ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (6012 λέξεις)

ΦΛΩΡΙΝΑ – ΔΡΟΣΟΠΗΓΗ – ΝΥΜΦΑΙΟ

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Μάρτιος 2005

Η Γοητεία της Ιστορίας και της Παράδοσης  

Οδηγώντας πριν καιρό στην Φλώρινα, με οδηγό ένα παλιό βιβλίο για τον Μακεδονικό Αγώνα (ΓΥΣ, Μ. Αγών § 180, 288), με ιδιαίτερες αναφορές στα Κορέστεια και σε γειτονικές τοποθεσίες, βρεθήκαμε στο Βέρνον, ένα ήπιο βουνό της Δυτικής Μακεδονίας που αναγνωρίζεται περισσότερο από το όνομα της ψηλότερης κορφής του, Βίτσι (2128 μ.).

Γνωστός ορεινός χώρος, αγαπητός ιδιαίτερα στους βορειοελλαδίτες λόγω του εξαιρετικά οργανωμένου χιονοδρομικού κέντρου που λειτουργεί στον αυχένα της θέσης ‘’Βίγλα’’ Πισοδερίου, λίγο χαμηλότερα από την ομώνυμη, δεύτερη σε ύψος κορυφή του (1931 μ.).

Η διαδρομή από την ακριτική Φλώρινα, ακολουθεί τον κεντρικό δρόμο μέσω Τροπαιούχου και Υδρούσας προς Καστοριά ή Νυμφαίο, όπου τα εκτεταμένα δάση οξιάς και βελανιδιάς αρχίζουν να πυκνώνουν καταλαμβάνοντας όλο το οπτικό μας πεδίο. Εκεί υπάρχει η Δροσοπηγή, ένα όμορφο χωριό της μέσα πατρίδας, χτισμένο στα 900 μ. υψ., στις δυτικές πλαγιές του Βέρνου, σε μια από τις πολλές εύφορες κοιλάδες του. Προορισμός η Μπελκαμένη (παλιά Δροσοπηγή), ένα παλιό μαστοροχώρι χτισμένο στα 1100 μ. υψ., δημιουργία της πολυπληθούς μετακίνησης κατοίκων από το Πληκάτι Κόνιτσας (ταξίδια, τ. ΣΤ’, 213), μιας Αρβανίτικης(1) αποικίας των χωριών της Κολώνιας (Φράσαρη, Μπαρμάσι, Στίκα, Κιαφζέζι, Κιουτέζα), που και αυτή, έγινε από μετοικεσία τον 18ο αιώνα.

Οι μετακινήσεις πληθυσμών στην περίοδο της Τουρκικής κατάκτησης(2) και μέχρι τα μέσα του 19ου αι., δεν είναι άγνωστη. Οι βίαιες εξισλαμίσεις, η τρομοκρατία των κατακτητών, οι δολοφονίες και οι κάθε είδους εκβιασμοί, εξανάγκασαν το ελληνικό στοιχείο, να εγκαταλείψει τα εδάφη που μέχρι τότε αναπτυσσόταν η γεωργία. Συνοικισμοί αρχικά, χωριά ολόκληρα αργότερα, ερημώθηκαν. Ειδικότερα μετά τις πιέσεις και τις επιδρομές, των Τουρκαλβανών της Κολώνιας, των Καραμουρατάτων και διαφόρων άλλων αρνησίθρησκων του Αργυροκάστρου, του Τεπελενίου, και της Πρεμετής, οι κυριότερες ανεπτυγμένες πόλεις της εποχής, ερημώθηκαν και ένα μεγάλο μέρος των χριστιανικών, βλάχικων, πληθυσμών έφυγε προς τη Μακεδονία. Μεταξύ αυτών βρέθηκαν να έχουν καταφύγει Αρβανίτες και Αρβανιτόβλαχοι (Κουκούδης, τ. Α’ 301.). 

Ο καλός ασφαλτοστρωμένος δρόμος, από την Υδρούσα (πριν το 1928 Κάτω Κόττορι στα 720 μ. υψ.), μας φέρνει πολύ γρήγορα στο καφενεδάκι του φιλόξενου κυρ – Γιώργου Κύρκου, στη Δροσοπηγή. Μετά την απαραίτητη ξεκούραση, τη μοσχομυριστή χορτόπιτα και το δροσερό, δικό τους, ξινόγαλο ζητήσαμε πληροφορίες για το παλιό χωριό. Συγκινήθηκαν από την ερώτηση, ίσως δεν φανταζόντουσαν ότι κάποιοι ενδιαφέρονται να το γνωρίσουν. Μας είπαν ιστορίες γιαυτό, δίνοντας μας ταυτόχρονα οδηγίες για το πώς θα πάμε και τι θα δούμε. 

Ο βατός χωματόδρομος διασχίζει τις πυκνά δασωμένες πλαγιές του ‘’Φαλακρού’’ (1607 μ. υψ.), (Γκολίνα για τους ντόπιους), και μετά από μια σύντομη διαδρομή δύο χλμ, μπαίνει στη μνημειώδη, γκρεμισμένη σήμερα Μπελκαμένη. Στη θέα της, είναι δύσκολο να φανταστείς μιαν ανθούσα κοινότητα, πόσο μάλλον να βρεις εκφράσεις που θα περιγράφουν αυτό που βλέπεις, δεν έχουν μείνει και σπουδαία πράγματα άλλωστε, όμως η αύρα του παλιού είναι αυτή που επισκιάζει τη σκέψη και σε ωθεί να αναζητήσεις περισσότερες πληροφορίες για τον τόπο. Ο φωλιασμένος στο βουνό, σιωπηλός εκατόχρονος ερειπιώνας, εκπέμπει την ανάσα μιας άλλης εποχής που ‘’βγαίνει’’ προς τα έξω, όταν περπατήσεις ανάμεσα στα παλιά σπίτια και την σειρά από τις κρήνες. Φαίνεται ότι στη νεότητά του είχε σπουδαία ιστορία σηματοδοτούμενη πάντα, σε όλες τις σημαντικές στιγμές της, από τον Απρίλη. 

Για να ξεκινήσει μια οργανωμένη μετοικεσία έπρεπε να βρεθεί η κατάλληλη τοποθεσία για τη δημιουργία του νέου χωριού. Έτσι λοιπόν, οι κάτοικοι του Πληκατίου έφτιαξαν μια επιτροπή και πήγαν να βρουν τον Φατίλ Μπέη (Γιαγγιώργος, 143), στην Φλώρινα που είχε έδρα του, πιθανά τον Απρίλιο 1841, μια εποχή, που τα θεμέλια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας(3) άρχισαν να τρίζουν. Είχαν ακούσει, ότι αυτός είχε προς πώληση το τσιφλίκι ‘’Μπαλκμέν’’ (Χαρίσης, 9), ή ‘’Ασπρόπετρα’’, κατά τον παπα Χρήστο Νεγοβάνη, που επιβεβαιώνει πιο κάτω στο χειρόγραφο, ‘’Ασπροπέτρα και Νεγοβάνι σαν πλικάτι δεν είναι ’’ (Ιστορία του Πληκάτι, 7, 9). 

Έλεγξαν το μέρος, συμφώνησαν το ποσό (3000 λίρες Τουρκίας), και την άνοιξη του 1843 υπέγραψαν τα ταπιά(4) (τίτλοι ιδιοκτησίας), αρχίζοντας αμέσως δουλειά. Χάραξαν τα όρια του καινούργιου χωριού, κάθε 5 – 6 οικόπεδα άφηναν τέσσερα μέτρα για το δρόμο, και σαν παλιοί μαστόροι – οικοδόμοι (τσανακάρηδες), ξεκίνησαν το χτίσιμο των μεγάλων ολοπέτρινων τετράγωνων διώροφων – τριώροφων σπιτιών, για δύο οικογένειες, και άλλων με μικρότερες διαστάσεις. Τα υλικά ήταν φυσικά, πέτρα από τη γύρω περιοχή, άφθονη ξυλεία οξιάς και βελανιδιάς απο το παρακείμενο δάσος, απαραίτητη για τα πυκνά υποστυλώματα, τις σκεπές που ήταν στρωμένες με πλάκα (ντράσα), τα πατώματα και τα πορτοπαράθυρα. Όλα έγιναν στην εντέλεια, με πολύ μεράκι από μαστόρους και μαστορόπουλα που ήξεραν τη δουλειά τους, και τον Απρίλιο του 1844 άναψε το πρώτο τζάκι. 

