ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ (17738 λέξεις)

ΝΗΣΟΣ ΝΙΣΥΡΟΣ (αρχ. Πορφυρίς – Κισσηρίς ή Κισσηρούσα )

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Φεβρουάριος 2009 

 «Γεωλογικό και Πολιτιστικό Διαμάντι» 

Πολύπλοκες και αναμφίβολα μακροχρόνιες γεωλογικές διεργασίες έχουν επιδράσει στη σημερινή μορφή του ελληνικού αιγαιακού χώρου. Φτάνει να αναλογιστεί κανείς ότι τα νησιά, τα οποία με βεβαιότητα κατοικήθηκαν από τη νεολιθική εποχή, δεν είναι παρά οι κορφές των βουνών της καταποντισμένης Αιγηίδας. Συγκλονίζει το γεγονός ότι σε αυτές τις κορφές αναπτύχθηκαν από τους νησιώτες τα ταξίδια, η ναυτοσύνη και η εξόρυξη πετρωμάτων για την κατασκευή εργαλείων και αγαλμάτων.  Όλα αυτά συντελέσανε στο να δημιουργηθεί ο πρώτος και ο πιο θαυμαστός πολιτισμός του κόσμου ο πολιτισμός του Αιγαίου, ο οποίος όχι μόνο μεταφέρθηκε στη στεριά αλλά εξακολουθεί να δεσπόζει εντυπωσιακός ως τις μέρες μας εκεί που γεννήθηκε, στα νησιά.

Στο σύνολό της, η αναδυόμενη Νίσυρος κατάφορτη με έναν ιδιαίτερο πολιτισμό είναι ένα από αυτά, ίσως το σπουδαιότερο, στο οποίο μπορούμε με σχετική ακρίβεια όχι μόνο να προσδιορίσουμε αλλά και να αντικρίσουμε πληθώρα από αυτές τις γεωλογικές διεργασίες. Επί το πλείστον ορεινή, σχεδόν στρογγυλή, βρίσκεται ανάμεσα από την Κω (10 ν.μ.) την Τήλο (8 ν.μ.) και μόλις 9 ν.μ. από τις γειτονικές μικρασιατικές ακτές. Ζει, κινείται και αναπνέει γύρω από το ηφαίστειο στις εκρήξεις του οποίου οφείλει τη δημιουργία και την ύπαρξή της. Πέρα από το κοινό γενικό ή ακόμα από το ειδικό επιστημονικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει, καθότι είναι η πιο χαρακτηριστική και ενδιαφέρουσα ηφαιστειακή μορφή στον Ελλαδικό χώρο, είναι επίσης πολύ όμορφη, με αλώβητα και ιδιαίτερα σπάνια, φυσικά χαρακτηριστικά. Όλη αυτή η μαγευτική περιβαλλοντική προίκα σε συνδυασμό με τον πλούσιο λαογραφικό πολιτισμό της προσδίδουν μια μοναδική φυσιολατρική και μνημειακή ταυτότητα με την οποία ξεχωρίζει ανάμεσα στο πολύνησο της Νότιας Δωδεκανήσου.

 Για όσους επισκέπτονται πρώτη φορά τη Νίσυρο είναι σχεδόν βέβαιο ότι κάτι έχουν ακούσει για το αξιοθέατο, επισκέψιμο και πολυθρύλητο ηφαίστειο το οποίο καλύπτει θεαματικά όλες τις εντυπώσεις που αποκομίζουν οι ταξιδιώτες στην ολιγοήμερη παραμονή τους. Αντικρίζοντάς το, αντιλαμβάνονται ότι δικαιολογημένα τη χαρακτηρίζει τόσο έντονα, ενώ, πολλές φορές συγκαλύπτει αρκετά από τα άλλα ποιοτικά χαρακτηριστικά της. Δεν είναι δα συνηθισμένη εμπειρία να περιηγηθείτε σε έναν μοναδικό γεώτοπο και στο νεώτερο από τα μεγάλα ηφαίστεια της Ελλάδας. Όμως εξίσου δύσκολο είναι να παραβλέψει κανείς τις απόκρημνες, ηφαιστειακής προέλευσης ακτές, τις αρκετές παραλίες με μαύρο βότσαλο ή τις λίγες, γλυκύτατες και εξαιρετικής ομορφιάς, αμμουδιές που απλώνονται στην ακτογραμμή της. Επίσης τα τρία κάστρα ή τα τέσσερα κατοικημένα χωριά της τα οποία διατηρούν αλώβητο το μεγαλύτερο κομμάτι της αξεπέραστης αισθητικής τους. Εκπλήσσουν επίσης κάθε καλοκαίρι οι αξέχαστες μουσικές βραδιές και τα πολιτιστικά δρώμενα που οργανώνει ο Μορφωτικός, Πολιτιστικός, Εξωραϊστικός Σύλλογος Νισύρου, (Μ.Π.Ε.Σ.Ν.). Συναυλίες του Νίκου Παπάζογλου, Σαββόπουλου – Παπακωνσταντίνου, Ξαρχάκου στο ηφαίστειο, συντροφιά με άλλα μουσικά σχήματα όπως του Θανάση Γκαϊφύλια, θεατρικές και παραστάσεις θεάτρου σκιών, μουσικές βραδιές, παραστάσεις με χορούς από άλλες περιοχές κ.ά. Δεν είναι αδιάφορη η εκπληκτικής ποικιλίας φύση της, τα ιαματικά λουτρά της, τα κατάλοιπα του απώτερου παρελθόντος με τα παλαιοχριστιανικά μνημεία και οι εκκλησιές ή τα μοναστηράκια των νεώτερων χρόνων. Αυτά, αναδεικνύουν μέσα από τη συνεχή λατρεία, τους ευσεβείς κατοίκους και τις από αιώνες χριστιανικές καταβολές τους. Αδιάψευστοι μάρτυρες γι αυτό οι σκιές της Παναγίας Σπηλιανής προστάτιδας του νησιού του Σταυρού στο Άργος, του Αι Γιάννη Θεολόγου στα Νικιά, του Ταξιάρχη στον Εμπορειό, της Παναγίας Κυράς και τόσων άλλων που η αύρα τους αγκαλιάζει τους οικισμούς, θαρρείς, ευλογώντας τους.

Οι ακτοπλοϊκές συνδέσεις είναι σχεδόν καθημερινές ειδικά από τη Ρόδο και την Κω χωρίς να λείπει και η κατ’ ευθείαν από Πειραιά (βλ. πρακτικές πληροφορίες). Οι πρώτες εντυπώσεις είναι αυτές ενός καταπράσινου νησιού με πεζούλες και αναβαθμίδες για τις καλλιέργειες (ταύλες των ντόπιων) κατάφυτο με βελανιδιές, πρίνους, συκιές, αγραμυτ(θ)ιές αλλά και καλλιεργημένες ελιές, αμυγδαλιές. Φτάνοντας στο λιμάνι του Μανδρακίου τα πρώτα κτήρια που αντικρίζετε, είναι το ιταλικό διοικητήριο∙ ξεχωρίζει από την αρχιτεκτονική του φόρμα, η Καζέρμα όπως λέγεται, ένα από τα έργα των Ιταλών χτισμένο το 1935. Σήμερα στεγάζει την αστυνομία και το λιμεναρχείο.Παρά την ξενόφερτη μορφή τους σχεδόν όλα τα αποικιακά οικοδομήματα που υπάρχουν στα λιμάνια της Δωδεκανήσου χτίστηκαν με επιμέλεια, ντόπια υλικά και παραδοσιακές τεχνικές. Σχεδόν δίπλα του, το πρόσφατα μερικώς ανακαινισμένο ξενοδοχείο «Ρομάντζο» μια παλιά μονάδα που λειτουργεί ακόμα, θυμίζοντας τα πρώτα αναπτυξιακά βήματα σε όλο το Αιγαίο, την εποχή που ακόμα τα κτίσματα δεν επηρέαζαν με την ύπαρξή τους το νησιώτικο τοπίο. Αποτελεί προάγγελο για την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική την οποία θα συναντήσετε σε κάθε σας βήμα, θυμίζοντας ότι πέρα από τις φανταχτερές χλιδάτες υποδομές, υπάρχει και η ήπια άποψη της ανάπτυξης που σφιχταγκαλιάζει το ιδιαίτερο χρώμα κάθε τόπου. Απέναντί του, με όμορφες αναλογίες στέκει ο τρουλαίος ναός του νεομάρτυρα Αγίου Νικήτα του Νισυρίου (Νίσυρος 1716 – Χίος 1732) περιστοιχισμένος από χρωματιστές πικροδάφνες και ωραίο σκιερό πλατειάκι. Ο ναός θεμελιώθηκε στις 27 Ιουλίου 1953 κοντά στην ερειπωμένη παλαιοχριστιανική βασιλική του Άι Θεολού (Άγιου Ιωάννη Θεολόγου) στην ομώνυμη θέση σε σχέδια του αείμνηστου καθηγητή αρχιτεκτονικής και ακαδημαϊκού Αναστάσιου Ορλάνδου. Οι εικόνες του ιστορήθηκαν από τον Νισύριο ζωγράφο Γεώργιο Κ. Σακλαρίδη (1956 – 1958) ενώ το δρύινο ξυλόγλυπτο τέμπλο είναι έργο του αρχιτέκτονα Ευστάθιου Τσίκα.

 Ο παραλιακός δρόμος σε λίγες εκατοντάδες μέτρα σας φέρνει στο γοητευτικό Μαντράκι την πρωτεύουσα όπου είναι μαζεμένη όλη η τουριστική υποδομή του νησιού. Στα χρόνια μας η πλαστική φωτεινή ‘’ανάπτυξη’’ έχει κάνει την εμφάνιση της και εδώ, ευτυχώς χωρίς υπερβολές. Θα περάσετε δίπλα από το λιμανάκι του Αγίου Σάββα, όπου, τα τελευταία καλοκαίρια, διαμορφώθηκε μια όμορφη παραλία με άμμο η μοναδική μέσα στον οικισμό, χρήσιμη και γρήγορη διέξοδος δροσιάς στις μεγάλες ζέστες του Αυγούστου. Ο αρχαίος λιμένας που αναφέρει ο Στράβων έχει προσχωθεί πριν πολλούς αιώνες, πιθανόν όμως ήταν εδώ στη θέση «Λίμνες», στην εύφορη περιοχή του Μανδρακίου κοντά στη γειτονιά του Αγίου Σάββα. Ο οικισμός και τότε απλωνόταν ανατολικά στο πλάτωμα του λόφου έως την θαλάσσια απότομη πλευρά του στην οποία δεν έχουν ακόμη πραγματοποιηθεί έρευνες. Βέβαιη όμως είναι η ακμή του στην αρχαϊκή και κλασική περίοδο από τα πλούσια ευρήματα των νεκροταφείων της περιοχής που ήταν σε χρήση από τον 7ο αι. π.Χ. έως τους πρώιμους ρωμαϊκούς χρόνους. Μεταξύ των ευρημάτων είναι και δύο ανάγλυφες επιτύμβιες στήλες, χρονολογημένες στα μέσα του 5ου αι. π.Χ., σήμερα στο αρχαιολογικό μουσείο της Κωνσταντινούπολης(1). Στην ίδια γειτονιά βρίσκεται η Γιαννίδειος Εστία ένα μεγάλο κτήριο, δωρεά του Νισύριου ευεργέτη Νικολάου Γιαννίδη στη γενέτειρά του. Μέχρι πρόσφατα ο χώρος χρησίμευε για την φύλαξη των αρχαιολογικών ευρημάτων του νησιού, από εφέτος όμως, μετά τις μετατροπές, τις εργασίες έκθεσης των συλλογών του και την πρόσληψη φύλακα λειτουργεί ως αρχαιολογικό μουσείο.

Σύντομα θα βγείτε στη μεγάλη πλατεία Ηρώων με το γοητευτικό βοτσαλωτόαρκετά καταστήματα και κίνηση. Μέχρι εδώ επιτρέπονται τα οχήματα ανάλογα βέβαια την εποχή της επίσκεψης, το δίμηνο πάντως Ιουλίου - Αυγούστου είναι από δύσκολο έως αδύνατο να περάσει αυτοκίνητο. Για μοτοσυκλέτα ή ποδήλατο υπάρχουν περιθώρια, ρωτώντας πρώτα ώστε να μην βρεθείτε σε δυσάρεστες εκπλήξεις. Αμέσως μετά είναι ο παλιός ανεμόμυλος – κατοικία, ενώ παρακάτω το «Λευκαντιό» ονομασία που έλκει από τις μπουγάδες που άλλοτε ήταν απλωμένες στον ήλιο να στεγνώσουν και η συνοικία «Πηαούλι» με το πηγάδι. Σε αυτό το σημείο η παραλιακή οδός σταματά, οπότε πλέον συνεχίζει κανείς με τα πόδια. Στην πορεία, σας εντυπωσιάζουν οι ολόλευκες ασπρισμένες παραδοσιακές κατοικίες, τα χρωματιστά πορτοπαράθυρα, οι γλάστρες με τα πολύχρωμα λουλούδια και λίγα δεντράκια τα οποία στολίζουν την πεζοπορία. Κάθε ανοιχτή εξώπορτα αποκαλύπτει λευκά κεντητά ή υφαντά κουρτινάκια ενώ η καθιερωμένη συνήθεια της κουβέντας και των ιστοριών για το νησί επαναλαμβάνεται και εδώ με τις χαρούμενες συντροφιές καθισμένες στις πεζούλες και τα κεφαλόσκαλα. Ένα ανθρωπογενές περιβάλλον που εκπέμπει αγάπη για τον συνάνθρωπο. Σπάνια περίπτωση σε μια χώρα που οι δουλειές δεν τελειώνουν ποτέ και οι κουβέντες περιορίζονται σε ένα κοφτό καλημέρα, στην καλύτερη περίπτωση. Ησυχία και μια γαλήνια ατμόσφαιρα ηρεμίας διακρίνει το χωριό και τους πρόσχαρους, φιλόξενους κατοίκους.

 Σε λίγα λεπτά θα βγείτε στην «τάβλα του γιαλού» στα ριζά του θεόρατου βράχου, όπου προβάλλει το Ιπποτικό κάστρο στο άλλοτε μικρό λιμανάκι, το κέντρο του χωριού, η καλύτερη πιάτσα. Εδώ ήταν η σκάλα, εδώ το τελωνείο, τα εμπορικά, τα καφενεία, εδώ ρίχνανε το σταυρό τα Θεοφάνεια. Σήμερα, η τσιμεντοστρωμένη πλατειούλα ενώ δίπλα, κοντά στη θάλασσα, δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά, κάποια ερείπια σπιτιού και το μονοπάτι που κυκλώνει το αγριωπό ακρωτήρι οδηγώντας στους «χοχλάκους», τη μοναδική μεγάλη παραλία του χωριού με μαύρα γυαλιστερά βότσαλα. Η ονομασία προέρχεται από τον θόρυβο που κάνουν τα βότσαλα (χόχλος) καθώς η θάλασσα τα ‘’ρουφάει’’ και τα ξαναβγάζει στην παραλία. Ίσως αυτή θα είναι η πρώτη σας επαφή με ηφαιστειακό υλικό, αφού αυτές οι κροκάλες, χιλιάδες χρόνια πριν λειανθούν από τη δράση της θάλασσας, ήταν πετρώματα που δημιουργήθηκαν από την έκχυση μάγματος στο βυθό της θάλασσας. Είναι τα παλαιότερα που παρατηρούνται στο νησί. Αρκετά νεότερα, αλλά παρόμοια με αυτά, περισσότερο εντυπωσιακά μάλιστα, θα δείτε στη νότια πλευρά του νησιού, στο Αυλάκι και στην Αγ. Ειρήνη (βλ. παρακάτω).

Στο γειτονικό ολόλευκο φρεσκοασπρισμένο κτήριο στεγάζεται το πλουσιότατο σε εκθέματα από όλα τα προσκυνήματα του νησιού, εκκλησιαστικό μουσείο. Ρώσικης προέλευσης παλιά Μανουάλια (Μανάλια) του 1740, αντίγραφο του μαρμάρινου τέμπλου της Παναγίας Σπηλιανής, το τέμπλο του Αγίου Νικολάου από το κοιμητήριο Μαντρακίου, δεκάδες εικόνες και βιτρίνες με τάματα, η αναμνηστική μαρμάρινη πλάκα του κωδωνοστασίου της Σπηλιανής «ανηγέρθη δαπάναις Ασημένης Ι. Γιαννιού 1953», ιερά άμφια, ευαγγέλια, κεντητός επιτάφιος θρήνος από την Σπηλιανή, κολυμπήθρες, μεταλλικοί και ξύλινοι σταυροί ευλογίας, πολυέλαιοι αλλά και στολίδια νύφης, συλλογές δεκάδων νομισμάτων και χαρτονομισμάτων, κεραμικά κ.ά. συμπληρώνουν το πραγματικά αξιόλογο μουσείο.

 Τα στενά ρυμίδια (δρομάκια) του οικισμού οδηγούν ψηλότερα στις παλιές συνοικίες του «Λαγκαδιού» με τον ναό του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και της Αγίας Ευτυχίας (1765) της Καθολικής, όπως λέγεται, και του «Τρούλου», με πολύ ωραία παραδοσιακά σπίτια. Πραγματικά καθαρές και απλές αρχιτεκτονικές μορφές με ουσιαστικές «μικρές λεπτομέρειες» οι οποίες τονίζουν ιδιαίτερα την προπολεμική αντίληψη περί κατοικίας. Σε όλο το Μαντράκι θα δείτε τα όμορφα, σχεδόν ενωμένα ξύλινα χρωματιστά παραδοσιακά μπαλκόνια που παρά τα ολοένα αυξανόμενα τσιμεντένια επιμένουν να επαναδιαπραγματεύονται τη σχέση του χώρου με τον άνθρωπο και το χρόνο. Περιδιαβαίνοντας το χωριό πολλές φορές, θα έχετε την αίσθηση ότι μεταφερθήκατε πολύ πίσω σε αυτόν, στην εποχή που τα νησιά μας δεν είχαν ανάγκη τον τουρισμό και το οικιστικό περιβάλλον ανταποκρινόταν στις άμεσες ανάγκες των κατοίκων τους και όλα ήταν περισσότερο αυθεντικά. Είναι ωραία η αίσθηση που αποπνέει ο χώρος ενώ οι μικρές πλατειούλες με την περίτεχνη διακόσμηση που δημιουργεί η εναλλαγή λευκών και μαύρων βοτσάλων δίνουν χαρούμενες ανάσες στην πυκνή δόμηση.

 Στο ύψος της πολύ στενής εισόδου για το ιπποτικό κάστρο, προβάλει ο ναός της Παναγίας Ποταμίτισσας, μια χαρακτηριστική σταυροθολιακή βασιλική δωδεκανησιακού τύπου, η οποία τιμάται στο Γενέσιον της Θεοτόκου στις 8 Σεπτέμβριου. Το προσωνύμιο το οποίο απόκτησε η εκκλησία, η ενορία και η γειτονική πλατεία οφείλεται στον ποταμό – χείμαρρο που παλιότερα σχημάτιζαν τα νερά της βροχής, καθώς κυλούσαν από τις ψηλότερες συνοικίες. Η ένωσή τους γινόταν στη συμβολή των ρεμάτων, στη σημερινή εκκλησία και μετά χυνόντουσαν στη θάλασσα. Εδώ επίσης υπήρχε πυκνός καλαμιώνας, όπου σύμφωνα με την παράδοση, στο βάθος του, υπήρχε στα μέσα του 16ου αι. ένα ασκηταριό με το μικρό εικόνισμα της Γέννησης της Θεοτόκου. Έτσι στη θέση παλιότερου, μικρότερου ναού της Παναγίας υψώθηκε η περίλαμπρη σημερινή μητρόπολη της Νισύρου, η οποία ονομάζεται και «Γραία» γιατί προϋπήρχε της Παναγίας Σπηλιανής(2). Τα εγκαίνιά της σύμφωνα με νέα στοιχεία(3) έγιναν το 1730 από τον Κωνσταντίνο Μητροπολίτη Ρόδου. Η ιερά εικόνα δεν επιγράφεται ως Ποταμίτισσα, όπως θα περίμενε κανείς αλλά ως Οδηγήτρια. Σε κάθε περίπτωση αποτελεί το επίκεντρο προσκυνήματος χιλιάδων πιστών, εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Η επαργύρωση της έγινε το 1781 «υπό χειρός Ιωάννη Αναγνώστου» όπως αναφέρει η πεντάστιχη μεγαλογράμματη επιγραφή. Ο τεχνίτης είναι γνωστός Νισύριος ασημιτζής, έργα του οποίου έχουν εντοπιστεί στη Κάρπαθο, τη Ρόδο και την Τήλο(4). Το πλούσιο εσωτερικό του ναού διαθέτει πρόναο και μεγάλο γυναικωνίτη δείγμα της πολυπληθούς και αυστηρών ηθών κοινότητας. Στον κυρίως ναό τα επιβλητικά γοτθικά(5) νευρωτά σταυροθόλια, όσο συνηθισμένα και κλασικά να θεωρούνται στα Δωδεκάνησα, δεν παύουν να εντυπωσιάζουν τον ανύποπτο επισκέπτη, όπως άλλωστε επιτυγχάνει και η λαμπερή τοιχογράφηση η οποία έγινε σε τρείς περιόδους από ισάριθμους αγιογράφους (1920 Σ. Ζεγιάννης, 1930 – 1931 Κ. Σαλουκάκης, ιερέας της Νισύρου, 1984 – 1990 Ιωάννης και Ειρήνη Βλάχου Τζωρτζάκη(6)).  

 Ένα μικρό στενάκι σας ανεβάζει από δεκάδες σκαλοπάτια (129) στο Ιπποτικό κάστρο το λεγόμενο και ‘’Ενετικό’’ το οποίο δεσπόζει πάνω από τη θάλασσα και το Μαντράκι, περισσότερο γνωστό σαν Παναγία η Σπηλιανή από τη μονή που ιδρύθηκε στο εσωτερικό του. Και τα δύο μνημεία είναι χαρακτηρισμένα ιστορικά και διατηρητέα με απόφαση του Γενικού  Διοικητή Δωδεκανήσου (Φ.Ε.Γ.Δ. Νο 63) από 10/3/1951. Φαίνεται να είναι το σπουδαιότερο χτισμένο σε φυσικά οχυρή θέση στις απόκρημνες άκρες του ομώνυμου της μονής ακρωτηρίου και περιβάλλεται με τείχη σε όλες τις πλευρές. Το ανατολικό τμήμα βλέπει στον ανοχύρωτο οικισμό και επειδή δεν είναι τόσο απότομο έγινε εκεί η είσοδός του. Προστέθηκαν διάφοροι αμυντικοί πύργοι για την άμυνα, αφού μόνο από αυτό το μέρος μπορούσε να υποστεί επίθεση από εχθρό. Τμήμα των κατασκευών στη νοτιοδυτική πλευρά, ανήκουν σε ελληνιστικό τείχος. Η ιστορία του χάνεται στο βάθος του χρόνου, όμως γνωρίζουμε ότι στις αρχές του 14ου αι. το νησί διαθέτει τουλάχιστον ένα κάστρο. Έγγραφη απόφαση του Μείζονος Συμβουλίου της Βενετίας επιβεβαιώνει και μας πληροφορεί ότι το 1306 ο Ευγενής Βενετός Ιάκωβος Barozzi προσβάλλει το κάστρο της Νισύρου με τέσσερα καράβια, χωρίς αποτέλεσμα. Πιθανώς αυτό το κάστρο ήταν στο Μαντράκι ή το Παλιόκαστρο που γειτονεύει με αυτό)(7). Μεγάλο τμήμα της ιστορίας του αντικρίζει ο επισκέπτης στα οικόσημα των μεγάλων μάγιστρωνείναι εντοιχισμένα στους πύργους, τις εισόδους και τους πυργίσκους του κάστρου δείγμα της συνεχούς προσπάθειας των Ιωαννιτών Ιπποτών να το δυναμώσουν. Αρκετοί από τους μεγάλους μάγιστρους συνδέονται με το κάστρο και την οχύρωσή του, Jacques de Milly (1454 – 1461), Giovanni Battista degli Orsini (1467 – 1476), Pierre d’ Aubusson (1476 – 1503) και ο λόρδος Nicolo Dacorogna (μετά το 1468)(8). Ήταν άλλωστε το κυριότερο και πιο ισχυρό οχυρό του νησιού.

