνεπάγεται μια τέτοιου είδους ανάπτυξη. Φυσικά υπάρχουν ακόμα κάποιες νησίδες ηρεμίας, ξεκούρασης, για πολύ ενδιαφέροντες περιπάτους, ειδικά το βράδυ με την λαμπερή πανσέληνο, που κρύβονται εν’ μέρει τα καινούργια πολυώροφα κτήρια. Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει σ’ αυτές τις ‘’κρίσεις’’ να ξεχνάμε τις ανάγκες του τοπικού μόνιμου πληθυσμού, που με δικές του πρωτοβουλίες αναπτύσσονται τα μέρη που επισκεπτόμαστε, και ίσως, σύμφωνα με τις απαιτήσεις μας. Ούτε οι κάτοικοι μπορούν να παραμένουν ‘’εκτός’’ οικονομικής δραστηριότητας, ούτε οι οικισμοί εσαεί να είναι, ‘’γραφικοί’’, για να πούμε εμείς πόσο όμορφα είναι, και με το επόμενο καράβι να φύγουμε!. Οι τόποι αναπτύσσονται, δυστυχώς χωρίς κάποιο πολεοδομικό σχεδιασμό ή έστω αρχιτεκτονικό έλεγχο, και εμείς σαν επισκέπτες τους δεχόμαστε, άσχετα αν κάποια πράγματα ή τοπία ενοχλούν. 

Νησί με έντονο κυκλαδικό χρώμα και πλούσια κληρονομιά, η Αμοργός, παρουσιάζει τις τελευταίες δεκαετίες σημαντική τουριστική ανάπτυξη που κατά ένα μέρος, οφείλεται στην γεμάτη αντιθέσεις ομορφιά των τοπίων της. Ένα άλλο ποσοστό, ίσως πολυπληθέστερο, καταφθάνει για να αντικρίσει τα αρχαιολογικού και θρησκευτικού ενδιαφέροντος μνημεία που σε καιρούς ‘’δύσκολους’’ προσπαθούν με την παρουσία τους, και κυρίως με τους ανθρώπους που τα επιβλέπουν, να δώσουν μια έντονη ομολογουμένως, μαρτυρία του χρόνου και του πολιτισμού που πέρασε από το νησί στο βάθος χιλιετιών. Όσο προετοιμασμένος και να είναι ο επισκέπτης, είναι βέβαιο ότι θα μείνει έκθαμβος από την ποιότητα και την εικόνα που παρουσιάζουν οι αρχαίες πόλεις, τα μνημεία, και τα ευρήματα  που θα δει, όσο και κατάπληκτος από το σθένος των ανθρώπων που εργάστηκαν και έφεραν στο φως αυτούς τους λαμπρούς θησαυρούς, που αστείρευτοι προσελκύουν κάθε χρόνο, ακόμα μεγαλύτερο αριθμό περιηγητών.  

Πρωταγωνιστής σε αυτό το μεγάλο, θαυμαστό ανασκαφικό έργο την τελευταία εικοσαετία (1981 – 2001), είναι η «μεγάλη κυρία» της Αμοργού Λίλα Μαραγκού, καθηγήτρια αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων από το 1975. Αμοργιανή η ίδια, έχει κάνει έργο ζωής μαζί με τους συνεργάτες της και τους φοιτητές της, τη διερεύνηση και την προβολή της αρχαίας κληρονομιάς του νησιού στην επιστημονική κοινότητα σε παγκόσμιο επίπεδο, στους Αμοργιανούς και στους επισκέπτες της Αμοργού.

Μια πολύ συνοπτική(3) παρουσίαση γεγονότων αναφέρει ότι η πρωιμότερη κατοίκηση, σύμφωνα με τα ευρήματα, φτάνει στην 5η π.Χ. χιλιετία, την λεγόμενη Ύστερη Νεολιθική περίοδο, ενώ καλύτερα γνωστή, πληρέστερα τεκμηριωμένη, είναι η ιστορία του νησιού και οι σχέσεις της με τη Νάξο, την Πάρο, αλλά και με άλλες, απομακρυσμένες περιοχές, κατά την περίοδο του Κυκλαδικού πολιτισμού, 3η π.Χ. χιλιετία, στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, γνωστού στην επιστημονική ορολογία και ως Πρωτοκυκλαδικού(4). Στην αρχαιότητα, αναφέρεται επίσης ως τρίπολις, από τις τρεις αυτόνομες(5) πόλεις που υπήρχαν: Αρκεσίνην, Μινώα, Αιγιάλην, και Λιμένα (=Αμοργός, αύτη τρίπολις και λιμήν (6)). Παλιά και νέα αρχαιολογικά ευρήματα πιστοποιούν, ότι βαθμιαία και σταθερά εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα κυκλαδικού πολιτισμού. Ουσιώδεις παράγοντες ανάπτυξης ήταν η γεωγραφική θέση, το ευρύχωρο λιμάνι των Καταπόλων, αλλά και οι πολυάριθμοι ευλίμενοι όρμοι, στο νότιο τμήμα της νήσου. Μέχρι πριν από είκοσι χρόνια ελάχιστα γνωρίζαμε για τους πρώιμους ιστορικούς χρόνους (11ος – 8ος π.Χ. αι.) και την Αρχαϊκή περίοδο (7ος – 6ος π.Χ. αι.). Από τη σύσταση της Α’ Αθηναϊκής Συμμαχίας το 477 π. Χ. η τύχη όλων των Κυκλαδικών πόλεων είναι συνυφασμένη με την ιστορία της Αθήνας. Από επιγραφές της Αττικής με τα ονόματα των φόρου υποτελών συμμάχων,  μαθαίνουμε πως η Αμοργός συμμετέχει στην Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία (434 π.Χ.), και οι κάτοικοι των τριών πόλεων αναφέρονται με το κοινό εθνικό όνομα Αμόργιοι. 

Επιγραφικά τεκμηριωμένη είναι η συμμετοχή τους στη Β’ Αθηναϊκή Συμμαχία το 357 π.Χ. Πολύτιμη πηγή πληροφοριών αποτέλεσαν οι επιγραφές που βρέθηκαν και που μαρτυρούν ότι στο νησί εγκαταστάθηκαν (3ο – 2ο π.Χ. αι.), αφήνοντας τα ίχνη τους ξένοι: Σάμιοι στη Μινώα, Νάξιοι στην Αρκεσίνη, και Μιλήσιοι στην Αιγιάλη. Από το 133 π.Χ., η τρίπολις νήσος Αμοργός υπάγεται στην κυριαρχία της νεοσύστατης ρωμαϊκής Επαρχίας της Ασίας και κατά τον ιστορικό Τάκιτο, τον 1ο μ.Χ. αι., (μέχρι τον 4ο λέει η Μαραγκού – Μινώα σελ 295)  ήταν τόπος εξορίας Ρωμαίων πολιτών. Τότε γνώρισε σημαντική ακμή, και στις μέρες μας η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως δεκάδες ευρήματα, επιγραφές, οικοδομές, ψηφιδωτά κ.ά. που τεκμηριώνουν αυτή την άνθηση.  Όλοι κάτι πήραν, όλοι κάτι άφησαν, κάπως τη σφράγισαν. Επί Διοκλητιανού (284 – 305 μ.Χ.), το νησί εντάσσεται στην επαρχία των νήσων, πρωτεύουσα της οποίας υπήρξε η Ρόδος. Τον 4ο αι. μ. Χ. ολοκληρώθηκε η σταδιακή μετακίνηση του πληθυσμού, που είχε ήδη αρχίσει στα ελληνιστικά χρόνια και εντάθηκε στην πρώιμη αυτοκρατορική περίοδο, προς τα παράλια και την ενδοχώρα κοντά στους εύφορους αγρούς· τότε σύμφωνα με πολλές ενδείξεις φαίνεται πως και οι τρεις αρχαίες πόλεις εγκαταλείπονται οριστικά(7), ενώ ο κόσμος του Αιγαίου συνεχίζει να ακμάζει ως το τέλος του 7ου αιώνα. Αυτό αποδεικνύεται από το πλήθος των επισκοπών που υπάρχουν ακόμα και σε μικρά νησιά όπως ήταν η Αμοργός. 

Οι σκέψεις και η επανάληψη της μελέτης για όσα θαυμαστά έγιναν στο παρελθόν, σταματούν με την απαίτηση της συντροφιάς για βόλτες και γνωριμία με το νησί. Ξεκινώντας μπροστά από τη μεγάλη Καταπολιανή βρύση, προς τη Χώρα μια στάση στο ονομαστό πρατήριο άρτου στα Κατάπολα του Κώστα Μ. Μαύρου, (ο πατέρας του, Μιχάλης Δ. Μαύρος έχει τον παραδοσιακό φούρνο στο Ξυλοκερατίδι), μας φέρνει αντιμέτωπους με πληθώρα προϊόντων και προμήθειες που δύσκολα προσπερνάς αδιάφορα. Ξεκινήσαμε από ‘’κάτι για το δρόμο’’, και καταλήξαμε με τα πάντα, για πρωινό!. Καθώς ο δρόμος βγαίνει από το λιμάνι, περνά δίπλα από τον οικισμό στο Ραχίδι και αρχίζει να ανηφορίζει, περνώντας δίπλα από ένα όμορφο και μεγάλο μαρμάρινο προσκυνητάρι με τις εικόνες της Θεοτόκου και του Αγ. Γεωργίου στη θέση ‘’Τσεσεμές’’. Μέχρι εδώ φτάνει η πομπή των προσκυνητών που συνοδεύει τις εικόνες από τα Κατάπολα στη Χώρα, τις ημέρες εορτασμού του Πάσχα. Μετά, τις αποθέτουν για λίγο στο προσκυνητάρι, και γίνεται η ‘’Αποκινίδα’’ δηλαδή ο αποχαιρετισμός των εικόνων, που με τους ιερείς εμπρός συνεχίζουν τη διαδρομή έως τη Χώρα. 

Αμέσως παρακάτω είναι το ποτάμι της Αγ. Κατερίνας ενώ όσο ανεβαίνουμε πιο ψηλά τόσο η θέα μεγαλώνει μέχρι του σημείου που φαίνεται σε όλο του το μεγαλείο, ο βαθύς κόλπος των Καταπόλων, ο λόφος της Μουντουλιάς, όπου βρίσκεται η αρχαία Μινώα. Από τους πρόποδες του λόφου ο οικισμός των Καταπόλων κατηφορίζει έως το λιμάνι, δεξιά το παλιό ψαροχώρι Ξυλοκερατίδι, και ανάμεσα οι μικροί λόφοι που διαχωρίζουν την καλλιεργημένη κοιλάδα σε τρεις περιοχές, ‘’Γιαλινά’’δεξιά, με τον μικρό οικισμό Πέρα Ραχίδι, ‘’Μάρμαρο’’στο μέσον, και ‘’Σακκάς’’ αριστερά με τον οικισμό Ραχίδι. «Η κοιλάς αύτη παρέχει τω εισπλέοντι εις τον λιμένα της Αμοργού ικανώς τερπνήν θέαν δια της χλοερότητος αυτής, των διεσπαρμένων αγροκατοικιών και των κυματοειδών γραμμών των περί αυτήν βουνών» γράφει ο Αντώνιος Μηλιαράκης στο βιβλίο του: «Υπομνήματα περιγραφικά των Κυκλάδων Νήσων. Αμοργός», (σελ 26). 