Μόλις δύο χρόνια από την υπογραφή των συμβολαίων, δημιουργήθηκε ένα χωριό από τα ελάχιστα με πολεοδομικό σχέδιο, με αποχέτευση!(κεντρικό δίκτυο υπονόμων(5)), και πρόβλεψη για το νερό της βροχής, που διοχετευόταν σε αυλάκια (λούκια) για να μην υπάρχει λάσπη!. Ακόμα και σήμερα οι κάτοικοι αναφέρουν ότι, για να πάνε στη Φλώρινα, μεγάλο εμπορικό κέντρο της εποχής που πήγαιναν συχνά για τα χρειαζούμενα, φόραγαν άλλα παπούτσια, γιατί εκεί είχε λασπόδρομους. Έτσι, ξεκίνησε η πορεία της ακριβοθώρητης πριγκίπισσας ενάντια στο χρόνο. Βυθισμένη στην καταπράσινη φύση, απομονωμένη από τα άλλα χωριά ζούσε μια ήρεμη, ανεπηρέαστη ζωή. 

Το 1853 χτίστηκε η μεγάλη εκκλησία της Αγίας Τριάδας, βασιλική με τρούλο (σώζεται το καμπαναριό), με ωραίο ξυλόγλυπτο τέμπλο από τα χέρια ντόπιων μαστόρων, και το 1864 – 1868 το σχολείο, με δύο μεγάλες αίθουσες και μια μικρότερη για τα λίγα παιδιά της 5ης και 6ης τάξης. Μέσα σε λίγες δεκαετίες, η Μπελκαμένη ήταν ένα μεγάλο κεφαλοχώρι με περισσότερους από χίλιους κατοίκους, συνεχίζοντας να προσελκύει και άλλους από διαφορετικά, γειτονικά μέρη. Μεταξύ τους, εγκαταστάθηκαν πολλοί βλάχοι από τα Γραμμοχώρια που έδωσαν με την κτηνοτροφία, πρόσθετη ανάπτυξη. Όλοι οι δρόμοι της ήταν στρωμένοι καλοφτιαγμένο καλντερίμι, που σώζεται ακόμα, αν περπατήσετε από το πέτρινο γεφύρι(6), ‘’Ούρα’’ των ντόπιων, πάνω στο ίχνος του παλιού δρόμου (καγκιόλε – καλντερίμι), προς το χωριό. Συνολικά υπήρχαν τέσσερα πέτρινα γεφύρια στο ρέμα αυτό, τα δύο που σώζονται κατασκευάστηκαν από Μπελκαμενιώτες, με αρχιμάστορα τον Ιωάννη Στύλο (Γιανστύλος), ο οποίος είχε εργαστεί σε κατασκευές στη Μονή Σίμωνος Πέτρας Αγίου Όρους.

Οι αγωγιάτες και οι υλοτόμοι είχαν πολλή δουλειά στο δάσος, οι γεωργοί παρήγαγαν επαρκείς ποσότητες λαχανικών (πράσα, κρεμμύδια, πιπεριές, πατάτες κ.λπ.), για τις οικογένειες του χωριού. Κάθε Κυριακή γινόταν μεγάλο παζάρι στην πλατεία, όπου οι νοικοκυρές έβρισκαν τα πάντα από τους γύρω τόπους. Σαρακατσάνοι ξεπουλούσαν γρήγορα τα μυθικά τυριά τους (μπάτζιο, φέτα και μυζήθρα), οι καμπίσιοι από το Αμύνταιο, έφερναν σταφύλια για κρασί και τσίπουρο, ενώ από την Περικοπή έφταναν οι καλλιεργητές με καρπούζια και πεπόνια. Γενικά ένα κύμα ευφορίας πλημμύριζε τους κατοίκους του χωριού, και τους συναλλασσόμενους με αυτούς.

Όπως γινόταν σε όλα τα μαστοροχώρια μετά την άνοιξη, οι οικοδόμοι, και οι ‘’σκαλιστές – ταγιαδόροι’’, ταξίδευαν για τις οικοδομικές εργασίες. Εργάστηκαν στη Νάουσα, τη Βέροια, τα Σέρβια Κοζάνης, ενώ αργότερα οι χώρες των Βαλκανίων, μια συνηθισμένη διαδρομή που την έκαναν από τα σύνορα και πέρα με το τραίνο, και ιδιαίτερα η Ρουμανία, έγινε ο μεγάλος τροφοδότης της οικονομίας και των αρχιτεκτονικών επιρροών. Εκεί δούλεψαν καλά, επιστρέφοντας με χρήματα στο χωριό που αξιώθηκε να γνωρίσει τη δική του ‘’χρυσή εποχή’’. Ήταν μια μεγάλη χρονικά περίοδος που χτίστηκαν πολλά μεγαλοπρεπή καινούργια σπίτια, ενώ τα παλιά άλλαξαν όψη. 

Πολλοί από τους μαστόρους – χτίστες, έφτασαν μαζί με τα παιδιά τους στην Χαλκιδική αναζητώντας εργασία στα χωριά, αλλά και στο Άγιο Όρος όπου έμειναν για χρόνια. Από επιγραφή στην σκήτη του Αγίου Ανδρέα (1881 – 1900) μαθαίνουμε ότι το ρωσικό σχέδιο για το κυριακόν (το αντίστοιχο του καθολικού των μοναστηριών), κατασκευάστηκε από τον αρβανίτη ‘’κτίστη Ιωάννη Στυλιανού από το χωριό Μπελκαμένη, της Φλώρινας’’. Επιστρέφοντας από εκεί, έφεραν την τέχνη της Αγιογραφίας στο Βέρνον, εμφανίζοντας τους αξιόλογους ζωγράφους Στέργιο και Θωμά Ζωγράφο, τον Αθανάσιο και Χαρίσιο Χαρίση, τον Κωνσταντίνο Τζιάτζιο, τον Αναστάσιο και Στυλιανό Στυλιάδη (1850 – 1910), μάλιστα ο τελευταίος ήταν ο αρχαιότερος και αργότερα μετονομάστηκε Ζωγράφος.

Τα χρόνια πέρναγαν ειρηνικά, όμως τα σύννεφα από τους ξεσηκωμούς των Βαλκανικών λαών για τη δημιουργία των πρώτων ανεξάρτητων κρατών άρχισαν να κατακλύζουν τον ορίζοντα. Η εξέγερση του Ήλιντεν(7) (1903), οι συγκρούσεις του Μακεδονικού αγώνα (1904 – 1908), και οι Βαλκανικοί πόλεμοι (1912 – 1913), έφεραν την πρόσκαιρη στασιμότητα αλλά και την ελευθερία για τη Μακεδονία. Η Νέβεσκα (Νυμφαίο), Μπελκαμένη (Δροσοπηγή), και Νεγ(κ)οβάνη (Φλάμπουρο), ήταν το βαρύτιμο κλειδί για το Βίτσι, και γιαυτό γρήγορα αποτέλεσαν προπύργια του ελληνισμού κατά το Μακεδονικό αγώνα, οργάνωσαν Ιερούς Λόχους εθελοντών που διέλυσαν τη δύναμη των Βούλγαρων(8)  κομιτατζήδων και εξόντωσαν τον Βασίλη Τσακαλάρωφ(8α) στα δάση της Νέβεσκας, την οποία αυτός είχε καταλάβει κατά την εξέγερση του Ήλιντεν, τον Αύγουστο του 1903.

Η εγκατάλειψη της Μπελκαμένης ξεκίνησε με το κάψιμό της από τους Γερμανούς στις 4 Απριλίου 1944, εκατό χρόνια από την οικοδόμησή της, και συνεχίστηκε με την αναγκαστική μετακίνηση των κατοίκων στην Σκοπιά (Απρίλιος 1947), ίσως, η πιο τραγική περίοδος του χωριού, που πριν τον Β’ Π.Π. παρουσιάζεται στις απογραφές με 765 κατοίκους, χώρια αυτούς που έλειπαν. Εκείνη την εποχή εκκενώθηκαν(9) από το στρατό δεκάδες κοινότητες, από τα Κονιτσοχώρια μέχρι τις Πρέσπες και μακρύτερα σε γειτονικές περιοχές (Νυμφαίο – Φλάμπουρο κ.ά.), για να μην βρίσκει υποστήριξη, εφεδρείες και εφόδια ο ΔΣΑ. Η επόμενη μετακίνηση έγινε μετά το τέλος του εμφυλίου στην Υδρούσα, πάλι Απρίλιο, του 1950. Όσοι από τους κατοίκους μετά από μακροχρόνιες εκτοπίσεις - εξορίες επέστρεψαν στην Μπελκαμένη, αντίκρισαν ένα χωριό φάντασμα, ερειπωμένο,….« βρήκαμε μόνο τους τέσσερις τοίχους και τους σκελετούς των κρεβατιών, σανίδι κανένα….,πήραν ακόμα και την μόρσα που την είχα στον πάγκο με τα εργαλεία» (Χαρίσης, 94). Τα πολλά συντρίμμια που άφησε πίσω ο πόλεμος οδήγησαν αργότερα τους νέους, στη μετανάστευση κυρίως προς τα μεγάλα αστικά κέντρα και την Αμερική, αποκόπτοντας το χωριό από την όποια προσπάθεια αναδιοργάνωσης. Στην απογραφή του 1951 ο πληθυσμός είναι στο απόλυτο μηδέν, ενώ στη νέα Δροσοπηγή το 1961 εμφανίζονται 581 κάτοικοι.