 Πρώτη έγκυρη γραπτή μαρτυρία για τα κάστρα της Νισύρου είναι η μαρτυρία του Φλωρεντινού φραγκισκανού μοναχού – περιηγητή Cristoforo Buontelmonti που την επισκέφθηκε στις αρχές του 15ου αι. κάνοντας λόγο για «πέντε φρούρια». Λίγα χρόνια νωρίτερα (1394) είχε περάσει ο Nicolo de Martoni αναφέροντας τρία κάστρα, ένα στην παραλία και δύο στο εσωτερικό του νησιού(9). Σε άλλο δημοσιευμένο(10) κείμενο στα Ελληνικά, με ημερομηνία 5 Νοεμβρίου 1453, αναφέρεται πως ο Μέγας Μάγιστρος De Lastic (1437 - 1454) έστειλε τρείς ταξιάρχους (διοικητές – διαχειριστές μεγάλων περιοχών) να δουν την κατάσταση των νησιών και να καταγράψουν τις ανάγκες. Εκεί, σε σύσκεψη με τους αξιωματούχους της Νισύρου αποφασίστηκε να δυναμώσουν τα πέντε κάστρα και παράλληλα να χτίσουν άλλο ένα στο μέσο του νησιού στην τοποθεσία Πέρβα, όπου υπήρχε μισοερειπωμένο παλιό βυζαντινό κάστρο. Το μεγάλο ενδιαφέρον τους πηγάζει από το γεγονός ότι Νίσυρος ήταν ένα από τα επίζηλα φέουδα και διέθετε μεγάλη παροικία δυτικών καθολικών. Ίσως έτσι εξηγείται η διαφορά των τριών του de Martoni (1394) με τα πέντε του Buontelmonti (αρχές 15ου αι.). Από αυτά σώζονται σήμερα στο Μαντράκι, στο Παλιόκαστρο και στην Παντονίκη (Εμπορειού), ενώ το κάστρο των Νικιών στη θέση «παρλέττια» έχει καταστραφεί, αντίθετα με του Άργους που διατηρεί κάποιες δύσκολες στον εντοπισμό οχυρώσεις.  

 Μέσα στο κάστρο βρίσκεται η Παναγία η Σπηλιανή, το δεύτερο καστρομονάστηρο της Δωδεκανήσου, μετά το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην Πάτμο. Εδώ είναι χτισμένη η περίφημη μονή προς τιμή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ένα από τα γνωστότερα προσκυνήματα της ορθοδοξίας στο νοτιοανατολικό Αιγαίο και λατρευτικό κέντρο της Νισύρου από τις αρχές του 18ου αιώνα. Τις γιορτές για τα 600 χρόνια της μονής το τριήμερο 4 με 6 Αυγούστου 2001 λάμπρυνε η παρουσία του Παναγιότατου Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου, υπάρχει η ανάλογη αναμνηστική πλάκα της επίσκεψης κάτω από το καμπαναριό, στο αριστερό μέρος της εισόδου της μονής. Η ίδρυσή έχει ως παλιότερο χρονικό σημείο το 1600 όπως αναφερόταν σε σφραγίδα «Παναγία Σπηλιανή η Νισυριά, 1600» και τον διορισμό ηγουμένου που εμφανίζεται σε χαμένο σήμερα έγγραφο(11). Είναι γνωστό άλλωστε ότι οι σφραγίδες των μοναστηριών ταυτίζονται με την αποπεράτωση και τη λειτουργία τους. Παρόλα αυτά όμως η μονή μπορεί να θεωρηθεί πως υπάρχει ήδη το 1523 που η Νίσυρος καταγράφηκε στα φορολογικά κατάστιχα των Τούρκων ως νησί των σύκων (Inzirli), πιθανόν από μονοκαλλιέργεια τους την οποία προωθούσε η Μονή της Παναγίας Σπηλιανής(12). Σύμφωνα με την παράδοση το 1400 στη θέση Βρετού, κοντά στα σημερινά λουτρά του δήμου Μανδρακίου, όπου σήμερα εικονοστάσι, βρέθηκε από έναν αγρότη η μικρή θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, την οποία με ευλάβεια οι κάτοικοι έφεραν στον ναό της Ποταμίτισσας. Με έκπληξη την επόμενη μέρα διαπίστωσαν ότι η εικόνα έλειπε. Την λύπη τους σύντομα διαδέχθηκε η χαρά όταν το εικόνισμα με θαυμαστό τρόπο μεταφέρθηκε στο σπήλαιο, στον τότε παλιό αχυρώνα. Έτσι, χάρη σε αυτό το περιστατικό και το θέλημα της Παναγίας χτίστηκε ο ναός της εκεί, στον απότομο βράχο, μέσα στο σπήλαιο(13).

 Το κτηριακό κτιριακό συγκρότημα είναι πολύ εντυπωσιακό με διαδοχικές φάσεις οικοδόμησης ανάλογα τις ανάγκες της ανδρικής αδελφότητας, η οποία σήμερα δεν υπάρχει. Άλλοτε όμως πολλοί μοναχοί διακονούσαν διασκορπισμένοι στα μετόχια της (Σιώνες, Παναγία Διαβατινή, Αρμάς, Νύμφιος, Σταυρός κ.ά.), ανταποκρινόμενοι με τον καλύτερο τρόπο στην αποστολή τους. Στους αιώνες που πέρασαν από την ίδρυσή της απόκτησε μεγάλη περιουσία, μάλιστα επί τουρκοκρατίας εκδίδει χαρτονόμισμα δέκα παράδων; για να διευκολύνει τις συναλλαγές μεταξύ των κατοίκων. Παρόμοια χαρτονομίσματα τυπώνονται και σε άλλα νησιά, όμως της Νισύρου ήταν δεκτά και σε άλλα νησιά,(14) αποδεικνύοντας με αυτές τις συναλλαγές την οικονομική δύναμη και την αξιοπιστία που την διέπει. Μέχρι τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα οι μοναχοί της δεν παύουν να μετακινούνται κυρίως προς τις ρωσικές πόλεις του Εύξεινου Πόντου, όπου ήδη είχε αρχίσει η εγκατάσταση του ελληνικού στοιχείου χάρη στην πολιτική της αυτοκράτειρας Αικατερίνης. Στην ουσία μιμούνται το παράδειγμα άλλων γειτονικών μονών, όπως του Πανορμίτη της Σύμης, του Αγ. Παντελεήμονα Τήλου, του Αγ. Ιωάννου Θεολόγου Πάτμου(15). Αυτό είναι ο λόγος που πολλά αφιερώματα στη μονή και στο μουσείο προέρχονται από τις παραδουνάβιες ηγεμονίες και τη Ρωσία. Σήμερα, στη θέση της πολυπληθούς αδελφότητας θα βρείτε τον ευγενέστατο αρχιμανδρίτη Στέφανο Καλλιστή που θα σας ξεναγήσει στους χώρους της δίνοντάς σας ένα ακριβές ιστορικό περίγραμμα συνοδευόμενο με διηγήσεις για τα θαύματα της Παναγίας. Το μοναστήρι διαθέτει πολλούς βοηθητικούς χώρους και κελλιά με δυνατότητα φιλοξενίας πενήντα προσκυνητών, κυρίως (ε)νιαμερίτισσες(16), για τις γιορτές του δεκαπενταύγουστου. Από την είσοδο του νεώτερου κωδωνοστασίου (1953) ο μακρύς διάδρομος οδηγεί στο αρχονταρίκι, την τράπεζα και κατόπιν στη σπουδαία βιβλιοθήκη με πλούσιο αρχειακό υλικό από το 1718 και εκατοντάδες βιβλία. Αυτά μαζί με πολλά εκκλησιαστικά σκεύη, πολύτιμες εικόνες, τάματα, αναθήματα ακόμα και κεραμικά σκεύη, αποτελούν τα κειμήλιά της, πολλά εκ των οποίων έχουν μεταφερθεί στο επισκέψιμο καθημερινά εκκλησιαστικό μουσείο, κάτω από το κάστρο.

 Το ενδιαφέρον του επισκέπτη προσελκύει το σπήλαιο όπου ο κυρίως ναός, με πρόναο, νάρθηκα και το παρεκκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους, γιορτάζει στις 10 Φεβρουαρίου. Η σκάλα με τα 35 σκαλιά που οδηγεί στο καθολικό κοσμείται από μαρμάρινα θωράκια παλαιοχριστιανικών εκκλησιών του νησιού. Η δροσερή φυσική σπηλιά με τις δεκάδες εικόνες, τα τάματα, τις πολυάριθμες καντήλες γεμίζουν ασφυκτικά το σπήλαιο υποβάλλοντας τον προσκυνητή.  Στη ματιά του ξεχωρίζει το σπουδαίας τέχνης ξυλόγλυπτο τέμπλο με επιγραφή του έτους κατασκευής του ΑΨΚΕ (= 1725) και η θαυματουργή αμφιπρόσωπη επαργυρωμένη εικόνα της Παναγίας Σπηλιανής φορτωμένη με τάματα, τοποθετημένη δεξιά της Ωραίας Πύλης, αντικανονικά από τις επιταγές της εκκλησιαστικής τάξης, στη θέση που έπρεπε να βρίσκεται η εικόνα του Χριστού. Στην πίσω όψη της εικονίζεται ημίσωμη η μορφή του Αγίου Νικολάου, έργο εξαίρετου ζωγράφου φιλοτεχνημένη στα τέλη του 14ου ή τις αρχές του 15ου αι. που ενισχύει την άποψη ότι το σπηλαιώδες εκκλησάκι υπήρχε κατά την ιπποτοκρατία(17). Η επαργύρωση σύμφωνα με επιγραφή έγινε το 1798 από τον Νισύριο καλλιτέχνη Παύλο Διακογεωργίου (αναγράφεται ως Γεώργιος Αναγνώστου) επί ηγουμενίας Αθανασίου Προσκυνητή. Σε αυτήν είναι ορατό το ογκωδέστερο αριστερό χέρι της Μεγαλόχαρης. Αυτό, μας παραδίδει η παράδοση ότι έγινε για να κρατήσει το αρχικό εικονισματάκι της Παναγίας που ακόμα βρίσκεται κρυμμένο κάτω από το χέρι της(18).

Εμπρός από τη θαυματουργή, φορτωμένη με τάματα εικόνα της βρίσκεται η περίαπτη χρυσάργυρη κανδύλα – περιστέρα η οποία φιλοτεχνήθηκε από τον Αντώνιο Πελοποννήσιο το 1763, ό ίδιος που νωρίτερα (1758) είχε ασημώσει την εικόνα του Αγίου Νικολάου στον ομώνυμο ναό του Εμπορειού στη Χάλκη(19). Ξεχωρίζει όχι μόνο για την απαράμιλλη τέχνη της αλλά κυρίως για την παράδοση που τη συνοδεύει. Αφιερώθηκε, λένε, από δύο ιερόσυλους κλέφτες, οι οποίοι κατάφεραν να μπουν στην εκκλησία για να λεηλατήσουν τα τιμαλφή, τα τάματα και τα κειμήλιά της. Ενώ όμως επιδίδονταν στο ανίερο έργο τους η πόρτα σφράγισε ερμητικά παγιδεύοντας τους μέσα στο ναό. Πανικόβλητοι αυτοί, τοποθέτησαν πίσω τα κλοπιμαία και ικέτεψαν την Παναγία να τους ελευθερώσει. Τότε, από ένα παράθυρο, μπήκε ένα λευκό περιστέρι και άνοιξε την σφραγισμένη πόρτα με το ράμφος του. Έτσι ελευθερώθηκαν και επέστρεψαν μετά από καιρό ως προσκυνητές με την καντήλα – περιστέρα, το αφιέρωμά τους στη Θεομήτορα(20).

Από το κάστρο η θέα στο Μαντράκι, στην «τάβλα του γιαλού» και στη θάλασσα που χαϊδολογά τον οικισμό  είναι  πανέμορφη. Φαίνονται σε όλη τους την έκταση τα κομψά τετράγωνα διώροφα σπίτια με τις επίπεδες χωρίς κεραμίδια στέγες, οι καμαροσκέπαστες εκκλησίες της Παναγίας Ποταμίτισσας και του Αγίου Ιωάννου Θεολόγου, τα στενά δρομάκια, η παραλία και το απέραντο γαλανό Αιγαίο με τα νησιά Γιαλί και Στρογγυλή. Μια από τις ομορφότερες εικόνες, ίσως η πιο χαρακτηριστική της πρωτεύουσας που κρύβει ακόμη αρκετές εκπλήξεις. Ανάμεσα στα στενά του, πολύ κοντά στο κάστρο, θα δείτε το αρκετά καλό Λαογραφικό μουσείο, το οποίο τονίζει τις παραδόσεις, με τυπική αναπαράσταση εσωτερικού του Νισυριακού σπιτιού, τα παραδοσιακά του έπιπλα, αντικείμενα καθημερινής χρήσης, υφαντά, κεντήματα, φορεσιές, πολλά χρηστικά κεραμικά, χειρόμυλους, κ.ά. Για του χειρόμυλους ειδικά να πούμε ότι ήταν απαραίτητο εργαλείο στο παραδοσιακό Νισυριακό σπίτι αφού τμήμα της σοδειάς, εκτός από αυτή που άλεθαν στον ανεμόμυλο, την φύλαγαν και την άλεθαν στο σπίτι, Τόσο το λαογραφικό όσο και το πολυθεματικό κυρίως εκκλησιαστικό είναι μαζί με το αρχαιολογικό και το νεότευκτο ηφαιστειολογικό στα Νικιά, τέσσερα μουσεία που πρέπει να δείτε ώστε να έχετε μια ευρύτερη εικόνα της αρχαιολογικής, εκκλησιαστικής, λαογραφικής και γεωλογικής ιστορίας του νησιού.

 Αναμφίβολα περιδιαβαίνοντας στα ρυμίδια θα δείτε το πανέμορφο δημαρχείο (1931), έργο μαστόρων από τη Σύμη, με την καταπληκτική βοτσαλωτή αυλή. Κατόπιν η ολόδροση σκεπαστή από τα φυλλώματα δύο γιγαντιαίων φίκων, κοσμοπολίτικη πλατεία της Ηλικιωμένης ή των γερόντων, αληθινό χάρμα οφθαλμών. Μικρούλα, μακρόστενη με πολλά καταστήματα επί το πλείστον καφενεία και την αξιόλογη Δημοτική Βιβλιοθήκη «δαπάνη Αρμόδιου Γιαννίδη» με σπάνιους τίτλους δωδεκανησιακής βιβλιογραφίας. Κοντά της βρίσκεται ο μικρός ναός του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, η παλιά μητρόπολη την εποχή της επανάστασης του 1821, ίσως πριν ακόμη να επεκταθεί η Ποταμίτισσα. Πάνω από την πλατεία είναι το Ζωσιμοπούλειο κατά κάποιο τρόπο το πολιτιστικό κέντρο των νέων της Νισύρου που πήρε το όνομά του από την δωρήτρια Νόρα Ζωσιμοπούλου. Όσο και να μην φαίνεται με την πρώτη ματιά, στο νησί υπάρχει γυμνάσιο – λύκειο με 56 μαθητές, δημοτικό με 54, Νηπιαγωγείο και παιδικός σταθμός με 30 παιδιά. Εδώ γίνονται οι περισσότερες πολιτιστικές εκδηλώσεις, θέατρο, κινηματογράφος, μαθήματα χορού ακόμα και 2ήμεροι γάμοι. Επίσης, στη γειτονική «Τράπεζα της Παναγίας» πραγματοποιείται η μεγάλη θρησκευτική γιορτή του δεκαπενταύγουστου. Την παραμονή μάλιστα, στις 14 Αυγούστου, που όλο το νησί νηστεύει μαζεύονται εδώ οι προσκυνητές για να δοκιμάσουν την φημισμένη «ρεβιτθάδα». Την επομένη, στις 15 μετά τη θεία λειτουργία κατεβαίνει η εικόνα από το μοναστήρι της Σπηλιανής σε όλο το Μαντράκι, καταλήγοντας εδώ για φαγητό (Πατάτες, ρύζι, κρέας, κοκκινιστά με κόκκινη σάλτσα). Το βράδυ γίνεται το πατροπαράδοτο γλέντι και το έθιμο του χορού της «Κούπας» όπου οι κοπέλες χειροπιαστές χορεύουν το νισύρικο ή νυσιριώτικο χορό «Εμπρός». Η πρώτη του χορού κρατάει καθώς χορεύει μια κούπα, όπου οι άντρες πανηγυριστές ρίχνουν χρήματα για τις γυναίκες, ώστε να μπούνε μπροστάρισες αυτές που θέλουν. Το ποσό που συγκεντρώνεται παραδίδεται στην μονή για τους σκοπούς της.  

 Το Μαντράκι ανατολικά φτάνει μέχρι το λιμάνι, όπου ξεκινούν δύο κυκλικές διαδρομές για τη γνωριμία με το υπόλοιπο νησί και οι δύο. Έχουν την ίδια κατάληξη διαφέρουν μόνο ως προς την κατεύθυνση. Η πρώτη φεύγει ευθεία προς Πάλους και ακολουθώντας τη διαδρομή προς Εμπορειό κατεβαίνετε στο Ηφαίστειο και συνεχίζοντας μέσω Ι. Μ. Σταυρού, ολοκληρώνετε τον κύκλο από χωματόδρομο έως το Παλιόκαστρο πάνω από το Μαντράκι. Η άλλη είναι αντίθετη, ξεκινάτε από το Παλιόκαστρο και από χωματόδρομο περνάτε την Ι. Μ. Σταυρού καταλήγοντας στο Ηφαίστειο, όπου άσφαλτος και μετά Εμπορειός, Πάλοι και Μαντράκι. Και στις δύο περιπτώσεις μια δστ. σας οδηγεί στα Νικιά.

Ο παραλιακός δρόμος προς τους Πάλους πάντως, προσφέρει μερικές από τις πιο ειδυλλιακές εικόνες του νησιού και ορισμένες όμορφες παραλίες κατά μήκος του δρόμου. Σε μικρή απόσταση (1,5 χλμ.) βρίσκονται τα δημοτικά φυσικά ιαματικά λουτρά υδροθειούχων αλιπηγών που αξιοποιούν τις θερμοπηγές, από όπου αναβλύζει νερό αναμεμιγμένο με ποικίλα γεωθερμικά ρευστά μεταξύ 30ο έως 60ο βαθμούς. Η ιδέα και η αξιοποίηση ξεκίνησε όταν ο Νισύριος κτηματίας Νικόλαος Αποστολίδης επισκέφτηκε διάσημους γιατρούς της εποχής για να θεραπεύσει κάποια δερματική του νόσο. Στην Κωνσταντινούπολη του συνέστησαν την καλύτερη θεραπεία … στα φυσικά θερμομεταλλικά νερά της γενέτειράς του. Επέστρεψε λοιπόν, έφτιαξε ένα απλό κτήριο εγκαθιστώντας μερικούς λουτήρες, έγινε καλά και δώρισε το 1870 αυτές τις πρώτες εγκαταστάσεις στην τότε κοινότητα. Με συνεχείς επεκτάσεις στα έτη 1885, 1895, 1911(21) και την καθοριστική ανακαίνιση του επιβλητικού διώροφου κτηρίου στις μέρες μας, έφτασαν να φιλοξενούν εκατοντάδες επισκέπτες, ειδικά τα καλοκαίρια, οι οποίοι βρίσκουν θεραπεία σε διάφορες παθήσεις του κυκλοφορικού, των αρθρώσεων αλλά και σε πολλά γυναικολογικά ή δερματικά προβλήματα. Εκτός των ευεργετικών θεραπειών, τα λουτρά τονίζουν ιδιαίτερα τον μοναδικό γεωθερμικό χαρακτήρα του νησιού, προσθέτοντας με τις αξιόλογες εγκαταστάσεις ιδιαίτερη αξία στον λεγόμενο ιαματικό τουρισμό.

Η συνέχεια του παραλιακού δρόμου σας φέρνει στη δστ. (4,0 χλμ.) προς τα ορεινά χωρία Εμπορειός και Νικιά (βλ. παρακάτω). Είναι καλό όμως να γνωρίσετε πρώτα τους Πάλους, ένα ωραίο σύνολο, ψαροχώρι από παράδοση, το οποίο ξεκίνησε από λίγα σπιτάκια στις αρχές του 19ου αι. για να εξελιχθεί σε ένα ζωντανό χωριό 160 κατοίκων. Σχεδόν όλος ο πληθυσμός του προέρχεται από τον ορεινό Εμπορειό σε μια αναγκαστική μετοικεσία όταν αυτός χτυπήθηκε από σεισμό το 1933 αναγκάζοντας πολλούς να βρουν διέξοδο στο έκπαλαι επίνειό του κοντά στη θάλασσα. Εκπλήσσει η πλήρης απουσία ψηλών οικοδομημάτων, οι υπερβολές των οποίων έχουν κάνει απωθητική την όψη πολλών παραλιακών οικισμών σε γειτονικά νησιά. Όλη η ζωή μαζεύεται γύρω από τον τρουλαίο ναό των Αγίων Αποστόλων (1953 – 1956), χτισμένο «δαπάνη της αδελφότητας Παναγία Θερμιανή»της Νέας Υόρκης, το ευρύχωρο λιμάνι του με τα δεκάδες σκάφη αναψυχής, τα κλασικά ψαράδικα και τα καφενεδάκια, εστιατόρια, τα οποία δημιουργούν μια πολύ ήρεμη, πραγματικά νησιώτικη χαλαρή ατμόσφαιρα. Από εδώ, κυρίως όμως από το Μαντράκι, αναχωρούν καθημερινά τα πλοιάρια για το νησάκι Γιαλί, ενώ ελάχιστα έξω από το χωριό και μέχρι τα «Θερμά» ξεδιπλώνεται μια κρυστάλλινη πεντακάθαρη αμμουδερή παραλία.

 Στη συνέχεια της παραλιακής, μέσα στο χωριό, θα δείτε ή μάλλον … θα μυρίσετε τον ομότιτλο παραδοσιακό φούρνο του Κώστα Καραγιάννη για φρέσκο ψωμί με προζύμι ή κάτι άλλο από τις νοστιμιές του για νάχετε να πορευθείτε. Η διαδρομή μετά τους Πάλους σας οδηγεί στο υπό πλήρη ανακαίνιση – αναπαλαίωση συγκρότημα των Ιπποκράτειων Ιαματικών Λουτρών. Την ονομασία τους έλκουν από τον θεμελιωτή της ιατρικής Ιπποκράτη (460 – 360 π.Χ), ο οποίος είχε στενές σχέσεις με τα «Θερμά» της Νισύρου. Εδώ ήταν το θεραπευτήριο, ο ναός του Ασκληπιού και της θεάς Υγείας, ενώ πολλά από τα κέρδη των κατοίκων στην αρχαιότητα προέρχονταν από τους επισκέπτες που έφταναν για να θεραπευτούν και να λάβουν μέρος στις θρησκευτικές γιορτές(22). Το τεράστιο συγκρότημα των υδροθεραπευτηρίων, το οποίο αποτέλεσε πρότυπο στην Ανατολή, ιδρύθηκε το 1895 από τον Δρ. Πανταλέοντα Παντελίδη με τη συνδρομή Νισυρίων της Κωνσταντινούπολης. Τους δόθηκε η ονομασία «Ο Ιπποκράτης» και στις πολυτελείς εγκαταστάσεις, εκτός τις πρωτοποριακές μεθόδους θεραπείας, γινόντουσαν ομιλίες, διαλέξεις για τη σωματική θεραπεία και την ψυχοπνευματική καλλιέργεια υπό τη συνοδεία «πιάνου και ασμάτων» από Ευρωπαίους καλλιτέχνες. Ο ιδρυτής δικαιώθηκε για την επιλογή του όχι μόνο γιατί πρώτη φορά λειτούργησε στα Δωδεκάνησα τέτοιας ποιότητας κέντρο φέρνοντας κέρδη σε όλο το νησί αλλά γιατί η Νίσυρος έγινε σε σύντομο χρονικό διάστημα συνώνυμη του πολύ καλού Ευρωπαϊκού υδροθεραπευτικού πολιτισμού και τουρισμού. Όπως αναφέρει η δημοσιογράφος του περιοδικού NationalGeographic Dorothy Hosmer «..(…) Το ηφαίστειο της Νισύρου αργότερα μου πρόσφερε μερικά αλησμόνητα ζεστά μπάνια κοντά στα ερείπια των θερμών λουτρών του Ιπποκράτη»(23). Σήμερα, περιμένουν την ολοκλήρωση της ανακαίνισης – αναπαλαίωσης από τον εγγονό του ιδρυτή κ. Ανδρέα Παντελίδη. Είναι βέβαιο πως η λειτουργία τους εκτός από δουλειά στους κατοίκους θα ανανεώσει το ενδιαφέρον για θεραπευτικό τουρισμό στο νησί, με ότι επακόλουθο θα έχει αυτό στην οικονομία της. Λίγα μέτρα νοτιότερα από τα κτήρια διασώζονται τα ερείπια από τα καμαροσκεπή ρωμαϊκά λουτρά  που αναφέρει ο Στράβων τον 1ο αι. ως «θερμά λουτρά». Σήμερα στον βραχώδη χώρο της θεμελίωσης διατηρείται η ζεστή πηγή και η μεγάλη καμαροσκεπή αίθουσα εντός της οποίας, δίπλα στο βράχο, έχει χτιστεί ο ναός της Παναγίας (1871) με το ευνόητο προσωνύμιο Θερμιανή.