Πραγματικά, παρότι ήρθε στην Αμοργό τον Ιούνιο του 1883, πριν από εκατόν είκοσι τρία χρόνια και αντί για τους οικισμούς που εμείς αντικρίζουμε, είδε κοιλάδες κατάφυτες με αμπέλια, ελιές, και χωράφια σπαρμένα κριθάρι και βαμβάκι, η θέα προς το λιμάνι παραμένει και σήμερα απίστευτα όμορφη, ενώ ο προσεκτικός επισκέπτης θα διακρίνει αρκετά αγροτόσπιτα. Στην καταπράσινη κοιλάδα έχει επικρατήσει πλέον η καλλιέργεια της ελιάς, και τα λιόδεντρα, που εδώ δεν καρπίζουν κάθε χρόνο, καλύπτουν το μεγαλύτερο τμήμα της. 

Η βυζαντινή Αμοργός ή Χώρα (320 μέτρα υψόμετρο - μ. υψ. στο εξής), σχεδόν στο κέντρο του νησιού, είχε ρόλο στις μετακινήσεις του πληθυσμού από και προς την Απάνω και Κάτω Μεριά αφού από εδώ περνά ο κεντρικός άξονας των λιθόστρωτων μονοπατιών. Σήμερα, με τους ασφαλτοστρωμένους δρόμους παραμένει σταυροδρόμι που εμφανίζεται ξαφνικά, μετά από μια απότομη αριστερή ανηφορική επικίνδυνη στροφή, πεντέμισι χιλιόμετρα, (χλμ. στο εξής) από το λιμάνι. Μια καλή άποψη για την τοποθεσία έχετε από το παρακείμενο ελικοδρόμιο που ψηλότερα καθώς είναι προσφέρει καλύτερη θέα του οικισμού. Μια θέα που μένει βαθιά στη μνήμη του περιηγητή. Εμπρός σας λίγες ξερολιθιές, που χωρίζουν μικρές ιδιοκτησίες, χωράφια κάποτε καλλιεργημένα, με σκαρφαλωμένες πάνω τους καταπράσινες και φορτωμένες με καρπό φραγκοσυκιές. 

Αριστερά, ξεπροβάλει, σπαθίζοντας τον ουρανό, ο φυσικός βράχος του Κάστρου ενώ δεξιά προς το νοτιά το πανέμορφο κάδρο με το πετρώδες ‘’φρύδι’’ του λόφου και τους δέκα ανεμόμυλους στη σειρά· ανάμεσα από αυτά τα όρια, απλώνεται κατάλευκη η Χώρα της Αμοργού, κάτω από την περίβλεπτη κορυφή του βουνού Προφήτη Ηλία (698 μ. υψ.). Εκτός από τον περιφερειακό δρόμο που την κυκλώνει δεν υπάρχει δίκτυο που να εισχωρεί μέσα στον ιστό της πόλης. Αφήστε το όχημα στο χώρο στάθμευσης, δείτε τον ανεμόμυλο και ακολουθήστε τον ανηφορικό δρόμο προς τη ‘’Κάτω Γειτονιά’’ και την πλατεία, όπου κάνει στάση το λεωφορείο. Στο υπερυψωμένο τμήμα της, βρίσκονται οι προτομές των αδελφών Πετσετάκι (Γεώργιος ο πατέρας, Αριστόβουλος ο γιος), της γνωστής σωληνο-βιομηχανίας Πετζετάκι, ευεργέτες της γενέτειρας τους με πολλούς τρόπους. Λίγα μέτρα πιο κάτω είναι το παραδοσιακό καφενείο του Δημήτρη Γιαννακού (Πάρβα), για στάση και καφέ ενώ πρόσφατα (Αύγουστος ’05), μεταφέρθηκε εδώ το Δημαρχείο. 

Σχεδόν απέναντι, είναι ο δισυπόστατος ναός των Αγίων Πάντων (1644) της Βαϊοφόρου και του Οσίου Χριστοδούλου  με το δίλοβο καμπαναριό. Στην δεξιά είσοδο (ναός Αγίων Πάντων), βρίσκεται εντοιχισμένη σκαλιστή επιγραφή ανακαίνισης, μια από τις πολλές που διαθέτουν οι περίπου σαράντα! εκκλησίες της Χώρας (180 σε όλο το νησί), και που αποτελούν έμμεση μαρτυρία(8), για την οικονομική ακμή και την εκκλησιαστική αναγέννηση που έγινε αισθητή στην Αμοργό, ιδιαίτερα στο Κάστρο, τη Χώρα, και τη Μονή Χοζοβιώτισσας κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας (1537 – 1821), παρά τον αντίκτυπο των δύο Ενετοτουρκικών πολέμων. 

Κανείς δεν φεύγει από τη Χώρα της Αμοργού, αν πρώτα δεν ανέβει στον απόκρημνο βράχο όπου βρίσκεται το Κάστρο, σύμβολο της Χώρας, άλλωστε όλες οι στράτες οδηγούν σ’ αυτό. Από εδώ ξεκινά ο κεντρικός δρόμος, που κάποτε οριοθετούσε τον πυρήνα της βενετσιάνικης κωμόπολης, η σημερινή πλακόστρωτη μέση (οδός), που διατρέχει την κωμόπολη και ονομάζεται πλατύστενο και καλντιρίμι· από εδώ ξεκινούν και καταλήγουν στον οχυρωμένο βράχο, στο Κάστρο, όλα τα σκεπαστά δρομάκια του οικισμού, τα αψιδωτά στεγάδια, οι εμπροστιάδες των ντόπιων, πολλές από τις οποίες διατηρούν ακόμα την παλιά τους στέγη από πλάκες, πετροδόκαρα και ξύλινα δοκάρια(9). Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής, μικρά ισόγεια, καταστήματα περιποιημένα με γουστόζικη διακόσμηση με ορισμένα τοπικά προϊόντα – δώρα, αποτελούν προκλήσεις για τους επισκέπτες. Τριγύρω λουλουδιασμένα μπαλκόνια, ασπρισμένοι τοίχοι, σπίτια, εκκλησιές και σκαλοπάτια δίνουν έναν ξεχωριστό τόνο καθαριότητας και ύφους, τόσο, που δεν ξέρεις που να πρωτοδείς· αν λείπανε και αυτές οι βλάσφημες κολώνες της ΔΕΗ και τα έρημα καλώδια του ΟΤΕ που φροντίζουν να αλλοιώνουν την εικόνα θα ήταν ακόμα καλύτερα. Δεν μπορούσε άραγε να γίνει υπογείωση όπως αλλού;. Το Κάστρο συνήθως είναι κλειδωμένο γιατί τα παιδιά μην έχοντας συναίσθηση του κινδύνου, ανέβαιναν και έπαιζαν στις επάλξεις. Τα κλειδιά, θα τα βρείτε στην κεντρική πλατεία της Χώρας, στη Λόζα, στο ομώνυμο Café του Μιχάλη Πολίτη απέναντι από την παλιά κοινότητα, μέχρι πρόσφατα, (Ιούλιος ’05) Δημαρχείο, νυν βιβλιοθήκη – Αρχείο του Δήμου(10), Αμοργού. Ανεβαίνοντας προς το μνημείο θα περάσετε από την εκκλησία της Αγίας Θεοδοσίας (1767), που είναι χτισμένη στη βάση σχεδόν του, 65 μέτρων λένε, απότομου, τιτάνιου βράχου. Η πρόσβαση είναι εύκολη· προσοχή χρειάζεται όταν φυσάει και ανεβαίνετε τα τριάντα δύο σχεδόν κάθετα, στενά σκαλοπάτια που φτάνουν μέχρι την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, που σήμερα παίζει ρόλο και ‘’πύλης’’, όπου βρίσκεται η πόρτα που χρειάζεται το κλειδί. 

Ήταν 1207 όταν ο Μάρκος Σανούδος, ιδρυτής του Δουκάτου της Νάξου, παραχώρησε στους αδελφούς Ανδρέα και Ιερεμία Γκίζη την Τήνο και τη Μύκονο. Μέσα στις προσαρτήσεις που έκαναν περιλαμβάνονταν η Σκύρος, η Σκόπελος η Σέριφος, και την ίδια χρονιά η Αμοργός, λόγω της προνομιακής γεωγραφικής της θέσης και του ασφαλούς λιμένος. Στα πρώτα χρόνια της κυριαρχίας των αδελφών Γκίζη χρονολογείται η ενίσχυση με πολεμίστρες του οχυρωματικού τοίχου που περιβάλλει την κορυφή του φυσικού βράχου, του Κάστρου(11). Η κυριαρχία των Γκίζη στα νησιά του Αιγαίου διατηρήθηκε ως το 1390 που πέθανε το τελευταίο μέλος της οικογένειας, ο Γεώργιος ο Γ’. 

Η θέα απο το χαμηλό περιτείχισμα και τις πολεμίστρες είναι αριστούργημα, αγκαλιάζει όλη τη Χώρα με τα μικρά ορθογώνια σπίτια, τις δεκάδες εκκλησίες, φτάνοντας μέχρι κάτω, στη θάλασσα. Στο κέντρο του οικισμού διακρίνονται οι δισυπόστατες: με τους δύο μεγάλους λευκούς τρούλους η Μητρόπολη της Παναγίας της Κοιμήσεως και του Αγ. Ιωάννου Θεολόγου, και δίπλα η Ανάληψη του Κυρίου και ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Ψηλότερα, στην κορυφογραμμή του λόφου οι ανεμόμυλοι που άλεθαν για τη Χώρα, προσδίδουν στο τοπίο μια ξεχωριστή αύρα που μαγνητίζει το βλέμμα. Το εντυπωσιακό συγκρότημα αποτελούσαν παλιότερα δεκατρείς ανεμόμυλοι, από τους οποίους σήμερα υπάρχουν σε καλή ή κακή κατάσταση οι έντεκα(12), ενώ από τις επάλξεις του βραχόκαστρου φαίνονται οι δέκα. 