Σήμερα, περπατώντας στα ερείπια του χωριού αντικρίζετε τη μικρότερη, νεότερη εκκλησία της Αγίας Τριάδας (1958), την πετρόχτιστη κρήνη του Μπαλιάση (1854), ενώ πλησιάζοντας τους τοίχους από τις παλιές εκατόχρονες οικοδομές και ότι έχει απομείνει από το εσωτερικό των σπιτιών, χωνευτά ντουλάπια, τζάκια που χρησίμευαν για θέρμανση αλλά και για το μαγείρεμα με κρεμαστές τσουκάλες, ανασυνθέτεις άθελά σου ίσως, τη ζωή στο χωριό. 

Η καινούργια προσηλιακή Δροσοπηγή στα 1050 μ. υψ., με 355 κατοίκους σήμερα, ξεκίνησε να χτίζεται τον Απρίλιο του 1952 από τους ίδιους τους μαστόρους - κατοίκους, μάλιστα η κάθε οικογένεια βοηθούσε την άλλη στην οικοδόμηση, έτσι που σύντομα το νέο χωριό ήταν έτοιμο. Το 1958 κατασκευάστηκε το μεγάλο σχολείο, κοντά στη σημερινή εκκλησία της Αγίας Τριάδας. Σήμερα, λίγοι νέοι έχουν μείνει πίσω, υπάρχουν όμως δύο πανέμορφα ομώνυμα ξενοδοχεία ‘’Πούλια Α’ & Β’ ’’, που αναλαμβάνουν τη φιλοξενία των επισκεπτών, δίνοντας τις σωστές πληροφορίες, ώστε να γνωρίσετε καλά τα γύρω βουνά και τις θαυμάσιες δασικές διαδρομές που τα διασχίζουν.

Αξίζει να επισκεφθείτε το θαυμάσιο Λαογραφικό Μουσείο του Μορφωτικού Συλλόγου Δροσοπηγής, ‘’η Πρόοδος’’, που βρίσκεται στο Δ. Διαμέρισμα. Περιλαμβάνει πλούσια, καλοδιατηρημένα εκθέματα αντικειμένων της καθημερινής ζωής, φωτογραφιών, βιβλίων και θρησκευτικών εικόνων που βοηθούν να σχηματίσετε μια άποψη για την ιστορία της περιοχής. Να δείτε και τον παλιό νερόμυλο του Στύλου, χτισμένο από μαστόρους της Μπελκαμένης το 1852, και που παρά τα χρόνια του, λειτουργεί κανονικά. Κάθε άνοιξη και όλο το καλοκαίρι υπάρχουν απ’ έξω δεκάδες πλυμένα βαριά κλινοσκεπάσματα, βελέντζες, κουβέρτες, ολόκληρο νοικοκυριό που φέρνουν οι κάτοικοι από τα γύρω χωριά για καθάρισμα. Πραγματικά, μεταφέρεστε σε άλλη εποχή. Εκεί θα σας υποδεχθεί ο Σωτήρης Τσόγκας, θα σας εξηγήσει τη λειτουργία του μύλου και φυσικά θα σας ξεναγήσει στους χώρους του. Κάτι πολύ θετικό για τους επισκέπτες είναι η ύπαρξη του καινούργιου Περιβαλλοντικού Κέντρου Δροσοπηγής,που από το καλοκαίρι του 2005 θα προσφέρει τις υπηρεσίες του, ενημερώνοντας για την πλούσια πανίδα - χλωρίδα της γύρω περιοχής, και φυσικά την ιστορία του χωριού. Όλο το σύστημα ενημέρωσης περιέχει, εκτός των άλλων, σύγχρονες μεθόδους προβολής φιλμ, διαφανειών αλλά και παλιών φωτογραφιών. 

Αυτό που ενισχύει την αίσθηση της συνέχειας πέρα από τις όποιες χρονολογίες ανέγερσης κτηρίων ή οικισμών, είναι οι δρόμοι. Πιο παλιοί από τα κτήρια που σώζονται δίπλα τους, εξακολουθούν να υπάρχουν και μετά την καταστροφή, την κατεδάφιση ή την ανοικοδόμηση των τελευταίων. Το ίδιο ισχύει και για τα μονοπάτια που ενώνουν ή χωρίζουν τα διάφορα μέρη των χωριών και των πόλεων, φέρνουν ή οδηγούν έξω από αυτά. Από ένα τέτοιο μονοπάτι – δρόμο προτείνουμε να κατευθυνθείτε προς την εγκαταλειμμένη Περικοπή ή στο Νυμφαίο απολαμβάνοντας τη θέα του εξαίσιου φυσικού περιβάλλοντος. Η επιλογή της διαδρομής για το Νυμφαίο, είναι τμήμα του Ε – 4 που σε αυτή τη περιοχή έχει τρεις διαδρομές Φλώρινα – Δροσοπηγή (7 – 8ω), Δροσοπηγή – Νυμφαίο (4ω), Νυμφαίο – Ξινό Νερό (8ω). Κατά γενική ομολογία των πεζοπόρων η ομορφότερη είναι Δροσοπηγή – Μπελκαμένη (Παλιά Δροσοπηγή) – Νυμφαίο. Υπάρχει σήμανση Ε - 4, και ένα μεγάλο μέρος της διαδρομής κινείται σε πυκνό δάσος οξιάς, στην ισοϋψή 1350 – με 1600 μ. υψ., οπότε μέχρι τέλη Μαΐου υπάρχει υγρασία και νερά. Θα βγείτε σε 10 χλμ. στο πάρκινγκ του Νυμφαίου. 

Ένας τόπος μοναδικής φυσικής ομορφιάς περιβάλλει το Νυμφαίο (πριν το 1928 Νέβεσκα, στα 1350 μ. υψ.), έναν διατηρητέο ιστορικό και παραδοσιακό οικισμό, από τους ωραιότερους της Μακεδονίας, και από τους ελάχιστους στη Χώρα, που ξαφνιάζει με το μέγεθος, το παρουσιαστικό, και τη μεγαλειώδη ηπειρωτική αρχιτεκτονική του. Ειδικά μετά τις αναστηλώσεις που έγιναν με σεβασμό, διατηρώντας στο ακέραιο τα εμφανή αστικά χαρακτηριστικά του, την αίγλη, την αρχοντιά και τη διάχυτη ακτινοβολία που σκόρπιζαν αφειδώς οι κωμοπόλεις των αρχών του αιώνα, αναζητά, με αξιώσεις πλέον, τη θέση του και στο σημερινό ιστορικό γίγνεσθαι.

Οι συνοικιστές του ήταν Βλάχοι νομάδες κτηνοτρόφοι, οροφύλακες της Αυτοκρατορίας, που ήρθαν σε μια μετοικεσία από τη λίμνη Ζάζαρη όπου αρχικά ζούσαν.  Το περίλαμπρο βλαχοχώρι αναπτύχθηκε σε οροπέδιο στις ανατολικές απολήξεις του Βέρνου από το 1375 - 1380, σχεδόν από τότε που η Μακεδονία κατελήφθη απο τους Οθωμανούς επιδρομείς (1385). Εκείνη την εποχή, τα πρόχειρα καλύβια των κτηνοτρόφων ήταν ‘’κρυμμένα’’ στις οξιές, αργότερα έδωσαν τη θέση τους σε σταθερές πέτρινες κατοικίες και ο οικισμός άρχισε να κατοικείται σε μόνιμη βάση και σε νέα ηλιόλουστη θέση. Προστατευόταν από την εκάστοτε Βαλιντέ Σουλτάνα (βασιλομήτωρ), και μέσα από τα εξαιρετικά προνόμια που είχαν αποσπάσει οι Νιβεστιάνοι(10), έφτασε σε δυσθεώρητα ύψη ανάπτυξης και οικονομικής αυτονομίας, ακόμα και με τα σημερινά δεδομένα… που κάποτε πρέπει να αναθεωρηθούν.