 Η γαλήνη θα σας πλημμυρίσει στη διάρκεια της υπόλοιπης διαδρομής μέχρι τις Λυές, εκεί που ο δρόμος σταματάει και μια μεγάλη παραλία εμφανίζεται. Το φυσικό περιβάλλον, η πλούσια εναλλαγή τοπίων εκπέμπει μια απαράμιλλη ηρεμία. Άλλωστε, όπως θα παρατηρήσετε για κάμποσα χλμ., απουσιάζει οποιαδήποτε κερδοσκοπική παρέμβαση βλ. ‘’ανάπτυξη’’. Ήδη από το Μαντράκι μέχρις εδώ είναι εμφανές ότι παρά το ηφαιστειογενές έδαφός του σχεδόν όλη η παραλιακή ζώνη, κάποτε, ήταν γεμάτη καλλιέργειες αμυγδαλιάς, συκιάς και αμπελιών, εγκαταλειμμένες σήμερα. Πληθώρα δενδρώδους βλάστησης που τις περισσότερες φορές προέρχεται από παλιές γεωργικές καλλιέργειες σε αναβαθμούς καλύπτει και πλουτίζει το οπτικό σας πεδίο. Παρά τους κατά καιρούς σοβαρούς προβληματισμούς(24) των κατοίκων για τις καταστροφικές διαστάσεις της κτηνοτροφίας (το νησί διαθέτει κυρίως κατσίκια), ο επισκέπτης αντικρίζει παντού ελιές, αμυγδαλιές, συκιές μαζί με τις βελανιδιές (προστατευόμενο είδος στη Νίσυρο) τεράστιες αγραμυτ(θ)ιές, πρίνους, δρυς, τα οποία ορίζουν και διατρέχουν από άκρου εις άκρον το νησί ανάγοντάς το σε ένα από τα πιο πράσινα του Αιγαίου. Ειδικά την άνοιξη κατακλύζεται από μεγάλη και σπάνια ποικιλία αγριολούλουδων. Φανταστείτε πόσο ωραιότερη – πυκνότερη θα ήταν η βλάστηση αν υπήρχε διαχείριση της βόσκησης ή έστω κάποιος προβληματισμός για την υποβάθμιση του περιβάλλοντος από την ανεξέλεγκτη επιδοτούμενη κτηνοτροφία.

  Αντίθετα με τον θαυμαστό πλούτο της δεν έτυχε μιας αναλυτικής καταγραφής της βιοποικιλότητας ή άλλης σχετικής εργασίας και εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων δείχνει να αγνοείται από επιστήμονες και φυσιοδίφες που ασχολούνται με τη μελέτη φυτών και ζώων. Τα τελευταία χρόνια μόνο αρχίζει να αποκτά ξεχωριστό επιστημονικό ενδιαφέρον λόγω της συσχέτισης ανάμεσα στην ηφαιστειακή δραστηριότητα και τους ζωντανούς οργανισμούς. Η καταγραμμένη παρουσία 470 ειδών χλωρίδας(25), 85 ειδών ορνιθοπανίδας(26) έντονα επηρεασμένη από την αντίστοιχη της Μικράς Ασίας, την κατατάσσει στα πολύ ενδιαφέροντα οικοσυστήματα για συστηματική μελέτη. Μεταξύ των φυτών ξεχωρίζει η «καμπανούλα η Νισύρια» (Campanula nisyria) μοναδικό είδος ενδημικού φυτού που φιλοξενεί το νησί. Ανάμεσα στα πτηνά που είτε φωλιάζουν μόνιμα είτε εμφανίζονται κατά τις μεταναστευτικές περιόδους ξεχωρίζουν οι ερωδιοί, ο πετρίτης αλλά και οι φιδαετοί, σπιζαετοί, αετογερακίνες, γαλαζοκότσιφες, νησιώτικη πέρδικα κ.ά. Ο πλούτος της δεν εξαντλείται σε αυτά μια που εντοπίζονται 7 είδη ερπετών, υπάρχει παρουσία της φώκιας Monachus – monachus καθώς και της χελώνας Careta – careta στις ακτές της. Όλες αυτές οι σχεδόν άγνωστες πλευρές της φύσης της, την ανεβάζουν πολύ ψηλά στην εκτίμηση των ενημερωμένων φυσιολατρών.

 Σύνολο 10 χλμ. από το Μαντράκι βρίσκεστε στο τέλος του παραλιακού δρόμου ο οποίος σταματά στις Λυές,μια όμορφη παραλία, η μεγαλύτερη της Νισύρου με μήκος 2 χλμ., με χοντρόκοκκη άμμο και το καφενείο – μπαράκι – ταβερνάκι Oasis. Κοντά υπάρχει ένα τεράστιο πλάτωμα – παρκινγκ και το μονοπάτι που βγάζει σε 10’ στην θαυμάσια Παχιά Άμμο, ίσως της ωραιότερης και πάντως πιο μοναχικής παραλίας του νησιού πάλι με χοντρόκοκκη άμμο. Και οι δύο περιπτώσεις είναι ιδανικές για ελεύθερη κατασκήνωση. Ειδικά τον Αύγουστο στην Παχιά Άμμο είναι βέβαιο ότι θα έχετε πολυπληθή παρέα μπορεί να μην έχει πρόσβαση με δρόμο και να κουβαλάτε στα χέρια τη σκηνή αλλά αυτή είναι η μαγεία της. Και από τις δύο παραλίες ξεκινούν ανηφορικά μονοπάτια που συναντώνται ψηλότερα καταλήγοντας στην Ι. Μ. Κυράς (2ω). Μακάρι στα αναπτυξιακά σχέδια του δήμου να μην περιλαμβάνεται η διάνοιξη δρόμου, άλλωστε θα χαλάσει τα πανέμορφα στρώματα ηφαιστειακής τέφρας των πρώτων μεγάλων εκρήξεων, τα οποία κοσμούν τις πλαγιές του βουνού και τα σχέδια που έχουν χαραχθεί επάνω τους από τον άνεμο.

 Επιστρέψτε από την ίδια διαδρομή στην δστ. των Πάλων ακολουθώντας τις πινακίδες για τον Εμπορειό και τα Νικιά και σύντομα θα βρεθείτε σε δεύτερη δστ. με πινακίδες όπου δεξιά θα ανεβείτε στον περιώνυμο Εμπορειό (4 χλμ. από Πάλους 8 χλμ. από Μαντράκι). Ο έξοχος ημιορεινός οικισμός χτισμένος σε πλαγιά λόφου στα 370μ. υψ. διατηρώντας την αρχαία ονομασία, λεγόταν και Εμπόριον ή Εμπορείον(27), από την εποχή που άνθιζε το εμπόριο στο λιμάνι των Πάλων. Πλουτίζοντας οι Εμπορείς έγιναν στόχος πειρατών και αναγκάστηκαν τον 7ο αι. να ανέβουν ψηλότερα, στο βουνό. Εκεί, στα νότια του λιμανιού οχύρωσαν την πόλη τους στην ανατολική πλαγιά του βουνού, πάνω από τον κρατήρα του ηφαιστείου. Ο δρόμος σταματά στην είσοδο του μισοεγκαταλειμμένου οικισμού, όπου μεγάλο παρκινγκ. Εντυπωσιάζει ο τόπος με τα στενορύμια του και συγκινεί πολλές φορές από τις ερειπωμένες κατοικίες, χωρίς να λείπουν οι φρεσκοβαμμένες και οι πρόσφατα ανακαινισμένες. Ανεβαίνοντας προς το κέντρο του χωριού, αριστερά σας, υπάρχει το παλιό δημοτικό σχολείο. Πρόσφατα αποκαταστάθηκε και στεγάζει  το Ηφαιστειολογικό Παρατηρητήριο, το οποίο θα είναι εξοπλισμένο με ολοκληρωμένα δίκτυα παρακολούθησης για την έγκαιρη και βραχυπρόθεσμη πρόβλεψη τυχόν πιθανής επαναδραστηριοποίησης του Ηφαιστείου. Το κτήριο βρίσκεται σε εξαίρετη θέση για το ρόλο του, πάνω στο χείλος της καλδέρας και με άμεση οπτική επαφή του χώρου του πυθμένα της καλδέρας και των υδροθερμικών κρατήρων. Παράλληλα έχει οπτική επαφή με τη νησίδα Γιαλί, όπου επίσης θα εγκατασταθούν αντίστοιχα συστήματα παρακολούθησης. Η κεντρική αίθουσα του Παρατηρητηρίου έχει διαμορφωθεί για να μπορεί να χρησιμοποιείται ως αίθουσα παρουσιάσεων, διαλέξεων ή συναντήσεων εργασίας με χωρητικότητα 50 ατόμων.

 Μόλις 25 κάτοικοι έχουν απομείνει στο ονομαστό χωριό η κίνηση του οποίου προσδιορίζεται στο λιλιπούτειο πλατειάκι με τον τρουλλαίο ναό του Γενεσίου της Θεοτόκου που γιορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου. Σε τοιχογραφία επάνω από την είσοδο του ναού υπάρχει η χρονολογία 1870 η οποία θεωρείται το έτος κτίσεως. Μαρμάρινη αναμνηστικά πλάκα πληροφορεί ότι το διώροφο κωδωνοστάσιο κατασκευάστηκε το 1965, όταν ανακαινίστηκε ο ναός, με δαπάνες του συλλόγου «Παναγία Θερμιανή» των εμποριατών της Ν. Υόρκης(28). Γύρω της, εκτός την ταβέρνα – μεζεδοπωλείο «Απυριά» του Τριαντάφυλλου υπάρχει «το μπαλκόνι του Εμπορειού», δίπλα από την εκκλησία. Αυτό το καφενείο είναι το θρυλικό του Ξανθού, όπου στις 12/2/1945 έγινε σφοδρή μάχη ανάμεσα σε 35 Γερμανούς στρατιώτες και τους Έλληνες καταδρομείς του Ιερού Λόχου. Λίγο πριν την παράδοση όσων Γερμανών απόμειναν (επτά σκοτώθηκαν), έχασε τη ζωή του ο Έλληνας ιερολοχίτης υπολοχαγός Ευάγγελος Χατζηευαγγέλου, προτομή του οποίου κοσμεί την πλατεία του δημαρχείου στο Μαντράκι. Αν και ο Ξανθός είναι στην Αμερική σήμερα, το καφενείο το δουλεύει ο Δημήτρης και η Κατίνα Χατζόγλου. Να δείτε το μοναδικό αναμνηστικό της μάχης, τον σπασμένο από σφαίρα καθρέφτη του μαγαζιού που υπάρχει ακόμα σαν ενθύμιο.

 Από την μικρή πλατεία είναι εύκολο να ακολουθήσετε τη ρούγα κάτω από τις επιβλητικές και σπάνιες καμάρες (τμήμα πάλαι στοών), μέχρι την κορφή του λόφου όπου το μεσαιωνικό κάστρο του Εμπορειού ή Παντονίκης, με την πανέμορφη θέα προς την καταπράσινη κοιλάδα «Λακκί» και φυσικά το τεράστιο πέταλο της καλδέρας και τον κρατήρα του Στέφανου. Αν δεν πάτε κατ’ ευθείαν στο ηφαίστειο, από εδώ είναι η πρώτη σας οπτική επαφή με αυτό το θαύμα της φύσης. Μαζί με την καμαροσκέπαστη εκκλησία του Ταξιάρχη χτισμένη στο εσωτερικό του φυλάνε και στεφανώνουν τον οικισμό. Το κάστρο δεν έχει τον γνώριμο τύπο των Ιπποτικών κατασκευών. Τα ψηλά σπίτια, κολλημένα το ένα πλάι στο άλλο σχηματίζουν όλα μαζί τα στοιχεία της οχύρωσης, τον περίγυρο του φρουριακού τείχους, ενώ, κάθε ένα από αυτά, στην εξωτερική πλευρά, φέρει μικρά παράθυρα που χρησίμευαν και σαν πολεμίστρες. Τα περισσότερα επικοινωνούν με τα άλλα μόνο από τις στέγες. Δεν κρύβεται η κακή τους κατάσταση ενώ πολλά στην άλλη πλευρά του λόφου, αυτή που κατηφορίζει προς τον κοιμητηριακό ναό του Αγίου Αθανασίου, είναι ερειπωμένα. Άλλα πάλι ξεμπαζώνονται, από τις πεσμένες στέγες με πρόθεση να επισκευαστούν. Γενικά τα καλοκαίρια υπάρχει κινητικότητα και είναι βέβαιο ότι σε κάμποσα χρόνια ο οικισμός θα διαθέτει αρκετά σπίτια κατοικημένα.

 Στην περιφέρεια του Εμπορειού υπάρχουν γύρω στα 15 ξωκλήσια. Δύο από τα παλιότερα είναι ο σπηλαιώδης ναός της Παναγίας Ληστηριώτισσας και ο ιστορικός ναός του Ταξιάρχη (13ου – 14ου αι.) στο ψηλότερο σημείο του κάστρου. Στην αυλή του κατασκευάστηκε, το Μάιο του 2007, ένα πολύ ωραίο βοτσαλωτό δάπεδο από τον Νισύριο μάστορα Ντίνο Παπαδέλια, έργα του οποίου κοσμούν πολλές πλατείες και πεζούλες στο Μαντράκι. Στο εσωτερικό του ναού θα δείτε το χτιστό ολόλευκο τέμπλο «Δαπάνη Μιχαήλ Ι. Χαλκιά 1958» στη θέση του παλιού ξυλόγλυπτου και τοιχογραφίες πιθανά ίδιας περιόδου, άλλοτε ασβεστωμένες. Αποκαλύφθηκαν στη διάρκεια καθαρισμού από τον επίτροπο Διακοδημητρίου Νικόλαο όταν έφυγε ένα κομμάτι ασβέστης και με έκπληξη αντίκρισε την πρώτη εικόνα. Φώναξε τότε τον ιερέα Ιωάννη Σκανδάλιο και πήραν όλα το δρόμο τους για την αποκάλυψη των υπολοίπων. Το μνημείο είναι επισκέψιμο αρκεί να αναζητήσετε τον επίτροπο κ. Κώστα Τριανταφύλλου ή το γιό του Τριαντάφυλλο στο χωριό, να σας το ξεκλειδώσει. Σε περιόδους οικονομικής ακμής όλες οι μοναστικές αδελφότητες στα μοναστήρια των Δωδεκανήσων είχαν διασυνδέσεις με άλλα νησιά. Έτσι συνέβη και με τη Νίσυρο στις αρχές του 18ου αι., όταν μοναχοί του Αγίου Παντελεήμονα Τήλου νοικιάζουν από τους κατοίκους του Εμπορειού το μετόχι του Ταξιάρχη, τον Άγιο Αθανάσιο για να το εκμεταλλευτούν, καλλιεργώντας προφανώς αμπέλια και προσποριζόμενοι τα περίφημα νισύρικα σύκα(29).

 Σε μικρή απόσταση από τον Εμπορειό βρίσκεται η δστ. για τα Νικιά. Καθώς πηγαίνετε προς εκεί υπάρχει δεύτερη δστ. που κατηφορίζει ανατολικά φέρνοντάς σας (1800μ.) στο πανέμορφο ιερό προσκύνημα της Παναγίας της Κυράς ένα ακόμα από τα εννέα γνωστά μοναστήρια του νησιού. Παρότι οι στοές σπανίζουν στους οικισμούς της Νισύρου (μερικοί μόνο υπάρχουν στον Εμπορειό) εδώ, στην αυλή της μονής, υπάρχει η πιο εντυπωσιακή. Σε ανατολικό παράθυρο του καθολικού υπάρχει χρονολογία 1802 και σε εντοιχισμένη πλάκα 23 Μαρτίου 1842. Ίσως είναι η ημερομηνία της αποπεράτωσης αν και το μοναστήρι είναι γνωστό σε αυτή τη θέση πριν το 1745, ενώ η εικόνα της Κυράς έχει επαργυρωθεί το 1770(30). Στο εσωτερικό του καθολικού το πρώτο που τραβά τη ματιά του προσκυνητή είναι το όμορφο χρωματιστό τέμπλο με απλό διάκοσμο και επιγραφή «δια συνδρομή και δαπάνη ευσεβών χριστιανών 1862», όπως και οι ασημωμένες εικόνες του Χριστού και της Παναγίας με τα δεκάδες τάματα. Και εδώ συναντάμε πάλι τα εντυπωσιακά υστερογοτθικά νευρωτά σταυροθόλια που εισήχθησαν στη Νίσυρο το 18ο αιώνα, όπως συνέβη σε όλα τα Δωδεκάνησα.

 Το ολόλευκο συγκρότημα είναι πολύ μεγάλο, με αρχονταρίκι, τράπεζα, πολλά κελιά σε καλή κατάσταση, χειρόμυλους, λιοτρίβι, καζαναριό, στέρνες κ.ά. Γενικά οι εγκαταστάσεις και οι γύρω αναβαθμοί για τις καλλιέργειες δίνουν την εντύπωση ότι πρόκειται για πλούσιο μοναστήρι που συντηρούσε μεγάλη αδελφότητα. Είναι γεγονός, ότι πλούσιοι Νισύριοι της διασποράς είχαν εγκατασταθεί στην Οδησσό και έστελναν αφιερώματα στη μονή. Ένας από αυτούς, ο Ιωάννης Κων. Μαυρομουστάκης, στέλνει στις 9 Μαΐου του 1843, 20.000 γρόσια δωρεά και παρακαλεί να τον ειδοποιήσουν πού θα χτιστεί η νέα εκκλησία, στη θέση της παλιάς ή στον κήπο;(31). Αυτή η μαρτυρία εξηγεί τη διαφορά στις ημερομηνίες και κάνει φανερό ότι η μονή προϋπήρχε του 1842. Από διάφορες επιγραφές φαίνεται ότι η μεγαλύτερη ακμή του ήταν γύρω στα 1864, τότε που οι κάτοικοι του Εμπορειού φιλοδοξούσαν να παρουσιάσουν έναν πλήρη γεωργικό οργανισμό από μοναχούς και καλογέρους. Γιαυτό το σκοπό μετακαλούν από την Ι. Μ. Αγίου Ιωάννου Πάτμου γνώστες αδελφούς, οι οποίοι οργανώνουν τον τρόπο λειτουργίας της μοναχικής ζωής, τις καλλιέργειες της μεγάλης κτηματικής περιουσίας, επιβεβαιώνοντας τη σχέση της μονής με αυτή της Πάτμου. Τα αποτελέσματα αυτής της οργάνωσης φάνηκαν σε σύντομο χρόνο και η μονή συντηρούσε μεγάλο αριθμό καλογέρων μέχρι το 1913(32). Σήμερα όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν και η περιουσία της μονής ενοικιάζεται από επιτροπή των κατοίκων του Εμπορειού σε λαϊκούς «καλογέρους», όπως τους αποκαλούν, που περισσότερο έχουν την έννοια του επιστάτη (όπως στη Χάλκη) φροντίζοντας για την συντήρηση της μονής. Σήμερα φύλακας είναι ένας Αθηναίος που βρήκε εδώ την Εδέμ του. Πανηγυρίζει τον δεκαπενταύγουστο και την πρωτομαγιά. Από το μοναστήρι υπάρχει μονοπάτι που κατεβάζει στην παραλία της Παχιάς Άμμου και στην παραλία στις Λυές (2ω).

 Η συνέχεια του κεντρικού δρόμου καταλήγει στα πανέμορφα Νικιά (+/- 450 μ. υψ.). Χτισμένα σε φυσικά οχυρή θέση, στην ίδια οροσειρά με τον Εμπορειό, αγναντεύουν από την κόψη του βουνού πάνω στο απόκρημνο χείλος του κρατήρα, την καλδέρα, ολόκληρη την κατάφυτη από ελαιόδεντρα, αμυγδαλιές και αγραμυτ(θ)ιές κοιλάδα Λακκί έως πέρα, τον Ραμό στο νότιο τμήμα της κοιλάδας και το Αιγαίο. Πρόκειται ίσως για τον ομορφότερο και πάντως από τους παλιότερους οικισμούς του νησιού με την επικρατέστερη εκδοχή  να οδηγεί στην αρχαία πόλη Νίκαια χτισμένη από Δωριείς αποίκους, επιδαύριους και λουρούς, αμέσως μετά τον Τρωικό πόλεμο γύρω στον 11ο π.Χ. αιώνα(33). Τη σημερινή ονομασία την απόκτησε τον 15ο αιώνα. Επί της υποδοχής η πλατεία Νικολάου Δ. Χαρτοφύλη, αείμνηστου πρόεδρου της κοινότητας από τη δεκαετία του ’60 έως το 1985 «η προσωποποίηση της λαϊκής σοφίας» κατά τον αείμνηστο Κ. Καραμανλή. Η πλατεία, «ο Σταθμός» των ντόπιων, το μεγάλο παρκινγκ της σημερινής εποχής απέναντι από το εστιατόριο – καφέ «Ανδριώτη», διαμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια και στο μεταπολεμικό «Θεολόγειο δημοτικό σχολείο» στεγάζεται πλέον το καμάρι του νησιού, το περίφημο Ηφαιστειολογικό μουσείο. Είναι το πρώτο στην Ελλάδα και στην Ανατολική Μεσόγειο αυτονόητο αντιστάθμισμα στην σπουδαιότητα του μοναδικού γεώτοπου της Νισύρου, ενώ τα Νικιά ήταν πράγματι, με την προνομιούχα θέση τους, η πιο κατάλληλη επιλογή, αφού συνδέει με τον πιο άμεσο τρόπο τον τόπο, με τη μουσειακή επιστημονική αναφορά στη δημιουργία του. Πράγματι οι θεματικές ενότητες οι οποίες αναπτύσσονται στις δύο, ενωμένες πλέον, αίθουσες του παλιού πλήρως ανακαινισμένου διδακτηρίου είναι οργανωμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να μυήσουν τον περιηγητή στον άγνωστο κόσμο της γεωλογίας, της ηφαιστειολογίας και των έργων τους στον κόσμο.