Οι ώρες που σουρουπώνει είναι μαγικές, όσο λιγοστεύει το φως ο τόπος αλλάζει, τα χρώματα το ίδιο, μέχρι το λευκό να γίνει πορτοκαλί κ’ έπειτα να ντυθεί στο βαθύ κόκκινο και να χαθεί. Το βράδυ, με τον ιδιαίτερο φωτισμό, αναδεικνύεται ακόμα περισσότερο και το θέαμα συναρπάζει. Ακριβώς κάτω από το Κάστρο είναι το μετόχι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου της Πάτμου, στο υπέρθυρο του οποίου υπάρχει άλλη μια επιγραφή ανακαίνισης. Η συνέχεια της γνωριμίας με τη Χώρα φέρνει τα βήματά σας στο ‘’τσαγγαράδικο’’, που εκτός από καφέ προσφέρει και φαγητό στο πλατειάκι, όμορφο σημείο για ξεκούραση. Αξίζει να δείτε το πραγματικό παλιό τσαγκαράδικο εξοπλισμένο με τα αυθεντικά εργαλεία της εποχής, το παραδοσιακό κουρείο, και να ‘’μεταφερθείτε’’ για λίγο στην προπολεμική εποχή. Όλα τα καταστήματα στην Χώρα, είναι μικρά, περιποιημένα, πλουτίζουν και ‘’χρωματίζουν’’ με την παρουσία τους τη κεντρική πλακόστρωτη οδό, σχεδόν οπουδήποτε, μπορείτε να σταματήσετε για ψώνια, φαγητό ή απλά για έναν καφέ.

Στο Πλατεάκι βρίσκεται ένα σπάνιο αρχιτεκτονικό σύνολο, η τρίδυμη εκκλησία του Σταυρού και των αγίων Θωμά – Θαλλελαίου, μάλιστα στην εκκλησία του Αγίου Θαλλελαίου υπάρχει η εικόνα της Θεοτόκου Οδηγήτριας, έργο του Κρητικού ιερέως Ιωάννη Σκορδίλη γόνου της μεγάλης οικογένειας των αγιογράφων Σκορδίληδων που εργάστηκαν σε διάφορα μέρη των Κυκλάδων(13). Η Χώρα, ευτυχώς, είναι αντάξια της φήμης της όχι μόνο επειδή κρατάει σφιχτά την κληρονομιά της χωρίς αλλοιώσεις και κακόγουστες παρεμβάσεις, αλλά γιατί αποτελεί υπόδειγμα προς μίμηση για το πώς πρέπει να διατηρούνται διαχρονικά οι οικισμοί σε όλα τα νησιά μας. Θεματοφύλακας, η Αρχαιολογική Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού, που με συνεχείς ελέγχους, έσωσε την κωμόπολη από την ανοικοδόμηση. Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι ότι σήμερα οι επισκέπτες μπορούν να δουν την μακρόχρονη πορεία της Χώρας από τον βράχο – Κάστρο προς τους ελεύθερους σχηματισμούς στους Μύλους, όπου συνυπάρχουν στο ίδιο οικιστικό σύνολο, όλων των τύπων του αμοργιανού σπιτιού: από το αγροτικό κατάλυμα στα Βορεινά, μέχρι τις ημιαστικές κατοικίες και τα αρχοντικά του 18ου και 19ου αιώνα. Αυτές οι παρουσίες καθιέρωσαν τη Χώρα σαν ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα ‘’ιστορικών διατηρητέων’’ οικισμών στο νησιωτικό Αιγαίο(14)

Ο φούρνος βγάζει ακόμα ψωμιά και παξιμάδια (και άλλα πολλά), που με λίγο ντόπιο σκληρό τυρί, (μυζήθρα και ‘’τυρί’’) θα γίνει ένα πρώτης τάξεως ελαφρύ γεύμα για την πεζοπορία, γιατί αλήθεια, ένα μεγάλο τμήμα από τα μνημεία της Αμοργού, θέλει περπάτημα. Η πλακόστρωτη οδός περνά από αρκετά σκεπαστά δρομάκια του οικισμού καταλήγοντας στην τελευταία και πολύτοξη ‘’εμπροστιάδα’’, που υποβαστάζει το ιστορικό αρχοντικό Ρούσου (19ος αι.), στην έξοδο (ή είσοδο) της ’’Απάνω Γειτονιάς’’ στην ανατολική πλευρά της Χώρας. Εδώ ακριβώς έχει φτάσει άσφαλτος και ο δρόμος πλέον είναι φαρδύτερος. Λίγα βήματα αργότερα, στο τέλος ενός μικρού στενού, βρίσκεται η σπάνιας αρχιτεκτονικής (τ.4 εκκλησίες μετά την Άλωση σελ 191 σημ. 51) δισυπόστατη τρίκλιτη θολωτή βασιλική της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα και του Αγίου Στεφάνου γνωστή περισσότερο σαν Φωτοδότη Χριστού, μετόχι της Ι. Μ. Χοζοβιώτισσας. 

Στο μικρό πλατειάκι μπροστά από τους ναούς είναι η προτομή του Παρθενίου Γ’ (1919 – 1996), Πατριάρχου Αλεξανδρείας και Πάσης Αφρικής ο οποίος έθρεφε μεγάλη αγάπη για την Αμοργό και βοήθησε πολύ το μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας. Έτσι λοιπόν, για να τον θυμούνται οι νεώτεροι στήθηκε αυτό το μνημείο. Η θέα προς το βραχόκαστρο και προς τη Χώρα από αυτό το πλάτωμα ή από την στέγη των μισογκρεμισμένων βοηθητικών κτηρίων στο πλάι της εκκλησίας είναι υπέροχη. Μακάρι να σας δοθεί ο χρόνος και η ευκαιρία να έρθετε το πρωί για τη θεία λειτουργία. Εκτός του ό,τι θα βρείτε ανοιχτούς τους ναούς, για να θαυμάσετε και εσείς το χρυσωμένο τέμπλο (1840) του Φωτοδότη, τις εικόνες (17ου αι.), και τα βημόθυρα του εκ Χίου(15) ιερέα, αγιογράφου και ξυλογλύπτη Σταμάτιου Θύτη (1610 – 1628), θα γνωρίσετε τον ηγούμενο της Μονής Χοζοβιώτισσας, αρχιμανδρίτη Σπυρίδωνα Δεναξά, που τελεί τη λειτουργία καθημερινά.

Αμέσως μετά, στον κεντρικό δρόμο βρίσκεται το περίφημο Σχολαρχείο Αμοργού, Γυμνάσιο στις μέρες μας, από τα πρώτα σχολεία που λειτούργησαν στην ελεύθερη Ελλάδα το 1829, σύμφωνα με την σκαλισμένη σε μάρμαρο ιδρυτική επιγραφή, πάνω από την είσοδο. Στο τέλος του δρόμου δεξιά σας, λίγο πριν τον κατηφορικό δρόμο για την παραλία της Αγίας Άννας είναι ο Καλογερικός, η πιο διάσημη πλατεία της Αμοργού, και ένα από τα ομορφότερα μπαλκόνια του Αιγαίου. Ονομάζεται έτσι γιατί εδώ βρισκόταν πρώτος στη σειρά των δεκατριών ανεμόμυλων της Χώρας, αυτός που ανήκε στην Χοζοβιώτισσα, στους καλόγερους δηλαδή. 

Εδώ πάνω περπάτησε και μέθυσε από την ομορφιά ο Νίκος Καζαντζάκης που ήρθε προπολεμικά στο νησί, έκανε παρέα με ψαράδες, περήφανος άγνωστος συγγραφέας, το ίδιο συνέβη και με τον ποιητή μας, Γιώργο Σεφέρη που αγάπησε την Αμοργό, και εκείνο τον Αύγουστο του 1961, ατενίζοντας τη θέα προς τη σκούρα θάλασσα έγραψε τη ρίμα: «Λεπίδι που με χτύπησες, ήσουν το νιο φεγγάρι, στη γέμισή του κόκκινο, στη χάση του κουφάρι». Και ο Χατζιδάκις είδε τον λαμπερό απ’ τ’ άστρα ουρανό, ο Αρκάς (από την Ασέα) Νίκος Γκάτσος πάλι, ενώ δεν ήρθε στο νησί έδωσε το όνομα ΑΜΟΡΓΟΣ στη μια και μόνη ποιητική του συλλογή, που μετά από πολλές δεκαετίες επεξεργασίας, την έχουμε στα χέρια μας. Ίσως, αν είχε έρθει, οι στίχοι να εκφράζανε περισσότερο Αιγαίο, παρά το όνομα. Έχουμε δείγματα ποιητών που γράφουν πάρα πολλά και που δεν προσθέτουν τίποτε, όχι μόνο στην ποίηση, αλλά ούτε καν στη δική τους ποιητική παρουσία. Ο Γκάτσος το απέφυγε αυτό. Έγραψε ένα μόνο έργο, όταν αυτό το λέει ο Μάνος Χατζιδάκις (που ήρθε στην Αμοργό), τότε ο λόγος, και η ποίηση εν προκειμένω έχει ειδικό βάρος. 

Λένε πως σαν έρθεις στο νησί και δεν δεις τη Χοζοβιώτισσα, δεν έχεις δει τίποτα, και πράγματι έτσι είναι. Η αθέατη Μονή που κρύβει στα σωθικά της τα ‘’μυστικά’’ μιας ορθόδοξης καταγωγής, είναι χτισμένη στη νότια κάθετη πλευρά του βουνού Προφήτης Ηλίας. Κατηφορίστε με τα πόδια από τον Καλογερικό απ’ όπου ξεκινά το μονοπάτι Νο1 με την ονομασία(16), ‘’Παλιά Στράτα’’, και σύντομα θα βρεθείτε λίγο πριν τη διασταύρωση (δστ. στο εξής) με τον ασφαλτόδρομο που πάει στην Αγία Άννα. Μπορείτε επίσης να οδηγήσετε μέχρι τον ευρύχωρο χώρο στάθμευσης, ακολουθώντας τις πινακίδες από την είσοδο της Χώρας προς: ‘’Μονή Χοζοβιώτισσας’’ – ‘’Αγία Άννα’’.