Στα τέλη του 19ου αι., ήταν ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα διακίνησης καπνού και προϊόντων αργυροχρυσοχοΐας προς τη βόρεια και κεντρική Ευρώπη με αναφορές για 8500 κατοίκους, πολλοί από τους οποίους ‘‘σκάλιζαν το χρυσό που έφτανε από το Μυσίρι και το Ασήμι από την Ευρώπη’’, φτάνοντας στον Δούναβη, στις ακτές του Ιονίου, της Μαύρης Θάλασσας, και του Αιγαίου πελάγους (Λούστας, Ιστορία, 34, 258). Οι δεσμοί του Νυμφαίου με την Αίγυπτο από τις αρχές του 19ου αι. με τις οικογενειακές επιχειρήσεις του Αναστασίου Ν. Τσίρλη, τις καπνοβιομηχανίες Σωσσίδη (Κάιρο – Βέλγιο), και το εμπόριο βαμβακιού του κυρ Μίχα εφένδη Τσίρλη, συσσωρεύουν αμύθητα πλούτη. 

Απο τα πλουσιότερα κεφαλοχώρια της Βόρειας Ελλάδας, φαίνεται ότι έδωσε πολλά στον απελευθερωτικό Μακεδονικό Αγώνα, στους Βαλκανικούς πολέμους, και σε όλα όσα ακολούθησαν. Η οικονομία αυτή την εποχή, συνεχώς αιμορραγούσε, μαζί με τα παιδιά του που έπεφταν στο πεδίο της μάχης. Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους τελειώνει η εποχή της πολυεθνικής οθωμανικής αυτοκρατορίας και αρχίζει εκείνη των ανεξάρτητων εθνικών κρατών. Η απελευθέρωση (1913), φέρνει μεν την ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος(11) αλλά, και δύο θεμελιώδους σημασίας αλλαγές. Την διάσπαση του ενιαίου, έως τότε, χώρου της Βαλκανικής, τον καθορισμό νέων εθνικών συνόρων, και την ένταξη των τοπικών κοινοτήτων σε ένα νέο σύστημα διοίκησης. Από την δεκαετία του 1930, μετά από αυτές τις δραματικές αλλαγές του χώρου δράσης, τους συνεχείς πολέμους που προηγήθηκαν και τα επακόλουθα αυτών, αρχίζει να παρακμάζει, αλλά προσπαθεί να κρατηθεί και τα καταφέρνει, δεν άδειασε από κατοίκους όπως άλλα χωριά, είχε γερές ρίζες. 

Ο Β’ Π. Π. ήταν αυτός που με την πείνα και την κατοχή, άνοιξε διάπλατα τις πύλες της μοίρας για το Νυμφαίο, το προπύργιο του ελληνισμού. Εκείνη την εποχή, Απρίλιο – Μάιο του 1947 (το λεγόμενο δεύτερο αντάρτικο), όπως είδαμε πιο πάνω, εκκενώθηκαν από το στρατό πάρα πολλά χωριά της μεθορίου ώστε να μην βρίσκει υποστήριξη ο ΔΣΑ. Με την ίδια άκαμπτη και πολλές φορές λανθασμένη και εγκληματική(12) πολιτική, δόθηκε εντολή να εκκενωθεί και το Νυμφαίο, (ένα μήνα νωρίτερα είχε εκκενωθεί η Δροσοπηγή). Έτσι οι αυτόχθονες κάτοικοί του, πήραν τα κλειδιά από τα αρχοντικά τους, ακολουθώντας την κοινή μοίρα. Από τότε, όπως δεκάδες άλλα χωριά στην Ελλάδα έτσι και το ονομαστό Νυμφαίο, οδηγήθηκε στην εγκατάλειψη. Στα νέα μέρη που εγκαταστάθηκαν και ρίζωσαν, έφεραν μαζί τους τις αναμνήσεις, το νόστο, και τον πολιτισμό. Οι απογραφές πληθυσμού είναι ενδεικτικές της κατάστασης που διαμορφώθηκε· πριν τον πόλεμο είχε επίσημα 929 κατοίκους συν άλλους τόσους που έλειπαν (μιλούν για πάνω από 2000 συνολικά), ενώ στην απογραφή του 1951 παρουσιάζεται με 360.

Το Νυμφαίο, Νιβεάστα -Νιβίστα (Ni Vista - το χωριό που δεν βλέπω – Αθέατο, και Νύμφη και Χιονάτη -  Nives Sta), ή Νέβεσκα (σαν και μας δεν υπάρχει, δεν είναι άλλος), με το σπουδαίο ιστορικό του παρελθόν, και τα πάνω από 150, πετρόχτιστα δίπατα και τρίπατα αρχοντικά και απλά σπίτια - οχυρά του που αναστηλώθηκαν την πενταετία 1993 – 1998 είναι χαρακτηρισμένο διατηρητέο απο το 1978. Η πέτρα, το ξύλο οξιάς ή βελανιδιάς είναι το κύριο υλικό κατασκευής τους. Μέσα σε δύο μόνο μήνες, το καλοκαίρι του 1994, στρώθηκαν 80.000 τ.μ. λιθόστρωτοι δρόμοι και έγινε υπογείωση στο δίκτυο του ΟΤΕ και της ΔΕΗ κ.ά. Πρόσφατα (2000), τιμήθηκε με την ειδική διάκριση της Ε. Ε. ‘’αναγέννηση χωριών’’, και συγκαταλέγεται στις έξι κοινότητες της στεριανής και νησιωτικής Ελλάδας που έχουν μείνει εκτός του καταστρεπτικού προγράμματος ‘’Ιωάννης Καποδίστριας’’, και σώθηκαν. Ανήκει στο πρόσφατα ιδρυθέν (Χριστούγεννα 1997 – Μακρινίτσα Πηλίου), Εθνικό δίκτυο Πολιτισμού, παράδοσης και κοινοτικού βίου, ακολουθώντας ένα πρότυπο αξιών(13), που αποτέλεσε το καταστατικό για τη δημιουργία του δικτύου, ‘’Των Ελλήνων Οι Κοινότητες’’, μαζί με τα Αμπελάκια Θεσσαλίας, την Μακρινίτσα Πηλίου, τον Πάνορμο Τήνου, το Πάπιγκο Ζαγορίου, και την Οία Σαντορίνης. 

Την αναγέννηση του παραδοσιακού οικισμού σφραγίζει με την παρουσία του το νέο τριώροφο Μουσείο Αργυροχρυσοχοϊας, αυθεντικό αντίγραφο παραδοσιακού αρχοντικού που χτίστηκε μεταξύ 1998 – 2000 από ντόπιους λαϊκούς μαστόρους. Το μουσείο εγκαινιάσθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2000, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Κωστή Στεφανόπουλο που κατόπιν, ανακηρύχθηκε επίτιμος δημότης Νυμφαίου. Στο τριώροφο κτήριο με την επωνυμία ‘’Το Σπίτι των Χρυσικών’’, έχουν συγκεντρωθεί μοναδικές συλλογές εργαλείων χειροτεχνικής αργυροχρυσοχοΐας, ασημικών, κοσμημάτων, εκκλησιαστικών σκευών καθώς και μετάλλια περιώνυμων χαρακτών. Επίσης εκτίθενται, προσωπογραφίες επιφανών Ελλήνων Βλάχων εις μνήμη της μεγάλης προσφοράς τους στο Έθνος, πιστά αντίγραφα των πρωτοτύπων, που φυλάσσονται σε πολλά μουσεία, ιδρύματα και συλλογές της Χώρας. Ένα τμήμα του, έργο ζωής του γιατρού και ευεργέτη του Νυμφαίου Νικολάου Γ. Φίστα, λειτουργεί ως εθνολογικό – λαογραφικό με εκατοντάδες, αντικείμενα και έγγραφα, που με τον τρόπο τους, διηγούνται και μεταφέρουν στις μέρες μας, τα περασμένα. Θα σας υποδεχθεί ο Δημήτρης Οικονόμου, ο φύλακας άγγελος του χώρου, που θα σας μιλήσει για όλα τα εκθέματα. Εκεί θα βρείτε το θαυμάσιο βιβλιαράκι ‘’Αρμάνοι, επιφανείς Έλληνες Βλάχοι’’ που αποτελεί έναν θαυμάσιο δίγλωσσο οδηγό των προσωπογραφιών που θα αντικρίσετε στο μουσείο. 