 Στα ενδότερα του οικισμού των 47 μόνιμων κατοίκων θα διαπιστώσετε ότι αυτός ξεχωρίζει από τα παράλια χωριά, ακόμη και από τον Εμπορειό, για τις πλαγιαστές, με κόκκινο κεραμίδι στέγες των σπιτιών του που είναι φτιαγμένα από το απλόχερα μοιρασμένο υλικό της περιοχής. Κομμάτια ηφαιστειακής λάβας και λάσπη από τα πυροκλαστικά υλικά του κρατήρα (βλ. παρακάτω). Στην προπολεμική εποχή της ακμής του έσφυζε από ζωή με 500 και πλέον κατοίκους με το μικρό σχολείο να γεμίζει από τα 50 τόσα παιδιά, τότε, πριν την εποχή της μετανάστευσης. Σήμερα αρκετοί σε σύγκριση με τον Εμπορειό παραμένουν στη γενέτειρά τους, έρχονται ακόμα περισσότεροι τα καλοκαίρια και γιαυτό τα σπίτια είναι φρεσκοβαμμένα, περιποιημένα, σε καλύτερη κατάσταση από του Εμπορειού, χωρίς να λείπουν τα μετρημένα στα δάχτυλα ερειπωμένα.  Ο κεντρικός δρόμος διατρέχει όλον τον ιστό του χωριού, ενώ ακτινωτά δεξιά και αριστερά οι παράδρομοι σας φέρνουν στις γειτονιές του. Σε ένα από αυτά τα δρομάκια αριστερά σας θα δείτε την χρωματιστή πινακίδα «Πανοραμική θέα ηφαιστείου». Ακολουθήστε την και θα βγείτε στο «Κατουρί», ένα εκπληκτικό μπαλκόνι πάνω στο γκρεμό με εντυπωσιακή θέα της καλντέρας, ενώ απέναντι διαγράφεται στον ουρανό όλος ο επιβλητικός όγκος του Διαβάτη με τον Προφήτη Ηλία στην κορφή του. Μια μοναδική σύνθεση της φύσης που στο κέντρο της ξεχωρίζει ο κρατήρας «Στέφανος» που προήλθε από μια μεγάλη υδροθερμική έκρηξη πριν από περίπου 4-5.000 χρόνια. Δεξιά του, στην περιοχή του λόφου, διακρίνονται πλήθος παρόμοιων κρατήρων, μεταξύ των οποίων και ο «Πολυβώτης», ο οποίος δημιουργήθηκε από μια αντίστοιχη έκρηξη το 1873. «Το έδαφος έβραζε έντονα και υπόκωφες εκρήξεις συνέβαιναν κάθε μισό λεπτό. Η οσμή του θείου κάλυψε το χωριό, ενώ κόκκινες και κίτρινες φλόγες υψώθηκαν. Οι εκρήξεις γίνονταν πιο έντονες και λιθάρια εκτοξεύονταν πάνω από το χείλος της καλντέρας που ηφαιστείου και έπεφταν στη θάλασσα»(34). Έτσι γλαφυρά περιγράφουν σε μία τους εντύπωση οι περιηγητές και οι επιστήμονες από Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία που ήρθαν στο νησί για να μελετήσουν το φαινόμενο. 

 Σύντομα θα φτάσετε στη κεντρική ελλειψοειδή πλατεία, σχεδόν στη μέση του χωριού, στην «Πόρτα», ονομασία που πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τους Τούρκους χωροφύλακες σε μια παρομοίωση του χώρου με την αντίστοιχη «Πόρτα» ή Υψηλή Πύλη, το άλλοτε διοικητικό κέντρο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη. Στην πλατεία δεσπόζει ο καθεδρικός ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου μιάς ακόμη μονόκλιτης βασιλικής δωδεκανησιακού τύπου (με σταυροθόλια), χτισμένης στις αρχές του 19ου αιώνα. Μέσα στο ναό θα θαυμάσετε τον επισκοπικό θρόνο, τον άμβωνα, κατασκευασμένοι αμφότεροι από μάρμαρο, που, όπως και το έξοχο βοτσαλωτό δάπεδο της πλατείας, είναι έργα του εξαίρετου τεχνίτη Πασχάλη Κ. Πασχαλάκη. Επίσης το μαρμάρινο τέμπλο του μαρμαροτεχνίτη Π. Αρμπιλιά και την επάργυρη εικόνα των Εισοδίων της Θεοτόκου, του 1762. Σε γειτονική του ναού αίθουσα λειτουργεί εκκλησιαστικό μουσείο με δεκάδες φορητές εικόνες από τους ναούς όπως και με αρκετά κειμήλια από τη θρησκευτική ζωή των Νικιών. Στην εξωτερική αυλή του συγκροτήματος βρίσκεται το παλιό σχολείο, το οποίο «Ανεγέρθη τη 2 Φεβρουαρίου 1856», σύμφωνα με την επιγραφή σε μαρμάρινη τριγωνική πλάκα του υπέρθυρου. 

 Ένα μεσαιωνικό οχυρό, «τα Παρλέντια» που αναφέρεται στον 14ο – 15ο αι. στεφάνωνε κάποτε το χωριό. Λείψανα της οχύρωσης βρίσκονται στο μέσον της οδού που οδηγεί από τον Εμπορειό στα Νικιά, αλλά διασώζονται ελάχιστα ίχνη του, ενώ «η προσπέλασις προς αυτό σήμερον [1963] είναι δυσχερής και εις πολλά σημεία επικίνδυνος». Αυτό όμως που μπορείτε να δείτε εύκολα είναι η Αγία Τριάδα, οι τοιχογραφίες της οποίας θεωρούνται οι ωραιότερες καλλιτεχνικές δημιουργίες στο Νησί. Επίσης το ναό του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου (1891) στο χείλος του ηφαιστείου, με μικρή σπηλαιώδη εκκλησία και πέτρινο κωδωνοστάσιο από λαξευμένη λάβα, σε θέση παλιότερου, από την εποχή της εικονομαχίας (726 – 843). Η επισκεψιμότητα του χωριού λόγω της εκπληκτικής θέας και του νεότευκτου ηφαιστειολογικού μουσείου (2008) είναι μεγάλη, όλες τις ώρες της ημέρας, σχεδόν καθημερινά το καλοκαίρι. Δροσερή διέξοδο, ό,τι πρέπει για ξεκούραση από τον καυτό ήλιο είναι το καφενείο του «Νικόλα» και η διάσημη «Πόρτα» του Παναγιώτη (το πρώην της κ. Λουλουδιάς), στην όμορφη πλατεία της Πόρτας. Επίσης το εστιατόριο – καφέ «Ανδριώτη», στην πλατεία Χαρτοφύλη με θέα το πέλαγος και την Τήλο. Οι πιο ανήσυχοι είναι βέβαιο ότι θα ανέβουν στην κορφή του γειτονικού λόφου όπου βρίσκεται το νεόχτιστο ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία. Εκεί πάνω η θέα και η αίσθηση του ιλίγγου είναι πρωτόγνωρη, δεν μπορεί να συγκριθεί με κανένα άλλο σημείο της περιοχής, ενώ κάτω, χαμηλότερα, τα Νικιά φαντάζουν πράγματι σαν αετοφωλιά. Αντικρίζετε ένα σπάνιο σύμπλεγμα εικόνων που αποτελείται από τη θάλασσα, το βουνό, τις εξοχές, τον πυθμένα της καλντέρας με κάπου δέκα κρατήρες, σε τέτοια ποικιλία που όσο να ψάξει στη μνήμη του ο περιηγητής είναι εξαιρετικά δύσκολο να θυμηθεί κάτι παρόμοιο. 

 Από τα Νικιά ξεκινούν δύο πολύ ωραίες πεζοπορίες προς το Φυλάκιο (2ω) και προς το Δρακόσπηλο (4ω). Μια κάπως ασυνήθιστη διαδρομή σε χωματόδρομο ξεκινά λίγο πριν τον οικισμό, κατηφορίζοντας σε ένα εκπληκτικό τοπίο για περίπου 6 χλμ., καταλήγοντας στο επίνειό του στο περίφημο Αυλάκι όπου σώζονται ίχνη του συνοικισμού και λείψανα πύργου πάνω σε βράχο. Στη διαδρομή θα περάσετε τη συστάδα από ερειπωμένα αγροτόσπιτα, τις αποστροφές των ντόπιων (στα 2200μ. από το παρκινγκ) με την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων. Η παρουσία της, όπως και πολλών άλλων ξωκλησιών της υπαίθρου τονίζει ιδιαίτερα το αναπτυγμένο θρησκευτικό αίσθημα των κατοίκων. Εδώ ήταν πιθανά οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις του χωριού και οι ντόπιοι έτσι το αναφέρουν ακόμα, «στο χωριό». Στα επόμενα 3800 μ. προσέξτε τους μαντρότοιχους, τις ξερολιθιές(35), τις αναβαθμίδες και τα βαστάδια που κρατούν τις τάβλες (το ίσιο έδαφος) από κομμάτια μαύρης λάβας, με άσπρη κίσηρη (αλαφρόπετρα) και κόκκινη σκουριά. Ηφαιστειακά υλικά σε αφθονία, κατασκευές φτιαγμένες με το μεράκι και την αισθητική απλών ανθρώπων που γνώριζαν, δίχως να το διδαχθούν, ότι τα έργα τους πρέπει να είναι συμβατά με το περιβάλλον. Πραγματικά αυτές οι ταπεινές υλικές μαρτυρίες πάνω στη γη της Νισύρου αποτελούν πολύτιμο κεφάλαιο του νησιώτικου πολιτισμού, οι οποίες αναδεικνύουν τους τρόπους ζωής και τις ιδιαιτερότητες μιας τοπικής κοινωνίας, διαχρονικά.

 Στο τέλος του δρόμου θα δείτε το εκκλησάκι του Αγίου Παντελεήμονα, το μόνο ευδιάκριτο από το Αυλάκι, με αρκετά διακοσμητικά μέλη του να προέρχονται από αρχαίο υλικό. Χτίστηκε το 1849 – 50, «Ανωκοδομήθη» το 1949 σύμφωνα με μαρμάρινη επιγραφή στο υπέρθυρο της εισόδου και λειτουργείται ακόμα. Σημαντικό χωριό μέχρι και τη δεκαετία του 1950. Μια εποχή που τα Νικιά ακόμη εξυπηρετούνται από αυτό το λιλιπούτειο λιμανάκι, το οποίο κατασκευάστηκε το 1880 για να διευκολύνει τη μεταφορά εμπορευμάτων. Μικρές κωπήλατες βάρκες μετέφεραν τις πραμάτειες από τα μεγαλύτερα σκάφη στην ακτή και από εδώ προωθούνταν στο χωριό με τα ζώα.  Μάλιστα μαρτυρίες φέρνουν το λιμανάκι αυτό, να έχει εμπορικές σχέσεις από την αρχαιότητα με το απέναντι του Αγίου Αντωνίου, το επίνειο της αρχαίας Τήλου, το  πρώτο λιμάνι που πιάνει κανείς πλέοντας με καΐκι από Νίσυρο προς Τήλο(36). Σήμερα δυσδιάκριτα 3 – 4 κτίσματα, τα σπηλάδια (μοιάζουν με τις Κύφες στη Χάλκη με νεώτερη αντίληψη στο χτίσιμο, προσεκτικά καμωμένη λιθοδομή και νέο στοιχείο τη στέρνα για το βρόχινο νερό), στις εκτάσεις πίσω από τον Άγιο Παντελεήμονα, προσδιορίζουν τον αγροτικό χαρακτήρα του τόπου τονίζοντας την ερήμωση, ενώ ένα μοναδικό σπιτάκι ανάμεσα στα πολλά ερειπωμένα του λιμανιού υπάρχει δεξιά στην παραλία, με τους τυχερούς ιδιοκτήτες του να απολαμβάνουν την απόλυτη ηρεμία.

 Επιστρέφοντας από τα Νικιά πλουσιότεροι σε εικόνες, σε μικρή απόσταση από τον Εμπορειό συναντάτε τη δστ. που κατηφορίζει προς τον κάμπο στο Λακκί, η οποία καταλήγει στον εντυπωσιακό κρατήρα του Στέφανου ή «μεγάλο Αλώνι», και το τουριστικό περίπτερο. Στη διαδρομή η οσμή του θειαφιού γίνεται ολοένα πιο έντονη, ενώ στο δρόμο θα δείτε τις πεσμένες και σκουριασμένες πινακίδες της ΔΕΗ από το 1982, τότε που έγιναν οι πρώτες γεωτρήσεις για την εκμετάλλευση της γεωθερμίας, χωρίς ποτέ η εταιρεία να αποκαταστήσει, ως όφειλε, τους γύρω χώρους. Κατά καιρούς υπήρχαν αντιδράσεις από τους κατοίκους που δεν πίστεψαν και συνεχίζουν να μην πιστεύουν, όπως θα αντιληφθείτε αν ρωτήσετε, τις καλές προθέσεις ή την περιβαλλοντική ευαισθησία!! μιας εταιρείας που έχει διώξει από δεκάδες οικισμούς τους κατοίκους ερημοποιώντας με τα έργα της όποιο σημείο εγκατάστασής της. Οι προτάσεις της πάντως τέθηκαν σε δημοψήφισμα(37) στις 11 Μαΐου 1997 καταλήγοντας σε ένα πελώριο όχι στη γεωθερμία, αποδεικνύοντας ότι οι πολίτες δεν είναι καθόλου αδιάφοροι για τα κοινά, όπως επίμονα ακούγεται και σήμερα. Οι θιασώτες των ‘’επενδύσεων’’, ενόψει των ‘’προκλήσεων’’ για τις εναλλακτικές μορφές ενέργειας και του γεγονότος ότι η Ελλάδα είναι, όπως συνηθίζει, πολύ πίσω από τις εξαγγελίες, είναι βέβαιο ότι θα επανέλθουν. Ήδη δημοσιεύματα(38) απορούν γιατί δεν εκμεταλλεύονται τις γεωθερμικά πλούσιες περιοχές της βόρειας Ελλάδας αλλά και των νησιών του νοτίου Αιγαίου. Ίσως, η απάντηση να μην βρίσκεται μόνο στο εμπόδιο της γραφειοκρατίας, αλλά στο ότι οι πολίτες δεν πιστεύουν πια ότι μπορεί να γίνει κάτι, οτιδήποτε, για το καλό τους. 

 Σύντομα θα φτάσετε, όπως εκατοντάδες επισκέπτες, στο κέντρο της καλδέρας, στο κέντρο του ηφαιστείου, ίσως, χωρίς να γνωρίζετε ότι «ηφαίστειο» δεν είναι μόνο ο δημοφιλής ελλειψοειδής υδροθερμικός κρατήρας του Στέφανου, ο επιβλητικότερος από τους περίπου είκοσι, που πράγματι είναι το πιο χαρακτηριστικό γεωμορφολογικό στοιχείο του νησιού. Όλη η έκταση του νησιού είναι ένα μεγάλο εντυπωσιακό ηφαιστειακό οικοδόμημα, ένα σύμπλεγμα ηφαιστειακών πετρωμάτων φτιαγμένο από εναλλαγές ροών λάβας και πυροκλαστικών υλικών (υλικά τα οποία εκτινάσσονται κατά τις ηφαιστειακές εκρήξεις). Ούτε μια πέτρα πάνω της δεν ξεφεύγει από αυτόν τον κανόνα. Άλλωστε και η μυθολογική γέννηση της νήσου οφείλεται σε αυτόν και στον θεό Ποσειδώνα. Ο ίδιος, θεωρείται, με βάση τον μύθο της Γιγαντομαχίας, προστάτης και δημιουργός της Νισύρου, όταν η μητέρα των πάντων Γη, έστρεψε τους θνητούς γίγαντες κατά των αθανάτων θεών του Ολύμπου. Αυτοί κατεδίωξαν τους γίγαντες, ενώ ο θεός της θάλασσας ανέλαβε κατόπιν εντολής του Δία, να εξαφανίσει το γίγαντα Πολυβώτη, που, κυνηγημένος πλέον διασχίζει το Αιγαίο για να σωθεί. Ο Ποσειδώνας τον προλαβαίνει κοντά στην Κω αποσπά με την τρίαινά του ένα τμήμα της και το εκσφενδονίζει εναντίον του, πετυχαίνοντάς τον καταμεσής του πελάγους. Αυτό το στρογγυλό κομμάτι βράχου είναι η Νίσυρος. Σύμφωνα με τον μύθο ακόμα κρύβεται στα έγκατά της ο καταπλακωμένος γίγαντας, ο οποίος όχι μόνο δεν απεβίωσε κατά πως επιθυμούσε ο θεός της θάλασσας, αλλά προσπαθεί να ελευθερωθεί και να αποτινάξει το βάρος του βράχου. Αυτές του οι κινήσεις, προκαλούν πρόσκαιρα τρεμουλιάσματα της γης, δίνοντας ταυτόχρονα την ερμηνεία των μικρής εντάσεως σεισμικών δονήσεων που κατά καιρούς συνταράζουν το νησί.

 Μέθανα, Μήλος, Κίμωλος, Σαντορίνη, Κως, Νίσυρος: πανέμορφοι, ασυνήθιστοι τόποι στο περιδέραιο που ονομάζεται «ενεργό ηφαιστειακό τόξο του νότιου Αιγαίου»με ένα κοινό γνώρισμα. Δημιουργήθηκαν από τα υλικά που φέρνει στην επιφάνεια η ηφαιστειακή δράση τα τελευταία τρία εκατομμύρια χρόνια, καθώς η τεκτονική πλάκα της Αφρικής βυθίζεται αργά –αργά και λιώνει κάτω από την πλάκα της Ευρώπης(39). Το λιωμένο και ελαφρύ υλικό, το μάγμα, ανεβαίνει προς τα πάνω, βρίσκοντας διέξοδο στα ρήγματα του στερεού φλοιού της υπερκείμενης ευρωπαϊκής πλάκας, με αποτέλεσμα να σχηματίζονται τα ηφαιστειακά κέντρα που διατάσσονται κατά μήκος ενός τόξου. Το σύνθετο κεντρικό ηφαίστειο της Νισύρου βρίσκεται στο νότιο – ανατολικό άκρο σε εστιακά βάθη μεγαλύτερα των 60 χλμ. και φαίνεται ότι είναι το νεώτερο, πριν 15.000 χρόνια, σύμφωνα με την αβυσσαλέα γεωλογική κλίμακα του χρόνου, (τα παλιότερα πετρώματα έχουν ηλικία 160.000 χρόνια). Αναπτύχθηκε πάνω από το επίπεδο της θάλασσας, ενώ στη συνέχεια η κορφή του κατέρρευσε σχηματίζοντας την καλδέρα της Νισύρου η οποία δεσπόζει στο κεντρικό τμήμα του. Εδώ θα βρεθείτε. Οι διαστάσεις της εντυπωσιάζουν, η διάμετρος είναι περίπου 4 χλμ., ενώ το χείλος της κυμαίνεται μεταξύ 250 και 600μ. υψ. και ο πυθμένας της 100μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας(40). Το τοπίο σίγουρα δεν είναι συνηθισμένο, μάλλον φέρνει προς το απόκοσμο, κάποιοι το αναφέρουν σαν σεληνιακό ή εξωγήινο και δεν έχουν άδικο, σίγουρα δεν θυμίζει σε τίποτα άλλα αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Την κατάσταση βελτιώνει η βλάστηση στην απέναντι οροσειρά του Άι Γιάννη (600μ. υψ.), με τα δύο όμορφα χωριά, τον Εμπορειό που ίσα – ίσα διακρίνεται και απέναντι, ψηλότερα, τα Νικιά, με το λευκό τους χρώμα να ξεχωρίζουν στο χείλος του ηφαιστείου.

 Οι επισκέπτες διασκορπίζονται στη μεγάλη έκταση του κρατήρα με τα χρωματισμένα από το θείο πετρώματα, χωρίς σαφή προορισμό. Όλοι όμως κατεβαίνουν στο βάθος του κρατήρα του Στέφανου, του επιβλητικότερου στο νησί με μεγάλο άξονα 330μ. και βάθος 27μ, ο οποίος  αποτελεί έναν από τους καλύτερα διατηρημένους φρεατικούς κρατήρες στον κόσμο. Εδώ μέσα, το έδαφος είναι πολύ ζεστό, ενώ σε πολλά σημεία θα δείτε τις οπές εξόδου των υπέρθερμων ατμών, είναι σαν να αφουγκράζεστε την καρδιά της γης ενώ η μυρωδιά είναι πολύ έντονη σχεδόν αποπνικτική αν δεν φυσάει. Τον Ιούνιο του 1873 μια εκρηκτική δραστηριότητα δημιουργεί τον νέο κρατήρα του Πολυβώτη ονομασία που απέκτησε από τον μυθικό γίγαντα, που σαν τεράστιο ‘’μάτι’’ σήμερα κοιτά τον ουρανό.            Ο γάλλος γεωλόγος H. Gorseix αυτόπτης μάρτυρας αφηγείται ότι μετά από ισχυρές σεισμικές δονήσεις ... «ένα στόμιο διαμέτρου 6 – 7 μέτρων δημιουργήθηκε […] … επί τρείς ώρες, ανάβρυζαν από κει χείμαρροι αλμυρού ζεστού νερού και εκτοξεύονταν πέτρες, ενώ τις τρείς επόμενες ημέρες ακολούθησαν πολύ συχνές εκρήξεις μιας μαυριδερής ρευστής Λάσπης»(41). Πραγματικά μια συγκλονιστικά μεγαλειώδη στιγμή της φύσης. Πολύ καλό βοήθημα για την περαιτέρω γνωριμία του τόπου είναι το βιβλίο του ερευνητή – ηφαιστειολόγου του ΙΓΜΕ κ. Γιώργου Βουγιουκαλάκη. Από εκεί αντλούμε τις πληροφορίες ότι στον πυθμένα της καλδέρας εκτός των διάσημων κρατήρων του Στέφανου και του Πολυβώτη, υπάρχουν ίχνη από άλλους 20 από τους οποίους οι δέκα είναι καλά διατηρημένοι: 1) Μικρός Πολυβώτης (1887), 2) Αλέξανδρος ή Φλέγεθρο (1873), 3) Πολυβώτης (1873), 4) Αχιλλέας, 5) Μεγάλος Πολυβώτης, 6) Λόγοθέτης, 7) Μικρός Στέφανος, 8) Στέφανος, 9 – 10) Καμινάκια. Επίσης υπάρχουν άλλοι 10 ανώνυμοι. Αθέατοι για τον ανυποψίαστο επισκέπτη, όμως, με τη βοήθεια του σχεδίου που περιέχεται στην έκδοση, μπορεί να πλησιάσει και σε αυτούς από το ευδιάκριτο μονοπάτι στην περιοχή του «Λόφου».

 Η δραστηριότητα του ηφαιστείου σταμάτησε με την τελευταία υδροθερμική έκρηξη του1887, η οποία δημιούργησε τον κρατήρα του Μικρού Πολυβώτη(42). Όμως δεν παύει να χαρακτηρίζεται ενεργό και, σύμφωνα με τους ειδικούς, το πλέον ενεργό αυτή τη στιγμή του ελληνικού ηφαιστειακού τόξου, όπως τα Μέθανα, η Μήλος και η Σαντορίνη.