Γνώρισμα των νησιών του Αρχιπελάγους είναι τα έντονα χρώματα, μα σαν έρθετε όπως πρέπει πρωί, την ώρα που χαράζει, αυτά είναι περισσότερο από ποτέ έντονα. Οι πορφυρές ακτίνες του ήλιου πέφτουν με δύναμη στα απόκρημνα κάθετα βράχια που περιζώνουν την ασκητική αετοφωλιά της Ι. Μ. Παναγίας της Χοζοβιώτισσας κοκκινίζοντάς, κάνοντας τα να λάμπουν, θαρρείς έχουν πάρει φωτιά, εμπρός από τον βαθύ γκρεμό, του παλιού ‘’Δαιμονότοπου’’. Τέτοιος θεαματικός τόπος, ακόμα και για μοναστήρι, είναι σπάνιο. Δίπλα στον χώρο στάθμευσης, είναι ένα λιθόκτιστο κτήριο στο εσωτερικό του οποίου υπάρχουν πάγκοι για ξεκούραση, και ψύκτης για δροσερό νερό, που χρειάζεται για την 20λεπτη πεζοπορία. Προσέξτε την πινακίδα στην είσοδο που δίνει οδηγίες για το ντύσιμο, τηρούνται αυστηρά. Η αλίμενη ακτή φαίνεται ακόμα πιο άγρια καθώς ανεβαίνετε από το φαρδύ, στρωμένο με πέτρα, μονοπάτι με τα τριακόσια πενήντα σκαλιά, ενώ όσο πλησιάζετε, δέος και μεγαλείο κατακλύζουν την ψυχή στην όψη των λευκών γεωμετρικών όγκων της Μονής. Σε +/- 20΄λεπτά φτάνετε στην είσοδο του μοναστηριού που είναι αφιερωμένο στα Εισόδια της Θεοτόκου. Τριγύρω κατακόρυφος γρανίτης και βαθύς απύθμενος γκρεμός με το μπλε – πράσινο της θάλασσας να προσπαθεί με το χρώμα να ισορροπήσει, να ημερέψει το τοπίο. 

Ολόλευκο μέσα στα ερυθρωπά βράχια φαίνεται σαν να στηρίζεται απ’ τις θεόρατες αντηρίδες ή ‘’σκάρπες’’, όμως όχι, αυτές έτσι κι’ αλλιώς είναι νεώτερες, ενώ η Χοζοβιώτισσα, στέκει εκεί από τα χρόνια των ‘’Εικονομάχων’’ (8ος - 9ος αι.). Έτσι ορίζει η χρονολόγηση μιας τουλάχιστον οικοδομικής φάσης(17) και η τοπική, ζωντανή ως σήμερα, προφορική διήγηση, που συνδέει το όνομα με τον τόπο προέλευσης της εικόνας. Τα Χόζοβα ή Χόζοβο σήμερα γνωστά ως Χοζιβά ή Κοζιβά στους Αγίους Τόπους, στην περιοχή WadiQilt της Ιεριχούς, όπου σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες των βυζαντινών χρόνων, υπήρχαν από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους σημαντικά ορθόδοξα μοναστήρια(17α), ενώ στις μέρες μας, επιβιώνει ακόμα η Ι. Μ. Αγίου Γεωργίου Χοζιβά. Σύμφωνα με άλλη, παλιότερη παράδοση, που αναφέρει(18) ο Tournefort όταν ήρθε εδώ, τον Σεπτέμβριο του 1700: «Οι [εκατό(18α) σύμφωνα με την αναφορά του], μοναχοί της Αμοργού διαδίδουν ότι το μοναστήρι ιδρύθηκε όταν ανακαλύφθηκε μια θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, ζωγραφισμένη σε ξύλο, που φυλάσσουν στην εκκλησία τους ως σπουδαίο κειμήλιο. Διατείνονται ότι η εικόνα αυτή, αφού βεβηλώθηκε στην Κύπρο και έσπασε σε δύο κομμάτια, μεταφέρθηκε ως εκ θαύματος από τη θάλασσα μέχρι τη βάση του βράχου της Αμοργού. Σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, τα κομμάτια ενώθηκαν από μόνα τους. Φαίνεται πως η εικόνα είχε επιτελέσει στο παρελθόν και εξακολουθεί να επιτελεί ακόμη πολλά θαύματα.». Ιδιαίτερη σημασία για την ανασύσταση του ιστορικού της Μονής και τον προβληματισμό που προκαλεί η χρονολόγησή(19) της, έχει η πληροφορία που διέσωσαν και οι τέσσερις παραλλαγές της παράδοσης, ότι «η Μονή ιδρύθηκε από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου τον Αλέξιο Α’ τον Κομνηνό στα 1088». 

Έχοντας προηγουμένως γνωρίσει από κοντά τον σεβάσμιο Ηγούμενο Σπυρίδωνα, μας περιμένει στην είσοδο του ανδρικού μοναστηριού ο πατέρας (π. στο εξής) Δημήτριος, συνοδεία του οποίου πραγματοποιήσαμε τη γνωριμία με τον περίπλοκο χώρο. Η χαμηλή και στενή θύρα της νεώτερης εισόδου οδηγεί στα άδυτα του οκταώροφου συγκροτήματος που έχει μήκος σαράντα μέτρα, και πλάτος που δεν ξεπερνά τα πέντε!, μέσα από δεκάδες στενά, πέτρινα σκαλοπάτια, και ξύλινες σκάλες, που δικαιώνουν την προσωνυμία ‘’Μονή των Σκαλών’’. Το δαιδαλώδες εσωτερικό χαρακτηρίζουν οι καμάρες και τα τόξα, άλλα παραδοσιακά βυζαντινού τύπου και άλλα οξυκόρυφα που μαρτυρούν την ανακαίνισή της στα χρόνια της Βενετοκρατίας(20). Στα άδυτα της Μονής εντυπωσιάζει η στενότητα και ταυτόχρονα η χρηστικότητα των θέσεων που είναι χτισμένο ή τοποθετημένο κάθε τι. 

Στους κάτω ορόφους είναι λίγα δωμάτια για τους νεαρούς ντόπιους βοηθούς των μοναχών, που κοιμούνται εδώ, ειδικά την καλοκαιρινή περίοδο που υπάρχουν μεγαλύτερες ανάγκες. Οι κοιτώνες γειτνιάζουν με το μονόχωρο παρεκκλήσι του Αγίου Γερασίμου του εν Ιορδάνη, ενώ σε άλλον όροφο βρίσκεται ο παλιός λιθόχτιστος φούρνος που έπαψε να λειτουργεί από τότε που αφαιρέθηκε η περιουσία(21) της Μονής και σώθηκαν οι σοδιές στα κελάρια. Πιο πάνω είναι το μπαλκονάκι που με μια τροχαλία ανεβοκατεβάζουν τα χρειαζούμενα για τη διατροφή. Σε όλους του χώρους και τα εναπομείναντα κελλιά επικρατεί η απόλυτη τάξη και καθαριότητα, ενώ εντύπωση προκαλούν τα πολύ χοντρά δοκάρια, οι ξυλοδεσιές, τα παλιά δάπεδα, όλα από ένα εξαιρετικά σκληρό και ανθεκτικό ξύλο, την «φείδα», ένα είδος αγριοκυπάρισσου, η ανάλυση του οποίου ίσως αποσαφηνίσει την χρονολόγηση της οικοδόμησης της Μονής(22)

Στο μεγάλο ευρύχωρο μπαλκόνι, βρίσκεται το μαγειρείο,όπου ο π. Φιλάρετος προετοιμάζει τα γεύματα, και το μακρόστενο κτήριο της τράπεζας που ακόμη φιλοξενεί στο παλιό τραπέζι τους μοναχούς τις καθημερινές, και τους πιστούς τις γιορτινές μέρες. Πιο ψηλά, στο εσωτερικό, το Καθολικό με τα κειμήλια και τη μεγάλη εικόνα της Χοζοβιώτισσας, γνωστή ως «Κτητόρισσα», και ως «Παναγία η Μαυρομάτα», ενώ δεξιά, η μικρότερη εικόνα η «Κυρία η Χοζηβίτισα» με την επωνυμία «η Ταξιδιώτισσα». Και οι δύο φυλάσσουν ακόμα το μυστικό της τέχνης και της χρονολογίας τους κάτω από τα νεώτερα αργυρά καλύμματα (23).

Δίπλα από το Καθολικό, το μικρό μπαλκονάκι, όπως και το μεγαλύτερο προηγούμενο, δίνουν μιαν ανάσα από την στενότητα των χώρων, η θέα φτάνει κατ’ ευθείαν βαθιά στο πέλαγος, ενώ πιο κοντά, ανταμώνει τα απόκρημνα βράχια και το νησάκι ‘’Μικρό Βιόκαστρο’’ (0,005 τ.χλμ.) που τονίζει όσο ποτέ, την παρουσία του μέσα στη γαλαζοπράσινη, προς την ακτή, θάλασσα. Για τη δημιουργία τους γράφει («Αμοργιανά» τ. 11, σελ 53) ο δάσκαλος Νικήτας Βασσάλος: «Άπιστοι κι’ αλλόθρησκοι πειρατές πήραν τα πλοία τους και πήγαν να ληστέψουν το Μοναστήρι, όταν όμως έφτασαν κάτω απ’ αυτό, η Παναγία τα ‘’πέτρωσε’’, κι’ έτσι έχουν μείνει μέχρι σήμερα. Είναι το μικρό και το μεγάλο Βιόκαστρο» (προφορική παράδοση).

Η Εκκλησιαστική Συλλογή Αμοργού, βρίσκεται σ’ έναν βραχοσκέπαστο χώρο, το σκευοφυλάκιο, όπου μεταφέρθηκαν παλιές προθήκες και πλαίσια, δωρεά του Μουσείου Μπενάκη, με χειρόγραφα γραμμένα σε περγαμηνή και χαρτί. Επίσης, διαθέτει βιβλιοθήκη με πολύτιμους κώδικες των βυζαντινών χρόνων, ακόμα και χειρόγραφα σε μικρογραφίες, που συγκαταλέγονται μεταξύ των σπανιότερων και πλουσιοτέρων της νησιωτικής Ελλάδας(24). «Συγκεντρώσαμε στο μοναστήρι κάθε απομεινάρι» είπε ο πατήρ Επιφάνιος Αρτέμης (ο προηγούμενος ηγούμενος, σήμερα μητροπολίτης Θήρας, Αμοργού και Νήσων), στον τότε πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Κωστή Στεφανόπουλο που επισκέφθηκε τη μονή τον Ιούνιο του ’98, μένοντας εκστασιασμένος από τον πλούτο των κειμηλίων. Η ξενάγησή μας ολοκληρώνεται μόνον όταν περνάμε από το αρχονταρίκι, όπου οι νεαροί βοηθοί προσπαθούν με κόπο να ετοιμάσουν, λουκούμι, ρακί, και νερό για να δροσίσουν, όσο γίνεται, τους επισκέπτες. Σπάνια θα βρεθείτε μόνοι σας στους χώρους του μοναστηριού ή στο καθολικό, μια που περισσότεροι από εξακόσιοι επισκέπτες έρχονται καθημερινά το καλοκαίρι για να θαυμάσουν τη μονή και το τοπίο, γιαυτό, όσο πιο νωρίς καταφθάσετε, τόσο καλύτερα. Η μονή γιορτάζει στις 21 Νοεμβρίου. Οι τρεις μοναχοί, ο καθείς υπεύθυνος για συγκεκριμένες εργασίες φροντίζουν και διακονούν το λειτούργημά τους με περισσή αγάπη και ευγένεια προς τους αναρίθμητους προσκυνητές, μάλιστα ο δόκιμος π. Δημήτριος μας ανέφερε ότι πολλές φορές φτάνουν ή ξεπερνούν τους εξακόσιους ημερησίως!. 