Τα είκοσι επτά χιλιάδες στρέμματα δασικής έκτασης όχι μόνο αποτέλεσαν μεγάλο αναπτυξιακό κεφάλαιο για τους ντόπιους, αλλά συντέλεσαν και στη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους. Δεκάδες μνημεία πλημμυρίζουν τον χώρο και τα μάτια του περιηγητή, που μπορεί να δει αντιπροσωπευτικά δείγματα αστικής ανάπτυξης ορεινού οικισμού της Μακεδονίας, σε μια καθ’ όλα άψογη αρχιτεκτονική σχεδίαση, που ξετυλίγεται από τα μέσα του 18ου αι., και  εξελίσσεται έως τα μέσα του 20ου. Τα αρχοντικά του Νάνου Σωσσίδη και του Λεωνίδα Σωσσίδη (ξενοδοχείο), στην είσοδο του χωριού, του Αναστάσιου Τσίρλη, του Κωνσταντίνου Μίσσιου,του Γιάννη Μπουτάρη, του Νικόλα Μέρτζιου, αποτελούν αψευδείς μάρτυρες της αναγέννησης. Στο ερειπωμένο αρχοντικό του κυρ Μίχα εφένδη Τσίρλη, που λειτούργησε σαν στρατηγείο του Μακεδονικού αγώνα (1904 – 1908), η Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού εντοίχισε αναμνηστική πλάκα, αναγνωρίζοντας τόσο το έργο που επιτέλεσε, όσο και τη σπουδαιότητά του.

Η περίφημη ολοπέτρινη Νίκειος Σχολή χτισμένη από μαστόρους της Μπελκαμένης (Δροσοπηγή), και της Άνω Μακεδονίας (Μέρτζος, Βλάχοι, 355), ξεχωρίζει απ’ όπου και να κοιτάξει κανείς. Το τριώροφο κτήριο με το ελβετικό ρολόι στον πυργίσκο του, θεμελιώθηκε το 1925 και ολοκληρώθηκε μετά απο δύο χρόνια, στη θέση προηγούμενης Αστικής σχολής, με δωρεά του καπνέμπορου Ιωάννη Ζαν Νίκου (1875 Νυμφαίο – 1930 Στοκχόλμη), φιλοξενώντας στις αίθουσές της δημοτικό και ημιγυμνάσιο με 250 παιδιά. Αποτελεί ένα σπάνιο και θαυμάσιο δείγμα αρχιτεκτονικής και ευμάρειας, μιας εποχής που έφυγε. Σήμερα, περιλαμβάνει τη βιβλιοθήκη, δύο αμφιθέατρα των πενήντα θέσεων το καθένα, και μια διπλή αίθουσα στρογγυλής τραπέζης τριανταπέντε θέσεων. Έχει παραχωρηθεί στο Α.Π.Θ. και λειτουργεί ως συνεδριακό εκπαιδευτικό κέντρο του ιδίου, και της κοινότητας. Εντυπωσιακές είναι οι στέγες, αυτές οι νεότερες (οι παλιότερες ήταν από πλάκες σχιστόλιθου), παράξενες αργυρόχρωμες ή γκρίζες μπακλαβαδωτές λαμαρίνες, που είναι καλοδουλεμένες από ειδικούς τεχνίτες και διευκολύνουν το γλίστρημα του χιονιού και την πτώση του, ώστε να απαλλάσσεται από το μεγάλο βάρος η σκεπή. 

Ο περίφημος ιστορικός ναός του προστάτη του Νυμφαίου Αγίου Νικολάου, (πεντάκλιτη ξυλόστεγη Βασιλική), με πλακόστρωτη σκεπή και αυλή και τις γλυκόηχες χάλκινες καμπάνες, αποτελεί λαμπρό μνημείο μακεδονικής αρχιτεκτονικής και αναστηλώθηκε εκ βάθρων με  κονδύλια – δύο εκατομμύρια δολάρια – που διέθεσε ο διεθνής τραπεζίτης κ. Νικόλαος Σωσίδης, γιος του πρέσβη ε.τ. Τζών Σωσίδη, ο οποίος κατάγεται από το Νυμφαίο. Ο σημερινός πελώριος ναός χτίστηκε το 1867 πάνω σε παλιότερη και ταπεινότερη εκκλησία από τον κυρ – Μίχα εφένδη Τσίρλη(14), και αργότερα αγιογραφήθηκε από τον επίσης εθνικό ευεργέτη Ιωάννη Ζαν Νίκου, καπνέμπορο και Δωρητή της Νικείου Σχολής. Θεωρείται υπόδειγμα της πιο σύγχρονης αναστηλωτικής και, παρά τις καταστροφές που υπέστη κατά καιρούς (1878 – 1903 – 1943), διατηρεί σπάνια στοιχεία παραδοσιακής και λαξευτικής τέχνης στους εξωτερικούς τοίχους. Η ιστορία του είναι ταυτισμένη με αυτήν του ιστορικού οικισμού του Νυμφαίου από το 1386. Αναστηλώθηκε για πρώτη φορά το 1867 και επί ογδόντα χρόνια υπήρξε περιώνυμος για τη τέχνη του και τα βαρύτιμα αναθήματα των περίφημων χρυσικών και διεθνών εμπόρων του Νυμφαίου. Σχεδόν καταστράφηκε στον εμφύλιο, τον Απρίλιο του 1947, ανοικοδομήθηκε το 1951, για να αναστυλωθεί εκ βάθρων το 2000. Μετά την ανακαίνιση, έγιναν τα εγκαίνιά του από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Χριστόδουλο.

Το Νυμφαίο περιτριγυρίζεται από τα ήπια υψώματα Τσούκα 1478 μ. υψ., Τζένη 1583 μ. υψ., Ψηλώματα 1627 μ. υψ, που το καθιστούν κυριολεκτικά αθέατο από όποια κατεύθυνση και αν έρχεται ο περιηγητής. Το γοητευτικό ανάγλυφο των υψωμάτων, συμπληρώνεται μοναδικά από τα πυκνά αιωνόβια δάση οξιάς, με τα υπέροχα γήινα χρώματα του φθινοπώρου, αλλά και τη δροσιά που κρατούν σε όλη την καλοκαιρινή περίοδο. Σ’ αυτό το θαυμάσιο περιβάλλον, κατάλληλο για κάθε είδους δραστηριότητα, μαζί με τις αξιέπαινες προσπάθειες των ιδιωτών, κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν αξεπέραστο προορισμό - πρότυπο από κάθε άποψη, που λειτουργεί δώδεκα μήνες το χρόνο. 

Η βόλτα στα καλντερίμια του οικισμού θα σας αποκαλύψει και άλλους αδιάψευστους μάρτυρες της βαριάς κληρονομιάς, και άλλα ‘’κρυμμένα’’ μυστικά του Νυμφαίου, που κερδίζουν τη ματιά του ταξιδιώτη. Πετρόχτιστες κρήνες, και θαυμάσια αρχοντικά που μετατράπηκαν σε ξενώνες, το καφενεδάκι της Αννούλας της Κλεισούρας (για την ιστορία της, δες εφημ. Καθημερινή 16/4/02, σ. 2), ο συνεταιρισμός γυναικών Νυμφαίου που συστάθηκε το 1995, από μια εξέλιξη του εκπολιτιστικού συλλόγου, ‘’Οι φίλοι του Νυμφαίου’’. Στο μικρό κατάστημα – πρατήριο, θα βρείτε ορισμένα αξιόλογα είδη παραγωγής τους, άξια για γευσιγνωσία, αλλά και για δωράκι στα αγαπημένα σας πρόσωπα. Όλα αυτά, και άλλα που δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά, οφείλονται κατά ένα μεγάλο μέρος στον διαρκή αγώνα του άξιου προέδρου της κοινότητας κ. Νικολάου Ι. Μέρτζου, (πετυχημένου δημοσιογράφου της Θεσσαλονίκης), απόγονου της γνωστής οικογενείας του Νυμφαίου, ένθερμου υποστηρικτή κάθε νέας, καινοτόμου ιδέας, που με την στάση, και την αγάπη του για τη Μακεδονία, ενισχύει και προστατεύει τις ελληνικές παραδόσεις τα ήθη και τα έθιμα.