Στο νησί υπάρχει εγκατεστημένο δίκτυο (Global Positioning System ή GPS) παρακολούθησης της σεισμικότητας του ηφαιστείου από 18 σταθμούς κατανεμημένους στη Νίσυρο και την Κω, καθώς και δίκτυο εννέα σταθμών παρακολούθησης έκλυσης ραδονίου, πρόδρομο χημικό στοιχείο το οποίο συνδέεται έμμεσα και ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλα δεδομένα με τη σεισμικότητα μιας περιοχής. Επίσης δίκτυο παρακολούθησης τυχόν αλλαγών του τοπογραφικού ανάγλυφου μέσω παλιρροιογράφων και σταθμών δορυφορικών μετρήσεων υψηλής ακριβείας, δίκτυο παρακολούθησης της θερμοκρασίας και της σύστασης των θερμών αερίων, νερών και εδαφών. Όπως αντιλαμβάνεστε το νησί είναι παράδεισος για τους επιστήμονες, όχι μόνο των ειδικοτήτων που έχουν σχέση με την ηφαιστειακή δράση ή τη γεωλογία αλλά και άλλων αφού συνεχώς υπάρχουν απρόσμενες εκπλήξεις. Για παράδειγμα μια πληροφορία του γεωλόγου του ΙΓΜΕ κ. Γιώργου Βουγιακαλάκη στο 2ο Διεθνές Συμπόσιο «Μνημεία της Φύσης και Γεωλογική Κληρονομιά» που έγινε στη Λέσβο το καλοκαίρι του 1997, έφερε τον καθηγητή παλαιοβοτανικής και παλαιοντολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Ευάγγελο Βελιτζέλο στη Νίσυρο. Εδώ, μετά από έρευνα, ανακοίνωσε ότι πράγματι πριν από 60-50.000 χρόνια, συναντάμε στη Νίσυρο την ευρωπαϊκή ελιά (olea eueopaea) η οποία βρίθει πλέον στη Μεσόγειο και μέχρι πρόσφατα είχε εντοπιστεί μόνο στην Σαντορίνη(43). Μαζί με τα απολιθωμένα φύλλα ελιάς μέσα σε ηφαιστειακή στάχτη βρέθηκαν και φύλλα του απλού σχίνου (Pistacea lentiscus) ευγενές είδος της οικογένειας που δίνει τη γνωστή Χιώτικη μαστίχα. Με αυτά τα ευρήματα αποδεικνύεται ότι η σπάνια χλωρίδα της Σαντορίνης είναι η ίδια με αυτή της Νισύρου και ίσως της Τήλου όπου οι έρευνες δεν έχουν κλιμακωθεί.

Σύγχρονες έρευνες (2000) των υποθαλάσσιων ηφαιστειακών σχηματισμών της περιοχής μεταξύ Κω και Νισύρου έφεραν στην επιφάνεια νέα δεδομένα(44) για το «πύρινο» τόξο της χώρας μας, επικαιροποιώντας τους γεωλογικούς χάρτες και την ιστορία της εγχώριας ηφαιστειακής δραστηριότητας. Αίφνης αποκαλύφθηκε ένα μεγάλο μυστικό που έκρυβε για 10.000 χρόνια η θάλασσα: ότι η Νίσυρος αποτελεί τη «μητρόπολη» μια μεγάλης υποθαλάσσιας ηφαιστειακής επαρχίας που απλώνεται μεταξύ Κω και Τήλου. Η εικόνα αυτή επιβεβαιώθηκε σε μια σειρά καταδύσεων που πραγματοποίησε το βαθυσκάφος Θέτις του Εθνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών (Ε.Κ.Θ.Ε.) κατά τη διάρκεια των οποίων οι ερευνητές εντόπισαν υποθαλάσσιους κρατήρες με διάμετρο από ένα έως δέκα μέτρα. Επιπλέον δειγματοληψίες και μελέτες του εδάφους της Κω οδηγούν τους επιστήμονες στο συμπέρασμα ότι η Κως «έζησε» μια γιγαντιαία ηφαιστειακή έκρηξη, μεγαλύτερης ισχύος από εκείνη της Σαντορίνης. Ο καθηγητής Δ. Παπανικολάου πρόεδρος του ΕΚΘΕ και συντονιστής της έρευνας είπε για την ανακάλυψη ότι: «ως τον Σεπτέμβριο όλος ο επιστημονικός κόσμος μιλούσε για το Ηφαίστειο της Νισύρου, ενώ υπήρχαν και κάποιες βάσιμες υποψίες για την ύπαρξη ηφαιστείου στη βραχονησίδα Γιαλί. Σήμερα πλέον μπορούμε να μιλάμε με βεβαιότητα για τουλάχιστον επτά ενεργά και ανεξάρτητα ηφαίστεια στη περιοχή»(45).

 Στο τουριστικό περίπτερο θα βρείτε σκιά, δροσερά αναψυκτικά, σπέσιαλ καφέδες, αναρτημένο εποπτικό υλικό (χάρτες) για το ηφαίστειο, βιβλίο επίσης για το ηφαίστειο και πληροφορίες για το δρόμο που ενώ φαίνεται να σταματά εδώ, αυτός συνεχίζει χωμάτινος, μέχρι ψηλότερα στη δστ. με τις κεραίες και τα ανεμόμετρα (+/- 2 χλμ από το τουριστικό περίπτερο). Προτείνεται ανεπιφύλακτα η διαδρομή, γιατί εξασφαλίζει ωραία θέα της καλδέρας και μια φανταστική προσέγγιση σε αρκετούς ιστορικούς χώρους της νήσου. Στην δστ. υπάρχουν δύο επιλογές. Η πρώτη κατηφορίζει αριστερά προς τη θάλασσα και η άλλη συνεχίζει ευθεία προς το Μαντράκι. Προτείνεται η διαδρομή που καταλήγει στην παραλία της Αγίας Ειρήνης, ένα απόμερο σημείο με πεντακάθαρη θάλασσα και λευκά χοντρά βότσαλα. Στη διαδρομή θα δείτε κάποιους ‘’παράξενους’’ σχηματισμούς οι οποίοι μοιάζουν με μικρές χαμηλές σπηλιές, ενώ δίπλα υπάρχουν συνεχείς πεζούλες για καλλιέργειες. Αυτές οι ‘’σπηλιές’’ είναι ένα τμήμα από τα πολλαπλά στρώματα ηφαιστειακής τέφρας, η «κατώτερη κίσσηρη», όπως αναφέρεται στη βιβλιογραφία που σε ορισμένα σημεία φτάνει στα 15 μέτρα σε πάχος. Γύρω στα 300 μέτρα αριστερά σας βρίσκεται κάτι εντελώς άγνωστο στους περισσότερους επισκέπτες, τα Πυργιά, μια επισκέψιμη τεχνητή σάουνα, δοκιμάστε τη. Η ευρύτερη αγροτική περιοχή ονομάζεται Άργος και υπήρξε αποικία των Δωριέων αυτή εκτεινόταν σε ολόκληρη τη σημερινή εύφορη πεδιάδα που απλώνεται ως πέρα, στον όρμο του Καταβρού. Ο Ιάκωβος Ραγκαβής και ο Στέφανος Βυζάντιος επιμένουν πως αυτή ήταν η πέμπτη πόλη της Νισύρου και κατοικήθηκε από τους Αργείους μετά τον Τρωικό πόλεμο.  Έφτανε στα ανατολικά έως το λόφο του Σταυρού, στο σημερινό ομώνυμο μοναστήρι όπου βρισκόταν η Ακρόπολη, όπως δείχνουν τα ελάχιστα τμήματα του κάστρου γύρω από το ύψωμα, πιθανά ίδιας ιστορικής περιόδου με του Παλιόκαστρου στο Μαντράκι. Εδώ λατρευόταν ως θεός και δημιουργός του νησιού ο Αργείος Ποσειδών, ο οποίος εικονιζόταν με τα σύμβολά του, δελφίνι ή τρίαινα στα νομίσματα των Νισυρίων. Πιθανά εδώ επίσης βρισκόταν ο ναός του, καθώς και της θεάς Ήρας(46). Οι επιγραφές που έχουν βρεθεί μαρτυρούν και τη λατρεία του Απόλλωνος Δαλίου, της Αφροδίτης, του Άρη, της Αρτέμιδας του Διονύσου και του Ερμή, ενώ ιερό του Διός Μειλιχίου πρέπει να υπήρχε, σύμφωνα με επιγραφές, κοντά στον ναό της Αγίας Τριάδας στο Μανδράκι(47).

 Στο τέλος του δρόμου (2.2 χλμ από την προηγούμενη δστ. 4,4 χλμ από την καλδέρα) θα συναντήσετε το μικρό λιμανάκι και την ωραιότατη γαλαζοπράσινη παραλία της Αγίας Ειρήνης, ιδανική λύση για μπάνιο μακριά από την πολυκοσμία του Αυγούστου. Αυτή η διαδρομή (δστ. με τις κεραίες – Αγ. Ειρήνη) γίνεται συχνά από πεζοπόρους (1ω30’). Θυμηθείτε να έχετε μαζί σας νερό …και προσοχή στις αγελάδες. Σε αυτά τα θαυμάσια λιβάδια, δεξιά του χειμάρρου, γυρίστηκαν το καλοκαίρι του 2007 πολλά πλάνα από την ταινία(48) «Αθανασία» του Πάνου Καρκανεβάτου, μια διεθνής συμπαραγωγή (ΕΚΚ και Odeon από Ελλάδα) με διανομή σε ελληνικές, ευρωπαϊκές και αμερικάνικες κινηματογραφικές αίθουσες. Ψηλότερα στο λόφο φαίνονται τα ερείπια του κεντρικού κτηρίου της διοίκησης, ό,τι απόμεινε από το μεγάλο για την εποχή του συγκρότημα επεξεργασίας θειαφιού, που οικοδομήθηκε το 1879 για λογαριασμό του Στέφανου Ράλλη(49). Η εκμετάλλευση του θειοχώματος, χρήσιμη και απαραίτητη στις αμπελοκαλλιέργειες, ήταν συνδεμένη με τη Νίσυρο από την αρχαιότητα. Κατά καιρούς υπήρξαν πολλές εξορυκτικές δραστηριότητες, όμως το εργοστάσιο του Ράλλη ήταν η σοβαρότερη, μεγαλύτερη και η πρώτη επαγγελματική απόπειρα σε μεγάλη κλίμακα. Το θειάφι ακατέργαστο, ως πρώτη ύλη, μεταφερόταν για τρία χλμ. με εναέρια βαγόνια, (όπως η σμύριδα στη Νάξο) από τον χώρο του κρατήρα όπου γινόταν η εξόρυξη, ως εδώ για επεξεργασία. Τότε οι πρωτότυπες για την εποχή εγκαταστάσεις αναλάμβαναν την σύνθλιψη, εκκαθάριση και εμπλουτισμό της πρώτης ύλης, φόρτωμα στα πλοία και εξαγωγή του προϊόντος στη Μέση Ανατολή. Το μοναδικό αυτό εργοστάσιο λειτούργησε εντατικά ενισχύοντας την οικονομία για αρκετά χρόνια και απασχολώντας πολλούς εργάτες από το νησί, μέχρι το 1887 που έκλεισε λόγω χρεωκοπίας. Αργότερα νοικιάστηκε από το γιό του Ράλλη, Αλέξανδρο σε άλλον επιχειρηματία χωρίς επιτυχία. Στα χρόνια της ιταλικής κατοχής προσπάθησε ο Άγγλος Edmond Martin  να στήσει πάλι την επιχείρηση, αλλά, επειδή η Ιταλία είχε το μονοπώλιο της εξαγωγής στην Ευρώπη, δεν ενθαρρύνθηκε να συνεχίσει. Σήμερα κάποια τμήματα των γραφείων με βοτσαλωτό δάπεδο και η μαρμάρινη επιγραφή της εισόδου, στο κεντρικό κτήριο, θυμίζουν τις προσπάθειες για οικονομική ανόρθωση της Νισύρου μέσω της εκμετάλλευσης του θειαφιού «EASM ANE WJG 1935».

 Η επιστροφή είναι πιο σύντομη έως τη δστ. με το ανεμόμετρο και τις κεραίες. Από εδώ ο δρόμος φτάνει σε 650 μέτρα στην περίφημη Ι. Μ. Σταυρού κοντά στο άκρο του χείλους της καλδέρας. Ένα μεγάλο συγκρότημα, μετόχι της Παναγίας Σπηλιανής, με πρόσφατα ανακαινισμένο καθολικό, μια ευρύχωρη πλακόστρωτη αυλή, όπου βρίσκονται οι στέρνες, τα κελιά, το μαγειρείο και η τράπεζα με εξαιρετική θέα του ηφαιστείου και των γύρω κορφών. Στην αυλή της είναι ένα από τα ομορφότερα μέρη για διανυκτέρευση ή κατασκήνωση, έχει κρύο νερό από πηγάδι, είναι και τα τρία κελλιά ανοιχτά ... Αυτό το ύψωμα που είναι χτισμένη η μονή θεωρείται το πρώτο τείχος και η ακρόπολη του Άργους, κατάλοιπο από τα τρία συνολικά συγκροτήματα προομηρικής εποχής που χαρακτηρίζονται ως κυκλώπεια ή πελασγικά τείχη. Τα άλλα δύο είναι στο Παλιόκαστρο, όπου το καλύτερα διατηρημένο και στην ορεινή περιφέρεια Κάτερος σε αυτή την πλευρά του νησιού(50). Ταυτίζεται ίσως με τα ερείπια ενός  κάστρου που αναφέρει ο Φλωρεντινός μοναχός Buontelmonti.  Από αυτό σώζονται ελάχιστα μέρη του, ανήκε στην ίδια ιστορική περίοδο με το Παλιόκαστρο στο Μανδράκι (βλ. παρακάτω), και πάνω στα απομεινάρια του χτίστηκε ο Σταυρός το 1727. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας οι μοναχοί που διακόνευαν εδώ ανέλαβαν να πληρώσουν οι ίδιοι τον φόρο τους, το «μακτού», ώστε να μην επιβαρύνουν τους κατοίκους του νησιού(51). Ο Σταυρός έπαψε να έχει μοναχούς στο τέλος του 19ου αιώνα, αλλά δεν ξεχάστηκε από τους κατοίκους. Κάθε 14 Σεπτέμβρη ζωντανεύει με την ευκαιρία του μονοήμερου πανηγυριού. Μάλιστα, όπως συνηθίζεται στο νησί, όταν γιορτάζουν κάποιες μεγάλες εκκλησίες, προσκυνητές, συνήθως γυναίκες, καταφθάνουν και μένουν για εννιά μέρες πριν τη γιορτή, προσεύχονται, κάνουν τριακόσιες μετάνοιες καθημερινά και ετοιμάζουν την εκκλησία για τη μεγάλη της μέρα(52).  

 Ο χωματόδρομος που συνεχίζει από το μοναστήρι του Σταυρού έως το Παλιόκαστρο ανοίχτηκε το 1991 δυστυχώς χωρίς να χρειάζεται, και με μια συγκλονιστική απώλεια (όπως έχουμε συνηθίσει αποκλειστικά σε αυτή τη χώρα με κάθε τι δήθεν νέο). Κατέστρεψε στο μεγαλύτερο μήκος του, το μοναδικής αισθητικής λιθόστρωτο μονοπάτι που οδηγούσε από το Μαντράκι στα Νικιά. Αυτό ήταν ηλικίας εξακοσίων ετών και δεν χρειάστηκε πάνω από ένας μήνας βάρβαρης επέμβασης με μηχανήματα για να καταστραφεί. Έγινε σάλος τότε, εκτέθηκαν οι ‘’υπεύθυνοι’’ με πανευρωπαϊκό διασυρμό(53) αλλά τα εργολαβικά και άλλα συμφέροντα είχαν πάλι επιβληθεί – εξυπηρετηθεί του πολιτισμού και του κοινού συμφέροντος (μειώθηκε στο μισό η δυνατότητα πεζοπορίας στο νησί) με απολίτιστο και  ανοίκειο τρόπο.

Η διαδρομή συνεχίζει δίχως δστ. περνά από το ξωκλήσι του Αρχάγγελου Μιχαήλ (1892) αριστερά σας, το ξωκλήσι του Άγιου Νικήτα δίπλα από βράχο, δεξιά σας και ανηφορίζοντας έχετε σπουδαία θέα προς την καταπράσινη από δέντρα κοιλάδα του αρχαίου Άργους. Θα προσέξετε σίγουρα τις δεκάδες αναβαθμίδες, οι οποίες σκαρφαλώνουν και καταλαμβάνουν όλη την πλαγιά  φτάνοντας μέχρι κάτω στη θάλασσα και τη βραχώδη έξαρση του ακρωτηρίου Κάτερος. Μετά τον αυχένα +/- 1880μ. από τον Σταυρό υπάρχει πόρτα στο δρόμο, από αυτές που χρησιμεύουν για να μην φεύγουν τα ζώα. Αν και αυτά είναι παντού ανεξέλεγκτα, εσείς κλείστε τη πίσω σας και κατηφορίστε προς τη μικρή ανοιχτή κοιλάδα. Σε δέκα λεπτά, με τα πόδια, θα αντικρίσετε το μικρό μοναστηράκι Σιώνες αφιερωμένο στη Γέννηση της Θεοτόκου. Είναι χτισμένο στη δυτική πλευρά μικρής κατάφυτης με δέντρα κοιλάδας και συνήθως είναι κλειδωμένο. Από σωζόμενα έγγραφα της εποχής μαθαίνουμε ότι η μονή ανακαινίστηκε το 1733 από τον μοναχό Ιωνά. Το καθολικό του είναι κατάγραφο με τοιχογραφίες του 18ου αιώνα που, όπως και του συγκροτήματος του Αρμά, είναι έργα λαϊκών ζωγράφων και απευθύνονται σε απλούς ανθρώπους. Δεν είναι έργα τέχνης (όπως στην Αγία Τριάδα στα Νικιά) αλλά έργα ευσέβειας με έντονα και φωτεινά χρώματα. Οι άγνωστοι ζωγράφοι τους πιθανά ανήκουν σε εργαστήριο της Σύμης, που αυτή την εποχή δραστηριοποιείται στη Σύμη, Ρόδο, Τήλο και πιθανά στη Νίσυρο(54).

 Σύντομα θα βρεθείτε στη δστ. για το Παλιόκαστρο σε άσφαλτο πλέον, +/- 5,860μ. συνολικά από την Ι. Μ. Σταυρού, 8,0 χλμ. από το τουρ. περίπτερο της καλδέρας. Σε 150μ. είστε στο παρκινγκ του μοναδικά ωραίου αρχαιολογικού χώρου. Εδώ είναι το σημαντικότερο και πιο καλά διατηρημένο μνημείο του νησιού, το τείχος της αρχαίας πόλης αυτό που οι ντόπιοι ονομάζουν Παλιόκαστρο. Πρόκειται για ένα από τα πλέον εντυπωσιακά, ογκώδη και μεγάλα αμυντικά έργα του αρχαίου κόσμου, τμήμα ενός εξαιρετικά οργανωμένου αμυντικού συστήματος το οποίο παρουσιάζει αξιοσημείωτη ομοιότητα με τα κυκλώπεια τείχη των μυκηναϊκών ακροπόλεων(55). Αποτελούσε την ελληνιστική ακρόπολη της Νισύρου και είναι χτισμένο από ηφαιστιογενή βασαλτικό ανδεσίτη με κυρίως ισοδομικό σύστημα τοιχοποιίας στα δυο μέτωπα που βλέπονται και γέμισμα με ακατέργαστες πέτρες και λατύπη (υπολείμματα των πελεκημένων πετρών). Το πάχος τους κυμαίνεται από τρία έως πέντε μέτρα. Το τείχος ενισχύεται από σειρά ορθογώνιων πύργων με πάχος σχεδόν δέκα μέτρα, ενώ χτιστές σκάλες με το ίδιο υλικό οδηγούν στις επάλξεις. Εντυπωσιάζει η γεροδεμένη κατασκευή, η τέλεια αρμολόγηση και τοποθέτηση των ογκόλιθων που έγινε, παρά το τεράστιο βάρος τους. Κάποιοι από αυτούς φτάνουν τους 3,5 τόνους. Η καλή του κατάσταση οφείλεται στην ανακατασκευή, την επισκευή και προέκταση που έγινε κατά τον 5ο – και 4ο αι. π.Χ. την εποχή του περσικού κινδύνου (567 – 554 π.Χ.) και η περίοδος του Πελοποννησιακού πολέμου (431 – 404 π.Χ.)(56). Στην εξωτερική του όψη, βόρεια της Πύλης που σώζεται ακέραιη, υπάρχει μεγαλογράμματη επιγραφή «Δαμόσιον το χωρίον πέντε πόδες από το τείχε(ος)». Αυτή, ορίζει το πλάτος της δημόσιας ζώνης έξω από την οχύρωση, που έπρεπε να παραμείνει ελεύθερη από κάθε χρήση για αμυντικούς λόγους(57). Πραγματικά εντυπωσιάζει, φαντάζει σαν μυθική κατασκευή από αυτές που βλέπουμε στον κινηματογράφο και προκαλούν το θαυμασμό μας. Τέτοιο κάστρο είναι το Παλιόκαστρο και ό,τι έμεινε από αυτό είναι ικανό να μας δώσει να καταλάβουμε τη σημασία που είχαν δώσει οι κτήτορές του στην κατασκευή του.

Από το Παλιόκαστρο καθώς κατηφορίζετε για το Μαντράκι συναντάτε τη δστ. που δεξιά σας φέρνει σε 2820μ. στο ιστορικό μοναστήρι της Ευαγγελίστριας του 18ου αιώνα, αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, άλλο ένα μετόχι της Παναγίας Σπηλιανής. Κατέχει μεγάλες κτηματικές εκτάσεις τις οποίες διαχειρίζεται η επιτροπή του ναού. Από εγχάρακτη χρονολογία «1753 Φεβρουαρίου 20» στην επάργυρη εικόνα του Ευαγγελισμού, συνάγεται ότι χτίστηκε την ίδια περίοδο που τοιχογραφήθηκαν ο Αρμάς και οι Σιώνες, ίσως λίγες δεκαετίες νωρίτερα. Το συγκρότημα είναι αρκετά μεγάλο με δύο κελιά σε καλή κατάσταση, κουζίνα, τραπεζαρία και μια πελώρια (ίσως η μεγαλύτερη στο νησί) σκιερή αγραμιτ(θ)ιά στην αυλή του. Σύμφωνα με την επικρατούσα παράδοση σε αυτήν συναντιόντουσαν τα χρόνια της επανάστασης του 1821 οι δημογέροντες των τριών μεγάλων χωριών για να συζητήσουν την ένωση με το νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

 Από εδώ ξεκινούν κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες πεζοπορικές διαδρομές για τον Εμπορειό (2ω), το ηφαίστειο (2ω30’)τη Μονή του Αρμά και για την ψηλότερη κορυφή Διαβάτης (698μ. υψ.) όπου το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία με την εκπληκτική θέα προς ολόκληρο το στεφάνι της καλδέρας και τα τριγύρω νησιά. Αυτή η πεζοπορία σε +/- μια ώρα θα σας φέρει στο μοναστηράκι  της Παναγίας της Διαβατινής μετόχι της Παναγίας Σπηλιανής αφιερωμένο στην Παναγία Γαλακτοτροφούσα,σε ένα πανέμορφο φυσικό οροπέδιο. Τα μακρόστενα κελιά της με τζάκι και εξωτερική πεζούλα ανάστησε και έζησε σε αυτά σχεδόν μέχρι τέλους η Μοσχού της Διαβατινής (Μοσχού Κουλάκη 1850 – 51 / 1945 – 46) όπως είναι γνωστή στους Νισύριους. Μια φωτισμένη προσωπικότητα που φοίτησε στην Μεγάλη του Γένους Σχολή της Κωνσταντινούπολης. Επιστρέφοντας μετά από χρόνια στην γενέτειρά της ιδρύει το πρώτο σχολείο θηλέων στην οικία Νεόφυτου Σακελλαρίδη διδάσκοντας η ίδια γραφή, ανάγνωση, αριθμητική και θρησκευτικά. Σχεδόν στα πενήντα της χρόνια ανέβηκε στη «Διαβατινή της» όπως έλεγε και έζησε εδώ, πάνω στο βουνό τα υπόλοιπα 45. Μαρτυρίες αναφέρουν ότι υπήρξε άριστη δασκάλα, σπουδαία κεντήστρα και άνθρωπος που νοιαζόταν για όλους(58). Από εδώ η ανεμοδαρμένη κορφή του Διαβάτη απέχει 20 λεπτά. Να την κάνετε αυτή την ελκυστική πεζοπορία (1ω30’), στη διάρκεια της οποίας θα γνωρίσετε ένα μεγάλο τμήμα της φυσικής ομορφιάς της Νισύρου. Για όλες τις πεζοπορίες υπάρχουν πινακίδες εισόδου στα μονοπάτια και σήμανση. Η διαδρομή από την Ευαγγελίστρια προς το Μαντράκι κλείνει στη δστ. του κεντρικού δρόμου κοντά στο ξενοδοχείο «Ρομάντζο» έχοντας διανύσει από το ηφαίστειο γύρω στα 12 χλμ. Με αυτήν, έχετε γνωρίσει το μεγαλύτερο τμήμα του νησιού, τις παραλίες και τα δεκάδες μνημεία του.