Όλη η Αμοργός διαθέτει με σήμανση, έξι μονοπάτια και ενδεικτικές πινακίδες με τους χρόνους. Μια αξιόλογη προσπάθεια που δίνει τη δυνατότητα στον περιηγητή, να διασχίζει το νησί μέσα από τις παλιές στράτες, ενώ όλες οι διαδρομές είναι έτσι διαμορφωμένες που περνούν απ’  όλους τους αρχαιολογικούς χώρους, τους πύργους, τις εκκλησίες, τις ιερές μονές, και τους παλιούς ξεχασμένους οικισμούς. Πολλοί φυσιολάτρες, ξεκινούν από εδώ την διαδρομή Νο1, που αναφέραμε πιο πάνω, (η αρχή της είναι από την πλατεία «Καλογερικού»), βαδίζοντας πάνω στο άσβηστο χνάρι της Παλιάς Στράτας, το δρόμο, που σε όλη την ιστορία του νησιού περπατήθηκε από τους Αμοργιανούς και τα υποζύγιά τους όσο κανείς άλλος, αφού εξυπηρετούσε τη Χώρα με την Αιγιάλη, τα χωριά της, και αντίστροφα. 

Στην ανατολική έξοδο του μοναστηριού είναι ο πέτρινος περίβολος, η αυλόπορτα με το χαμηλό συρματόπλεγμα που βγάζει στο πηγάδι, (παλιότερα είχε και τη μικρή άσπρη / κόκκινη ενδεικτική πινακίδα), και η συνέχεια του περίφημου ‘’καλογερικού δρόμου’’, που όσο τον διασχίζετε τόσο δέχεστε την αρχέτυπη αύρα της περασμένης αγροτοποιμενικής κοινωνίας που ζούσε και ευημερούσε με ευλάβεια σ’ αυτά τα μέρη, πριν την έλευση της οικονομίας των τουριστών. Πεζοπορώντας θα περάσετε το παλιό ασβεστοκάμινο αρχικά, την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη Χρυσόστομου (αυτόνομο μοναστήρι παλιά), μετόχι της Μονής Χοζοβιώτισσας πάνω από τον όρμο του Μαστιχιά, την Παναγία τη Θεοσκέπαστη, (σκεπάζεται από θεόρατο βράχο), τον Άι Γιώργη ψηλότερα, φτάνοντας στην μεγάλη έκπληξη. Περίπου στη μέση της διαδρομής βρίσκεται το παλιό λιθόχτιστο Ξενοδοχείο, σ’ ένα σημείο που αγναντεύει όλους τους ορίζοντες και όπου παλιότερα λειτουργούσε ξενώνας για τους οδοιπόρους, με πρόνοια περιφραγμένου χώρου για τη φύλαξη των ζώων τους (ίσως η μοναδική στις Κυκλάδες τέτοια περίπτωση). «Δεν είναι κακό να πούμε πως το Ξενοδοχειό βρίσκεται υπό κατάρρευση, καθώς ανυπεράσπιστο από τις εφορμήσεις των κατσικιών και του καιρού τις ιδιοτροπίες αποσυντίθεται αργά αλλά σταθερά. Είναι σίγουρο πως σε μερικά χρόνια στη θέση αυτού του εξαιρετικού μνημείου της Αμοργού δεν θα βλέπουμε παρά ένα σωρό πέτρες και τότε θα είναι πολύ αργά για αποφάσεις(25)».

Η πεζοπορία στην Παλιά Στράτα εκτός τις σπάνιες μυρωδιές από τα αγριολούλουδα που κατακλύζουν την ατμόσφαιρα εξελίσσεται σε πραγματικό, σπουδαίο μάθημα πατριδογνωσίας. Η αίσθηση του περπατήματος σε αυτό το τοπίο δεν αντικαθίσταται από την προσπέλαση με όχημα, άλλωστε μόνο ένα μικρό κομμάτι της διαδρομής είναι προσιτό, όμως αυτοί που το θέλουν, ας οδηγήσουν από τη δυτική έξοδο της Χώρας (Καλογερικός), προς Αιγιάλη για +/- 5 χλμ. Εκεί θα δείτε δεξιά την δστ. και τον ανηφορικό, όλο σαθρή πέτρα χωματόδρομο, τα άλλα τα αναλαμβάνουν η καλή σήμανση, τα τρακτερωτά λάστιχα, και η υπομονή σας.  

Ελάχιστα λεπτά από τη Μονή βρίσκεται το εκκλησάκι της Αγίας Άννας, δίπλα στην ομώνυμη περιοχή, σε ένα ευρύτερα γνωστό τοπίο, από το φιλμ του σκηνοθέτη Λυκ Μπεσόν ‘’Απέραντο Γαλάζιο’’, (The Big Blue), που ορισμένες σκηνές του γυρίστηκαν σε αυτόν ακριβώς το χώρο, με αποτέλεσμα την ισχυρή προβολή του νησιού σε όλο τον κόσμο. Κάτι που έμεινε από τότε, εκτός τα εκατομμύρια δολάρια στις τσέπες των αρχόντων του Χόλιγουντ, είναι ότι η Αμοργός έγινε αγαπημένος προορισμός Γάλλων τουριστών. Η εύκολη πρόσβαση τώρα πια, τότε ήταν δύσβατος χωματόδρομος όλο κοτρόνες και βράχια, προσελκύει αρκετούς κολυμβητές. Μέχρι το τοπικό λεωφορείο κατεβαίνει στο μεγάλο πλάτωμα, όπου υπάρχει καντίνα για δροσερό νερό, καφέ ή αναψυκτικά. Στον μικρό ορμίσκο υπάρχει δυνατότητα να ‘’δέσουν’’ ψαροκάικα και μικρότερες βάρκες, ενώ διαθέτει μια μικρούλα παραλία, ίσα – ίσα για να προχωρήσει ο κολυμβητής ‘’στα βαθιά’’, όμως σε όσους αρέσουν οι βουτιές, αυτό είναι ίσως το καταλληλότερο σημείο, μια που τα μεγάλα βράχια – πλάκες φτάνουν μέχρι πάνω από τη θάλασσα, δημιουργώντας έναν πρώτης τάξεως χώρο απ’ όπου η βουτιά ‘’με το κεφάλι’’ φαντάζει, και είναι, ελκυστική. 

Λίγα μέτρα πιο κει, μετά τα βράχια – νησίδες, από το χρώμα και μόνο διακρίνεται το διαφορετικό, απότομο βάθος. Είναι σημαντικό να γνωρίζετε ότι στα ανοιχτά αυτής της περιοχής υπάρχει ο ‘’υποθαλάσσιος χάνδακας’’, βάθους 720μ., το περίφημο ρήγμα της Αμοργού(26), που πολλοί επιστήμονες το θεωρούν υπεύθυνο για το μεγάλο σεισμό που έγινε ξημερώματα (05:12’), της 9ης Ιουλίου 1956. Το μέγεθος των 7,5 Richter του πρώτου, ακολούθησε δεύτερος ισχυρός μετασεισμός (7R) ύστερα από 13 λεπτά. Αυτή η δραστηριότητα είχε αποτέλεσμα να δημιουργηθούν τεράστια, για τα δεδομένα του Αιγαίου, σεισμικά κύματα, που έπληξαν την Αμοργό, την Αστυπάλαια και τη Φολέγανδρο, το ύψος των οποίων έφτασε τα 20 - 25, 20, 10 μέτρα αντίστοιχα, ενώ έγιναν αισθητά στην Πάτμο (4μ.), Κάλυμνο (3,6μ.), Κρήτη (3μ.), και στην Τήνο (2,7μ.).Αυτά τα σεισμικά φαινόμενα είχαν σαν αποτέλεσμα εκτός απο πολλές ζημιές, τις ομαδικές μετοικήσεις και από την Αμοργό, αφού η ανομβρία που ακολούθησε, στέρεψε τα πηγάδια γιατί τα νερά ξεβουΐστικαν, τόσο, ώστε οι καλλιέργειες οδηγήθηκαν σταδιακά σε συρρίκνωση(27). Η τελευταία ‘’επίσκεψη’’ στο ρήγμα(28) για επιστημονικούς σκοπούς, έγινε στην πρωινή κατάδυση (11:40’) του βιολόγου Επαμεινώνδα Χρήστου την Παρασκευή 22 Απριλίου 2005, στα πλαίσια της έρευνας «Ναυτίλος 2005». Σε αυτήν, συμμετείχε πολυπληθής ομάδα επιστημόνων του Ελληνικού Κέντρου Θαλάσσιων Ερευνών [ΕΛΚΕΘΕ, πρόεδρος Δρ. Γιώργος Χρόνης], με τη βοήθεια του βαθυσκάφους «Θέτις» (κυβερνήτης Α. Μάλλιος), και αρχηγό αποστολής τον διευθυντή του Ινστιτούτου Ωκεανογραφίας Δρ. Ε. Παπαθανασίου. 

Από τη Χώρα αρχίζουν όλοι οι επισκέπτες τη γνωριμία με το βόρειο τμήμα του νησιού, που περιλαμβάνει τους οικισμούς, Όρμος Αιγιάλης, Άνω και Κάτω Ποταμός, Θολάρια, Λαγκάδα και το συνοικισμό της Στρούμπο. Αυτό το τμήμα λόγω της εξαιρετικά πλούσια βιοποικιλότητας έχει ενταχθεί στο δίκτυο Natura (Φύση) 2000, μαζί με τα νησιά Κίναρος, Λέβιθα, και Μαύρα με κωδικό GR 4220012. Εκατό μέτρα όμως από τον χώρο στάθμευσης της Χώρας, προς την «Απάνω Μεριά», αριστερά σας, θα δείτε τη διακριτική σήμανση (μικρή άσπρη / κόκκινη πινακίδα) του πεζοπορικού μονοπατιού Νο2 με την ονομασία(29) ‘’Φωτοδότης’’, που περνά από τον παλιό ανεμόμυλο και συνεχίζει κατηφορικά προς τις Μηλιές, μια τοποθεσία με νερό και παλιά αγροκτήματα. Λίγο πιο κάτω υπάρχει το παλιό λιθόστρωτο που ακολουθώντας το, σας φέρνει στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης, το Πέρα Ραχίδι, φτάνοντας στον οικισμό Ξυλοκερατίδι, και τις παραλίες του, δίπλα από τα Κατάπολα. 