Η ρομαντική διάθεση που αποπνέει η ατμόσφαιρα είναι πιθανό να σας οδηγήσει μακρύτερα από το κέντρο, ακόμα και στον Προφήτη Ηλία στην ‘’Τσιούκα’’. Αν ξεμακρύνετε με την πεζοπορία, την ιππασία ή τη φωτογραφία, θα βρεθείτε στην θερμή αγκαλιά του Αρκτούρου (παρουσίαση στο ταξίδια, τ. Δ’, 200, 201,202,203), του πρωτοποριακού και διάσημου κέντρου προστασίας της αρκούδας, του λύκου, του ελληνικού ποιμενικού και των βιοτόπων τους στην Ελλάδα. Η επιτυχημένη προσπάθεια ξεκίνησε από πρωτοβουλία και με χρηματοδότηση των νέων ευεργετών του Νυμφαίου, της οικογένειας Μπουτάρη, των πασίγνωστων οινοπαραγωγών. Αρχικά ήταν να στεγαστεί στο ιδιόκτητο δάσος τους, ‘’ΡΑΔΟΣΙ’’ (νυν ιδιοκτησία Νικολάου Σωσσίδη), αλλά τελικά, με πρωτοβουλία της κοινότητας, παραχωρήθηκε μια μεγάλη κοινοτική δασική έκταση 100 στρ. για τις εγκαταστάσεις του, εκ των οποίων τα 50 στρ. είναι το καταφύγιο για τις αρκούδες. Από εκεί οι εξαιρετικές βόλτες στους δασικούς μπορούν να σας οδηγήσουν εύκολα στο Φλάμπουρο, μέσα από ένα στενό μονοπάτι – δρόμο. Μια υπέροχη διαδρομή, μέσα από πυκνό δάσος οξιάς που με το μέγεθός τους καλύπτουν το οπτικό πεδίο ακόμα και προς τον ουρανό (βλ. στο τέλος Road Book). 

Οικογενειακές καταστάσεις για παιδιά αλλά και για μεγάλους που αισθάνονται σαν κι’ αυτά, θα ζήσετε στον Ιππικό όμιλο Νυμφαίου, που διαθέτει 10 καθαρόαιμα άλογα ιππασίας - περιπάτου και 10 μικροκαμωμένα Σκυριανά. Επίσης νοικιάζονται mountain bikes για ευκολότερες βόλτες στο παρακείμενο δάσος. Στην περιοχή δραστηριοποιείται επίσης η ‘’Άρτεμις’’, εταιρεία περιβαλλοντικών περιηγήσεων και υπαίθριων δραστηριοτήτων.

Στην επίθεση της Άνοιξης τελευταία παραδίνονται τα ψηλά βουνά και, στον κανόνα, ούτε το όρος Βέρνον αποτελεί  εξαίρεση. Κρατάει χιονοσκεπή την κορυφή του, ενώ χαμηλότερα ο Μάρτιος αλλάζει τους ρυθμούς της περιοχής.      Ακολουθώντας αυτή τη διαδρομή που περιγράψαμε, θα ανακαλύψετε και εσείς την ‘’Παράλληλη Ελλάδα’’, έξω από κραυγαλέες ‘’παρουσίες’’, μακριά απο διαφημισμένα μέρη και αγριεμένα πλήθη. Όλες οι εποχές είναι καλές όμως από την άνοιξη και μετά είναι ανοιχτοί όλοι οι δρόμοι, μην διστάσετε  ούτε στιγμή να κάνετε τις δασικές διαδρομές που προτείνουμε. 

Τόσο η νέα Δροσοπηγή, και ο ερειπιώνας της παλιάς Μπελκαμένης όσο και το αρχοντικό βλαχοχώρι Νυμφαίο, (βλαχοχώρια – βλάχοι ‘’ποίοι και τι είναι’’ δες στο Ασπροπόταμος Πίνδου 1ο ‘’οι πηγές’’ τομ Ε’ ταξίδια 2003, 176 - 177), θα σαν ενθουσιάσουν. Ανάλογα από πού θα έρθετε, μπορείτε να επιστρέψετε είτε από Φλάμπουρο (προς Φλώρινα), είτε από τις λίμνες Ζάζαρη και Χειμαδίτιδα (προς Κοζάνη), είτε προς τη Φλώρινα μέσω Λεχόβου να βρεθείτε στην Καστοριά.

Διαδρομή Νυμφαίο – Φλάμπουρο

Πάρκινγκ Νυμφαίου προς Αρκτούρο. Μηδενίζουμε και μπαίνουμε στον πλακόστρωτο δρόμο, προσεκτικά γιατί κυκλοφορούν επισκέπτες. Φτάνουμε και προσπερνάμε τις εγκαταστάσεις του Αρκτούρου.

6,00 χλμ τριπλή δστ. υπάρχει πινακίδα ‘’Φλάμπουρο’’ αριστερά δασικός, δεξιά ο ‘’κεντρικός’’, ευθεία Φλάμπουρο,

7,7 χλμ τριπλή δστ υπάρχει πινακίδα ‘’Φλάμπουρο’’ ευθεία δασικός, δεξιά δασικός, αριστερά Φλάμπουρο,

10,9 χλμ Φλάμπουρο.

Στην πλατεία, μπροστά στο σχολείο είναι το ψητοπωλείο της Ανθής Τζέτζη 2385067368 και το καφενείο Ζιώγα 67361.

Σημειώσεις:

(1) Χρήστος Γεωργίου (Κίτσος Γιαγγιώργος) ‘’Μπελκαμένη’’ εκατό χρόνια ζωή, εκδόσεις Διογένης Αθήνα 2000, σελ 22. Αρβανίτικη ή Αλβανική που αναφέρεται, αφορά δίγλωσσους Έλληνες Βορειοηπειρώτες. Αρβανίτικο στοιχείο εγκαταστάθηκε και στην Αττική (Δερβένια Χασιάς – Μεγάλα Δερβένια), από τον 14ο αι. και είναι κυρίαρχο μέχρι σήμερα, (Ορεινός Χώρος της Βαλκανικής, Πλέθρον 2000, 150).

(2)Αυτή η κατάκτηση, επεκτεινόταν πολύ πιο πέρα από τα σημερινά Εθνικά σύνορα, που καθορίστηκαν με το Πρωτόκολλο ανεξαρτησίας της Αλβανίας – Λονδίνο 29/7/1913, στον χώρο της σημερινής Αλβανίας, και της σημερινής Π.Γ.Δ.Μ.. Όπου έφτανε, το χριστιανικό στοιχείο υπέφερε.

(3)Δεκάδες τιτλούχοι (αποκλειστικά Μουσουλμάνοι), προείδαν την κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και ρευστοποίησαν εκτάσεις που τους ανήκαν.

(4)  Οι τίτλοι κυριότητας της γης λεγόντουσαν ταπιά ή χοτζέτια που μετεγράφοντο στο Υποθηκοφυλακείο των Βιτωλίων (Μοναστήρι) εν προκειμένω, πρωτεύουσας του ομώνυμου Βιλαετιού. Για περισσότερα, δείτε την έκδοση της κοινότητας Νυμφαίου (1997), Συμβόλαια Νεβέσκης 1860 – 1910.

(5)Όλοι οι ‘’δρόμοι’’ του χωριού σκάφτηκαν σε βάθος 70 πόντων, στρώθηκαν με πλάκα κάτω, και δεξιά – αριστερά χτίστηκαν με πέτρα. Το μέγεθος της αποχέτευσης ήταν 40Χ40. Από πάνω σκεπάστηκαν με πλάκα.

(6) Ο Μιχάλης Αθ. Χαρίσης αναφέρει (σελ 15), ότι έγινε πριν από την εκκλησία (1853), ‘’γιατί πρέπει να αναρωτηθούμε πώς πήγαν τα υλικά εκεί πάνω;’’ [για να χτίσουν την εκκλησία.]. Ο Κίτσος Γιαγγιώργος γράφει (σελ 149), ότι χτίστηκε το 1888 – 1890 από τον Γιανστήλο ‘’ο αρχιμάστορας, που το όνομά του είναι γραμμένο σε μεγάλο μοναστήρι στο Άγιο Όρος’’. Ο Γεώργιος Π. Τσότσος αναφέρει (σελ 109) 1860 [σύμφωνα με μαρτυρίες των ντόπιων]. Οι άνθρωποι που μου μίλησαν γιαυτό (12/4/05), μου είπαν ότι κατέληξαν στο έτος 1881. Πιο κοντά στην αλήθεια φαίνεται να είναι το 1888 – 1890 γιατί ο Γιαγγιώργος προσθέτει λεπτομέρειες για την κατασκευή του καλντεριμιού από το γεφύρι προς το χωριό.