Μια ελάχιστη αναδρομή στην ιστορία της Νισύρου δείχνει ότι παρά το ‘’εκρηκτικό’’ παρελθόν της κατοικήθηκε από την προϊστορική εποχή. Ως πρώτοι κάτοικοι θεωρούνται οι Τελχίνες, Μινωΐτες από την Κρήτη, μυθικά πνεύματα, μυστηριώδη και θαυμαστά όντα, τα οποία είχαν συγγενικό δεσμό με τον θεό Ποσειδώνα. Λιγοστά είναι τα ευρήματα αυτής της περιόδου, ανάμεσά τους ένα κυκλαδικό ειδώλιο το οποίο βρίσκεται στο μουσείο του Βερολίνου(59).  Μετά τους Τελχίνες, ήρθαν οι Πελασγοί, οι Κάρες, οι Κρήτες και οι Φοίνικες, οι οποίοι την έκαναν μόνιμο εμπορικό και ναυτικό κέντρο, σπουδαία ναυτική δύναμη με μεγάλο πλούτο, δυσανάλογο με το μέγεθός της. Αυτή η ανάπτυξη προερχόταν από τη στρατηγική της θέση σε κεντρικό σημείο της Δωδεκανήσου, το εμπόριο ηφαιστειακών προϊόντων (θείο, στυπτηρία, ελαφρόπετρα, μυλόπετρες, κ.ά.)  η συχνή επικοινωνία με όλα τα νησιά του Αιγαίου και την Καρία(60), Κιλικία, Συρία, Τροία κ.ά.   Μαζί με τους άξιους και τολμηρούς Ρόδιους, Νισύριους, Τηλιακούς ναυτικούς ταξιδεύουν ανακαλύπτοντας τις Ιταλικές ακτές. Εκεί σταματούσαν στα μακρινά ταξίδια τους για τη Δύση για να ξεκουραστούν ή να ζητήσουν βοήθεια από τους θεούς για να συνεχίσουν. Στην Κάτω Ιταλία έκαναν καταυλισμούς αρχικά, εμπορικούς σταθμούς αργότερα για να πουλούν τα προϊόντα τους σε όλη τη Μεσόγειο. Από την 3η χιλιετηρίδα π.Χ. τα καράβια της Ρόδου και της Νισύρου μετέφεραν τον Κυκλαδικό, μετέπειτα τον Κρητικό πολιτισμό και την Ελληνική γλώσσα που από τότε μιλιέται στον Ιταλικό Νότο. Τότε άρχισαν να αναπτύσσονται νέες αποικίες – πόλεις, που με τη σειρά τους προσέλκυσαν νέους αποίκους.

 Την ίδια εποχή, η Νίσυρος ονομαζόταν «Πορφυρίς» κατά μια εκδοχή, γιατί οι Φοίνικες που την κατοικούσαν και ήταν ειδικοί στο ψάρεμα των πορφύρων, ένα είδος κογχυλιού που έδινε βαθύ κόκκινο χρώμα στα υφάσματα, λεγόντουσαν «Πορφυρείς» δηλ. αλιείς των πορφύρων. Με αυτό το υλικό έβαφαν τα πολυτελή υφάσματα και τις πορφύρες των βασιλιάδων. Οι ίδιοι είχαν ιδρύσει στις κτίσεις τους στην Κω, τη Γυάρο και την Αμοργό αλιευτήρια πορφύρας. Μάλιστα η Αμοργός ανεξάρτητα της δικής της παραγωγής, έκανε εισαγωγή πορφύρας από τη Νίσυρο, προφανώς λόγω της καλύτερης ποιότητας του προϊόντος και συναγωνιζόταν την Κω στην καλαισθησία όσο και την ακρίβεια. Λέγεται ό,τι χρειαζόντουσαν δέκα χιλιάδες όστρακα για ένα γραμμάριο Πορφύρας, ίσως γιαυτό να ήταν τόσο ακριβά που προοριζόταν μόνο για βασιλιάδες. Η Νίσυρος μαζί με την Κω ανέπτυξαν πάρα πολύ την αλιευτική βιομηχανία του είδους, όπως επίσης τη βαφή των πολυτελών υφασμάτων που τα έκανε περιζήτητα ακριβώς, γιατί βάφονταν με την ανώτερης ποιότητας πορφύρα της Νισύρου. Για το εξαιρετικό χρώμα και για την υψηλή τιμή τους παρέμειναν παροιμιώδη με τη φράση Coae vestes (Κωϊκά ενδύματα)(61). Η οικονομική της ανάπτυξη, ο ανταγωνισμός και οι αλλαγές στην κοινωνική και πολιτική οργάνωση στον νησιωτικό ελληνικό χώρο αλλάζουν τους μακροχρόνιους εμπορικούς δεσμούς, ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσονται νέοι. Παλιοί σύμμαχοι γίνονται εχθροί και η Νίσυρος με ιδιαίτερο ζήλο παίρνει μέρος με τριάντα πλοία στην εκστρατεία κατά της Τροίας.

 Μετά τα Τρωικά η επέκταση των Περσών, η κατάκτηση των πόλεων και παραλίων της Μικράς Ασίας καθορίζει στη συνέχεια τη μοίρα της μικρής Νισύρου, η οποία το 480 π.Χ. βρίσκεται μαζί με την Κω και την Κάλυμνο υποταγμένη στην Αρτεμισία, δυνάστη της Αλικαρνασσού. Οι Νισύριοι εξαναγκάζονται μαζί με τους Κώους και Καλυμνίους να συμμετάσχουν στη ναυμαχία της Σαλαμίνας στο πλευρό των Περσών με πέντε πλοία. Στο τέλος της περσικής κυριαρχίας συμμετέχουν στην Αθηναϊκή Συμμαχία (487 π.Χ.), πληρώνοντας φόρο, όπως και τα γειτονικά νησιά.

 Ο 4ος αι. π.Χ. είναι ο αιώνας της μεγάλης ακμής της. Τώρα πια αποτελεί αυτόνομη πόλη – κράτος εκδίδοντας δικό της νόμισμα. Στην επικράτειά της ανήκουν όλα τα γειτονικά νησιά  από τα οποία ξεχωρίζει η Περγούσα με δύο καλοδιατηρημένους ορθογώνιους πύργους, που μνημονεύει στις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις ο L. Ross, ο οποίος μιλά για δύο ελληνιστικά παλαιόκαστρα. Επίσης η αποικία τους στη Σαρία(62) νησί γειτονικό της Καρπάθου που χωρίζεται με το Στενό της Σαρίας μήκους 1,5 ν.μ. και πλάτους 50 μ. Ο Στράβων είναι απόλυτα σαφής όταν μας πληροφορεί ότι «μια δε των πόλεων εκαλείτο Νίσυρος ομώνυμος τη των Νισυρίων νήσω». Τη θέση της αρχαίας Νισύρου στον παραθαλάσσιο μεσαιωνικό ερειπιώνα της Σαρίας, (ο οποίος αναπτύχθηκε στο ίδιο μέρος όπου άλλοτε ήταν η κλασσική πόλη), που ανέκαθεν ονομαζόταν Παλάτια(63), ταύτισαν από παλιά αρκετοί επιστήμονες. Η πόλη οφείλει το όνομα της σε αποίκους του νησιού της Νισύρου(64), οι οποίοι έδωσαν το όνομα της μητροπόλεώς τους. Η Νίσυρος ήταν ένα από τα εμπορικά και πολιτιστικά κέντρα της Τετραπόλεως Καρπάθου πολύ κοντά στη Ρόδο σε σχέση με τα υπόλοιπα του συμπλέγματος Κάσου – Καρπάθου – Σαρίας. Όλοι αυτοί οι όρμοι και τα λιμάνια πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στο εμπόριο από τα μικρασιατικά παράλια στην Κρήτη αλλά και για μακρινότερα ταξίδια ήδη από τη Μυκηναϊκή μέχρι την παλαιοχριστιανική εποχή.

 Γύρω στο 200 π.Χ. υποτάσσεται στο ροδιακό κράτος ακολουθώντας την τύχη του. Περιέρχεται στην επιρροή της Ρώμης και κατόπιν στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία(65), όπου το 41 π.Χ. καταστρέφεται από τον Μάρκο Αντώνιο και την Κλεοπάτρα. Στους βυζαντινούς χρόνους ήταν μέλος της Επαρχίας των Νήσων, ενώ, αργότερα, μαζί με την Τήλο, Κω, Κάλυμνο ήταν στο θέμα της Σάμου που περιλάμβανε τη Δυτ. Μικρά Ασία έως την Τρωάδα. Ο Χριστιανισμός διαδίδεται πολύ νωρίς στη Νίσυρο πιθανά από τη γειτονική Κω. Γίνεται έδρα επισκοπής και την ίδια εποχή (4ο – 6ο αιώνα) οικοδομούνται οι πρώτοι Χριστιανικοί ναοί. Το αρχαιότερο τεκμήριο της οργανωμένης χριστιανικής εκκλησίας αποτελεί η μαρμάρινη επιτύμβια επιγραφή της Βιταλίας(66) που βρέθηκε στο Μαντράκι το 1946 – 47 κοντά στο εκκλησάκι του Αγίου Κωνσταντίνου. Αργότερα πολλά μνημεία καταστρέφονται από τις πειρατικές επιδρομές αλλά και τους σεισμούς που χτυπούν και τα γύρω νησιά, ιδίως τη Ρόδο το 515. Πάνω σε αυτά τα ερείπια εκκλησιών ή αρχαίων ιερών των προχριστιανικών χρόνων οικοδομούνται οι πρώτες ξυλόστεγες τρίκλιτες βασιλικές. Σήμερα τα γνωστά παλαιοχριστιανικά μνημεία είναι δέκα(67).

Οι πληροφορίες της μέσης βυζαντινής περιόδου (7ος – 10ος αι.) είναι σκοτεινές και ελάχιστες, ενώ η αυτοκρατορία είναι ζωσμένη από εχθρούς χάνοντας τη δύναμη και την παλιά της αίγλη. Τον 11ο – 12ο αι. το εύφορο και πλούσιο νησί κεντρίζει τη βουλιμία των πειρατών και δοκιμάζεται. Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, το 1204, από τις δυτικές δυνάμεις ο διοικητής της Ρόδου και των γειτονικών νησιών, Λέων Γαβαλάς, τα κήρυξε ανεξάρτητα και τα οχύρωσε. Αργότερα ενισχύονται ακόμη περισσότερο οι οχυρώσεις ώστε να αντιμετωπίζονται οι συνεχείς πειρατικές επιδρομές – λεηλασίες. Το 1314 η Νίσυρος(68) τέθηκε κάτω από την προστασία των Ιωαννιτών ιπποτών, παρά τις προσπάθειες των Βενετών να τη θέσουν κάτω από την εξουσία τους. Η άλωση της Πόλης από τους Τούρκους (1453) είχε καθοριστικό αντίκτυπο σε όλες της εκφάνσεις της ζωής του νησιού.

Την επώδυνη περίοδο της πολιορκίας της Ρόδου (26 Ιουνίου – 22 Δεκεμβρίου 1522) και πριν την πτώση της καταλαμβάνονται τα περισσότερα νησιά γύρω της. Έτσι και η Νίσυρος δηλώνει υποταγή στο σουλτάνο Σουλεϊμάν το Μεγαλοπρεπή  και παραδίδεται στις 6 Σεπτεμβρίου 1522. Σύμφωνα με τον τουρκικό ιερό νόμο αναγνωρίζονται τα προνόμια και πλέον το νησί αυτοδιοικείται από τη Δημογεροντία, αν και μετά την πτώση της Ρόδου και αργότερα της Κω (1523) η Νίσυρος είχε χάσει την στρατιωτική – οικονομική της σημασία. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, στο νησί ισχύουν πλέον τοπικοί νόμοι και δικαστήρια, πληρώνουν το «μακτού» το φόρο υποταγής στο σουλτάνο και είναι ελεύθεροι ακόμα και στα θρησκευτικά τους καθήκοντα «εισίν υφ’ όλας τας απόψεις ελεύθεραι». Μαζί με τους Συμιακούς, Χαλκίτες, Τηλιακούς υπάγονται στη δικαιοδοσία του μητροπολίτη Ρόδου που είναι «Εθνάρχης των Ορθοδόξων Ελλήνων και Έξαρχος πασών των Κυκλάδων Νήσων»(69). Εκείνη την εποχή οι έως τότε Νότιες Σποράδες, εμφανίζονται με το όνομα Δωδεκάνησος ώστε να προσδιορίζονται τα νησιά εκείνα στα οποία ο σουλτάνος είχε παραχωρήσει προνόμια.

Από τα κατάστιχα του νησιού της περιόδου 1821 – 1828 γνωρίζουμε για την συμβολή της στην παλλαϊκή εξέγερση, στέλνοντας πολεμιστές στον στόλο του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη και στον ψαριανό Κωνσταντίνο Κανάρη. 

Παρά τους αγώνες και  τις μετέπειτα διαμαρτυρίες προς τον κυβερνήτη Καποδίστρια οι προστάτιδες δυνάμεις παραχώρησαν με το πρωτόκολλο του Λονδίνου (10/22 Μαρτίου 1829 και 3/2/1830) όλα τα νησιά των Νοτίων Σποράδων (Δωδεκάνησα) στην Τουρκία έως το 1912 (29/4 – 12/5) που ξεκινά δύσκολη περίοδος της Ιταλοκρατίας που κράτησε 31 χρόνια. Η Νίσυρος όπως όλα τα Δωδεκάνησα με τις νησίδες τους ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα στις 7 Μαρτίου 1948.

Επιστρέφοντας μετά το τέλος της περιήγησης στο Μαντράκι, την πρωτεύουσα και κηρυγμένο παραδοσιακό(70) οικισμό, όπως ισχύει για τα Νικιά και τον Εμπορειό, μας έμεινε αυτή η έντονη γεύση των αντιθέσεων. Όσον αφορά τους οικισμούς, το Μαντράκι αναπτύσσεται και απλώνεται, οι Πάλοι είναι ένας θαυμάσιος προορισμός, πραγματικό χωριό χωρίς να έχει να ζηλέψει κάτι από την πρωτεύουσα, ο Εμπορειός εγκαταλειμμένος αναζητεί νέα ταυτότητα που θα του επιτρέψει να ξαναζωντανέψει, ενώ τα Νικιά μεγαλώνουν, σπίτια ξαναφτιάχνονται, κόσμος επανέρχεται ξένοι ζητούν οικόπεδα ή σπίτια. Απόψεις φυσικά, που ενδέχεται να λανθάνουν. Βέβαιο όμως είναι ότι η Νίσυρος, περισσότερο από ποτέ, απειλείται από την επίπλαστη ανάπτυξη, που σαν πλημμυρίδα έχει καταστρέψει σχεδόν όλα τα νησιά και τους ‘’παραδοσιακούς οικισμούς’’. Δεν μπορούμε να πιστέψουμε ότι οι Νισύριοι αγνοούν ότι η τουριστική κερδοσκοπία, όπως επικράτησε στη χώρα μας, αντίθετα με όλη την Ευρώπη, προτιμά να μην βλέπει τον αυθεντικό παραδοσιακό χαρακτήρα των γηγενών οικοδομημάτων και την ελκυστική αρχιτεκτονική τους, συνεχίζοντας να προτιμά την άμεση λύση του τσιμέντου, μάλιστα στην πιο άτεχνη μορφή του.

 Ευτυχώς μέχρι σήμερα η όποια ανάπτυξη θεωρείται ήπιας μορφής και περιορίζεται σε καθημερινές αφίξεις βορειοευρωπαίων ή άλλων τουριστών από την Κω για το μοναδικής αισθητικής θέαμα του Ηφαιστείου. Έχει αποφευχθεί η υπερβολική τουριστική αξιοποίηση και τμήμα της φαίνεται να είναι ελεγχόμενο από τους ευαισθητοποιημένους(71) κατοίκους. Αυτό είναι το απρόσμενα θετικό. Οι κάτοικοι, ο δήμος και όσοι ασχολούνται με τον τουρισμό, κατά την ταπεινή μας γνώμη, πρέπει να δώσουν όλο τους το βάρος, σύμφωνα με τις αρχές της βιώσιμης – αειφόρου ανάπτυξης του φυσικού πολιτιστικού και δομημένου περιβάλλοντος του νησιού. Να κρατηθεί το ‘’κεφάλαιο’’ ανέγγιχτο και να ζήσουν όλοι από τους τόκους της φύσης. Ο πληροφορημένος και προετοιμασμένος επισκέπτης να ζήσει το δικό του μύθο ανάμεσα στις περιφερειακές επενδύσεις σε αυτήν. Πεζοπορικές διαδρομές ιδιαίτερου φυσικού κάλλους για φυσιολάτρες, οδοιπορικά στα πλούσια – σπάνια τοπία του νησιού, γιατί όχι στην παρατήρηση χλωρίδας και πανίδας, στους σπάνιους και άγνωστους στο ευρύ κοινό γεωλογικούς σχηματισμούς, στις ανθρώπινες κατασκευές ή σε άλλες παραγωγικές δραστηριότητες. Μην ξεχνάμε ότι η προστασία του περιβάλλοντος, μακροπρόθεσμα, συμφέρει οικονομικά. Πολλά νησιά του αρχιπελάγους, το κατάλαβαν αλλά οι επεμβάσεις που ήδη είχαν γίνει δεν επιτρέπουν την επιστροφή.

 Άλλη μια πράξη που είναι βέβαιο ότι θα ωφελήσει, έχουν δώσει εδώ και μια δεκαετία με τις πράξεις τους οι γείτονες Τηλιακοί. Μην ξεχνάμε ότι με την απόφασή τους για καθολική απαγόρευση του κυνηγιού είδαν τις επιχειρήσεις τους, να φιλοξενούν ακόμα καλύτερης ποιότητας επισκέπτες και η σαιζόν να εκτινάσσεται στους πέντε μήνες. Αν φανταστούμε μάλιστα τη λειτουργία των ιαματικών πηγών, την ύπαρξη ενός Γεωλογικού – Ηφαιστειακού Πάρκου με πινακίδες πληροφόρησης, τα μνημεία της αρχαιότητας, της βυζαντινής εποχής και της εποχής των ιπποτών σαν επιπρόσθετο πόλο έλξης, είναι βέβαιο ότι η επισκεψιμότητα θα αυξηθεί και πολλά πράγματα θα αλλάξουν προς το καλύτερο.

 Ευχαριστώ θερμά τον Γιάννη Κουλάκη εκπαιδευτικό και τον Dr. Γιώργο Βουγιουκαλάκη ηφαιστειολόγο του ΙΓΜΕ για την βοήθειά και τις παρατηρήσεις τους κατά τη διάρκεια της συγγραφής του παρόντος. 

ΒΟΤΣΑΛΩΤΑ  

Αποκάλυψη στάθηκε για μας η γνωριμία με τον Νισύριο κ. Ντίνο Παπαδέλια που παράτησε την κομμωτική για να δημιουργήσει με τα βότσαλα μιαν άλλη τέχνη, άλλοτε συνηθισμένη, σήμερα λησμονημένη. Το βοτσαλωτό, που με τόσα διαφορετικά γεωμετρικά σχέδια (μαίανδροι, σπείρες, έλικες) κοσμεί με εξαιρετικά καλλιτεχνικό τρόπο αρκετά σημεία του νησιού.  Βέβαια, βοτσαλωτά που γοητεύουν υπάρχουν όχι μόνο στη Νίσυρο αλλά σε όλα τα Δωδεκάνησα και σε πολλά κυκλαδονήσια (Τήνος, Σύρος) και στις Σπέτσες με κατασκευαστικές διαφοροποιήσεις από περιοχή σε περιοχή. Την τέχνη που χρησιμοποιεί μας ξεδίπλωσε ο κ. Ντίνος: «Τα ψηφιδωτά τα ξεκίνησα 15 χρονών. Παλιά τα έφτιαχναν με άμμο και ασβέστη. Από αυτά τα παλιά λίγα σώζονται γιατί έπεφτε ο σπόρος φύτρωνε το φυτό και οι ρίζες του ξεκολλούσαν τα χοχλάκια. Άμα έφευγε ένα, έφευγαν όλα μετά. Τώρα το πρώτο στρώμα (5 ή 6 πόντοι πάχος) είναι χαλίκι, μετά από πάνω πέφτουν 2 πόντοι χώμα και από πάνω γίνεται η τσιμεντογωνία. Τότε ξεκινά το ‘’φύτεμα’’ και φτιάχνεις το σχέδιο που έχεις στο μυαλό σου. Την άμμο τη βάζουμε γιατί ρουφάει τα υγρά της λάσπης. Μόλις τελειώσει το έργο τα χτυπάω με ένα ξύλο από πάνω για να ισιώσουν και να αλφαδιαστούν. Συνήθως για ένα τετραγωνικό μέτρο χρειάζονται 2.500 βότσαλα. Οι αυλές είναι εύκολες, γιατί τα σχέδια και τα βότσαλα είναι πιο μεγάλα. Το δύσκολο είναι στο σπίτι. Εκεί πρέπει να  χρησιμοποιηθεί πιο ψιλό χαλίκι και είναι πολύ πιο δύσκολο και ακριβό». Όπως γνωρίζουμε, η τέχνη του βοτσαλωτού και γενικά του ψηφιδωτού δαπέδου χάνεται στην αρχαιότητα, ενώ το θεματολόγιο των μορφών και των σχεδίων αντλείται από το άμεσο περιβάλλον (λουλούδια, φυτά, ψάρια, πλοία, αστέρια κ.α.), τη λαϊκή παράδοση (μύθοι) ή τα βυζαντινά μοτίβα (θρησκευτικά σύμβολα). Η αξιοσημείωτη αναβίωση αυτής της τέχνης στο νησί εκφράζεται με τα έργα του κ. Ντίνου όπως είναι η τεράστια πλατεία ηρώου, η πλατεία των δελφινιών, η οποία απεικονίζει με λεπτομέρεια τα συμπαθή θηλαστικά, η πλατεία στο δημαρχείο (είναι 80 τ.μ. και περιέχει 12 τόνους βότσαλο), δεκάδες εσωτερικά κατοικιών, πολλές πεζούλες στο Μανδράκι, η αυλή του Ταξιάρχη στον Εμπορειό κ.ά. Εκτός από τα βοτσαλωτά μας εκμυστηρεύτηκε και για την άλλη μεγάλη του αγάπη, τις επισκευές και κατασκευές μουσικών οργάνων, κυρίως λύρες, το κατ εξοχήν μουσικό όργανο και στη Δωδεκάνησο.

Περισσότερα για τα βοτσαλωτά βλ. Τίνα Σπερελάκη, «Βοτσαλωτά» περιοδικό Γεώ τ.221 Ιούλιος (2004) 22 – 27. Χρύσα Σαββίδου, Μεσογειακή Γοτθική Αρχιτεκτονική, ΥΠ.ΠΟ Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων, Αθήνα (2007) 155. 

Σημειώσεις:

 (1) Μελίνα Φιλήμονος – Τσοποτού, «Δωδεκάνησα – Νίσυρος», στο: Ανδρ. Βλαχόπουλος (επιμ.), Αρχαιολογία. Νησιά του Αιγαίου, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα (2005) 355.

(2) Στέφανου Καλλιστή, Ενορία Παναγίας Ποταμήτισσης Μανδρακίου Νισύρου, Ρόδος (2003) 7.

(3) Μέχρι τις μέρες μας γνωρίζαμε για τα εγκαίνια τα οποία έγιναν πριν το 1837. Ο Αρχιμανδρίτης Στέφανος Καλλιστής μας μετέφερε χωρίς επιφυλάξεις (26/3/09 – 09:50) ότι έγγραφο που φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη της μονής αναφέρει το έτος 1730.

(4) Χάρη Μ. Κουτελάκη, Τήλος Άρωμα Αμαράκινο, εκδ. Νομ. Αυτοδ. Δωδ/σου τ. Α’ Αθήνα (2008) 755, 758 – 759 με βιβλιογραφία.