Μια πολύ ωραία πεζοπορία, όχι πάνω από μια ώρα (ω στο εξής). που σε συνδυασμό με τη διαδρομή Νο7 σχηματίζει μια ευχάριστη κυκλική πορεία(30), που καταλήγει πάλι στη Χώρα σε 2ω. Ακολουθώντας τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο για την Αιγιάλη, καθώς ανεβαίνετε όλο ψηλότερα τη ράχη του βουνού Προφήτη Ηλία, βλέπετε πολύ ωραίες εικόνες της Χώρας, σε μια διαδρομή που το μεγαλύτερο μέρος της είναι αρκετά ψηλότερα από τις ακτές δίνοντας την ευκαιρία να θαυμάσετε την πανοραμική θέα, που πολλές φορές φτάνει μέχρι τη Δονούσα και τη Νάξο, ενώ σε καθαρό ορίζοντα ο χώρος κλείνεται εντελώς από νησιά. Σε λίγα χλμ. κοντά στο δρόμο, και αριστερά, στη ράχη παλιών καλλιεργήσιμων χωραφιών σε αναβαθμίδες είναι η τοποθεσία Ρίχτι όπου στέκουν τα λείψανα ενός, από τους πολλούς αρχαίους πύργους, που υπάρχουν στο νησί, (εικοσιτρείς έως το 1999(31)). Στην ευρύτερη περιοχή της Αιγιάλης έχουν εντοπιστεί κατάλοιπα δέκα πύργων, ορθογώνιου και κυκλικού σχήματος, οι περισσότεροι σε απόμερες τοποθεσίες άλλοι κοντά σε ξωκλήσια, άλλοι μετασκευασμένοι ή ενσωματωμένοι σε κτήρια αγροτικής χρήσης. Τα λίγα κατάλοιπα και η απουσία συστηματικής έρευνας εμποδίζουν την εξαγωγή συμπερασμάτων για την αρχιτεκτονική τους μορφή(32)).

Κατηφορίζοντας, ολοένα πλησιάζετε δίπλα στη θάλασσα, ενώ η Νικουριά, με τον όγκο της (2,755 τ.χ., 345 μ. υψ.) και το γειτονικό μικρότερο Γραμπονήσι ή Άτιμο, (0,162 τ.χ., 84 μ. υψ.) πλημμυρίζουν το οπτικό σας πεδίο. Όσο άγρια φαίνεται τους χειμωνιάτικους μήνες με τους βοριάδες να σηκώνουν πελώρια κύματα ροκανίζοντας τα βράχια, τόσο ήρεμη είναι το καλοκαίρι, που κατακλύζεται από σκάφη και φουσκωτά. Μάλιστα, θεωρείται ένα από τα ωραιότερα αγκυροβόλια, μαζί με αυτό του δίαυλου της Αντιπάρου, στο Δεσποτικό, αν και είναι πιο ‘’ανοιχτή’’ στον καιρό και έχει πολλά αβαθή. Λίγο πιο κάτω είναι η δστ., που οδηγεί στη μοναδικής ομορφιάς παραλία Αγίου Παύλου, μια ολόλευκη πολυφωτογραφημένη λωρίδα γης που ‘’βουλιάζει’’ δειλά – δειλά μέσα στην πρασινογάλαζη  θάλασσα. Είναι το σημείο που πλησιάζει περισσότερο τη γειτονική Νικουριά, (στα νότια παράλιά της υπάρχουν υπολείμματα ναυαγίου) και το βραχώδες Στενό Κακοπέρατο, που μόνο το όνομά του, λέει πολλά για τα στοιχειά της θάλασσας. 

Η σπάνια αυτή περιοχή κατακλύζεται το καλοκαίρι από δεκάδες κολυμβητές, που βρίσκουν εδώ το ιδανικό καταφύγιο για τις βουτιές τους. Στο χώρο υπάρχει ταβερνάκι – καφενείο ενώ όσοι επιθυμούν κάτι πρωτόγνωρο, επιβιβάζονται στο καΐκι που καθημερινά κάνει τη διαδρομή και περνούν απέναντι, στη μεγάλη αμμουδιά της Νικουριάς, λίγο μακρύτερα από το εκκλησάκι της Παναγιάς. Με μικρή πεζοπορία σε αυτό τον υπέροχο τόπο θα βρεθείτε στην ευρύτερη περιοχή του Αγίου Παύλου, όπου έχουν εντοπιστεί αρκετές νέες κυκλαδικές θέσεις που ανάγονται στην 3η π. Χ. χιλιετία, με λείψανα οικιστικών εγκαταστάσεων, κατάλοιπα κατοικιών, ορατά λείψανα κυκλαδικών τάφων, καθώς και αρκετά πήλινα αντικείμενα(31), (κτερίσματα) προσφορές στους νεκρούς, που φυλάσσονται στην αρχαιολογική συλλογή Αμοργού, στη Χώρα. 

Λίγα παραλιακά χλμ., απομένουν για να έρθετε στον Όρμο της Αιγιάλης, η Γιάλη των ντόπιων, και τον ομώνυμο οικισμό, δεκαπέντε συνολικά χλμ., από τη Χώρα. Όλη η περιοχή που περάσατε (Άγιος Παύλος, νήσος Νικουριά), αλλά και αυτή που πηγαίνετε, έχουν περάσει με άριστα (όπως κάθε χρόνο), τις εξετάσεις του προγράμματος «Καθαρές Θάλασσες και Ακτές 2005 – 2006» που διευθύνεται από το ΥΠΕΧΩΔΕ και αφορά τη καθαρότητα και την ποιότητα της θάλασσας και των ακτών. Λίγο πριν μπείτε στην Γιάλη, ο δρόμος οδηγεί προς τον Άνω Ποταμό (100 μ. υψ.), ένα χωριό χτισμένο στις πλαγιές της Σελλάδας (597 μ. υψ.), με ζηλευτά παλιά μονόπατα, δίπατα σπίτια, ασβεστωμένες αυλές, όμορφη αρχιτεκτονική, και ένα μοναδικό μπαλκόνι με άπλετη θέα που απλώνεται σ’ ολόκληρο το τοπίο, τις αμμώδεις παραλίες η μεγαλύτερη εκ των οποίων διαγράφει ένα μεγάλο τόξο, μέχρι ψηλά στον ολόλευκο οικισμό Θολάρια. Υπάρχει μονοπάτι και δρόμος που κατεβαίνει στον Κάτω Ποταμό,την εκκλησία της Ανάληψης και από εκεί στον Όρμο. 

Το μεγάλο άνοιγμα του όρμου δεν ευνοούσε, όσο δεν υπήρχαν τα τεχνικά μέσα, τη δημιουργία λιμανιού γιατί ήταν τρομερά ευάλωτος στους βόρειους ανέμους. Μόλις το επέτρεψε η τεχνολογία έγινε το λιμάνι που σήμερα βλέπουμε. Ουδέν καλόν, αμιγές κακού, που λένε. Όταν κάποιος έχει περπατήσει και γνωρίσει τη Χώρα ή έστω, τα Κατάπολα, του κάνει τρομερή εντύπωση ο διαφορετικός προσανατολισμός και η ριζικά αντίθετη προοπτική που έδωσαν οι κάτοικοι του Όρμου της Αιγιάλης στον τόπο τους. Δυστυχώς δεν πρέπει να τρέφουμε αυταπάτες. Όλοι σκέπτονται με σοβαρότητα τον πολεοδομικό σχεδιασμό ενός εκτεταμένου χώρου με τρόπο τέτοιο που, θεωρητικά τουλάχιστον, να καλύπτει ανάγκες σε μακρινό ορίζοντα. Η αρχιτεκτονική πάλι προσπαθεί να δώσει σχέδια που να αναδεικνύουν, στην περίπτωσή μας, τη νησιώτικη αρχιτεκτονική φυσιογνωμία. Εδώ, φαίνεται ότι δεν ισχύει τίποτα από αυτά, αναδεικνύοντας το γεγονός, ότι η σκέψη και ο σχεδιασμός είναι αποστασιοποιημένος από την πρακτική και την υλοποίηση. Δεν είχαμε τη τύχη να την αντικρίσουμε τις περασμένες δεκαετίες, αλλά οι μαρτυρίες των επισκεπτών και των ντόπιων που έτυχε να γνωρίσουμε αναφέρονται σε έναν γραφικό όρμο με μικρά σπιτάκια, όμορφους κήπους, καλλιέργειες, σε μια μεγάλη κατάφυτη με ελιές και εύφορα περιβόλια, κοιλάδα που αναδείκνυε το αγροτικό τοπίο. Η αίσθηση που αποκομίζει όποιος για λίγο περπατά σ’ αυτή τη μικρή κωμόπολη μοιάζει με όλες τις αισθήσεις που μας κυριεύουν όταν βαδίζουμε σε μια κακοχτισμένη συνοικία· δυστυχώς σήμερα αυτό το συνονθύλευμα απόψεων και αρχιτεκτονικής δεν έχει σχέση με τον γραφικό οικισμό που αγάπησαν οι ποιητές μας και οι χιλιάδες επισκέπτες που πέρασαν από εδώ.

Παρήγορο είναι ότι ο μεγαλύτερος ελαιώνας της Αμοργού, που καλύπτει σχεδόν ολόκληρη την κοιλάδα, παραμένει έξω από την ψευδέστατη, με τον τρόπο που υλοποιείται, ‘’ολοκληρωμένη ανάπτυξη της υπαίθρου’’. Οι φιλόπονοι επισκέπτες, εφ’ όσον αγαπούν τη δράση, μπορούν να περπατήσουν σε όσα παλιά μονοπάτια σώζονται από την ασφάλτινη επέλαση. Ένα από αυτά, το Νο4 με την ονομασία(32) ‘’Μελανία’’, ξεκινά λίγο πριν τον Κάτω Ποταμό (υπάρχει μεγάλη ξύλινη πινακίδα), διασταυρώνεται για λίγο με τον κεντρικό (η δεύτερη είσοδος για το μονοπάτι) και συνεχίζει μέσω ενός καλοφτιαγμένου λιθόστρωτου προς την τοποθεσία ‘’Μυρίζοντας’’, εισέρχεται για λίγο στη Λαγκάδα, (40’ μέχρι εδώ, καλό είναι να πεταχτείτε στην πλατεία για δροσερό νερό), περνά το σημερινό ξεροπόταμο του Αρακλού, τον παραδοσιακό οικισμό του Στρούμπου που καταπραΰνει ότι άσχημο έχετε αντικρίσει, και αφού κάνει έναν μεγάλο περιπετειώδη κύκλο, φτάνει στα Θολάρια, κατηφορίζει μέσω Λευκών, για να καταλήξει στους Αγίους Θεοδώρους και τη ‘’Φωκιότρυπα’’,στην ακρότατη, σχετικά ήσυχη γωνιά της μεγάλης τοξοειδούς παραλίας της Αιγιάλης, που σε εκείνο το σημείο, ονομάζεται παραλία Θολαρίων, (2 – 3ω).