(7) Πολύ ενδιαφέρον το βιβλίο της Σοφίας Ηλιάδου – Τάχου, Το Κρούσοβο, πέρα από την Ιστορία και την Μνήμη (1845 – 1903). Παρουσιάζονται όψεις από την οικονομία, την εκπαίδευση και την Κοινωνία του ως την εξέγερση του Ήλιντεν, μέσα απο το αρχείο του Γ. Νιτσιώτα. Εκδόσεις Σταμούλη – Θεσσαλονίκη.

(8)Μετά τον ατυχή πόλεμο του 1897 οι Βούλγαροι εντείνουν τις προσπάθειές τους για εκβουλγαρισμό της τουρκοκρατούμενης Μακεδονίας. Με οπλισμένες συμμορίες (κομιτάτα), με εκβιασμούς, με πυρπολήσεις, με στυγνές δολοφονίες σε βάρος του ελληνικού στοιχείου, προσπαθούν να πετύχουν εκείνο που δεν κατόρθωσαν τριάντα χρόνια με την προπαγάνδα και τα χρήματα (Σοφοκλής Γ. Δημητρακόπουλος / Ιστορία και δημοτικό τραγούδι, 278 / εκδόσεις Παρουσία 1998).

(8α)Τσακαλάρωφ, αρχικομιτατζής της Δυτικής Μακεδονίαςπου στην έναρξη του Β’ Βαλκανικού πολέμου τον Ιούνιο του 1913 επανήλθε από τη Βουλγαρία επικεφαλής ενόπλου σώματος για να οργανώσει επαναστατικό κίνημα στα μετόπισθεν του Ελληνικού Στρατού (Μέρτζος, Βλάχοι, 101). Ενδεικτική της εγκληματικής του δραστηριότητας είναι το τραγούδι: «Τ’ είν’ το κακό που γένηκε το φετινό χειμώνα, κλαίγαν μανάδες για παιδιά, γυναίκες κλαιν για άντρες. Κλαίγουν και δυο Βουλγάρισσες στης Φλώρινας τον κάμπο: - Ανάθεμά σας βόιβοντες και σένα, Τσακαλάρωφ, όπου ‘ στε σεις οι αίτιοι, σεις είστε η αιτία, που σκότωσαν τους άντρες μας μαζί και τα παιδιά μας» (Δ. Πετρόπουλου: ‘’Δημοτικά τραγούδια του Μακεδονικού Αγώνα, περιοδικό Μακεδονικά, Β’, 353), Περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Σοφοκλή Γ. Δημητρακόπουλου (βλ. σημ. 8).

(9) Στον Εμφύλιο 700.000 – 800.000 κάτοικοι των ορεινών περιοχών μετακόμισαν βιαίως στις πόλεις για να μην έχουν οι αντάρτες πηγές ανεφοδιασμού, στρατολογίας και υπηρεσιών. Λίγοι από αυτούς επέστρεψαν στα χωριά τους το 1950, με τον επαναπατρισμό, όπως είχε ονομαστεί. (Λεωνίδας Λουλούδης – εξαμηνιαία έκδοση ‘’Γεωγραφίες’’ καλοκαίρι 2003 – τ.5 - εκδόσεις Εξάντας σελ 39).

(10)Οι Νιβεστιάνοι όχι μόνοδεν υπόκειντο σε κανέναν Οθωμανό τοπάρχη, (πασά, μπέη, και αγά), αλλά οπλοφορούσαν όλοι – κάτι που συναντάμε μόνο στα πολύ ιδιαίτερα προνόμια της περιοχής Χειμάρας (Ήπειρος, εκδ. Αθηνών, 243).

(11)Αποτελεί μια μεγάλη και τραγική αντίφαση της ιστορίας μας, το γεγονός ότι η πολυπόθητη απελευθέρωση σήμανε ταυτόχρονα την αρχή μιας πορείας προς την παρακμή των άλλοτε ανθηρών κοινοτήτων (τ. ΣΤ’, 217 και Πολιτιστική Γεωγραφία, Νομαρχία Ιωαννίνων, 85).

(12) Εκκενώνοντας τα χωριά οι κάτοικοι, αυτά καταλαμβανόντουσαν από τον ΔΣΑ και γινόντουσαν σωστά φρούρια. Για να τα ξαναπάρει ο στρατός χύθηκε άδικα τόσο αίμα. Μετά τη λήξη του πολέμου, είχαμε τόσο έξυπνη διοίκηση, που δεν καταλάβαιναν γιατί οι παλιοί κάτοικοι δεν γύριζαν πίσω. Κανενός δεν πέρασε η ιδέα ότι, α) δεκάδες χιλιάδες είχαν φύγει ήδη, μετανάστες (σήμερα ζούμε το αποτέλεσμα και τον αντίκτυπο), και β) όσοι έμειναν ρίζωσαν στα καινούργια μέρη, βρήκαν νέες εργασίες, μεγάλωναν τα παιδιά τους στη νέα γενέτειρα (εκείνη την εποχή το σπίτι στο χωριό, έγινε, ‘’το πατρικό’’.). Απ’ ό,τι βλέπανε τότε (1950 – 1955), και απ’ ό,τι αντικρίζουμε εμείς οι νεώτεροι σήμερα, απ’ όσα χωριά εκκενώθηκαν, ποτέ, κανένα δεν ξαναβρήκε την παλιά του αίγλη και ούτε κατά διάνοια έφτασαν τον πληθυσμό που είχαν.

(13)Οι κοινές αυτές αξίες ορίστηκαν και είναι: α) η παράδοση, η λαϊκή αρχιτεκτονική και ο λαϊκός πολιτισμός β) η ήπια, ισόρροπη οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, γ) η διαφύλαξη του φυσικού περιβάλλοντος και δ) ο κοινοτικός βίος, ως αυθύπαρκτος τρόπος ζωής των Ελλήνων, διαποτισμένος βαθιά από την αλληλεγγύη και την επιείκεια, τη Δημοκρατία και τη συνεισφορά, στα κοινά του τόπου (Μέρτζος, Νέα Οικολογία, 20).

(14)Ο άρχοντας της Νεβέσκας (Νυμφαίου), κυρ Μίχας εφένδης Τσίρλης, βαθύπλουτος έμπορος βαμβακιού και γαιοκτήμων της Αιγύπτου ανέπτυξε πολυσχιδή δραστηριότητα υπέρ του μακεδονικού ελληνισμού. Μέγας εθνικός ευεργέτης τιμήθηκε δύο φορές με το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος από τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη. Επίσης για την εθνική εισφορά τους, με Μεγαλόσταυρους τιμήθηκαν από τον Χαρίλαο Τρικούπη, ο ευεργέτης Νάνος Σωσσίδης, και από τον Ελευθέριο Βενιζέλο ο Ιωάννης Ζαν Νίκου.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: περ. Φλώρινας 23850, περ. Νυμφαίου - Αμύνταιου 23860

ΔΙΑΜΟΝΗ: www.e-city.gr/florina/index.php Στη Δροσοπηγή Φλώρινας υπάρχουν τρία ξενοδοχεία – ξενώνες. ‘’Γαλαξίας’’ 30354, ‘’Πούλια Α’’’ και ‘’Πούλια Β’’’, το ένα μέσα στο χωριό και το άλλο 2 χλμ έξω από αυτό 30625, 6. Νυμφαίο Λα Μοάρα και Λα Σοάρε 31377, κρατήσεις απο Θεσσαλονίκη 2310287626, 287401, Αθηνά 31141, Λα Γκάλμπα 31314, Λα Μπέτλου 41282, Νεβέσκα 31442, Εντερνέ 31230, 31351, Gura di Valle 6972929612, Τα Λινούρια 31030, 31133, Κοινοτικό 31382.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Στην Μπελκαμένη και στα πλατώματα του δρόμου προς Νυμφαίο.

ΦΑΓΗΤΟ: Στη Δροσοπηγή στον Ξενοδοχείο ‘’Πούλια Α’ ’’,  στο καφενείο του ξενοδοχείου ‘’ο Γαλαξίας’’ του Γεωργίου Αθ. Κύρκου 30354, και στο Δημοτικό παραδοσιακό καφενείο ‘’ο Λάλας’’ του Θεοδωρίδη Σταύρου 30815. Στο Νυμφαίο το καφε – ουζερί ‘’ Ο Μπέκας’’, δυνατό τσίπουρο με μεζέδες, ταβέρνα ‘’Αρχοντικό’’ του κ. Στέργιου και της κ. Νικολέτας 31107, Παραδοσιακή ταβέρνα ‘’ η πλατεία’’ 31321. Σε κάθε περίπτωση δοκιμάστε κρασί ΟΠΑΠ Ροζέ Αμυνταίου.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Φλώρινας 44325, Δήμος Περάσματος 31000, Α΄ Βοήθειες 22555, 6, Αστυνομία 22100, 44240, 1, Κοινότητα Νυμφαίου 31382, 31400, Αστυνομία 31361, 3, Α’ Βοήθειες 31360, Συνεργεία – Βουλκανιζατέρ Φλώρινα Μικρόπουλος Νικόλαος, 28259, 22666. Αμύνταιο Παπαδάκη Όλγα, 22496, Χρήστος Στάιος, 23990.