(5)  Τον 18ο αι. εισάγεται και στη Νίσυρο ο αρχιτεκτονικός τύπος των μονόχωρων εκκλησιών, που στεγάζονται με υστερογοτθικά νευρωτά σταυροθόλια. Περισσότερα για τη Γοτθική αρχιτεκτονική, τις επιδράσεις της στην Ελλάδα και βιβλιογραφία βλ. Χρύσα Σαββίδου, Μεσογειακή Γοτθική Αρχιτεκτονική, ΥΠ.ΠΟ Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων, Αθήνα (2007) 79.

(6) Νικήτα Ι. Κουμέντου, Τοπική Ιστορία της Νισύρου, εκδ. Νομ. Αυτοδ. Δωδ/σου τ.3 Νίσυρος (2002) 87.

(7) Ηλία Ε. Κόλλια, «Ιπποτοκρατία – Τουρκοκρατία» στο: Ελευθερία Τράιου (επιμ.) ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό Επτά ημέρες, αφιέρωμα «Νίσυρος», Εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή, Κυριακή 22 Ιουλίου (2001) 7.

(8) Αλεξάνδρα Στεφανίδου, «Κάστρο Μανδρακίου», στο: Ν. Ζαφειροπούλου, Μ. Καζάκου (επιμ.), Ενετοί και Ιωαννίτες Ιππότες. Δίκτυα Οχυρωματικής Αρχιτεκτονικής, ΥΠ.ΠΟ Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων, Αθήνα (2001) 231 – 232.

(9) Κόλλια ο.π. 7.

(10) Εμμ. Κ. Παπαμανώλη, «Αναστήλωση και προβολή των ερειπωμένων μεσαιωνικών κάστρων της Δωδεκανήσου» Πρακτικά Α’ πολιτιστικού συμποσίου Δωδεκανήσου 1978, έκδοση Στέγης γραμμάτων και τεχνών Δωδεκανήσου, αρ. 11, Αθήνα (1981) 348 - 349 με βιβλιογραφία. Στεφανίδου ο.π. 230.

(11) Ριχάρδου Οικονομάκη, Νίσυρος, εκδ. Μέλισσα Αθήνα (2001) 32.

(12) Κουτελάκη ο.π. 294.

(13) Νικήτα Οδ. Σακελλαρίδη, «Παναγία Σπηλιανή» Νισυριακά 6, Αθήνα (1978) 132 – 133. Στέφανου Καλλιστή, Η ιερά μονή Παναγίας Σπηλιανής Νισύρου, Ρόδος 2(2002) 7 – 8. Οικονομάκης ο.π. 26.

(14) Κουτελάκη ο.π. 570.

(15) Χάρη Μ. Κουτελάκη, Άγιος Παντελεήμονας Τήλου, δεύτερη έκδοση (1995) 44. Για τις αδιαμφισβήτητες σχέσεις των μονών μεταξύ τους, ιδιαίτερα των Νισυρίων με τη μονή Πάτμου και ενοικιάσεις κτημάτων της Νισύρου βλ. Ζαχαρία Τσιρπανλή «Νίσυρος και Πάτμος» Νισυριακά 8 (1982) 10 – 11. 

(16) Η γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου διαρκεί στο νησί εννέα μέρες, από τις 6 έως τις 15 Αυγούστου. Σε όλη τη διάρκειά του γυναίκες κάθε ηλικίας από τη Νίσυρο αλλά και προσκυνήτριες από γειτονικά νησιά (Ρόδο, Κω) αλλά και Νισύριες της διασποράς που σε κάποια δύσκολη στιγμή της ζωής τους ζήτησαν τη βοήθεια της Σπηλιανής και σε ανταπόδοση έταξαν να κάνουν το νιάμερο. Αυτές λοιπόν, αναβιώνουν το «τάξιμο» ένα παμπάλαιο έθιμο. Αυτό το τάξιμο περιλαμβάνει προσευχές, ωδές, το μακρόσυρτο «μοιρολόι της Παναγίας» και 300 καθημερινές μετάνοιες επί εννιά μέρες. Οι γυναίκες αυτές λέγονται «Νιαμερίτισσες». Περισσότερα και τα τετράστιχα των ωδών βλ. στο Καλλιστή ο.π. (2002) 26 – 40. Σακελλαρίδη ο.π. 150 – 151.

(17) Κόλλιας ο.π. 9.

(18) Καλλιστή ο.π. (2002) 11. Οικονομάκη ο.π. 32.

(19) Χάρη Κουτελάκη, Έλληνες αργυροχρυσοχόοι και Ξυλογλύπτες, εκδόσεις Σμίλη Αθήνα (1996) 113, αρ. καταλόγου 49, εικ.56.

(20) Οικονομάκης ο.π. 32 – 34. Καλλιστή ο.π. (2002) 20.

(21) Η αποπεράτωση των Λουτρών, το 1911, έγινε με κύρια δαπάνη ποσού 3.483 δολαρίων του ιδρυμένου στην Αμερική (1906) συλλόγου Νισυρίων με την επωνυμία «Πορφυρίς». Τα εγκαίνια έγιναν την άνοιξη του 1921. Ι. Κουμέντος, Τοπική Ιστορία της Νισύρου, εκδ. Νομ. Αυτοδ. Δωδ/σου, τ.3, Νίσυρος (2002) 133. Γενικά η ανάπτυξή της εκείνη την εποχή προερχόταν κατά ένα μεγάλο μέρος χάρη στους Νισύριους της διασποράς (Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Οδησσός, Σμύρνη, Αμερική).

(22) Κουμέντος ο.π. (τ.3) 83. Για τα Ιαματικά λουτρά της Νισύρου υπάρχουν δύο αναλυτικές μελέτες, βλ. Φίλιππου Σπυρόπουλου «Η Νίσυρος ως τόπος προορισμού Ιαματικού Τουρισμού» και Χαρτοφύλη Άννα – Νεκταρία «Ιαματικά λουτρά, Πορεία εξαγνισμού στη Νίσυρο» και οι δύο στο: Νισυριακά 17, Αθήνα (2007) 288 – 303 και 304 – 314 αντίστοιχα.

(23) Dorothy Hosmer, «Η Ρόδος και τα Ιταλικά Νησιά του Αιγαίου» περιοδικό NationalGeographic τ.5 Νο 2 Αύγουστος (2000) βλ. Ορόσημα. Πρόκειται για αναδημοσίευση άρθρο του έτους 1941.

(24) Νίκου Φραντζή, «Φάκελος Κτηνοτροφία»,  περιοδικό ο Διαβάτης της Νισύρου τ.6 Φεβρουάριος (1997) 107.

(25) Στυλιανή Χ. Παπάτσου – Σταμέλου, «Η χλωρίδα και η Βλάστηση της Νισύρου και των γύρω νησίδων», (τμήμα διδ. διατριβής) Νισυριακά 8 (1982) 372 – 381. Ειρήνη Βαλλιανάτου «Πλούσια Βλάστηση» στο: Ελευθερία Τράιου (επιμ.) ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό Επτά ημέρες, αφιέρωμα «Νίσυρος», Εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή, Κυριακή 22 Ιουλίου (2001) 28. Γενικά για τη βιοποικιλότητα με αναφορά στη Νίσυρο βλ. Στρατής Βαλάκος «Βιοποικιλότητα στην Ελλάδα» περιοδικό NationalGeographic τ.2 Νο 2 Φεβρουάριος (1999) 66 – 68.

(26) Νίκου Φραντζή «Η ορνιθοπανίδα της Νισύρου» Νισυριακά 17 Εταιρεία Νισυριακών Μελετών Αθήνα (2007) 328 – 336. Του ιδίου, «Μια πρώτη καταγραφή της Ορνιθοπανίδας της Νισύρου»,  περιοδικό ο Διαβάτης της Νισύρου τ.5 Οκτ (1996) 86 – 88. Του ιδίου «Falco eleonorae: ο Μαυροπετρίτης» περιοδικό ο Διαβάτης της Νισύρου τ.7 Μάιος (1997) 123. Βλ. και Τάσος Λεγάκις «Η πανίδα της Νισύρου» στο: Ελευθερία Τράιου (επιμ.) ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό Επτά ημέρες, αφιέρωμα «Νίσυρος», Εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή, Κυριακή 22 Ιουλίου (2001) 29.

(27) Κουμέντος ο.π. (τ.2) 63.

(28) Κουμέντος ο.π. (τ.3) 91.

(29) Κουτελάκη ο.π. (1995) 43, 72.

(30) Οικονομάκης ο.π. 46. Σταύρου Κέντρη, «Εκκλησίες και ξωκλήσια της Νισύρου» Νισυριακά 8 (1982) 85.

(31) Κουτελάκη ο.π. (1995) 44 σημ. 26. Του ιδίου, Νισυριακά 6 (1978) 10. Κέντρη, ο.π. 85.

(32) Κουμέντος ο.π. (τ.3) 97 με βιβλιογραφικές ειδήσεις της ζωής του μοναστηριού.

(33) Ευθύμιος Λ. Λέκκας, «Στο χείλος της καταστροφής και της δημιουργίας», περιοδικό Γεώ τ.22, Σεπτέμβριος (2000) 28. Κουμέντος ο.π. (τ.2) 63.

(34) Λέκκας ο.π. 31.

(35) Βλ. Παρουσίαση, χρήση, ανάλυση αγροτικών κτισμάτων και δευτερευουσών κατασκευών της Νισύρου στο: Μέλισσα Ι. Σελεβίστα «Το ξερολιθικό τοπίο της Νισύρου» Νισυριακά 17, Αθήνα (2007) 315 – 327.

(36) Κουτελάκη ο.π. (2008) 415 - 416.

 (37) Λεπτομέρειες για την πρωτόγνωρη διαδικασία βλ. στο περ. «Ο Διαβάτης της Νισύρου» τ.7, έκδοση του συλλόγου Μ.Π.Ε.Σ.Ν. Μάιος (1997) 109, και χρονικό του Δημοψηφίσματος στο ίδιο περιοδικό τ.2 Μάρτιος (1996) 34, τ.8 Ιούλιος (1997) 129 & 131 – 135. Επίσης βλ. το δημοσίευμα της γνωστής ομάδας του Ιού «Όταν αποφασίζουν οι κάτοικοι» Εφημερίδα Αθηνών Ελευθεροτυπία, Σάββατο 31 Μαΐου 1997, η μόνη από όλα τα ΜΜΕ που δημοσιοποίησε το θέμα.

(38) Χάρη Καρανίκα «Ρεύμα από τα ηφαίστεια του Αιγαίου» εφημερίδα Αθηνών τα Νέα Σαββατοκύριακο 29 – 30 Δεκεμβρίου (2007) 25.

(39) Γιώργος Ε. Βουγιουκαλάκης, στα γαλάζια ηφαίστεια: Νίσυρος, έκδοση Συμβούλιο Περιοχής Νισύρου (1998) 15 - 19. Παρουσίαση όλου του ηφαιστειακού τόξου βλ. Ντίνος Γιώτης, Ευθύμιος Λέκκας (επιστ. Σύμβουλος), «Ηφαιστειακό τόξο του Αιγαίου» περ. Γαιόραμα experiment ε.6ο τ.30, Μάρτιος – Απρίλιος (1999) 42 – 77.

(40) Βουγιουκαλάκης ο.π. 9.

(41) Βουγιουκαλάκης ο.π. 39 - 41. Ευάγγελος Βελιτζέλος (επιστ. επιμέλεια) Μνήμες Γαίας, Υπουργείο Αιγαίου χ.χ. 33.

(42) Βουγιουκαλάκης ο.π. 43.

(43) Βλ. παρουσίαση στο περ. Διαβάτης της Νισύρου τ. 10 Μάρτιος (1998) 183, και Άρτεμη Σκουμπουρδή, «το ελαιόδεντρο για πρώτη φορά στη Μεσόγειο, Σαντορίνη και Νίσυρο» εφημερίδα Ρόδου Δωδεκάνησος 4 Μαρτίου 1998. Βελιτζέλος ο.π. 37.

(44) Πολλά νέα για την περιοχή θα δείτε στα: Δ. Παπανικολάου, Ε. Λέκκα, Π. Νομικού, Δ. Σακελλαρίου, «Γεωλογική δομή και εξέλιξη του Ηφαιστείου της Νισύρου και σύχρονη νεοτεκτονική παραμόρφωση». Επίσης Δ. Παπανικολάου, Π. Νομικού, «Τεκτονική δομή και παλαιογεωγραφική – γεωδυναμική εξέλιξη του ευρύτερου χερσαίου και θαλάσσιου χώρου Κω – Νισύρου – Τήλου», και Παρασκευή Νομικού, «Μορφολογική ανάλυση του υποθαλάσσιου χώρου Κω – Νισύρου – Τήλου». Και οι τρείς μελέτες βρίσκονται στα Νισυριακά 16 (2005) 66 – 96, 97 –141 και 142 –176 αντίστοιχα. Επίσης στα: Ευάγγελος Βελιτζέλος (επιστ. επιμέλεια) «Μνήμες Γαίας», Υπουργείο Αιγαίου χ.χ. 33. Ε. Βελιτζέλος, Δ. Μουντράκης, Ν. Ζούρος, Ν. Σουλακέλλης (επιστ. επιτροπή) Άτλαντας των Γεωλογικών Μνημείων του Αιγαίου, Υπουργείο Αιγαίου Αθήνα (2000) 199 – 203.

(45) Για μια πρώτη παρουσίαση των ευρημάτων και συνέντευξη του κ. Δ. Παπανικολάου καθηγητή Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του Παν. Αθηνών, προέδρου του ΕΚΘΕ και συντονιστή της έρευνας στην υποθαλάσσια περιοχή Δωδεκανήσου βλ. Αμαλία Βεβελάκη, «επτά (!) ενεργά ηφαίστεια κάτω από τη Νίσυρο» εφημερίδα Αθηνών το Βήμα Κυριακή 26 Νοεμβρίου (2000) Α58 – Α59.

(46) Κουμέντος ο.π. (τ.2) 15, 63, 87.

(47) Μελίνα Φιλήμονος – Τσοποτού, «Και γένοιτο νήσος το βληθέν η Νίσυρος», στο: Ελευθερία Τράιου (επιμ.) ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό Επτά ημέρες, αφιέρωμα «Νίσυρος», Εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή, Κυριακή 22 Ιουλίου (2001) 4.

(48) Βλ. συνεντεύξεις με τους συντελεστές. Παύλος Κάγιος, «Σαν Ηφαίστειο που ξυπνά» εφημερίδα τα Νέα (ε.62ο φ. 18.856) Σαββατοκύριακο 9 – 10 Ιουνίου (2007) 16. Χρυσούλα Παπαιωάννου «Έρωτας σαν ηφαίστειο που βράζει» εφημερίδα Ελευθεροτυπία (ε.32ο φ. 9.579) Σάββατο 9 Ιουνίου (2007) 35. Ιφιγένεια Διαμαντή ‘Μια ταινία στους κρατήρες της Νισύρου» εφημερίδα Καθημερινή (ε.89ο φ. 26.858) Μ. Τετάρτη 23 Απριλίου (2008) 15.

(49) Οικονομάκης ο.π. 48.

(50) Κουμέντος, ο.π. (τ.2) 15, 87.

(51) Οικονομάκης ο.π. 46.

(52) Ελένη Αλεξανδράκη, «Σταυρός 12/13/14 Σεπτεμβρίου 1997» περ. Διαβάτης της Νισύρου τ.9 Δεκέμβριος (1997) 163.  

(53) Η αποκάλυψη έγινε μέσα από την έκδοση των Marc Dubin, Michael Cullen, Trekking in Greece (Πεζοπορικός Οδηγός) Lonely Planet 1993, όπου μέσω αυτού ενημερώθηκαν όλες οι περιβαλλοντικές και πολιτιστικές οργανώσεις. Βλ. επίσης περ. Διαβάτης της Νισύρου τ.6 Φεβρουάριος (1997) 104 – 106 όπου περιέχεται αναδημοσίευση ομιλίας του Νισύριου Αρχιτέκτονα Ριχάρδου Οικονομάκη σε διεθνή συνάντηση (Μπολώνια – Μάρτιος 1996) και περιέχεται στο δίγλωσσο περ. Lettre Aux Architectes de la reconstruction de la ville (1996). Μνεία επίσης γίνεται και στο: Ριχάρδου Οικονομάκη, Νίσυρος, εκδ. Μέλισσα Αθήνα (2001) 184 σημ.184.

(54) Κόλλιας ο.π. 9. Για τις εκκλησίες του νησιού βλ. την εξαίρετη εργασία του Σταύρου Κέντρη, «Εκκλησίες και ξωκλήσια της Νισύρου» Νισυριακά 8 (1982) 55 – 96 και πίνακες έως 120.

(55) Οικονομάκης ο.π. 60.

(56) Κουμέντος ο.π. (τ.2) 87.

(57) Τσοποτού ο.π. 354.

(58) Για το βίο της Μόσκου του Διαβάτη βλ. περ. Διαβάτης της Νισύρου τ.1 Απρίλιος (1995) 14 – 15, και τ.3 Μάρτιος (1996) 44 – 45.

(59) Τσοποτού, ο.π. 354.Για την Ιστορία της Νισύρου βλ. Βασιλείου Γ. Παπακώστα «Ιστορία της Νισύρου μέχρι της Αθηναϊκής Συμμαχίας», Νισυριακά 3 (1969) 49 – 141.

(60) Η συχνή επικοινωνία με την Κνίδο (μέλος της Δωρικής Εξάπολης), σατραπεία της Καρίας όπου έγιναν πολλά σημαντικά γεγονότα και από την οποία απέχει μόλις 9 ν.μ.(ακρωτήριο Τριόπειο – σημερινή Ντάτσα) έδωσε στη Νίσυρο επίζηλη, στρατηγική αξία μεγαλώνοντας ταυτόχρονα την πολιτική της σημασία. Κουμέντος, ο.π. (τ.2) 57. Σήμερα η αρχαία δωρική πόλη της Κνίδου  είναι ο σημαντικότερος επισκέψιμος αρχαιολογικός χώρος της χερσονήσου. Εκεί θα δείτε τα ερείπια εντυπωσιακών αμυντικών πύργων την αρχαία προκυμαία κάτω από τη θάλασσα και ό,τι σώζεται από το αρχαίο θέατρο. Το καλοκαίρι θα πάτε μέσω Σύμης στη Ντάτσα (Datca). Η πιο κοντινή πόλη είναι η τουριστικά ανεπτυγμένη Μαρμαρίδα.

(61) Αγγελική Μεργιανού, «Λαογραφικές ομοιότητες Ελληνόφωνων Νοτίου Ιταλίας και Δωδεκανήσου», Πρακτικά Α’ πολιτιστικού συμποσίου Δωδεκανήσου 1978, έκδοση Στέγης γραμμάτων και τεχνών Δωδεκανήσου, αρ. 11, Αθήνα (1981) 148 – 149. Κουμέντος ο.π. (τ.2) 20.

(62) Άγγελου Σινάνη, «Τα άγνωστα ‘’Παλάτια’’», Ταξίδια στην άλλη Ελλάδα, τ.3 Χάισάιντινγκ (2001) 24 – 30.

(63) Για τον οικισμό Βλ. Νικ. Κ. Μουτσόπουλου, «Κάρπαθος», Ανάτυπο από τον Ζ’ τόμο της Επιστημονικής Επετηρίδας της Πολυτεχνικής σχολής, τμήμα Αρχιτεκτόνων, Θεσσαλονίκη (1978) 345 – 360 πιν. 104. Για την πόλη της Νισύρου στο ίδιο: 269 – 273 και Κωστή Μηνά, «Νίσυρος, η πόλη της Σαρίας», Δωδώνη Β’ Ιωάννινα (1973) 106. Μιχαήλ Μακρή, «Ταύτισις της αρχαίας πόλεως Νισύρου της Καρπάθου με τα «Παλάτια» της νήσου  Σαρίας» Δωδ.Χρονικά τ. ΙΣΤ’ (1998) 285 – 287.

(64) Κωστή Μηνά ο.π. 105 – 111. Μ. Γ. Μιχαηλίδη – Νούαρου, Ιστορία της νήσου Καρπάθου, τ.Β’ Αθήνα 11940, επανέκδοση μορφωτικού εξωραϊστικού συλλόγου «Εργασία Χαρά» Όθους Καρπάθου Κάρπαθος (1998) 315 – 318.

(65) Τσοποτού ο.π. 354.

(66) Κουμέντος, ο.π. (τ.3) 23. Σύμφωνα με τον Κουτελάκη η επιγραφή ίσως προέρχεται από την Τήλο. Βλ. Κουτελάκης, ο.π. (2008) 399 και τ.Β’ (2008) 857 φωτ. Νο 78.

(67) Στο Μαντράκι ο Άγ Κωνσταντίνος και Ελένη, ο Ταξιάρχης Μιχαήλ ο Πανορμίτης, στο νεκροταφείο οι Άγιοι Νικόλαος και Αντώνιος, στο Σκαλί ο Άγ. Κωνσταντίνος οι Άγιοι Ανάργυροι, Άγ. Ιωάννης ο Πρόδρομος, στο λιμάνι ο Αγ. Θεολός στο Παλιόκαστρο λείψανα βασιλικής. Στους Πάλους ο Αγ. Φωκάς, «των Λατίνων», στο «Λιμνί» σώζεται ημικυκλική αψίδα, ενώ στο Άργος Σταυρός, με κτιστή καμάρα. Κουμέντος ο.π. (τ.3) 25 

(68) Κόλλιας, ο.π. 7.

(69) Κουμέντος, ο.π. (τ.1), 43. Για τα προνόμια βλ. Κώστα Οδ. Σακελλαρίδη, «Ιστορία των Προνομίων των Νοτίων Σποράδων», Νισυριακά 3 (1969) 142 – 229. Θεολόγου Μπινίκου, «Τα προνόμια και η αυτονομία» Δωδεκανησιακά χρονικά τ. ΙΓ’ Αθήνα (1989) 257 – 268.

(70) Φ.Ε.Κ. 594 / 13/11/1978. Για τους παραδοσιακούς οικισμούς της Δωδεκανήσου βλ. «Παραδοσιακοί Οικισμοί Δωδεκανήσου» Εισηγήσεις και Πορίσματα Β’ Πολιτιστικού Συμποσίου Δωδεκανήσου ’79, έκδοση Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών Δωδεκανήσου αρ. 15, Αθήνα 1984. Ειδικότερα για τη Νίσυρο βλ. στο ίδιο: Γεωργίου Κουμέντου, «Οι παραδοσιακοί οικισμοί της Νισύρου και τα προβλήματά τους» σ.σ. 114 – 118. Επίσης Ριχάρδου Οικονομάκη, Νίσυρος, εκδ. Μέλισσα Αθήνα 2001. Μάρω Αποστόλου «Η Νίσυρος και η σημασία της για τους παραδοσιακούς οικισμούς της Δωδεκανήσου» Νισυριακά 16 (2005) 177 – 181. 

(71) Πράγματι σπάνια περίπτωση το περιοδικό ο Διαβάτης της Νισύρου που εκδίδεται από ευαισθητοποιημένους για το μέλλον κατοίκους του νησιού. Για προτάσεις ήπιας ανάπτυξης βλ: Μιλτιάδη Λογοθέτη «Το μέλλον της Νισύρου» τ.14 Απρίλιος (1999) 255. Αλέξανδρος Σουρτζής «Διερεύνηση Δυνατοτήτων Ανάπτυξης Νισύρου και Τήλου» τ.17 Φεβρουάριος (2000) 314, Μιλτιάδη Λογοθέτη «Περιβάλλον και ανάπτυξη» τ.26 Σεπτέμβριος (2002) 502 – 504.  