Παρ’ ό,τι παραμένει ο δεύτερος πόλος έλξης των επισκεπτών του νησιού, παρακινήστε τη συντροφιά σας και συντονιστείτε για τη γνωριμία με έναν από τους ωραιότερους προορισμούς της Αμοργού, την Λαγκάδα (προ του 1991 Αιγιάλη· προ του 1940 και Λαγκάδα, στα 200 μ. υψ.), που σε +/- 4 χλμ. φτάνετε στον ευρύχωρο χώρο στάθμευσής της.  Καλό σημείο συνάντησης και ανασυγκρότησης της παρέας είναι στον παράλληλο δρόμο όπου βρίσκεται η Λόζα, η κεντρική πλακοστρωμένη πλατεία, η αγορά του χωριού, κέντρο συνάντησης των κατοίκων με τα καφενεδάκια, τα πολύχρωμα λουλούδια στο δρόμο και στα μπαλκόνια, το παντοπωλείο ‘’Ο Μπέμπης’’, το πάντα ανοιχτόκαρδο καφενείο – ταβέρνα ‘’η Λόζα’’, της κυρίας Αρτεμισίας, το πιο πλατύ χαμόγελο του χωριού. Μια μικρή βόλτα στα στενά δρομάκια με τα δεκάδες σκαλοπάτια, θα σας αποκαλύψει την ενοριακή εκκλησία της Λαγκάδας την Αγία Σοφία με τους δύο τρούλους, και δίπλα της την Παναγία Ακαθή, η Αϊβαλιώτισσα των ντόπιων. Συνεχίζοντας θα νοιώσετε όλες αυτές τις ξεχασμένες μυρωδιές που αποπνέει ένας αμόλυντος τόπος και συνάμα θα εκθέσει στη ματιά σας δεκάδες γωνιές, έναν κόσμο ολόκληρο απείραχτο από ‘’προοδευτικές’’ επεμβάσεις.

Η θέση της Λαγκάδας είναι προνομιακή, ψηλά στο βουνό, όχι ιδιαίτερα μακριά από τη θάλασσα, ενώ από το μεγαλύτερο τμήμα της υπάρχει οπτική επαφή με ολόκληρο τον όρμο της Αιγιάλης. Από την τρουτσούλα ειδικά, η θέα απλώνεται παντού, και φτάνει να ελέγχει ακόμα και τα μονοπάτια. Όμως αυτή η δυνατή θέση δεν στάθηκε δυνατόν να της εξασφαλίσει την ησυχία, και όπως σε όλο το νησί έτσι και εδώ έφτασαν άλλες φορές με δόλο, οι πειρατές. Από τις πιο καταστρεπτικές επιδρομές, που γνώρισε το νησί, ήταν εκείνη των Μανιατών, στις 14 Οκτωβρίου 1797 με αρχηγό τον καπετάν Σκατούλη (αναφέρεται ως Στεκούλης), που λεηλάτησε άγρια κυρίως τη Χώρα καταληστεύοντας τους κατοίκους. Όσα συνέβησαν τότε, τα γνωρίζουμε από ποίημα αγνώστου στιχουργού στο οποίο με θαυμάσια περιγραφή και λεπτομέρειες αναφέρονται όλα όσα έγιναν(33). Είναι μεγάλο, όμως χαρακτηριστικοί στίχοι που δείχνουν την έκταση της λεηλασίας, και της δεινής καταστροφής λένε:

Πουλιά μη κηλαδήσετε, τα δένδρα μην ανθήτε,
της Αμοργού την συμφοράν πολλά να λυπηθήτε,
οπού ποτέ δεν ήλπιζε δια να την πατήσουν
Μανιάταις, τ’ άνομα σκυλιά, και να την αφανίσουν.

Να πάρουσι τα ρούχα των, και τα σκεπάσματά των,
κι’ όλα των τα μαλάμματα, και τα παπλώματά των.

Η πεζοπορία θα σας φέρει αρκετά πιο χαμηλά από τη Λόζα, στο μόλις έξι τ.μ. εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας πάνω στο βράχο του Κάστρου, στην τρουτσούλα της Λαγκάδας ανάμεσα απ’ το απόκρημνο και βαθύ φαράγγι, ομώνυμο του ποταμού Αρακλού, που παλιότερα κυλούσε εδώ τα πλούσια νερά του. Λίγο πιο κάτω συνεχίζει καλό λιθόστρωτο, που περνά την τοποθεσία ‘’Μυρίζοντας’’, ένας μεγάλος βράχος μέσα στη βλάστηση με μικρό ξύλινο σταυρό στην κορυφή, και καταλήγει κάτω, στον Όρμο.

Η παράδοση της Λαγκάδας λέει για τον ‘’Μυρίζοντα’’: «Πριν πολλά χρόνια, Ιούνιο μήνα, άντρες και γυναίκες θέριζαν στα «Καταφύδια», (σ.σ. το μεγάλο χωράφι στο κοιμητήριο της Λαγκάδας), και ενώ οι μεγάλοι ήταν απασχολημένοι, ένα μικρό παλικαράκι πήγε να αρμέξει τα λίγα κατσίκια της οικογένειας, ‘’τα μαρτίνικα’’. Καθώς γύριζε, άκουσε φωνές και πρόσεξε κάποιους άντρες να πλησιάζουν με προφύλαξη στο χωριό, τότε κατάλαβε ότι ήταν πειρατές. Φοβήθηκε, αλλά και νάτρεχε οι πειρατές θα το έβλεπαν και θα το έπιαναν. Κρύφτηκε τότε στον βράχο και με τη φλογέρα του, ‘’το λαβούτο’’, άρχισε να παίζει και να λέει τραγουδώντας: ‘’Κρυφτείτε καταφυδιανοί κι’ οι κλέφτες σας έπιασαν’’. Ακούγοντας οι κάτοικοι τον ήχο της φλογέρας και το τραγούδι, κατάλαβαν ότι κινδυνεύουν, έτρεξαν προς το Κάστρο της Αγ. Τριάδας και χτύπησαν τις καμπάνες. Ακούγοντας οι πειρατές όλη αυτή τη βοή κατάλαβαν ότι έγιναν αντιληπτοί, και αμέσως έψαξαν, βρήκαν το παιδί, που ακόμα κρυβόταν ανάμεσα στους βράχους, και το σκότωσαν». Από τότε, λέει η παράδοση, όποιος περνά από εκεί πρωί – πρωί, νοιώθει μια ευχάριστη μυρωδιά(34)

Η απότομη πλαγιά θα σας βγάλει στον κεντρικό δρόμο απ’ όπου φαίνεται, πάνω στην φυσική κοιλότητα του βράχου, η εκκλησία της Αγίας Τριάδας. Τα εξηνταπέντε σκαλοπάτια θα σας οδηγήσουν στο ναό άπ’ όπου η θέαση του  οικισμού, της κοιλάδας της Αιγιάλης και μακρύτερα, στα Θολάρια, είναι ανυπέρβλητη. Αυτοί που αγαπούν την πεζοπορία και την περιπέτεια που αυτή προσφέρει, θα βρουν σε όλο το νησί, ιδιαίτερα όμως στην ευρύτερη περιοχή της Λαγκάδας, τον παράδεισό τους. Ένα από ωραιότερα θρησκευτικά μνημεία της Αμοργού, η εκκλησία του Αγίου Ιωάννου Θεολόγου,βρίσκεται σε μια μαγική τοποθεσία μόλις μία ώρα από εδώ. Το βουνό Κρούκελλος (823 μ. υψ.) σας κοιτά αγέρωχο προτρέποντάς σε μια πολύωρη γνωριμία μαζί του. Η πορεία ξεκινά λίγο μετά το χώρο στάθμευσης, απο ένα  τσιμεντοστρωμένο δρομάκο με σκαλοπάτια που λίγο πιο κάτω, γίνεται λιθόστρωτο μονοπάτι, και σε κάποια στιγμή μια διχάλα του φεύγει δεξιά, προς τον προορισμό σας, (αριστερά πάει στην Παναγία Επανοχωριανή). 

Το ανηφορικό μονοπάτι με τα διαμορφωμένα σκαλοπάτια, στριφογυρίζει ανάμεσα στις ξερολιθιές, περνά από τη ‘’Λάκκα’’, κάποτε κοίτη του Αρακλού, το «Καλογερικό», ένα τμήμα της διαδρομής με πλούσια και ψηλή βλάστηση που κρατά σωτήρια σκιά, χρήσιμη τους καλοκαιρινούς μήνες, μέχρι που βγαίνει στο μεγάλο οροπέδιο όπου ακολουθεί ευθεία πορεία φτάνοντας στο αχρονολόγητο εκκλησάκι της Αγίας Βαρβάρας, με την εξωτερική οξυκόρυφη θολωτή δεξαμενή. Το νερό της είναι ακόμα χρήσιμο στους λιγοστούς κτηνοτρόφους της περιοχής (στους πεζοπόρους επίσης) που κρατούν εδώ αρκετά κατσίκια και γίδια τα οποία κάνουν αισθητή τη παρουσία τους με συνεχή κουδουνίσματα, ταράσσοντας με ήπιους τόνους την ησυχία της κοιλάδας. Η πρώτη οπτική επαφή με την εκκλησία του Θεολόγου ενθουσιάζει τους περιηγούμενους κάνοντας την προσέγγισή πιο εύκολη, περνώντας κοντά από αρκετές παλιές αγροικίες, κατοικιές των ντόπιων, ονομασία που ξεχωρίζει το αγροτόσπιτο από το σπίτι στο χωριό, που τη συναντάμε και σε άλλα νησιά (π.χ. Πάρος με ονομασία κατ’κές), και αφορά μόνο τις αυτόνομες, αυτάρκεις αγροτικές εγκαταστάσεις. Η εγκατάλειψη αυτού του δύσβατου σήμερα τόπου που κάποτε έσφυζε από ζωή, η μοίρα των παρατημένων χωραφιών πραγματικά αποκαλύπτουν τον εντελώς διαφορετικό τρόπο ζωής των ντόπιων και της κάποτε ακμαίας ‘’μέσα πατρίδας’’. Τα ερειπωμένα στις μέρες μας κτίσματα φορτίζουν και προκαλούν τα συναισθήματα. 