ΧΡΗΣΙΜΑ: www.myflorina.gr www.florinaonline.gr Λαογραφική συλλογή Δροσοπηγής, επικοινωνήστε με τον Γραμματέα Τατσιώκα Σωτήρη 30351. Το Λαογραφικό Ιστορικό Μουσείο ‘’σπίτι των Χρυσικών’’ στο Νυμφαίο, ανοιχτό καθημερινά 10:30 – 18:30 εκτός Δευτέρας, τη Κυριακή, ανοίγει μετά την εκκλησία στις 11:00, 31065. Ιππασία ή Mountain Bike, στον Ιππικό όμιλο Νυμφαίου 31117. Συνεταιρισμός Γυναικών Νυμφαίου 31117. Επίσκεψη στο κέντρο διάσωσης της Αρκούδας του λύκου και των βιοτόπων τους ‘’Αρκτούρος’’ Αετός 41500 www.arcturos.gr ‘’Άρτεμις’’, εταιρεία περιβαλλοντικών περιηγήσεων και υπαίθριων δραστηριοτήτων 31028, 31286. Διεύθυνση Δασών Φλώρινας 22529, Χιονοδρομικό στο Βίτσι, Βίγλα (1.650μ.), 45801, 22082, 29939, www.vigla-ski.gr Info: Σ.Ο.Χ. Φλώρινας 46026, 29939, 23688. Info: Ε.Ο.Σ. Φλώρινας, 28008, 23377, 22354, Φ. Ο. Φλώρινας 26567

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Στην Φλώρινα όλες οι εταιρείες, στο Αμύνταιο πολλές ενώ προς Δροσοπηγή υπάρχει στον Τροπαιούχο Cyclon και την Υδρούσα Rodoil.

ΧΑΡΤΕΣ: Πλαστικοποιημένοι χάρτες ανά νομό που χωρούν στο tang Bag. Αγοράστε τον χάρτη Νο 47 ‘’Φλώρινα’’, εκδόσεις ‘’Ελλάδα’’ Κολοκοτρώνη 11 Αθήνα 2103222573, 3225241, Βενιζέλου 3 Θεσσαλονίκη 2310223063. Μια καλή χαρτογραφική εργασία του μελετητή Αλέξανδρου Πέτρους σε ένα όμορφο διπλό φάκελο, ζητήστε την από τη Νομαρχία Φλώρινας, 54409, 10, Διεύθυνση τουρισμού – πολιτισμού 54460, 1, 2, 3 Τ.Ε.Δ.Κ. 28887, 24539.

ΒΙΒΛΙΑ: Μιχάλης Αθ. Χαρίσης / η ζωή και οι περιπέτειες στη Δροσοπηγή / Δροσοπηγή 2000, και Κίτσος Γιαγγιώργος / Μπελκαμένη / εκδόσεις Διογένης / Αθήνα 2000.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: Μ.Ο.Κ. (Μοτοσυκλετιστικός όμιλος Καστοριάς) 25ης Μαρτίου 17, Τηλ 2467029514, 23470. Μ.Ο.Π. (Μοτοσυκλετιστικός όμιλος Πτολεμαΐδας) 2463080272, Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσυκλετιστών - Ελάτη Τρικάλων  - τ.κ. 42032  Πύλη, Τηλ - Fax 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για τη ΔΡΟΣΟΠΗΓΗ και το ΝΥΜΦΑΙΟ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Νικολάου Αργ. Λούστα / Λαογραφική μελέτη Νιβεάστας – Νεβέσκας – Νυμφαίου Φλωρίνης / Θεσ/νίκη 1996
  • Νικολάου Ι. Μέρτζου / Συμβόλαια Νεβέσκης 1860 – 1910 / έκδοση Κοινότητα Νυμφαίου 1997
  • Μιχάλης Αθ. Χαρίσης / 1844 – 1994 Η ζωή και οι περιπέτειες στη Δροσοπηγή / Δροσοπηγή 2000
  • Κίτσος Γιαγγιώργος / Μπελκαμένη – εκατό χρόνια ζωή / εκδόσεις Διογένης / Αθήνα 2000
  • Αστέριος Ι. Κουκούδης / Οι μητροπόλεις και η διασπορά των Βλάχων / εκδόσεις Ζήτρος / Θεσσαλονίκη 2000
  • Νικολάου Ι. Μέρτζου / Αρμάνοι – Οι Βλάχοι / εκδόσεις Ρέκος / Θεσσαλονίκη 2001
  • Νικολάου Αργ. Λούστα / Η ιστορία του Νυμφαίου – Νεβέσκας Φλωρίνης / Θεσ/νίκη 2002
  • Λεύκωμα φωτογραφιών Νυμφαίου / έκδοση αστικού συνεταιρισμού γυναικών Νυμφαίου 1998

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Ιούλιος Μ. Ευλαμπίου / Νυμφαίο / περιοδικό Cosmos τ.7 Δεκέμβριος 1994
  • Θοδωρής Αθανασιάδης / Νυμφαίο – Κλεισούρα / Περιοδικό Vita τ.5 Σεπτέμβριος 1997
  • Αλέξανδρος Τσαντούλας / Νυμφαίο / περιοδικό Ταξιδεύοντας τ.1 Δεκέμβριος 1997
  • Αναστασία Γκολιομύτη / Νυμφαίο / περιοδικό Οξυγόνο τ.7½ Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1998
  • Νικολάου Ι. Μέρτζου / Από τη Νεβέσκα στο χωροχρόνο / περιοδικό Νέα Οικολογία τ.160 Φεβ. 1998
  • Θοδωρής Αθανασιάδης / Πάσχα στο Νυμφαίο / Περιοδικό Vita τ.12 Απρίλιος 1998
  • Ντίνου Κιούση / Νυμφαίο / περιοδικό Μετρό Φεβρουάριος 2000
  • Θοδωρής Αθανασιάδης / Ξενώνες με άποψη / Περιοδικό Vita τ.44 Δεκέμβριος 2000
  • Κώστας Ζυρίνης / Νυμφαίο / περιοδικό ΓΕΩ τ.59 Μάιος 2001
  • Θοδωρής Αθανασιάδης / Σαμαρίνα – Νυμφαίο / Περιοδικό Vita τ.79 Νοέμβριος 2003
  • Αλέξανδρος Τσαντούλας / Φλώρινα / ένθετο Ταξιδιωτικοί Οδηγοί τ.16 εφημ. Ημερησία
  • Νίκος Σπανός / Νυμφαίο / ένθετο Action Zone τ.9 περιοδικό 0-300 Νοέμβριος 2004

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Συλλογικό / Φλώρινα – Βίτσι / ένθετο Περιηγήσεις τ.15 εφημ. Ημερησία 24/1/04
  • Ραχήλ Χάουαρντ / Καστοριά – Νυμφαίο / ένθετο ταξίδια Νο 24 εφημ. Βήμα 5/10/97
  • Έφη Χατζηιωαννίδου / Νυμφαίο / εφημ. Καθημερινή 19/10/99
  • ΤΗΛΕΦΟΣ / Tα νέα της Αννούλας της Κλεισούρας / εφημ. Καθημερινή 3/9/00
  • Ντίνου Κιούση / Νυμφαίο / εφημ. Καθημερινή ένθετο ταξιδεύοντας 4/11/01
  • ΤΗΛΕΦΟΣ / Το σπίτι των Χρυσικών / εφημ. Καθημερινή 16/4/02
  • Ντίνου Κιούση / Βέρνο / ετήσιος οδηγός της εφημ. Καθημερινή ε. 86ο, φ. 25381, 14/11/04
  • Μιχάλη Κωστάρα / Χορεύοντας με τις Αρκούδες / εφημ. Ελευθεροτυπία 24 – 25/12/04
  • Ντίνου Κιούση / Νυμφαίο / εφημ. Καθημερινή ένθετο ταξίδια 27/3/05
Thursday the 31st. . Joomla 3.0 templates. All rights reserved.
eXTReMe Tracker