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ  

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

 Η Νίσυρος και η γειτονική Στρογγυλή, είναι ενταγμένες στο δίκτυο Φύση 2000 (κωδ. GR 4210007), ως Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ). Καλύπτουν 40.550 (ha 4055,74) και περιλαμβάνονται στον Εθνικό Κατάλογο «Τόποι Κοινοτικής Σημασίας» (ΤΚΣ) (Sites of Community Importance – SCI) όπως ορίζονται στην Οδηγία 92/43/ΕΚ για «τη διατήρηση των οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας». Επίσης, στα πλαίσια του Ν.1465/1950 η Νίσυρος και το Γιαλί συγκαταλέγονται στον κατάλογο του προγράμματος του Ε.Μ.Π. «Τοπία Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους» με τις 449 περιοχές που έχουν πολύ σημαντικά φυσικά στοιχεία. Η συστάδα της Νισύρου αποτελείται από έξι νησιά:

 Γιαλί (36ο 40΄ 00΄΄Β - 27ο 07΄ 00΄΄Α, έκταση 4,5580  τ.χ., ακτογραμμή 16,4290 χλμ., 182 μ. υψ.),

Στρογγυλή (36ο 41΄ 00΄΄Β - 27ο 10΄ 48΄΄Α, έκταση 0,2110  τ.χ., ακτογραμμή 1,8040 χλμ. 128μ. υψ.),

Άγ. Αντώνης (36ο 39΄ 50΄΄Β - 27ο 08΄ 12΄΄Α, έκταση 0,0790 τ.χ., ακτογραμμή 1.2750 χλμ.),

Άγ. Αντώνης (ξέρα 550μ. Ν.Ν.Α. του Αγ. Αντωνίου), (36ο 39΄ 30΄΄Β - 27ο 08΄ 22΄΄Α, έκταση 0,0007 τ.χ., ακτογραμμή 0,1466 χλμ.),

Παχειά ή Πασσάς (36ο 34΄ 20΄΄Β - 27ο 04΄ 30΄΄Α, έκταση 1,1650 τ.χ., ακτογραμμή 4,7850 χλμ.),

Περγούσα ή Ριγούσα (36ο 35΄ 30΄΄Β - 27ο 02΄ 30΄΄Α, έκταση 5, 8640 τ.χ., ακτογραμμή 1,1800 χλμ., 81μ. υψ.),

Κανδελιούσα ή Αντελέουσα ή Φανάρι (36ο 30΄ 20΄΄Β - 26ο 58΄ 20΄΄Α, έκταση 1,3640 τ.χ., ακτογραμμή 5,6410 χλμ., 103μ. υψ.)

 Η προαναφερθείσα συστάδα περιλαμβάνει και 7 ανώνυμα. Συνολικά προκύπτουν 13 νησαία εδάφη. Πηγές: (αφορά την έκταση και τα στίγματα των νησιών): Γεωργίου Κ. Γιαγκάκη, Αναλυτικό νησιολόγιο των Νοτιοανατολικών Σποράδων, Αίγινα (1997) 5, 21 – 22, 24 – 26 και Υδρογραφική υπηρεσία του Π.Ν. Πρβλ: (αφορά τις ονομασίες): Μιχάλη Ευστ. Σκανδαλίδη, Ονοματολογική Ναυσιπλοΐα στο Ελληνικό Αιγαίο, Υπουργείο Αιγαίου – Καστανιώτης (2001) 256 – 259.

 Πληθυσμιακή ανέλιξη Νισύρου: 3430 κάτοικοι το 1928(1), 2327 / 1951, 1788 / 1961, 1253 / 1971, 916 / 1981, 913 / 1991, 928 / 2001. Πληθυσμιακή ανέλιξη στο Γιαλί: 7 κάτοικοι το 1961, 32 / 1971, 66 / 1981, 16 / 1991, 13 / 2001.  Πληθυσμιακή ανέλιξη στη Κανδελιούσα: 5 κάτοικοι το 1961, 4 / 1971, 2 / 1981, 0 / 1991(2), 0 / 2001.  

(1) Γεωργίου Κ. Γιαγκάκη, Νησιολόγιο των Κατοικούμενων Ελληνικών Νησιών 1940 – 1991, Αγκίστρι του Σαρωνικού (1995) 40. (2) Γεωργίου Κ. Γιαγκάκη, Αναλυτικό νησιολόγιο των Νοτιοανατολικών Σποράδων, Αίγινα (1997) 29. Αναλυτικός πίνακας με την ανέλιξη του πληθυσμού της Δωδεκανήσου 1821 – 1961 βλ. Σωτηρίου Ι. Αγαπητίδη «Ο πληθυσμός της Δωδεκανήσου, Νισυριακά 3 (1969) 5 – 22 κυρίως 7.

 Νήσος Νίσυρος, Θέση: 36ο 36’ 00’’ βόρειο, 27ο 10’ 00΄΄ ανατολικό. Έκταση: 41,2630 τ.χ., Ακτογραμμή: 30,1060 χλμ., Υψόμετρο: 698 μ. κορφή Διαβάτης, Νομός: Δωδεκανήσου, Δήμος: Νισύρου, Πρωτεύουσα: Μαντράκι, απόσταση από Πειραιά 224 ν.μ., (15ω) απόσταση από Ρόδο 60 ν.μ., (4ω) απόσταση από Κω 24ν.μ. (η Πόλη 1ω30’), 12 ν.μ. (Καρδάμαινα 45’).   

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 22420, Ταχυδρομικός Κώδικας: 853 03 Νίσυρος Δωδεκανήσου.

 ΔΙΑΜΟΝΗ: Μαντράκι: «Porfyris Hotel» Μαρία Καρπαθάκη 31376 fax: 31176, Δημοτικός Ξενώνας «Πολυβώτης» 31011 – 2, fax: 31621, «White Beace Hotel» 31497 – 8, fax: 31389, «Haritos hotel»  31322, 31318, fax: 31122, Ενοίκ. Δωμάτια «Τα Λιοτρίβια» 31237, «τα Τρία Αδέλφια» 31344, fax: 31640, «Ρομάντζο» 31340, Πάλοι: «Mammis Apartments»31453 fax: 31181 ξενώνας, Πόπη Κουμπανιού τηλ – fax: 31079. Νικιά: Daphne & Maria Eliza 6944576004.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Στο μοναστήρι του Σταυρού, στον Άγιο Παντελεήμονα Αυλακίου. Σε κάθε περίπτωση μην αφήσετε σκουπίδια.

ΦΑΓΗΤΟ: Φρέσκο ψάρι, ντόπιο άγριο κατσίκι, κανονικός μουσακάς, ντόπια τυριά και κοπανιστή. Θεωρείστε το τύχη αν βρείτε καπ(φ)αμά, μαγειρευτό κρέας που φτιάχνουν το Πάσχα. Μην ξεχάσετε να πάρετε σουμάδα, κανελάδα ή ντοματάκι γλυκό κουταλιού. Φτιάχνουν και στη Θεσσαλία αλλά αυτή είναι μικρότερη σε μέγεθος. Μαντράκι: «Κλεάνθης» 31484, κλασική ψαροταβέρνα & ουζομεζέδες, «Χοχλάκια» στο Λευκαντιό 31509, «Το Λευκαντιό» Καλλιόπη Φραντζή 31304, «Νίσυρος» Πολυξένη Σακαλή 31460, «Πανόραμα» 31185, «Ειρήνη» πλ. Ηλικιωμένης 31365, Ουζερί καφενείο μπαρ «η Φάμπρικα» 31552, Εμπορειός «Απυριά» Τριαντάφυλλος Τριανταφύλλου 31377, Καφενείο – Ταβέρνα «το Μπαλκόνι του Εμπορειού» Δημήτρης και Κατίνα Χατζόγλου, 31607. Πάλοι: «Captains House 31016, φρέσκο ψάρι, σπιτικά μαγειρευτά, «Αφροδίτη» 31242. Νικιά: «Ανδριώτης» 31027, «Πόρτα» 31285.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Νισύρου: 31203 – 4, fax: 31330, Α’ Βοήθειες: Πολυδύναμο Περιφερειακό Ιατρείο: 31217, Αστυνομία: 31201. Υπάρχει ελικοδρόμιο, και φαρμακείο 31475. Για συνεργείο ούτε λόγος, το ίδιο και για βουλκανιζατέρ. Μπορεί να βοηθήσουν στις ενοικιάσεις που έχουν συνεργείο για μικροβλάβες.  Ενοικιάσεις μοτό: Καρακωνσταντίνος Μάνος στο λιμάνι 31029, 6945808104, Γιάννης Διακογιάννης στο Μαντράκι 31750, 31037, Διακοβασίλης στο31061, Χριστοδούλου 31016. Για κάτι πιο σοβαρό στις οργανωμένες αντιπροσωπείες – συνεργεία στη Κω. Να έχετε μαζί σας δύο Fast και ένα συρματόσχοινο αμπραγιάζ.

ΧΡΗΣΙΜΑ: www.nisyros.gr το επίσημο site για πληροφορίες, www.nisyrosvolcano.com πολύ καλό site για το ηφαίστειο, Εκδρομικό ιστιοφόρο Errante για τα νησιά Γιαλί και Άγ. Αντώνιο 6979015795, 31362 Αντρέας Μουσκόν. Ιντερνέτ καφέ για mail κ.λπ. Proveza – café  31618 www.proveza.net Φούρνος του Κώστα Καραγιάννη στους Πάλους 31448 πολλές πίτες, παξιμάδια, κουλούρια, ασπρόμαυρο παξιμάδι, φυσικά ψωμί με προζύμι, κ.ά. Αναψυκτήριο στον κρατήρα 31630 Κοντογιάννης Σιδερής. Παραδοσιακά Νισύρικα προϊόντα στο Μαντράκι, Ειρήνη Σακαλή 31234. Μεγάλο πανηγύρι στις 15 Αυγούστου, όλο το νησί μαζεύεται στην Σπηλιανή σε μια παράδοση γλεντιού αιώνων. Επίσης πανηγύρι στις 21 Ιουνίου (του Αγ. Νικήτα του Νισύριου) στις 14 Σεπτεμβρίου του Σταυρού και την Τρίτη του Πάσχα της Ευαγγελίστριας. Ο τριήμερος εορτασμός του νησιώτικου γάμου είναι από τα πιο σημαντικά έθιμα του νησιού με πολλές παραδοσιακές τοπικές λιχουδιές που παρασκευάζονται για το γεγονός. Ταξί Χαράλαμπος Σακκαλής 31460, 6945639723, Ειρήνη Καρούτσου 31474.  

Πρακτόρευση της Ε.Τ.Ε. στο Μαντράκι 31459, μηχάνημα αυτόματης ανάληψης (ΑΤΜ) επίσης.

ΠΡΟΣΒΑΣΗ: Η πιο σύντομη είναι με αεροπλάνο στην Κω (αεροδρόμιο Κω 51229 Ολυμπιακή 51567, 210966666) και από εκεί με πλοίο για Νίσυρο. Η συντομότερη με όχημα είναι Πειραιάς – Κω με Blue Star Ferries (καθημερινά με διάρκεια ταξιδιού 8 – 10 ω.), 2108919800 για αξιόπιστα ηχογραφημένα δρομολόγια. Για λεπτομέρειες πληκτρολογήστε κατά την ηχογραφημένη ακρόαση 2143 έως 2148, www.bluestarferries.com Εισιτήρια: Κόστος για Κω (Απρίλιος ‘09) 45,50 ευρώ το άτομο, ενιαία τιμή για μοτοσυκλέτες ανεξαρτήτως κυβικών 28,50 ευρώ. Από Κω: Ταχύπλοα το καλοκαίρι καθημερινά και ανταπόκριση δύο φορές την εβδομάδα (Δευτέρα – Παρασκευή) με Blue Star Ferries 7,50 ευρώ το άτομο, 2,00 οι μοτοσυκλέτες με τον «Διαγόρα». Επίσης το «Παναγία Σπηλιανή» καθημερινά εκτός Τετάρτης από Νίσυρο για Κω στις 07:30, (επιστροφή στις 14:30), και το «Δωδεκάνησος Pride» για ανταποκρίσεις στην Κω – Κάλυμνο και Τήλο – Χάλκη – Ρόδο. Πληροφορίες και τιμές για όλα στο Διακομιχάλης travel 31459, fax:31527, 6977735229. Λιμεναρχεία: Πειραιά 2104226000 – 1 – 4, Ρόδου 2241022220, 28888, Νισύρου 31222, δρομολόγια πλοίων info ΟΤΕ 14944 (θα χρειαστείτε 9’). www.yen.gr  Ταξιδιωτικά γραφεία Nisyrian Travel 31411 fax: 31610, Ενετικόν Travel 31180.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Τομοναδικό βενζινάδικο ανάμεσα Μαντράκι και Πάλοι ΕΚΟ 2242031551. Στην Κω όλες οι εταιρείες. ΧΑΡΤΕΣ: Τοπικές εκδόσεις χωρίς κάτι ιδιαίτερο. «Νίσυρος» σε αδιευκρίνιστη κλίμακα με όλους τους δρόμους. Από τις εκδόσεις έντυπες εργασίες, θα τον βρείτε στο νησί δωρεάν. Ομότιτλος με τις ίδιες αδυναμίες από τις εκδόσεις Kamiros.

ΒΙΒΛΙΑ: Πολύ καλή εργασία του Ριχάρδου Οικονομάκη, Νίσυρος, εκδ. Μέλισσα Αθήνα 2001, δίνει δεκάδες τεκμηριωμένες πληροφορίες για το νησί. Στο νησί θα βρείτε το περιεκτικό του Μιχάλη Εμμ. Αρφαρά, Νίσυρος η «Πορφυρίς» των Αρχαίων, εκδόσεις Κάμειρος Αθήνα 2002.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax: 2434071826. 

Περισσότερες πληροφορίες για τη ΝΙΣΥΡΟ και Το ΓΥΑΛΙ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

 Α’      Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Χάρη Μ. Κουτελάκη, Άγιος Παντελεήμονας Τήλου, δεύτερη έκδοση Δήμος Τήλου 1995.
  • Χάρη Κουτελάκη, Έλληνες αργυροχρυσοχόοι και Ξυλογλύπτες, εκδόσεις Σμίλη Αθήνα 1996.
  • Αδαμάντιου Σάμψων, Η εθνοαρχαιολογία του Γυαλιού της Νισύρου έκδοση αρ. 21 Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Δωδεκανήσου 1997.
  • Γιώργου Ε. Βουγιουκαλάκη, στα γαλάζια ηφαίστεια: Νίσυρος, έκδοση Συμβούλιο Περιοχής Νισύρου 1998.
  • Ευάγγελος Βελιτζέλος (επιστ. επιμέλεια) Μνήμες Γαίας, Υπουργείο Αιγαίου χ.χ.
  • Ε. Βελιτζέλου, Δ. Μουντράκη, Ν. Ζούρου, Ν. Σουλακέλλη (επιστ. επιτροπή) Άτλαντας των Γεωλογικών Μνημείων του Αιγαίου, Υπουργείο Αιγαίου Αθήνα 2000.
  • Ριχάρδου Οικονομάκη, Νίσυρος, εκδ. Μέλισσα Αθήνα 2001.
  • Αλεξάνδρας Στεφανίδου, «Κάστρο Μανδρακίου», στο: Ν. Ζαφειροπούλου, Μ. Καζάκου (επιμ.), Ενετοί και Ιωαννίτες Ιππότες. Δίκτυα Οχυρωματικής Αρχιτεκτονικής, ΥΠ.ΠΟ Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων, Αθήνα 2001.
  • Μιχάλη Ευστ. Σκανδαλίδη, Ονοματολογική Ναυσιπλοΐα στο Ελληνικό Αιγαίο, Υπουργείο Αιγαίου – Καστανιώτης 2001.
  • Στέφανου Καλλιστή, Η ιερά μονή Παναγίας Σπηλιανής Νισύρου, Ρόδος 2002.
  • Νικήτα Ι. Κουμέντου, Τοπική Ιστορία της Νισύρου, τ.Α’, Β’, Γ’, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δωδεκανήσου Δήμος Νισύρου 2002.
  • Μιχάλη Εμμ. Αρφαρά, Νίσυρος η «Πορφυρίς» των Αρχαίων, εκδόσεις Κάμειρος Αθήνα 2002.
  • Στέφανου Καλλιστή, Ενορία Παναγίας Ποταμήτισσης Μανδρακίου Νισύρου, Ρόδος 2003.
  • Μελίνας Φιλήμονος – Τσοποτού, «Δωδεκάνησα – Νίσυρος», στο: Ανδρ. Βλαχόπουλος (επιμ.), Αρχαιολογία. Νησιά του Αιγαίου, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 2005.
  • Χάρη Μ. Κουτελάκη, Τήλος Άρωμα Αμαράκινο, εκδ. Νομ. Αυτοδ. Δωδ/σου τ. Α’, Β’, Αθήνα 2008.

 Β’      Αφιερώματα περιοδικών

  • Κωστή Μηνά, «Νίσυρος η πόλη της Σαρίας», Δωδώνη Β’ Ιωάννινα 1973. 
  • Νικ. Κ. Μουτσόπουλου, «Κάρπαθος. Σημειώσεις ιστορικής τοπογραφίας και αρχαιολογίας». Αρχαίες πόλεις και μνημεία, βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες, μεσαιωνικοί και νεώτεροι οικισμοί, λαϊκή αρχιτεκτονική», Ανάτυπο από τον Ζ’ τόμο της Επιστημονικής Επετηρίδας της Πολυτεχνικής σχολής του Α.Π.Θ., τμήμα Αρχιτεκτόνων, (1975 – 77) Θεσσαλονίκη 1978.
  • Νικήτα Οδ. Σακελλαρίδη, «Παναγία Σπηλιανή» Νισυριακά 6 Εταιρεία Νισυριακών Μελετών Αθήνα 1978. Εμμ. Κ. Παπαμανώλη, «Αναστήλωση και προβολή των ερειπωμένων μεσαιωνικών κάστρων της Δωδεκανήσου», Αγγελική Μεργιανού, «Λαογραφικές ομοιότητες Ελληνόφωνων Νοτίου Ιταλίας και Δωδεκανήσου», Πρακτικά Α’ πολιτιστικού συμποσίου Δωδεκανήσου 1978, έκδοση Στέγης γραμμάτων και τεχνών Δωδεκανήσου, αρ. 11, Αθήνα 1981.
  • Σταύρου Κέντρη, «Εκκλησίες και ξωκλήσια της Νισύρου» Νισυριακά 8 Εταιρεία Νισυριακών Μελετών Αθήνα 1982.
  • Δήμητρα Δασκαλάκη, «Νίσυρος γύρω από το Ηφαίστειο» περιοδικό Cosmos [τ.17] Καλοκαίρι 1996.
  • Στρατή Βαλάκου, «Βιοποικιλότητα στην Ελλάδα» περιοδικό NationalGeographic τ.2 Νο 2 Φεβρουάριος 1999.
  • Χάρη Μ. Κουτελάκη, «Η Νίσυρος και τα γύρω Μικρονήσια στο βιβλίο ναυσιπλοίας του Piri Reis” Νισυριακά 11, Εταιρεία Νισυριακών Μελετών Αθήνα 1990.
  • Ντίνου Γιώτης, Ευθύμιος Λέκκας (επιστ. Σύμβουλος), «Ηφαιστειακό τόξο του Αιγαίου» περ. Γαιόραμα experiment ε.6ο τ.30, Μάρτιος – Απρίλιος 1999.
  • Αλέξανδρος Παπάς, «Νίσυρος, Ένας Παράδεισος στο Αιγαίο», περιοδικό Πλεύση Οκτώβριος 1999.
  • Ευθύμιος Λ. Λέκκας, «Στο χείλος της καταστροφής και της δημιουργίας», περιοδικό ΓΕΩ τ.22, Σεπτέμβριος 2000.
  • Dorothy Hosmer, «Η Ρόδος και τα Ιταλικά Νησιά του Αιγαίου» περιοδικό NationalGeographic τ.5 Νο 2 Αύγουστος 2000.
  • Μελίνας Φιλήμονος – Τσοποτού, «Και γένοιτο νήσος το βληθέν η Νίσυρος», Ηλία Ε. Κόλλια, «Ιπποτοκρατία – Τουρκοκρατία», Ειρήνη Βαλλιανάτου «Πλούσια Βλάστηση», Τάσος Λεγάκις «Η πανίδα της Νισύρου», στο: Ελευθερία Τράιου (επιμ.) ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό Επτά ημέρες, αφιέρωμα «Νίσυρος», Εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή, Κυριακή 22 Ιουλίου 2001.
  • Θεόφιλου Μπασγιουράκη – Άννα Καλαϊτζή, «Νίσυρος το νησί του Ηφαιστείου» Ελληνικό Πανόραμα τ.28 Ιούλιος Αύγουστος 2002
  • Νάνσυ Χρηστίδη, «Νίσυρος η μαγεία του απόκοσμου» περιοδικό Voyager τ.8 Σεπτέμβριος – Οκτώβριος  2002.
  • Κώστα Καρτάλη «Σειρήνες στο Αιγαίο» περιοδικό ΓΕΩ τ.327 έκδοση «Ελευθεροτυπία» Ιούλιος 2005.
  • Νίκου Φραντζή «Η ορνιθοπανίδα της Νισύρου» Νισυριακά 17 Εταιρεία Νισυριακών Μελετών Αθήνα 2007.
  • Γιάννη Κωσταρή «Ηφαίστειο Χαράς» περιοδικό ΓΕΩ τ.380 έκδοση «Ελευθεροτυπία» Ιούλιος 2007.
  • Μάρθας Μπουζιουρή, «Νίσυρος η ανάπτυξη δεν θέλει γκάζι», στο ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό ‘’Κ’’ τ.213 της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή, (ε.88ο, φ.26616) Κυριακή 1 Ιουλίου 2007.
  • έκδοση Καθημερινή Ιούλιος
  • Μάκη Σταύρου, «Νίσυρος» περιοδικό Αζιμούθιο τ.49 Ιούλιος – Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2007.
  • Γκάρο Αγαμπατιάν, «Οδοιπορικό [ποδηλατικό] στη Νίσυρο» περιοδικό Κορφές, τ.189 Ιανουάριος – Φεβρουάριος  2008.
  • Συλλογικό, περ. ο Διαβάτης της Νισύρου τ.5 Οκτ 1996, τ.6 Φεβρουάριος 1997, τ.7 Μάιος 1997, τ.9 Δεκέμβριος 1997, τ. 10 Μάρτιος 1998.

 Γ’       Άρθρα σε εφημερίδες

  • Γιώργος Κιούσης, «Οι τρυφερές ψυχές της άγονης γραμμής» εφημερίδα Αθηνών Ελευθεροτυπία Τρίτη 8 Αυγούστου 1995.
  • Άρτεμη Σκουμπουρδή, «το ελαιόδεντρο για πρώτη φορά στη Μεσόγειο, Σαντορίνη και Νίσυρο» εφημερίδα Ρόδου Δωδεκάνησος 4 Μαρτίου 1998.
  • Αμαλία Βεβελάκη, «επτά (!) ενεργά ηφαίστεια κάτω από τη Νίσυρο» εφημερίδα Αθηνών το Βήμα Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2000.
  • Στέλλα Γαλανοπούλου, «Νίσυρος» εφημερίδα Αθηνών το Έθνος ένθετο ταξίδια Κυριακή 2 Ιουλίου 2000
  • Ντίνος Κιούσης, «Νίσυρος» εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή ένθετο Ταξίδια, Κυριακή 13 Ιουνίου 2004, 26 Ιουνίου 2006.
  • Μιχάλης Κωσταράς, «Νίσυρος», εφημερίδα Αθηνών Ελευθεροτυπία (φ.9013 & φ.9340) Σάββατο 16 Ιουλίου 2005 & 19 Αυγούστου 2006. 
  • Χάρη Καρανίκα «Ρεύμα από τα ηφαίστεια του Αιγαίου» εφημερίδα Αθηνών τα Νέα Σαββατοκύριακο 29 – 30 Δεκεμβρίου 2007.
  • Βάλυ Βαϊμάκη, «Από την κοσμοπολίτικη Κω στην καυτή Νίσυρο», εφημερίδα Αθηνών τα Νέα ένθετο διακοπές τ.186, Παρασκευή 18 Μαίου 2007.
  • Μαρία Αθανασίου, «Νίσυρος» εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή ένθετο Ταξίδια, Κυριακή 17 Ιουνίου 2007.  
Thursday the 23rd. . Joomla 3.0 templates. All rights reserved.