Σε λίγα λεπτά βρίσκεστε στη δστ. με τις μικρές λιθόχτιστες κατοικιές, μια εκ’ των οποίων, η ασπρισμένη, κατοικείται περιστασιακά από το Γιώργο Βασσάλο, ενώ δίπλα, στο παράσπιτο, θα δείτε κάποιες παλιές κυψέλες από μελίσσια. Ο Γιώργος είναι από τους λίγους κτηνοτρόφους και άριστος μελισσοκόμος που κάθεται εδώ την καλοκαιρινή περίοδο προσέχοντας και βοηθώντας το μοναστήρι, και τα μελίσσια του, πιθανόν να έχει και τα κλειδιά για να δείτε το εσωτερικό της εκκλησίας.

Προετοιμάστε την ψυχή σας για σπάνιες στιγμές, αφού όταν θα αντικρίσετε το μνημειακό συγκρότημα δεν θα είναι εύκολο να ανασύρετε κάτι παρόμοιο από τη μνήμη σας. Ανηφορίστε το φαρδύ μονοπάτι κι’ ανοίξτε την μεγάλη αυλόπορτα για να μπείτε στο πεντακάθαρο προαύλιο. Η τρίκλιτη βασιλική με τρούλο και καμαροσκέπαστη οροφή, αφιερωμένη στη μνήμη του Ευαγγελιστή Ιωάννη του Θεολόγου είναι μετόχι της Ι. Μονής Χοζοβιώτισσας. Ο περιφραγμένος χώρος γύρω από την κατάλευκη εκκλησία, τα βοηθητικά κτήρια, το μαγειρείο, τον φούρνο, και τους κοιτώνες, όλα μαζί, δημιουργούν μια οικεία αίσθηση. Η στιβαρότητα της κατασκευής τονίζεται ιδιαίτερα από τις δύο πλατιές αντηρίδες ή ‘’σκάρπες’’ στην νότια πλευρά, ενώ εντυπωσιάζουν οι πλάκες που εξέχουν από την ίδια όψη που πριν την ανακαίνιση, είχαν το ρόλο βάσης για τα πήλινα κιούγκια που οδηγούσαν το νερό στην δεξαμενή. Δυστυχώς καταστράφηκαν και σήμερα μοιάζουν περισσότερο με ‘’εφεύρημα’’ που έχει ρόλο ‘’σκαλοπατιών’’ που βοηθούν τους πιστούς να φτάνουν παντού για να ασπρίζουν κατά τη διάρκεια της ετήσιας συντήρησης, πράγμα που δεν ισχύει, γιατί από την άλλη πλευρά ανεβαίνει κανείς πανεύκολα. Στο βόρειο τμήμα του εφάπτεται με την μικρή ‘’Δουλωμένη’’ εκκλησία αφιερωμένη επίσης στον Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο. Η παράδοση αναφέρει για αυτή την παράξενη ονομασία ότι κατά τη θεία λειτουργία ο Ιερέας άφησε την τελευταία του πνοή. Από τότε η εκκλησία παραμένει αλειτούργητη ‘’δουλωμένη’’, περιμένοντας τον ήχο της σάλπιγγας που θα ηχήσει με την Δευτέρα Παρουσία, τότε που ο Ιερέας θα αναστηθεί, για να ολοκληρώσει τη Θεία Λειτουργία(35).  

Για την ανέγερση του ναού δεν υπάρχει καμία γραπτή ή προφορική μαρτυρία, που να προσδιορίζει με ακρίβεια τη χρονολογία ανέγερσης. Ο τύπος όμως της εκκλησίας, επιτρέπει να δεχθούμε, ότι η ανέγερση της πραγματοποιήθηκε μεταξύ του 7ου και 9ου αιώνα.(36). Άλλωστε, η συνέχιση της ακμής του αιγαιακού κόσμου ως το τέλος του 7ου αιώνα φαίνεται από το πλήθος των επισκοπών που υπάρχουν ακόμα και στα μικρότερα νησιά του Αιγαίου (Σάμος, Χίος, Κώς, Θήρα, Πάρος, Λέρος, Άνδρος, Τήνος, Μήλος, Αμοργός) που υπάγονται στη Μητρόπολη Ρόδου(37), επιτρέποντας να αποδεχθούμε την οικοδόμηση νέων εκκλησιών ακόμα και στην ταραγμένη περίοδο ανάμεσα στον 7ο και 9ο αι., σε δύσβατες, απομακρυσμένες περιοχές, όπως ο ναός του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου(38)Άλλο στοιχείο, με το οποίο προσδιορίζεται η περίοδος κατασκευής του ναού, έρχεται από την εποχή της Εικονομαχίας (726 – 843/867), που φαίνεται πως άγγιξε για καλά τα νησιά του Αιγαίου. Δεν είναι άλλο από τον μεγάλο, βυζαντινού σχήματος σταυρό, που είναι εντοιχισμένος στην Αψίδα του Αγίου Βήματος και που μέχρι πρόσφατα η ύπαρξή του ήταν άγνωστη, γιατί ήταν καλυμμένη με μεγάλη αγιογραφία της ‘’δέησης’’. Ο κεραυνός που έπεσε κατέστρεψε ένα τμήμα της, αποκάλυψε όμως την άνω αριστερή κεραία του Σταυρού, ο οποίος είναι κατασκευασμένος με οπτόπλινθους (συμπαγή, ψημένα τούβλα). Η ύπαρξή του καταδεικνύει τη χρονική περίοδο της Εικονομαχίας(39), τότε που είχε απαγορευθεί η προσκύνηση και η τοποθέτηση εικόνων στους ναούς(40). Δεν είναι η μόνη περίπτωση στην Αμοργό αφού έχουν αποκαλυφθεί ανεικονικές τοιχογραφίες (που συνδέονται με της Νάξου), στο αρχικό από τα τρία στρώματα του ναού της Ευαγγελίστριας κοντά στα Κατάπολα, ενώ πιθανή είναι η ύπαρξή τους σε άλλη εκκλησία του νησιού, όπου έγινε δοκιμαστική έρευνα για την αποκάλυψή(41) τους. 

Πάνω και αριστερά της εισόδου υπάρχει αναμνηστική σκαλιστή σε μάρμαρο μεγαλογράμματη επιγραφή ανακαίνισης του μοναστηριού με ημερομηνία «1718». Ακολούθησαν άλλες δύο, το 1962 με δαπάνη της Λαγκαδιανής Μαργαρίτας Μ. Γέρτου, και η τελευταία μεταξύ των ετών ’91 – ’92 με πρωτοβουλία του προηγούμενου ηγουμένου της Μονής Χοζοβιώτισσας, π. Επιφάνιου Αρτέμη(42). Το εσωτερικό του ναού δεν έχει τοιχογραφίες άλλες εκτός του εσωτερικού του αγίου βήματος που και αυτές έχουν υποστεί μεγάλη καταστροφή, εντυπωσιάζει όμως λόγω της ωραίας θολωτής οροφής. Το Άγιο Βήμα χωρίζεται με ένα νεώτερο μαρμάρινο τέμπλο ενώ υπάρχουν ενδείξεις (σημεία στήριξης, σπασμένα μαρμάρινα κομμάτια, με εγχάρακτο σχέδιο παγωνιού), ότι και το παλιότερο ήταν μαρμάρινο. Κάτω από την τοιχογραφία των Ιεραρχών υπάρχει σύνθρονο, ένα σπουδαίο αρχιτεκτονικό μέλος που το συναντάμε συνήθως σε ναούς των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Για τη σημασία του σύνθρονου ο Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων υπογραμμίζει ότι «είναι τύπος Δεσποτικού θρόνου, επάνω στο οποίο εκάθησε ο Χριστός, αφού προηγουμένως νίκησε τον κόσμο, με τη σταυρική θυσία του, αναστήθηκε, και στη συνέχεια αναλήφθηκε». Μέχρι σήμερα, τα σπουδαιότερα σύνθρονα είναι της Εκατονταπυλιανής στην Πάρο, και της αγίας Ειρήνης Κωνσταντινουπόλεως. Με την απλότητά της, επίσης εντυπωσιάζει, η Αγία Τράπεζα, που στηρίζεται σε δύο κίονες. Στην κορυφή του ενός τοποθετήθηκε αρχαϊκό κιονόκρανο ενώ στον άλλον μαρμάρινο τμήμα, λαξευμένο σε παραλληλεπίπεδο ορθογώνιο σχήμα. Πάνω τους στηρίζεται η πλάκα της Αγίας Τράπεζας. 

Στον εξωτερικό χώρο παλιότερα υπήρχαν τα κελλιά των μοναχών και δύο φούρνοι. Με τις εργασίες επισκευής που έγιναν τη δεκαετία του ’90 φτιάχτηκε ο ένας φούρνος, (που μπορεί να ψήσει 45 κιλά ψωμί), ισοπεδώθηκαν όλα τα υπόλοιπα δίνοντας τη θέση τους στην μεγάλη πλακόστρωτη αυλή, ενώ λίγο πιο κάτω, μέσα στο μοναστηριακό κτήμα υπάρχει το μεγάλο πετράλωνο. Τη ματιά σας κερδίζουν οι μεγάλες τετράγωνες καπνοδόχοι που το καλλιτεχνικό πνεύμα και η μαεστρία του μάστορα τις έκανε αληθινό έργο τέχνης που το πάνω τμήμα τους αποτελείται από πιθάρια και στόμια αυτών, που ‘’χωνεύονται’’ μέσα στην κατασκευή. Η θέα από εδώ, αλλά και προς τα έξω μετά την περίφραξη, προς το ύψωμα που βρίσκεται η βάση για τις καμπάνες είναι πραγματικά προνομιακή. Ο επισκέπτης, αν μάλιστα το έχει προβλέψει, μπορεί να κάθεται με τις ώρες να την απολαμβάνει. Μπροστά σας ξεδιπλώνεται με δύναμη η μεγάλη και εντυπωσιακή μακρόστενη οροσειρά του όρους Κρούκελος ή Κρικέλα που οι διακλαδώσεις του απλώνονται απ’ άκρου εις άκρο σ’ ολόκληρο το νησί, και που όσο φτάνει η ματιά σας, διατρέχεται από ένα δαίδαλο ξερολιθιών που οριοθετούν τις ιδιοκτησίες, ενώ στο βάθος και ψηλότερα το βλέμμα αιχμαλωτίζεται από τους ανεμόμυλους, στη θέση «Μαχός», πάνω από τη Λαγκάδα. Αυτή η μεγάλη κοιλάδα αποτελούσε ζωτικό και εύφορο αγροτικό χώρο, για κάθε οικογένεια που είχε εδώ τα δικά της αμπέλια ενώ ξεχωριστά, έσπερναν στάρι, κριθ